Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013

Πρέπει να ζήσω για να γράψω την αλήθεια εκείνης της κόλασης




Πρέπει να ζήσω για να γράψω την αλήθεια εκείνης της κόλασης
Από το ημερολόγιο του Παναγιώτη Μάρτου
Πέρασαν 19 χρόνια από την 18η Απριλίου 1994, που μπήκε στην ιστορία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού ως «η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου». Γύρω στα 300 άτομα –όλοι τους Βορειοηπειρώτες- οδηγήθηκαν στα κρατητήρια σε όλη τη χώρα, πέντε εκ των οποίων στα σκοτεινά κελιά, καταδικάζοντας τους με πολλά χρόνια κάθειρξης (η αρχική ποινή, βάσει του κατηγορητηρίου, ήταν θανατική) και όλα αυτά για να πτοήσουν τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό, την Ομόνοια, να κατηγορήσουν την Ελλάδα.  Φανταστικά σενάρια ενός οργανωμένου εγκλήματος.
Ο Παναγιώτης Μάρτος (ένας εκ των πέντε) περιέγραψε με μελανά χρώματα όλη την πραγματικότητα, όλα τα σενάρια, μα πιο πολύ τα βασανιστήρια και τις κακουχίες που υπέστη ο ίδιος και οι άλλοι κρατούμενοι. Παραθέτουμε ένα μέρος από το «Ημερολόγιο της Κόλασης»:

«…Κάθε ερώτηση του ανακριτή βασίζονταν σε γεγονότα  από τις καταθέσεις των μπράβων και χαφιέδων. Έπρεπε να υπερασπιζόμουν και πίσω από την απάντηση  μου, αποφασισμένη από την αρχή, ΟΧΙ, θα κατρακυλούσαν τα στοιχεία μου  που να υπεράσπιζα αυτό το ΟΧΙ.
»Σε κάθε απρόοπτη και αλλαγή συνθηκών πρέπει να συγκρατήσεις  τον εαυτό σου και να καταπνίγεις τις υποψίες, να αμφιβάλεις για όλους και για όλα, αλλά πάντα συγκρατώντας τον εαυτό σου και ελέγχοντας κάθε λόγο, λέξη και κίνησή σου γιατί από παντού  σε παρακολουθούσαν στη διάρκεια ανακρίσεων. Κάθε συρτάρι και έπιπλο τριγύρω έχει στόμα, αυτιά και μάτια. Αυτό είναι μια αρχή που τη γνώριζα. Σ’ αυτόν τον λαβύρινθο της απιστίας και ψευτιάς πρέπει να είσαι μετρημένος για να νικήσει ο θρίαμβος του καλού πάνω στο κακό.
»Στη διάρκεια του μεγάλου εφιάλτη στο κελί της κόλασης, το μόνο που με αφορούσε ήταν το πως πρέπει να επιβίωνα, να άντεχα το καθετί και στο σκοτάδι έκανα τον απολογισμό της ζωής μου.
»Πρέπει ν’ αντέξω για να μάθει ο κόσμος την αλήθεια των βασανιστηρίων της “Μεγάλης Δημοκρατίας” και το πραγματικό πρόσωπο Αυτού, που μπροστά στο λαό φαίνονταν ως λυτρωτής της πατρίδας, αλλά από ώρα σε ώρα έπαιρνε τη μορφή αρκούδας Σιβηρίας, τίγρης Ασίας, Ύαινας Αφρικής και λέοντα Ισημερινού.
»Η απόφασή μου ήταν πρέπει να ζήσω για να γράψω την αλήθεια εκείνης της κόλασης που μου προγραμμάτισε ο ίδιος ο Μπερίσα, αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών Γκαζιντέντε και Αγκίμ Σέχου με όλη την αχόρταγη λυκόστανη  των χαφιέδων του  και με έριξε στα σκοτεινά εφιαλτικά κάτεργα.
»Η απόφαση μου ήταν πρέπει να ζήσω  και όταν γλυτώσω και ξεφύγω απ’ αυτό το παράλογο ερωτικό αγκάλιασμα με το θάνατο, μέσα στον οποίο προσπαθούσε να μας θάψει ζωντανούς αυτή η κλίκα, κι ας ήμουν αθώος. Αυτά τα γνώριζαν, αλλά διαμέσου εμάς των πέντε αθώων προσπαθούσαν να καταδικάσουν όλη τη μειονότητα και τον ελληνισμό.
»Πρέπει να ζήσω για να γράψω την αθωότητά μου, την αθωότητά μας, τα μαρτύριά μου, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο της Δημοκρατίας- λεγόμενης Δημοκρατίας- που όλοι περιμέναμε με πόθο και ελπίδα ως δώρο του Χριστού και της Παναγιάς μας αλλά γελαστήκαμε όλοι μας.
»Πρέπει να ζήσω για να πω σε τούτον κόσμο γεμάτος απάτη και κινδύνους, την αγνή αλήθεια  για την ασχημία και την αρρώστια, τη γρήγορη καταστροφή και το πραγματικό πρόσωπο, την άλλη όψη του νομίσματος, της σάπιας δημοκρατίας, του σάπιου κόσμου, που οδηγούν τούτο το μυριοπληγωμένον τόπο και μέρος στην καταστροφή, κλεψιά, δωροδοκία, απιστία και εγκλήματα από “χειρούργους” εγκληματίες που με απιστία κάθισαν στις πολυθρόνες των υπουργών, πρωθυπουργών και προέδρων.
»Μπροστά μου, στο βαθύ σκοτάδι αυτού του κελιού της κόλασης, που έτσι την ονόμασα και βάπτισα, είναι πιο χειρότερο κι από τα κατώγια που κλείναμε τα γιδοπρόβατα-λέγω πιο χειρότερα γιατί κι αυτά είχαν ένα παραθυράκι ή μια τρύπα στην πόρτα ή στο τοίχο που έμπαιναν δυο ψευτο-ηλιαχτίδες- περνούσε η σιλουέτα πότε του Μπλερίμ, πότε του Ρολάντ, και που τα βλέμματά τους πολλές φορές διασταυρώνονταν. Στ’ αφτιά μου αχούσε η έκφραση του προσώπου τους και ο βαρύς τόνος της φωνής τους όταν επαναλάμβαναν συλλαβιστά και μ’ έναν εσωτερικό ψυχικό θρίαμβο τη λέξη “κατηγορούμενε”.
»Αύτη η λέξη αιωρούνταν στο αέρα,  όπου έπαιρνε μια διάσταση πραγματική, με συγκεκριμένες δυνατότητες, αποτελεσματική για το “έργο” που είχαν αναλάβει, με πολλές πιθανότητες  θριάμβου, επιτυχίας και εξασφάλισης μιας ανώτερης θέσης στην δικαστική ιεραρχία. Συνάμα  στα μάτια τους  διάβαζα τώρα πιο καθαρά, στο μαύρο σκοτάδι, το μίσος  τους που έπαιρνε  από μέρα σε μέρα μια διάσταση  εχθρική, επηρεασμένη αλλά και απεριόριστη, όχι μόνον για μένα κι εμάς τους πέντε, αλλά για όλη την ελληνική μειονότητα, για κάθε ελληνικό και την Ελλάδα.
»Κατάλαβα ότι εδώ τώρα αυτοί έχουν περιπλέξει  ένα περίπλοκο παιχνίδι που εμάς μας έπεσε η τύχη να ήμασταν τα θύματά τους. Αυτοί θα κέρδιζαν το παιχνίδι για το οποίο ήταν πολύ σίγουροι και προχωρούσαν βέβαιοι με παλιά κόλπα και τεχνάσματα, με συμβούλους άριστους και πεπειραμένους, πρώην ασφαλίτες και στελέχη της σιγκουρίμη σ’ ένα σατανικό σχέδιο, πολύ επικίνδυνο, μπλεγμένο και βυθισμένο σ’ ένα περίτεχνο κατασκεύασμα από ψέματα και συκοφαντίες.
»Αλήθεια δεν υπήρχε. Την αλήθεια  την κάλυπτε η ψευτιά και η απάτη σαν εκείνον τον κερωμένο σπάγκο που τέντωναν οι τσαρουχάδες. Η αλήθεια  γι’ αυτούς ήταν μια μικρή κλωστή που κρυβότανε ή την έχουν ρίξει και συμμαζέψει βαθιά, πολύ βαθιά μέσα σε έναν πυκνοπλεγμένο μανδύα της απάτης και του έργου τους, που αυτοί την έκαναν και προετοίμασαν στο μεγάλο εργαστήριο της μαγειρικής με αρχιμάγειρα τον καθηγητή μαθηματικών στρατηγό Γκαζιντέντε. Ο στρατηγός θα είχε πολύ πείρα και από πριν  από τα αδέρφια των μυστικών υπηρεσιών που η “μυστικότητα” ήταν  και μένει τρόπος ζωής και οι πωλητές, με τα ψευδώνυμά τους, που με τριγύριζαν ιδιαίτερα τα δυο τελευταία χρόνια.
»Αυτούς τους ανθρώπους, που τους γνώρισα στην παρωδία της δίκης και διάβασα τα ονόματά τους στις πολυσέλιδες  της κατηγορίας, ήταν   σαν να θύμιζαν σ’ έναν λεπρό την αρρώστια του ή σ’ έναν άγιο τη σωτηρία του, αλλά παρ’ όλα αυτά τα μάγουλά τους ούτε κοκκίνιζαν, ούτε κοκκινίζουν. Το πρόσωπό τους έχει γίνει σαν η σόλα των παπουτσιών και φωνάζουν περισσότερο  και πιο δυνατά στο εξωτερικό για ελληνισμό και Ομόνοια, κάνουν τον υπερπατριώτη.
»Φαίνεται τούτο ήταν το πρώτο σκαλοπάτι εκείνων των τρομερών βασανιστηρίων μετά τον ξυλοδαρμό και τα συνηθισμένα μαρτύρια και βασανιστήρια που ξεφωνούσαν και ούρλιαζαν,  βασανιστήρια του μεσαίωνα. Τώρα αρχίζουν τα σοφιστικά μαρτύρια του εικοστού πρώτου αιώνα των σύγχρονων μεθόδων της δημοκρατίας.
»Η αποκάλυψη ήταν σφοδρή, αγνή, ολοφάνερη μπροστά στην άθλια αγνή οδύνη της, “μεγαλοπρεπής”, με πελώριες διαστάσεις, που κρύβονταν μέσα στο θανατηφόρο σκοτάδι της, σ’ αυτή την ψυχρή υπόγεια μάχη που δίνονταν ύπουλα με τις οδηγίες  ανωτέρων που προσπαθούσαν να εξαντλήσουν τα σωθικά μας, το πιστεύω μας, την επιμονή και υπομονή μας, να κλέψουν την αισιοδοξία και να σπείρουν την δυσπιστία αναμεταξύ μας, με τελικό σκοπό  να μας τσακίσουν. Εκεί τώρα βρισκόμουν ολομόναχος και κάπου κάπου έβλεπα ένα μάτι  στο μάτι της τρίδιπλης πόρτας  και στο “τετράγωνο” των δυο σιδερόπορτων. Αυτό έδειχνε ότι έξω υπήρχαν ανθρωπόμορφα κτήνη.
»Μέσα μου γιγάντωνε το μίσος και μια υπεράνθρωπη θέληση για να κρατηθώ και να είμαι προετοιμασμένος  για τ’ άλλα που αυτοί σχεδίαζαν  και με περίμεναν. Ήταν μια θέληση που την γεννούσε η ανάγκη. Η ανάγκη για να ζήσω και να υπερασπιστώ, να υπερασπίσω εκείνη τη βαριά κατηγορία  που μου φόρτωσαν στους πλάτες μου την εσχάτη προδοσία. Ήταν η ανάγκη για να ζήσω και που μέχρι τότε κοιμόνταν μέσα μου άχρηστη, απρόσκλητη, μέχρι κείνη τη στιγμή που προσπάθησα να αυτοκτονήσω, (έκανε απεργία πείνας σ.σ.) γιατί αισθανόμουν το ένστικτο ενός κυνηγημένου ζώου που αυτοί με διάφορους τρόπους προετοίμαζαν το θάνατό μου.
»Τα μάτια και αφτιά μου τώρα ήταν στην μεγαλύτερη ένταση της ζωής μου, έτοιμα να εντοπίσουν τον πιο μικρό θόρυβο  και να μετρούσα με τον τρόπο μου κάθε λέξη, κίνηση  και πράξη τους, μετρώντας με τα μέτρα της γνώμης μου τις πιθανότητες κάθε πράξης και κίνησης που στηρίζονταν στα νύχια, στην πονηριά και στους μαστορικούς σατανικούς τρόπους μαρτυριών στα πλοκάμια αυτών των ανθρωποφάγων...»

Η Μαρία ...αιώνια παρηγοριά





Αλήθεια και Ελπίδα λυτρωτική ! Έλεος ανεξάντλητο ! Σωτήρια προοπτική ! Ο Θεός Πατέρας ! 
Η Παναγία μεσίτρια , εγγυήτρια , προστασία φοβερά και ακαταίσχυντος και η Μαρία …αιώνια παρηγοριά .
Η Μαρία διαρκής υπόμνηση Παραδείσου ακλείστου , διάπλατου .
Η Μαρία καταφύγιο της ερήμου της Αμαρτίας , παντοτινό δάκρυ εξαγνιστικό .
Η Μαρία σύμβολο μετανοίας και αναγεννήσεως ,Θεϊκού έρωτα άσβεστου και ακόρεστου …
Η Μαρία που με της σάρκας της  το αγκίστρι και το φιλήδονο βλέμμα της για λίγη πρόσκαιρη ηδονή 
, έπιασε στα δίχτυα της πλήθος ανδρών και τους έδωσε τροφή στον διάβολο , αυτή στ αλήθεια 
πιάστηκε στ αγκίστρι της Θείας χάριτος του Τιμίου Σταυρού και έγινε η πιο γλυκιά τροφή 
στου Χριστού το τραπέζι …
Η Μαρία Αγία του Θεού να πρεσβεύει για όλους αυτούς που μάχονται ενάντια στων παθών
 τον όλεθρο και της απελπισιάς την φρίκη και την απώλεια …αναζητώντας και ικετεύοντας 
να αξιωθούν την χάρη του πολυτίμητου  θησαυρού των δακρύων της …

Αγία Μαρία ...δώσε μου ένα λεπτό απ τους αιώνες σου.

Αγία Πόρνη σε είπανε …και κλάψανε στη θύμισή σου όλες οι αλύτρωτες 
ψυχές οι πονεμένες…

Στη γυμνή σου θέα μόνο τα μάτια μου στη γη μπορώ να χαμηλώσω…

Όχι από ντροπή που δεν σε σκέπασε ολάκερη του Ζωσιμά το ράσο ,
 μα γιατί τα δικά μου τα ρούχα τα ξεχωριστά δεν
 μπορούν την γύμνια της ψυχής μου 
να καλύψουν …
 
Δώσε μου ένα λεπτό αληθινής μετάνοιας …
 ένα λεπτό απ΄τους αμέτρητους
 αιώνες που χώρεσαν σε σαράντα επτά χρόνια 
της ηλιοκαμένης δικής σου …

Δώσε μου ένα ψίχουλο λυγμού από τα τρία καρβέλια που 
χόρταιναν την
 ζήση σου και την καρτερική σου θλίψη .

Την ελπίδα στα μάτια σου αντικρίζω κάθε φορά που 
της απελπισίας 
η χάρυβδη θέλει να με αγκαλιάσει …

Στην δίνη της να αντισταθώ βοήθα με …

Κι απόψε πριν κλείσω τα πάλι στεγνά μου μάτια εσέ θ’ αναζητήσω…

«Έκβαλόντες με νυνί περιεκύκλωσάν με. «Το άγαλλίαμά μου, λύτρωσαί 
με από των κυκλωσάντων με» ...

Αγία του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών …
νώντας σκοπετέας
Απόσπασμα από την ραδ.εκπομπή του 
«Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως»
 με τίτλο : Η Μαρία …αιώνια παρηγοριά .

Χριστόφορος Παπουλάκος,''Ο σύγχρονος απόστολος της Πίστεως και του Γένους"



ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ
(1770 περίπου-1861)
Ο Μοναχός Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος ή Παπουλάκος είναι ένας νέος απόστολος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Παρά ταύτα η μορφή και η δράση του επί εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια τελούσε υπό αμφισβήτηση και παρεξήγηση μέσα στην τεχνητή ομίχλη, την οποία είχαν δημιουργήσει η κακία και η αντινομίες της εποχής του, και μόλις στις μέρες μας αποκαθίσταται με όλη του τη λαμπρότητα.
Στην εποχή του ορισμένοι από σύγχυση ή εμπάθεια τον αποκάλεσαν αγύρτη, το επίσημο κράτος τον συνέλαβε και η Ιερά Σύνοδος, υπό την πίεση της εξουσίας, τον περιόρισε δια βίου σε Μονές της Θήρας και της Άνδρου. Αλλά ο λαός από γενιά σε γενιά, σαν μέσα σε θρύλο, μας μεταλαμπαδεύει με ευλάβεια και σεβασμό τη μνήμη, τη φήμη και τα σημεία του. Έτσι, τώρα που ο χρόνος τον απομάκρυνε από τις σύγχρονες περιστάσεις, μπορούμε να τον δούμε και να τον κρίνουμε καλύτερα.
Ο Παπουλάκος/κης γεννήθηκε μετά το 1770 στον Άρμπουνα του δήμου Κλειτορίας των Καλαβρύτων. Μετέρχονταν το οικογενειακό επάγγελμα του κρεοπώλη. Ήταν άνθρωπος φιλήσυχος και δίκαιος. Σε ώριμη ηλικία βλέπει ένα ουράνιο σημείο στην οικία του, που τον προστάζει να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στον Χριστό ως κήρυκας μοναχός. Πιο ψηλά από το χωριό του χτίζει τη σκήτη της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου». Ήταν απλός και κατείχε στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να κατακτήσει κάποια υπεύθυνη θέση στον ανώτατο κλήρο. Είχε όμως ζήσει στην πιο έντονη περίοδο του Έθνους μας. Συμμετείχε στη μεγάλη προετοιμασία και στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδος από το μακρόχρονο οθωμανικό ζυγό.
Έτσι ζυμώθηκε με τα εθνικά νάματα και την πνευματικότητα, που απορρέουν από τη μακραίωνη παράδοσή μας και την άνευ όρων και ορίων προσήλωση της ελλαδικής Εκκλησίας στην Μεγάλη Μητέρα Εκκλησία. Και όταν οι Βαυαροί και τα όργανά τους θέλησαν να αλλοιώσουν το ελληνορθόδοξο πνεύμα με απαράδεκτες και ύποπτες καινοτομίες, ο Χριστοφόρος τέθηκε επικεφαλής στον αγώνα για την αλήθεια και την ελευθερία. Μαζί του λόγιοι ρασοφόροι της εποχής του, όπως ο εκ Κεφαλληνίας Κοσμάς Φλαμιάτος, ο Μεγαλοσπηλιώτης Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, ο Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, ο όσιος Διονύσιος Επιφανιάδης, ο καθηγούμενος Συμεών της Μονής Γρηγορίου Αγ. Όρους και άλλοι Κολλυβάδες και πνευματικοί άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά και μορφωτικά στρώματα.

Ο Παπουλάκος περιοδεύει σε όλη την Πελοπόννησο, στην Αττική και σε πολλά νησιά, όπως στις Σπέτσες, στην Ύδρα, στον Πόρο και στην Ελαφόνησο, διδάσκοντας το Λόγο του Θεού. Οι Διδαχές του είναι βάλσαμο και ελπίδα για τους ταλαίπωρους ανθρώπους των περιοχών αυτών. Παντού στηλιτεύει τις προσπάθειες της ξενόφερτης εξουσίας και των προστατών αυτής, που προσπαθούν να αλλοιώσουν την παράδοσή μας. Με το λόγο του μεταμορφώνει το λαό, ώστε να επικρατεί αγάπη, δικαιοσύνη και συγχώρηση. Ο Τύπος της εποχής γράφει πως: «ό,τι δεν κατάφεραν οι νόμοι, το κατόρθωσε με το κήρυγμά του ο Χριστοφόρος». Η φιλανθρωπία και η καλοσύνη εξαπλώνονται παντού, απ' όπου περνά. Η Ιερά Σύνοδος μετά από τις επανειλημμένες συλλήψεις του, προτείνει να τον αφήσουν ελεύθερο, διαπιστώνοντας: «ότι όπου αν απήλθε, κηρύξας τον λόγον του Θεού, ούτε αγυρτίαν, ούτε ιδιοτέλειαν τινά εφάνη μετελθών, αλλ' αφιλοκερδής ων, και ακτήμων, και ως ο υπό απλούς απλούστατος τον λόγον του Θεού κηρύξας, συνέστειλε και παντελώς έπαυσε δια της διδασκαλίας του την ζωοκλοπήν, την δενδροκοπίαν, την ψευδορκίαν κ.τλ. και ...θεωρεί αυτόν της κατ' αυτού γενομένης κατηγορίας Αθώον». Ωστόσο οι ισχυροί φοβούνται και αργότερα πιέζουν την Ι. Σύνοδο να εκδώσει αργότερα απαγορευτική εγκύκλιο για τα κηρύγματά του. Ο Παπουλάκος επιστρέφει στον Άρμπουνα για περισυλλογή. αλλ' όμως όχι για πολύ.
Ο αγώνας έχει γίνει γι' αυτόν σκοπός της υπάρξεώς του. Όταν σε λίγο ξαναβγαίνει στα χωριά και στην ύπαιθρο, η Πελοπόννησος ολόκληρη και πολλά νησιά δονούνται από ενθουσιασμό. Του επιφυλάσσουν πρωτοφανή για τα χρονικά υποδοχή. Μια μεγάλη πνευματική λιτανεία διασχίζει απ' άκρου εις άκρον το Μοριά με επικεφαλής τον Παπουλάκο. Παντού το πλήθος μαζί με τον κλήρο τον αποθεώνει και τον ακολουθεί ψάλλοντας το «Τη Υπερμάχω Στρατη­γώ...».
Η μεγάλη πορεία της πίστεως φθάνει μέχρι την Καλαμάτα. Τότε η Κυβέρνηση και η Ι. Σύνοδος ανησυχούν και αποφασίζουν να αντιδράσουν. Στρατός και στόλος αποστέλλονται εναντίον του άοπλου Γέροντος, για να καταστείλουν το «κίνημα». Ο Παπουλάκος καταφεύγει στα απρόσιτα βουνά της Μάνης, όπου τον προστατεύει μεν η αγάπη των κατοίκων, θα τον καταδώσει όμως το πάθος της φιλαργυρίας. Η αμοιβή της συλλήψεώς του είχε οριστεί σε έξι χιλιάδες δραχμές και ο προδότης, δυστυχώς, βρέθηκε ανάμεσα στον κλήρο.
Ο αγωνιστής για ένα χρόνο εγκλείεται στις υγρές και ανήλιες φυλακές του Ρίου. Όταν μεταφέρεται στην Αθήνα, για να δικασθεί, κλήρος και λαός, με κλάματα και δεήσεις, υποκλίνονται σε εκείνον, απ' όπου περνά. Το Κράτος δεν τολμά να τον δικάσει, γιατί ο λαός είναι με το μέρος του και έτοιμος να αναιρέσει τις συκοφαντίες. Με πιέσεις της πολιτείας στην Ι. Συνόδο περιορίζεται σωματικώς δια βίου, περιφρουρούμενος στη Μονή Προφήτου Ηλιού Θήρας και αργότερα στη Μονή Παναχράντου Άνδρου. Αλλά ο λαός δεν τον λησμονεί. Απ' όλα τα Βαλκάνια έρχονται προσκυνητές στα σιδερόφρακτα κελλιά, όπου φυλάσσεται, για να πάρουν την ευχή του ή κομμάτι από το ράσο του για αγιασμό. Κοιμήθηκε στην Άνδρο στις 18 Ιανουαρίου 1861. Λίγο νωρίτερα ο φρουρός του ζήτησε συγγνώμη από τον Γέροντα και την ευλογία του, για να γίνει Μοναχός. Είχε την πεποίθηση ότι κάτω από την κατάλευκη γενειάδα του εκπορεύονταν φως και αλήθεια. Ο Παπουλάκος κοιμήθηκε αγνοημένος από τους ισχυρούς, που προσπάθησαν και μετά το θάνατό του να κηλιδώσουν την μνήμη του. Αλλά ο κλήρος και ο λαός τον ήθελε πάντα κοντά του. Πολλοί Ναοί χτίζονταν στο όνομά του, όσο ακόμα ζούσε, προσωπικά του αντικείμενα τοποθετούνται, μαζί με τη μορφή του σε δαγκεροτυπία, στα εικονοστάσια ως λείψανα. Από πατέρα σε παιδί με ευλάβεια μεταφέρεται ο σπόρος, που έρριξε ο φωτισμένος αυτός, αλλά και θαρραλέος, αγωνιστής-μοναχός. Με σεβασμό αναφέρονται όλοι στην πορεία της ζωής του, από το σπίτι του στον Άρμπουνα Κλειτορίας μέχρι την Μονή Παναχράντου, «εδώ γεννήθηκε ο Παπουλάκος», ή «από εδώ πέρασε», ή «σε αυτή την πέτρα ανεβασμένος κήρυξε».
Μετά πολλά χρόνια έρχεται η αναγνώριση. Είναι και αυτό ένα από τα χαρακτηριστικά της φυλής μας. Εδώ οι ήρωες, οι Άγιοι και οι μεγάλες προσωπικότητες δεν ανακηρύσσονται ούτε επιβάλλονται με δόγματα και με διατάγματα. Εδώ τους μεγάλους τους αναδεικνύει ο λαός, αφού ο χρόνος ξεκαθαρίσει τις ύποπτες αλληλεπιδράσεις της εποχής και των συνανθρώπων τους.
Έτσι, ο Παπουλάκος, ο φτωχός Μοναχός, περνά ήδη στη χορεία των Αγίων της Ορθοδοξίας και τιμάται την ημέρα της κοίμησής του, την 18ην Ιανουαρίου, καθώς και την 18ην Αυγούστου σε ανάμνηση της λιτάνευσης της εικόνος και της τιμίας κάρας του, κατά το θέρος του 1974, στην Αχαΐα.
Για τον Παπουλάκο βλέπε περισσότερα στις ιστοσελίδες:
www.papoulakos.org / www.papoulakos.ifno
Αρχιμ. Νεκτάριος Ν. Πέττας, Πρόεδρος του μη κερδοσκοπικού: «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ».
"ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ
Ο σύγχρονος απόστολος
της Πίστεως και του Γένους"
Αρχιμ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ Ν. ΠΕΤΤΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης



Κάποιες στιγμές, ὄντας κανεὶς μόνος στὸ Ἅγιον Ὅρος, δηλαδὴ ὄντας μαζὶ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, καταλαβαίνει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ ἄσωτος υἱός: "Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῶ ἀπόλλυμαι…" (Λουκ. ιε', 17). Πόσος πλοῦτος ὑπάρχει στὴν παράδοσί μας, πόση ἐλευθερία, πόση δυνατότητα νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἐμεῖς πεινᾶμε καὶ ὑποφέρουμε.

Στὸ Ἅγιον Ὅρος ἔρχονται πολλοὶ θρησκευόμενοι, ποὺ δὲν νιώθουν τίποτε. Κι ἔρχονται πολλοὶ ἄσχετοι, οἱ ὁποῖοι συγκλονίζονται. Κι ἔρχονται καὶ πολιτικοί… Πολλοὶ θρησκευόμενοι ἐξ ἐπαγγέλματος δὲν καταλαβαίνουν. Πολλοὶ ἀνήσυχοι συγκλονίζονται. Οἱ περισσότεροι πολιτικοὶ δὲν καταλαβαίνουν τίποτε. Καὶ λές: "Τί γίνεται μὲ τὴν Ἑλλάδα, τί γίνεται μὲ τὴν Εὐρώπη;"… Ἔχει, λοιπόν, ἕνα χρέος μεγάλο, ὁ Ἕλληνας, σήμερα: τὸ νὰ εἶναι ὀρθόδοξος. Ἐκεῖ ἔχομε κάποιες δυνατότητες, ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι, καὶ ὀφείλομε ἁπλῶς νὰ εἴμαστε αὐτό, ποὺ λέει ἡ παράδοσί μας.

Θυμᾶμαι μιά φορά, ποὺ εἶχα πάει στὴν Κρήτη, σ’ ἕνα χωριό, στὰ Ἀνώγεια, εἶχαν ἔλθει κάποιες γριὲς γιὰ ἐξομολόγησι, καὶ ὅταν τελείωσαν, μοῦ λέει μιά γριὰ μιάν εὐχή: "Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου". Μετὰ ἦλθε μιά ἄλλη γριά: "Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου". Κι ἐγὼ παραξενεύτηκα καὶ λέω: "Μὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ εὐχή;". Καὶ μοῦ λένε: «Ἔτσι τὸ λέμε ἐδῶ. Γιὰ κάποιο γονιό, μάνα ἤ πατέρα, λέμε: "Νὰ χαίρεσαι τὰ παιδιά σου", γιατί ἡ χαρὰ τῶν γονιῶν εἶναι τὰ παιδιά τους. Ὅταν κανεὶς εἶναι παπὰς τοῦ λέμε: "Νὰ χαίρεσαι τὴν ἱεροσύνη σου". Κι ὅταν κανεὶς εἶναι καλόγερος ἤ καλόγρια τοῦ λέμε: "Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου"».

Αὐτὴ ἡ εὐχή, "νὰ χαίρεσαι τὸ σταυρό σου", νομίζω ὅτι εἶναι ἕνα πρᾶγμα τόσο μεγάλο καὶ τόσο βαθύ, ποὺ θυμίζει θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ. Καὶ λέω: "Πῶς μπόρεσα, γεννημένος στὴν Κρήτη, νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ ζήσω ἐρήμην τῆς Κρήτης καὶ ἐρήμην τῆς παραδόσεώς μας;"… Μᾶς ἔχουν κάνει ἀλλοδαποὺς στὸν τόπο μας…

Σᾶς φέρνω σὰν παράδειγμα τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Αὐτὸν τὸν ἕνα, τὸν μέγα, τὸν σίφουνα, ὁ ὁποῖος κατέβηκε στὸ κήρυγμα μιά στιγμή, ποὺ ὅλος ὁ κόσμος εἶχε ἀπογοητευθῆ. Κι ἔσωσε τὸν ἑλληνισμό, ἐκείνη τὴν περίοδο τὴν δύσκολη, ποὺ χωριὰ ὁλόκληρα εἶχαν ἐξισλαμισθῆ. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἁπλός, ἀδύναμος, θὰ ἔλεγα δειλός, γι’ αὐτὸ ἦταν πάντολμος κι ἔλεγε: "Ἐγώ, ἀδελφοί μου, δὲν εἶμαι ἱκανός, ὄχι νὰ σᾶς μιλήσω, ἀλλὰ οὔτε νὰ προσκυνήσω τὰ ποδάρια σας, γιατί βλέπω ὅτι εἶστε βαπτισμένοι καὶ μυρωμένοι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ βρίσκεται τὸ γένος μας σ’ αὐτὴν τὴν ἀνάγκη, γι’ αὐτὸ εἶπα νὰ κατέβω κάτω καὶ νὰ πῶ μερικὰ λόγια, ὅ,τι ξέρω".

Ἔλεγε πάλι: "Κοιτάξτε, δὲν ἔχω τίποτε δικό μου. Ἕνα ράσο ἔχω κι αὐτὸ τὸ ἔχω γιὰ σᾶς. Ὅλα ὅ,τι ἔχω εἶναι γιὰ σᾶς. Κι ἔχω ἕνα σκαμνί, στὸ ὁποῖο πατῶ ἐπάνω. Καὶ τὸ σκαμνὶ αὐτό, ἄλλοι τὸ λένε θρόνο, ἄλλοι τὸ λένε σκαμνί. Νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι; Δὲν εἶναι οὔτε σκαμνί, οὔτε θρόνος, ἀλλὰ εἶναι ὁ τάφος μου. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν τάφο μιλάει ὁ νεκρὸς ἐαυτός μου. Κι ἂν ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς πῶ τίποτε, μὲ σώζει αὐτός, ποὺ μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλη τὴν οἰκουμένη, τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς βασιλεῖς καὶ ὅλο τὸν κόσμο".

Ἐδῶ φαίνεται ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γιατί δὲν ἦταν ἕνας καλόγερος, ἀλλ’ ἦταν ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ δι’ αὐτοῦ μιλοῦσε ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ἔκανε αὐτὸς νεωτερισμούς, δὲν ἔλεγε ἐξυπνάδες, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ μίλησε ὅλη ἡ παράδοσι. "Εἶμαι ἀδύνατος καὶ ἀνίκανος νὰ φιλήσω τὰ ποδάρια σας", κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά: "Ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο". Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμι τῆς πίστεώς μας.

Ἐπίσης ἔλεγε: "Ἐὰν τυχὸν κανεὶς ἀδίκησε κάποιον -εἴτε αὐτὸς εἶναι ρωμιός, εἴτε εἶναι τοῦρκος, εἴτε εἶναι ἑβραῖος, εἴτε εἶναι φράγκος- ὅ,τι πῆρε, ὅ,τι ἔδωσε, νὰ τὸ γυρίση πίσω. Γιατί τὸ ἄδικο δὲν εὐλογεῖται". Βλέπετε ὅτι ἦταν ξεκάθαρος καὶ δὲν ἔλεγε: "Κοιτάξτε, τώρα εἶναι μία περίοδος δύσκολη. Ὅλοι σᾶς κλέβουν, κλέψτε κι ἐσεῖς". Ὄχι. "Πρέπει νὰ τὸ γυρίσετε πίσω". Καὶ ἡ ἐντιμότης του εἶναι ποὺ σώζει τὴν ὅλη ὑπόθεσι.

Εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: "Νὰ μὴν ἔχετε ὄπλα. Νὰ τὰ δώσετε καὶ νὰ κάνετε ὑπακοὴ στοὺς ζαπιτάδες (:χωροφύλακες). Καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ ζητοῦν τὰ δοσίματα, νὰ δίνεται τὰ δοσίματα". Κι ἔτσι καὶ οἱ τοῦρκοι εἶπαν ὅτι αὐτὸς εἶναι καλὸς ἄνθρωπος. Ἀλλ’ αὐτός, ποὺ ἦταν καλός, "τοὺς ἔκλεισε τὸ σπίτι". Ἀκριβῶς γιατί αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀληθινός, δὲν εἶχε βάσανα, ἀλλὰ χάρηκε τὴν ζωή του. Ὅπως εἶχε εἰπῆ σ’ ἕνα χωριό: "Ἦλθα ἐδῶ πέρα καὶ σᾶς ἀπήλαυσα"… Αὐτὸ ποὺ εἶπε "σᾶς ἀπήλαυσα", μοῦ θυμίζει μιά εὐχὴ τοῦ Εὐχελαίου, ποὺ λέει ὁ ἱερεύς: "Εὐχαριστῶ" τὸν Θεόν, ποὺ προχώρησα στὰ ἐνδότερα τοῦ Θυσιαστηρίου τοῦ "ἀπολαῦσαι τῆς Θείας Λειτουργίας".

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ζώντας στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ νιώθοντας τὴν δύναμι τῆς πίστεώς μας, κάποια δύσκολη στιγμὴ βγῆκε ἔξω κι ἔσωσε τὸ γένος ὁλόκληρο. Κι ἐνῶ ἦταν τόσο ταπεινὸς καὶ ἔνοιωθε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ φιλήση τὰ ποδάρια τοῦ ἄλλου, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔνοιωθε ὅτι: "Κοιτάξτε, αὐτὰ πού σᾶς λέω εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ. Ἄν κατέβαινε ὁ Θεός, θὰ σᾶς ἔλεγε τὰ ἴδια", καί: "Ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο".

Ἔτσι ὅταν ἔφτασε ἡ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του († 1779), ὅταν τὸν πρόδωσαν οἱ ἑβραῖοι, γιατί πολὺ τοὺς "χτύπαγε", ἐπειδὴ χαλοῦσαν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, ἐκεῖνος εἶπε: "Μὴ μὲ δέσετε. Δὲν ἀντιστέκομαι. Ὁ θάνατός μου εἶναι μέσα στὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς μου". Κι ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦμα του καὶ μπῆκε στὴν αἰωνιότητα, καὶ μένει μαζί μας. Καὶ ὅπου πέρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔχουν ὑψώσει ἕναν σταυρό, γιατί ἔπεσε ἕνα ἀστροπελέκι κι ἔχει διαλύσει τὰ πάντα, κι ἔχει ἁγιάσει τὰ πάντα…

Σήμερα ὅλοι βασανιζόμαστε, τὸ καταλαβαίνω. Κι ὅταν λέμε "βασανιζόμαστε", σημαίνει ὅτι ἔχομε μιά ὑγεία μέσα μας. Βασανίζεται ὅλος ὁ κόσμος, ἀλλ’ ἐλευθερώνεται ζώντας μόνο μέσα στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Εἶναι μακάριοι κι εὐλογημένοι οἱ βασανισμένοι, γιατί ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἀναπαυθοῦν. Καὶ εἶναι μακάριοι οἱ διψασμένοι, γιατί μποροῦν νὰ ξεδιψάσουν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ λογικὴ κι ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τῶν Ἁγίων μας, θὰ ἤμασταν καταδικασμένοι σ’ ἕνα βάσανο.
Πρὸ καιροῦ ἤμουν στὴν Ἀμερική, καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πόσο τὰ πράγματα εἶναι πλούσια, πόσο οἱ δρόμοι τεράστιοι, πόσο τὰ σπίτια σὰν ζωγραφιά, μὲ τὸ σπίτι, τὸ γρασίδι, τὰ δέντρα, τὰ αὐτοκίνητα… Ἀλλ’ ὅταν εἶδα μερικοὺς ἀνθρώπους, ἔνοιωσα πὼς μέσα σ’ αὐτὴ τὴν τάξι καὶ τὴν καθαριότητα, ἐκεῖ ποὺ δὲν λείπει τίποτε, λείπουν ὅλα. Καὶ ὅλα μιά στιγμὴ εἶναι ἄοσμα, ἄγευστα καὶ ἄχρωμα, ἀφοῦ μοῦ εἶπαν κάποιοι ὅτι, ἐνῶ τὰ εἶχαν ὅλα, δὲν εἶχαν διάθεσι γιὰ ζωὴ καὶ ἤθελαν νὰ "τελειώσουν"…

Βλέπει κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ λογική, ποὺ ἔχομε πολλὲς φορὲς καὶ λέμε "νὰ ἀνεβάσωμε τὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο, νὰ μποῦμε στὴν Εὐρώπη γιὰ νὰ ἔχωμε ἕνα νόμισμα, νὰ εἴμαστε πλούσιοι, κτλ", δὲν βγάζει πουθενά. Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι τὸ παράξενο, ποὺ δὲν χορταίνει μὲ τὰ πλούτη. Κι ἂν τοῦ λύσης ὅλα τὰ προβλήματα, ἤ νομίζεις ὅτι τοῦ τὰ λύσης, τότε εἶναι ποὺ μπῆκες στὸ ἄλυτο πρόβλημα. Λ.χ. οἱ Σουηδοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἴσως τὸ ἀνώτερο βιοτικὸ ἐπίπεδο στὴν Εὐρώπη, εἶναι αὐτοὶ ποὺ αὐτοκτονοῦν περισσότερο. Γιατί, ἐνῶ νομίζουν ὅτι τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἔχουν τίποτε.

Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι ἕνα παράξενο ὄν, ποὺ ὅταν πλησιάση αὐτὸν τὸν παράδεισο τὸν κοσμικό, νοιώθει ὅτι δὲν τοῦ λέει τίποτε. Ἐνῶ ἂν κανεὶς ἔχη μέσα του τὴ φλόγα τοῦ Θεοῦ, ἂν τυχὸν θυσιάζεται γιὰ τὸν ἄλλον κι ἂν τυχὸν ζεῖ ὅπως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, κι ἂν ἔχη ταπείνωσι, τότε εἶναι μέσα στὸν παράδεισο. Τότε καμμιὰ ἐπίθεσι, καμμιὰ κόλασι δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βλάψη. Τότε συμβαίνει αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος ὅτι "ἀποκτᾶ κανεὶς δυνατὸ στομάχι καὶ χωνεύει κάθε μιά τροφή". Κάθε μιά δυσκολία τοῦ κάνει καλὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ θάνατος τοῦ κάνει καλό.
Ὁ ἄνθρωπος, ξέρετε, ζητᾶ τὴν ἐπιτυχία, ζητᾶ τὴν πρόοδο. Θέλει λ.χ. ἕνα παιδὶ νὰ τελειώση τὸ δημοτικό, τὸ γυμνάσιο, τὸ λύκειο, νὰ πάη στὸ πανεπιστήμιο καὶ νὰ προχωρήση. Ἐν συνέχειᾳ ἂν τυχὸν ἀξιωθῆ νὰ πάρη καὶ τὸ βραβεῖο Νόμπελ, συνεχίζει νὰ πεινᾶ καὶ νὰ διψᾶ γιὰ πρόοδο. 

Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος: "Ἐπιποθῶ τοῦ πλείονος καὶ πάντοτε στενάζω". "Ἐπιποθῶ", θέλω, ποθῶ συνεχῶς καὶ περισσότερο, καὶ διαρκῶς στενάζω. Ὁ ἄνθρωπος -εἴτε πιστεύει, εἴτε δὲν πιστεύει, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα- ἔχει μέσα του τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, ὅτι "ὑπάρχει μιά μικρὴ χαρά, ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο". Κι ἂν τυχὸν ὅλα τὰ κερδίσωμε καὶ δὲν κερδίσωμε ἐκείνη τὴ χαρά, ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο, τότε εἴμαστε ἐξ ἴσου ἀποτυχημένοι, εἴτε εἴμαστε πλούσιοι, εἴτε φτωχοί, εἴτε γραμματισμένοι, εἴτε ἀγράμματοι.

Τώρα ποὺ μπαίνομε στὴν Εὐρώπη, αὐτὸ ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ κάνωμε, γιατί εἶναι ἁμαρτία πρὸς τὴν παράδοσί μας καὶ ταυτόχρονα ἀδικοῦμε καὶ τοὺς εὐρωπαίους, εἶναι τὸ νὰ μιλᾶμε τὴν γλῶσσα καὶ νὰ ἔχωμε τὴν λογική τῆς Εὐρώπης. Ἡ Εὐρώπη εἶναι πλούσια καὶ ταυτόχρονα εἶναι πάρα πολὺ φτωχή. Ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς εἶναι πολὺ προχωρημένος καὶ ταυτόχρονα εἶναι μέγας ἐπαρχιωτισμός. Μέσα ἐδῶ στὴν παράδοσί μας ὑπάρχει κάτι, ἂν θέλετε κάτι τὸ τρελλό, τὸ μωρὸ -αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: "Τὰ μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός"- κάτι τὸ φτωχό, κάτι τὸ ἀνύπαρκτο, ποὺ τὰ διαλύει ὅλα καὶ δίνει σημασία καὶ ἀξία στὸν ἄνθρωπο.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέει ὅτι ὁ καθένας εἶναι "ἐν σμικρῷ Ἐκκλησία". Γι’ αὐτὸ ἐὰν τυχὸν ἐμεῖς διαβάσωμε τὸν βίο, τὴν πολιτεία καὶ τὶς διδαχὲς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τὰ καταλαβαίνομε, ἐπειδὴ ἔχομε γεννηθῆ μέσα σ’ αὐτὴν τὴν παράδοσι. Ἐὰν τὰ διαβάση κάποιος ἄλλος, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πλούσιους εὐρωπαίους, ποὺ τυχαίνει νὰ τὰ ἔχουν ὅλα καὶ συγχρόνως νὰ τοὺς λείπουν ὅλα, δὲν θὰ καταλάβη αὐτὴ τὴν λογική.

Γι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι τὸ χρέος μας εἶναι νὰ τραφοῦμε μὲ αὐτὴ τὴν λογική, τὴν ὀρθόδοξη, καὶ νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας, νὰ χαροῦμε τὶς δυσκολίες μας, νὰ χαροῦμε - ἂν θέλετε - τὸν θάνατόν μας, δηλαδὴ νὰ γίνωμε σὰν τὴν χαρὰ ποὺ ξεπερνᾶ τὸν θάνατο. Καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, νοιώθομε ὅτι πράγματι ὁ Θεός, "καλὰ λίαν ἐποίησε" τὰ πάντα. Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωσι ἐξοφλοῦμε καὶ τὸ χρέος, ποὺ ἔχομε πρὸς ὅλους. Καὶ πρὸς τοὺς εὐρωπαίους καὶ πρὸς τοὺς ἀμερικάνους, καὶ πρὸς τοὺς πολιτισμένους καὶ πρὸς τοὺς ἀπολίτιστους, γιατί ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: "Ἕλλησι τε καὶ βαρβάροις ὀφειλέτης εἰμί".

Σὰν παράδειγμα σᾶς φέρνω πάλι τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ν’ ἀπολαύση τὴν ζωή του, μόνο ἂν τυχὸν ἀποφασίση νὰ τὴν θυσιάση γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ νὰ τυχὸν αὐτὸ γίνη, τότε ἀπὸ τώρα μπαίνει στὴν αἰωνιότητα καὶ μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει ὅτι "ὁ Θεὸς εἶναι Τριαδικός, ὅτι εἶναι τρία πρόσωπα καὶ συγχρόνως εἶναι ἕνας Θεός". Καὶ μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει, ὅτι "ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότης ἡ Τριαδική, ἡ ὁποία ἱερουργεῖται μέσα ἐδῶ". Μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει, ὅτι "ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου". Ἐνῶ ἀντίθετα, ἐὰν τυχὸν ἐγὼ φροντίζω μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μου, τότε πνίγω τὸν ἑαυτό μου, γιατί τὸν χωρίζω ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι "μπορεῖ νὰ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κάθε ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι μία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ". Καὶ γι’ αὐτό: "Εἷς ἄνθρωπος κατονομάσει τὸ πᾶν". Ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρο τὸ γένος, ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Κι ἂν τυχὸν κανεὶς ζῆ μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε νοιώθει ὅτι, ὄντας ἐλάχιστος καὶ μὴ ὄντας ἄξιος νὰ φιλήση τὰ πόδια τοῦ ἄλλου, ταυτόχρονα εἶναι μεγάλος καὶ δυνατός, γιατί ὁ νεκρὸς ἑαυτὸς του μπορεῖ νὰ κηρύξη καὶ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο. Ὁπότε, αὐτὸς ὁ συνδυασμὸς τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς δυνάμεως, τῆς ἡσυχίας, θὰ ἔλεγα, τὸ νὰ μείνω μόνος καὶ νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ ὅλους τους ἄλλους, εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ δίνει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Θυμᾶμαι μιά γριὰν ἑλληνίδα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, στὴν Μασσαλία. Δούλευε σ’ ἕνα ἑστιατόριο. Ἐγέρασε καὶ πῆρε σύνταξι κι ἔμενε στὸ σπίτι της. Κάποτε μοῦ εἶπε: «Πολλοὶ μὲ λυποῦνται τώρα καὶ μοῦ λένε: "Κυρά-Κατίνα, τί κάνεις τώρα μόνη σου;" Ἀλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι, τώρα ποὺ εἶμαι μόνη μου, περνῶ τὴν καλύτερη περίοδο τῆς ζωῆς μου, γιατί συνέχεια λέω τὴν εὐχή: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με", καὶ ταυτόχρονα διαβάζω βίους ἁγίων».

Ἔτσι βλέπομε, ἀπὸ τὴν μιά μεριά, ἕναν ποὺ τὰ ἔχει ὅλα, (σπίτια τέλεια, αὐτοκίνητα τῆς τελευταίας τεχνολογίας, κτλ.), καὶ νὰ μὴν ἔχη ὄρεξι νὰ ζήσει. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν κυρά-Κατίνα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι διωγμένη, νὰ ἔχη πεθάνει ὁ ἄντρας της, νὰ μένη μόνη σ’ ἕνα δωματιάκι καὶ νὰ νοιώθη ὅτι βρίσκεται μέσα στὸν παράδεισο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρίζει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δηλαδή, ὄχι μόνο μπορεῖ κανεὶς νὰ χαρῆ εὐαίσθητα καὶ σωστὰ τὶς εὐλογίες τῆς ζωῆς, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχη μέσα του αὐτὴν τὴν εὐαισθησία καὶ τὴν χαρά, ἡ ὁποία περιγελᾶ τὸν θάνατο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὶς δυσκολίες, τὰ γεράματα καὶ τὸν θάνατο, μεγάλη εὐλογία…
πηγή

Συναξαριστής της 17ης Απριλίου


Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης Μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου

 


Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπημένους μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου.
Ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία, ὁ Ἰωάννης κατάλαβε τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ ἀγάπησε τὸ Χριστό. Πῆγε κοντὰ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Δεκαπολίτη καὶ ἐκεῖνος τὸν ἔκανε μοναχό, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἀγωνίζεται ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Μάλιστα, τόσο πολὺ εἶχε προοδεύσει ὁ Ἰωάννης στὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ὑποταγή, ὥστε ὁ πνευματικός του πατέρας Ἅγιος Γρηγόριος δόξαζε τὸ Θεὸ ποὺ τὸν ἀξίωσε νὰ ἔχει τέτοιο πνευματικοπαίδι. Ὅταν πέθανε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Ἰωάννης δὲ θέλησε νὰ μείνει μόνιμα στὸ μέρος ὅπου ἄρχισε τὴν πνευματική του ζωή.

Ἦταν ἀνήσυχο πνεῦμα καὶ ἀναζητοῦσε περισσότερες καὶ βαθύτερες πνευματικὲς πηγές, γιατί ἔλπιζε στὰ ἴδια τὰ λόγια του Θεοῦ: «Ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, ἐγὼ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ διψοῦσε στὴν ἐπίγεια ζωή του τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν πνευματικὴ εὐτυχία, θὰ τοῦ δώσω δωρεὰν ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ νεροῦ τῆς ἁγίας καὶ μακαρίας ζωῆς μου.

Ὁ Ἰωάννης περιόδευσε σὲ πολλὲς πόλεις καὶ τόπους, μεταξὺ αὐτῶν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Λαύρα τοῦ ὁσίου Χαρίτωνα, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἁπαλῶν ἐξ ὀνύχων Χριστὸν ἠγάπησας, καὶ τὴν σὴν κλῆσιν θεόφρον καταλαμπρύνεις σαφῶς, πλήρης χάριτος ὀφθεῖς τοῦ θείου Πνεύματος· ἐκκαθάρας γὰρ τὸν νοῦν, τῶν Ἀγγέλων μιμητής, ἐν σώματι ἀνεδείχθης, Πατὴρ ἠμῶν Ἰωάννη, μεθ' ὧν ἱκέτευε σωθήναι ἠμᾶς.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. δ’
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Ἰωάννη τό πνεῦμά σου.

Κοντάκιον 
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς
Ὡς Ἀσκητῶν, ὑπογραμμόν καὶ σέμνωμα, τῶν οὐρανίων μέτοχον κατὰ χρέος εὐφημοῦμέν σε, ὦ Ἰωάννη παμμακάριστε· ὁσίως γὰρ τὸν βίον διελήλυθας, καὶ χάριτος ἐνθέου κατετρύφησας, ἐξ ἧς Πάτερ δώρησαι τοῖς δούλοις σου.

Μεγαλυνάριον
Χάριτι τῇ θείᾳ καταυγασθείς, χαρίτων τὸν πλοῦτον, δι’ ὁσίας διαγωγῆς, Πάτερ Ἰωάννη, ἐνθέως θησαυρίσας, θαυμάτων χάριν νέμεις, τοῖς προσιοῦσί σοι.

 
Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Στρατηλάτης, ὁ Γότθος

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια του Οὐαλεντινιανοῦ (364-374) καὶ Οὐάλεντα (364-377) καὶ διέμενε στὴ Γοτθία. Χριστιανὸς ζηλωτὴς ἀπὸ τὴν νεαρή του ἡλικία, ἀπέφευγε τὰ εἰδωλόθυτα καὶ ἀπέτρεπε τοὺς χριστιανοὺς νὰ τὰ τρῶνε. Προσλήφθηκε στὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία καὶ μὲ τὸ ἦθος του ἔφτασε σὲ ἀνώτατα στρατιωτικὰ ἀξιώματα.

Τοὺς δὲ εἰδωλολάτρες, διὰ τοῦ κηρύγματός του, ἐπέστρεψε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς βάπτιζε. Ἕνεκα αὐτοῦ οἱ συμπολῖτες του τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴν χώρα τους.

Ἀργότερα, ὅταν κινήθηκε διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῶν Γότθων Ἀθανάριχο, συνελήφθη αὐτὸς μαζὶ μὲ ἄλλους χριστιανοὺς καὶ τὸν κρέμασαν μέσα στὸ σπίτι του, πάνω σ᾿ ἕνα δοκάρι καὶ ἐκεῖ τὸν βασάνισαν ἄγρια. Κατόπιν ἔδεσαν στὸν τράχηλό του ἕνα μεγάλο ξύλο καὶ τὸν ἔριξαν στὸν Μουσαῖο ποταμό, ὅπου καὶ πνίγηκε σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Β´ Ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς

Κατὰ τὸν Σ. Εὐστρατιάδη: Οὗτος κατήγετο κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐκ Μελιτηνῆς, ἀναγνώστης ὧν τῆς ἐκεῖ ἐκκλησίας καὶ χρηματίσας διδάσκαλος τοῦ ἐκ Μελιτηνῆς Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου, ὡς ἐν τῷ βίῳ τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου ἀναγινώσκομεν (Migne, Ἑλ. Πατρ. 114, 601 Β):

«Προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ παιδὸς ἤδη τῶν νηπίων ἀμείβοντος τὴν ἡλικίαν, γραμμάτων διδασκάλοις αὐτὸν ὁ ἐπίσκοπος ἐγχειρίζει· οἱ δὲ ἦσαν Ἀκάκιος καὶ Συνόδιος, εὐγένειᾲ τε καὶ συνέσει καὶ σωφροσύνῃ τῷ τῶν ἀναγνωστῶν χορῷ διαλάμποντες, καὶ τὰς τε θείας γραφᾶς εὖ ἤσκημενοι καὶ παιδείας ἐρασταὶ τῆς θύραθεν οὐκ ἀμελεῖς ὄντες, οἱ μετὰ πολλοὺς διὰ Χριστὸν ἀγῶνας καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς κατὰ Μελιτηνὴν ἐκκλησίας, ἴδια κατὰ καιρὸν ἑκάτερος αὐτῶν ἐγχειρίζονται· ὧν πολλάκις ἡ Μελιτηνῶν πόλις καὶ εἰσέτι καὶ νῦν ἐντρυφᾷ διηγήμασιν, ἐκκλησιῶν τε ὡς ἀληθῶς προστασία καὶ ψυχῶν κηδεμονία προσήκουσι».

Τὰ αὐτὰ λέγει καὶ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης ὁ τὸν βίον γράψας Εὐθυμίου τοῦ μεγάλου.
Σὺν τῷ χρόνῳ διῆλθεν ὁ Ἀκάκιος τὰς βαθμίδας τῆς Ἱερωσύνης καὶ διὰ τὴν παιδείαν αὐτοῦ καὶ σωφροσύνην ἀνήχθη εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον τῆς Μελιτηνῆς (Δευτέρας Ἀρμενίας), ἕκτος ἐπίσκοπος κατὰ σειρὰν τῆς Μελιτηνῆς ἀριθμούμενος (Le Quien, Oriens christianus Α., σ. 441-442, ἔκδ. Παρισίων 1740). Ὡς τοιοῦτος ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐν Ἐφέσῳ τῷ 341 οἰκουμενικὴν σύνοδον καταδικάσας τὸν Νεστόριον, ὑπῆρξεν ἐν τῇ συνόδῳ ὁ σπουδαιότερος κατὰ λόγον καὶ σοφίαν μετὰ τὸν Ἀλεξανδρείας Κύριλλον, μεθ᾿ οὗ συνεδέετο στενώτατα, καὶ πολλάκις ἔλαβε τὸν λόγον, ὡς καταφαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς συνόδου· εἶχε δὲ δίκαιον ὁ μέγας Εὐθύμιος νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ἐπίσκοπον Πέτρον τῶν Σαρακηνῶν «κατὰ πάντα τρόπον ἀκολουθῆσαι (ἐν τῇ συνάδῳ) Κυρίλλῳ... καὶ Ἀκακιωτῆς Μελιτηνῆς ἐπισκόπῳ, ὀρθοδόξοις οὖσι καὶ κατὰ τῆς ἀσεβείας ἀγωνιζομένοις»· ἀμφότεροι ὡς στῦλοι τῆς συνόδου εἶχον μέγα κῦρος καὶ εἰς τούτους κυρίως ὀφείλεται ἡ καταδίκη τοῦ Νεστορίου. Ὁ Ἀκάκιος ὑπῆρξε καὶ θαυματουργὸς ἐν τῷ βίῳ, πολλὰ δὲ αὐτοῦ θαύματα διηγοῦνται οἱ χριστιανοὶ τῆς Μελιτηνῆς. Οὕτως πολλὰ ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μοχθήσας καὶ ἐν πάσῃ ἀρετῇ διαπρέψας, πρὸς Κύριον ἐν εἰρήνῃ ἐξεδήμησεν».

 
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Ὁμολογητὴς ἐπίσκοπος Χαλκηδόνας

Ἀπὸ παιδὶ ποτίστηκε μὲ τὰ νάματα τῆς εὐσέβειας, καὶ ἀπὸ λαϊκὸς ἀκόμα διακρίθηκε γιὰ τὸ ζῆλο του πρὸς τὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ μανία τῶν εἰκονομάχων ἦταν τότε στὴν ἀκμή της, καὶ ἡ Ἐκκλησία βρισκόταν σὲ ἀκατάπαυστο σάλο. Ἀκόμα καὶ μεταξὺ αὐτῆς τῆς Ἱεραρχίας βρισκόταν ἐπίσκοποι, ποὺ ἤθελαν νὰ ἀρέσουν στοὺς διῶκτες τῶν εἰκόνων αὐτοκράτορες καὶ συμμετεῖχαν καὶ αὐτοὶ στὸν ἀνόητο καὶ ἀνίερο πόλεμο.

Ὁ Κοσμᾶς, ἀπὸ τὸν πόθο νὰ συμμετάσχει ἐπισημότερα καὶ ἀποτελεσματικότερα στοὺς ὀρθοδόξους ἀγῶνες, δέχτηκε νὰ γίνει ἱερέας, καὶ κατόπιν νὰ ἀνεβεῖ στὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου Χαλκηδόνας. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτή, ὕψωσε τὴν φωνή του ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ἔλαμψε μεταξὺ τῶν προμάχων αὐτῶν.

Αὐτοκρατορικὲς ἀπειλές, διωγμοί, φυλακίσεις καὶ ἐξορίες δὲν μπόρεσαν νὰ ἐλαττώσουν τὸ θάῤῥος του, καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσουν ἀπὸ τὸν ἀθλητικό του δρόμο. Οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ παθήματά του, τὸν ἀνέδειξαν μεταξὺ τῶν ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας.

 
Ἡ Ὁσία Ἀθανασία ἡ Θαυματουργός

 


Γεννήθηκε στὴν Αἴγινα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εἶχε μεγάλη κλήση στὰ θεῖα. Παρὰ τὴν θέλησή της παντρεύτηκε καὶ μετὰ λίγες ἡμέρες ἀπὸ τὸν γάμο της ὁ ἄντρας της σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, σὲ κάποια ἐπιδρομή τους στὸ νησί.

Τότε θεώρησε κατάλληλη τὴν εὐκαιρία, ἀφοῦ ἔμεινε χήρα, νὰ ἐκπληρώσει τὸν ἱερὸ πόθο της, τὸν ὁποῖο εἶχε στὴ μοναχικὴ ζωή.

Δυστυχῶς ὅμως, ἔφτασε στὸ νησὶ διάταγμα ποὺ ὑποχρέωνε ὅλες τὶς ἄγαμες καὶ τὶς χῆρες νὰ παντρευτοῦν μὲ εἰδωλολάτρες. Ἔτσι ἔκανε δεύτερο γάμο. Ἀλλὰ εὐτυχῶς ἔπεισε τὸν σύζυγό της νὰ καρεῖ μοναχός με τὸ ὄνομα Ματθαῖος καὶ αὐτὴ ἀφοῦ διαμοίρασε ὅλη τὴν περιουσία της στοὺς φτωχούς, πῆρε μερικὲς ἄλλες γυναῖκες καὶ κατέφυγε σὲ κάποιο ἀσκητήριο, ὅπου ἡ ζωή της ἦταν αὐστηρὰ ἀσκητικὴ μὲ νηστεία καὶ προσευχή.

Ἀργότερα ἔγινε ἡγουμένη τῆς ἀδελφότητας αὐτῆς, ἀλλὰ ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ σ᾿ ἄλλο πιὸ ἥσυχο τόπο (ἄγνωστο πού), ὅπου ἀγωνιζόταν μὲ τὶς συνασκήτριές της, τρεφόμενη μὲ τὰ ἐργόχειρά της. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὸ Βυζάντιο, ὅπου ἀσκήθηκε γιὰ ἑπτὰ χρόνια καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε στὸν τόπο τῆς ἡσυχίας της, γιὰ νὰ ἀποβιώσει ἐκεῖ εἰρηνικά.

 
Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργὸς καὶ στοὺς ἀσκητὲς φημισμένος

Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ τὰ Μηναῖα. Συναντᾶται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye, ἀλλὰ χωρὶς βιογραφικὰ στοιχεῖα. Στὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα 70 φ. 1526, ὑπάρχουν βιογραφικά του στοιχεῖα καὶ τὰ παραθέτουμε ἀκριβῶς.

«Οὗτος ὁ Ὅσιος καὶ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν, ἐκ βρέφους ποθήσας τὴν ἀσκητικὴν ἀγωγὴν καὶ πολλὰ βιασθεὶς παρὰ τῶν γονέων αὐτοῦ τοῦ λαβεῖν γυναῖκα, ἀπεσκίρτησε τῇ βουλῇ καὶ θελήσει τῶν αὐτοῦ γεννητόρων καὶ ἀπελθῶν κείρεται ἐν μοναστηρίῳ· καὶ πρῶτον, ἐκπαιδεύεται τὴν μικροτέραν διαγωγὴν ἣν κέκτηνται οἱ κατὰ Θεὸν πολιτευόμενοι· τὴν μαγειρείου, τὴν φύλαξιν τοῦ πυλῶνος, καὶ ἁπλῶς πάσας τὰς διακονίας διῆλθεν ἐκδουλεύων πάντας τοὺς ἀδελφοὺς καὶ θερμοδοτῶν αὐτούς.

Ὡς δὲ ἔγνωσαν οἱ τῆς μονῆς τὴν ἀρετὴν αὐτοῦ, μὴ δυνάμενοι ὁμοιάσαι τὴν ἐκείνου ἄκραν πολιτείαν, ἐβουλεύσαντο ποιῆσαι ἡγούμενον καὶ προεστώτα καὶ ἄρχειν πάντας· ὁ δὲ τοῦτο γνοὺς καὶ μὴ θέλων τὴν τῶν ἀνθρώπων πρόσκαιρον δόξαν καὶ ματαιότητα τοῦ βίου λάθρα τῆς μονῆς ἔξεισι καί, ἀπελθῶν ἔν τινι ἡσυχαστικῷ τόπῳ τῆς ἐρήμου, κατώκησεν ἐκεῖσε πᾶσαν ἀρετὴν ἐνδειξάμενος καὶ ἄκρον καταστάσεως, ἐξ οὗ καὶ θαυματουργὸς ὠνομάσθη διὰ τῶν ἀπείρων θαυμάσιων ὢν ἔνεδειξατο· νεκροὺς ἐγεῖραι οὐκ ἔπαυσατο, τυφλοῖς τὸ βλέπειν ἐχαρίσατο, συγκυπτοῦσαις ἀνόρθωσιν, ξηροχείρων ἴασιν καὶ ἁπλῶς πᾶσαν νόσον καὶ μαλακίαν ἰώμενος· καὶ οὕτως ὁσίως καὶ θεαρέστως ἐν πάσῃ σεμνῇ πολιτείᾳ βιώσας καὶ εἰς βαθὺ γῆρας ἐλάσας πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν».

 
Ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος ὁ Στουδίτης

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Μαυρικίου.

Ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Delehaye τὸν ἀγνοοῦν. Κατὰ τὴν 8η Ἰουνίου ὁ Νικόδημος ἀναφέρει τὴν μνήμη κάποιου ὁσίου Ναυκρατίου, χωρὶς βιογραφικὸ ὑπόμνημα. Μόνο σὲ ὑποσημείωση, ἐκφράζει τὴν γνώμη ὅτι εἶναι ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ Γρηγορίου Νύσσης.

Ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Μαυρίκιο μαθαίνουμε, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Ὅσιος, εἶναι ὁ γνωστὸς περιφανὴς μοναχός, ποὺ ὑπέστη πολλοὺς διωγμοὺς καὶ ἐξορίες γιὰ τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονομαχίας. Κατὰ τὴν πατριαρχεία τοῦ Ἱεροῦ Ἰγνατίου, ἔκανε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Στουδίου (842).

Πέθανε καὶ τάφηκε σὰν Ὁμολογητὴς (847) στὴ Μονὴ Στουδίου, ὅπου γινόταν καὶ ἡ Σύναξή του.

 
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κύριλλος ὁ ΣΤ´

Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἀπαγχονίστηκε στὴν Ἀδριανούπολη τὸ 1821 (προστάτης δὲ τώρα τοῦ Πυθίου).

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ῥάπτης ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα

Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Τέροβο τῶν Ἰωαννίνων ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἐγκαταστάθηκε στὰ Ἰωάννινα καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ῥάπτη. Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ Πατριάρχου Ἱερεμίου Α´ (1525-1545) καὶ ἐπὶ Σουλτάνου Σουλεϊμὰν Β´ (1520-1560).

Ἐπειδὴ ἦταν προικισμένος μὲ σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀρετές, κίνησε τὸν φθόνο μερικῶν Τούρκων, ποὺ τὸν πίεζαν νὰ γίνει μουσουλμάνος. Ὁ Ἰωάννης ἀπέῤῥιψε ἀμέσως τὶς δελεαστικὲς προτάσεις τῶν Τούρκων καὶ ὄχι μόνο, ἀλλὰ ἀποφάσισε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό.

Δυὸ φορὲς ἀποπειράθηκε νὰ ἐκπληρώσει αὐτήν του τὴν ἐπιθυμία, ἀλλὰ τὸν ἀπέτρεψε ὁ πνευματικός του. Τὴν τρίτη φορὰ ὅμως, Μ. Παρασκευή, εἶπε πὼς εἶδε σὲ ὅραμα νὰ χορεύει μέσα στὶς φλόγες καὶ ἔτσι πέτυχε τὴν ποθούμενη εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του.

Ὅταν πῆγε στὸ ἐργαστήριό του, εἶδε νὰ ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι ποὺ τὸν προέτρεπαν νὰ γίνει μουσουλμάνος. Αὐτὴ τὴν φορὰ ὅμως τὸν συκοφαντοῦσαν ὅτι δῆθεν, ὅταν ἦταν στὰ Τρίκαλα, ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ὁ νεομάρτυρας τοὺς ἀπάντησε ὅτι αὐτὸ δὲν ἔγινε ποτέ, ἀλλὰ καὶ οὔτε πρόκειται νὰ γίνει στὸ μέλλον.

Συγχρόνως δὲ μὲ τὰ λόγια του, περιφρόνησε τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Οἱ Τοῦρκοι θυμωμένοι ὅρμησαν, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή. Ὁμολόγησε καὶ ἐκεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό, βασανίστηκε καὶ ῥίχτηκε στὴ φυλακή. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπέμενε στὴν ὁμολογία του, καταδικάστηκε νὰ καεῖ ζωντανός.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατόρθωσε μὲ πολλὰ χρήματα νὰ ἀναβάλει γιὰ λίγο τὴν ἐκτέλεσή του, ἀλλὰ ὅταν ὁ Ἰωάννης ῥωτήθηκε καὶ πάλι ἂν ἀρνεῖται τὸν Χριστό, ἀπάντησε μὲ θάῤῥος ὅτι ποτὲ δὲν θὰ τὸν ἀρνηθεῖ καὶ ἔψαλε μπροστὰ στοὺς Τούρκους τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».

Τελικὰ οἱ Τοῦρκοι ἄναψαν φωτιὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, μέσα στὴν ὁποία μόνος του ἀναπήδησε ὁ Ἰωάννης, ψάλλοντας. Ὁρισμένοι ὅμως Χριστιανοί, γιὰ νὰ ἀπαλλάξουν τὸν νεομάρτυρα ἀπὸ τοὺς φρικτοὺς πόνους τῆς φωτιᾶς, πλήρωσαν τοὺς δήμιους καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 18 Ἀπριλίου 1526.

Τὰ διασωθέντα λείψανά του ἀγοράστηκαν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ διαφυλάχθηκαν στὸν Πατριαρχικὸ ναό. Ὁ νεομάρτυρας αὐτός, ἔγινε πασίγνωστος γιὰ τὰ θαύματά του σ᾿ ὁλόκληρο τὸ γένος.

Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, συνέγραψε ὁ ἐπιφανὴς λόγιος ἱερέας Νικόλαος Μαλαξὸς Πρωτοπαπᾶς Ναυπλίου (+1594).

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κουλικᾶς

Βλέπε βιογραφία του τὴν 8η Ἀπριλίου. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται καὶ ἐδῶ, διότι πιθανῶς νὰ συγχέεται μ᾿ αὐτὴ τοῦ πιὸ πάνω Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ ῥάπτη.

 
Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος Καρελιᾶς (Φινλανδός)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωμένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997.
 

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ως ποιμένας Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος μόναζε στό Άγιον Όρος, ύστερα από πρόσκληση τών Χριστιανών τής Θεσσαλονίκης υπερμάχησε στήν αντίκρουση τού αντιησυχασμού τόν οποίο δίδασκε ο Βαρλαάμ. Μέ τήν Σύνοδο τού 1341 καταδικάσθηκε ο Βαρλαάμ καί η διδασκαλία του.
Η εκλογή τού αγίου Γρηγορίου σέ Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης έγινε στήν Σύνοδο τού 1347, η οποία κατaδίκασε τήν συνέχιση τής αντιησυχαστικής διδασκαλίας. Ήδη ο άγιος Γρηγόριος είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος στήν Εκκλησία καί κλήθηκε νά ποιμάνη τούς Θεσσαλονικείς, εκεί όπου ξέσπασε η αντιησυχαστική αίρεση.
Μετά τήν εκλογή του, πήγε στήν Θεσσαλονίκη, αρχές τού Σεπτεμβρίου τού έτους 1347, γιά νά αναλάβη τήν διαποίμανση τού ποιμνίου του σέ μιά τραγική περίοδο, αφού η πόλη κυβερνιόταν από τήν ηγεσία τών Ζηλωτών καί υπήρχε μεγάλη κοινωνική αναταραχή.
Οι Ζηλωτές τής Θεσσαλονίκης ήταν ένα καινούριο στοιχείο, ξένο πρός τίς παραδοσιακές δομές τής πόλεως, εμπνέονταν από αγάπη πρός τήν Δύση καί εξελίχθηκαν σέ ένα κόμμα πού αποτελείτο, κυρίως, από τούς πρόσφυγες καί τούς πτωχούς τής πόλεως, μέ μεταρρυθμιστικές καί αντιμοναχικές-αντιησυχαστικές αρχές, ενώ είχαν διατηρήσει τήν απέχθεια πρός τήν ιδιοκτησία. Είχαν ενεργήσει βίαια καί κατέλαβαν τήν διοίκηση τής πόλεως τό έτος 1345 καί παρέμειναν στήν εξουσία μέχρι τό έτος 1350. Οι Ζηλωτές τής Θεσσαλονίκης πού διοικούσαν τήν πόλη –όχι ο λαός– δέν δέχθηκαν τόν άγιο Γρηγόριο ως Μητροπολίτη, όταν πήγε νά ενθρονισθή τό έτος 1347.
Ο άγιος Γρηγόριος δέν επέμεινε νά παραμείνη στήν Θεσσαλονίκη, αλλά κατέφυγε στό Άγιον Όρος. Δέν θέλησε νά δημιουργήση έριδες καί διαιρέσεις στό ποίμνιό του. Συγχρόνως, αρνήθηκε τίς προτάσεις τού αρχηγού τών Σέρβων Στεφάνου Δουσάν νά τόν υποστηρίξη μέ άλλους απώτερους σκοπούς.
Ο άγιος Γρηγόριος έκανε καί μιά δεύτερη προσπάθεια νά εισέλθη στήν Θεσσαλονίκη, αφού προηγουμένως είχε επισκεφθή τήν Κωνσταντινούπολη. Αυτό πρέπει νά έγινε τό φθινόπωρο τού 1348. Τόν παρακίνησαν τόσο ο Πατριάρχης Ισίδωρος όσο καί οι Βασιλείς, οι οποίοι, βέβαια, τότε είχαν συμφιλιωθή μεταξύ τους. Δυστυχώς, καί πάλι δέν κατόρθωσε νά αναλάβη τήν ποιμαντική διακονία τού λαού. Αυτό έγινε γιατί οι ηγέτες τών Ζηλωτών ζητούσαν από τούς Βασιλείς μεγάλα καί υπεράνω τής τάξεώς τους «έπαθλα τής αταξίας καί τής στάσεως».
Η ενθρόνιση τού αγίου Γρηγορίου στήν Θεσσαλονίκη έγινε τόν Δεκέμβριο τού 1350, μετά τήν εκδίωξη τών Ζηλωτών καί τήν ελευθέρωση τής πόλεως από τήν κατοχή τους, δηλαδή τρία χρόνια μετά τήν εκλογή του καί αφού απέτυχε δύο φορές νά αναλάβη τά ποιμαντικά του καθήκοντα. Ο τρόπος μέ τόν οποίον άσκησε τήν ποιμαντική του διακονία φαίνεται σέ τρία σημεία.
Τό πρώτο αναφέρεται στό γεγονός τής ενθρονίσεώς του. Είναι σημαντικά τά όσα λέγει ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιά τούς στασιαστές, τήν απομάκρυνσή τους, αλλά καί γιά τήν άνοδο τού αγίου Γρηγορίου στόν Μητροπολιτικό θρόνο τής Θεσσαλονίκης. Κατ’ αρχάς λέγει ότι ήταν ελάχιστοι εκείνοι πού δέν δέχθηκαν τόν άγιο Γρηγόριο κατά τήν πρώτη είσοδό του στήν Θεσσαλονίκη καί αυτοί ήταν πονηροί, φθορείς καί ανάξιοι. Στήν συνέχεια λέγει ότι η ίδια η πόλη εξεγέρθηκε εναντίον τους καί άλλους μέν από αυτούς τούς «κακούργους καί μιαρούς» τούς εξωθεί καί αποβάλλει καί άλλους τούς σωφρονίζει καί αναστέλλει από τήν κάκιστη ορμή καί τίς μοχθηρές πράξεις μέ τά κατάλληλα θεραπευτικά φάρμακα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί είναι ενδεικτικοί τής νοοτροπίας καί τού έργου τών Ζηλωτών.
Η υποδοχή τήν οποία επεφύλαξε ο λαός στόν άγιο Γρηγόριο ήταν μεγαλειώδης καί δέν μπορεί νά παραβληθή καθόλου «βασιλικοίς επινικίοις καί θριάμβοις καί πομπαίς εισοδίοις». Ενεδύθη ποδήρη χιτώνα καί τήν ιερή στολή γιά νά εισέλθη στήν Θεσσαλονίκη. Η ποιμαντική δράση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά άρχισε αμέσως μέ τήν τελετή τής ενθρόνισής του. Ο τρόπος μέ τόν οποίον ενήργησε δείχνει ότι συμπεριφερόταν ως Πνευματικός Πατέρας.
Στά πρόθυρα τής πόλεως απηύθυνε ευχή στόν Χριστό. Ήταν μιά προσευχή μετανοίας γιά όσα προηγήθηκαν στήν πόλη τής Θεσσαλονίκης, προσευχή εκζητήσεως τού ελέους τού Θεού καί ειρηνεύσεως τού λαού. Τό περιεχόμενο τής προσευχής δείχνει αφ’ ενός μέν τήν τραγική κατάσταση τής πόλεως, πού προηγήθηκε, αφ’ ετέρου δέ τήν πνευματική προσωπικότητα τού αγίου Γρηγορίου. Ο άγιος Γρηγόριος συμπεριφέρεται ως μεγάλος Πνευματικός ηγέτης.
Διερχόμενος τήν πόλη γιά νά ενθρονισθή, όλοι οι ψάλτες έψαλαν ύμνους αναστασίμους, ωσάν νά έβλεπαν τόν αναστάντα Χριστό. Έψαλαν: «Καθαρθώμεν τάς αισθήσεις, καί οψόμεθα τώ απροσίτω φωτί τής αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα».
Τό δεύτερο σημείο είναι τό πώς άρχισε τήν ποιμαντική του διακονία καί αυτό δείχνει τίς ορθές βάσεις τού ποιμαντικού του έργου. Τήν τρίτη ημέρα από τήν είσοδό του στήν πόλη όρισε πάνδημη πομπή καί λιτανεία μέ ιερές εικόνες, ψαλμωδίες καί ευχές. Στήν λιτανεία αυτή παρευρέθηκαν όλοι οι κάτοικοι τής Θεσσαλονίκης. Διήλθε τό μεγαλύτερο μέρος τής πόλεως «ευχόμενος, ευλογών, υπέρ τών παρελθόντων ευχαριστών, υπέρ τών μελλόντων δεόμενος». Στό τέλος δέ τής λιτανείας ομίλησε στόν λαό γιά τήν ειρήνη καί τήν ομόνοια. Ο πρώτος αυτός λόγος τού μεγάλου Ιεράρχου είναι υπόδειγμα λόγου καί ειρηνευτικής αποστολής καί δείχνει πώς αισθανόταν ως Επίσκοπος.
Στήν αρχή τού λόγου θέτει τίς αληθινές θεολογικές προϋποθέσεις τής κοινωνίας. Ομιλεί γιά τόν κοινό Πατέρα καί γιά τήν εν Χριστώ αδελφότητα. Μάς δημιούργησε ο Θεός, καί είμαστε αδελφοί, λόγω τού ?Αδάμ, τού κοινού γενάρχου. Επίσης, η αδελφότητα είναι ισχυρότερη, λόγω τής ομογένειας καί τής κοινής μητέρας, δηλαδή τής Εκκλησίας. Οι Χριστιανοί είναι ένα σώμα, έχουν κεφαλή τόν Χριστό. Βαπτίσθηκαν σέ ένα Βάπτισμα, έχουν μία πίστη, μία ελπίδα, έναν Θεό. Έτσι, πρέπει νά είναι στενά συνδεδεμένοι μέ τήν αγάπη.
Στήν συνέχεια αναφέρεται στά συγκεκριμένα γεγονότα πού τάραξαν τήν Θεσσαλονίκη. Ενώ έπρεπε νά είχαν αγάπη, εν τούτοις εισήλθε μέ τήν συνέργεια τού πονηρού τό μίσος. Έτσι, μέ αυθεντικό τρόπο ο άγιος Γρηγόριος περιγράφει τήν κατάσταση πού επικρατούσε κατά τήν κατοχή τής πόλεως από τούς Ζηλωτές. Οι πληροφορίες είναι αξιόλογες.
Γράφει ότι τό μίσος πού εισήλθε διέσπασε τήν κοινωνία καί τήν ενότητα μέ τόν Θεό καί τούς αδελφούς, έκανε τήν πόλη παράλυτη, δημιούργησε εχθρικές μερίδες, συγχύσεις, ταραχές, δίνοντας τήν εικόνα ότι η πόλη κυριεύθηκε από εχθρούς. Οι κάτοικοι τής πόλεως έτρεχαν σέ όλη τήν πόλη, άλλοι καταστρέφοντας τά σπίτια, άλλοι αρπάζοντας τά ευρισκόμενα σέ αυτά καί μέ μεγάλη μανία αναζητούσαν τούς οικοδεσπότες γιά νά τούς φονεύσουν «ανηλεώς τε καί απανθρώπως». Ως πραγματικός ποιμήν καί αληθινός ιατρός παρουσίασε τό πάθος, τήν πληγή τής πόλεως.
Δέν αρκείται, όμως, μόνον σέ αυτό, αλλά προχωρεί καί στήν θεραπεία. Ο ιατρός δέν αρκείται στήν αποκάλυψη τής πληγής, αλλά καί θεραπεύει. Τό ίδιο κάνει καί ο άγιος μέ τόν θεραπευτικό καί ειρηνευτικό του λόγο. Τονίζει ότι δέν επιδιώκει νά τούς ονειδίση, αλλά, αφού γνωρίσουν τήν νόσο, στήν συνέχεια πρέπει νά τήν θεραπεύσουν. Τούς προτείνει νά αναζητήσουν τήν αιτία από τήν οποία έπεσαν, νά ζητήσουν τήν θεραπεία καί νά τήν διαφυλάξουν. Η αιτία τού μίσους καί τών ταραχών είναι η αμαρτία. Ο άγιος Γρηγόριος γνωρίζει ότι η πρόθεση τών επαναστατών δέν ήταν απλώς οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις καί μεταβολές, αλλά η αμαρτία. Όλα αυτά υποκινούνται από τόν διάβολο. Αναλύει πολύ παραστατικά ότι η αμαρτία είναι η αιτία τής στάσεως αυτής. Οι λόγοι αυτοί τού αγίου Γρηγορίου δείχνουν τόν τρόπο μέ τόν οποίο, εργάσθηκε ποιμαντικά στήν Θεσσαλονίκη.
Ο άγιος Γρηγόριος δέν είναι ένας ξηρός κοινωνιολόγος, αλλά πραγματικός πατέρας καί ποιμένας, δηλαδή ιατρός τών νοσούντων ανθρώπων, αφού προσπαθεί νά τούς θεραπεύση. Συγκρίνοντας τήν περίπτωση τών κατοίκων τής Θεσσαλονίκης μέ τόν παραλυτικό τού Ευαγγελίου, πού καθόταν στήν Κολυμβήθρα τού Σιλωάμ, λέγει ότι υπάρχουν δύο ομοιότητες. Όπως ο παραλυτικός παρέμεινε στήν Κολυμβήθρα χωρίς νά απομακρύνεται, έτσι καί αυτοί δέν έφυγαν τελείως από τήν Εκκλησία. Καί όπως εκείνος δέν είχε άνθρωπο νά τόν βοηθήση, έτσι καί αυτοί δέν είχαν ποιμένα τόσον καιρό γιά νά τούς ειρηνεύση.
Μετά προχωρεί στίς παραινέσεις καί τίς προτροπές. Δέν είχαν ποιμένα, τώρα όμως έχουν. Αυτός θά τούς παρηγορήση καί θά τούς θεραπεύση. Τούς συνιστά συμφιλίωση μέ τόν Θεό, επίγνωση τής συγγένειας πού έχουν μεταξύ τους, ανάμνηση τών παλαιών ημερών τής ειρήνης. Τούς προτρέπει νά μή σκέπτωνται τό κακό, ούτε νά ανταποδώσουν τό κακό, αλλά νά νικήσουν τό κακό μέ τό αγαθό. Νά ενστερνισθούν τήν αγάπη, νά κάνουν υπακοή στόν ευαγγελισμό τής ειρήνης καί μάλιστα νά συνεργασθούν μαζί του στό θέμα τής ειρηνεύσεως. Η διακονία του ως Ποιμένος είναι διακονία αγάπης καί ειρήνης. Είναι υπηρέτης αυτής τής διακονίας. Πρέπει νά είναι συμφιλιωμένοι καί ομονοούντες, έχοντες στό μέσον τόν Χριστό.
Όπως φαίνεται από τήν πρώτη εκείνη ομιλία τού αγίου Γρηγορίου, αφ’ ενός μέν προσδιορίζεται η νόσος καί η θεραπεία τών στασιαστών καί ολοκλήρου τής πόλεως, αφ’ ετέρου δέ προτρέπονται οι αδικηθέντες νά μήν ανταποδώσουν τό κακό, αλλά νά ειρηνεύσουν καί νά αγαπήσουν τούς εχθρους τους. Μέσα στά πλαίσια αυτά κρύπτεται όλο τό ειρηνευτικό έργο τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά στήν Θεσσαλονίκη. Μετά από μεγάλες ανωμαλίες απαιτείται αυτοσυγκράτηση καί ισχυρή προσωπικότητα γιά νά θεραπεύση τήν οργή τού λαού.
Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος διασώζει τήν πληροφορία ότι μετά τήν ομιλία εκείνη έκανε φίλους καί αυτούς ακόμη τούς υβριστές του καί τούς προηγουμένους εχθρούς καί στασιαστές. Όχι μόνον τούς έκανε φίλους, αλλά καί δούλους, μέ τήν έννοια ότι έπεσαν στά πόδια του, τά ασπάζονταν, εξομολογούνταν τά αμαρτήματα πού έπραξαν καί ζητούσαν συγγνώμη. Ο άγιος όχι μόνον τούς συγχώρησε, αλλά έκανε καί κάτι μεγαλύτερο, τούς ενέγραψε στούς φίλους του καί τούς ευεργετούσε μέ λόγια καί ενέργειες. Έκανε καί σύναξη ιερέων, στούς οποίους υπενθύμισε τά καθήκοντά τους. Καί μέ όλους αυτούς τούς τρόπους ο άγιος Γρηγόριος έφερε τήν ειρήνη καί θεράπευε τούς Χριστιανούς.
Τό τρίτο σημείο πού δείχνει τόν τρόπο τής ποιμαντικής του διακονίας φαίνεται στό περιεχόμενο τών ομιλιών του πού διασώθηκαν.
Παρέμεινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης μέχρι τήν κοίμησή του πού συνέβη τήν 14η Νοεμβρίου τού έτους 1359, δηλαδή υπήρξε Μητροπολίτης γιά δώδεκα χρόνια (1347-1359), αλλά σχεδόν τά μισά από αυτά παρέμεινε στόν αρχιερατικό του θρόνο. Ήδη είδαμε ότι ενθρονίσθηκε τρία χρόνια μετά τήν εκλογή του, καθώς επίσης ένα χρόνο πέρασε αιχμάλωτος στούς Οθωμανούς.
Όταν διαβάζη κανείς τίς ομιλίες αυτές παρατηρεί ότι ομιλούσε ως θεολόγος, ησυχαστής καί Πνευματικός Πατέρας πού αντιμετώπιζε τά προβλήματα τού λαού, ακόμη καί τά κοινωνικά, μέσα από τήν θεολογική προοπτική τής Εκκλησίας. Όλη τήν θεολογία, τήν οποία ανέπτυξε προηγουμένως εναντίον τού Βαρλαάμ καί τών διαδόχων του, τήν πέρασε μέ ανάλογη προσαρμογή στό ποίμνιό του στήν Θεσσαλονίκη. Στά κηρύγματά του συνδέει στενά τήν θεοπτική θεολογία μέ τήν ησυχαστική παράδοση, τά Μυστήρια τής Εκκλησίας μέ τήν άσκηση, τήν λειτουργική ζωή μέ τήν φιλανθρωπία.
Έτσι, βλέπουμε θαυμάσιες αναλύσεις γιά τόν σκοπό τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού, γιά τήν θέα-θεωρία τού ακτίστου Φωτός, γιά τήν βίωση τού μυστηρίου τού Σταυρού καί τής Αναστάσεως τού Χριστού, γιά τήν εκκλησιαστική ζωή, γιά τήν αξία καί σημασία τών αγίων τής Εκκλησίας, ιδίως τού πολιούχου τής Θεσσαλονίκης αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τού Μυροβλύτου, γιά τήν αγάπη πρός τούς πτωχούς κλπ.
Γενικά, από τίς ομιλίες αυτές καταλαβαίνουμε πώς γίνεται μιά εκκλησιαστική, ποιμαντική διακονία από έναν μεγάλο Πατέρα τής Εκκλησίας, έναν θεολόγο καί ησυχαστή. Ακόμη καί η κοινωνική του διδασκαλία είναι απόρροια τής εκκλησιαστικής ζωής, τής φιλοθεΐας καί τής φιλανθρωπίας.
Ο τρόπος τής ποιμαντικής του διακονίας φαίνεται καί σέ μιά επιστολή πού έστειλε στό ποίμνιό του, τήν οποία έγραψε κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του στούς Οθωμανούς καί στήν οποία ενημερώνει τούς Χριστιανούς γιά όσα συνέβησαν κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του, πού δείχνει τήν στενή επικοινωνία πού είχε μαζί τους. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο επίλογος τής επιστολής, γιατί δείχνει πώς εργαζόταν στό ποίμνιό του, πώς εξασκούσε τήν ποιμαντική του διακονία.
Γράφει ότι, όπως διδάσκει τούς Θεσσαλονικείς τήν οδό τής σωτηρίας μέ θυσία καί παρρησία, έτσι τό κάνει καί κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του. Οι Θεσσαλονικείς δέν πρέπει νά ξεχνούν ότι έχουν ζωντανό καί αληθινό Θεό πού μαρτυρείται από τούς αγίους, αλλά καί αυτοί πρέπει νά έχουν ζωντανή καί αληθινή πίστη, γιατί η πίστη πού δέν μαρτυρείται από τά έργα είναι νεκρή. Είναι αδύνατον κάποιος άπιστος νά εμπιστευθή τόν Χριστιανό, όταν, ενώ πιστεύη στόν Χριστό πού γεννήθηκε από παρθένο Πατέρα αχρόνως καί από παρθένο Μητέρα εν χρόνω, εν τούτοις όμως δέν ασκή τήν παρθενία (ο μοναχός) καί τήν σωφροσύνη (ο έγγαμος), αλλά ζή τήν ακολασία. Δέν μπορεί κανείς νά γίνη κατά Χάρη υιός τού Θεού, όταν δέν κάνη ό,τι έκανε καί ο Ίδιος ο Χριστός. Στό τέλος προτρέπει τούς Χριστιανούς νά κάνουν αυτοί τήν αρχή καί ο Θεός θά βοηθήση. Γιά νά σωθή ο άνθρωπος πρέπει νά απομακρυνθή από τήν κακία, νά αποκτήση τήν αρετή, νά αναλάβη τά έργα τής μετανοίας, καί νά προσμένη τήν βοήθεια τού Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος οδηγείται στήν πρόσκτηση τών θεϊκών αρετών «διά τής τού θείου πνεύματος ενοικήσεως» καί θεοποιείται.
Επομένως, η προσευχή καί η ομιλία πού έκανε ο άγιος Γρηγόριος κατά τήν είσοδό του στήν Θεσσαλονίκη καί τήν ανάληψη τών επισκοπικών του καθηκόντων, οι ομιλίες στό ποίμνιό του, καί η επιστολή πού έστειλε στήν Εκκλησία του από τόν χώρο τής αιχμαλωσίας του φανερώνουν τό πώς ενεργούσε ως Ποιμένας.
Ο άγιος Γρηγόριος ήταν μεγάλος ησυχαστής Πατέρας, αλλά καί ένας μεγάλος ποιμένας πού καθοδηγούσε ορθόδοξα τό ποίμνιό του. Στήν περίπτωσή του φαίνεται ευδιάκριτα πώς ένας ησυχαστής μπορεί νά ποιμαίνη τούς ανθρώπους, πώς ένας ποιμένας ορθοτομεί τόν λόγο τής αληθείας μέ τήν βίωση τού αληθινού ησυχαστού καί πώς πρέπει νά θεολογή καί νά ποιμαίνη ένας Επίσκοπος.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση Μάρτιος 2013

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...