Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 13, 2013

Κυριακή Δ´ Νηστειών – Η θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ἑβρ. ς΄ 13-20
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μάρκ. θ΄ 17-31
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΙΑΖΟΜΕΝΟΥ ΝΕΟΥ
1. Τὰ παιδιὰ στὸ Χριστὸ
Ἕνας πονεμένος πατέρας ὁδηγεῖ στὸν Κύριο τὸν ἄρρωστο γυιό του, ὁ ὁ ποῖος ἔχει καταληφθεῖ ἀπὸ δαιμονικὸ πνεῦμα. Ὁ νέος ποὺ βασανιζόταν ἀπὸ ἄλαλο δαιμονικὸ πνεῦμα δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ζητήσει ὁ ἴδιος τὴ θεραπεία του ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Ἀντὶ γι’ αὐτὸν ἀπευθύνεται ὁ πατέρας του στὸν  Θεάνθρωπο. Κι Ἐκεῖνος ἀνταποκρίθηκε. «Φέρετε αὐτὸν πρός με», εἶπε. Καὶ τὸν ἔφεραν κοντά Του.
Ζητάει καὶ σήμερα ὁ Χριστὸς νὰ ὁδηγηθεῖ κοντά Του κάθε παιδί, κάθε νέος. Μέσα σ’ ἕναν κόσμο ὅπου ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος χρησιμοποιεῖ κάθε μέσο γιὰ νὰ παρασύρει καὶ νὰ καταστρέψει τὶς παιδικὲς καὶ νεανικὲς ψυχές, τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μᾶς ὑποδεικνύουν τὸ σωτήριο δρόμο: «Φέ ρετε αὐ τὸν πρός με».

Ἂς ὁδηγοῦμε λοιπὸν τὰ παιδιὰ στὸν Σωτήρα Χριστό. Γονεῖς καὶ παιδαγωγοὶ ἂς προσπαθοῦμε νὰ τὰ θωρακίζουμε ἀπὸ τὴ μικρὴ ἡλικία μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Νὰ τὰ μάθουμε νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ συμμετέχουν στὰ ἅγια Μυστήρια. Νὰ μεταγγίζουμε στὶς ψυχές τους τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὰ προτρέπουμε νὰ ἀγωνίζονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του. Κι ἂν ἀκόμη κάποιοι νέοι παραστρατήσουν, ἂς προσπαθοῦμε νὰ τοὺς ὑποδεικνύουμε τὸ σωστὸ μὲ ἀγάπη καὶ διάκριση καὶ κυρίως μὲ τὸ καλό μας παράδειγμα. Παράλληλα ἂς ἀναπέμπουμε ἐμεῖς ἀντὶ γι’ αὐτοὺς θερμὴ προσευχή, γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Λυτρωτή, τὴν πηγὴ τῆς ἀληθινῆς εὐτυχίας.
2.« Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ».
Ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου νέου εἶχε ἐλλιπὴ πίστη· ὡστόσο δὲν εἶχε καὶ ποῦ ἀλλοῦ νὰ στηρίξει τὴν ἐλπίδα του.  Στρέφεται λοιπὸν στὸν Κύριο καὶ μὲ  λόγια ποὺ φανερώνουν τὴν ἀπελπισία  καὶ τὴν ὀλιγοπιστία του, Τοῦ λέει: «Ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».
Τὸ θέμα ὅμως δὲν εἶναι ἂν μποροῦσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς νὰ κάνει τὸ θαῦμα. Ὁ Θεάνθρωπος εἶναι ἀπολύτως βέβαιο ὅτι ἔχει τὴ δύναμη νὰ βοηθήσει καὶ νὰ θεραπεύσει τὸν βασανισμένο νέο.
Αὐτὸ ποὺ στέκεται ἐμπόδιο εἶναι ἡ ὀλιγοπιστία τοῦ πατέρα. Γι’ αὐτό, πρὶν θεραπεύσει τὸ παιδί, ὁ θεῖος Διδάσκαλος βοηθεῖ τὸν πατέρα νὰ συναισθανθεῖ τὴν ἀδυναμία του καὶ νὰ ὁμολογήσει μετὰ δακρύων: «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ».
Εἶναι παντοδύναμος ὁ Κύριος. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ εἶναι ἀκατόρθωτο γιὰ Ἐκεῖνον. Αὐτὸ ποὺ «δεσμεύει» τὴ δύναμή Του εἶναι ἡ ὀλιγοπιστία μας. Αὐτὴ δὲν Τὸν ἀφήνει νὰ ἐνεργήσει θαύματα στὴ ζωή μας. Ἂς θυμηθοῦμε τί ἔπαθαν οἱ συμπατριῶτες τοῦ Κυρίου, οἱ Ναζαρηνοί. Ἂν καὶ Τὸν εἶχαν τόσο κοντά τους, δὲν Τὸν πίστευαν. Γιὰ τὴν ἀπιστία τους αὐτή, ἡ Ναζαρὲτ στερήθηκε τὰ θαυμαστά Του ἔργα.
Ἂς προσευχόμαστε λοιπὸν στὸν φιλάνθρωπο Κύριο νὰ ἐνισχύει τὴν πίστη μας. Ἡ πίστη περνᾶ ἀπὸ διάφορα στάδια μέχρι νὰ τελειοποιηθεῖ. Νὰ λέμε κι ἐμεῖς ὅπως καὶ οἱ Ἀπόστολοι: Κύριε, «πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. ιζ΄ 5).
Κι ἂν κάποτε ἀντιμετωπίζουμε δυσκολίες κι αἰσθανόμαστε ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἀκούει τὶς προσευχές μας, ἂς κάνουμε ὑπομονὴ κι ἂς ἀξιοποιοῦμε τὴν κάθε δοκιμασία γιὰ νὰ στεριώνει καὶ νὰ γιγαντώνει ἡ πίστη κι ἡ ἐξάρτησή μας ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεό.
3. Πάνω ἀπὸ κάθε ἄλλη δύναμη
Ὁ Κύριος γύρισε πρὸς τὸν νέο ποὺ κειτόταν στὸ χῶμα, καὶ μίλησε αὐστηρὰ στὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα:–«Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Φύγε ἀπὸ τὸν νέο αὐτό, πονηρὸ πνεῦμα... Σὲ διατάζω Ἐγώ, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ!
Καὶ τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἀφοῦ κραύγασε δυνατὰ καὶ συντάραξε τὸ παιδί, ἔφυγε μακριά.Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκπληκτικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος Του ὡς «ρομφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη» (Ἀποκ. ιθ΄ 15) κατασυντρίβει τοὺς δαίμονες καὶ τὰ πονηρά τους ἔργα. Ὁ διάβολος ἂν καὶ παρουσιάζεται «ὡς λέων ὠρυόμενος» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8), δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπο-τάσσεται κάθε δύναμη «ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Φιλιπ. β΄ 10). Ὁ Χριστιανὸς ποὺ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ μὲ πίστη καὶ ζεῖ ἑνωμένος μαζί Του δὲν φοβᾶται οὔτε τὴ βασκανία, οὔτε τὰ μάγια, οὔτε ἄλλη δαιμονικὴ ἐπήρεια. Ἀγωνίζεται σθεναρὰ ἐναντίον τῶν ἐπιθέσεων τοῦ πονηροῦ καὶ τὶς ἀποκρούει μὲ ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα, διότι πιστεύει στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν παντοδύναμο Θεὸ καὶ αἰώνιο Νικητὴ τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου.
“Ο ΣΩΤΗΡ”1/04/2013

Κυριακή Δ Νηστειών Θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου υἱοῦ (Μάρκ. 9,14-29) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος





A.   Θεραπεία τοῦ Σεληνιαζομένου υἱοῦ; Ματθ. 17,14-21. Μᾶρκ. 9,14-29 Λουκ. 9,37~43*

«Ἐγένετο δὲ τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ» τὴν ἑπομένην δηλαδὴ ἡμέραν ἀπὸ τῆς μεταμορφώσεώς Του «κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς». Ὁ Κύριος μετὰ τῶν τριῶν μαθητῶν Τοῦ κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ ὄρους εἰς τοὺς πρόποδας αὐτοῦ, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταί καὶ ὁ λαός. Ὁ Κύριος κατελθών κατευθύνεται ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταί. Ὁ Κύριος καὶ οἱ τρεῖς μαθηταί «ἐλθόντες πρὸς τοὺς μαθητάς εἶδον ὄχλον πολὺν περὶ αὐτοὺς καὶ Γραμματεῖς συζητοῦντας πρὸς αὐτούς». Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς (1) νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια, προσεπάθησαν νὰ θεραπεύσωσι δαιμονιζόμενόν τινα υἱόν ἀλλά δεν ἠδυνήθησαν.Οἱ Γραμματεῖς εὑρισκόμενοι ἐκεῖ καὶ ἰδόντες τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἐνέπαιζον πιθανὸν αὐτοὺς καὶ τὸν Διδάσκαλόν των. Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι συζητοῦν μετ’ αὐτῶν ὑπερασπίζοντες τὸν Διδάσκαλόν τῶν. Ὁ λαὸς συνεκεντρώθη γύρω ἀπ' αὐτούς. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην φθάνει καὶ ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν τριῶν ἄλλων μαθητῶν ἐκ τοῦ ὄρους. «Εὐθύς πᾶς ὁ ὄχλος ἰδόντες Αὐτόν ἐξεθαμβήθησαν» ἐξεπλάγησαν, οἱ ἄνθρωποι, διότι ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη ἐπικαίρως καὶ ἀπροσδο-κήτως, ὅτε οἱ 9 μαθηταὶ Του ἐπολεμοῦντο ὑπό τῶν Γραμματέων ἤ διότι κατ' ἄλλους — τὸ ὀλιγώτερον πιθανόν— ἔφερεν ἀκόμη ἀρκετὴν αἴγλην εἰς τό πρόσωπον. Αὐtoῦ ἐκ τῆς μεταμορφώσεώς Του. Ἡ αἴγλη αὕτη ὀλίγον χρόνον διήρκεσεν, διότι εὐθύς οἱ ἄνθρωποι «προστρέχοντες ἠσπάζοντο Αὐτόν».

Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ τοὺς προστρέξαντας πρὸς Αὐτόν. «Τί συζητεῖτε πρὸς αὐτοῦ;» Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς συζητήσεως σας μὲ τοὺς μαθητάς Μου; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην «ἰδού ἀνὴρ τοῦ ὄχλου προσῆλθεν Αὐτῷ γονυπετῶν καί ἐβόησε λέγων. Κύριε δέομαί Σου ἐπίβλεψαι καὶ ἐλέησον μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται και κακῶς πάσχει. Μονογενής μου ἐστίν». Πατήρ τις ἔχων δαιμονιζόμενον υἱόν παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Aἱ διάφοροι κρίσεις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ συμβαίνουσι κατὰ διαφόρους φάσεις τῆς σελήνης, ἐξ οὗ ἡ δαιμονοπληξία ὀνομάζεται σεληνιασμός. Ὁ πατὴρ περιγράφει τὰς κρίσεις ταύτας τοῦ υἱοῦ του ὡς ἑξῆς. «Κύριε ἤνεγκα πρὸς Σὲ τὸν υἱόν μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον».- Ὁ υἱός οὗτος δηλαδὴ κατείχετο ὑπὸ πονηροῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ θῦμα του ἄλαλον, ἀνίκανον νὰ ὁμιλήσῃ. Πλὴν αὐτοῦ τὸ πονηρὸν τοῦτο «πνεῦμα λαμβάνει αὐτὸν καί ἐξαίφνης κράζει καὶ ρὴσσει» ἤτοι «σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ» τό ὁποῖον ἐξάγει ἐκ τοῦ στόματός του. «Τρίζει τοὺς ὀδόντας καί μόλις ἀποχωρεῖ απ’ αὐτοῦ ὁ δαίμων συντρίβων αὐτόν». Μετὰ τοὺς σπασμοὺς αὐτούς, τὸ τράνταγμα αὐτὸ ὁ δαιμονιζόμενος υἱός «ξηραίνεται» γίνεται ἄκαμπτος σὰν τὸ ξηρὸν ξύλον, ἀναισθητεῖ καὶ «πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ» προσθέτει ὁ δυστυχὴς πατήρ. Ὁ πατὴρ γνωρίζει εἰς τὸν Ἰησοῦν, ὅτι «ἐδεήθην τῶν μαθητῶν Σου, ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτὸ καί οὐκ ἠδυνήθησαν». Παρεκάλεσα τοὺς μαθητάς Σου νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν, ἀλλά δὲν ἠδυνήθησαν.

Ὁ Κύριος ἐπιπλήττων τὴν ὀλιγοπιστίαν τῶν μαθητῶν Του καὶ τοῦ πατρὸς τούτου καὶ τὴν ἀπιστίαν τοῦ λαοῦ, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱός οὗτος, λέγει ὦ «γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» Ἡ γενεὰ τοῦ Κυρίου ἐδῶ εἶναι κυρίως ἡ τῶν Φαρισαίων. Αὕτη δὲν ἦτο μόνον ἄπιστος, ἀλλά καὶ διεστραμμένη, διότι παρ' ὅλα τὰ θαύματά Του ἔμεινεν ἄπιστος εἰς Αὐτόν. Διά τοῦτο λέγει πρὸς αὐτήν: "Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας εἰς μάτην διδάσκων ὑμᾶς; ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι ἀπιστοῦντας εἰς Ἐμέ καὶ εὑρισκόμενος μαζί σας;'Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἦτο ἀνοχή! Ὁ Κύριος ἐν τῇ ἀγανακτήσει Του ταύτη συμπονῶν πατέρα καί υἱόν—, ὁποία μεγαλοπρέπεια!—λέγει πρὸς τὸν πατέρα: «φέρετε αὐτὸν πρὸς ἐμέ. Καί ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς Αὐτόν», ὠδήγησαν τὸν δαιμονιζόμενον υἱόν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. «Ἔτι δὲ προσερχομένου αὐτοῦ» πρὸς τὸν Ἰησοῦν «τὸ δαιμόνιον ἰδὼν» τὸν Ἰησοῦν διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ παιδίου «ἔρρηξε αὐτὸν» μετὰ πατάγου ἔρριψε κατὰ γῆς «συνεσπάραξεν αὐτὸν» ἐτάραξε μὲ σπασμοὺς ὅλον τὸ σῶμα του καὶ ὁ δαιμονιζόμενος υἱός «πεσών ἐπί τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων». Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὁμιλεῖ ἄλλοτε αὐτὸ τὸ ἴδιον καὶ ἄλλοτε διὰ τοῦ παιδίου. Ὁ Κύριος, ἵνα διδαχθῇ ὁ λαὸς τὸ μέγεθος τοῦ πονηροῦ τούτου πνεύματος καὶ αἰσθανθῇ τὴν ἐκ τῆς θεραπείας τοῦ υἱοῦ τούτου θείαν Του δὺναμιν, ἐρωτᾷ τὸν πατέρα˙ «πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονε αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε˙ παιδιὸθεν. Πολλάκις καί εἰς πῦρ αὐτόν ἔβαλλεν καί εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν». Ὁ πατὴρ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν εἰς τὸ νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱόν του ὀλιγοπιστῶν,καὶ εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλά καὶ ἐν πλήρει συντριβῇ λέγει πρὸς τὸν Ἰησοῦν: «Εἰ τί δύνῃ, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθείς ἐφ’ ἡμᾶς». Ἂν δύνασαι, βοήθησέ μας!

Ἡ θαυματουργικὴ θεραπεία ἀπαιτεῖ καὶ τὴν πίστιν τοῦ θὲραπευομένου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος φροντίζων νὰ διεγείρῃ τὴν πίστιν τοῦ πατρὸς καὶ ἐκ μετριοφροσύνης ἀποδίδων τὴν θεραπείαν εἰς τὴν πίστιν ταύτην λέγει τὸ «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Ὁ πατὴρ συγκεντρώνων τὰς ὀλίγας δυνάμεις τῆς πίστεώς του καὶ αἰσθανόμενος, ὅτι δὲν εἶναι, ὅσον ἔπρεπε, πιστός, λέγει μετὰ δακρύων πρὸς τὸν Ἰησοῦν «πιστεύω βοὴθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ» ἤτοι βοήθησον μὲ τὸν ὀλιγόπιστον. Αὐτό ἤθελε καὶ ὁ Κύριος, τὴν πίστιν ταύτην. Ἔπειτα προβαίνει εἰς τὸ θαῦμα ὡς ἑξῆς:

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ εἰς μικρὰν ἀπόστασιν εὑρισκόμενος ὄχλος συγκεντρώνεται πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος, ἀποφεύγων πάντοτε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ ὄχλου «ἰδών, ὅτι ἐπισυντρέχει ὁ ὄχλος» ὅτι συγκεντρώνεται ὁ λαὸς «ἐπετίμησε τῷ πνεὺματι τῷ ἀκαθάρτῳ» διέταξε τὸν διάβολον «λέγων αὐτῷ τὸ ἄλαλον καί κωφόν πνεῦμα ἐγώ ἐπιτάσσω σοι, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καί μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Ὀνομάζεται ὁ κατέχων τὸν υἱόν τοῦτον πνεῦμα ἄλαλον καὶ κωφόν, διότι προκαλεῖ εἰς τὸ θῦμα του κωφότητα καὶ βωβαμάραν. Τὸ πονηρόν πνεῦμα ὑπακούει εἰς τὴν ἐντολήν τοῦ Θεανθρώπου καὶ ἀφίνων τὰ τελευταῖα δείγματα τῆς κακίας του ἐπὶ τοῦ θύματός του «κράξαν» τὸ ἴδιον «καί πολλά σπάραξαν» τὸ θῦμα Του «ἐξῆλθεν». Ὁ δὲ υἱός «ἐγένετο ὡσεί νεκρός, ὥστε τοὺς πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν». Ὁ Ἰησοῦς λίαν συμπαθῶς «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἤγειρεν αὐτόν». Ὁ υἱός «ἐθεραπεύθη ἀπό τῆς ὥρας ἐκείνης καὶ ἀνέστη» καί ἠγέρθη, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐθεράπευσε τὸν υἱόν τοῦτον «ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρί αὐτοῦ» τὸν παρέδωκε εἰς τὸν πατέρα Του. Πάντες οἱ ἄνθρωποι βλέποντες ταῦτα «ἐξεπλήσσοντο ἐπί τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ», ἐξεπλήσσοντο διὰ τὰ μεγάλα ταῦτα ἔργα τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ θεοῦ.

Μετὰ ταῦτα «εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς οἶκον oἱ μαθηταί αὐτοῦ κὰτ’ ἰδίαν ἐπηρώτων αὐτόν, διατὶ ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν» δὲν μπορέσαμεν «ἐκβαλεῖν αὐτὸ» νὰ ἀποδιώξωμεν τὸ πονηρόν δηλαδὴ αὐτὸ πνεῦμα; Ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾷ: «διά τὴν ὀλιγοπιστίαν ὑμῶν». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχον λάβει ἐξουσίαν νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια. Πεποιθότες ὅμως εἰς τὴν ἰδίαν των δύναμιν καὶ μὴ καταφυγόντες εἰς τὴν προσευχήν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος λέγει πρὸς τοὺς Ἀποστόλους Του «τοῦτο τὸ γένος» τῶν δαιμόνων γενικῶς «ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Ὁ Κύριος δεικνύων τὴν δύναμιν τῆς πίστεως ἐνισχυόμενην ὑπό τῆς προσευχῆς σὺμπληροῖ λέγων: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐάν ἔχητε πίστιν ὡς κόκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβα ἔνθεν ἐκεῖ καί μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν». Πίστις ὡς κόκκος σινὰπεως εἶναι ἡ θερμὴ πίστις, ὡς θερμὸς εἶναι ὁ σιναπόσπορος. Αὕτη δύναται ὄρη νὰ μετακίνησῃ, λέγει ὁ Κύριος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι δὲν μετεκίνησαν ὄρη, διότι δὲν παρέστη ἀνάγκη τοιαύτη. Ἀνέστησαν ὅμως νεκροὺς μὲ τὴν πίστιν των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀνώτερον τῆς μετακινήσεως τῶν ὀρέων.



Θέμα: Ἀνατροφὴ τῶν τέκνων.

Εἰς τὴν Εὐαγγελικὴν περικοπὴν τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ δίδεται ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ζωῆς μας. Ἂς ἴδωμεν.

Α. Ἐξωχριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παδίων: 

Προκειμένου νὰ ἴδωμεν τὰς ἐλλείψεις τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδίων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παιδὶ καὶ τοὺς διδασκάλους του. Ἐπειδὴ δὲ διδάσκαλοι τοῦ παιδίου πλὴν τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ οἰκογένεια, καὶ τὸ σχολεῖον, θὰ ἴδωμεν τὴν φύσιν τοῦ παιδίου, τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους αὐτοῦ.

Πρῶτον. Ἡ φύσις τοῦ παιδίου: Ἐκ τῆς ἀνωτέρω εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἴδομεν, ὅτι ὁ υἱός «κακῶς σεληνιάζεται. Πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ, πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ξηραὶνεται». Ἡ δὲ ζωὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ παῖς πὰρ’ ὅλην τὴν ἀπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν ποὺ ἔχει εἰς μικράν ἡλικίαν, ὅσον προχωρεῖ εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁ ἐγωϊσμός, τὸ πεῖσμα, ἡ ζήλεια καὶ τὰ λοιπὰ πάθη εἶναι ψεγάδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας ἀναντίρρητα. Ἡ εἰκών τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς δὲν ὑπολείπεται πολλάκις τοῦ παιδικοῦ δαιμονίου ὑγιοῦς υἱοῦ. Καὶ τὸ παιδί, ὅταν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος, πάθους τινός, τινάζεται, ξηραίνεται, κακῶς δαιμονίζεται. Ἡ κακία πηγάζουσα ἐκ τῶν πρωτοπλάστων Ἀδάμ—Εὔας εἶναι κληρονομικὴ ἐπομένως παρουσιάζεται καὶ εἰς τά παιδιὰ καὶ εἶναι βαθεῖα.

Δεύτερον. Οἱ γονεῖς: Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς μανθάνομεν, ὅτι ὁ πατὴρ ἦτο ὀλιγόπιστος καὶ ὁ Κύριος ὠνόμασε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν πατέρα τοῦτον «γενεὰν ἄπιστον» καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας ταύτης δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱός, πρὶν παρουσιασθῇ ὁ Χριστός. Πράγματι! Αἱ ἀτέλειαι τῶν γονέων ἐπιδροῦν πολὺ εἰς τὴν μὴ ὀρθήν διαπαιδαγώγησιν τῶν τέκνων των ἰδίως δὲ ἡ ἀπιστία των. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἀπρόσεκτος συμπεριφορὰ τῶν συζύγων εἰς ζητήματα αἰδημοσύνης, αἱ ἀδυναμίαι τῶν γονέων ἐνώπιον τῶν τέκνων, ἡ προσκόλλησις τῶν γονέων εἰς τὸ χρῆμα, ὥστε ἡ ἀπώλεια αὐτοῦ νὰ συντρίβῃ ψυχικῶς τοὺς γονεῖς, ἐπιδροῦν ὀλεθρίως εἰς τὰ τέκνα. Ὄχι αἱ συμβουλαὶ τῶν γονέων, ἀλλά τά ἄπρεπα λόγια τῆς στιγμῆς ἐπιδροῦν εἰς τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα εἶναι εὔφλεκτος ὕλη εἰς τὰ λόγια ταῦτα τῆς στιγμῆς τῶν γονέων, διότι οἱ μικροὶ εἶναι κατάσκοποι τῶν μεγάλων!

Τρίτον. Τὸ σχολεῖον: Ὁ δαιμονιζόμενος υἱός δὲν ἐθεραπεύθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ Κύριος δὲν εἶχον οὗτοι τὴν ἀνάλογον πίστιν οὐδὲ τὴν προσευχήν. Ἐάν οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱόν, διότι ἐστεροῦντο ἀναλόγου πίστεως, πολὺ περισσότερον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διώξῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιὰ τὸ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει διδασκάλους ἀπίστους. Δυνατὸν οἱ μορφωμένοι διδάσκαλοι ἀλλά ἄπιστοι νὰ δώσωσιν εἰς τὰ παιδιὰ γνώσεις πολλάς. Δὲν δύνανται ὅμως νὰ διώξωσιν ἀπὸ τὰ παιδιὰ οὐδὲ ἕν δαιμόνιον. Διά τὴν ζήλειαν, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτην, τὸ πεῖσμα, τὸν θυμὸν καὶ λοιπὰ πάθη, τά ὁποῖα ἐμφωλεύουν εἰς τὴν καρδίαν τῶν παιδιῶν, δὲν καταβάλλεται φροντὶς νὰ ἐκριζωθῶσι, διότι ἡ προσοχὴ τοῦ σχολείου στρέφεται κυρίως εἰς τὰς γνώσεις ὑπό τάς δύο ὄψεις τὴν μνήμην καὶ τὴν κρίσιν. Αὐτὰ ἀναπτύσσονται καὶ βαθμολογοῦνται. Ἡ διαγωγὴ βαθμολογεῖται μόνον χωρὶς νὰ διαπαιδαγωγῆται, ὅπως παιδαγωγεῖται ἡ μνήμη καὶ ἡ κρίσις. Πῶς τὸ σχολεῖον θὰ βγάλη τὸ δαιμόνιον ἀπὸ τὸ παιδί, τὸ ὁποῖον παιδὶ ἔχει τόσην κάκιαν, τό δὲ σχολεῖον ἄνευ Χριστοῦ ἔχει τόσην ἀδυναμίαν;

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ αἰσθανθεὶς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ παιδιοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴν ἰδικήν του κατέφυγεν εἰς τὸν Χριστὸν. Καὶ ἡμεῖς ἔχοντες, ὑπ’ ὄψιν τὴν παιδικὴν φλόγα τῶν παθῶν, τὴν οἰκογενειακὴν καὶ σχολικὴν ἐλλιπῆ διαπαιδαγώγησιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Χριστόν, διότι μόνον Αὐτός θὰ βγάλη τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιά.



Β. Ἡ Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ  τ ῶ ν  π α ι δ ί ω ν. 

Τὰ παιδιὰ θὰ εὕρουν τὴν χαρὰν των εἰς τὸν Χριστὸν, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνα μεγάλο παιδί. Τὰ παιδιὰ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ εὕρουν τὸ ἄναμμά των καὶ συμπλήρωμά των. Θὰ ἀνάψῃ ὅ,τι καλὸν ἔχουν καὶ θὰ ἀποκτήσουν ὅ,τι τοὺς λείπει. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἁπλότης τοῦ μικροῦ παιδιοῦ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ συμπληρωθῇ ὑπό τῆς καθαρότητας. Τὸ παιδὶ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν δὲν θὰ ἔχη μόνον τήν φυσικήν του χαράν, ἀλλά καὶ καρδίαν καθαράν. Ἡ φυσικὴ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ μικρὰ παιδιά, ὅταν αὐτὰ εὑρεθοῦν κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν, θὰ εὕρῃ σπουδαῖον τρόπον ἐκδιώξεως τῶν δαιμονίων διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως. Ποῖος ἱερεὺς ἐξωμολόγησε μικρὰ παιδιὰ καὶ δὲν εἶδε τὴν παιδικὴν εἰλικρίνειαν πεντακάθαρη; Τὰ παιδιὰ εἶναι ἀπρόσεκτα καὶ αἱ πτώσεις των πολλαί. Ἡ εἰλικρίνειά των ὅμως ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ εἶναι τόσον φυσική, ὥστε προσφέρει ὅλο σιτάρι, κόκκους καθαρούς ἐνοχῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἐξομολογήσεις τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξομολογούμενοι προσφὲρουσι ὀλίγους κόκκους ἐνοχῆς, τὰ περισσότερα δὲ λόγια των εἶναι ἄχυρα ἀπὸ βάσανα καὶ ἱστορίες ἤ ἁμαρτίες ἄλλων. Ἑπομένως ἡ ἁπλότης, χαρὰ καὶ εἰλικρίνεια, τὰ στολίδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας θὰ ἐνισχυθῶσι καὶ θὰ συμπληρωθῶσι ὑπό τῆς καθαρότητος καὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ ὡδήγησε τὸ παιδίον του εἰς τὸν Χριστόν. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωσι καί οἱ γονεῖς εἰς τά παιδιά τῶν. Πρέπει νὰ ὁδηγοῦν αὐτὰ εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει δηλαδὴ οἱ γονεῖς νὰ προπορεύωνται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὥστε νὰ ἐκκλησιάζωνται. Πρέπει οἱ γονεῖς ὄχι μόνον νὰ στέλλουν τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, ἀλλά νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ αὐτοί, ὅπως ἐξωμολογήθῃ καὶ ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τὴν ὀλιγοπιστίαν του εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει οἱ γονεῖς μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ των νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Πόσον ὡραῖον νὰ βλέπῃ τὶς γονεῖς νὰ συμπροσεὺχωνται μὲ τὰ παιδιὰ των! Πόσον συγκινητικὸν γονεῖς νὰ συμψάλλουν μὲ τὰ παιδιὰ των. Τότε θὰ φύγουν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιά. Ἐὰν οἱ γονεῖς στέλλουν μόνον τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐξομολόγησιν, θείαν κοινωνίαν, αὐτοὶ δὲ ἀδιαφοροῦσιν, οὐδόλως οἰκοδομοῦσιν αὐτά.

Τί νὰ εἴπῃ τις διὰ τοὺς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἤ εἰρωνεύονται τὰ παιδιὰ των, ὅταν αὐτὰ θρησκεύωσι; Αὐτοὶ πρῶτοι θὰ πληρώσωσι τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των, διότι τὰ δαιμόνια τῶν παιδιῶν αὐτῶν θὰ στραφοῦν κατὰ τῶν γονέων των καί θὰ ποτίσουν αὐτοὺς μὲ δηλητήριον. Ἰδοὺ ἡ φύσις τοῦ παιδίου μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ αἱ ἀτελεῖς διαπαιδαγωγήσεις σχολικαὶ καὶ οἰκογενειακαὶ καὶ αἱ συμπληρώσεις αὐτῶν.

Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ θρησκευτικὴ διαπαιδαγώγησις τῶν παιδιῶν φαίνεται ἐκ τοῦ ἑξῆς: Ὁ βαθύπλουτος Κροῖσος ἠρώτησε τὸν σοφὸν Σόλωνα, ποῖος εἶναι ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Σόλων ἀπαντᾷ: Ὁ Βίτων καὶ ὁ Κλέοβις, διότι θησκευτικῶς παιδαγωγηθέντες ὑπό τῆς μητρὸς των ἐφάνησαν εὐγνώμονες εἰς αὐτὴν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἡ μήτηρ τῶν δύο αὐτῶν υἱῶν μετέβαινε τακτικὰ εἰς τὸν ναόν. Ἡμέραν τινά, ἐπειδὴ ἔλειψαν οἱ ἵπποι τοῦ ὀχήματος, ἐζεύχθησαν οἱ δύο οὗτοι υἱοὶ καὶ ἔφερον ἐγκαίρως τὴν μητέρα των εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ κοιμηθέντες οἱ δύο υἱοί κατόπιν προσευχῆς τῆς μητρὸς των, ὅπως ἐπιτύχωσιν οὗτοι τὸ μέγιστον ἀγαθόν, ἀπέθανον ἐν τῷ ναῷ! Ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν εἶχον οἱ πρὸ Χριστοῦ διὰ τὴν θρησκευτικὴν ἀνατροφήν, ποίαν σημασίαν πρέπει νὰ δίδωμεν ἡμεῖς διὰ τὰ παιδιὰ εἰς τὴν Χριστιανικὴν ἀνατροφήν; Ἂς ὁδηγήσωμεν λοιπόν τὰ παιδιὰ εἰς τὸν Χριστόν!


(1) Μάρκ. 6,7-13





B.  Δευτέρα πρόρρησις τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ματθ. 17,22-23. Μάρκ. 9,30—32-, Λουκ. 9,43β—45.


Ὁ Κύριος καὶ οἱ μαθηταὶ Του «ἐξελθόντες ἐκεῖθεν» ἐκ τῶν μερῶν δηλ. τῆς Καισαρείας τῆς Φιλίππου, ὅπου ἐθεραπεύθη ὁ σεληνιαζόμενος υἱός «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας καί οὐκ ἤθελεν, ἵνα τις γνῷ». Ὁ Κύριος δηλαδή, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν κοσμικὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ ἵνα εὑρίσκεται μόνος μετὰ τῶν μαθητῶν Του παρασκευάζων αὐτοὺς διὰ τὸ πάθος του «παρεπορεύετο» ἤτοι διήρχετο πόλεις καὶ κώμας χωρὶς νὰ σταματήσῃ ἤ ἐπορεύετο διὰ τῶν μὴ κεντρικῶν ὁδῶν τῶν πόλεων.

«Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπί πᾶσι, οἷς ἐποίει καί συστρεφομένων αὐτῶν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ». Ἐνῷ δηλαδὴ ὅλοι ἐθαύμαζον διὰ τὸ θαῦμα τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ καὶ τὰ ἄλλα θαύματα, τὰ ὀποῖα ἔκαμνε καὶ ἐνῷ περιεφέρετο ὁ Κύριος μετὰ τῶν μαθητῶν Τοῦ ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, «ἐδίδασκε» συνεχῶς καὶ κατ' ἐπανάληψιν ἐτόνιζεν εἰς «τοὺς μαθητάς αὐτοῦ καί ἔλεγεν αὐτοῖς˙ θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους», δέσατε κόμπον καλὰ εἰς τὸ μυαλό σας, ὅτι «ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται» ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων «εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καί ἀποκτενοῦσιν Αὐτὸν» θὰ τὸν φονεύσωσι «καί ἀποκτανθείς τῇ τρίτῃ ἡμέρα ἐγερθήσεται» καὶ φονευθείς θὰ ἀναστηθῇ τὴν τρίτην ἡμέραν. Οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ταῦτα «ἐλυπήθησαν σφόδρα». Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐπί τοῦ ὄρους μεταμόρφωσίν Του στρέφει τὸ βλέμμά Του εἰς τὸν Γολγοθάν, διότι ὁ καιρὸς πλησιάζει, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀναβῇ εἰς Ἱεροσόλημα, ἵνα σταυρωθῇ. Οἱ μαθηταὶ ἀδυνατοῦν νὰ συνδέσουν τὰ δύο ταῦτα ὄρη, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συνδυάσωσι μεταμόρφωσιν καὶ σταύρωσιν. Δία τοῦτο ὁ Λουκᾶς λέγει δι΄ αὐτούς. «Οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ρῆμα τοῦτο» τῆς σταυρώσεως. Δὲν ἐνόουν τὴν σταύρωσίν Του, διότι ἦσαν πλήρεις πολιτικῶν μεσσιανικῶν ἀντιλήψεων. Ὁ Λουκᾶς προσθέτει καὶ ἄλλο τί: «τὸ ρῆμα τοῦτο ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’ αὐτῶν, ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτὸ καί ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι Αὐτὸν περί τοῦ ῥήματος τούτου». Ἡ ἀλήθεια δηλαδὴ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, ἦτο ἀκατανόητος, πολὺ βαρεῖα διὰ τὸν νοῦν τῶν Ἀποστόλων. Ἡ θεία πρόνοια, ἵνα μὴ συντριβῶσιν οἱ Ἀπόστολοι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀληθείας ταύτης καὶ ὦσι ἐν διαρκεῖ κατηφείᾳ ἐπέτρεπε νὰ μὴ ἐννοῶσι τὴν φρικτὴν ὄψιν τοῦ σταυροῦ πλήρως. Ἐφοβοῦντο δὲ νὰ ἐρωτήσωσι καὶ τὸν Ἰησοῦν, ἵνα μὴ λυπήσωσιν Αὐτὸν καὶ ἐπιτιμηθῶσιν ὑπ' Αὐτοῦ, ὡς ἐπετιμήθη καὶ ὁ Ἀπόστ. Πέτρος, ἴσως δὲ καὶ ἵνα μὴ ἀκούσωσι τρομερώτερα πράγματα.

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐνόησαν «τὸ ρῆμα» τὸν λόγον περὶ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ἐνόησαν ὅμως κάποιο ἄλλο σπουδαῖον σημεῖον, τὸ ἑξῆς. Προλέγων ὁ Κύριος τὸ πάθος Του, δηλοῖ, ὅτι ἐκουσίως πάσχει, εἶναι κύριος τοῦ πάθους Του. Ἑπομένως ὁ πειρασμὸς τοῦ ἀπροσδόκητου τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου δὲν πρόκειται νὰ ἐπηρεάσῃ τελικῶς τοὺς μαθητάς Του περὶ δῆθεν ἀποτυχίας τοῦ ἔργου Του,

Ἡ πρόρρησις αὕτη τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου θεωρεῖται δευτέρα, ἄν καὶ πρό ταύτης ὑπῆρξαν δύο ἄλλαι ἐν Ματθ. 16,21 καὶ 17,12, διότι ἡ πρώτη 16,21 θεωρεῖται κύρια πρόρρησις. Ἡ ἄλλη ἐν 17,12 ἦτο συμπτωματική. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἦτο ἀκατανόητος ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ἐθεωρεῖτο ἐσχάτη ἀδυναμία διὰ τὸν Ἀρχηγὸν των καί ἀπελπισία διὰ τὸν ἑαυτὸν των. Καί ὅμως ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις καί ἐλπίς.



Θέμα: Ὁ Σταυρὸς δύναμις – Ἐλπὶς

Α. Ὁ Σταυρός δύναμις. Ὁ Σταυρὸς εἶναι δὺναμι.ς πρός τὸν Ἰησοῦν, τὸν ὑλικὸν κόσμον και τoν ἔμψυχον κόσμον ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων.

α) Ὁ Σταυρός δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν βλέπωμεν τὸν Ἰησοῦν ἐγκαταλελειμμένον εἰς τήν μανίαν τῶν σταυρωτῶν του καὶ παραδίδοντα τὴν ἁγίαν Του ψυχὴν ἐν μέσῳ τόσων σκληρῶν βασάνων μὴ φαντασθῶμεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ταύτην θέσιν ἀπὸ ἀδυναμίαν. Δὲν εἶναι ἡ σκληρότης τῶν βασανιστηρίων, τὰ ὁποῖα τὸν κάμνουν καί ἀποθνήσκει, εἶναι ἡ θέλησίς Του.Ὁ θάνατος πὰρ’ ἡμῖν προέρχεται ἐξ ἀδυναμίας, ἀπὸ ἐξάντλησιν. Ὁ Κύριος ἀποθνῄσκει, διότι τὸ θέλει. Ὁ Κύριος πρὶν σταυρωθῇ ὁμολογεῖ: «ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν». Ἰωάν. 10,18. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην ὁ Κύριος ἐξηπλωμένος ἐπί τοῦ σταυροῦ ἐξετάζει διὰ τῆς σκέψεως Του τά ὑπό τῶν προφητῶν περὶ ἐαυτοῦ γραφέντα καὶ «εἰδώς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὰ πάντα τετέλεσται» ἐννοήσας, ὅτι ἅπασαι αἱ προφητεῖαι ἐξεπληρώθησαν πλὴν τοῦ πικροῦ ποτίσματος, ἵνα πληρωθῇ ἡ γραφὴ εἶπε «διψῶ». (1)

Μετὰ ταῦτα ἰδών, ὅτι οὐδὲν ἄλλο Τὸν κρατᾷ εἰς τὸν κόσμον, ὑψώνει τὴν φωνήν Του καὶ παραδίδει τὸ πνεῦμα μετὰ τοσαύτης ἠρεμίας, ὥστε εἶναι εὔκολον νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τοῦ ἀφαίρεσῃ τὴν ζωήν. Ποῖον ἄλλον εἴδομεν νὰ κοιμᾶται μετὰ τοιαύτης γλυκύτητος, μεθ’ ὅσης ἀποθνῄσκει ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ; Οὐδένα! Ποῖος ἄλλος ὁρίζει τόσον ἀκριβῶς τὴν ὥραν τοῦ ὕπνου, καθ' ἥν θὰ κλείσουν τὰ βλέφαρά του, ὡς ὁρίζει ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Τὶς τῶν ἀνθρώπων μελετῶν ταξίδιον ὁρίζει τόσον ἐπακριβῶς τὴν ὥραν τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἀφίξεως, ὅσον ὁ Χριστός τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Δία τοῦτο ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος ζῶντος τοῦ Κυρίου οὐδόλως συνεκινήθη ἐκ τῆς τοῦ Κυρίου τύχης, ὅταν ὅμως ἀπέθανεν ὁ Κύριος, ὡμολόγησεν ἐκεῖνος τὴν θεότητα Του εἰπών «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός ἦν οὗτος.

Διατί; Διότι εἶδεν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ταύτῃ ἀδυναμίᾳ καὶ ἑξαντλήσει δύναμιν ἠρεμίας καὶ ἐλευθερίαν αὐτοδιαθέσεως. Ἰδοὺ ἡ πρώτη δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου; Ἀποθνήσκει κατά τον Αὐγουστῖνον ἐκ δυνάμεως, ἐπειδὴ τὸ θέλει καί οὐχὶ ἐξ ἀδυναμίας παρὰ τὴν θέλησιν Του:Ὦ δύναμις Τοῦ Ἐσταυρωμένου!

β) Ὁ Σταυρός δύναμις πρός τό ὑλικόν σύμπαν. 
Ὁ Σταυρικὸς θάνατος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σείσῃ ἐκ θεμελίων τὸν Οὐρανόν καὶ τὴν γῆν, διότι ὁ ἥλιος ἐσκοτίσθη «σκὸτος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τήν γῆν, τὰ μνημεῖα ἡνεῴχθησαν καί πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη καί τὸ καταπέτασμα» τὸ τέμπλον τοῦ Ναοῦ, ἂς εἴπωμεν σήμερον,«ἐσχίσθη εἰςδύο ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω». Γενικῶς ὁ σταυρὸς δίδει ἕνα μάθημα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν ἄψυχον φύσιν νὰ μὰθῃ ποῖον ἦτο τό χάος; ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε καί εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κατὴντα, ἂν δὲν συνετηρεῖτο ὑπό τῆς θείας προνοίας. Πόση εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ!

γ) Ὁ σταυρός πρός τόν ἄνθρωπον καί δαίμονας. 
Ὁ σταυρὸς συνταράσσει ὄχι μόνον τὴν ἄψυχον φύσιν, ἀλλά τους δαίμονας καὶ τὸν ἐγωισμόν τῶν ἀνθρώπων. Ἰδοὺ πῶς. Μεγαλυτέρα νίκη εἶναι ἡ καθυπόταξις τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν συντριβὴν ὁλοκλήρου τῆς φύσεως, διότι οὐδὲν ἐν τῇ φύσει «ῥοῶδες καὶ ἀνυπότακτον ὅσον ἡ ἀνθρώπινη καρδία καὶ οὐδὲν ἄκαμπτον ὅσον ἡ τῶν δαιμόνων ὑπεροψία. Ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ θεοῦ διότι ἀνῆλθε μέχρι τοῦ Θείου θρόνου καὶ ἐκρήμνισεν ἐκεῖθεν μερίδα ἀρκετήν καὶ ἐκλεκτήν τῶν Οὐρανίων πνευμάτων, τοὺς ἀγγέλους, κατὸπιν κατῆλθεν εἰς τὴν γῆν καὶ ἀφοῦ μετέβαλε τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐγωϊστάς καὶ ἀντάρτας κατὰ τοῦ θείου θελήματος, ἔκαμε αὐτοὺς δούλους τοῦ κακοῦ.

Ὁ σταυρὸς ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέταξε τοσαὺτας καὶ τοιαύτας καρδίας ἀνθρωπίνας, οἵας οὐδεμία ἄλλη δύναμις τοῦ κόσμου. Γύρω τοῦ σταυροῦ βασιλεῖς ἐναπέθεσαν τὰ σκῆπτρα καὶ τὰς βασιλικὰς ἀλουργίδας, παρθένοι ἀφιέρωσαν τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς των. Μάρτυρες ἔδωκαν τὸ αἷμα των, πλῆθος δὲ ὁσίων, ἀσκητῶν, ἱερομαρτύρων ἔζησαν τὸν σταυρὸν ὑποτάσσοντες τὸν ἐγωϊσμόν των. Ποῖα ὅπλα ἐχρησιμοποίησεν ὁ Κύριος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τούτων; Μήπως κεραυνούς, ἀστραπάς ἤ τὴν μεγαλοπρεπῆ Του ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς ὁποίας, τὰ ὑψηλότερα ὄρη τρέμουν, διαρρέουν ὡς τηκόμενος κηρός; Ὄχι! Ἀλλά αἱματωμένην καθέδραν, ὀνοζομένην σταυρόν, αἱμα χυνόμενον μετὰ σκληρότητος, θάνατον ἄτιμον, στέφανον ἐξ ἀκανθῶν. Καὶ πολὺ σοφὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Θὰ ἔκαμεν ὁ Θεὸς τὸν ἐγωϊσμὸν μεγαλύτερον καὶ τὸν ἐγωϊστήν δαίμονα ὑπερόπτην, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει κατ' αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως. Ἡ ἀδυναμία πρέπει νὰ τὸν νικήσῃ, ἵνα ἡ ἧττα του εἶναι καὶ ταπείνωσίς του! Πρέπει νὰ ἡττηθῇ διὰ μέσου τινός, τὸ ὁποῖον περιφρονεῖ! Ὑψώθης ὦ Σατανᾶ, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μεθ' ὅλης σου τῆς δυνάμεως. Κατῆλθεν ὁ Θεὸς ἐναντίον σου μετὰ πάσης ἀδυναμίας, ἵνα δείξῃ πόσον περιφρονεῖ τὰ σχέδια σου. Ἠθέλησες νὰ γίνῃς Θεός τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας κατὰ τὸ φαινόμενον ἄνθρωπος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γίνεται Θεός σου! Ὦ δύναμις τοῦ σταυροῦ! Ἡ ἐσχάτη ἀδυναμία ἔφερε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οἵα οὐδεμία ἄλλη δύναμις. Πολὺ καλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυχᾶται οὐχὶ εἰς τὰ θαύματα καὶ ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλά εἰς τὸν σταυρόν Του. «Ἐμοί μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰμή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου». Ὦ δύναμις τοῦ Σταυροῦ! Εἰς μάτην προσπαθοῦν οἱ δήμιοι Ρωμαῖοι στρατιῶται σταυρώνοντες τὸν Χριστὸν νὰ ξηράνουν τὸ ποταμὸν τῆς ζωῆς. Ὅσα περισσότερα πλήγματα καταφέρουν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ περισσότερον αἷμα χύνεται, τόσον ἀφθονωτέρα ἡ ζωὴ ἀναβρύει ἐκ τῶν πληγμάτων! Ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλάρι ὕδατος ζῶντος. Κάθε κτύπημα καὶ ζωή! Κτυπήσατε λοιπὸν σεῖς, δήμιοι σταυρωταί, μεθ’ ὅλης τῆς σωματικῆς σας δυνάμεως καὶ τῆς ψυχικῆς σας ἀγριότητος! Ἀνοίξατε πληγάς, θύρας καὶ παράθυρα ἀπό ὅλας τὰς πλευράς τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, ἵνα διαρρεύσῃ ἡ ὡραία Του ζωή! Ματαιοπονεῖτε. Δὲν θὰ ῥεύσῃ, ἐὰν δὲν θελήσῃ Αὐτὸς ὁ ἴδιος. Μάλιστα! Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς ἀγριότητάς σας τὸ ἐπέτυχεν Ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀγάπης Του, διότι ἀπὸ ἀγάπην Του ἠθέλησε καὶ ἀπέθανε! Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ, αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπίς μας.


Β.' Ὁ Σταυρός—Ἐλπίς.

Οὗτος εἶναι ἡ ἐλπίς μας. Πράγματι. Ἡ πληθὺς τῶν ἁμαρτημάτων μας εἶναι μεγάλη. Εἰς ποίαν ἀπελπισίαν θὰ περιεπίπτομεν, ἀφοῦ ὁ στενὸς δρόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς διατάσσει νὰ βαδίσωμεν, τὸ εὐόλισθον τοῦ δρόμου τούτου, τὸ ἀσθενές τῆς κυμαινόμενης καὶ ἀσταθοῦς θελήσεώς μας θὰ μᾶς ὠδήγουν εἰς ἀπείρους πτώσεις; Ὅταν ῥίψω ἕν βλέμμα εἰς τὰ μυστικὰ πάθη τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας ἱκανῆς νὰ κρύψῃ τόσας καὶ τόσας πτυχάς στρεβλάς διεφθαρμένων κλίσεων, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γνῶσιν οὐδὲ κἄν ὑποψίαν ἔχω, φρίττω. Φρικιῶ, ὅταν συλλογισθῶ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀθῶα λόγια καὶ ἔργα ὑπάρχουν τὰ μολύσματα τοῦ κακοῦ! Ἐὰν ἕνας Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγεν«οὐδέν ἐμαυτῷ σύνοιδα, ἀλλ’ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι» «δὲν αἰσθάνομαι συγκεκριμένον τι ἁμάρτημα καὶ ὅμως δὲν εἶμαι ἀπηλλάγμενος ἁμαρτιῶν» τί δύναμαι νὰ εἴπω ἐγώ, νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ἄθλιοι καὶ ἁμαρτωλοί; Ἔχομεν ὅμως ἐλπίδα τὸν Ἐσταυρωμένον, ὁ ὁποῖος ἐνισχύει τὴν ἀσθενῆ ἀνθρώπινην φύσιν, συγχωρεῖ τὰς πτώσεις..

Ὦ Σταυρὲ Πανσεβάσμιε, σὺ χύνεις μέσα εἰς τὴν ψυχὴν μας ἠρεμίαν. Ἐφ' ὅσον δύναμαι νὰ ἀγκαλιάσω τὸν σταυρόν, οὐδέποτε θὰ χάσω τὴν ἐλπίδα μου. Ἐφ' ὅσον βλέπω εἰς τὰ δεξιά τοῦ Οὐρανίου Πατρός, τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν φέροντα τὴν ἀνθρώπινην φύσιν σημαδεμένην εἰς τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ τὴν καρδίαν, τὴν κεφαλὴν μὲ τὰ σημάδια ἐκεῖνα τῆς ἀγάπης, τὰς πληγάς τὰς ὁποίας ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, οὐδόλως ἀπελπίζομαι, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τὸ ἀσθενὲς ἀνθρώπινον γένος. Οὐδόλως ὁ τρόμος τῆς θείας μεγαλειότητος μὲ ταράσσει, ὥστε νὰ μὲ ἐμποδίζῃ νὰ πλησιάσω καὶ νὰ σκεπασθῶ εἰς τὴν θείαν εὐσπλαγχνίαν. Ἡ σταυρωμένη θεία σὰρξ εἶναι ἄσυλον τῆς ἀνθρωπίνης μου ἀδυναμίας. Ὁ Σταυρὸς μὲ βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἐλεηθῶ. Ὁποία ἐλπίς!

Ποίαν δύναμιν παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ἔχει ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὴν δύναμιν, παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ποὺ δίδει καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τοὺς διαφόρους ἁγίους καὶ ἀσκητάς. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος. Οὗτος ἐν ἐρήμῳ εὐρισκόμενος ὑφίστατο πολλούς πειρασμοὺς ὁμοίους πρὸς τοὺς τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐπειράζετο ὑπό τοῦ Σατανᾶ ἐν ἐρήμῳ ἐπὶ 40 ἡμέρας· ἐνεφανίζετο δηλαδή ὁ Σατανᾶς ὑπὸ μορφὴν ὄφεων καὶ ἀγρίων θηρίων. Ὅταν ἔκαμνε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ὁ Ἅγιος, οἱ δαίμονες ἔφευγον. Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τὸ ὅπλον τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὁ σταυρός. Ὅπως φεύγει τὸ σκυλὶ πρὸ τῆς μάστιγος, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ διάβολος πρὸ τοῦ Σταυροῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπίς ἡμῶν.

Kυριακή Δ΄ Των Νηστειών-Οσίου Ιωάννου Της Κλίμακος

Η δραματικὴ κατάσταση παιδιοῦ καὶ γονέα ποὺ παρουσιάζεται στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀδελφοί μου, ὁδηγεῖ τὴν σκέψη μας στὸ παράλληλο σύγχρονο δρᾶμα πολλῶν ἀγοριῶν καὶ κοριτσιῶν καὶ δύστυχων γονέων, τῆς τραγικῆς στ᾿ ἀλήθεια ἐποχῆς μας. Πιάνεται ἡ ἀνάσα μας μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ δρᾶμα καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ τὸν πόνο γιὰ τοὺς ἀξιολύπητους γονεῖς καὶ τὰ δυστυχισμένα παιδιά, μένουμε ἀμήχανοι – ἄφωνοι καὶ ἕνα «γιατὶ» ἀναπηδάει μέσα μας, ἀξιώνοντας μιὰν ἀπάντηση καὶ μιὰ σωστὴ λύση στὸ δρᾶμα ποὺ δημιουργεῖ τόσο σπαραγμὸ καὶ κλάμα.
Εἶχε «πνεῦμα ἄλαλον» ὁ νέος του εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος καὶ τάσεις αὐτοκαταστροφῆς ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ δαίμονος. Εὐτύχησε ὅμως νὰ ὁδηγηθῆ ἀπὸ τὸν πατέρα του στὸ Χριστὸ καὶ θεραπεύτηκε. Ὁ διάβολος, ἀγαπητοί, εἶναι ὀντότης, πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο του εἶναι καταστρεπτικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν δημιουργία, τὴν φύση. Κάποιοι σήμερα ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἁπλῆ προσωποποίηση τοῦ κακοῦ, ψευδαίσθηση τῶν χριστιανῶν, ποὺ ἐπιμένουν νὰ βλέπουν παντοῦ δαιμόνια. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅμως διδάσκει ὅτι «εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α’ Ἰωάν. 3-8) καὶ ἀκόμα πὼς σαρκώθηκε καὶ σταυρώθηκε καὶ πέθανε καὶἀναστήθηκε «ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστιν τὸν διαβόλον» (Ἑβραίους 2-14). Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ἡ παιδεία μας καὶ ὅλος ὁ «πολιτισμός μας» ἀγνοεῖ τὴν περὶ δαιμόνων καὶ διαβόλου πραγματικότητα καὶ ὄχι μόνο δὲν τὴν ἀντιμετωπίζει, ἀλλὰ διστάζει νὰ τὴν ψηλαφίση καὶ νὰ προβληματισθῆ, νὰ μιλήση γιὰ διάβολο καὶ ἁμαρτία. Ἔτσι λοιπὸν μεγιστοποιεῖται ὁ κίνδυνος νὰ μείνη ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἀνίσχυρος, ἀδύνατος, ἀλύτρωτος.
Σήμερα ἡ δαιμονικὴ ἐπήρεια ἐκφράζεται στὸν ἄνθρωπο μὲ ποικίλους τρόπους. Ἡ πλέον συνήθης της ἐκδήλωση εἶναι ἡ ἔλλειψη κάθε ἐνδιαφέροντος γιὰ τὶς καθημερινὲς δραστηριότητες τῆς ζωῆς, τὸ αἴσθημα ἀνικανότητας, ἡ ἔμμονη ἰδέα πὼς «δὲν ἀξίζει κανεὶς νὰ ζῆ». Ἀθυμία καὶ πλήρης ἀδιαφορία γιὰ ὅλα. Καὶ ἔτσι μὲ πεσμένο ἠθικό, χωρὶς κανένα κέφι, μὲ πλήρη διαταραχὴ τοῦ ψυχικοῦ συστήματος καὶ ἐγκατάλειψη κάθε πνευματικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ μέσου ἐπικοινωνίας μὲ τὸ Θεό, ἐπέρχεται καὶ κατάρρευση τοῦ νευρικοῦ συστήματος, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ πλήρη ἀπογοήτευση, μοναξιὰ καὶ συχνὰ ἀπόγνωση.
Ὁ ἅγιος Νεῖλος τονίζει πὼς ἡ δαιμονικὴ αὐτὴ ἐπήρεια εἶναι «σκώληξ καρδίας» ποὺ θίγει καίρια τὴν ψυχὴ καὶ σὰν ἄλλο σκουλήκι κατατρώγει στὴ συνέχεια καὶ διαλύει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὁ συγγραφέας τῆς κλίμακας τῶν ἀρετῶν, ποὺ σήμερα γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, αὐτὴ τὴν δαιμονικὴ ἐπήρεια τὴν ἀποκαλεῖ ἀκηδία. Λέγει λοιπὸν ὁ ὅσιος· «Ἀκηδία εἶναι παράλυσις τῆς ψυχῆς, χαλάρωσις νοῦ, ὀκνηρία, ἀδιαφορία, πρὸς πάντα ἀγῶνα, μῖσος κατὰ τοῦ ἐπαγγέλματος» ποὺ ὅλα αὐτὰ ἀπεργάζονται συστηματικὰ τὸν θάνατο, ὅπως χαρακτηριστικὰ τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται» (Β’ Κορινθ. 7-10). Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σημειώνει· ἡ πλέον βλαβερὴ ἀπ᾿ ὅλες τὶς δαιμονικὲς ἐνέργειες εἶναι ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀθυμίας, δηλ. τῆς κατάθλιψης καὶ τῆς ἀπελπισίας.
Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ βασικότερη αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς δραματικῆς καταστάσεως; Χωρὶς ἀμφιβολία ἡ ψυχικὴ ἐρημιὰ ἀπ᾿ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὁ συγκλονισμὸς ἀπ᾿ τὴν ἀπιστία καὶ τὴν ἀθεΐα ποὺ προκαλεῖ φοβερὸ κενὸ στὸν ψυχικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀτομικιστική, ἐγωιστική, ἄνετη ζωή. Ὁ κορεσμός, ἡ ἀπληστία, ἡ τεμπελιὰ καὶ φυσικὰ τὰ ναρκωτικά.
Ἀπ᾿ ὅπου διώχνεται ὁ Θεός, τὸ δίχως ἄλλο, θέτει πόδι τὴν ἴδια κιόλας στιγμὴ ὁ σατανᾶς, ποὺ ἐξωθεῖ τὰ πράγματα πρὸς τὴν ἀπόγνωση, τὴν ἀκηδία, τὴν ἀθυμία, τὴν κατάθλιψη. Εἶναι ὅμως καιρὸς νὰ καταλάβουμε πὼς μόνον ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, μπορεῖ νὰ βοηθήση θετικὰ καὶ ἀποτελεσματικά. Τὰ φάρμακα ποὺ προσφέρει εἶναι «ἡ ἀναθέρμανση τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν». Ἡ προσευχή. Ἡ μυστηριακὴ ζωή. Ἡ ἐξομολόγηση γιὰ ψυχικὴ εἰρήνευση. Προσφέρει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μάλιστα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία «ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α’ Ἰωάν. 4-18).
Ἡ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μας εἶναι, καθὼς διαπιστώνεται καθημερινά, ἀπ᾿ τοὺς γονεῖς πρῶτα καὶ ὕστερα ἀπ᾿ ὅλη τὴν δομὴ τῆς σύγχρονης κοινωνίας καὶ παιδείας, ἀντιπαιδαγωγική, ἀφύσικη, ἀντίθεη, ἀντιχριστιανική.Δημιουργοῦν οἱ πιὸ πολλοὶ γονεῖς ἕνα ἢ δυὸ παιδιὰ καὶ αὐτὰ τύπους καλομαθημένους, ἐγωιστές, στείρους ἀπὸ συναισθήματα καὶ ἰδανικά, μαλθακούς, μὲ ἄδεια ψυχή ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ ζωὴ ἀνώτερη, θρησκευτική. Καὶ ἀφοῦ μετά, στὰ σχολεῖα, γίνεται πλήρης ἀποπροσανατολισμός, πάλι χωρὶς Θεὸ καὶ ἰδανικά, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ βρεθοῦν τὰ παιδιὰ στὸ κενό, νὰ μὴν ἐκδηλώνονται σὰν «ἄλαλα καὶ κωφά»;
Προσοχὴ καὶ ἐγρήγορση λοιπόν. Καὶ ἀναθεώρηση τακτικῆς. Ἀπόφαση σταθερὴ χρειάζεται γιὰ καταφυγὴ στὸν ἀληθινὸ Σωτήρα, τὸν Θεὸ τῆς σωτηρίας, τὸν θεάνθρωπο Κύριο, ποὺ ἐξακολουθητικὰ μᾶς λέει· «Ὢ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἀνέξομαι ἡμῶν;». Καὶ παροτρύνει στοργικὰ ὅλους μας καὶ τὸν κάθε νέο «Φέρετε αὐτὸν πρός με».
π.Ν.Κ


Ομιλία εις την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)


χει θέμα το ευαγγέλιο που αναγινώσκεται κατ' αυτήν όπου γίνεται λόγος και για την επιμέλεια των εσωτερικών λογισμών
Περίληψη ομιλίας εις την Τετάρτην Κυριακήν των Νηστειών: Περι­γράφει την παιδαγωγικήν μέθοδον του Χριστού προς τον σκοπόν να φέρη εις την πίστιν τον πατέρα του δαιμοναζομένου νέου, του κωφαλάλου. Η θεραπεία έπρεπε να εξασφαλισθή δια της πίστεως. Το δαιμόνιον τούτο είναι το της ακολασίας και προς εκδίωξίν του απαιτείται προσευχή και νηστεία· με την νηστείαν χαλινώνεται το σώμα, με την προσευχήν κατευνάζον­ται οι λογισμοί της ψυχής, οι εξερεθίζοντες προς το πάθος. Τα πάθη δε είναι τα δαιμόνια, τα οποία πρέπει να εκβάλωμεν.


ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

1. 
Πολλές φορές ωμίλησα προς την αγάπη σας περί νηστείας και προσευχής, ιδιαιτέρως μάλιστα αυτές τις ιερές ημέρες· εναπέθεσα ακόμη στις φιλόθεες ακοές και ψυχές σας ποια δώρα προσφέρουν στους εραστάς των και πόσων αγαθών πρόξενοι γίνονται σ' αυτούς που τις ασκούν, πράγμα που επιβεβαιώνεται γι' αυτές κυρίως από την φωνή του Κυρίου που αναγινώσκεται σήμερα στο ευαγγέλιο.
Ποια δε είναι αυτά; Είναι μεγάλα, τα μεγαλύτερα όλων θα ελέγαμε· διότι εκτός από τα άλλα μπορούν να παράσχουν και εξουσία κατά πονηρών πνευμάτων, ώστε να τα εκβάλλσυν και να τα απελαύνουν, και τους δαιμονισμένους να τους ελευθερώνουν από την επήρειά τους. Όταν πραγματικά οι μαθηταί είπαν προς τον Κύριο περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, ότι «εμείς δεν μπορέσαμε να το εκβάλωμε», είπε προς αυτούς ο Κύριος· «τούτο το γένος δεν εκδιώκεται, παρά με προσευχή και νηστεία».

2. Ίσως γι' αυτό, μετά την προσευχή επάνω στο όρος και την κατ' αυτήν εμφάνισι της θεϊκής αυγής, κατέβηκε αμέσως και ήλθε στον τόπο, όπου ευρισκόταν ο κατεχόμενος από τον δαίμονα εκείνον. Λέγει δηλαδή ότι, αφού παρέλαβε τους εγκρίτους μαθητάς, ανέβηκε στο όρος να προσευχηθή και έλαμψε σαν ο ήλιος, και ιδού εφάνηκαν να συνομιλούν με αυτόν ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι άνδρες που περισσότερο από κάθε άλλον άσκησαν την προσευχή και τη νηστεία, δεικνύοντας και δια της παρουσίας των στην προσευχή την συμφωνία και εναρμόνισι μεταξύ προσευχής και νηστείας, ώστε κατά κάποιον τρόπο η νηστεία να συνομιλή με την προσευχή ομιλώντας προς τον Κύριο. Εάν η φωνή αίματος του φονευθέντος Άβελ βοά προς τον Κύριο, καθώς λέγει αυτός προς τον Κάιν, όπως εμάθαμε από τα λόγια του Μωυσέως, πάντως και όλα τα μέρη και μέλη του σώματος, κακοπαθούντα με την νηστεία, θα βοήσουν προς τον Κύριο και, συνομιλώντας με την προσευχή του νηστεύοντος και περίπου συμπροσευχόμενα, δικαίως θα την καταστήσουν ευπροσδεκτικώτερη και θα δικαιώσουν αυτόν που υφίσταται εκουσίως τον κόπο της νηστείας. Μετά λοιπόν την προσευχή και την κατά θείο τρόπο λάμψι, αφού ο Κύριος κατέβηκε από το όρος, έρχεται προς τον όχλο και τους μαθητάς, στους οποίους ωδηγήθηκε εκείνος ο κατειλημμένος από το δαιμόνιο, ώστε, όπως έδειξε επάνω στο όρος ότι εκείνο ήταν βραβείο νηστείας και προσευχής, όχι μόνο μεγάλο αλλά και επάνω από το μεγάλο (πραγματικά έδειξε ότι η θεία λαμπρότης υπήρξε άθλον αυτών), έτσι, αφού κατεβή, θα επιδείξη ότι έπαθλο τούτων είναι και η ισχύς κατά των δαιμόνων.

3. Αλλά, επειδή κατά την παρούσα Κυριακή των ιερών νηστειών είναι συνήθεια ν' αναγινώσκεται στην εκκλησία η διήγησις περί του θαύματος τούτου, ας εξετάσωμε από την αρχή όλη την ευαγγελική περικοπή που το περιγράφει. Μόλις λοιπόν ήλθε ο Ιησούς προς τους μαθητάς και τους παρευρισκομένους με αυτούς κι' ερώτησε, τι συζητείτε, κάποιος από το πλήθος είπε· «διδάσκαλε, έφερα σε σένα τον υιό μου που έχει πνεύμα άλαλο και όπου τον καταλάβη, τον συγκλονίζει και αυτός αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξηραίνεται».

4. Πώς λοιπόν άφριζε αυτός κι' έτριζε τα δόντια κι' εξηραινόταν; Του δαιμονισμένου πάσχει πρώτο και περισσότερο από όλα τα μόρια του σώματος ο εγκέφαλος· διότι ο δαίμων χρησιμοποιεί ως όχημα το ψυχικό πνεύμα που ευρίσκεται σ' αυτόν και από αυτό σαν ακρόπολι καταδυναστεύει όλο το σώμα. Όταν δε πάσχη ο εγκέφαλος, αφήνεται από εκεί μια ροή προς τα νευρα και τους μυς του σώματος αφρώδης και φλεγματώδης, που φράσσει τις διεξόδους του ψυχικού πνεύματος· και από αυτό προκαλείται κλονισμός και ρήξις και ακουσία κίνησις σε όλα τα αυτόβουλα μόρια, μάλιστα δε στις γνάθους, που πλησιάζουν περισσότερο στο μόριο που έπαθε πρώτο. Καθώς το υγρό ρέει περισσότερο προς το στόμα λόγω της χωρητικότητος των πόρων και της εγγύτητος προς τον εγκέφαλο, επειδή εξ αιτίας της άτακτης κινήσεως των οργάνων η αναπνοή δεν μπορεί να εκπνευσθή αθρόα, αλλά και ανακατεύεται με το πλήθος του υγρού, δημιουργείται στους πάσχοντας αφρός. Έτσι ο δαίμων εκείνος άφριζε και έτριζε τα δόντια, που προσέκρουαν μεταξύ τους φοβερά κι έσφιγγαν με μανία. Εξηραινόταν δε έπειτα από την σφοδροτέρα επήρεια του δαιμονίου. Όπως οι ατμοί που κινούνται από την θέρμη της ηλιακής ακτίνος, αν αυτή είναι σφοδροτέρα, πάλι αφανίζονται από αυτήν διασκορπιζόμενοι τελείως, έτσι και η υγρότης που προέρχεται από τα σπλάγχνα με την επήρεια του δαίμονος, αν αυτή είναι σφοδρότερα, σε λίγο δαπανάται και η έμφυτη υγρασία της σάρκας κι εκείνος ο δαιμονισμένος καταξηραίνεται.

5. Ο πατέρας του δαιμονισμένου προσέθεσε προς τον Κύριο, ότι είπε στους μαθητάς να το εκβάλουν και δεν κατώρθωσαν· ο δε Κύριος, αποτεινόμενος όχι προς αυτόν αλλά και προς όλους, λέγει, «ω γενεά άπιστη, έως πότε θα είμαι με σας, έως πότε θα σας ανεχθώ;». Μου φαίνεται ότι οι παρόντες τότε Ιουδαίοι, λαμβάνοντας αφορμή από το ότι δεν μπόρεσαν να εκβάλουν τον δαίμονα οι μαθηταί, θα εβλασφήμησαν κάπως. Τι δεν θα έλεγαν, αφού ευρήκαν αφορμή, αυτοί που, και όταν ετελούνταν θαύματα, δεν άφηναν τις βλασφημίες; Γνωρίζοντας λοιπόν ο Κύριος τους γογγυσμούς και τους ονειδισμούς τούτων, τους εξελέγχει και τους καταισχύνει, όχι μόνο με λόγους επιτιμητικούς, αλλά και με πράξεις και λόγια γεμάτα φιλανθρωπία.

Πραγματικά προστάσσει, φέρετέ τον εδώ σ' εμένα, και τον έφεραν, και μόλις το δαιμόνιο είδε τον Κύριο εσπάραξε τον άνθρωπο που έπεσε κι εκυλιόταν αφρίζοντας· διότι του επιτρεπόταν να καταστήση φανερά την κακία του.

6. Ο δε Κύριος ερώτησε τον πατέρα του παιδιού, «από πόσον χρόνο του συνέβηκε τούτο;». Αυτήν την ερώτησι την κάμει ο Κύριος, για να τον οδηγήση προς την πίστι και την με πίστι παράκλησι. Τόσο απείχε από την πίστι ο άνθρωπος αυτός, ώστε να μη παρακαλή ούτε υπέρ της σωτηρίας του παιδιού. Γι' αυτό δεν παρακάλεσε καθόλου ούτε τους μαθητάς· «τους είπα», λέγει, «να τον εκβάλουν»· δεν εγονάτισε, δεν ικέτευσε, δεν παρακάλεσε. Αλλά δεν φαίνεται ούτε τον Κύριο να παρακάλεσε ακόμη. Γι' αυτό ο Κύριος, αφήνοντας το παιδί που ήταν ελεεινώς ξαπλωμένο εμπρός στα μάτια του, συζητεί μ' εκείνον, ερωτώντας τον χρόνο του πάθους και προκαλώντας τον προς την παράκλησι. Αυτός δε αποκρίνεται ότι του συμβαίνει από την παιδική ηλικία και ότι πολλές φορές τον έβαλε στη φωτιά και στα ύδατα, για να τον αφανίση, και προσθέτει· «αλλ' αν μπο-ρής, λυπήσου μας και βοήθησέ μας».

7. Βλέπετε, πόση είναι η απιστία του ανθρώπου; Διότι αυτός που λέγει, 'αν μπορής', φυσικά φανερώνει ότι δεν πιστεύει ότι μπορεί ο άλλος. Ο δε Κύριος είπε, «αν μπορής να πιστεύσης, όλα είναι δυνατά στον πιστεύοντα»· το λέγει δε τούτο όχι αγνοώντας την απιστία εκείνου, αλλά προβιβάζοντάς τον βαθμιαίως στην πίστι και συγχρόνως δεικνύοντας ότι αιτία που δεν έβγαλαν οι μαθηταί τον δαίμονα είναι η απιστία του. Πρόσεξε δε τον ευαγγελιστή· δεν λέγει ότι ο Κύριος είπε προς τον πατέρα του παιδιού «αν μπορής να πιστεύσης», διότι πάντοτε ο Κύριος απαιτεί την πίστι από τους ζητούντας τις θεραπείες· αφού ήταν δεσπότης και κηδεμών και των ψυχών, εφρόντιζε να θεραπευθούν κι' αυτές διά της πίστεως· αλλ' εκείνος ο πατέρας του παιδιού, μόλις άκουσε ότι στην πίστι του ακολουθεί η ίασις, έλεγε με δάκρυα· «πιστεύω, Κύριε, βοήθησε την απιστία μου». Βλέπετε αρίστη προκοπή ηθών; Διότι όχι μόνο επίστευσε περί της θεραπείας του παιδιού, αλλ' ότι ο Κύριος μπορεί να κατανικήση και την απιστία του, αν θελήση. Ενώ δε ο όχλος επάνω σ' αυτά τα λόγια συνέρρεε, επετίμησε, λέγει, ο Κύριος το ακάθαρτο πνεύμα, λέγοντάς του· «το άλαλο και κωφό πνεύμα, εγώ σε διατάσσω, έξελθε από αυτόν και να μη εισέλθης ποτέ πάλι σ' αυτόν».

8. Το δαιμόνιο τούτο φαίνεται ότι είναι φοβερώτατο και θρασύτατο· την δε θρασύτητά του αποδεικνύει η σφοδρότης της επιτιμήσεως και η παραγγελία να μη εισέλθη άλλη φορά πλέον διότι, όπως φαίνεται, χωρίς την παραγγελία αυτή μπορούσε να επιστρέψη πάλι μετά την εκβολή. Εξ άλλου είχε κατεξουσιάσει σε μεγάλη έκτασι τον άνθρωπο, ήταν δυσκολοαπόσπαστο, έμενε κωφό και άλαλο, ώστε να μη επαρκή η φύσις να εξυπηρετή την υπερβολική του μανία, γι' αυτό και είχε καταντήσει τελείως αναίσθητη, διότι λέγει, «αφού έκραξε και τον εσπάραξε δυνατά, εξήλθε· ο δε άνθρωπος έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί να λέγουν ότι απέθανε». Η δε κραυγή δεν αντίκειται προς το γεγονός ότι το δαιμόνιο ήταν άλαλο· διότι η μεν λαλιά είναι φωνή σημαντική κάποιας εννοίας, η δε κραυγή είναι άσημη φωνή. Αφήνεται δε το δαιμόνιο να σπαράξη τον άνθρωπο τόσο πολύ και να τον καταστήση σαν νεκρό, για να φανερωθή όλη η κακία του. Ο Κύριος λοιπόν, πιάνοντας το χέρι του ανθρώπου, τον ανήγειρε, ώστε εσηκώθηκε, δεικνύοντας έτσι ότι έχει πολλή ενέργεια· το ότι τον έπιασε από το χέρι ήταν εκδήλωσις της κτιστής ιδικής μας ενεργείας, το δε ότι τον ανέστησε απηλλαγμένο από πάθη ήταν εκδήλωσις της άκτιστης και θείας και ζωαρχικής ενεργείας.

9. Όταν δε έπειτα οι μαθηταί ερώτησαν ιδιαιτέρως, «γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλωμε;», είπε προς αυτούς ότι τούτο το δαιμόνιο «δεν μπορεί να εξέλθη με τίποτε άλλο, πλην της προσευχής και της νηστείας». Λέγουν λοιπόν μερικοί ότι αυτή η προσευχή και η νηστεία πρέπει να γίνονται από τον πάσχοντα· δεν είναι όμως σωστό αυτό, διότι ο ενεργούμενος από πονηρό πνεύμα, και μάλιστα τόσο φοβερό, αφού είναι όργανο εκείνου και καταδυναστεύεται από εκείνο, πώς θα μπορούσε να προσευχηθή ή νηστεύση επωφελώς για τον εαυτό του;

10. Φαίνεται ότι το δεινότατο τούτο δαιμόνιο είναι της ακολασίας, αφού άλλοτε μεν ρίπτει τον κατειλημμένο στη φωτιά (διότι τέτοιοι είναι οι αλλόκοτοι και αναίσθητοι έρωτες), άλλοτε δε τον βυθίζει στα ύδατα διά της αδηφαγίας και των αμέτρων και αφθόνων πότων και συμποσίων. Είναι δε και σ' αυτούς κωφό και άλαλο το δαιμόνιο τούτο, διότι αυτός που πείθεται στις υποβολές τοιούτου δαιμονίου δεν υποφέρει εύκολα ν' ακούη και να λαλή τα θεία. Αλλ' όμως όταν κανείς δεν έχη ενοικισμένο το πονηρό αυτό πνεύμα, αλλά φέρεται από τις υποβολές εκείνου, όταν ανασηκωθή προς επιστροφή (διότι έχει το αυτεξούσιο), χρειάζεται προσευχή και νηστεία, ώστε με την νηστεία μεν να χαλινώση το σώμα και καταστείλη τις επαναστάσεις του, δια της προσευχής δε να αδρανοποιήση και κατευνάση τις προλήψεις της ψυχής και τους λογισμούς που ερεθίζουν προς το πάθος· κι έτσι, απελαύνοντας με προσευχή και νηστεία την σατανική προσβολή και επήρεια, να κυριαρχήση το πάθος. Όταν όμως δεν ενεργήται απλώς από την υποβολή του δαίμονος, αλλ' έχει ένοικο τον ίδιον τον δαίμονα, ούτε κατά τα ανθρώπινα πλέον πάσχει ούτε ο ίδιος μπορεί να πράξη κάτι προς θεραπεία του, αλλ' ό,τι θα έπραττε εκείνος, αν είχε ελεύθερο νου, τούτο, πραττόμενο υπέρ αυτού από τους ελευθέρους, και μάλιστα κατόχους θείου Πνεύματος, θα συντέλεση μεγάλως προς την εκβολή του δαίμονος.

11. Αλλά βέβαια δεν μας ζητείται ν' απελαύνωμε δαίμονας, και αν μπορέσωμε ν' απελάσουμε, κανένα όφελος δεν θα προέλθη για μας, αν έχωμε ακατάστατο βίο. Διότι, λέγει, «πολλοί θα μου ειπούν εκείνη την ημέρα· Κύριε, δεν επροφητεύσαμε στο όνομά σου και δεν εκβάλαμε δαιμόνια στ' όνομά σου; Και θα τους απαντήσω· δεν σας γνωρίζω, απομακρυνθήτε από κοντά μου όσοι εργάζεσθε την ανομία». Επομένως πολύ επωφελέστερο είναι να σπεύσωμε ν' απελάσωμε το πάθος της πορνείας και της οργής, του μίσους και της υπερηφανείας, από το να εκβάλλωμε δαιμόνια. Πραγματικά, δεν αρκεί μόνο ν' απαλλαγούμε από τη σωματική αμαρτία, αλλά πρέπει να καθάρωμε και την ενέργεια που οικουρεί μέσα στην ψυχή. Διότι οι κακοί διαλογισμοί εκπορεύονται από την καρδιά μας, μοιχείες, πορνείες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες και τα παρόμοια (αυτά δε είναι που κινούν τον άνθρωπο), και «αυτός που κυττάζει γυναίκα με πόθο, ήδη την εμοίχευσε στην καρδιά του». Όταν άπρακτη το σώμα είναι δυνατό να ενεργήται η αμαρτία νοερώς· όταν δε η ψυχή αποκρούη εσωτερικώς την προσβολή του πονηρού δια προσευχής και προσοχής και μνήμης θανάτου, διά της κατά τον Θεό λύπης και του πένθους, τότε της αγιωσύνης συμμετέχει και το σώμα, αποκτώντας την απραξία στα κακά. Κι αυτό είναι εκείνο που λέγει ο Κύριος ότι αυτός που εκαθάρισε το απ' έξω του ποτηριού, δεν εκαθάρισε και το εσωτερικό, αλλά καθαρίσατε το εσωτερικό του ποτηριού, κι έτσι θα είναι καθαρό ολόκληρο.

Πραγματικά καταβάλλοντας κάθε φροντίδα ώστε να είναι κατά το θέλημα του Θεού η εσωτερική σου εργασία, θα νικήσης τα εξωτερικά πάθη· διότι εάν η ρίζα είναι αγία και οι κλάδοι θα είναι άγιοι, εάν είναι η ζύμη, θα είναι και το φύραμα. «Να περιπατήτε κατά το πνεύμα», λέγει ο Παύλος, «και να μη εκτελήτε επιθυμία σαρκός».

12. Γι' αυτό και ο Χριστός δεν κατήργησε την Ιουδαϊκή περιτομή, αλλά την ετελείωσε· διότι αυτός είναι που λέγει, «δεν ήλθα να καταλύσω τον νόμο, αλλά να τον συμπληρώσω». Πώς λοιπόν τον συμπλήρωσε; Ο νόμος εκείνος ήταν σφραγίς και υπόδειγμα και συμβολική διδαχή περί της περιτομής των πονηρών λογισμών στην καρδιά. Οι Ιουδαίοι που δεν εφρόντιζαν γι' αυτήν ωνειδίζονταν από τους προφήτες ως απερίτμητοι στην καρδιά, εμισούνταν από τον βλέποντα στην καρδιά και στο τέλος έγιναν απόβλητοι· διότι ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ο Θεός στην καρδιά, κι εάν αυτή είναι γεμάτη ρυπαρούς ή πονηρούς λογισμούς, ο άνθρωπος εκείνος γίνεται άξιος θείας αποστροφής. Γι' αυτό πάλι ο απόστολος παραινεί να κάμωμε τις ευχές χωρίς οργή και διαλογισμούς.

13. Όταν δε ο Κύριος μας διδάσκη να φροντίσωμε για την πνευματική περιτομή της καρδιάς, μακαρίζει τους καθαρούς στην καρδιά και τους πτωχούς στο πνεύμα και της μεν καθαρότητος αυτής τονίζει ότι έπαθλο είναι η θεοπτία, στους πτωχούς δε υπόσχεται τη βασιλεία των ουρανών· πτωχούς δε λέγει αυτούς που ζουν σε ένδεια και ευτέλεια. Δεν μακαρίζει δε απλώς τους τοιούτους ανθρώπους, αλλά τους κατά το φρόνημα τοιούτους, δηλαδή αυτούς που, εξ αιτίας της εσωτερικής στην καρδιά ταπεινώσεως και αγαθής προαιρέσεως, διαθέτουν αναλόγως και τα εξωτερικά. Απαγορεύει δε όχι μόνο τον φόνο, αλλά και την οργή, και προτάσσει να συγχωρούμε από καρδιά αυτούς που μας πταίουν και δεν δέχεται το προσφερόμενο από μας δώρο, αν δεν συνδιαλλαγούμε προηγουμένως κι αφήσωμε την οργή.

14. Το ίδιο διδάσκει και για τα πορνικά πάθη· διότι και αυτήν την από περιέργεια θέα και την από αυτήν επιθυμία εδίδαξε ότι είναι μοιχεία στην καρδιά· και εξετάζοντας αυτά τα θέματα γενικώτερα λέγει, εάν το φώς που έχης μέσα σου, δηλαδή ο νους και η διάνοια, είναι σκότος, γεμάτα από τις αφώτιστες προσβολές των αρχόντων του σκότους, πόσο μάλλον το σκότος, δηλαδή το σώμα και η αίσθησις, τα οποία δεν έχουν δικό τους νοερό φέγγος, γεννητικό αληθείας και απαθείας; Εάν δε το μέσα σου φώς είναι καθαρό, σε περίπτωσι που δεν σκοτίζουν τα σαρκικά φρονήματα, θα είσαι τελείως φωτεινός κατά την ψυχή, όπως όταν σε φωτίζη το λυχνάρι με την λάμψι του. Τέτοια είναι η περιτομή της καρδίας κατά το πνεύμα, διά της οποίας ο Κύριος συμπλήρωσε την κατά τον νόμο περιτομή στην σάρκα, που εδόθηκε στους Ιουδαίους, για να υποσημαίνη εκείνην και να οδηγή προς εκείνην. Επειδή δε αυτοί δεν εφρόντισαν να την αποκτήσουν, η περιτομή τους, όπως λέγει ο Παύλος, έγινε ακροβυστία και αποξενώθηκαν από τον Θεό που δεν βλέπει στο πρόσωπο, δηλαδή στα φανερά δικαιώματα της σαρκός, αλλά στην καρδιά, δηλαδή στα αφανή και μέσα μας κινήματα των λογισμών.

15. Ας προσέχωμε λοιπόν κι εμείς, αδελφοί, παρακαλώ, κι ας καθαρίσωμε τις καρδιές μας από κάθε μολυσμό, για να μη συμπαρασυρθούμε μ' εκείνους που κατακρίθηκαν. Αν ο νόμος που εκτέθηκε διά του Μωυσέως «επιβεβαιώθηκε και κάθε παράβασις και παρακοή έλαβε δικαία ανταπόδοσι, πώς θα ξεφύγωμε εμείς που αμελήσαμε για την σωτηρία μας, η οποία αρχίζοντας να διακηρύσσεται από τον Κύριο διαβιβάσθηκε προς εμάς εγκύρως από εκείνους που άκουσαν, ενώ ο Θεός συνεπεκύρωνε με σημεία και τέρατα και ποικίλες δυνάμεις και με διαμερισμό του αγίου Πνεύματος;». Ας φοβηθούμε λοιπόν τον διερευνώντα καρδιά και νεφρούς· ας εξιλεώσωμε τον Κύριο των εκδικήσεων· ας βάλωμε μέσα μας ένοικο την ειρήνη, τον αγιασμό, την προσευχή με κατάνυξι, χωρίς τα οποία κανείς δεν θα ιδή τον Κύριο· ας ποθήσωμε γεμάτοι πίστι την υπεσχημένη εκείνη στους καθαρούς στην καρδιά θέα, και ας πράξωμε τα πάντα, για να επιτύχωμε αυτήν, με την οποία μαζί είναι η αιωνία ζωή, το άφθαρτο κάλλος, ο αδαπάνητος πλούτος, η αναλλοίωτη και απέραντη τρυφή και δόξα και βασιλεία.

16. Αυτά είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς σ' αυτόν τον βασιλέα των αιώνων Χριστό· στον οποίο μόνο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό πνεύμα, στους απεράντους αιώνες. Γένοιτο.



(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)
























(Πηγή ηλ. κειμένου: "Ομολογία Πίστεως")

Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 9,17-31) ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΓΟΝΕΩΝ +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος


π. Αυγουστινος ιστΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε Τετάρτη (Δ΄) Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Θέλω νὰ στρέψω τὴν προσοχή σας στὸ εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας. Εἶνε ἡ ἱστορία ἑνὸς πατέρα, καὶ συγχρόνως ἡ ἱστορία ὅλων τῶν οἰκογενειαρχῶν ὅλων τῶν αἰ­ώνων κάθε ἐποχῆς καὶ ἰδίως τῆς σημερινῆς.

* * *

Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Ἕνας πατέρας εἶχε ἕ­να παιδὶ ποὺ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀρρώστια φοβερή· τὰ αἴτιά της ἦταν ὄχι φυσικὰ ἀλλὰ ὑ­περφυσικά· ὀνομάζεται δαιμονισμός. Καὶ σήμερα πολλὰ πράγματα ποὺ συμβαί­νουν στὶς οἰκογένειες πιστεύω ὅτι δὲν ἐξηγοῦνται ἀλ­λιῶς· εἶνε δαιμονισμός, ὅπως περιέγραψε ὁ ῾Ρῶ­σος Ντοστογιέφσκυ στὸ ἔργο του Δαιμονισμένοι. Ὅπως τὸ βόδι, ποὺ ἅμα τὸ πιάσῃ ὁ τάβανος δὲν ἡσυχάζει πιὰ ἀλλὰ τρέχει ἀσυγ­κρά­­τητο μὲ τὸ κεφάλι κάτω, ἔτσι μοιάζουν πολλὰ παιδιά. Δὲν ἡσυχάζουν· εἶνε δυστυχισμένα, καὶ πιὸ δυστυχισμένοι οἱ γονεῖς τους.
Τὸ παιδὶ αὐ­τὸ λοιπὸν δαιμονίστηκε, τὸ «τσί­μ­πησε μῦγα» δαιμονική. Ὅταν τό ᾽πιανε κρίσις ἔπεφτε κάτω καὶ χτυπιόταν, σπαρταροῦσε σὰν τὸ ψάρι, ἔβγαζε ἀφροὺς ἀπ᾽ τὸ στόμα κ᾽ ἔτριζε τὰ δόντια. Ὁ πατέρας τὸ εἶχε πάει παντοῦ, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν οὔτε γιατροὶ οὔτε μάγοι οὔτε κανεὶς ἄλλος νὰ τὸ θεραπεύσουν. Ἀ­πελπισμένος πιὰ πῆγε στὸ Χριστό. Καὶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε τὸ παιδὶ νὰ κυλιέται μπροστὰ στὰ πόδια του, ρώτησε τὸν πατέρα· ―Πόσον και­ρὸ εἶνε ἔτσι τὸ παιδί; Καὶ ὁ πατέρας ἀπήν­τησε· ―«Παιδιόθεν», ἀπὸ μικρό (Μᾶρκ. 19,21).
Γεννᾶται ἡ ἀπορία· γιατί ρωτάει ὁ Χριστός; δὲν ξέρει; Ὡς Θεὸς παντογνώστης ξέρει ὅ­λες τὶς λεπτομέρειες, ἀλλὰ ρώτησε ἐπίτηδες. Ὅπως ὁ δάσκαλος ρωτάει τὸ μαθητὴ ὄχι διότι ἀγνοεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν διδάξῃ κάτι, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ὁ αἰώνιος διδάσκαλος· ρώτησε, διότι ἀπὸ τὴν ἀπάντησι τοῦ πατέρα ἤθελε νὰ βγάλῃ μιὰ μεγάλη διδασκαλία· ὅτι οἱ γονεῖς πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται γιὰ τὰ παιδιά τους ἀπὸ νωρίς, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννιῶνται κι ἀ­κούγεται τὸ πρῶτο τους κλάμα, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θηλάζουν καὶ λένε τὶς πρῶτες λέξεις. 
Τὸ ἐπεισόδιο λοιπὸν αὐτὸ ἔχει μεγάλη παιδαγωγικὴ σημασία, ἰδίως γιὰ τοὺς γονεῖς. Τότε ἦταν αὐτὸς ὁ πατέρας μὲ δαιμονισμένο τὸ παιδί· σήμερα χιλιάδες παιδιὰ εἶνε δαιμονισμένα. Ποιός φταίει, ποιός εὐθύνεται γι᾽ αὐτό; Εὐθύνη φέρει καὶ ἡ πολιτεία – τὸ κράτος, εὐ­θύνη φέρει καὶ ἡ Ἐκκλησία, εὐθύνη φέρει καὶ ἡ κοι­νωνία· ἀλλὰ σὲ τελευταία ἀνάλυσι τὸ μεγάλο μερίδιο εὐθύνης φέρουν ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα, οἱ γονεῖς. Ἐξετάζοντας τὴ διαγωγὴ τῶν γονέων μποροῦμε νὰ τοὺς κατατάξουμε στὶς ἀκόλουθες τέσσερις κατηγορίες.
⃝ Πρώτη κατηγορία γονέων εἶνε οἱ ἀδιάφο­ροι. Γι᾽ αὐτοὺς «πέρα βρέχει». Εἶνε ἄνθρωποι ποὺ συνήθισαν νὰ κάνουν πάντα τὰ κέφια τους. Ἔτσι καὶ στὸ γάμο. Παν­τρεύονται καὶ γεννοῦν παιδιά, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ γεννηθῇ τὸ παιδὶ ἀμελοῦν τὸ χρέος τους ἀπέναντί του· δὲ νοιάζονται γιὰ τὴν ἀνατροφή του. Συνεχίζουν τὴ ζωή τους ὅ­πως πρίν· κυνηγοῦν τὶς δι­ασκεδάσεις καὶ τὰ θεάματα, τρέχουν στὰ κέν­τρα, στὸ χαρτοπαί­γνιο, στὸ ξενύ­χτι, στὸ πιοτὸ καὶ στὸ μεθύσι…. Ὡς πρὸς τὴ διαπαιδαγώγησι τοῦ παιδιοῦ μένουν τελείως ἀδιάφοροι.
Ἔγραψαν οἱ ἐφημε­ρίδες τὸ ἑξῆς φοβερό. Κάποιο εὐκατάστατο ἀντρόγυνο στὴν Ἀθήνα ἔκλεισαν τὰ δυὸ μικρά τους παιδιά, ἡλικίας 3 – 4 ἐτῶν, μέσα στὸ πολυ­τελὲς διαμέρισμά τους, τοὺς ἔδωσαν καὶ ὑ­πνωτικὸ νὰ κοιμηθοῦν, κι αὐ­τοὶ βγῆκαν σὲ κέντρο στὴ Γλυφάδα νὰ διασκεδάσουν. Ξύπνησαν ὅμως τὰ παιδιά, εἶδαν ὅτι ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα λείπουν, ἔβαλαν τὶς φωνὲς μέσ᾽ στὸ σκοτάδι κι ἀναστάτωσαν ὅλη τὴν πολυκατοικία. Οἱ συγκάτοικοι εἰδοποίησαν καὶ ἡ ἀστυνομία ἦρθε καὶ τὰ βρῆκε ὁλομόναχα. Τὸ πρωὶ κατὰ τὶς 5 ἡ ὥρα γύρισαν οἱ προκομμένοι οἱ γονεῖς. Προτίμησαν τὴ διασκέδασι ἀ­διαφορώντας γιὰ τὰ παιδιά τους.
Δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ποὺ ἦρθε στὴ μητρό­πολι ἀπὸ ἕνα χωριὸ μιὰ γυναίκα μὲ πέντε παιδάκια. Εἶμαι δυστυχισμένη, λέει. Ὁ ἄντρας μου μᾶς ἄφησε, πῆγε στὴ Γερμανία τάχα νὰ ἐργαστῇ, καὶ ἕνα χρόνο τώρα οὔτε ἕνα μάρκο δὲν ἔστειλε. Τρώει τὰ λεφτά του μὲ ξένες γυναῖ­κες. Ἔγραψα στὸν πρόξενο ἐκεῖ, μὰ ποῦ νὰ τὸν βρῇ κι αὐτὸς στὴν ἀχανῆ χώρα; Μᾶς ξέχασε…
Αὐτοὶ οἱ γονεῖς δὲ διδάσκονται ἔστω ἀπὸ τὰ ζῷα; Πῆγα σ᾽ ἕνα χωριὸ κι ἄκουσα μιὰ ἀγελάδα νὰ κλαίῃ ὅλη νύχτα. ―Τί ἔπαθε; ρωτῶ. ―Τῆς πῆραν τὸ μοσχαράκι, μοῦ λένε. Δὲν πᾷς νὰ πά­ρῃς ἀπὸ μιὰ προβατίνα τὸ ἀρνάκι της; Δὲν τολμᾷς νὰ πάρῃς τὸ λιονταράκι ἀπὸ τὴ λέαινα; θὰ σὲ ξεσχίσῃ. Ἀνέβηκε κυνηγὸς στὴ φωλιὰ ἑνὸς ἀετοῦ νὰ πάρῃ τὰ πουλιά του, κι ὁ ἀετὸς ἔπεσε πάνω του καὶ τὸν σκότωσε. Τὰ ζῷα ἔ­χουν περισσότερη φροντίδα γιὰ τὰ μικρά τους.
Ὑπάρχουν βέβαια γονεῖς ποὺ φροντίζουν νὰ ἔχουν τὰ παιδιά τους ροῦχα, παπούτσια, κάλτσες, βιβλία, καὶ πρὸ παντὸς φαῒ καλὸ καὶ πλούσιο – γι᾽ αὐτὸ δὲν τὰ νηστεύουν Τετάρτη – Παρασκευή. Φροντίζουν δηλαδὴ γιὰ τὰ ὑ­λικά, καὶ νομίζουν ὅτι ἔτσι τελείωσε ἡ ὑποχρέ­ωσί τους, ἀλλὰ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ κανένας λόγος. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε, ὅτι τέτοια παιδιά, ποὺ στεροῦνται τὴν ψυχικὴ καλλι­έρ­γεια, γίνονται ἀνάγωγα καὶ διεστραμμένα. 
⃝ Ἡ δεύτερη κατηγορία εἶνε οἱ μοντέρνοι γο­νεῖς. Αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὰ παιδιά· τὸ ἐν­διαφέρον τους ὅμως εἶνε νὰ ἐξελιχθοῦν κα­τὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, σύμφωνα μὲ τὸ ῥεῦ­μα τῆς ἐποχῆς. Ἡ κόρη τους νὰ ντυθῇ μὲ τὴν τελευταία μόδα· ὁ γυιός τους νὰ μετέχῃ σὲ ὅ­λες τὶς κοινωνικὲς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ παιχνί­δια· νὰ μάθουν μουσική, ξένες γλῶσσες, τρόπους εὐγενείας. Θέλουν νὰ ἔχουν παιδιὰ ἐξελιγμένα κατὰ τὰ εὐρωπαϊκὰ καὶ ἀμερικανικὰ πρότυπα, ὄχι χωριάτες. Ἐνδιαφέρονται λοι­πόν, ἀλλὰ λανθασμένα. Ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν πνευματικὴ διάπλασι τῶν παιδιῶν, ἀποφεύγουν νὰ τοὺς δώσουν χριστιανικὴ ἀνατροφή, δὲν τ᾽ ἀ­φήνουν νὰ ἔρθουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ διδασκαλία της. Ἀλλ᾽ ἐὰν τὸ παιδί σου μάθῃ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου, δὲν γίνῃ ὅμως ἄνθρωπος, τί νὰ τὸ κάνῃς; 
⃝ Τρίτη κατηγορία γονέων εἶνε οἱ ἄθεοι. Αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, καὶ εἶνε ὄχι ἁπλῶς ἀδιάφοροι ἀλλὰ καὶ ἐπιθετικοί· πᾶνε κόντρα στὴ χριστια­νι­κὴ διαπαιδαγώγησι τῶν παιδιῶν τους. Θέλουν νὰ ξερριζώσουν ἀπὸ τὴν ψυχή τους τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα καὶ νὰ τὰ κάνουν ἄθεα.
Μιὰ φορὰ σὰν ἱεροκήρυκας, ὅταν πλησιάσα σ᾽ ἕνα χωριό, ἄκουσα μιὰ φοβερὴ βλαστήμια. Πλησιάζω καὶ τί νὰ δῶ· κάτω ἀπὸ ἕνα δέν­τρο ἕνας πατέρας κρατοῦσε τὸ παιδάκι του στὴν ἀγκαλιὰ καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Θεό!
Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς Πτολεμαΐδος ἕνα παιδὶ τε­­λείωσε τὸ σχολεῖο μὲ ἄριστα καὶ παίρνον­τας τὸ ἀπολυτήριο εἶπε στοὺς γονεῖς του, ὅτι θὰ σπουδάσῃ θεολόγος, γιὰ νὰ γίνῃ ἱεροκήρυκας καὶ νὰ πάῃ μάλιστα στὴν Οὐγκάντα ἱεραπόστολος. Κι ὁ πατέρας σήκωσε καρέκλα νὰ τὸ χτυπήσῃ. Ἔκαναν οἰκογενειακὸ συμβούλιο κ᾽ ἔβαλαν τοὺς συγγενεῖς ὅλους νὰ πιέσουν τὸ παιδὶ ν᾽ ἀλλάξῃ ἀπόφασι καὶ νὰ σπουδάσῃ κάτι προσοδοφόρο. Καὶ ἦταν τέτοιος ὁ πόλεμος νεύρων, ὥστε τώρα τὸ παιδὶ ἀπὸ ἀριστοῦχος κατήντησε νὰ εἶνε στὸ ψυχιατρεῖο. Γι᾽ αὐτὸ ὑ­πάρχει σήμερα τόση ἔλλειψις κληρικῶν.
⃝ Πρώτη κατηγορία λοιπὸν οἱ ἀδιάφοροι, δευ­τέρα κατηγορία οἱ μοντέρνοι, τρίτη κατηγορία οἱ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, καὶ τετάρτη κατηγορία οἱ εἰδωλολάτρες. Γονεῖς εἰδωλολάτρες εἶ­νε ἐκεῖ­νοι ποὺ κάνουν τὸ παιδί τους εἴδωλο καὶ τὸ λατρεύουν. Σπεύδουν ν᾽ ἀνταποκρι­θοῦν σὲ κάθε ἐπιθυμία του, ἱκανοποιοῦν ὅλες τὶς ἀ­­παιτήσεις του, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ παράλο­γες, δὲν τοῦ χαλοῦν ποτέ χατίρι. Οἱ γονεῖς αὐ­τοὶ δὲν βλέπουν στὸ παιδί τους κάτι ποὺ νὰ θέλῃ δι­όρθωσι, θεω­ροῦν τὸν κανακάρη τους ἰδανικό. Γι᾽ αὐτὸ δὲν φρον­τίζουν νὰ τὸν διαπλά­σουν, νὰ περικόψουν ἐλαττώματα καὶ νὰ καλλιεργή­σουν ἀγαθὰ στοιχεῖα ποὺ λείπουν. Δὲν παιδεύουν, δὲν μαλώνουν, δὲν τιμωροῦν τὸ παιδί. Τὸ ἐπαινοῦν μπροστά του, καὶ καυχῶνται στοὺς ἄλλους γι᾽ αὐτὸ μπροστὰ καὶ πίσω του. Ἂν κάποιος τοὺς ἐνημερώσῃ γιὰ κάποια ἀταξία του καὶ τοὺς ἐπισημάνῃ κάποια ἀδυναμία του, τὸν κάνουν ἐχθρό.
Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς κακῆς ἀγωγῆς εἶνε ὅτι διαπλάθονται φίλαυτοι καὶ ἐγωιστικοὶ τύ­ποι, ἀπαιτητικοὶ καὶ ἐριστικοί, ἀκοινώνητοι καὶ ἀγύμναστοι στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς. Καὶ αὐτὰ τὰ γεύονται πρῶτοι οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς πού, ἀντὶ τῶν τόσων περιποιήσεων, εἰσπράττουν συχνὰ ἀπὸ τὸ κακομαθημένο παιδί τους ἀστοργία καὶ ἀδιαφορία, ὅπως περιγράφει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς στὶς διδαχές του.

* * *

Ὁ σωστὸς γονεύς, ἀγαπητοί μου, οὔτε ἀδι­αφορεῖ γιὰ τὸ παιδί του, ἀλλ᾽ οὔτε τὸ κάνει εἴ­δωλο. Ἐνδιαφέρεται καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ διαπαιδαγωγήσῃ ἀπὸ τὴ μικρή του ἡλικία μακριὰ ἀπὸ τὴ μόδα καὶ τὴν ἀθεΐα. Σκοπός του εἶνε νὰ τοῦ κληροδοτήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ τοῦ διδάξῃ τὴν ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 23-3-1974 Σάββατο ἑσπέρας)

Κυριακή Δ Νηστειών (Για παιδιά )


Κυριακή Δ΄ Νηστειών – Του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος

 
 D_NisteionΈχοντας πάρει δύναμη από τον Σταυρό του Κυρίου μας, έχουμε διανύσει και την 4ηεβδομάδα της Μεγάλης Σαρακοστής και φθάνουμε στην Δ΄ Κυριακή των Νηστειών. Αυτή την Κυριακή η Εκκλησία τιμά τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, συγγραφέα ενός βιβλίου που έχει το όνομα «Κλίμαξ», δηλαδή «σκάλα».  Το βιβλίο έχει το όνομα αυτό επειδή περιέχει 30 λόγους, που είναι τα σκαλοπάτια που μας βοηθούν ν΄ ανεβούμε από το κάτω μέρος της σκάλας μέχρι την κορυφή της. Να φτάσουμε από τη γη, όπου βρισκόμαστε όλοι, στον ουρανό, όπου θα γευθούμε τη δόξα του Θεού.
Οι 30 αυτοί λόγοι μιλάνε για τις αρετές που πρέπει να καλλιεργεί συνεχώς ο Χριστιανός. Αρχίζουν με τις πιο βασικές και πρακτικές στη ζωή και φθάνουν μέχρι αυτές που είναι θεωρητικά υψηλές. Έτσι, η Εκκλησία μας προσκαλεί να εκμεταλλευτούμε τις πνευματικές μας δυνάμεις προς το καλό, να καλλιεργούμε τις αρετές και κάθε μέρα ν΄ ανεβαίνουμε ένα σκαλοπάτι ακόμη σ΄ αυτή τη σκάλα, την κλίμακα των αρετών.
Ο άγιος Ιωάννης γεννήθηκε το 523 μ.Χ. στη Συρία και από νωρίς φάνηκε η κλίση του στα γράμματα. Αν και πήρε μεγάλη μόρφωση, η πίστη του και η αγάπη του για τον Χριστό οδήγησε τα βήματά του προς τη μοναχική ζωή. Έτσι πήγε στο Σινά, στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, γράφοντας, διδάσκοντας και καθοδηγώντας πνευματικά όσους έρχονταν προς αυτόν. Έγινε μάλιστα και ηγούμενος του μοναστηριού. Η κοίμησή του συνέβη στις 30 Μαρτίου του 603 μ.Χ. Αυτή τη μέρα είναι  η κυρίως μνήμη του. Την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών τον τιμούμε ως συγγραφέα της Κλίμακος, για να έχουμε στο νου μας, καθώς βαδίζουμε προς τη Μεγάλη Εβδομάδα, τον αγώνα των αρετών, τον αγώνα να είμαστε αγαπημένα  παιδιά του Θεού.
Ioannis klimakos  Μπορείς ν΄ ακούσεις το απολυτίκιο του Αγίου, κάνοντας κλικ παρακάτω.
footer eap

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΛΙΜΑΚΟΣ) « Κύριε, βοήθει μου τη απιστία!» Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος,


Peteinatos

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΛΙΜΑΚΟΣ)
« Κύριε, βοήθει μου τη απιστία!»
Ο λόγος του δυστυχισμένου πατέρα με το βαρειά άρρωστο παιδί φανερώνει πως η πίστη του ήταν μερική, όχι δυνατή και ολοκληρωμένη. Όταν οι μαθητές απέτυχαν να θεραπεύσουν το παιδί του κλονίζεται και πλησιάζει τον Κύριο με αμφιβολία. « Ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν σπλαχνισθείς εφ΄ ημάς ». Και όταν ο Κύριος τον επιτιμά, λέει : « Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία ».
Ούτε ο πόνος του, ούτε τα όσα θα είχε ακούσει για τις θαυματουργικές του Κυρίου θεραπείες ήταν αρκετά να τον υψώσουν στις κορυφές της μεγάλης πίστεως. Ζούσε και ο πατέρας εκείνος στο δραματικό κλίμα της ολιγοπιστίας.
Αλλ΄ όχι μόνο ο πατέρας εκείνος. Και πολλοί άλλοι και εμείς συχνά ζούμε στο κλίμα της ολιγοπιστίας. Δεν είμαστε οι άπιστοι. Είμαστε οι ολιγόπιστοι, οι κλονιζόμενοι. Όταν όλα πάνε καλά, όταν υπάρχει ειρήνη, όταν όλα μας τα δίνει ο Θεός τότε καλά. Όταν όμως έρθει μια συμφορά, μια αρρώστια στο σπίτι, ένας θάνατος, μια οικονομική δυσχέρεια, μια ηθική θλίψη, κλονιζόμαστε. Μοιάζουμε, με τον Απόστολο Πέτρο πάνω στα κύματα. Μόλις σηκώθηκε μια βίαιη πνοή του ανέμου άρχισε να καταποντίζεται. Και δεν κλονιζόμαστε μόνο. Κάποτε φθάνουμε και στην απιστία. Λέμε τὀτε τον σκληρό λόγο : « Δεν ενδιαφέρεται για μένα ο Θεός » ή «με ξέχασε ο Θεός ! »
Το πρωταρχικό αίτιο του κλονισμού αυτού είναι εσωτερικό, βαθύ. Προέρχεται από την ψυχή, που δεν έχει ρίξει ρίζα βαθειά. Από την ψυχή που δεν έχει ρίξει άγκυρα, η οποία να φθάνει και να γαντζώνεται από τον ασάλευτο βράχο. Αρκείται ο άνθρωπος αυτός στην επιφάνεια, στην επιφανειακή πίστη. Πηγαίνει κάπου – κάπου στην εκκλησία, τηρεί μερικά θρησκευτικά καθήκοντα, παρουσιάζεται, όπου τον συμφέρει, άνθρωπος πιστός. Δεν έχει όμως ποτέ ενδιαφερθεί για μια βαθυτέρα αυτοκαλλιέργεια, για μια συστηματική τόνωση της πίστεώς του, ώστε όταν έρθουν οι καταιγίδες, οι άνεμοι και οι βροχές να είναι ακλόνητος. Αυτός κτίζει το πνευματικό του οικοδόμημα πάνω στην άμμο. Γι΄ αυτό όταν λυσσομανά ο βορριάς και οι καταιγίδες ορμητικές παρασύρουν τα πάντα, παρασύρουν και τούτο το οικοδόμημα. Και η πτώση του τότε είναι μεγάλη.
Η ολιγοπιστία πολλών ανθρώπων έχει και μια δεύτερη αιτία: το κλίμα της εποχής μας, που είναι κλίμα αμφιβολίας και κλονισμού της πίστεως στην πρόνοια και στην αγάπη του Θεού, όπως λέγεται συχνά. Τούτα τα κηρύγματα και συγχρόνως ο ρυθμός της εποχής μας, η ταχύτητα, ο θόρυβος, το κυνηγητό των ποικίλων απολαύσεων, σπρώχνουν πολλούς ν΄αδιαφορούν για κάθε τι το πνευματικό, το υπερυλικό, το θεϊκό. Οι γέφυρες με τον Ουρανό είναι μισογκρεμισμένες. Κρατάμε τον Θεό μακρυά μας και ζούμε χωρίς της ελπίδος των ζωογόνο πνοή.

Αλλ΄ο πατέρας του ταλαιπωρημένου εκείνου παιδιού, δεν μένει στην ολιγοπιστία του, προχωρεί, την ομολογεί στον Κύριο, κάνοντας την επανάστασή του. Κάνει το πρώτο βήμα και ζητάει αμέσως να τον βοηθήσει. « Βοήθει μου τη απιστία ». « Βοήθησέ με να υπερνικήσω την απιστία μου ». Και οι μαθητές κάποτε είχαν ζητήσει να τους τονώσει ο Κύριος την πίστη τους, όταν και αυτού βρέθηκαν σε δύσκολες ώρες, είχαν τότε κραυγή ανυψώσει : « Πρόσθες ημίν πίστιν, Κύριε ».
Η προσευχή, που ζητάει ενίσχυση της πίστεως σε ώρες σκληρές, είναι από τις πιο υπέροχες αιτήσεις. Και σήμερα τούτο πολλοί το έχουμε δοκιμάσει. Κάποια ώρα που λυγίζουμε από τον πόνο, που κάμπτεται η εμπιστοσύνη μας στον Θεό, όταν γονατίσουμε και προσευχηθούμε, όταν μπούμε σε μια ήσυχη εκκλησία και ζητήσουμε να μας ενισχύσει την πίστη, με φτερά γυρίζουμε στο σπίτι μας. Ο Κύριος, ο σπλαχνικός Πατέρας περιμένει αυτή την προσευχή, και την ακούει και δίνει την χάρη και την συμπαράστασή Του.
Και όσοι αμφιβάλλουμε για την αλήθεια αυτή, δεν έχουμε παρά στην δύσκολη στιγμή, που θα νοιώσουμε κάποια αμφιβολία, να πούμε : « Κύριε, βοήθει μου τη απιστία !»
Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος,
Ιεροκήρυκας Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

Κυριακή Δ Νηστειών Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ (Μάρκ. θ, 17-31)Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ


‹‹Ἐπετίμησεν τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ››

Οἱ ἐπιβουλὲς τῶν δαιμόνων ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πολλές. Πολὺ περισσότερες ὅμως εἶναι οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ἐὰν δὲν ἐρχόταν ὁ Θεὸς νὰ γίνει σύμμαχος τοῦ ἀνθρώπου, θὰ καταστρεφόταν τὸ γένος μας, ἐπειδὴ τὸ πολιορκεῖ ἀσταμάτητα ὁ πονηρός. Δὲν ὑπῆρχε καιρὸς καὶ χρόνος ποὺ νὰ μᾶς εἶχε ἀφήσει ἐλεύθερους καὶ ἀνεπηρέαστους ὁ διάβολος. Εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν δημιουργὸς καὶ αἴτιος ὅλων τῶν συμφορῶν μας, γράφει ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμέας. Ὁ Κύριος σήμερα κατήργησε τὴ δύναμη τοῦ ἀντιδίκου τῆς σωτηρίας μας, θεραπεύοντας τὸ παιδὶ τοῦ ὀλιγόπιστου πατέρα.


Ἡ ὀλιγοπιστία εἶναι ἄρρωστη πνευματικὴ κατάσταση

Πράγματι ὁ πατέρας ἦταν ὀλιγόπιστος κι αὐτὸ ἦταν ἕνας λόγος ποὺ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν μπόρεσαν νὰ θεραπεύσουν τὸ παιδί. Ναὶ μὲν πῆγε σ’ αὐτοὺς γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσουν, ἀλλὰ μέσα του δὲν πίστευε ἀκράδαντα ὅτι μποροῦν. Φαίνεται αὐτὸ κι ἀπὸ τὰ λόγια του: ‹‹...εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσιν καὶ οὐκ ἴσχυσαν›› (Μάρκ. 9,18) δηλ. Ἁπλῶς τὸ ἔφερε στοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς εἶπε ἁπλὰ καὶ ἄχρωμα νὰ τὸ θεραπεύσουν. Δὲν ἱκέτευσε, δὲν παρακάλεσε, δὲν ἔκλαυσε γιὰ τὸ παιδί του, ὅπως π.χ. ἡ Χαναναία γυναίκα γιὰ τὴν θυγατέρα της ποὺ ἦταν κι αὐτὴ δαιμονισμένη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἔνσαρκη παρουσία Του, ἀναγκαζόταν νὰ συναναστρέφεται καὶ μὲ μὴ ἀγαθοὺς ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ τοὺς διορθώσει. Γιὰ τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν τόσο βαρὺ γεγονὸς ὁ Σταυρός Του, αὐτὸ μᾶλλον ἐπιθυμητὸ ἦταν, ὅσο τὸ νὰ εἶναι ἀνάμεσα σὲ ἁμαρτωλοὺς ‹‹τὸ εἶναι μετ’ αὐτῶν βαρύ››, τονίζει ὁ ἅγιος Κύριλλος. Ὁ πατέρας τοῦ νέου ἦταν καὶ ἄπιστος καὶ διεστραμμένος. Βέβαια δὲν πλασθήκαμε ἀπ’ τὸν Θεὸ κακοί, μᾶς ἔκανε ἔτσι ἡ ἁμαρτία. Λαθραία μπῆκε ἡ ἁμαρτία στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀλλοίωσε.


Τὸ πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ

Τὸ πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ εἶναι τραγικό. Τὸ δαιμόνιο ποὺ κατέβαλε τὸν νέο, ἦταν φοβερό. Ἔμοιαζε σὰν ἕνα μεγάλο βουνὸ ποὺ χρειαζόταν πίστη γιὰ νὰ τὸ μετακινήσει κάποιος, ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος (κεφ. 17, 20). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸ ὀνομάζει ‹‹παγχάλεπον››. Ἐνεργοῦσε ἐπάνω του κατὰ τὴν περίοδο τῆς σελήνης καὶ τοῦ εἶχε ἀφαιρέσει τὴν ὁμιλία καὶ τὴν ἀκοή. Ἄλλο πράγμα ὁ ψυχοπαθὴς κι ἄλλο ὁ δαιμονισμένος. Ὁ ἕνας πάσχει ἀπὸ ἀρρώστια κι ὁ ἄλλος ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια. Ὁ δαιμονισμένος ἔχει προβλήματα ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὸ διάβολο, ἐνῶ ὁ ψυχοπαθὴς ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση σωματικῶν του λειτουργιῶν.


Ἡ θεραπεία τοῦ νέου

Ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ διαλύσει τὴν ψευδῆ ἐντύπωση τοῦ πλήθους πὼς καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἀνίκανος νὰ θεραπεύσει τὸ παιδί, ὅπως καὶ οἱ μαθητές του, ἀμέσως διέταξε τὸ δαιμόνιο νὰ βγεῖ καὶ νὰ ἀναχωρήσει ‹‹ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθεις εἰς αὐτόν›› (Μάρκ. 9,25). Ὁ Κύριος εἶχε ἐξουσία θεοπρεπῆ, ὄχι ὅπως οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. Ὡς κυρίαρχος καὶ δεσπότης συμπεριφερόταν στοὺς δαίμονες γιατί ἤθελε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἐπήρειά τους. Μᾶς ἔδωσε καὶ τὰ ὅπλα νὰ τοὺς πολεμήσουμε, δηλ. τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία (στίχ. 29).


Τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου

Τὰ πάθη, οἱ ἁμαρτίες μας καὶ οἱ δαιμονικὲς ἐπήρειες μοιάζουν σὰν μεγάλα βουνά. Τέτοιες καταστάσεις εἶναι ὁ θυμός, οἱ σαρκικὲς ἐπιθυμίες, ἡ ἀρχομανία κ. ἄ. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν φοβερὴ στερεότητα κι ἀντοχὴ μέσα μας. Ὁ διάβολος εἶναι τὸ ὄρος τῆς ὑπερηφάνειας. Μᾶς χρειάζεται πίστη, γιὰ νὰ ἔχουμε παρρησία στὸ Θεὸ καὶ γιὰ νὰ δώσουμε τὸ δικαίωμα στὸν Κύριο νὰ ἐνεργήσει εὐεργετικὰ ἐπάνω μας. Ἡ μικρὴ ζωντανὴ πίστη θὰ μετακινήσει ὅλα τὰ πονηρὰ ὑψώματα μέσα μας. Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ τρέφουμε ὀλιγοπιστία ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τὴ διδασκαλία του. Ὅσο πιὸ ταπεινοὶ εἴμαστε, τόσο πιὸ πολύ μᾶς τειχίζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου.


Ἀδελφοί μου,
Ἂς ἱκετεύσουμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὰ πάθη, ὅπως καθάρισε τὸν νέο τοῦ Εὐαγγελίου.

Κυριακή Δ Νηστειών Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς - Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης


«Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀξία τῆς προσευχῆς ὑπαινίσσεται ἡ φράση αὐτὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος μέσα ἀπὸ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ. Γιὰ τὴν προσευχὴ ὁ σημερινὸς ἑορταζόμενος ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει ὅτι εἶναι «Θεοῦ τυράννος εὐσεβής», δηλαδὴ ἕνας εὐσεβὴς τύρανvος τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἡσυχάσει.

Ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ διδασκαλία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, θεωρεῖ τὴν προσευχὴ φυσικὴ ἐκδήλωση τῆς ψυχῆς, ζωτικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ ὕψιστο ὅσο καὶ μοναδικὸ προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ προσευχὴ ἔχει τὴ ρίζα της στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ ἀκοῦμε τὸν Θεὸ νὰ λέει μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;», Ἀδὰμ ποῦ εἶσαι; Εἶναι ὁ διάλογος τῆς προσευχῆς ποὺ ἐγκαινιάσθηκε τότε καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερα καὶ ὅσο θὰ ὑπάρχει σήμερα στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί τί ἄραγε εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ συνομιλία καὶ ὁ διάλογος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ περιπετειώδης πορεία τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποξενώθηκε. Ὁ λόγος καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς προσευχῆς εἶναι θέμα βαθὺ καὶ ἀνεξερεύνητο. Εἶναι τόσο γνωστὸ ὅσο καὶ ἄγνωστο, γιατί συνδέεται μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.


Στοιχεῖα τῆς προσευχῆς

Σὲ πολλὲς περιπτώσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης διαβάζουμε ὅτι ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἐπιμονή. Ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτοπαράδοση στὴν ἀγάπη του. Σὲ πολλὰ περιστατικὰ τῶν εὐαγγελίων βλέπουμε τὸν Χριστὸ νὰ θέτει παιδαγωγικὰ ἐμπόδια στὴν ἱκανοποίηση τῶν αἰτημάτων τῶν ἀναξιοπαθούντων ἀνθρώπων. Ὅμως γνωρίζει ἡ πίστη νὰ μάχεται μὲ ὅλα καὶ νὰ νικᾶ. Ἡ ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια συνήθως δοκιμάζει τὴν πίστη, θερμαίνει τὴν προσευχή, ἀποδεικνύει τὴν ταπείνωση καί, τελικά, ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ τὴ σωτηρία. Μόνο οἱ δυνατὲς προσευχὲς μὲ θερμὴ πίστη καὶ ἀληθινὴ ἐπιμονὴ σπάζουν ὅλους τους φραγμοὺς καὶ τὰ ἐμπόδια καὶ ἀνοίγουν τὶς πύλες τοῦ οὐρανοῦ. «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε- κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν· πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται. ἤ τὶς ἐστὶν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὅν αἰτήσει ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ;» (Μτ. 7,7-9). Ὁ πιστὸς ἔχει τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός, στὴν παγγνωσία Του, ξέρει καλὰ τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ἀνθρώπων. Δὲν περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μάθει τί ζητᾶμε. Ὅμως ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Ἐκεῖνος εἶναι ὁ πατέρας μας. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ σχέση μᾶς δίνει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐμπιστευόμαστε.

Μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ πέφτουμε στὴν ἀγκαλιά Του καὶ ζητᾶμε νὰ μὴ μᾶς ἐγκαταλείψει τὸ ἔλεος καὶ ἡ χάρη Του, γιατί ὑπάρχουμε καὶ ζοῦμε ἀπὸ Ἐκεῖνον. Γιατί χωρὶς Αὐτὸν τὰ πάντα σκοτεινιάζουν, καταρρέουν καὶ ἐκμηδενίζονται «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὁμολογοῦμε μὲ ταπείνωση ὅτι «Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνῳ λατρεύομεν». Ἡ προσευχὴ μᾶς συνδέει καὶ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Θεό. Γίνεται μητέρα κάθε ἀρετῆς ποὺ θωρακίζει τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴν καλύτερη πανοπλία. Ὅποιος δὲν νιώθει τὴν ἀνάγκη ἀλλὰ καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς ἐπιβεβαιώνει τὸν λόγο τῆς Ἀποκάλυψης «ὄνομα ἔχει ὅτι ζῇ» (Ἀπ. 3,1), ἀλλὰ ὅμως εἶναι νεκρός. Εἶναι καρδιὰ χωρὶς παλμούς, ψυχὴ χωρὶς πνοή.


Τὸ κενό της σιωπῆς τοῦ Θεοῦ

Καὶ ὅμως ὑπάρχουν στιγμὲς στὴ ζωή μας ποὺ ἀπογοητευόμαστε. Σὲ κάποιες δύσκολες ὧρες σκληρῆs δοκιμασίας ρωτᾶμε τὸν Θεὸ γιατί, καὶ Ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἀπαντᾶ. Ἐμεῖς χτυπᾶμε τὴν πόρτα Του καὶ Ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἀνοίγει. Τὸ κενό τῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ μᾶς κλονίζει. Τότε ἂς ἀναρωτηθοῦμε μήπως «αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε» (Ἰακ. 4,9). Μήπως εἶναι ἐσφαλμένος ὁ χρόνος καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς μας; Ἄραγε αὐτὰ ποὺ ζητᾶμε μᾶς ὠφελοῦν ἤ μᾶς ζημιώνουν;

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὴν ἀπάντηση τὴ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός. Κάποτε τὸ ὄχι τοῦ Θεοῦ μᾶς λέει «οὐκ εἰσὶν αἱ βουλαί μου ὥσπερ αἱ βουλαὶ ὑμῶν» (Ἠσ. 55,8). Τότε ὑπακοῦμε στὸ θέλημά Του καὶ ἀλλάζουμε τὸ δικό μας. Ἀνακατατάσσουμε τὶς προτεραιότητες καὶ τὰ σχέδια τῆς ζωῆς μας. Καὶ τότε ἡ προσευχὴ μᾶς ὡριμάζει καὶ μᾶς ὠφελεῖ περισσότερο. Γι' αὐτὸ ἂς μὴν τὴν ἐγκαταλείπουμε ποτέ. Ἀμὴν

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...