Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Μαρτίου 12, 2013

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος



Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 949 μ.Χ. στὴ Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους, τὸν Βασίλειο καὶ τὴν Θεοφανώ. Ὁ θεῖος του Βασίλειος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλὴ θέση στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρὶς τὸν ἀνεψιό του κοντά του, ὅπου, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔτυχε καλῆς παιδείας. Ὅμως ὁ Ὅσιος δὲν ἔδινε προσοχὴ καὶ δὲν ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιὰ μάθηση.
Κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Συμεὼν γνωρίστηκε μὲ ἕναν μοναχὸ τῆς περιωνύμου μονῆς Στουδίου, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν, ἐπίσης, Συμεών. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἔγινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅταν κατὰ τὸ ἔτος 963 μ.Χ. πέθανε ὁ θεῖος του, ὁ Συμεὼν προσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ζητοῦσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρομοιάζει τὸν θεῖο του μὲ τὸν Φαραώ, τὴ διαμονή του στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο μὲ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν πνευματικό του πατέρα μὲ τὸν Μωϋσῆ.
Κάποτε ὁ Γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μὲ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἐρημίτου καὶ Διαδόχου Φωτικῆς. Ζωηρὴ ἐντύπωση τοῦ προξένησε τὸ ἀκόλουθο ἀπόφθεγμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, ποὺ εἶχε τὸν τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»:
«Ἐὰν ζητᾶς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου,
κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἦταν σὰν νὰ ἄκουσε τὸ λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ κάνει ὅτι τὸν πρόσταζε ἡ συνείδησή του. Καὶ αὐτή, ποὺ εἶναι κάτι θεϊκό, τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς στὰ ἀνώτερα, ἔτσι ὥστε αὔξησε τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη του μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ἄρχιζε νὰ λαλεῖ ὁ πετεινός, δηλαδὴ μέχρι τὰ χαράματα. Σὲ αὐτὸ τὸν βοηθοῦσε καὶ ἡ συνεχὴς νηστεία. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ πρὶν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, ζοῦσε σχεδὸν ἀσώματο βίο. Δὲν τοῦ χρειάστηκε λοιπὸν πολὺς καιρός, γιὰ νὰ ἐκδημήσει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ ὁρώμενα καὶ νὰ εἰσδύσει στὰ ἀόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, ποὺ προσευχόταν καὶ μὲ καθαρὸ νοῦ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Θεό, εἶδε ξαφνικὰ νὰ λάμπει ἄπλετο φῶς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατεβαίνει πρὸς αὐτόν. Φώτισε τὰ πάντα καὶ τὰ μετέβαλε σὲ μία ὁλοκάθαρη ἡμέρα. Καθὼς ἦταν καὶ ὁ ἴδιος τυλιγμένος  ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἐξαφανίσθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκία μαζὶ μὲ τὸ δωμάτιό του, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἁρπαγεῖ στὸν ἀέρα, νιώθοντας σὰν νὰ μὴν εἶχε καθόλου σῶμα. Κατάπληκτος ἀπὸ τὸ μέγα τοῦτο μυστήριο κραύγαζε μὲ μεγάλη φωνὴ τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Καθὼς βρισκόταν μέσα σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο φῶς, βλέπει στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μία ὁλόφωτη νεφέλη, ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη, γεμάτη ἀπὸ τὴν ἄρρητη δόξα τοῦ Θεοῦ. Στὰ δεξιά της ἔστεκε ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἔμεινε σὲ αὐτὴ τὴν ἐκστατικὴ κατάσταση γιὰ πολύ, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται, καθὼς βεβαίωνε ἀργότερα, ἐὰν ἦταν μέσα στὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος. Ὅταν κάποτε ἐκεῖνο τὸ φῶς σιγὰ – σιγὰ ὑποχώρησε, ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ κατάλαβε πὼς βρίσκεται μέσα στὸ δωμάτιο.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεωρία, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἱκέτευε συνεχῶς τὸ Γέροντά του νὰ τὸν κείρει μοναχό.
Ἀλλὰ ὁ πνευματικός του πατέρας τὸν ἀναχαίτισε, ἐπειδὴ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴν οἰκία τοῦ θείου του, ὅπου ἄρχισε μὲ ἐπιμέλεια νὰ μελετᾶ.  Βαθιὰ ἐντύπωση ἀπεκόμισε ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ καὶ Διαδόχου Φωτικῆς, τὰ ὁποία ἔλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πνευματικοῦ του.
Κατὰ τὸ ἔτος 970 μ.Χ. ὁ Συμεὼν ἐπισκέφθηκε τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν κλίση του γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο. Μάταια ἐκεῖνοι προσπάθησαν νὰ μεταβάλλουν τὴν ἀπόφαση τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τους. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμεὼν ἦταν σταθερή. Ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πατρικὴ περιουσία ποὺ τοῦ ἀνῆκε καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Λίγο ἀργότερα μεταβαίνει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὑπὸ τὸν ἡγούμενο Ἀντώνιο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Μετὰ ἀπὸ μία διετία ἐκάρη ἐδῶ μοναχός, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ποὺ φώτιζε τὸν ἑαυτό του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Συμεὼν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) καὶ τὴν ἔγκριση τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς.
Ὡς ἡγούμενος ὁ Ὅσιος ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλὲς δυσάρεστες καταστάσεις. Ὄχι μόνο τὴν κατεστραμμένη μονή, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ἡ μονὴ παρομοιαζόταν μὲ κατάλυμα κοσμικῶν καὶ νεκρῶν σωμάτων. Καὶ ἡ μὲν μονὴ ὡς οἰκοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, ἡ πνευματικὴ ὅμως συγκρότηση τῶν μοναχῶν ἀπαιτοῦσε πολλὲς ἀνυπέρβλητες προσπάθειες. Ἡ διδασκαλία του συνάντησε τὴν μεγάλη ἀδιαφορία ὁρισμένης ὁμάδας μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο, κατὰ τὴν διάρκεια μία πρωϊνῆς κατηχήσεως, νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ Γέροντός τους. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως ὁ Ὅσιος, «τὰς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἑαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδιῶν καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας».
Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ νὰ ἀφοπλίσει τελείως τοὺς τριάντα ἐκείνους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτὴ τὴν συμπεριφορά. Ὁ Πατριάρχης Σισίννιος ὁ Β’ (996 – 998 μ.Χ.) πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγαν ἀμέσως, γιὰ νὰ δικαιωθοῦν προφανῶς ἀπὸ αὐτόν, ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν μανία καὶ τὸν φθόνο τῶν ἀσύνετων μοναχῶν καὶ διέταξε νὰ ἐξορισθοῦν. Ὅμως ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρακάλεσε θερμῶς τὸν Πατριάρχη νὰ τοὺς συγχωρέσει.
Ὁ Ὅσιος, παρὰ τὰ πολλὰ καθήκοντά του στὴ μονή, εὕρισκε καιρὸ νὰ γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τοὺς «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τοὺς «κατηχητικοὺς λόγους», τὰ «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».
Δυσάρεστα ζητήματα ἐναντίων τοῦ Ὁσίου δημιούργησε ὁ σύγκελλος τοῦ Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγαθὴ φήμη τοῦ Ὁσίου. Ἐπειδὴ ὁ σύγκελλος δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ στὸν βίο τοῦ Ὁσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος  ἤδη Γέροντός του. Ἡ κατηγορία τοῦ σύγκελλου ἦταν ὅτι ὁ Ὅσιος ὑμνοῦσε τὸν πνευματικό του πατέρα ὡς Ἅγιο. Τελικὰ ἔπεισε τὴν Σύνοδο νὰ διερευνήσει τὸ ζήτημα. Καὶ μετὰ τὴν διαδικασία αὐτή, ὅλοι ἀναγνώρισαν, ἐκτὸς τοῦ σύγκελλου, τὸ δίκαιο τοῦ Συμεών. Τότε ὁ σύγκελλος συνεργάστηκε μὲ μοναχοὺς ποὺ ἐχθρεύονταν τὸν Ὅσιο καὶ ἔκλεψε ἀπὸ τὴ μονὴ τὴν εἰκόνα ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχε ἁγιογραφηθεῖ ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ὁσίου μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἄλλους Ἁγίους. Ὁ Ὅσιος διατάχθηκε νὰ προσέλθει στὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Καὶ πάλι βρέθηκε ἀθῶος.
Ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ὡς ἡγούμενος καὶ τὸ ἔτος 1005 ἀποσύρθηκε σὲ ἡσυχαστήριο στὸ ἀντίπερα ἐρημόκαστρο τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ ἐκαλεῖτο Παλουκητὸν καὶ ἡσύχαζε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Στὴν ἡγουμενία τὸν διαδέχθηκε ὁ μαθητής του Ἀρσένιος. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1022.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος καὶ στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐδίδασκε ὅτι ἡ πρὸς Θεὸν εἰλικρινὴς ἀγάπη καὶ ἡ μετάνοια ἦσαν ἀσφαλεῖς ὁδοὶ πρὸς τὴ θέωση. Ἡ τριαδολογικὴ βάση τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπολήγει ἱστορικὰ στὰ χριστολογικὰ πλαίσια τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως, μὲ σαφεῖς ἐκκλησιολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὲς προεκτάσεις πρὸς τὴν ὁλοκλήρωση καὶ πλήρωση τῆς τελειώσεώς του. Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαθαίρει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου,  διαστέλει «τὸν μέτοχον αὐτοῦ» ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σκότους καὶ τῆς πτώσεως καὶ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τώρα νὰ ἀρχίσουν νὰ γεύονται τὴ μέλλουσα δόξα τους. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ὅσιος Συμεών: «Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος φαῖνον ἐν καθαρᾷ καρδία παντὸς ἀφιστᾷ τοῦ κόσμου καὶ τὸν μέτοχον αὐτοῦ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη ἐμφορεῖσθαι περὶ τῆς μελλούσης δόξης». Ἐδὼ ἡ θέωση σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀφοῦ τελικὸς σκοπὸς εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ δοξοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοῦ τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου«ἀπαρχή»«μεσότης» καὶ «τελειότης» εἶναι ὁ Χριστός.
Ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωση ὁλοκληρώνεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Ἐδέμ.«Σὺ βασιλεία οὐρανῶν, σὺ γῆ, Χριστέ, πραέων, σὺ χλόης παράδεισος, σὺ ὁ νυμφὼν ὁ θεῖος».Γιὰ τὴ θεολογική του κατάρτιση καὶ δεινότητα, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ἢ «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατὰ τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις τοῦ Ἁγίου, ἐπιδιδόμενος στὴν ἡσυχία, ἐλευθερωνόταν ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ γλῶσσα του γινόταν γλῶσσα πυρός, συνέθετε καὶ θεολογοῦσε θείους ὕμνους, γινόταν ὁλόκληρος πῦρ, ὁλόκληρος φῶς καὶ θεωνόταν κατὰ χάριν. Ἄλλοτε, μαρτυρεῖται ὅτι βρισκόταν ἐπάνω στὴ γῆ καὶ ἔχοντας τὰ χέρια ὑψωμένα καὶ προσευχόμενος, ἦταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος».

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος πάπας Ρώμης


Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 540 μ.Χ. καὶ ἔζησε στὴ Ρώμη, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.). Ὀνομάσθηκε δὲ Διάλογος, ἐπειδὴ τὰ περισσότερα ἔργα του τὰ ἔγραψε μὲ διαλογικὸ τρόπο, δηλαδὴ μὲ ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γορδιανὸς καὶ ἡ μητέρα του Συλβία. Τόσο οἱ γονεῖς του ὅσο καὶ οἱ δύο ἀδελφὲς τοῦ πατέρα του, ἡ Ταρσίλα καὶ ἡ Αἰμιλιανή, διακρίνονταν γιὰ τὴν εὐσέβειά τους καὶ ἐπέδρασαν εὐεργετικὰ στὴν διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας τοῦ Γρηγορίου. Ὡς γόνος πλούσιας οἰκογένειας ὁ Γρηγόριος ἔλαβε καλὴ μόρφωση, ἰδιαίτερα στὴ νομική. Βέβαια ἔζησε σὲ μία ἐποχὴ ὄπου ἡ καλλιέργεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων στὴ Ρώμη εἶχε σβήσει. Ὁ Γρηγόριος μᾶλλον ἦταν κάτοχος μόνο τῆς λατινικῆς γλώσσας, γεγονὸς ποὺ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ μελετήσει τὴν πλούσια θεολογικὴ γραμματεία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων.
Περὶ τὸ ἔτος 570 μ.Χ. διορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ Β’ (565 – 576 μ.Χ.) στὸ ἀξίωμα τοῦ πραίτορος τῆς πόλεως τῆς Ρώμης. Δὲν παρέμεινε ὅμως γιὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα στὴν θέση αὐτή. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του διέθεσε τὸ μέγιστο μέρος τῆς περιουσίας ποὺ κληρονόμησε σὲ φιλανθρωπικὰ ἔργα καὶ στὴν ἵδρυση μονῶν. Ἵδρυσε ἕξι μοναστήρια στὴ Σικελία καὶ περὶ τὸ ἔτος 575 μ.Χ. μετέτρεψε τὴν οἰκία του στὴν Ρώμη σὲ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Ὁ ἴδιος ἔγινε μοναχὸς αὐτῆς τῆς μονῆς καὶ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡγούμενός της. Στὸ μοναστήρι ζοῦσε μία πολὺ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἀφιερώθηκε στὴν προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων.
Δὲν ἔμελλε ὅμως νὰ παραμείνει γιὰ πολὺ καιρὸ στὴ μονή του, γιατί χειροτονήθηκε διάκονος καὶ τὸ ἔτος 579 μ.Χ. ἐστάλη στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς ἀποκρισιάριος, δηλαδὴ ἀντιπρόσωπος, τοῦ Πάπα Ρώμης. Στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς ποὺ τὸν συνόδευσαν ἀπὸ τὴν Ρώμη, ζοῦσε μοναστικὴ ζωή. Εἶχε ὅμως τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσει ἀπὸ κοντὰ τὰ πολιτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ προβλήματα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ νὰ συνάψει γνωριμίες μὲ σημαίνοντα πρόσωπα τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, μὲ τὰ ὁποία διατήρησε ἀλληλογραφία μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀνάμεσα στὰ πρόσωπα αὐτὰ ἦταν ἡ Θεοκτίστη, ἀδελφὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μαυρικίου (582 – 602 μ.Χ.), ὁ πατρίκιος Ναρσής, ὁ ἰατρὸς τοῦ αὐτοκράτορα Θεόδωρος κ.ἄ. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπίσης, γνώρισε τὸν Ἐπίσκοπο Σεβίλλης Λέανδρο, ὁ ὁποῖος ταξίδευε κατὰ τὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα στὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ μὲ τὸν ὁποῖο διατήρησε ἀδελφικὴ φιλία καὶ ἀλληλογραφία στὰ κατοπινὰ χρόνια.
Περὶ τὸ ἔτος 586 μ.Χ. ὁ Γρηγόριος μετακαλεῖται στὴν Ρώμη. Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι μὲ τὴν ἐπανάκαμψή του στὴν Ρώμη ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι του καὶ τότε ἦταν ποὺ ἔγινε ἡγούμενός του. Μία ἄλλη ἄποψη ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Γρηγόριος μετὰ τὴν ἐπάνοδό του στὴν Ρώμη δὲν ἐπέστρεψε στὴ μονή, ἀλλὰ ὑπηρέτησε ὡς διάκονος τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας καὶ σύμβουλος τοῦ Πάπα Πελαγίου Β’. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη αὐτή, ὁ Γρηγόριος ἔγινε ἡγούμενος πρὶν τὴν χειροτονία του σὲ διάκονο καὶ τὴ ἀποστολή του στὴν Κωνσταντινούπολη.
Τὸ ἔτος 590 μ.Χ. ὁ Πάπας Πελάγιος Β’ ἀσθένησε ἀπὸ ἐπιδημικὴ ἀσθένεια καὶ πέθανε. Παρὰ τὸ ὅτι τόσο ὁ κλῆρος ὅσο καὶ ὁ λαὸς τῆς Ρώμης ζητοῦσαν τὸν Γρηγόριο γιὰ Ἐπίσκοπό τους μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Πελαγίου Β’, ἡ ἀπροθυμία τοῦ ἰδίου νὰ ἀνέλθει στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο ἦταν ἔκδηλη. Ἡ στάση του αὐτὴ προερχόταν ἀπὸ τὴν συναίσθηση τοῦ βάρους τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καὶ ἀπὸ τὴν ταπεινὴ πεποίθηση ὅτι οἱ δικές του δυνάμεις δὲν ἦταν ἐπαρκεῖς γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο ἔργο. Ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος Ραβέννας Ἰωάννης μὲ ἐπιστολή του τὸν ἔψεξε γιὰ τὴν διστακτικότητά του αὐτή, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀποφάσισε νὰ τοῦ ἀπαντήσει μὲ τὴν συγγραφὴ μιᾶς ὁλόκληρης πραγματείας γιὰ τὸ βαρυσήμαντο ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου καὶ γιὰ τὰ προσόντα ποὺ αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει. Ἐπρόκειτο δηλαδὴ γιὰ μία ἀπολογία τοῦ Γρηγορίου σχετικὰ μὲ τοὺς ἐνδοιασμούς του νὰ ἀναλάβει τὸ βάρος τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος.
Ὁ Γρηγόριος, παρὰ τοὺς ἔντονους προσωπικούς του ἐνδοιασμούς, ἀνῆλθε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ρώμης ὡς Πάπας Γρηγόριος Α’. Ἡ κατάσταση ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἦταν πολὺ δυσχερής. Ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἐπιδημία λυμαινόταν τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀφ’ ἑτέρου μία φοβερὴ πλημμύρα τοῦ ποταμοῦ Τίβερη εἶχε καταστρέψει σημαντικὸ ἀριθμὸ περιουσιῶν καὶ σιτηρῶν. Σημαντικότερο ἀκόμη πρόβλημα ἦταν ἡ παρουσία τῶν Λομβαρδῶν ὡς εἰσβολέων στὴν Ἰταλία, οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Βόρειας Ἰταλίας καὶ μεγάλο μέρος τῆς Νότιας Ἰταλίας. Οἱ Λομβαρδοὶ ἦταν αἰτία συνεχοῦς ἀναστατώσεως στὴν Ἰταλία καὶ ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἐδάφη της (Ρώμη, Ραβέννα, Νεάπολη, Βενετία, Σικελία, Σαρδηνία, Κορσική), τὰ ὁποία ἀνῆκαν στὴ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία καὶ ἐποπτεύονταν ἀπὸ τὸν ἔξαρχο τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἕδρα του στὴ Ραβέννα.
Μὲ τὴν ἀνάληψη τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ὁ Γρηγόριος ἀναλώθηκε στὴν ὑπηρεσία τοῦ ποιμνίου του καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της. Φρόντισε μὲ θαυμαστὴ ἐπιμέλεια τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο στὴ Ρώμη καὶ μερίμνησε μὲ ἐπιτυχία γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ἀγγλοσαξόνων, ἀποστέλλοντας στὴ Βρετανία ἀπὸ τὴν μονὴ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁμάδα σαράντα μοναχῶν, ὡς ἱεραποστόλων, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Αὐγουστίνο τῆς Καντουαρίας. Ἐπίσης ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἀξιοποίηση, τὴν ὀργάνωση τῆς καλλιέργειας καὶ τὴν ὀρθὴ διάθεση τῶν προσόδων τῶν γαιῶν τοῦ παπικοῦ θρόνου. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἐπέμενε νὰ δίνει ὁδηγίες στοὺς κατὰ τόπους ὑπευθύνους τῶν παπικῶν κτημάτων νὰ μεριμνοῦν γιὰ τὴν ἀποφυγὴ κάθε ἀδικίας καὶ παράνομου πλουτισμοῦ στὸ διαχειριστικό τους ἔργο.
Ὁ Ἅγιος προσκαλοῦσε κατὰ διαστήματα τοὺς πιὸ πτωχοὺς τῆς πόλεως καὶ ἔτρωγε μαζί τους. Κάποτε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἔλθουν στὴν Ἐπισκοπὴ δώδεκα πτωχοί, γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει φαγητό. Τὴν ὥρα ποὺ ἔτρωγαν, ὁ Ἅγιος ἔβλεπε δεκατρεῖς προσκεκλημένους καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν διαφορετικὸς στὴν ὄψη. Εἶχε πρόσωπο φωτεινὸ καὶ πότε ἔμοιαζε μὲ γέροντα στὴν ἡλικία, πότε μὲ νέο. Ὅταν οἱ ἄλλοι ἔφυγαν, τὸν ρώτησε ποιὸς εἶναι καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Εἶμαι Ἄγγελος Κυρίου. Σὲ ἔχω ἐπισκεφθεῖ καὶ ἄλλη φορά, ὅταν ἤσουν μοναχὸς καὶ μοῦ ἔδωσες ἐλεημοσύνη. Ὁ Θεὸς θέλησε νὰ δοκιμάσει τὴν προαίρεσή σου καὶ μὲ τὸ παράδειγμά σου νὰ διδάξει καὶ ἄλλους. Μάλιστα, ἀπὸ τότε ἔλαβα ἐντολὴ νὰ εἶμαι πάντα μαζί σου, γιὰ νὰ σὲ προστατεύω. Ὅτι θελήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ τὸ πεῖς καὶ θὰ τὸ μεταφέρω».
Ἐπειδὴ ἡ Ρώμη ἦταν ὁ μόνος Πατριαρχικὸς θρόνος σὲ ὅλη τὴ Δύση, ὁ Γρηγόριος προσπαθοῦσε νὰ ἐπιλύσει κατὰ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο τὸ πολλαπλὰ προβλήματα ποὺ παρουσίαζαν οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλατίας, τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Βρετανίας. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει, ἦταν τὸ σχίσμα τῶν Ἐπισκόπων τῆς Λιγουρίας, τῆς Ἰστρίας καὶ τῆς Βενετίας, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονταν τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 553 μ.Χ. Ἡ αἰτία τοῦ προβλήματος ἦταν ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτὴ εἶχε καταδικάσει ὡς νεστοριανικὰ τὰ γνωστὰ ὡς «Τρία Κεφάλαια», δηλαδὴ τὸ πρόσωπο καὶ τὰ ἔργα τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τὰ ἔργα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου κατὰ τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρὸς Μάριν τὸν Πέρση. Οἱ διαφωνοῦντες δυτικοὶ Ἐπίσκοποι θεωροῦσαν ὅτι ἡ καταδίκη αὐτὴ προωθοῦσε ἕνα συμβιβασμὸ μὲ τοὺς Μονοφυσίτες, ἀναιρώντας ἔτσι τὴν πίστη τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε στὴν Χαλκηδόνα, τὸ ἔτος 451 μ.Χ. Ἐπειδὴ ἡ Ρώμη, παρὰ τὶς ἀρχικὲς ἀντιδράσεις της, εἶχε ἀποδεχθεῖ τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ τὴν καταδίκη τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων», οἱ διαφωνοῦντες δυτικοὶ Ἐπίσκοποι εἶχαν διακόψει τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τους μὲ τὴν Ρώμη. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος προσπάθησε ἐπανειλημμένως νὰ πείσει τοὺς διαφωνοῦντες Ἐπισκόπους ὅτι ἡ Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνας. Πραγματικὰ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει τὴ γνώμη μερικῶν ἀπὸ αὐτούς, ἀλλὰ ἡ ἄρση τοῦ σχίσματος ἔγινε μετὰ τὴν κοίμησή του.
Στὸ μεγάλο πρόβλημα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν προκλήσεων τῶν Λομβαρδῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν Ρώμη, ὁ Γρηγόριος, παρὰ τῆς ἐπανειλημμένες ἐκκλήσεις του, δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ λάβει βοήθεια γιὰ ἀναχαίτιση τοῦ ἐχθροῦ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο καὶ ἀπὸ τὸν Βυζαντινὸ ἔξαρχο τῆς Ραβέννας Πατρίκιο. Βέβαια ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος βρισκόταν σὲ δεινὴ θέση, γιατί ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Λομβαρδοὺς εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει σὲ διαφορετικὰ μέτωπα τοὺς Πέρσες, τοὺς Σλάβους, τοὺς Ἀβάρους καὶ τοὺς Μαυρούσιους. Ἔτσι ὁ Γρηγόριος ἀναγκάστηκε νὰ ἀναλάβει ὁ ἴδιος πολιτικὴ πρωτοβουλία καὶ νὰ συνάψει συνθήκη μὲ τοὺς Λομβαρδούς, πληρώνοντάς τους ἕνα μεγάλο ποσὸ χρημάτων καὶ δίνοντας σὲ αὐτοὺς ἐτήσιο φόρο πολυτελείας.
Εἶναι πράγματι λυπηρὸ τὸ ὅτι ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἀδυνατοῦσε νὰ προασπίσει ἀποτελεσματικὰ τὶς δυτικὲς κτήσεις της στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια. Αὐτὸ εἶχε ὀδυνηρὲς συνέπειες τόσο γιὰ τὴν Πολιτεία ὅσο καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ Λατῖνοι βυζαντινοὶ ὑπήκοοι σταδιακὰ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἀδυνατοῦσε νὰ τοὺς βοηθήσει, οἱ δυτικὲς κτήσεις τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν βαρβαρικῶν φύλων, ἐνῷ ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀνέλαβε πολιτικὲς ἐξουσίες, συνεργάστηκε μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν βαρβαρικῶν φύλων καὶ σταδιακὰ ἔγινε ὁ ἴδιος κοσμικὸς ἄρχοντας.
Βέβαια ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν φέρει καμία εὐθύνη γιὰ τὴν μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐξέλιξη τοῦ παπικοῦ θρόνου σὲ κοσμικὴ ἐξουσία, οὔτε γιὰ τὴν συνεργασία μεταγενέστερων παπῶν μὲ τοῦ Φράγκους. Ὁ ἴδιος ἔκανε αὐτὸ ποὺ θεωροῦσε καθῆκον καὶ ὑποχρέωσή του γιὰ τὴν προάσπιση τοῦ ποιμνίου καὶ τῆς πατρίδος του στοὺς χαλεποὺς ἐκείνους καιρούς. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μπορεῖ σὲ ὁρισμένα θέματα νὰ διαφωνοῦσε μὲ τὸν Βυζαντινὸ αὐτοκράτορα, ἀλλὰ αὐτὸ συνέβαινε συχνότατα καὶ μὲ τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς. Ὅπως ὅμως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὰ γραπτὰ κείμενά του, θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του πιστὸ ὑπήκοο τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Οὐδέποτε ἀμφισβήτησε τὴν ἐξουσία τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα καὶ συμβούλευε τοὺς πιστοὺς νὰ ἀναπέμπουν προσευχὲς γι’ αὐτόν.
Ὡς συγγραφέας ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διακρίθηκε κυρίως στὴ συγγραφὴ ἐξηγητικῶν καὶ ἠθικοπρακτικῶν ἔργων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ποιμαντικὸ Κανόνα, συνέγραψε Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἰὼβ ἢ Ἠθικά, σαράντα Ὁμιλίεςσὲ εὐαγγελικὲς περικοπὲς καὶ εἴκοσι δύο Ὁμιλίες στὸν Προφήτη Ἰεζεκιήλ, ὅπως ἐπίσης τὸ ἔργο Βιβλία δ’ διαλόγων περὶ τοῦ βίου καὶ τῶν θαυμάτων Ἰταλιωτῶν πατέρων καὶ περὶ αἰωνιότητος τῶν ψυχῶν.
Στὸν Ποιμαντικὸ Κανόνα ἐκτίθενται ὑπὸ μορφὴ διαλόγου μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καὶ τοῦ διακόνου Πέτρου βίοι Ἁγίων, θαύματα, ἐμφανίσεις κεκοιμημένων, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ ἄλλα. Ἀσχολήθηκε, ἐπίσης, μὲ τὴ συγγραφὴ λειτουργικῶν ὕμνων καὶ εὐχῶν. Σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται ἕνα εἴδος λειτουργικοῦ ἐγχειριδίου καὶ ἕνα βιβλίο μὲ ὕμνους τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀκόμη μία παράδοση ἀποδίδει στὸν Γρηγόριο τὴ συγγραφὴ τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων. Σώζεται, ἐπίσης, μεγάλος ἀριθμὸς Ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, στὶς ὁποῖες παρουσιάζεται τόσο ἡ εὐλάβεια καὶ τὸ ἦθος τοῦ ἀνδρὸς ὅσο καὶ ἡ ἀκαταπόνητη ἐπισκοπικὴ δραστηριότητά του.
Στὸ ὅλο γραπτὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου δύο εἶναι τὰ σημεῖα ποὺ παρουσιάζουν σημαντικὲς θεολογικὲς ἀδυναμίες. Κατ’ ἀρχὴν στὸ ἔργοΔιάλογοι ἀναπτύσει τὴν περὶ καθαρτηρίου πυρὸς δοξασία. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν μετὰ θάνατον οἱ ψυχὲς ποὺ βαρύνονται μὲ συγγνωστὰ ἁμαρτήματα ἢ μὲ ἐπιτίμια ποὺ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἐκτελέσουν ὅσο βρίσκονταν ἐν σώματι, ὑφίστανται μιὰ δοκιμασία πρόσκαιρων ποινῶν ὑπὸ τύπον ἠθικῆς καθάρσεως καὶ συγχωρήσεως. Ἡ δοξασία αὐτὴ ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Βέβαια ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ’ ὄψη μας τὰ ἑξῆς:
α) Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παρουσιάζει τὶς ἀντιλήψεις αὐτὲς ὄχι μέσα στὰ πλαίσια μιᾶς θεολογικῆς πραγματείας, ἀλλὰ μέσα σὲ ἕνα πολὺ ἐκλαϊκευμένο βιβλίο ἐντυπωσιακῶν διηγήσεων, θαυμάτων καὶ ὁραμάτων. Σὲ τέτοιου εἴδους κείμενα δὲν μποροῦμε νὰ ἀναζητοῦμε αὐστηρὴ θεολογικὴ ἀκρίβεια.
β) Ἡ δοξασία γιὰ τὸ καθαρτήριο πῦρ ἔχει ἐρείσματα στὴ λατινικὴ χριστιανικὴ γραμματεία ποὺ προηγήθηκε τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Σχετικὲς ἀναφορὲς ὑπάρχουν στὶς Πράξεις τῶν Ἁγίων Περπέτουας καὶ Φιλικητάτης, στὸν Τερτυλλιανό, στὸν Ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης καὶ στὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο. Μπορεῖ βέβαια οἱ ἀναφορὲς αὐτὲς νὰ μὴν εἶναι διεξοδικές, εἶναι ὅμως πολὺ πιθανὸ ὅτι πάνω σὲ αὐτὲς ἐστηρίχθηκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος.
Ἕνα δεύτερο προβληματικὸ σημεῖο στὸ γραπτὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι ἡ ἐκ μέρους του ὑποστήριξη τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης δικαιοῦται στὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία ὄχι ἁπλῶς πρωτεῖο τιμῆς ἀλλὰ πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀφοῦ κατέχει τὸ θρόνο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος – κατὰ τὴν ἄποψη αὐτὴ – ἦταν κορυφὴ τῶν Ἀποστόλων καὶ στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὴ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας Του. Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτὴ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ στὰ πρόσωπα τῶν διαδόχων του, δηλαδὴ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ρώμης, καὶ νὰ ἀσκεῖ τὴ δικαιοδοσία του σὲ ὅλη τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη Ἐκκλησία. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ ἀπόδοση στὸν Ἀπόστολο Πέτρο ἑνὸς ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ ἀνυπόστατου ρόλου, ἀλλὰ καὶ γιὰ μιὰ ἐκκλησιολογικὰ ἀδικαιολόγητη παραδοχὴ τοῦ Πάπα Ρώμης ὡς ἐνσαρκωτὴ καὶ συνεχιστὴ τοῦ ρόλου αὐτοῦ διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
Ἡ ἄποψη περὶ τοῦ πρωτείου ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης δὲν ἀποτελεῖ ἐπινόηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Τὴν ἐκληρονόμησε ἀπὸ προγενέστερούς του καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τοὺς Πάπες Γελάσιο Α’ (492 – 496), Λέοντα Α’ (440 – 461) καὶ Ὁρμίσδα (514 – 523). Αἰῶνες μετὰ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ἡ θεωρία αὐτὴ ἐξελίχθηκε σὲ μείζονα θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παρέκκλιση.
Πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν παπικὸ θρόνο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀπέστειλε πρὸς τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς τὴν καθιερωμένη ὁμολογία πίστεως, ἀναγράφοντας τὴ σειρὰ τῶν Πατριαρχείων, ὅπως αὐτὴ καθορίσθηκε μὲ βάση τὰ πρεσβεῖα τιμῆς. Δηλαδή, ἔθεσε πρῶτα τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ κατόπιν τοὺς θρόνους Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων. Αὐτὸ δηλώνει ὅτι δεχόταν τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ποὺ ἀποδόθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἄνθρωπος ταπεινοῦ φρονήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποδεχόταν χωρὶς κριτικὴ ἐξέταση τὴ θεωρία περὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ὁ ἴδιος ἀρνιόταν κατηγορηματικὰ  γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν τίτλο τοῦ «οἰκουμενικοῦ πάπα», τὸν ὁποῖο τοῦ πρότεινε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Εὐλόγιος (579/580 – 607 μ.Χ.) καὶ μὲ εἰλικρίνεια προτιμοῦσε τὸν τίτλο «δοῦλος τοῦ Θεοῦ». Τόνιζε μάλιστα ἐμφαντικὰ – καὶ ἐν πολλοῖς τὸ ἀποδείκνυε στὴν πράξη – ὅτι σεβόταν τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων.Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κοιμήθηκε ἀπὸ ἀρθριτικὴ νόσο, τὸ ἔτος 604 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.Στόμα γρήγορον καταπλουτήσας, νομεὺς ἄριστος τοῦ θείου λόγου, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε· τῶν ἀρετῶν γὰρ ἐκφάντωρ γενόμενος, δικαιοσύνης ἐκφαίνεις τὴν ἔλλαμψιν· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς Ἐκκλησίας τὴν κιθάραν τὴν θεόπνευστον
Καὶ τῆς σοφίας γλῶσσαν ὄντως τὴν θεόληπτον
Τὸν Διάλογον ὑμνήσωμεν ἐπαξίως·
Ἀποστόλων γὰρ τὸν ζῆλον μιμησάμενος
Ἠκολούθησε σαφῶς αὐτῶν τοῖς ἴχνεσι·Τούτῳ λέγοντες, χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Μεγαλυνάριον.Νᾶμα θεηγόρε ζωοποιόν, ἐκ πηγῶν ἀΰλων, ἀρυσάμενος μυστικῶς, βλύζεις ἐκ χειλέων, ὡς ὕδωρ ἀφθαρσίας, τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν, Πάτερ Γρηγόριε.

Συναξαριστής της 12ης Μαρτίου


Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητὴς τῆς Συγριανῆς

 


Ὁ γνωστὸς χρονογράφος καὶ εὐθαρσὴς Ὁμολογητής, γεννήθηκε τὸ 760 μ.Χ. Τὸν πατέρα του ἔλεγαν Ἰσαὰκ καὶ τὴν μητέρα του Θεοδότη. Σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα, ἀλλὰ ἡ μητέρα του κατόρθωσε νὰ τὸν μορφώσει καλὰ καὶ νὰ τὸν παντρέψει σὲ νεαρὴ ἡλικία, μὲ ἐνάρετη καὶ πλούσια κόρη, τὴν Μεγαλῶ, τὴν ἔπειτα μοναχὴ καὶ μετονομασθεῖσα Εἰρήνη.

Ὁ Θεοφάνης ὅμως, εἶχε μοναχικὴ κλίση καὶ ἔτσι ὁ γάμος διαλύθηκε. Καὶ ἡ μὲν σύζυγός του μὲ τὴν θέλησή της κλείστηκε στὴ γυναικεία μονὴ τῆς νήσου τοῦ Πρίγκηπος, καὶ αὐτὸς σ᾿ ἕνα μοναστήρι κοντὰ στὸ βουνὸ τῆς Συγριανῆς, τὸ Πολίχνιο.

Ἀπὸ τὴν μονὴ αὐτή, προσεκλήθη μαζὶ μὲ ἄλλους ἡγουμένους στὴ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια, ὅπου καὶ διέπρεψε. Ὅταν ἐπέστρεψε, ἐγκατέστησε ἡγούμενο τὸ μοναχὸ Στρατήγιο καὶ ἀποχώρησε στὴν ἀπέναντι νῆσο Κολώνυμο.

Ἐκεῖ ἵδρυσε νέα μεγάλη μονὴ καὶ ἐπὶ ἕξι χρόνια καλλιγραφοῦσε καὶ συνέγραψε. Ἡ ὑγεία του ὅμως, προσβλήθηκε ἀπὸ ὀξεῖα λιθίαση. Καὶ ἐπειδὴ δὲ συμμερίστηκε τὶς αἱρετικὲς ἰδέες τῶν εἰκονομάχων Λέοντα τοῦ Ἀρμενίου καὶ Ἰωάννου τοῦ πατριάρχου, ἐξορίσθηκε στὴ Σαμοθράκη ὅπου μετὰ 23 ἡμέρες πέθανε (815 ἢ κατ᾿ ἄλλους τὸ 818). Ἀργότερα οἱ μαθητές του, μετακόμισαν τὰ λείψανά του στὴ μονή του (822).

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καί σεμνότητος, τῆς Οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Θεοφάνη σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Θεῶ τῷ ἐν σώματι, ἐπιφανέντι ἠμίν, ὁσίως ἐλάτρευσας δι' ἐνάρετου ζωῆς, Θεόφανες Ὅσιε, πᾶσαν γὰρ τὴν προσοῦσαν, ὕπαρξιν ἀπορρίψας, ἄθλους ὁμολογίας, τὴ ἀσκήσει συνάπτεις, ἐντεῦθεν δι' ἀμφοτέρων, φαίνεις τοὶς πέρασι.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ἐξ ὕψους λαβών, τὴν θείαν ἀποκάλυψιν, ἐξῆλθες σπουδῇ, ἐκ μέσου τῶν θορύβων, καὶ μονάσας Ὅσιε, τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν ἐνέργειαν, καὶ προφητείας χάρισμα, συμβίου καὶ πλούτου στερούμενος.

Ὁ Οἶκος Ἐπὶ τῆς γῆς μηδὲν προτιμήσας, ἠκολούθησας χαίρων τῷ καλοῦντί σε Χριστῷ, καὶ τὸν ζυγὸν αὐτοῦ ἔλαβες ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν σῶν προθύμως, καὶ ἀνάπαυσιν εὗρες τῇ ψυχῇ σου, ἣν περ κἀμοὶ τῷ πτωχῷ καὶ ῥαθύμῳ κατάπεμψον τῷ λέγοντι, καὶ μηδόλως ἐκτελοῦντι, ἀλλ' ἔτι σχολάζοντι, ἐν τοῖς τοῦ βίου πράγμασι, καὶ θαυμάζοντι, πῶς πάντα ἔφυγες, συμβίου καὶ πλούτου στερούμενος.

Κάθισμα 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλον ἔνθεον προσκεκτημένος, δόγμα ἄθεον ἀπεβδελύξω, καὶ κινδύνοις πολυτρόποις ὡμίλησας, ὑπερορίαις ἀδίκως στελλόμενος, καὶ εὐσεβῶς παμμάκαρ τελειούμενος, Πάτερ Θεόφανες, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

 
Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Α´ ὁ Διάλογος Πάπας Ῥώμης

 


Ὁ Γρηγόριος γεννήθηκε στὴ Ῥώμη τὸ 540, ἀπὸ πλούσια καὶ χριστιανικὴ οἰκογένεια. Σπούδασε νομικὰ καὶ φιλοσοφία. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, κληρονόμησε μεγάλη περιουσία.

Αὐτὸς ὅμως ἄφησε τὰ τοῦ κόσμου, ἔκτισε ἕξι μοναστήρια στὴ Σικελία καὶ ἕνα στὴ Ῥώμη, ὅπου μόνασε καὶ ὁ ἴδιος. Τὸ 590 διαδέχεται τὸν Πάπα Πελάγιο τὸν Β´. Ὅταν ἀνέλαβε Πάπας ὁ Γρηγόριος, ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ κατάσταση τῆς ἐποχῆς εἶχε μεγάλες ἀθλιότητες.

Καὶ γράφει χαρακτηριστικὰ σὲ μία ἐπιστολή του: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὡσὰν ἕνα καράβι παλαιόν, ποὺ κυματίζεται σφοδρότατα καὶ κάμνει νερὰ σὲ ὅλα του τὰ μέρη, μὲ τὰ ξύλα του σαρακοφαγωμένα, καθημερινῶς πληττόμενον ἀπὸ τὴν τρικυμίαν καὶ κινδυνεῦον νὰ χαθεῖ».

Ἐπιπλέον, ὁ Γρηγόριος ἦταν καὶ πολὺ ἀσθενικὸς στὸ σῶμα. Τί νὰ κάνει; Ἀμέσως τότε, πέρασαν ἀπὸ τὸ μυαλό του τὰ λόγια του Κυρίου μας: «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Δηλαδή, σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρη ποὺ σοῦ δίνω. Διότι ἡ δύναμή μου ἀναδεικνύεται τέλεια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενής, καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα καὶ θαυμαστά.

Πράγματι, μέσα στὰ 14 χρόνια ποὺ ἡ Ἐκκλησία ποιμάνθηκε ἀπὸ τὸ Γρηγόριο, κατάφερε νὰ ὀρθοποδήσει, καὶ καλλιεργήθηκε σωστὰ ἡ ὅλη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Πέθανε εἰρηνικὰ στὶς 12 Μαρτίου τοῦ ἔτους 604.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Στόμα γρήγορον καταπλουτήσας, νομεὺς ἄριστος τοῦ θείου λόγου, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε, τῶν ἀρετῶν γὰρ ἐκφάντωρ γενόμενος, δικαιοσύνης ἐκφαίνεις τὴν ἔλλαμψιν Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμιν τὸ μέγα ἔλεος.

 
Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ πυρός. (Ἴσως εἶναι οἱ ἴδιοι μ᾿ αὐτοὺς ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο ἐπίσκοπο Αὐδᾶ στὴν Περσία, ποὺ ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται τὴν 31η Μαρτίου).

 
Ὁ Δίκαιος Φινεές

Ὁ δίκαιος Φινεὲς ἦταν ἱερέας τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἀαρών, περὶ τοῦ ὁποίου διαβάζουμε στὴν Π. Διαθήκη: «Ὁ Κύριος ὡμίλησε πρὸς τὸν Μωϋσὴν καὶ εἶπεν: ὁ Φινεές, ὁ υἱὸς τοῦ Ἐλεάζαρ υἱοῦ τοῦ Ἀαρών, ἔπαυσε τὸν θυμόν του κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, διότι οὗτος μὲ ἱερὰν ἀγανάκτησιν, διὰ τὴν ἁμαρτίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν, φονεύσας τοὺς ἐνόχους πρωταιτίους καὶ οὕτω δὲ κατέστρεψα ἐν τῇ ἱερᾷ μου ἀγανακτήσει ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας. Ἕνεκεν τῆς τοιαύτης διαγωγῆς του δηλῶ: Νά! Συνάπτω μετ’ αὐτοῦ ἐγὼ ὁ Θεὸς συμβόλαιον ἰδιαιτέρων εἰρηνικῶν σχέσεων. Ὑπόσχομαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἱεροσύνην παντοτεινήν, ἐπειδὴ ἔδειξε ζῆλον ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξιλέωσε τὸν θυμόν μου κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν».

Ὁ Φινεὲς διαδέχθηκε στὴν ἀρχιερωσύνη τὸν δίκαιο Ἐλεάζαρ. Ὡς πρὸς τοὺς ἀπογόνους του, ἐκτὸς μιᾶς διακοπῆς ἀπὸ τοῦ Ἠλὶ μέχρι τοῦ Δαβίδ, οἱ ἀπόγονοί του ἔγιναν οἱ κληρονομικοὶ διάδοχοι τῆς ἀρχιερωσύνης μέχρι τῆς καταστροφῆς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους.

Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται καὶ στὶς 2 Σεπτεμβρίου μετὰ τοῦ δικαίου Ἐλεάζαρ.

 
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

 


Ἦταν ἀπὸ τὴν Παφλαγονία καὶ ἔζησε τὸν 10ο αἰῶνα. Οἱ γονεῖς του Βασίλειος καὶ Θεοφανῶ, φρόντισαν γιὰ τὴν καλή του ἐκπαίδευση, τὶς δὲ σπουδές του συμπλήρωσε στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν κηδεμονία ἰσχυροῦ θείου του στὴν Αὐλή.

Μὲ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ θείου του, μπῆκε καὶ αὐτὸς στὴν Αὐλή. Ὅταν ὅμως πέθανε ὁ θεῖος του, ἄφησε τὴν Αὐλὴ τοῦ Παλατιοῦ καὶ ζήτησε νὰ εἰσαχθεῖ στὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Στουδίου. Δὲν τὸν δέχτηκαν λόγω τοῦ νεαροῦ της ἡλικίας του. Ἀργότερα ὅμως τὸν δέχτηκαν.

Ἐκεῖ μαθήτευσε κοντὰ στὸν ὁμώνυμο προίσταμενό του Συμεών, μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ ὁποίου εὐδοκιμοῦσε στὶς θεολογικὲς μελέτες καὶ στὴν πνευματικὴ ζωή. Συναντᾶμε κατόπιν τὸν Συμεὼν στὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου Μάμαντα, ὅπου πῆρε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ στὴ συνέχεια ἔγινε ἡγούμενός της. Ἐπειδὴ ὅμως θέλησε νὰ ἐπιβάλει τοὺς μοναστικοὺς κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, συνάντησε ζωηρὴ ἀντίδραση καὶ παραιτήθηκε.

Ἀσχολήθηκε ἀποκλειστικὰ μὲ θεολογικὲς μελέτες καὶ συγγραφές. Κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Νικομήδειας Στέφανο ὅτι, γιόρταζε ἀπὸ μόνος του σὰν ἐπίσημο Ἅγιο τὸν γέροντά του Συμεὼν καὶ ἡ περιπέτεια αὐτὴ τοῦ κόστισε ἕξι χρόνια ταλαιπωρίες.

Τελικά, διατάχθηκε νὰ πάει σ᾿ ἕνα μοναχικὸ παρεκκλῆσι τῆς ἁγίας Μαρίνας, στὴν Ἀσιατικὴ ὄχθη τῆς Προποντίδας, ὅπου καὶ πέθανε σὲ γεροντικὴ ἡλικία (κατὰ τὸ 1020).

Ἀπὸ τὶς συγγραφές του σῴζονται 92 λόγοι, 282 πρακτικὰ καὶ θεολογικὰ κεφάλαια, καθὼς καὶ θρησκευτικὰ ποιήματα. Γιὰ τὴν θεολογική του δεινότητα ὀνομάστηκε Νέος Θεολόγος.

 
Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Λαυρέντιος κατατάσσεται μεταξὺ τῶν τριακοσίων Μαρτύρων καὶ Ὁσίων τῆς Κύπρου, οἱ ὁποῖοι ἐπονομάζονται Ἀλαμανοί. Ὅμως δὲν πρόκειται οὔτε γιὰ Ἀλαμανούς, οὔτε γιὰ Φράγκους, ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι ἦταν μοναχοί, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴ Συρία καὶ ἦλθαν στὴν Κύπρο λόγω τῶν διώξεων ἐκ μέρους τῶν Ἀράβων, κατὰ τὰ Βυζαντινὰ χρόνια καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Σταυροφοριῶν. Πιθανότατα δὲν ἦλθαν ὅλοι μαζί, ἀλλὰ λίγοι – λίγοι, σὲ διαφορετικοὺς χρόνους. Τὴ μὴ δυτικὴ καταγωγὴ τους μαρτυροῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ ὀνόματά τους.
 

 
Ὅσιος Συμεὼν ὁ Εὐλαβὴς

Μνημονεύεται στὸ Βυζαντινὸ Ἑορτολόγιο τοῦ Γεδεῶν σέλ. 220. Ἔζησε στὰ μέσα τοῦ 10ου αἰώνα μ.Χ. καὶ ἔγινε δάσκαλος τοῦ Συμεὼν τοῦ νέου Θεολόγου (βλέπε παραπάνω) ὁ ὅποιος καὶ συνέθεσε Ἀκολουθία σ' αὐτόν, ποὺ δὲν σώζεται.

 
Ὁ Ἅγιος Δημήτριος βασιλεὺς τῆς Γεωργίας 
 


Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Β’, ὁ Θυσιαζόμενος, ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως τῆς Γεωργίας Δαβὶδ († 1269) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ δυναστεία τῶν Βαγρατιδῶν. Μαρτύρησε τὸ ἔτος 1289 ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐπὶ σουλτάνου Ἀργκοῦν.

 
Ὁ Προφήτης Ἀαρῶν

 


Ὁ Προφήτης Ἀαρῶν εἶναι ὁ πρῶτος ἀρχιερέας τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Λευί, πρεσβύτερος ἀδελφός του Προφήτου Μωυσῆ, στὸν ὁποῖο προσέφερε πολύτιμη συνδρομὴ κατὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴ δουλεία στὴν Αἴγυπτο. Εὔγλωττος καὶ θαρραλέος, ὑποδείχθηκε ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὡς συνεπίκουρος στὸν Προφήτη Μωυσῆ, ὅταν αὐτὸς δίσταζε νὰ ἀναλάβει τὸ μέγα ἔργο, νὰ ἐξαγάγει τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ ἀπὸ τὴ δουλεία, προφασιζόμενος μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴ βραδυγλωσσία του. Πράγματι, ὁ Ἀαρῶν, ὅταν πληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὴ θεία ἐντολή, συγκέντρωσε τοὺς πρεσβυτέρους τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ διαβίβασε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους λάλησε ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωυσῆ. Ἀφοῦ ὁ λαὸς πίστεψε στοὺς λόγους του, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἀαρῶν μετέβησαν στὸν Φαραὼ καὶ διαβίβασαν τὴν διαταγὴ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποστείλει τὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ νὰ ἑορτάσει στὴν ἔρημο. Ἐνώπιον μάλιστα τοῦ βασιλέως ὁ Ἀαρῶν μετέβαλε τὴν ράβδο του σὲ φίδι καὶ κατόπιν τὴν ἐπανέφερε στὴν πρώτη κατάσταση.

Ὁ Φαραὼ ὅμως, ὄχι μόνο δὲν ὑπάκουσε, ἀλλὰ κατέστησε ἀκόμη πιὸ βαριὰ τὴν δουλεία. Ἡ καρδιὰ τοῦ σκλήρυνε. Οἱ Ἑβραῖοι ἄρχισαν τότε νὰ γογγύζουν καὶ νὰ διαμαρτύρονται κατὰ τῶν δύο ἀνδρῶν. Πάλι ὅμως ὁ Ἀαρῶν ἐμφανίσθηκε ἐνώπιόν του Φαραὼ ὡς πληρεξούσιος του Μωυσῆ καὶ ζήτησε ἀπὸ αὐτὸν νὰ ἀφήσει τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ νὰ ἀπέλθει ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ὅταν δὲ ὁ Φαραὼ ζήτησε θαύματα ἀπὸ τοὺς δύο ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πεισθεῖ, ὁ Ἀαρῶν ἐξετέλεσε πάλι τὰ θαύματα αὐτά. Ἐπακολούθησαν οἱ ἑπτὰ πληγὲς τοῦ Φαραώ, ὁ ὁποῖος τελικὰ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφήσει τοὺς Ἑβραίους νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο.

 


Καθ' ὅλο τὸ διάστημα τῆς ἐξόδου τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴ δουλεία καὶ τὴν περιπλάνηση στὴν ἔρημο, ὁ Ἀαρῶν ἦταν πρόθυμος συνεργάτης τοῦ Μωυσῆ στὸ δυσχερέστατο ἔργο τῆς διοικήσεως τοῦ λαοῦ, ποὺ ὑπέφερε μύριες στερήσεις καὶ κακουχίες.

Ἦλθε ὅμως ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀαρῶν δὲν μπόρεσε νὰ συγκρατήσει τὸν ἐξεγερθέντα λαό. Ὁ Μωυσῆς εἶχε ἀνέλθει στὸ ὅρος Σινά, γιὰ νὰ λάβει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἄργησε νὰ κατέλθει. Ὁ λαὸς τότε ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ καὶ ζήτησε τὴ σωτηρία του σὲ ψεύτικους θεούς. Συνάχθηκε λοιπόν, γύρω ἀπὸ τὸν Ἀαρῶν καὶ τοῦ ζήτησε νὰ κατασκευάσει σὲ αὐτὸν ὁμοιώματα θεῶν. Τότε κατασκευάσθηκε ὁ χρυσὸς μόσχος.

Ὁ Προφήτης Ἀαρῶν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, ὅπως ὁ Μωυσῆς, πρὶν εἰσέλθει στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, σὲ ἡλικία 123 ἐτῶν. Ἐνταφιάσθηκε στὸ ὅρος Χὸρ ἢ Ὤρ, κοντὰ στὴν Πέτρα, πρωτεύουσα τῶν Ἰδουμαίων.

Ἡ μνήμη τοῦ Προφήτη Ἀαρῶν ἑορτάζεται, ἐπίσης, τὴν Κυριακὴ τῶν Προπατόρων.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΑΣΚΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΤΟΛΜΗΣΕ


Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΑΣΚΑΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΤΟΛΜΗΣΕ 

ΜΙΜΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΗΡΕ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
 ΔΙΚΑΙΩΣΕ ΤΟΝ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟ ΑΠΟ ΙΕΡΑΡΧΕΣ π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ 

Μιὰ σημαντικὴ ἐξέλιξη γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ μας πράγματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σημειώθηκε τὶς τελευταῖες ἡμέρες στὴν Σερβία, ὅπου μετέβη πρὸς συνάντηση τοῦ Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου καὶ τῆς συνοδείας του, ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς. 

Εἶναι γνωστὸ ὅτι πρῶτος Ἐπίσκοπος ποὺ καθαιρέθηκε ἀπὸ “ὀρθόδοξη Σύνοδο”, ἐξ αἰτίας τῆς ἐναντιώσεώς του κυρίως πρὸς τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτέμιος. Καὶ καθαιρέθηκε χωρὶς ἀποδεδειγμένες κατηγορίες, χωρὶς ἐκκλησιαστικὲς Ἱεροκανονικὲς διαδικασίες, χωρὶς ἀκρόαση, χωρὶς δίκη, χωρὶς ἀπολογία, μὲ τὴν καταρράκωση δηλαδὴ καὶ περιφρόνηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος εἶναι ὁ μόνος μὴ Ἕλληνας Μητροπολίτης ποὺ ὑπέγραψε τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» καὶ ἔκτοτε, μιμούμενος τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ἀρνήθηκε νὰ συμφωνήσει μὲ τὶς προτάσεις συμβιβασμοῦ ποὺ τοῦ ἔγιναν ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καὶ δὲν τὶς ἀναγνωρίζει, δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς Ἐπισκόπους της καὶ δὲν τοὺς μνημονεύει, ἐφ’ ὅσον δὲν αἴρεται ἡ κατὰ παράβαση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν Μητρόπολη Ράσκας καὶ Πριζρένης καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἱεραρχία συνεχίζει τὴν Οἰκουμενιστικὴ γραμμή της, συνεργώντας ἢ ἀνεχομένη τὶς πρακτικὲς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 

Τὴν ἄδικη ἀπόφαση τῆς Σερβικῆς Ἱεραρχίας, κατεδίκασαν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως οἱ Μητροπολῖτες Αἰτωλοακαρνανίας, Γλυφάδας, Κυθήρων καὶ Πειραιῶς, οἱ πρωτοστατοῦντες στὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρωτοπρεσβύτεροι καὶ καθηγητὲς Πανεπιστημίου π. Θεόδωρος Ζήσης καὶ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, Ἀρχιμανδρῖτες, Ἱερομόναχοι, κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί. Αὐτὴ ἡ στάση τοῦ διωκομένου Μητροπολίτη Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτεμίου, εἶναι σύμφωνη μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ στάση τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων σὲ περίοδο αἱρέσεως «κατεγνωσμένης» (καταδικασμένης) ὑπὸ Συνόδου ἢ Ἁγίων Πατέρων», ὅπως εἶναι ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία καταλύει διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως θεσπισμένα ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ Ἁγίων∙ αἵρεση τήν ὁποία ὁ τελευταῖος Σέρβος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, γέροντας καί διδάσκαλος τοῦ σεβ. Ἀρτεμίου, χαρακτήρισε «παναίρεση». 

Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του ὅλα τὰ ἀνωτέρω ὁ Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς (ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς τελευταῖες δημοσιεύσεις του), προσέφυγε πρὸς τὸν μαθητὴ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Σεβασμιώτατο Ἀρτέμιο καὶ τὴν συνοδεία του, ζητώντας μὲ ἐπιστολή του (ποὺ δημοσιεύουμε στὴ συνέχεια) νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ δέχεται τήν ἄδικη ἀπόφαση –ὅπως ἔκανε μέχρι τώρα, περιμένοντας νὰ κριθεῖ ἡ ὑπόθεσή του τελεσίδικα– τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία παρανόμως, παρατύπως καί ἀντικανονικῶς διά τῆς καθαιρέσεως τοῦ ἀπαγόρευσε τὴν τέλεση τῶν Μυστηρίων, ἤ, ἂν πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ ἐκτελεῖ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, λειτούργημα καὶ καθῆκον ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ τοῦ τὸ ἐστέρησε ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο μίας Συνόδου, πορευομένης καὶ ἐφαρμόζουσας μεθόδους, διδασκαλίες καὶ ποιμαντικὲς τακτικὲς τῶν «ὀρθόδοξων» Ἀρχιερέων, ἡγετῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 
Τὸ αἴτημα τοῦ π. Εὐθυμίου συνοψίζεται στὴν παρακάτω παράγραφο: «Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου (Σεβασμιώτατε) εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα». 

Ἀφοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρτέμιος διεξῆλθε τὰ ἔγγραφα καὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ τοῦ ἐστάλη, ἐκάλεσε τὸν π. Εὐθύμιο στὴν Σερβία τὸ τριήμερο 8-10 Μαρτίου 2013. Ὁ π. Εὐθύμιος μετέβη πρὸς συνάντηση αὐτοῦ καὶ τῆς συνοδείας του, συζήτησε μαζί του, ἄκουσε τὶς θέσεις του καὶ τὶς πατρικές του προσρήσεις, συλλειτούργησε μαζί του καὶ ἔλαβε τὸ παρακάτω ἔγγραφο, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ ἀνακοινώνει ὅτι αὐτὸς καὶ ἡ Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ράσκας καὶ Πριζρένης στὴν ἐξορία, ὁμοφώνως ἀποφάσισαν: 
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΡΑΣΚΑΣ ΚΑΙ ΠΡΙΖΡΕΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ 

Στὴν Σύναξη τῶν προϊσταμένων τῶν κατακομβῶν τῆς Μητροπόλεως Ράσκας καὶ Πριζρένης στὴν ἐξορία, ἀπαρτιζομένη ἀπὸ εἰκοσιτρία (23) μέλη, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τὴν 25 Ἰανουαρίου 2013, Ἡμεῖς, ὡς ὑπεύθυνος Μητροπολίτης καὶ προεδρεύων, γνωστοποιήσαμε στὰ μέλη τῆς Συνάξεως τὴν ὑπόθεσι τοῦ Ἱερομονάχου π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ ἀπὸ τὴν ἀδελφική μας Ἑλλάδα (περιοχὴ Λαρίσης)· ἐνημέρωσα τὰ μέλη γιὰ τὴν ἄδικη καὶ παράνομη παραπομπὴ τοῦ π. Εὐθυμίου στὰ ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐξίσου παράνομη ποινὴ ποὺ ἐπέβαλαν στὸν π. Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος ἀντικανονικὰ ἐδιώχθη, καταδικάστηκε καὶ τιμωρήθηκε μὲ καθαίρεσι καὶ ὑπαγωγὴ στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Ὁ π. Εὐθύμιος δὲν ἀνεγνώρισε τὶς ἀποφάσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστικῶν ὀργάνων καὶ δικαίως τὶς ἐθεώρησε ὡς ἀντικανονικὲς καὶ ἄκυρες, διότι ἀντίκειντο στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἕως ὅτου δὲ ἐκδικασθεῖ ἡ ὑπόθεσή του ἀπὸ ἀνώτερο δικαστήριο δὲν ἐπιτελοῦσε τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, ἤτοι ἀπὸ 29|9|2008. Ἔκτοτε ὁ π. Εὐθύμιος δὲν ἐπιτελοῦσε τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, παρὰ τὶς παρακλήσεις τῶν πνευματικῶν του τέκνων νὰ τοὺς καλύψει τὶς λειτουργικές τους ἀνάγκες, ὅπως τοὺς καθοδηγοῦσε στὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καὶ τῆς παγκοσμιοποιήσεως στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη, δικαιολογούμενος πρὸς αὐτούς: «Δὲν μπορῶ ἐγὼ ἀπὸ μόνος μου νὰ ἀπαλλάξω τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὴν ἐπιβληθεῖσα ποινή, ἔστω κι ἂν αὐτὴ εἶναι ἄδικη. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνει μία Σύνοδος ἤ, λόγῳ τῆς αἱρέσεως, Σύναξη Πατέρων, ἀφοῦ ἐνημερωθεῖ γιὰ τὰ γεγονότα καὶ ἀποφασίσει ὅτι μπορῶ νὰ ἐπιτελῶ τὰ λειτουργικά μου καθήκοντα· τότε χωρὶς δίλημμα θὰ ὑπακούσω. Διὰ τοῦτο, προσέφυγε στὴν ἡμετέρα Σύναξη, ἐπειδὴ ἔκρινε ὅτι Ὀρθοδοξεῖ καὶ διώκεται ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 

Ἀφοῦ ἐνημερώθηκε ἡ ἡμετέρα Σύναξις γιὰ τὴν ὑπόθεση, ὅτι δηλαδὴ ὁ π. Εὐθύμιος εἶναι ἄδικα δικασμένος καὶ καταδικασμένος λόγῳ τῆς πιστότητός του πρὸς τὴν ἁγιοπατερικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἀγῶνος του κατὰ τῆς Παναιρέσεως παντὸς εἴδους Οἰκουμενισμοῦ, ὁμοφώνως συνεπέρανε καὶ ἀποφάσισε ὅτι ὁ π. Εὐθύμιος ἦτο καὶ εἶναι κανονικὸς κληρικὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὅτι μπορεῖ καὶ πρέπει χωρὶς ἐνδοιασμοὺς νὰ λειτουργεῖ καὶ τελεῖ τὰ ἱερατικὰ καθήκοντά του πρὸς δόξαν Θεοῦ, πρὸς οἰκοδομὴ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας (τοῦ πιστοῦ λαοῦ) καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, μνημονεύοντας στὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ τὰ Ἱερᾶ Μυστήρια «ὑπὲρ πάσης ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων». 

Λιούλιατσι Σερβίας, 9 Μαρτίου 2013

Μετὰ ἀγάπης καὶ εὐλογίας Θεοῦ 

Ὁ Μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης Ἀρτέμιος 

στὴν ἐξορία 

Στὴ συνέχεια δημοσιεύουμε τὴν ἐπιστολὴ τοῦ π. Εὐθυμίου, τὴν ὁποία μᾶς ἔστειλε μαζί μὲ τὸ Ἀνακοινωθὲν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτεμίου: 

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ 

ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ 

 25 Νοεμβρίου 2012 

Σεβασμιώτατε μητροπολίτα Ράσκας καί Πριζρένης, π. Ἀρτέμιε τήν εὐχή σας. 

Ἔλαβα τό θάρρος νά σᾶς γράψω καί νά ἀπευθυνθῶ σέ σᾶς, ἐξ αἰτίας τῆς τελικῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τό ὁποῖον εἶχα προσφύγει καί εἶχα καταθέσει αἴτησι ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, μέ τήν ὁποία μέ καθαιροῦσε ἀπό τόν βαθμό τῆς ἱερωσύνης. 

Οἱ βασικές κατηγορίες τίς ὁποῖες καί ἐπεκαλεῖτο ἡ ἀπόφασις τῶν Ἐπισκόπων ἦσαν ἡ ἀνυπακοή, ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως καί ἡ ἀποτείχισίς μου ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας δέν ἐδέχθη τήν αἴτησί μου, οὔτε κἄν εἰσῆλθε ἐπί τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, μέ τό αἰτιολογικό ὅτι αὐτή εἶναι καθαρῶς ἐκκλησιαστική ποινή, ἡ ὁποία δέν ἔχει διοικητικές διαστάσεις (π.χ. μισθοδοσίας, συνταξιοδότησης, οἰκογενειακές ἐπιπτώσεις κλπ.) καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι καθαρά ὑπόθεσις τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς ἀποστέλλω μέ τήν παροῦσα ἐπιστολή Σεβασμιώτατε, καί τό ἔγγραφο ὑλικό τό ὁποῖο σχετίζεται μέ ὅσα ἀνωτέρω πολύ περιληπτικά σᾶς περιέγραψα. Ἐπίσης σᾶς ἀποστέλλω καί κάποιο ὀπτικοακουστικό ὑλικό γιά νά δεῖτε, ἄν καί τά γνωρίζετε, τό πῶς λειτουργοῦν τά ἐκκλησιαστικά δικαστήρια καί τό πόσο ἐνδιαφέρονται γιά τά θέματα τῆς πίστεως. 

Μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν ἐξέλιξι τῆς ὑποθέσεως καί δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ἤθελα ἐπ’ οὐδενί νά ἐνταχθῶ σέ κάποια παράταξι τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, ἡ κατά βάθος ἐπιθυμία μου ἦταν νά μεταβῶ εἰς τό ἅγιον Ὄρος καί νά τελειώσω τό ὑπόλοιπον τῆς ἐπιγείου ζωῆς μου εἰς τό περιβόλι τῆς Παναγίας, ἀπό τό ὁποῖο καί ἄρχισα τήν μοναχική μου ἀφιέρωσι. Δεδομένου ὅμως τοῦ ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, κατά κοινή ὁμολογία, διαρκῶς ἐπεκτείνεται καί προωθεῖται, μέ τελικό σκοπό τήν ἕνωσι καί ἀλληλοπεριχώρησι μετά τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν καί τήν συμπόρευσι καί ἔνταξι τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν παγκόσμια κατάστασι τῆς Νέας Ἐποχῆς, προσέτι δέ τήν ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων διά πνευματική καθοδήγησι καί ἐπιτέλεσι τῶν στοιχειωδῶν λειτουργικῶν των καθηκόντων, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νά μήν καταθέσω τά ὅπλα καί τοιουτοτρόπως δώσω τήν ἐντύπωσι ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι ἐνίκησαν καί ἐξουδετέρωσαν κάποιον ὁ ὁποῖος ἀντιστέκετο στήν αἵρεσι. Δι αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο Σεβασμιώτατε προσφεύγω σέ ἐσᾶς καί τήν ἀδελφότητά σας. Θά σᾶς ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τίς σκέψεις μου καί τό τί ζητῶ ἀπό ἐσᾶς. 
Ἐξ ἀρχῆς, ὅταν ἐκλήθηκα στό Ἐπισκοπικό καί κατόπιν εἰς τό Συνοδικό Ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο παρουσιάστηκα μέ τόν σκοπό τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεώς μου καί τῆς στηλιτεύσεως τῆς αἱρέσεως ἀπό τήν ὁποία ἐμφοροῦντο οἱ ἐκκλησιαστικοί Δικαστές, σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό χωρίο «ἕτοιμοι δέ ἀεί πρός ἀπολογίαν παντί τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περί τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος» (Β΄ Πετρ. 3,15). Εἰς αὐτήν μου τήν ἐνέργεια συνηγοροῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε ὅταν ἐκλήθη νά δικασθῆ εἰς τήν Σύνοδο τῆς Τύρου, ἡ ὁποία εἶχε συγκροτηθῆ ἀπό δεδηλωμένους Ἀρειανούς. 

Τήν τελική ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου φυσικά δέν τήν ἀνεγνώρισα, διότι ἀποτελοῦσε ἀπόφασι αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι μέ κατεδίκασαν ὄχι γιά διάφορα προσωπικά μου παραπτώματα, ἀλλά γιά τήν ἀνυπακοή μου καί ἀποτείχισί μου ἀπό αὐτούς, ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τήν ὁποία αὐτοί ἐμφοροῦντο. Ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι δέν εἶχα τό δικαίωμα νά ἀθωώσω καί νά δικαιώσω ἀπό μόνος μου τόν ἑαυτόν μου, διότι ἐσκέφθηκα ὅτι, πέραν τοῦ ὅτι δέν εἶχα πρός τοῦτο ἁγιογραφικά, κανονικά καί πατερικά ἐρείσματα, θά ἔδινα προσέτι ἐπιχειρήματα στούς Οἰκουμενιστές νά μέ κατηγορήσουν, ὅτι ἔχω κάνει δική μου Ἐκκλησία, δέν ἀναγνωρίζω κανένα κλπ. 

Ἐπιτρέψτε μου εἰς τό σημεῖο αὐτό Σεβασμιώτατε νά κάνω μία παρένθεσι καί νά ἀναφέρω ὅτι ἡ ἰδική σας περίπτωσι εἶναι τελείως διαφορετική, διότι ἐσεῖς καταδικαστήκατε χωρίς κἄν νά δικαστῆτε (νά κληθῆτε δηλαδή κανονικά σέ δίκη, νά παραστῆτε, νά προσκομίσετε μάρτυρες, νά ἀπολογηθῆτε κλπ.). Ἡ ποινή λοιπόν πού σᾶς ἐπεβλήθη ἦτο κατ’ οὐσίαν ἀνύπαρκτος σύμφωνα μέ τόν ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος γιά τήν συγκεκριμένη περίπτωσι εἰς τό Πηδάλιο ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Σημείωσαι δέ, ὅτι ἐπειδή εἰς τήν παροῦσαν Σύνοδον ἔξαρχος ἦτο ὁ Ἀρειανός Εὐσέβειος καί οἱ αὐτοῦ ἀκόλουθοι, διά τοῦτο ἀδιόριστον ἀφῆκε τόν παρόντα Κανόνα, ἵνα βοηθῇ εἰς αὐτούς ἐναντίον τῶν τότε διωκομένων Πατέρων ὑπ’ αὐτῶν, καί μάλιστα κατά τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου. Διά τοῦτο ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἀλλά δή καί Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος κατά τόν Σωκρ. βιβλ. ς΄ Κεφ. 18 κατηγόρησαν τόν Κανόνα τοῦτον πῶς δέν εἶναι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τῆς τῶν Ἀρειανῶν∙ διότι καί τόν Ἀθανάσιον διά τοῦ Κανόνος τούτου ἐκάθῃραν οἱ Εὐσεβιανοί, καί τόν Χρυσόστομον ἐζήτησαν νά καθῄρουν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει κατ’ αὐτοῦ συναχθέντες Ἐπίσκοποι, ἐπειδή τάχα ἀφ’ οὗ καθῃρέθη, ἐπήδησεν εἰς τόν θρόνον, χωρίς νά ψηφίσῃ ἄλλη Σύνοδος τά περί αὐτοῦ. 

Καί ὁ Πάπας δέ Ἰννοκέντιος εἰς τήν ἐπιστολή ὁποῦ στέλλει πρός τούς Κωνσταντινουπολίτας ὑπέρ τοῦ Χρυσοστόμου κατηγορεῖ τόν τοιοῦτον Κανόνα κατά τόν Σωζόμενον βιβλ. η΄. Κεφ. κς΄. Καί κατά τόν Δοσίθεον (σελ. 133, περί τόν ἐν Ἱεροσολύμ. Πατριαρχεύσ.), ἐπειδή, λέγω, καί οἱ Ἅγιοι οὗτοι τόν Κανόνα κατηγοροῦσιν, ἡ δέ δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος αὐτόν ἀποδέχεται, ὡς εἴπομεν, καί ἡ ς΄ Οἰκουμενική. Διά τοῦτο κάμνει χρεία νά προσδιορισθῇ, ἵνα μείνῃ ἀκατηγόρητος, ἤτοι, νά μήν ἔχῃ τόπον ἀπολογίας καί ἐλπίδα ἀποκαταστάσεως ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος ὁποῦ καθαιρεθῇ α΄. εἰς ἐγκλήματα φανερά καί δίκαια κατά τόν κη΄ Ἀποστολικόν∙ β΄. ὄχι ἀπό Σύνοδον μερικῶν μόνων Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί ἄλλου μέν δικαιοῦντος, ἄλλου δέ καταδικάζοντος, κατά τόν ιδ΄ τῆς ἰδίας ἐν Ἀντιοχείᾳ (τότε γάρ πρέπει ὁ Μητροπολίτης νά καλῇ καί ἀπό τούς πλησιοχώρους Ἐπισκόπους, διά νά θεωρῆται ἡ κρίσις, καί νά λύεται κάθε ἀμφιβολία κατά τόν αὐτόν), ἀλλά ἤ ἀπό τήν Σύνοδον ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας, καί συμφώνως κατακρινόντων, ὄχι διαφωνούντων κατά τόν ιε΄. τῆς αὐτῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἤ ἀπό τήν Σύνοδον τοῦ Πατριάρχου τῆς διοικήσεως∙ γ΄. καί νά ᾖναι παρών ὁ κρινόμενος, καί τόπος ἀπολογίας νά δοθῇ εἰς αὐτόν κατά τόν οδ΄. Ἀποστολ. ἔξω μόνον ἄν ἐπροσκαλέσθη, καί δέν ἠπήντησε κατά τόν αὐτόν Ἀποστολικόν” (Ὑποσ. 2 στόν Δ΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου) καθώς καί “Σημείωσαι, ὅτι καί ἐκ τῶν πραχθέντων ὑπομνημάτων ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπί Νεκταρίου Πατριάρχου περί Ἀγαπίου, καί Βαγαδίου τῶν ἀντεχομένων τῆς Ἐπισκοπῆς Βόστρης, ἅπερ ὅρα μετά τήν ἐν Σαρδικῇ Σύνοδον”, γίνεται φανερόν, ὅτι, δέν πρέπει νά καθαιρῇται Ἐπίσκοπος, ἄν δέν ᾖναι παρών εἰς τήν κρίσιν, οὔτε πρέπει νά καθαιρῇται ἀπό τρεῖς Ἐπισκόπους, ἤ δύω, ἀλλά ἀπό τήν ψῆφον τῆς συνόδου τῶν περισσοτέρων τῆς ἐπαρχίας Ἐπισκόπων, ὡς καί οἱ Ἀποστολικοί, φασί, Κανόνες διωρίσαντο, ὁ παρών δηλαδή οὗτος». Ἀλλά καί ὁ Παῦλος (Πράξεων κεφάλ. κε΄ 16) λέγει∙ ὅτι οὐδέ εἰς τούς Ρωμαίους ἦτο συνήθεια νά χαρίζεται ἄνθρωπος εἰς θάνατον (καί ἁπλῶς νά καταδικάζηται), ἄν πρῶτον ὁ κατηγορούμενος δέν ἔχῃ κατά πρόσωπον τούς κατηγόρους του, καί ἄν δέν λάβῃ ἄδειαν νά ἀπολογηθῇ διά τό ἔγκλημά του. “Οὐκ ἔστιν ἔθος Rωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, πλήν ἤ ὁ κατηγορούμενος κατά πρόσωπον ἔχοι τούς κατηγόρους, τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περί τοῦ ἐγκλήματος”. Καί ὁ Νικόδημος εἶπε πρός τούς Ἰουδαίους. “Μή ὁ νόμος ἡμῶν κρίνῃ τόν ἄνθρωπον, ἐάν μή ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον, καί γνῶ τί ποιεῖ;” (Ἰωaν. ζ΄ 15) φησί γάρ ὁ Θεός περί τοῦ λατρεύσαντος θεοῖς ἑτέροις οὕτω πρός τόν Κριτήν. Καί ἀναγγελῇ σοι, καί ἐκζητήσεις σφόδρα, καί ἰδού ἀληθῶς γέγονε τό rῆμα. Γεγένηται τό βδέλυγμα τοῦτο ἐν Ἰσραήλ. Καί ἐξάξεις τόν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, καί τά ἑξῆς” (Δευτερ. ιζ΄ 4)» (Ὑποσ. 1 τοῦ ΟΔ΄ Κανόνος τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων). 
Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ἄριστα ἐπράξατε πού ἀδιαφορήσατε γιά τήν ποινή πού σᾶς ἐπέβαλαν, δεδομένου καί τοῦ ὅτι ὁ διωγμός σας κατευθύνετο ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, λόγῳ τῶν Ὀρθοδόξων θέσεών σας. Ἀπορῶ μάλιστα γιά τό πῶς οἱ ἀντιοικουμενιστές Πατέρες ἐδῶ στήν Ἑλλάδα δέν τό διαδηλώνουν αὐτό ἐμπράκτως, μέ τό νά συλλειτουργοῦν μαζί σας δημοσίως καί εὐθαρσῶς καί νά θέτουν τοιουτοτρόπως τούς ἑαυτούς των μετά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως καί ὄχι μετά τῶν διωκτῶν καί αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων. Διότι μέ τήν στάσι των εἶναι σάν νά ἀναγνωρίζουν ὡς ὑπαρκτή καί κανονική τήν ἀνύπαρκτη ὄντως ποινή. 

Εἰς τήν ἰδική μου ὅμως περίπτωσι δέν ἔγιναν ἔτσι τά πράγματα, διότι διεξήχθη σέ πρῶτο καί δεύτερο βαθμό ἡ ἐκκλησιαστική δίκη, παρ’ ὅτι καταγγείλαμε καί στά ἴδια τά Ἐκκλησιαστικά Δικαστήρια καί στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας πολλές παρανομίες, οἱ ὁποῖες κατά τήν διαδικασία διεπράχθησαν ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, προκειμένου νά καταλήξουν εἰς τόν ἐπιδιωκόμενο καί προκαθορισμένο σκοπό τους. 

Ὡς ἐκ τούτου μετά τήν τελική ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων καί προκειμένου, ὅπως προανέφερα, νά μήν κατηγορηθῶ ὅτι αὐτοδικαιώνω ἐγώ ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό μου, προσέφυγα κατ’ ἀρχάς στούς ἀντιοικουμενιστές Πατέρες, δεδομένου τοῦ ὅτι δέν ὑπῆρχαν τότε ἀποτειχισμένοι. Προσέφυγα ἐπίσης καί σέ σεβαστούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ζητῶντας ἀπό ὅλους νά διαδηλώσουν δημοσίως καί γραπτῶς τήν θέσι των διά τήν ὑπόθεσι αὐτή, ἐγώ δέ τήν γνώμη τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων θά τήν ἐξελάμβανα εἰς τήν περίπτωσί μου ὡς γνώμη τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένων δηλαδή τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Δικαστῶν. Κατ’αὐτόν τόν τρόπο ἀφ’ἑνός μέν δέν θά ὑπελόγιζα τήν ἀπόφασι τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ὡς ὑπό αἱρετικῶν ληφθεῖσα, ἀλλά τῶν ἀντιοικουμενιστῶν Πατέρων, ἀφ’ ἑτέρου δέ δέν θά ἀποφάσιζα ἐγώ γιά τόν ἑαυτό μου, πρᾶγμα ὄντως ἄγνωστο στήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι. 

Παραδόξως λοιπόν, ἐνῶ πολλοί Πατέρες, ἰδιαιτέρως καί προσωπικῶς μοῦ ἔλεγαν καί μέ παρότρυναν νά συνεχίσω νά λειτουργῶ καί νά μήν ὑπολογίσω τήν ποινή πού ἐπέβαλαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, δημοσίως καί γραπτῶς δέν κατέθεταν αὐτήν τήν γνώμη. Μάλιστα μοῦ ἀνέφεραν καί πολλά ἐπιχειρήματα, ὅπως τό ὅτι ἄν δεχθῶ τήν ποινή, εἶναι σά νά τούς ἀναγνωρίζω, ὅτι τούς δίδω ἀξία ἐνῶ αὐτοί εὑρίσκονται στήν αἵρεσι, ὅτι συνεργῶ στά σχέδιά των, τά ὁποῖα εἶναι ἡ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποινῶν, πάταξις κάθε ὀρθοδόξου ἀντιστάσεως κλπ. Αὐτά ὅλα τονίζω, μοῦ τά ἀνέφεραν προφορικά, γραπτῶς ὅμως καί δημοσίως δέν ἔπαιρναν θέσι γιά εὐνοήτους προφανῶς λόγους. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων καί δεδομένου τοῦ ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἔπαιρναν δημοσίως θέσι γιά τήν περίπτωσί μου, προσέφυγα εἰς τό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἤδη πρό τεσσάρων ἐτῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἦτο ἕνα ἀνώτατο θεσμικό ὄργανο, τό ὁποῖο ἀνεγνώριζε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας καί ἐμπράκτως, μία δέ ἀκυρωτική ἀπόφασίς του τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων θά με κατωχύρωνε εἰς τό νά συνεχίσω νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, χωρίς δηλαδή νά ἀποφασίσω ἐγώ διά τόν ἑαυτό μου. Θά ἀποτελοῦσε προσέτι καί ἕνα ράπισμα ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν, καί ἀκόμη μία ὁδό τήν ὁποία θά ἠδύναντο εἰς τό μέλλον νά ἀκολουθήσουν καί ἄλλοι ἀποτειχισμένοι ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, ἐφ’ ὅσον δηλαδή οἱ ἀντιοικουμενιστές δέν ἔπαιρναν μόνοι των κάποιες βασικές ἀποφάσεις, ὅπως ἔκαναν οἱ Πατέρες ἐν καιρῷ αἱρέσεως, σχετικά μέ τίς ποινές πού θά ἔβαζαν οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι στούς ἀποτειχισμένους. 

Δυστυχῶς ὅμως Σεβασμιώτατε, καί ἐδῶ ἰσχύει ἡ παροιμία «κόρακας κοράκου μάτι δέν βγάζει». Διότι, ὅπως γνωρίζετε, πέραν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ Ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἡ πολιτική καί ἡ δικαστική συνοδοιποροῦν καί ἔχουν κοινό κέντρο κατευθύνσεων, τίς σκοτεινές δηλαδή δυνάμεις. Ὡς ἐκ τούτου ἤδη πρό δύο ἐτῶν εἶχα τήν πληροφορία ἀπό πρόσωπα πού γνωρίζουν ἀπό κοντά τό πῶς κινοῦνται οἱ Συνοδικοί Ἐπίσκοποι, ὅτι ἔχει δοθῆ ἐντολή καί γραμμή στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας νά μήν ἀσχοληθοῦν μέ αὐτήν τήν ὑπόθεσι, ἀλλά νά ἀφήσουν τά πράγματα ὡς ἔχουν, δηλαδή νά ἀφήσουν ἀσύστολους καί ἀνεξέλεγκτους τούς Ἐπισκόπους, διότι προφανῶς μεταξύ αὐτῶν τῶν ἐξουσιῶν, ὑπάρχει ἀρίστη καί ἄψογος συνεργασία, ἡ ὁποία βεβαίως πάντοτε εἶναι εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. 

Ἡ ἀπόφασις λοιπόν του Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τό ὁποῖο κατ’οὐσία δέν ἠσχολήθη ἐπί τῆς οὐσίας τῆς προσφυγῆς μου, δέν μέ παρεξένεψε, ἀλλά ἀπεναντίας ἐπιβεβαίωσε τά ὅσα πρό διετίας εἶχα πληροφορηθῆ. 

Σεβασμιώτατε ἔκανα αὐτή τή μικρή ἱστορική ἀναδρομή εἰς τήν ὑπόθεσί μου, ἀφ’ἑνός μέν γιά νά ἐνημερωθῆτε, ἀφ’ ἑτέρου γιά νά γνωρίζετε τίς θέσεις καί προθέσεις μου καί προσέτι γιά νά φθάσω εἰς τό διά ταῦτα, δηλαδή νά σᾶς ἀναφέρω τό τί ζητῶ ἀπό σᾶς. 

Ἡ αἴτησις λοιπόν καί παράκλησίς μου εἶναι, ὅταν μελετήσετε τά κείμενα καί ἔγγραφα πού σᾶς ἀποστέλλω, κι ἐφ’ ὅσον διαπιστώσετε ὅτι διά τήν Ὀρθόδοξον Πίστι διώκομαι καί διά τήν ἀντίδρασί μου στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νά μοῦ ἐκφράσετε ἐγγράφως τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή ὀφείλω νά τηρήσω αὐτήν τήν ποινή τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου ἤ ἄν, ἐξαιτίας τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐσχατολογικῶν ἐξελίξεων, πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα προσωρινῶς, ἕως δηλαδή καιροῦ Ὀρθοδόξου ὄντως Συνόδου, κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὁποία ἀφοῦ πρῶτα καταδικάσει τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς, θά δώση τήν τελική λύσι στό ἰδικό μου πρόβλημα. 

Ἡ γνώμη σας καί τοποθέτησί σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς θά ἀποτελέση γιά μένα τήν θέσι τῆς Ἐκκλησίας, δεδομένου τοῦ ὅτι κατηγορήθηκα ὅτι ὑπάκουσα σέ αἱρετικούς δικαστές, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἀποσκοποῦσαν στό νά ὑποτάξουν κάθε ἀντίστασι ἐναντίον τῆς αἱρέσεως. Τό ὅτι δέν ἀνεγνώρισα τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων φαίνεται ἀπό τήν προσφυγή μου στούς ἀντιοικουμενιστές κατ’ ἀρχάς πατέρες καί κατόπιν στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ἀπό τό ὅτι καί μετά τήν ἀπόφασι τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου πάντοτε ὑπογράφω καί ὑποσημειώνομαι ὡς Ἱερομόναχος καί κυρίως φαίνεται ἀπό τήν ἐν συνεχείᾳ καί μέχρι σήμερα καί εὐχηθεῖτε ἕως ἐσχάτων πορεία μου καί ἀντίστασί μου στήν αἵρεσι. Μᾶλλον οἱ ἀντιοικουμενιστές πατέρες ἀνεγνώρισαν τήν ποινή μου, ἐφ’ ὅσον δημοσίως καί γραπτῶς αὐτό δέν τό διαδηλώνουν, ὅπως κατά τόν ἴδιο τρόπο ἀναγνωρίζουν καί τήν ἰδική σας ποινή ἀπό τήν Σερβική Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον δηλαδή δέν συλλειτουργοῦν δημοσίως καί εὐθαρσῶς μαζί σας. 

Ἡ ἀπόφασις καί τοποθέτησίς σας Σεβασμιώτατε ἐπί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου παρακαλῶ ὅπως προσυπογραφῆ καί ἀπό τό δεδιωγμένο ἱερατεῖο τό ὁποῖο σᾶς περιβάλλει καί σᾶς ἀναγνωρίζει ὡς κανονικό Μητροπολίτη Ράσκας καί Πριζρένης, διά νά ἔχη ἡ ἀπόφασις αὐτή τήν μορφή καί τό κῦρος ὄχι ἑνός ἀτόμου, ἀλλά τῶν δεδιωγμένων ἕνεκα τῆς πίστεως Ὁμολογητῶν Πατέρων. 

Θά πρέπει ἐπίσης νά γνωρίσετε ὅτι ἐφ’ ὅσον κρίνετε ὅτι διά τίς προαναφερθεῖσες πνευματικές ἀνάγκες πρέπει νά ἐπιτελῶ τά λειτουργικά μου καθήκοντα, ἐγώ κατά τήν ἐπιτέλεσί των δέν θά μνημονεύω, ὅπως διά τῆς ἀποτειχίσεώς μου ἔπραξα μέχρι τώρα, ἀλλά στήν συγκεκριμένη αἴτησι θά ἀναφέρω «ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων». 

Τέλος ἡ ἀπόφασίς σας αὐτή δέν θά ἔχη δι’ ἐμένα τήν ἔννοια καί θέσι τῆς ἀθετήσεως τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε βεβαίως τήν ἔννοια τῆς ἀθετήσεως τῶν ὅσων οἱ ἱεροί Κανόνες ἐπιτάσσουν διά τήν θέσι τοῦ Ἐπισκόπου καί τῆς Συνόδου εἰς τήν Ἐκκλησία, ἀλλά θά ἔχη τήν θέσι τῆς προσωρινῆς ἀπορρίψεως ὄχι τῶν θεσμῶν, ἀλλά τῶν συγκεκριμένων φορέων τῶν θεσμῶν, ἐφ’ ὅσον καί μέχρις ὅτου αὐτοί ἀπορρίπτουν δημοσίως καί Συνοδικῶς διά πλήθους ἔργων καί λόγων τήν Ὀρθοδοξία καί συντάσσονται μέ τήν αἵρεσι τῶν ἐσχάτων καιρῶν. 

Τό κείμενο αὐτό τῆς ἐπιστολῆς μου καθώς καί ἡ ἔγγραφη ἀπόφασί σας ἡ ὁποία θά μοῦ ἀποσταλῆ, ἐφ’ ὅσον ὑπογραφῆ ἀπό ἐσᾶς καί ἀπό τούς κληρικούς τῆς ἀδελφότητός σας, θά δημοσιοποιηθοῦν σέ ὅλα τά μέσα ἐνημερώσεως (ἰστοσελίδες, ἐκκλησιαστικό τύπο κλπ.) εἰς τρόπον ὥστε ἀφ’ἑνός μέν νά κατοχυρωθῶ εἰς τό θέμα τῆς συλλογικῆς καί ὄχι τῆς προσωπικῆς μου ἀποφάσεως, διά τήν δικαίωσι καί ἀθώωσί μου, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἐπιβεβαιωθῆ ἡ θέσις μου ὅτι δέν ἀναγνωρίζω οὔτε ἀποδέχομαι τίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων καί προσέτι νά δηλώσω εὐθέως καί εὐθαρσῶς ὅτι καί ἐγώ συντάσσομαι καί ἀναγνωρίζω τούς δεδιωγμένους ἕνεκα πίστεως Πατέρες καί ἀδιαφορῶ διά τίς ποινές πού ἀντιστοίχως οἱ ἐντόπιοι αἱρετικοί Ἐπίσκοποι τούς ἐπέβαλαν. Αὐτή ἡ παγία θέσις μου Σεβασμιώτατε θά ἰσχύει φυσικά οἱαδήποτε ἀπόφασι θά λάβετε ἐπί τοῦ προβλήματος τό ὁποῖο σᾶς ἀνέθεσα προσωρινῶς νά ἐπιλύσετε, δηλαδή εἴτε θετική, εἴτε ἀρνητική. 

Εὐχόμενος ὁ Κύριος νά σᾶς ἐνισχύη εἰς τόν ἀγῶνα σας διά τήν μέχρι τέλους πορεία σας, ὑποσημειώνομαι, ζητώντας τίς εὐχές καί εὐλογίες σας διά τόν ἰδικόν μου ἀγῶνα, καθώς καί τῶν πνευματικῶν μου ἀδελφῶν καί συναγωνιστῶν. 

Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς 
Υ.Γ. Σεβασμιώτατε, τήν παροῦσα ἐπιστολή δέν θά τήν κοινοποιήσω πουθενά μέχρι τῆς ἀπαντήσεώς σας, διά νά μή δεσμευθῆτε στίς ἀποφάσεις πού θά πάρετε, οὔτε φυσικά καί ἐκ τῶν ὑστέρων, ἄν εἶναι ἀρνητική ἡ ἀπάντησί σας. 

Συνημμένα σᾶς ἀποστέλλω: Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 4/94 πράξι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀμπελακίων, μέ τήν ὁποία ἀνέλαβα ἐφημεριακά καθήκοντα στό ἐξωκκλῆσι τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ Ἀμπελακίων. 
Τήν ἀπό 23.09.1999 ἐπιστολή μου πρός τόν Ἐπίσκοπο Λαρίσης κ. Ἰγνάτιο, τήν ὁποία κοινοποίησα μεταξύ ἄλλων καί πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διά τῆς ὁποίας γνωστοποίησα δημοσίως τήν ἀμετάκλητο ἀπόφασί μου, ὅπως διά τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου, νά μή συμμετέχω στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 
Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 11/37/6.06.2005 κλήσι ἐμοῦ ὡς κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου Λαρίσης, στήν ὁποία περιλαμβάνονται τά εἰς ἐμένα ἀποδοθέντα παραπτώματα. 
Τό ἀπό 1.03.2005 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου δυνάμει τοῦ ὁποίου στήν προανακριτική ἐξέτασί μου ἀρνοῦμαι τήν βασιμότητα τῶν ἀποδοθέντων παραπτωμάτων. 
Τό ἀπό 2.09.2005 Ὑπόμνημά μου πρός τό Ἐπισκοπικό Δικαστήριο τῆς Μητροπόλεως Λαρίσης. 
Τό ἀπό 6.06.2007 Ἀπολογητικό Ὑπόμνημά μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου. 
Τό ἀπό 18.04.2007 ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου αἴτημά μου περί Ὁμολογίας Πίστεως τῶν μελῶν - Ἐπισκόπων τοῦ Δικαστηρίου. 
Τό ἀπό 9.05.2007 ἔγγραφό μου ἐνώπιον τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, τό ἀναφερόμενο σέ σχετικό φωτογραφικό ὑλικό, στό ὁποῖο ἐμφαίνονται Ἐπίσκοποι–μέλη τοῦ Δικαστηρίου συμπροσευχόμενοι καί ἐπισκεπτόμενοι τόν Πάπα. 
Τήν ἀπό 11.11.2008 Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Ἑλλάδος) καί τούς ἀπό 2.11.2009 ἐνώπιον τοῦ ἰδίου Δικαστηρίου προσθέτους λόγους ἀκυρώσεως καί τήν ὑπ’ ἀριθμ. 21/2007 προσβαλλομένη ἀπόφασι. 
Τήν ὑπ’ ἀριθμ. 3824/2012 ἀπόφασι τοῦ Δ΄Τμήματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δυνάμει τῆς ὁποίας τό ἐν λόγῳ Δικαστήριο ἐθεώρησε ἀπαράδεκτη τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου γιά τόν λόγο ὅτι ἡ καθαίρεσι ἔχει ἀμιγῶς πνευματικό χαρακτῆρα καί ὡς ἐκ τούτου τό Δικαστήριο δέν ἐξέτασε τήν Αἴτησι ἀκυρώσεώς μου. Ὀπτικοακουστικό ὑλικό τῆς δίκης εἰς τό Συνοδικό Δικαστήριο.
Μας εστάλει μέσω του Ηλεκτρ. Ταχυδρομείου από το Ιστολόγιο Πατερική Παράδοση

«ΑΝΑΡΜΟΣΤΗ Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ»!!! ΝΕΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΗ" ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΑΝΘΙΜΟ!


Ο Μητροπολίτης που έχει προκαλέσει ουκ ολίγες φορές τον πιστό λαό με τις απαράδεκτες τοποθετήσεις του (και βλέπετε στη φωτογραφία αριστερά κατά τη διάρκεια του συνεδρίου "Εκκλησία και αριστερά"), ξαναχτύπησε! Σε συνέντευξή του στην "Ελεύθερη Ώρα", έφτασε να καταφέρεται εναντίον (!!!) του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ενώ δηλώνει πως "η στάση της σημερινής ηγεσίας της Εκκλησίας είναι χρήσιμη για τον τόπο"!!!

Αναλυτικά, το επίμαχο απόσπασμα από τη συνέντευξή του:



5. Εκκλησία και μνημόνιο... Ποιμενάρχες που καλούνται να συμπληρώσουν στη Νέα Τάξη Πραγμάτων τα στοιχεία τους, στο πλαίσιο της καταγραφής δεδομένων. Πως βλέπετε αυτή την κατάσταση;



Να σας πω, ξεκάθαρα. Σε καμιά Νέα Τάξη δεν είμαι διατεθειμένος να παραδοθώ και καμιά Νέα Τάξη δεν φοβάμαι. Ο Χριστός και η Εκκλησία του είναι οι νικητές της Ιστορίας. Όλα, όσα τεκταίνονται απ' οπουδήποτε, θα συντελέσουν στην επιβεβαίωση αυτού που σας λέω.

6. Σας λείπει η εποχή του Χριστόδουλου; Μήπως ο Μακαριστός Χριστόδουλος είναι περισσότερο επίκαιρος - από κάθε άλλη φορά - αυτή την εποχή που όλα έχουν καταπατηθεί στο όνομα του μνημονίου; Άλλωστε πολλοί υποστηρίζουν ότι λείπει ο πύρινος λόγος του Χριστόδουλου που άγγιζε τα πλήθη και ειδικά τους νέους...

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος που "έδεσε" με την εποχή στην οποία έδρασε και την χαρακτήρισε με το πέρασμά του. Η σημερινή εποχή είναι τελείως ανάρμοστη με την τακτική Χριστόδουλου. Νομίζω ότι η σημερινή ποιμαντική στάση της Εκκλησίας μας στην Ελλάδα είναι η απολύτως επιβεβλημένη και χρήσιμη για τον τόπο και τους Έλληνες.

ΔΗΛΑΔΗ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΘΕΩΡΕΙ ΑΝΑΡΜΟΣΤΗ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ, ΤΗΣ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗΣ ΙΕΡΩΝ ΚΑΙ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΑΣ!!! 


Μα καλά, πού ζείτε, Σεβασμιώτατε;;; Δηλαδή "δεν ταιριάζει" στην εποχή μας ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ και ΕΘΝΙΚΟΣ λόγος του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου;



Και "ταιριάζει" η αφωνία του διαδόχου του; 

Αυτό μας λέτε;;;



Έχετε συναίσθηση της πραγματικότητας; 

Αν ναι, γιατί δεν ρωτάτε το ποίμνιό σας στην Αλεξανδρούπολη τι γνώμη έχει για το θέμα;;;

Φυσικά, μπορεί απλά να θέλετε να είστε αρεστός σε συγκεκριμένους εκκλησιαστικούς κύκλους! Επαναλαμβάνουμε όμως: Είστε εκτός πραγματικότητας!
Ο ΛΑΟΣ ΑΠΟΖΗΤΑ, ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ, ΤΟΝ ΠΟΙΜΕΝΑΡΧΗ ΤΟΥ!!!

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...