Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Απριλίου 09, 2013

Η Γερόντισσα Χαριθέα – Μια καρδιά ανοικτή για κάθε «Χριστό»


Προδρόμη Μονάχη, Καθηγουμένη
Ιεράς Μονής Αγίου Άγιου Ηρακλειδίου

Η μακαριστή Γερόντισσα Χαριθέα (1915 – 13/04/2000), ηγουμένη Ιεράς Μονής αγίου Ηρακλειδίου
Η μακαριστή Γερόντισσα Χαριθέα, κατά κόσμο Ελένη Χατζηχάρου, γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Αθηένου και ήταν το δεύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας της. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια βοηθούσε στις διάφορες γεωργικές εργασίες την οικογένεια της η οποία διακρινόταν για την κοινωνική και οικονομική της κατάσταση.
Ο πόθος της για το μοναχικό βίο
Από πολύ νεαρή ηλικία η καρδιά της φλεγόταν από τον πόθο να αφιερώσει τη ζωή της στο Χριστό ακολουθώντας το μοναχικό βίο, πράγμα πολύ ασυνήθιστο για τα κυπριακά δεδομένα, αφού μέχρι τότε δε λειτουργούσε ούτε ένα γυναικείο κοινόβιο στην Κύπρο.
Στην εκπλήρωση της επιθυμίας της αυτής συνάντησε μεγάλη αντίσταση από τους γονείς της οι όποιοι μάλιστα την πίεζαν συνεχώς να παντρευτεί.

 Σχετικά αναφέρει η ίδια στο προσωπικό της ημερολόγιο: «Αφ΄ ης ημέρας ανεκοίνωσα τον σκοπόν μου στους γονείς μου, άνοιξα εμπρός μου ένα χάος αδιαπέραστον. Δεν το περίμεναν, δεν ήθελαν να ακούσουν περί μοναχικής πολιτείας, τους εφάνη τόσον απαίσιον και δεν εδίσταζαν να μου λέγουν, ότι τους επρόσβαλλα και ότι έπρεπε να παραιτηθώ. Και μέραν και νύκτα είχαμεν ένα πόλεμον ακατάπαυστον. Εγώ επέμενα, εκείνοι με απέτρεπαν και ήμουν διαρκώς λυπημένη και επαρακαλούσα τον Θεόν να με φώτιση τι να κάνω διότι ητο δι΄εμέ ένας θάνατος. Είχα εκ δεξιών μου την αγάπη του Θεού και εξ αριστερών μου την αγάπην των γονέων μου. Τον Θεόν δεν τον έβλεπα, αλλά τον αισθανόμην τόσον πλησίον μου, που δεν ήθελα να απομακρυνθώ, διότι κάτι σα μέθη πνευματική, μία γλυκύτης άρρητος, μία χαρά ανείπωτος επλημμύριζεν την καρδίαν μου και έφρισσεν από πνευματική αγαλλίασιν το πνεύμα μου. Πάλιν τους γονείς μου τους υπεραγάπουν. [...]Άντεταξα όλας μου τας δυνάμεις, αγωνίσθηκα με σθένος και υπέρ άνθρωπον. Εκομματιάσθη η καρδία μου. Υπέφερα πολύ. νύκτες ολόκληρες άγρυπνη με δάκρυα ατελείωτα και ένας βουβός πόνος ήτο η συντροφιά μου».
Στις δύσκολες αυτές στιγμές της ζωής της. η νεαρή τότε Ελένη, έβρισκε μοναδικό καταφύγιο τις κρυφές συναντήσεις και τη μυστική αλληλογραφία που διατηρούσε με τον πνευματικό της Γέροντα Μακάριο Σταυροβουνιώτη ο οποίος διέπρεψε ανάμεσα στους πατέρες της Μονής του για την πλούσια πνευματική του δράση. Γράφει γι΄ αυτόν χαρακτηριστικά η Γερόντισσα Χαριθέα: «[...] ο ευλογημένος μου έδωσε τόσον θάρρος και ελπίδα με τα γραφόμενά του [...] Υπήρξε για μένα πνευματικός μου πατέρας, στήριγμα και παρηγοριά σ΄ όλην την επίγειόν του ζωήν και σ΄ εκείνον χρεωστώ όλην την πνευματικήν μου υπόστασιν και ουδέποτε θα τον λησμονήσω…».
Ταυτόχρονα, η ίδια έδινε όλο τον εαυτό της σε θερμή προσευχή, ακόμη και την ώρα που εργαζόταν έξω στα χωράφια. Γράφει στο ημερολόγιο της: «Θεέ μου, και αν αυτό είναι το θέλημά σου και αν με προορίζεις διά μοναχήν, βεβαίωσόν με διά να προχωρήσω.
Επέρασε καιρός, και εγώ με την προσμονήν διά την απάντησιν του Θεού, επερνούσα τον καιρόν μου προσευχομένη και περιμένουσα το πλήρωμα του χρόνου».
Η θεία κλήση για το μοναχικό βίο
Και πράγματι η απάντηση του Θεού ήρθε και η έλλειψη της ανθρώπινης παρηγοριάς καλύφθηκε με την επέμβαση της θείας παρηγοριάς. Η ίδια η μακαριστή Γερόντισσα περιγράφει το θαυμαστό αυτό γεγονός στο προσωπικό της ημερολόγιο: Ποτέ δε θα ξεχάσω το άγιόν Του κάλεσμα.
Όταν αναπολώ εις την μνήμην μου την ημέραν εκείνην… με διατρέχουν ρίγη θείας συγκινήσεως και μένω εκστατική μπροστά στο θείο μεγαλείο που άντίκρυσα και έγινα μέτοχος εγώ, ανάξιον πλάσμα και τόσον μικρόν…
Ήταν μια Κυριακή του Αύγουστου του 1938. Ανέβηκα στο ανώγι διά να αναπαυθώ και σωματικώς και να τακτοποιήσω τους λογισμούς μου που ήτο τόσον ταραγμένοι και αλληλοσυγκρουόμενοι [...] Όσον και αν προσπαθούσα, μου ήτο αδύνατο να τακτοποιήσω έστω και επ΄ ελάχιστον το ταραγμένο μου πνεύμα. Ξέσπασα σε κλάματα ατελείωτα και μετά σε κατανυκτικήν προσευχήν… Ηρέμησε το πνεύμα μου και κάτι σαν ύπνος με κατέλαβε. Μου έφάνη πως άκουσα σαν βοήν ανέμου, σαν να εσείετο καλαμώνας και ετράβηξε την προσοχήν μου προς το μέρος που ακούετο η βοή. Πράγματι ήτο άνεμος στην αρχή και ενώ έβλεπα προς τα εκεί ξανοίχθηκε μπροστά μου ένα μεγαλοπρεπές θέαμα. Εφάνη μαζί με τον άνεμο ένας άνθρωπος ντυμένος ιερατικά, νέος και ωραίος, ασπροντυμένος με γαλανούς σταυρούς επάνω στο φελόνιον. Δεν πατούσε στη γη. Ήρχετο προς το μέρος μου σαν να πετούσε, σαν να γλυστρούσε. Τα μαλλιά του και τα γένεια του τα ξανέμιζεν ο αέρας και το πρόσωπον του ήτον χαροποιόν. Έφθασε κοντά μου και με επροσπέρασε ένα βήμα και ύψωσε έναν μεγάλον σταυρόν και μου είπε συνάμα: «Έρχου οπίσω μου». Επροχώρησε με τον άνεμο κσι ακούστηκε ψαλμωδία από μυριάδες φωνές και έπαυσε πλέον δι΄ εμέ η οπτασία εκείνη. Εξύπνησα και μονομιάς ευρέθηκα γονατιστή. Ξέσπασα σε λυγμούς. ..Εφώναζα, «έρχομαι Κύριε, έρχομαι» και έκλαια… Από την ημέραν έκείνην μία ήτο η σκέψις μου, πως θα κατορθώσω να απαλλακτώ τον κόσμον και να βρεθώ μόνη μου μέσα σε ένα κελλί με τέσσερις τοίχους, να απολαύσω τον Θεόν μου».
Η Γερόντισσα «ενδεδυμένη τα όπλα του Χριστού»
Από τότε. όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μακαριστή Γερόντισσα, τάχθηκε υπό τη σημαία του σταυρού και πήρε την οριστική απόφαση να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Τακτοποίησε όλες τις υποθέσεις, βοήθησε στην αποκατάσταση των αδελφών της. κέρδισε κάπως τη μεταβολή των γονιών της και έτσι το 1945 εγκατέλειψε τα του κόσμου και πήγε στο ιδιόρυθμο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Καϊμακλί, αφού τότε δε λειτουργούσε κανένα γυναικείο κοινόβιο μοναστήρι στη Κύπρο.
Το 1949 στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. αξιώθηκε του μεγάλου και αγγελικού σχήματος και πήρε το όνομα Χαριθέα. Τα γραφόμενα στο ημερολόγιό της γι΄ αυτή τη μέρα, όπως και ολόκληρη η βιοτή της, φανερώνουν το ανδρείο και αγωνιστικό φρόνημά της και ξεχώριζε πάντα στο χαρακτήρα της. Γράφει σχετικά: «Τώρα πλέον ως στρατιώτης Χριστού, ενδεδυμένη τα όπλα του Χριστού, κατέρχομαι στο στάδιον του αγώνος αποφασισμένη να αποθάνω εις τον αγώνα, παρά να ενδώσω εις τας υποβολάς του εχθρού από τον οποίον καθώς ήκουσα εις την χειροτονίαν μου δεν θα εύρω άνεσιν».
Γεμάτη πνευματικό ενθουσιασμό όπως αναφέρει, έστηνε πύργους με τη φαντασία της και έβλεπε τα μακρά κοντά και τας τραχείας οδούς λείας. Πολυ σύντομα όμως διαπίστωσε ότι η πνευματική κατάσταση στο μοναστήρι δεν την ευχαριστούσε ένεκεν
της ιδιορρυθμίας και της έλλειψης διοικήσεως, γι΄ αυτό η προσευχή της και ο διακαής πόθος της ήταν να φύγει απ΄ εκεί και να αξιωθεί να ζήσει σ΄ ένα κοινόβιο, όπως πάντα ονειρευόταν.
Στο μοναστήρι του Αγίου Ήρακλειδίου

Το παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου (αεροφωτογραφία) το οποίο κτίστηκε επί ηγουμενίας της Γερόντισσας Χαριθέας η οποία βρίσκεται στο εικονοστάσιον του Καθολικού της Ιεράς Μονής
Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια υπομονής και καρτερίας χρειάστηκαν για να φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Το 1962 λοιπόν με την άδεια του τότε Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου του Γ΄ δίνεται στη Γερόντισσα και σε άλλες δύο αδελφές που έφυγαν μαζί της, την αδελφή Θεοφανώ και την αδελφή Ευπραξία, το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου που μέχρι τότε ήταν ερειπωμένο, με σκοπό την αναστήλωση και επαναλειτουργία του ως κοινοβίου.
«Όταν ήλθαμεν την πρώτην φοράν να το δούμεν, γράφει η μακαριστή Γερόντισσα, με έπιασε δέος. Παλαιόν, ερειπωμένον ακατοίκητον…χωρίς εξώπορτα, χωρίς νερό, χωρίς δρόμο, χωρίς φώς… χωρίς κουζίνα και όσα χρειάζονται να ζήσουν οι άνθρωποι. Τα ενθυμούμαι και θαυμάζω το θάρρος που οπωσδήποτε το αναπτέρωνε ο πόθος και η βοήθεια του αγίου Ηρακλειδίου… Εχρειάσθη αρκετός καιρός να απαλλαγούμε από διάφορα ερπετά… που σφετερίζοντο μαζί. μας και αυγά και ψωμιά και όσπρια… Εχρειάσθησαν πολλές ημέρες να καθαρίσωμεν την αυλήν από τα αγκάθια και την εκκλησίαν από τις αράχνες και τες λίγδες των λαδιών… Δουλειά καθημερινή και κόποι μεγάλοι…».
Πολύ σύντομα ο αριθμός της αδελφότητας αυξήθηκε και έτσι το 1966, η Γερόντισσα Χαριθέα αναλαμβάνει επίσημα την ηγουμενία της Μονής.
«Μόνον από αγάπην κινούμενη», όπως αναφέρει, «ανέλαβα την ευθύνη, χωρίς να υπολογίσω το μέγεθος της δυσκολίας. Το κοινόβιον και η παρουσία του πνευματικού, μου έδιδε το θάρρος και εσμίκρυνε τες δυσκολίες».
Με την ανδρεία της ψυχή, το δραστήριο χαρακτήρα και το άμεμπτο αγωνιστικό της φρόνημα, με θυσία και αυταπάρνηση ανοικοδόμησε τον άγιο και αποστολικό χώρο της μετανοίας της με κομμάτια από την καρδιά της. Κάθε τι έμψυχο και άψυχο στο μοναστήρι είναι ποτισμένο από τα δάκρυα των προσευχών της και τους ιδρώτες των κόπων της. Το οικοδομικό συγκρότημα της Μονής δέχθηκε πολλαπλές επιδιορθώσεις και προσθήκες κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας της. Επισκευάστηκαν εκ βάθρων και επεκτάθηκαν πτέρυγες της Μονής. Διορθώθηκε και εξωραΐστηκε το Καθολικό και το Συνοδικό. Ανοικοδομήθηκαν εργαστήρια, τραπεζαρία, ξενώνες και αρχονταρίκι. Κτίστηκε παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο. Ακόμη διαμορφώθηκαν εσωτερικοί διάδρομοι με ψηφιδωτό δάπεδο το οποίο φιλοτέχνησαν οι αδελφές της Μονής.
Καρδιά ανοιχτή για κάθε «Χριστό»
Εκτός όμως. από την ευθύνη για την αναστήλωση και επέκταση της Μονής για τριαντατέσσερα χρόνια σήκωνε και το βαρύ σταυρό της πνευματικής καθοδήγησης των μοναζουσών.
Με απέραντη αγάπη, διάκριση, ταπείνωση και συμμόρφωση στην πατερική παράδοση, προσπαθούσε να μορφώσει το Χριστό στην καρδιά κάθε αδελφής, γεγονός, που απαιτούσε πολλή υπομονή και μακροθυμία, αφού κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό χαρακτήρα και ιδιαιτερότητες. Γράφει συγκεκριμένα η Μακαριστή Γερόντισσα στο ημερολόγιο της: «Διά να συγκροτείται και να προχωρή ένας πνευματικός οργανισμός ο υπεύθυνος οφείλει να κλαίη μετά των κλαιόντων και να χαίρη μετά των χαιρόντων. Να κατεβή στο επίπεδο του οποιουδήποτε αδελφού και να έχη τη δύναμιν να τον σηκώση από την πτώσιν του. διαθέτοντας πολλήν αγάπην, πολήν υπομονήν και μαεστρίαν. διά να τον θέση ενώπιον του σκοπού του και των υποσχέσεών του απέναντι του Εσταυρωμένου Ιησού. Δεν είναι εύκολον καθόλου, διότι βαρύνουν οι κληρονομικότητες, πολλές φορές η στενή διανοητική δύναμις, οπότε ενισχύεται ο εγωϊσμός, η φιλαυτία, το πείσμα και κυριαρχεί η υπερηφάνεια».
Έτσι η μακαριστή Γερόντισσα Χαριθέα, πλάτυνε τόσο πολύ την καρδία της, ώστε να χωρεί και να σκεπάζει τα προβλήματα τις ανησυχίες και τις αδυναμίες κάθε πνευματικού της τέκνου, Επιπλέον, λόγω του χαρακτήρα της, απέφευγε την αυταρχική επιβολή κανόνων και προσπαθούσε να επιταχύνει το έργο της, προκαλώντας τη φιλοτιμία και την αγάπη των αδελφών προσφέροντας, ταυτόχρονα, τον εαυτό της ώς παράδειγμα προς μίμηση, τόσο στην εξωτερική συμπεριφορά όσο και στην εσωτερική πνευματική εργασία.

Φορητή εικόνα του Αγίου ηρακλειδίου η οποία βρίσκεται στο εικονοστάσιον του Καθολικού της Ιεράς Μονής
Παράλληλα με τη φροντίδα για την πνευματική καθοδήγηση της αδελφότητας, πολύ συχνά μοιραζόταν τις υλικές και πνευματικές ανάγκες, τον πόνο και τα προβλήματα κάθε ανθρώπου που ζητούσε τη βοήθεια της. Παρ΄ όλες τις φροντίδες που είχε και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε από διάφορες αρρώστιες που κατά καιρούς πέρασε, η πόρτα και η καρδιά της ήταν πάντοτε ανοιχτή για κάθε «Χριστό», όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε κάθε ένα που ζητούσε τη βοήθεια της. Όσοι κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί είχαν την ευλογία να την γνωρίσουν, έτρεφαν γι΄ αυτήν μεγάλο σεβασμό, εκτίμηση και αγάπη, αφού η πανωραία ψυχή της αντανακλούσε με γλυκύτητα και απλότητα τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Αν και διήλθε τη ζωή της διά μέσου πολλών θλίψεων, χύνοντας ποταμούς δακρύων, αν και συνάντησε μεγάλες δυσκολίες και πολλές αντιδράσεις, εντούτοις με το ανδρείο φρόνημα που την χαρακτήριζε και τις παννύχιες προσευχές της κατάφερε να αντιμετωπίζει κάθε δύσκολη κατάσταση, έχοντας πάντοτε την ελπίδα της στη Θεία Πρόνοια.
Το όσιακό τέλος της Γερόντισσας
Τα τελευταία δύο χρόνια της επιγείου ζωής της τα πέρασε καθηλωμένη στο αναπηρικό καροτσάκι, λόγω κάποιας βλάβης στη σπονδυλική της στήλη. Ο τελευταίος χρόνος έγινε. όμως. μαρτυρικός, αφού προστέθηκαν οι αβάσταχτοι πόνοι τον καρκίνου και οι ατελείωτες νύχτες που περνούσε άγρυπνη, λόγω της δύσπνοιας. Και αυτή τη δοκιμασία, όμως. την πέρασε με πολλή υπομονή, καρτερία, σιωπή και προσευχή, χωρίς να γογγύσει ή να παραπονεθεί, διδάσκοντας, έτσι το τελευταίο μάθημα σε εμάς τις μοναχές της. Στις 13 Απριλίου το 2000, Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος, κοιμήθηκε εν Κυρίω με οσιακό τέλος.
Την προηγούμενη νύχτα, όταν οι αδελφές διάβαζαν στο νοσοκομείο το Μεγάλο Κανόνα, η Γερόντισσα συμπλήρωνε το «Ελέησόν με. ο Θεός ελέησόν με», ενώ το πρωΐ την άκουσαν να λέει: «Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντες μοι εύγε», εύγε. Αφού γύρισε αριστερά, έφτυσε τρεις φορές, ξανάφτυσε πιο δυνατά και συνέχισε λέγοντας: «Αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί Σοι. πάντες οι ζητούντες Σε ο Θεός και λεγέτωσαν διά παντός, μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν Σου».
Η προσευχή ήταν η συνεχής αδολεσχία της μέχρι και τις τελευταίες αναπνοές της. Ένα δείγμα της προσευχής της προς τον ουράνιο νυμφίο της είναι γραμμένο στο ημερολόγιό της: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ η αναξία Σου δούλη. Τη βοήθειάν Σου και τη χάριν Σου την οποίαν εδοκίμασα πλουσίαν ένεκεν της άπειρου Σου ευσπλαχνίας και έδειξες τον πλούτον της χρηστότητας Σου και εις εμέ την ελαχίστην, μη παύσης να μοι χορηγής πάντοτε, διά να δυνηθώ να φέρω τον Σταυρόν σου, μέχρι τελευταίας μου αναπνοής, να εργασθώ προς δόξαν Σου και να φανώ αξία της κλήσεως της οποίας εκλήθην. Κάμε με αγίαν, Θεέ μου, και εν σώματι και εν πνεύματι. Μή με εγκατάλειψης διά τας εν γνώσει και αγνοία μου αμαρτίας. Μη παρίδης την πτωχήν Σου, τεθλιμμένην και αποτεθαρρημένην. Μη με άφήσης μόνην, Θεέ μου, εις τας επιθυμίας μου, αλλά δος μοι την χάριν Σου, ίνα συμπαρούσα μοι κοπιάση και μείνη μετ΄ εμού, μέχρι τέλους.
Ηγαπημένε μου Ιησού, Αγνέ μου εραστά, γλυκύτατε σύζυγε της ψυχής μου, μοναδικόν μου αγαθόν παντοτινή αδολεσχία του νοός μου, γλυκύτατον εντρύφημα της γλώσσης μου άρρητος θυμηδία της ψυχής μου, βοήθησον με να φέρω με υπομονή τον ολίγον κόπον τον οποίον χάριν Σου ανέλαβον, ότι είσαι Θεός ελέους και οικτιρμών και Σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Αμήν. Την ευχή της να΄ χουμε.

Σοβαρές ζημιές στην Εκκλησία από τον αποτυχημένο ''γάμο'' Εθνικής - Eurobank

Ο άγιος Γρηγόριος ο Ε'



Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΥΣΤΕΡΑ 
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
ΝΕΟΙ ΑΓΡΙΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

        Η είδηση για την έναρξη της επαναστάσεως στην Πελοπόννησο έφθασε στην Κωνσταντινούπολι προς το βράδυ της 31ης Μαρτίου και η είδηση για την επανάσταση στην ανατολική Στερεά Ελλάδα λίγες ημέρες αργότερα.
Ο σουλτάνος καταλήφθηκε από μεγάλη ταραχή και αντέδρασε όπως και όταν πριν ένα μήνα είχε μάθει την κήρυξη της επαναστάσεως από τον Υψηλάντη. Ενέμεινε ωστόσο στην ίδια εκτίμηση της καταστάσεως και των κινδύνων για την οθωμανική αυτοκρατορία. Αν και είχε μεσολαβήσει η αποδοκιμασία από τον Ρώσο αυτοκράτορα του Υψηλάντη και του κινήματός του και η Ρωσία τηρούσε ουδετερότητα στη Μολδοβλαχία ο σουλτάνος και οι σύμβουλοί του εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι η ρωσική στάση ήταν απλώς «επίδειξις αποδοκιμασίας», ότι ήταν αδύνατον οι «ραγιάδες» να τόλμησαν την επανάσταση μόνοι τους χωρίς υποκίνηση από τη Ρωσία, ότι ήδη με την επανάσταση και στη νότια περιοχή της Βαλκανικής, ύστερα από την επανάσταση στις βόρειες επαρχίες της, προχωρούσε η εφαρμογή του γενικότερου επαναστατικού σχεδίου και έπρεπε να αναμένεται η εξέγερση και μέσα στην Κωνσταντινούπολι.

Συνέπεια της εκτιμήσεως αυτής ήταν να εξακολουθήσουν να θεωρούνται ως κύρια μέτωπα η Μολδοβλαχία, που ήταν προωθημένη θέση για τη συγκράτηση των Ρώσων, και η ίδια η Κωνσταντινούπολις έπρεπε άρα να συνεχιστή η αποστολή στρατευμάτων προς τον Δούναβη και η συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στρατού και στόλου στην πρωτεύουσα, προς μεγάλη ωφέλεια της Επαναστάσεως στην Ελλάδα, που η αντιμετώπισή της, κατά τους πρώτους μήνες, αφέθηκε βασικά στις επιτόπιες τουρκικές δυνάμεις.
Θεωρήθηκε εξ άλλου από τον σουλτάνο και τους συμβούλους του, υπό την επήρεια και των αισθημάτων εκδικήσεως εναντίον των Ελλήνων, ότι το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μη εξάπλωση της επαναστάσεως στην Ελλάδα και σε άλλες επαρχίες και για την καταστολή της στις ήδη επαναστατημένες περιοχές ήταν η εξαπόλυση τρομοκρατίας.
Έτσι, άρχισε, από την Κωνσταντινούπολι πρώτα, νέο κύμα άγριων διωγμών που επεκτάθηκε σε όλες σχεδόν, τις περιοχές της αυτοκρατορίας, όπου υπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί στη διάθεση των τουρκικών αρχων.

 
Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ)
Ήδη την 1η Απριλίου οργανώθηκε οχλαγωγική διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολι με επικεφαλής φανατικούς «σοφτάδες», τρόφιμους σπουδαστές των ιερατικών σχολείων. Οι διαδηλωτές, αφού διέτρεξαν επί ώρες τους δρόμους της πρωτεύουσας με κραυγές και απειλές εναντίον των απίστων, καταπάτησαν την έξω από το τείχος ελληνική εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, την λεηλάτησαν και την έκαψαν.
Ο κύριος σκοπός των οργανωτών της διαδηλώσεως ήταν να προκληθεί σύγκρουση με Έλληνες «επαναστάτες» και έτσι να υπάρξει πρόσχημα για τη γενική σφαγή των απίστων, χωρίς η πραγματοποίησή της να παρεβαίνη τον τουρκικό νόμο και δίχως να παρέχει επιχειρήματα για επέμβαση της Ρωσίας, που οι Συνθήκες της παρείχαν δικαίωμα προστασίας των Χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έλληνες «επαναστάτες» όμως δεν εμφανίσθηκαν στους δρόμους, όπως φαντάσθηκαν οι τούρκοι. Οι Έλληνες κλείσθηκαν στα σπίτια τους. Δεν δόθηκε έτσι πρόσχημα για τη γενική σφαγή.

Ο σουλτάνος εφάρμοσε τότε τη μέθοδο των μερικών σφαγών και των θανατώσεων εκλεκτών Ελλήνων, αυτών ιδίως που κατείχαν ηγετικές θέσεις. Αλλα οι εγκληματικές αυτές πράξεις, αντί να τρομοκρατήσουν και να κάμψουν τους Έλληνες επαναστάτες, τους φανάτισαν και τους συσπείρωσαν περισσότερο και αντί να εξασθενίσουν, ενδυνάμωσαν την Επανάσταση.
Εν τω μεταξύ, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', που είχε κατορθώσει κατά τον Μάρτιο να διασώσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς, τους υποκείμενους στην εξουσία των Τούρκων, από τους μείζονες κινδύνους που είχαν προκύψει ως συνέπεια της αντιδράσεως του σουλτάνου στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας, αντιλήφθηκε, όταν έμαθε την επανάσταση της Πελοποννήσου, ότι θα άρχιζε νέος κύκλος αγριώτερων διωγμών. Προβλέποντας ότι ο σουλτάνος θα στρεφόταν εναντίον των κορυφαίων του Έθνους, έσπευσε στο σπίτι του μεγάλου διερμηνέως Κωνσταντίνου Μουρούζη και τον προέτρεψε να φύγει, ώστε να σωθεί, λέγοντάς του, σύμφωνα με την αφήγηση του Φιλήμονος:
«Αφετέ με να πληρώσω εγώ την εκδίκησιν του τυράννου. Είμαι γέρων, καταβαίνων τον τάφον. Το σχήμα μου, η λειτουργία μου, με καλούσιν εις θυσίαν υπέρ του ποιμνίου. Σωθείτε όμως υμείς, διότι έχετε και ηλικίαν και ικανότητα και θέσιν κοινωνικήν, να υπηρετήσετε την πατρίδα».

ΟΚ. Μουρούζης«ουδόλως... κατώτερος των περιωνύμων Γεωργίου και Δημητρίου, ... της αυτής οικογενείας» απάντησε στον πατριάρχη: «Γνωρίζω την τύχην ήτις με αναμένει. Αλλά, αν φύγω εγώ, σώζω μεν την ζωήν μου, θέλω όμως ιδεί εξαγορασθησομένην αυτήν δια του αίματος απείρων αθώων. Η φυγή μου θέλει βεβαιώσει έτι μάλλον τα περί ενοχής του γένους υποψίας του σουλτάνου, και η γενική σφαγή θέλει παρακολουθήσει ταύτην. Συμφέρει ένα απολέσθαι υπέρ του λαού. Ας θυσιασθώ εγώ, Δεσπότη μου αλλ' ας σωθώσιν οι άλλοι, ας σωθή το έθνος». Έτσι και ο πατριάρχης και ο μέγας διερμηνέας παρέμειναν στις θέσεις τους, για να υπερασπισθούν όσο μπορούσαν το έθνος.

Ο σουλτάνος στράφηκε πρώτα εναντίον του μεγάλου διερμηνέως. Για την ενοχοποίησή του χρησιμοποιήθηκε σκευωρία. Τη Μεγάλη Δευτέρα, 4 Απριλίου, ενώ πήγαινε στην υπηρεσία του, άγνωστος τον πλησίασε έξω από την πόρτα του «πασά - καπούσου» και του έδωσε επιστολή με υπογραφή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο Μουρούζης αναγνώρισε ότι η υπογραφή ήταν πλαστή και παρουσίασε αμέσως την επιστολή στον τούρκο υπουργό των Εξωτερικών, που τον καθησύχασε. Αλλά, ενώ έβγαινε από την αίθουσα, τον άρπαξε ο δήμιος και τον οδήγησε στο «γιαλί - κιοσκιού», όπου σε λίγα λεπτά εμφανίσθηκε ο ίδιος ο σουλτάνος, για να παρακολουθήσει τη θανάτωση του μεγάλου διερμηνέως. Εκείνος πρόφθασε και του φώναξε στην τουρκική γλώσσα:
«Αιμοβόρε σουλτάνε! σουλτάνε άδικε! σουλτάνε άθλιε! η τελευταία ώρα της βασιλείας σου εσήμανε αι ωμότητές σου τιμωρηθήσονται ο Θεός εκδικήσοι σοι το ελληνικόν έθνος». Αμέσως θανατώθηκε από τον δήμιο με αποκεφαλισμό.Έτσι τελείωσε τη ζωή του, σε ηλικία 32 ετών, ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, «αναμφιβόλως», όπως γράφει o Κούμας,«ο αγαθοφρονέστατος πάντων των συγχρόνων του φαναριωτών».

Επακολούθησαν όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα θανατώσεις εγκρίτων Ελλήνων. Έτσι, θανατώθηκαν ο βάνος Μαυροκορδάτος, ο Παναγιώτης Χαντζέρης, ο βάνος Νικόλαος Χαντζέρης, ο σπαθάρης Δημήτριος Χαντζέρης, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος από την Πελοπόννησο, ο Αντώνιος Τσίρας από την Πελοπόννησο και ο γιός του Στέφανος, ο βάνος Παναγιώτης Τσέγκης, ο Τσορμπατσόγλου με άλλους τέσσερεις άγνωστους, ο αγάς Αλέξανδρος Ράλλης, ο παχάρνικος Γεώργιος και ο κλουτσιάρης Ζαφείρης από τα Θεράπεια και άλλοι.

Εν τω μεταξύ η Πύλη διέταξε τον πατριάρχη να στείλη απογραφή των ελληνικών οικογενειών που έμεναν στο Φανάρι με τα ονόματα των ανδρών, τις πατρίδες και τα επαγγέλματά τους. Ήθελε να έχει κατάλογο των «αρχοντικών» προσώπων και των μετοίκων Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτών και Αιγαιοπελαγιτών, ώστε να επιλέγει εύκολα τα θύματα, ανάλογα με τις αποφάσεις της κάθε φορά. Επειδή δεν υπήρχε τέτοια απογραφή, ανέλαβαν να την πραγματοποιήσουν δύο Τουρκοκρήτες, που γνώριζαν ελληνικά, με δύο εφημέριους ως οδηγούς των.

Συγχρόνως εκδόθηκε διάταγμα, που απαγόρευε με ποινή θανάτου την αναχώρηση των ραγιάδων υπό οποιαδήποτε σημαία. Ζητήθηκε σχετική συγκατάθεση των πρέσβεων των ευρωπαϊκών δυνάμεων και δόθηκε. Απέκτησαν έτσι οι τουρκικές αρχές το δικαίωμα να ενεργούν έρευνα στα πλοία των δυνάμεων αυτών. Έστειλαν μάλιστα οι πρέσβεις διαταγές στους προξένους των σε όλη την οθωμανική επικράτεια, να μην παρέχουν στους Έλληνες άσυλο ή υπεράσπιση, ούτε να επιτρέπουν στους πλοιάρχους να δέχωνται φυγάδες. Μόνο o πρέσβυς της Ρωσίας Στρόγανωφ δεν παραδέχθηκε το απάνθρωπο αυτό διάταγμα της Πύλης και υποστήριξε ότι αντέβαινε στις Συνθήκες. Με το μέτρο αυτό της απαγορεύσεως των αναχωρήσεων ήθελε η Πύλη να αποτρέψει την ενίσχυση των επαναστατών στην Ελλάδα με φυγάδες, αλλά και να έχει στην Κωνσταντινούπολι και τις άλλες πόλεις «επί το προχειρότερον πλείονα θύματα κατά τας περιστάσεις».

            Ο πατριάρχηςείχε τη δυνατότητα να διαφύγειπαρ' όλα αυτά τα μέτρα, αλλά έκρινε πάντοτε, ότι όφειλε να παραμείνη ως το τέλος στη θέση του. Στις προτροπές να φύγη, όταν γνώσθηκε η επανάσταση της Πελοποννήσου, απάντησε, όπως αναφέρει βιογράφος του:
«Με προτρέπετε εις φυγήν μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των Χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, όπως εγώ μετημφιεσμένος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικί οιουδήποτε ευεργετικού ημών πρεσβευτού, ν' ακούω δ' εκείθεν πως οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύσαντα λαόν ουχί. Εγώ δια τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως απολέσω τούτο δια της χειρός των γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρα η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ήγεμόνες δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πως η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ' υπομονής εις ό,τι και αν μου συμβεί... Ναι ας μη γείνω χλεύασμα των ζώντων δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της 0δησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενος εν μέσω των αγίων να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες :Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης. Αν το έθνος μου σωθεί και θριαμβεύσει τότε πέποιθα ότι θα μου αποδώσει θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου... Υπάγω όπου με καλεί ο νους μου, ο μέγας κλήρος του έθνους και ο πατήρ ο ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων».
Ως το Μεγάλο Σάββατο οι τούρκοι είχαν θανατώσει μόνο λαϊκούς Έλληνες. «Έμεινε...», όπως γράφει ο Κούμας, «να επιφερθή ποινή εις τον κλήρον, ως εγγυητήν της υπακοής των Χριστιανών. Δια να γείνη επαισθητοτέρα, και ως καθόλου του Χριστιανικού γένους επαγομένη, επρόσμενεν η Οθωμανική αυλή την ημέραν του Πάσχα» και αποφάσισεν να θανωτώση και τον ίδιο τον πατριάρχη.

Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα, 10ης Απριλίου, έφτασε στα Πατριαρχεία ο νέος μέγας διερμηνέας Σταυράκης Αριστάρχης και κατευθύνθηκε στη μεγάλη αίθουσα, το «μεγάλον συνοδικόν». Ανέβηκε τότε εκεί και ο πατριάρχης, και συνδιαλεγόταν μαζί του, ενώ εκείνος έκρυβε τον λόγο της αποστολής του και την ταραχή του όσο μπορούσε. Έφτασαν σε λίγο οι αρχιερείς που κατοικούσαν κοντά, αμέσως ακούσθηκε θόρυβος από άλογα στην αυλή και παρουσιάστηκαν στην αίθουσα, «μορφήν φέροντες τεράτων! αγριωπών», όπως γράφει ο Φιλήμων, «ο γενιτσάραγας, ο μποσταντσίμπασης, ο τσαουσλάρ εμινή, ο κεσεδάρης του υπουργού τωv εξωτερικών και άλλοι πολλοί ..,. μέχρι πεντήκοντα».

Ο Πατριάρχης τότε κατάλαβε τον λόγο της παρουσίας τους και ζήτησε να του φέρουν «τον τρίβωνα και το επανω­καλύμαυχον». Τα φόρεσε και αποσύρθηκε στο κάτω μέρος της αίθουσας. Ο μέγας διερμηνέας σηκώθηκε όρθιος και διάβασε διάταγμα παύσεως του πατριάρχη και εξορίας του. Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', που δεν ήταν πια ούτε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ούτε πατριάρχης, στράφηκε, στην έξοδο της αίθουσας. Τον περιστοίχισαν τότε οι τούρκοι και ο κεσεδάρης τον οδήγησε στην αποβάθρα του Φαναρίου όπου τον επιβίβασαν σε ακάτιο μαζί με τον ανεψιό του Δημήτριο και τον ιεροδιάκονο Αγάπιο, που τον συνόδευαν. Το ακάτιο όμως, αντί να κατευθυνθεί προς το Καδίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τον τόπο της εξορίας, σύμφωνα με το διάταγμα, στράφηκε προς το γιαλί - κιοσκιού, οπότε φάνηκε ότι είχε αποφασισθεί η θανάτωση του πατριάρχη. Μετά την αποβίβαση τον έκλεισαν στην τρομερή φυλακή του μποσταν­τσίμπαση.

Εν τω μεταξύ στα Πατριαρχεία, όπου είχαν συγκεντρωθεί για την εκλογή νέου πατριάρχη, οι αρχιερείς, οι ηγεμόνες Αλέξανδρος Καλλιμάχης και Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ο μέγας διερμηνέας, ο μέγας λογοθέτης της Εκκλησίας Στέφανος Μαυρογένης, οι πρόκριτοι και οι προϊστάμενοι των Συντεχνιών, διάβασε πάλι ο μέγας διερμηνέας το διάταγμα για την έκπτωση του πατριάρχη και την εκλογή νέου:
«Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος, γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του και τω προσδιορίζεται διαμονή εις το Καδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής... Μη επιθυμούσα η Υψηλή Πύλη να στερήσει τους πιστούς της υπηκόους από της πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειά των».
 Η εκλογή όμως καθυστερούσε. Οι καταλληλότεροι για τον πατριαρχικό θρόνο αρχιερείς παρακαλούσαν να μην εκλεγούν. Έφθασε τότε νέα, αυστηρή διαταγή της Πύλης, να γίνη αμέσως η εκλογή. Τελικά δέχθηκε ο Πισιδίας Ευγένιος, Φιλιππουπολίτης. Εφοδιάσθηκε αμέσως με τη συστατική αναφορά και πήγε στην Πύλη σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Όταν γύρισε, έγινε δεκτός με τις συνηθισμένες τυπικές τιμές και επακολούθησε η δοξολογία μέσα σε ατμόσφαιρα κατήφειας, θλίψεως και αγωνίας.

Μετά την αναχώρηση από την Πύλη του νέου πατριάρχη οι τούρκοι βγάλανε από τη φυλακή τον πατριάρχη Γρηγόριο, τον επιβίβασαν πάλι σε ακάτιο με συνεπιβάτη τον κοτσίμπαση (αρχιβασανιστή) και απομάκρυναν τους δικούς του συνοδούς. Το ακάτιο, κυκλωμένο από άλλα, με 4 ως 5 στρατιώτες, κατευθύνθηκε πίσω στην αποβάθρα του Φαναρίου, όπου και αποβίβασαν τον πατριάρχη με τα χέρια του δεμένα πίσω. Εκεί άγριο πλήθος Τούρκων ενόπλων και στρατιωτών είχε συγκεντρωθεί και περίμενε, γαυριώντας, να παρακολουθήσει τη θανάτωση του αρχηγού των Ελλήνων,"ως πρώτου δήθεν και κυρίου αρχηγού της επαναστάσεως της Πελοποννήσου."

Ο πατριάρχης Γρηγόριος προχώρησε λίγα βήματα, γονάτισε και έσκυψε το κεφάλι, περιμένοντας το μαχαίρι του δημίου. Αλλά ο κοτσίμπασης του έδωσε λάκτισμα και του είπε αγρία«καλκ γιου ρου»(σήκω και προχώρα) και, όπως ο πατριάρχης από το γήρας και την εξάντληση δεν μπορούσε να σηκωθεί, τον βοήθησε o ίδιος. Δυό στρατιώτες τον υποβάσταζαν για να συνεχίσει την πορεία στον ανηφορικό δρόμο προς τα Πατριαρχεία.

Όταν έφτασαν εκεί χρειάσθηκε να περιμένουν. Είχε αποφασιστεί για τον πατριάρχη θάνατος με απαγχονισμό και ως θέση η μεσαία από τις τρείς εξωτερικές θύρες των Πατριαρχείων ετοίμαζαν τότε την αγχόνη με δοκούς που έμπηγαν στον θριγκό του τοίχου επάνω από τη θύρα αυτή και δεν είχε τελειώσει ακόμη η εργασία. Κατά τον χρόνο της αναμονής ο πατριάρχης προσευχόταν. Όταν όλα συμπληρώθηκαν, ο μποσταντσήμπασης του είπε με βροντώδη φωνή, όπως αναφέρει ο Φιλήμων: «Κακούργε, ουκ ει συ ο διαφθείρας τους δούλους του σουλτάνου, του καταφυγίου του κόσμου; ουκ ει συ ο ωθήσας τους απίστους υπηκόους εις την αποστασίαν;...» και έδωσε διαταγή στους δημίους. Αυτοί τον έσυραν στην αγχόνη. Ο θάνατός του επήλθε αμέσως.


Στο στήθος του αναρτήθηκε έγγραφο, που ανέφερε την αιτία της καταδίκης του:
«Επειδή χρέος των ανωτέρων και των αρχηγών, οιουδήποτε έθνους, είναι το επαγρυπνείν νυχθημερόν επί των εις την επιτήρησιν αυτών εμπεπιστευμένων προσώπων, το πληροφορείσθαι περί πασών των πράξεων αυτών και αναφέρειν εις την κυβέρνησιν πάντα τα μεταξύ αυτών ανακαλυπτόμενα εγκλήματα και οι Πατριάρχαι, όντες επίσης, ως εκ της θέσεως αυτών, ανώτεροι και αρχηγοί των υπηκόων, οίτινες ζώσιν εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής εξουσίας, οφείλουσιν, ίνα προ πάντων ώσιν άμωμοι, έντιμοι, χρηστοί και ειλικρινείς κεκτημένοι δε τας ιδιότητας ταύτας, αφ' ου εννοήσωσι τας αγαθάς και κακάς κλίσεις λαού τίνος, οφείλουσιν, ίνα προλαμβάνωσιν εγκαίρως τας κακάς δι' απειλών τε και συμβουλών, εν ανάγκη δια τιμωριών κατά τα παραγγέλματα της θρησκείας αυτών, και πληρούσιν ούτω μέρος της ευγνωμοσύνης ην οφείλουσι τη υψηλή Πύλη δια τας ευεγερσίας και τας ελευθερίας, ην απολαύουσιν υπό την αγοθοεργόν αυτής σκιάν.

Αλλ' ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης, όστις όμως έδωκε προηγουμένως τοσαύτα αφοσιώσεως δείγματα, δεν ηδυνήθη να μη συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρισθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων ανθρώπων, επιλαθομένων εαυτών και παρασυρομένων υπό διαβολικών και χιμαιρικών ιδεών χρέος δε αυτού ην, όπως διδάξη τους αμαθείς, ότι προέκειτο ενταύθα περί επιχειρήσεως ματαίας, ουδέποτε δυναμένης ίνα πραγματοποιηθή, επειδη τα κακα σχέδια ουδέποτε θριαμβεύουσι κατα της μωαμεθανικης ισχύος και θρησκείας, λαβουσών την ύπαρξιν αυτών παρά του θεού από χιλίων και πλέον ετών, και διατηρηθησομένων μέχρι της τελευταίας κρίσεως, ως βεβαιεί ημάς ο ουρανός δια αποκαλύψεων και θαυμάτων. Εν τούτοις ένεκα της διαφθοράς της καρδίας αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ' ετιμώρησε τους απλούς ανθρώπους, οίτινες επλανήθησαν, αλλά, κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως, ώστε αναποφεύκτως σχεδόν άπαν το Ελληνικόν έθνος, εν υπάρχουσι πολλοί αθώοι και δυστυχείς υπήκοοι, ουδέ την ελαχίστην ταύτης γνώσιν έχοντες, θέλει καταστραφή ίσως εκ θεμελίων και καταστή το αντικείμενον της οργής του Θεού.

Όταν η αστυνομία επληροφορήθη περί της επαναστάσεως, και αφ' ου αυτή εγνώσθη υπό του κοινού, η υψηλή Πύλη, υπό μόνης της συμπαθείας προς τους δυστυχείς αυτής υπηκόους ορμουμένη, εζήτησεν ίνα επαναγάγη αυτούς δια της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και διεύθυνεν επί τούτω προς τον Πατριάρχην προσταγήν, διαλαμβάνουσαν διαταγάς και συμβουλάς αναλόγους προς τον σκοπόν τούτον, μετά διαταγής προς τον Πατριάρχην, όπως αναθεματίση πάντα τα μέρη του τόπου, ένθα ο τρόπος ούτος κατέστη αναγκαίος κατά των συμμετασχόντων της επαναστάσεως υπηκόων.

Άλλ' αντί να δαμάση αυτούς, και πρώτος αυτός να επανέλθη εις το χρέος αυτού, αυτός ο άπιστος υπήρξεν υπέρ πάντα άλλον ο άξων πασών των αταξιών, των μέχρι του δεδιαταραξασών την κοινήν ησυχίαν, επείσθημεν, ότι και αυτός εγεννήθη εις Πελοπόννησον, και ότι συμμετέσχε πασών των βιαίων πράξεων, ας τινές υπήκοοι πεπλανημένοι έπραξαν εκεί και εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτω λοιπόν αυτός ο ίδιος υπήρξεν αίτιος της εξοντώσεως και της απωλείας, ην βεβαίως θέλουσιν υποστεί τη βοήθεια του Θεού. Επειδή δε επείσθημεν απανταχόθεν περί της προδοσίας αυτού ου μόνον κατά της υψηλής Πύλης, αλλά και κατά του ιδίου αυτού έθνους, αναγκαίον κατέστη, όπως αφαιρεθή το σώμα του από της γης και δια τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση εις παράδειγμα δια τους λοιπούς.»
Εξεδόθη την 19 του μηνός Ρετζέπ έτος 1230
10 Απριλίου 1821

ΠΗΓΗ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛ.ΕΘΝΟΥΣ ΕΚΔ.ΑΘΗΝΩΝ

Ο Άγιος Γρηγόριος Ε΄

Ο Γρηγόριος Ε΄ (1746-1821) από τους επιφανέστερους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως (1797-1798, 1806-1808, 1818-1821) εθνομάρτυρας από τους διαπρεπέστερους του απελευθερωτικού αγώνα, Άγιος της Εκκλησίας (10 Απριλίου), ανήκει εξίσου στην Εκκλησία, στο Έθνος και την Παιδεία. Παράλληλα πολυσυζητημένη μορφή, λόγω της εμπλοκής του στις ιδεολογικές συγκρούσεις του νεότερου ελληνισμού.
  Βιογραφικά
Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Γεννήθηκε στην Δημητσάνα από γονείς ασήμους και φτωχούς. Η φιλομάθεια του όμως τον ώθησε στην σπουδή. Σπούδασε αρχικά στη σχολή της γενέτειρας του και από το 1756 για δύο χρόνια στην Αθήνα. Με τη βοήθεια ενός θείου του, νεωκόρου στη Σμύρνη, μπόρεσε να φοιτήσει άλλα πέντε χρόνια στο περίφημο Γυμνάσιό της. Ήταν όμως φύση όχι μόνο φιλομαθής, αλλά και ασκητική. Αναθρεμμένος σε κλίμα παραδοσιακό- ησυχαστικό, ακολούθησε το χάρισμά του και στράφηκε στο μοναστικό βίο. Τον έρωτά του για το μοναχισμό ενίσχυσε η περίφημη Μονή Φιλοσόφου στην πατρίδα του και η από την παιδική ηλικία σχέση του μαζί της. Η κουρά του έγινε στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Στη συνέχεια θα σπουδάσει στην Πατμιάδα Σχολή (θεολογία και φιλοσοφία) κατορθώνοντας να αποκτήσει υψηλή για την εποχή παιδεία. Ξαναγυρίζει στη Σμύρνη, όπου χειροτονείται διάκονος από τον Σμύρνης Προκόπιο, υπηρετώντας ως αρχιδιάκονός του.
Γρήγορα όμως γίνεται πρεσβύτερος και πρωτοσύγκελος. Το 1785 ο Προκόπιος εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Γρηγόριος χειροτονείται επίσκοπος και ανέρχεται στο Μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης. Η πλούσια δραστηριότητά του τον κάνει πλατιά γνωστό και γι' αυτό τον Μάιο του 1797, μετά τη χηρεία του Οικουμενικού Θρόνου, εκλέγεται πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Γρηγόριος Ε΄. Η παραμονή του στον Οικουμενικό Θρόνο συνδέεται με πλήθος περιπετειών και δυσχερειών. Αυτό φαίνεται και από την ανώμαλη πορεία της πατριαρχίας του. Εκθρονίζεται και εξορίζεται το 1798. Αποσύρεται στη Μονή Ιβήρων του Άθωνα, όπου μένει επτά χρόνια, επιδιδόμενος στην άσκηση και μελέτη. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 καλείται για δεύτερη φορά από τους αρχιερείς στον Πατριαρχικό Θρόνο.
Τα προβλήματα όμως δεν παύουν. Η αλλαγή της τουρκικής πολιτικής και η επανάσταση των Γενιτσάρων επιφέρουν και νέα πτώση του Γρηγορίου, που εξορίζεται στην Πριγκηπόνησο και το 1810 αποσύρεται πάλι στο Άγιο Όρος, όπου μένει άλλα 9 χρόνια. Εκλέγεται όμως και για Τρίτη φορά πατριάρχης (15 Δεκεμβρίου 1818 )κι επιστρέφει στην Πόλη τον Ιανουάριο του 1819. Η Τρίτη πατριαρχία του συνδέεται με κρισιμότατες στιγμές του Γένους. Η θέση του γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη και η πατριαρχία του λήγει με τη μαρτυρική του θυσία. Αφού τη νύχτα του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) μαζί με 8 άλλους αρχιερείς τέλεσε τη θεία Λειτουργία της Αναστάσεως συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Αλλά στις 3 το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στη μεσημβρινή πύλη του Πατριαρχείου. Επί τρεις ημέρες το σώμα του έμεινε μετέωρο, δεχόμενο τους εξευτελισμούς του μανιασμένου όχλου. Μια σπείρα Εβραίοι αγόρασαν το νεκρό, τον περιέφεραν στους δρόμους και τελικά τον έριξαν στον Κεράτιο. Ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Νικ. Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε κρυφά στην Οδησσό, όπου τάφηκε στον Ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος.
 Δράση
Παρά το σύντομο διάστημα της πατριαρχίας του (συνολικά 6 χρόνια), τις περιπέτειες του και τους δύσκολους καιρούς, ο Γρηγόριος ανέπτυξε σημαντική δράση. Ήδη στη Σμύρνη αφοσιώθηκε στο κήρυγμα και σε κοινωνική δράση, ευεργετική για το ποίμνιο του και ενίσχυσε σημαντικά την παιδεία. Την αγάπη του για την παιδεία και το φωτισμό του Γένους μέχρι το μαρτύριό του δείχνουν οι σωζόμενες Εγκύκλιοι του. Παράλληλα έδινε διέξοδο στα θεολογικά ενδιαφέροντά του, προσανατολίζοντάς τα στο διαφωτισμό του ποιμνίου του, τοποθετώντας όμως το διαφωτιστικό του έργο στα πλαίσια της ελληνορθόδοξης - ρωμαϊκής παράδοσης, που καθορίστηκαν από τους αγίους Πατέρες. Προσπαθεί έτσι να εκλαϊκεύσει την πατερική γνώση για να στηρίξει την πίστη.
Γι' αυτό μεταφράζει και εκδίδει τουςΠερί Ιερωσύνηςλόγους του Ι. Χρυσοστόμου. Στην Πόλη αργότερα θα εκδώσει στο πατριαρχικό τυπογραφείο τα Ηθικά του Μ. Βασιλείου, εξήγηση των ομιλιών του στην Εξαήμερο και Κυριακοδρόμιο σε απλή γλώσσα. Το ενδιαφέρον του για την παιδεία μένει αδιάπτωτο, εκφραζόμενο με πλήθος ευεργετικών ενεργειών. Θέλει όμως διαφωτισμό ρωμαϊκό, ελληνότροπο, και γι' αυτό δεν κρύβει την επιφυλακτικότητά του απέναντι στον δυτικό διαφωτισμό και τον προοδευτισμό της εποχής, όχι για λόγους τυφλής συντηρητικότητας, αλλά κυρίως από την επιθυμία να διασώσει την ρωμαϊκή παράδοση, στην οποία ολόκληρος ανήκε και την οποία έβλεπε να απειλείται από ιδεολογικά ρεύματα, κατευθυνόμενα από την Γαλλική Επανάσταση και τον αντιχριστιανισμό της.
Στην Πόλη μερίμνησε για τη στέγαση του Πατριαρχείου, διαρρύθμισε τον πατριαρχικό ναό, εργάστηκε για την ανόρθωση του ηθικού βίου. Κατά τις τρεις πατριαρχίες του εκδίδει πλήθος τόμων, σιγγιλίων, εγκυκλίων, επιστολών που αποβλέπουν στην ευστάθεια της Εκκλησίας. Υποδειγματική θα είναι η σταθερή προσήλωσή του στους ιερούς κανόνες και την εκκλησιαστική παράδοση. Οργανώνει τη λειτουργία της Συνόδου του πατριαρχείου, μεριμνά για την παιδεία και το ήθος των εισερχομένων στον κλήρο, όντας ο ίδιος υψηλό παράδειγμα ασκητικού βίου, σε σημείο που να προκαλεί γι' αυτό αντιδράσεις. Επιδεικνύει παράλληλα θαυμαστή σύνεση και αξιοπρέπεια απέναντι στους κρατούντες. Η νομιμοφροσύνη του - τόσο σκανδαλιστική για τους επικριτές του - δεν μπορεί να κατανοηθεί και ερμηνευθεί έξω από την διάθεσή του να μην προκαλεί επεμβάσεις της εξουσίας στα εσωτερικά της Εθναρχίας. Αλλά και τα οικονομικά προβλήματα του θρόνου τράβηξαν την προσοχή του. Έλυσε με επιτυχία το χρονίζον ζήτημα των Κολλυβάδων, ρύθμισε τη λειτουργία των ναών, ενδιαφέρθηκε για τα ληξιαρχικά βιβλία και το Κιβώτιο του Ελέους, έλαβε εύστοχες αποφάσεις για τις προικοδοσίες και τους αρραβώνες, για τους γάμους και τα διαζύγια, την αναδιοργάνωση των μοναστηριών κ.λ.π. Έργο τεράστιο, θαυμαστό για μια φύση ασκητική, όπως ο Γρηγόριος.
    Στάση στο Εθνικό Ζήτημα
 
Ο Γρηγόριος ανέβηκε στον Πατριαρχικό θρόνο σε μια κρίσιμη και πολυτάραχη εποχή που γεννήθηκε από την κοσμογονία της Γαλλικής Επανάστασης και τους ναπολεόντειους πολέμους. Η Ιερά Συμμαχία διαμορφώνει την αντίπερα όχθη και ο ευρωπαϊκός χώρος συγκλονίζεται αδιάκοπα από τις σφοδρές συγκρούσεις και την πολυδαίδαλη δράση της διπλωματίας. Η οθωμανική πολιτική αναπροσανατολίζεται με γρήγορο ρυθμό, όπως και η ρωσική και τα συμμαχικά μέτωπα αλλάζουν συνεχώς όψη. Παράλληλα εξαπλώνονται στην Ανατολή οι επαναστατικές (όχι μόνο πολιτικά) ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και ο ριζοσπαστικός αγγλογαλλικός διαφωτισμός, ο οποίος με την εκρηκτικότητά του γίνεται για τους Ανατολικούς σύμβολο της ασέβειας και της αθεΐας. Οι καιροί όμως αλλάζουν και για τους ίδιους τους υπόδουλους Ρωμιούς. Σημειώνεται μεγάλη πρόοδος στο εμπόριο και στην παιδεία. Ιδιαίτερα αναπτύσσονται οι κοινότητες του εξωτερικού, αλλά και εσωτερικά οργανώνεται η αυτοδιοίκηση και η ζωή των κοινοτήτων. Αντίθετα τα εσωτερικά της Μεγάλης Εκκλησίας παρουσιάζουν πολλά προβλήματα.
Χαλάρωση και αρρυθμία, αλλαξοπατριαρχίες, δράση των ιεραποστόλων και της ξένης προπαγάνδας, δημιουργούν όλα ένα κλίμα αντίξοο και απρόσφορο για ομαλή δημιουργική πορεία. Σ' αυτό το κλίμα όμως κλήθηκε να κινηθεί και να δράσει ο Γρηγόριος. Η κριτική που αναπτύχθηκε γύρω από τη δράση του, είναι τελείως αντιφατική. Κινείται μεταξύ απόλυτης εξιδανίκευσης και απόλυτης απόρριψης, γιατί και στην περίπτωση του Γρηγορίου δεν αποφεύχθηκε η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση της Ιστορίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η κριτική δεν περιορίστηκε στο χώρο της ιστορικής επιστήμης, αλλά επεκτάθηκε και στον χώρο της (ανεύθυνης) μυθιστοριογραφίας - λογοτεχνίας, η οποία τροφοδοτεί το λαϊκό αίσθημα και δημιουργεί παραπλανητικές εντυπώσεις.
Για τον ιστορικό όμως υπάρχει η πραγματικότητα, που προσφέρεται για ανοικοδόμηση αντικειμενικής κρίσης, με την προϋπόθεση βέβαια της αποδέσμευσης από τις οποιεσδήποτε θεολογικές δεσμεύσεις. Ακόμη απαιτείται μετάθεση δική μας στην εποχή του Γρηγορίου και εσωτερική συμμετοχή στη μαρτυρική πορεία του, γιατί στους οποιουσδήποτε αναχρονισμούς δεν βρίσκεται η λύση.

Πρωτ. Γεωργ. Δ. Μεταλληνός Καθηγητής Παν/μιου
(Από την εφημ. Επάλξεις, 1-4-2000

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Τουαοιδήμου Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄

1813
Του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ έγγραφον, υπό τύπον διαθήκης. Εύρηται εν τη Μονή Ιβήρων.
Πανοσιολογώτατοι Προεστώτες και λοιποί συγκοινοβιάται της σεβασμίας Μονής Ιβήρων. Επειδή επλήρωσα το κοινόν χρέος, ομολογώ ότι η ομολογία αύτη υπάρχει εξωφλημένη και αμέσως να σχισθή και να κατακαή και να γραφή το όνομα της εμής αναξιότητος, Γρηγορίου μοναχού να μνημονεύηται.

Και εν τη ημέρα της αποβιώσεώς μου κατ' έτος να εκτελήται έν μνημόσυνον εις άφεσιν αμαρτιών μου.

Και τα διακόσια πενήντα να μοιρασθώσιν εις τους ευρεθέντας εφημερίους, ανά έν σαρανταλείτουργον και εις μίαν τράπεζαν.

Τα λοιπά επειδή κατ' έτος ελάμβαναν ανά πεντακόσια, εξωφλήθησαν τέλεον.


Γρηγόριος πρώην Κων/πόλεως αναξιώτατος.


Ακριβές αντίγραφον εξ ανεκδότου ιδιογράφου ειδικώς διά την Μονήν Αγίαν Λαύραν Καλαβρύτων.
Εν τη εν Αγίω όρει Ι. Μονή Ιβήρων,

17 Οκτωβρίου 1953,

Ο Βιβλιοθηκάριος
Ιερομ. Αθανάσιος Ιβηρίτης.


Επί του φακέλου αναγράφεται:

«Το παρόν έγγραφον υπάρχει του Πατριάρχου πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Πελοποννησίου και, ει μεν συμβή θάνατος, αμέσως να ανοιχθή παρά των επιτρόπων της Ιεράς τούτης Μονής των Ιβήρων».

Η ΔΙΑΘΗΚΗ


Επειδή η ώρα της εκάστου τελευτής υπάρχει αδιόριστος κατά την θείαν απόφασιν, δια τούτο καγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος του Θεού δούλος διατίθημι την παρούσαν διαθήκην και ζητώ παρά πάντων συγχώρησιν, συγχωρώ καγώ πάσιν. Και διορίζω επίτροπόν μου τον λογιώτατον χαρτοφύλακα κυρ. Νικηφόρον Ιβηρίτην, ίνα εκτελέση μετά θάνατόν μου.


Και πρώτον δύο χιλιάδες γρόσια, όπου έχω δάνεια εις το κοινόν του όρους, αφείς το δεδουλευμένον διάφορον, τα μεν χίλια γρόσια να αποστείλη εις το νοσοκομείον Κωνσταντινουπόλεως, τα δε πεντακόσια τω κατά καιρόν Πατριάρχη, ίνα εκτελέση έν μνημόσυνον υπέρ της αμαρτωλής μου ψυχής, και τα άλλα πεντακόσια τη Ιερά Συνόδω, ίνα σειλλειτουργήσωσιν, ότι ταύτα επί τούτω είχον εν τω κοινώ πεφυλαγμένα.


Τα δε ευρεθέντα εν τω κιβωτίω μου εναπομείναντα εκ των εξόδων του ετησίου μου, να μοιρασθώσιν εις τους ιερείς του Όρους και πτωχούς, αμέσως και εις την θανήν μου.

Άλλην χρηματικήν περιουσίαν δεν έχω, ειμή μόνον τα φορέματά μου παλαιόγουνες, αντεροκάβαδα, τα οποία να μοιρασθώσιν όσοι ευρεθώσιν εις την υπηρεσίαν μου.


Εξ αυτών δε ο αρχιδιάκονος και ανεψιός μου θέλει λάβει τα τιμιώτερα και οι λοιποί κατά την τάξιν των. Τα στρώματα του οντά και παπλώματα να δοθώσιν εις το νοσοκομείον των Ιβήρων, ομοίως και μπακιρικά.


Ταύτα διατάσσω να γίνωσιν απαρασάλευτα, μηδείς δε των συγγενών τολμήσθω να ζητήση ή να παρασαλεύση τι των διαταχθέντων, ότι εστί πυρ καταναλίσκον εις αυτόν, και διότι είτι ευρίσκεται εις εμέ υπάρχει εκκλησιαστικόν, και ουδέν πατρικόν ή μητρικόν. Ούτως διατάσσω και αράν μεγίστην, αποφαίνομαι να ενεργηθώσιν απαρασάλευτα.



αωιγ΄ (1813) Απριλίου ε΄ (5).

Ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος υποβεβαιώ ιδία χειρί.

Ακριβές αντίγραφον εκ της βιβλιοθήκης Ι. Μονής Ιβήρων

17 Οκτωβρίου 1953.

Ο βιβλιοθηκάριος
Ιερομ. Αθανάσιος Ιβηρίτης.


Επί του φακέλου αναγράφεται:

«Αύτη υπάρχει διαθήκη του πρώην Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου,
η οποία θέλει ανοιχθή μετά θάνατον αυτού παρά των επιτρόπων της Ιεράς Μονής Ιβήρων».
Ακριβές αντίγραφο του αντιγράφου εκ της βιβλιοθήκης κειμηλίων

της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων,

Κυριακή 05 Μαρτίου 2005.
Π. Α. Μ


πηγή

Ευγένιος Καραβίας Μητροπολίτης Αγχιάλου


Ο Ευγένιος Καραβίας (1752-1821) ήταν Έλληνας Επτανήσιος κληρικός, εθνομάρτυρας, μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως, και μετέπειτα Αγχιάλου.

Γεννήθηκε στην Ιθάκη στις 27 Ιανουαρίου 1752. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευστάθιος. Σε νεαρή ηλικία έδειξε μεγάλη κλίση στα γράμματα και φοίτησε στα σχολεία της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Στη συνέχεια, παρακολούθησε την Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, όπου και χειροτονήθηκε κληρικός. Στη συνέχεια μετέβη στηνΚωνσταντινούπολη όπου και διετέλεσε δάσκαλος των παιδιών των Φαναριωτών Ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας Ιωάννου Καρατζά και Αλέξανδρου Καλλιμάχη. Τον Μάρτιο του 1808, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Γρηγορίου του Ε΄, εκλέχτηκε μητροπολίτης Φιλιππούπολης, αλλά παρέμεινε στη θέση αυτή για μικρό χρονικό διάστημα καθώς διώχτηκε από τους Τούρκους. Το 1813 μετατέθηκε στη μητρόπολη Αγχιάλου, στα βουλγαρικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, όπου υπήρχε σημαντικό ελληνικό στοιχείο.
Τα έτη 1816-18 ο Ευγένιος Καραβίας διετέλεσε συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το συγγενή του στρατιωτικό Βασίλειον Καραβία.
Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821 βρήκε τον Ευγένιο Καραβία στην Αγχίαλο. Τον αφορισμό της Επανάστασης από το Πατριαρχείο και την επικύρωση της εγκυκλίου του, ελάχιστοι μητροπολίτες αρνήθηκαν να υπογράψουν. Μεταξύ αυτών, ο Μητροπολίτης Ευγένιος δεν υπέγραψε τον αφορισμό, αλλά και αρνήθηκε να τον διαβάσει δημόσια όταν το ζήτησαν οι Τούρκοι. Οι τουρκικές αρχές τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Κωνσταντινούπολη στις φυλακές του Μποσταντζή μαζί με τους συλληφθέντες επίσης επισκόπους Δέρκων Γρηγόριο, Εφέσου ΔιονύσιοΝικομηδείας Αθανάσιο, Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και Τυρνόβου Ιωαννίκιο.
Την ημέρα του Πάσχα10 Απριλίου 1821, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, στην κεντρική πύλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι Τούρκοι, μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων, μετέφεραν τον Ευγένιο και τους μητροπολίτες Εφέσου Διονύσιο και Νικομήδειας Αθανάσιο, σε διάφορα σημεία της πόλης όπου και τους απαγχόνισαν. Συγκεκριμένα τον Ευγένιο τον κρέμασαν στη Πύλη του Γαλατά παρά την ομώνυμη γέφυρα. Στο στήθος και των τριών μητροπολιτών έφεραν υβριστική επιγραφή ως προδότες και αποστάτες.
Τα σώματά τους παρέμειναν κρεμασμένα επί τριήμερο, μετά την αποκαθήλωσή τους, αφού σύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν ατιμωτικά στους δρόμους της πόλης από τουρκικό όχλο αλλά και Εβραίους στη συνέχεια ρίχτηκαν στη θάλασσα. Λίγες ημέρες μετά ανασύρθηκαν από κάποιους ευσεβείς Χριστιανούς όπου και τάφηκαν κάποια στο Επταπύργιο και άλλα σε κοντινό νησί απροσδιόριστου σημείου.

Μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος ο Καλλιάρχης


Ο Διονύσιος Καλλιάρχης, ή Διονύσιος ο Καλλιάρχης, (-;- - 1821), ήταν Έλληνας επίσκοπος, μητροπολίτης Λαρίσης και στη συνέχεια Εφέσου και εθνομάρτυρας του 1821.

Καταγόταν από τη Χίο και από ενωρίς ακολούθησε την ιεροσύνη. Το 1794 χειροτονήθηκε επίσκοπος όπου και ανέλαβε μητροπολίτης Λαρίσης. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1803 όπου και τοποθετήθηκε μητροπολίτης Εφέσου.

Όταν εκδηλώθηκε η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν ήδη μητροπολίτης Εφέσου και συνοδικός επίσκοπος στηνΚωνσταντινούπολη. Κατηγορήθηκε από τους Οθωμανούς ως υποκινητής της επανάστασης των Ελλήνων όταν αρνήθηκε μεταξύ άλλων μητροπολιτών να επικυρώσει την εγκύκλιο με τον αφορισμό της Επανάστασης από το Πατριαρχείο, αρνούμενος ακόμα και τη δημόσια ανάγνωσή της. Οι τουρκικές αρχές τότε τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Κωνσταντινούπολη στις φυλακές του Μποσταντζή μαζί με τους συλληφθέντες επίσης επισκόπους Δέρκων Γρηγόριο, Αγχιάλου ΕυγένιοΝικομηδείας Αθανάσιο, Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και Τυρνόβου Ιωαννίκιο.
Την ημέρα του Πάσχα10 Απριλίου 1821, μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου του Ε΄, στην κεντρική πύλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι Τούρκοι, μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων, μετέφεραν τον Διονύσιο και τους μητροπολίτες Αγχιάλου Ευγένιο και Νικομήδειας Αθανάσιο, σε διάφορα σημεία της πόλης όπου και τους απαγχόνισαν. Στο δε στήθος και των τριών μητροπολιτών έφεραν υβριστική επιγραφή ως προδότες και αποστάτες.
Τα σώματά τους παρέμειναν κρεμασμένα επί τριήμερο, μετά δε την αποκαθήλωσή τους, αφού σύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν ατιμωτικά στους δρόμους της πόλης από τουρκικό όχλο αλλά και Εβραίους, στη συνέχεια ρίχτηκαν στη θάλασσα. Λίγες ημέρες μετά ανασύρθηκαν από κάποιους ευσεβείς Χριστιανούς όπου και τάφηκαν κάποια στο Επταπύργιο και άλλα σε κοντινό νησί απροσδιόριστου σημείου.

O Διονύσιος Καλλιάρχης διακρινόταν για την αγάπη του στη παιδεία αλλά και τη μουσική του καλλιέργεια. Ίδρυσε σχολεία στη Λάρισα, την Έφεσο καθώς και μουσική σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Στο δε ενεργητικό του εντάσσεται και η μεγάλη υποστήριξη που παρέσχε στους Κωνσταντίνο του εξ Οικονόμων και Βενιαμίν τον Λέσβιο καθώς και οι ιδιαίτερες προσπάθειες που κατέβαλε για την εισαγωγή νέας μουσικής μεθόδου στην εκκλησιαστική μουσική.


  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.6ος, σελ.94.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.21ος, σελ.142.

Μητροπολίτης Αθανάσιος Νικομηδείας

Ο Αθανάσιος Νικομηδείας, ή Αθανάσιος ο του Καρύδη, (1755 -1821), ήταν Κύπριος επίσκοπος αρχικά Λιβύης, αργότερα μητροπολίτης Νικομηδείας και εθνομάρτυρας του 1821.

Γεννήθηκε στη Κύπρο το 1755 και από ενωρίς ακολούθησε την ιεροσύνη. Σπούδασε στη Βενετία απ΄ όπου επιστρέφοντας στηνελλαδική χώρα δίδαξε σε σχολή στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετέβη στοΠατριαρχείο Αλεξανδρείας όπου και χειροτονήθηκε βοηθός επίσκοπος του Πατριάρχη, αναλαμβάνοντας αργότερα επίσκοπος Λιβύης. Το 1791 εκλέχθηκε μητροπολίτης Νικομηδείας.
Όταν εκδηλώθηκε η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν ήδη μητροπολίτης Νικομηδείας και συνοδικός επίσκοπος στηνΚωνσταντινούπολη. Κατηγορήθηκε από τους Οθωμανούς ως υποκινητής της επανάστασης των Ελλήνων όταν αρνήθηκε μεταξύ άλλων μητροπολιτών να επικυρώσει την εγκύκλιο με τον αφορισμό της Επανάστασης από το Πατριαρχείο. Οι τουρκικές αρχές τότε τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Κωνσταντινούπολη στις φυλακές του Μποσταντζή μαζί με τους συλληφθέντες επίσης επισκόπους Δέρκων Γρηγόριο, Αγχιάλου ΕυγένιοΕφέσου Διονύσιο, Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και Τυρνόβου Ιωαννίκιο.
Την ημέρα του Πάσχα10 Απριλίου 1821, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, στην κεντρική πύλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι Τούρκοι, μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων, μετέφεραν τον Αθανάσιο και τους μητροπολίτες Αγχιάλου Ευγένιο και Εφέσου Διονύσιο, σε διάφορα σημεία της πόλης όπου και τους απαγχόνισαν. Στο δε στήθος και των τριών μητροπολιτών φερόταν υβριστική επιγραφή χαρακτηρίζοντάς τους προδότες και αποστάτες.
Τα σώματά τους παρέμειναν κρεμασμένα επί τριήμερο, μετά δε την αποκαθήλωσή τους, αφού σύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν ατιμωτικά στους δρόμους της πόλης από τουρκικό όχλο αλλά και Εβραίους, στη συνέχεια ρίχτηκαν στη θάλασσα. Λίγες ημέρες μετά ανασύρθηκαν από κάποιους ευσεβείς Χριστιανούς όπου και τάφηκαν κάποια στο Επταπύργιο και άλλα σε κοντινό νησί απροσδιόριστου σημείου.

Αναφορά Οικονόμου

Ιδιαίτερη αξιόπιστη πηγή της περιγραφής του μαρτυρίου που υπέστη η παραπάνω τριάδα των εθνομαρτύρων μητροπολιτών μετά του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ "υπέρ πίστεως και πατρίδος" αποτελεί ο επιμνημόσυνος λόγος του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων που εκφώνησε ένα χρόνο μετά, στις 10 Απριλίου του 1822, στην Οδησσό, στο εκεί ετήσιο μνημόσυνο του Πατριάρχη "και των συν αυτώ μαρτυρησάντων Μητροπολιτών", που έχει διασωθεί.

Σύμφωνα με την περιγραφή αυτή μετά τη δύση του Ηλίου του Μεγάλου Σαββάτου του 1821 οι τρεις μητροπολίτες μεταφέρθηκαν σε ιδιαίτερο κελί των φυλακών όπου υπέστησαν φρικώδη μαρτύρια "...εφέρθησαν στρέβλαι, ητοιμάσθησαν μάστιγες, επυρώθησαν σίδηρα και εβιάζοντο οι ιεροί αθληταί να εξομόσωσι την πίστην την αμώμητον. Εστρέβλωνον, εξήρθρωναν, εμάστιζον, αφρίζοντες οι βασανισταί, αλλ΄ οι Ιεράρχαι καρτερούντες προσήύχοντο".
Συνεχίζοντας παρά κάτω την περιγραφή μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη: "την πρωίαν της Κυριακής εξήγαγον συγχρόνως εκ του δεσμωτηρίου τους τρεις Ιεράρχας συνοδεύοντες αυτούς ως σαρκοφάγοι γύπες, άλλο πλήθος ασεβών, και πεζοί και ιππείς, και νέοι και άνδρες, όλοι ένοπλοι, όλοι άγριοι, όλοι φονικοί... Οι δε ιερομάρτυρες μέχρι μέν τινος ήγοντο συμπεριπατούντες, αλλ΄ έπειτ΄ απεχωρίζοντο, απαγόμενος άλλος αλλαχού".
Ειδικότερα για τον μητροπολίτη Αθανάσιο αναφέρεται: "Ο Αθανάσιος οδηγηθείς πέραν της λεγομένης Κιγκλιδωτής πύλης είπεν «ώ Θεέ μη με παραδώσης εις τα θηρία να με βασανίσουν μέχρι τελευταίας αναπνοής, αλλά παρέλαβε τώρα, παρακαλώ, την ψυχήν μου εις χείρας σου εν ειρήνη». Ταύτα ειπών πεσών κατά γης εξέπνευσεν. Οι τύραννοι όμως μη αρκεσθέντες εις τον φυσικόν τούτον θάνατον επιβιβάσαντες επί κτήνους το ιερόν εκείνο σώμα το ωδήγησαν εις τον προωρισμένον της εκτελέσεως τόπον και το εκρέμασαν νεκρόν!".

O Αθανάσιος, αν και ο ίδιος φιλάσθενος και καχεκτικός διακρίθηκε για την φροντίδα του για τη μόρφωση του κλήρου αλλά και για την εκπαίδευση των Ελλήνων της μητρόπολής του ιδρύοντας με εράνους ελληνικό σχολείο, για την ανέγερση του οποίου πρόσφερε ο ίδιος 1000 γρόσια, στο οποίο και δίδασκαν μορφωμένοι κληρικοί. Ως Συνοδικός επίσκοπος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη βελτίωση των συνθηκών της λειτουργίας της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής και τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της.

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.Β΄, σελ.9.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.3ος, σελ.248.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...