Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Μαΐου 16, 2013

Η πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας


Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης
1404 μ.Χ. Γεννιέται στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος από τον Μανουήλ Παλαιολόγο και την Ειρήνη Δράγαζη
1430 μ.Χ. 29 Μαρτίου. Άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους!
1437 μ.Χ. 27 Νοεμβρίου. Ο βασιλιάς Ιωάννης Παλαιολόγος – αδερφός του Κωνσταντίνου – πηγαίνει στην Ιταλία για να ζητήσει βοήθεια για τον Τουρκικό Κίνδυνο. Στη θέση του στην Πόλη, μένει ο Κωνσταντίνος.
1439 μ.Χ. 6 Ιουλίου. “Άλωση της Ορθοδοξίας” επιχειρείται στην Ιταλία, αφού “υπογράφεται” στη Φλωρεντία η “Ψευδοένωση των εκκλησιών”, από τον αδελφό του Κωνσταντίνου, βασιλέα Ιωάννη Παλαιολόγο… Αρνήθηκε τότε να υπογράψει ο μέγας Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός Επίσκοπος Εφέσσου, έχων το αξίωμα του Εξάρχου της Συνόδου και Τοποτηρητού των Ανατολικών Πατριαρχών και ο αδερφός του Ιωάννης, Διάκονος και Αρχιφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας, ο Επίσκοπος Σταυρουπόλεως Ησαΐας και ο Ιβηρίας που απείχε επίτηδες. Ο πιστός ορθόδοξος λαός εξοργίζεται δίκαια και χάνει κάθε εμπιστοσύνη στους βασιλείς του… Ο δε Πάπας μαθαίνοντας ότι ο Άγιος Μάρκος δεν υπέγραψε, είπε “λοιπόν τίποτα δεν εκάναμε”! Ο Πάπας θέλησε την καθαίρεση μάλιστα του Μάρκου, τον προστάτεψε όμως ο βασιλέας Ιωάννης, ο οποίος φαίνεται πως στο βάθος αναγνώριζε το πνευματικό και ηθικό ανάστημα του αγίου πατρός.
Για να φανερωθεί όλο το μεγαλείο και η Αλήθεια της Ορθοδοξίας, σημειώνουμε ότι ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν υπέγραψε – αν και παρών – διότι καθώς πλησίαζε η στιγμή που ετοιμαζόταν να βάλει την βαρύνουσα υπογραφή του και ενώ έτρωγε, πέθανε αιφνιδίως στις 10 Ιουνίου 1439!!! Έτσι δεν μπήκε υπογραφή του Οικουμενικού Πατριάρχη…αλλά μόνο του βασιλιά…
Σημειώνουμε επίσης, ότι ο άλλος αδελφός του βασιλιά Ιωάννη και του Κωνσταντίνου, ο Δημήτριος Παλαιολόγος, έφυγε από τη Φλωρεντία και πήγε στη Βενετία για να μην υπογράψει, έχοντας μαζί του τον Γεώργιο Σχολάριο, τον μετέπειτα Πατριάρχη δηλαδή Γεννάδιο, τον οποίο είχε επαναφέρει στην ευσέβεια ο Άγιος Μάρκος.
1443 μ.Χ. Σύνοδος των Ορθοδόξων Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων στα Ιεροσόλυμα, που καταδικάζει την Ψευδοένωση και τη σύνοδο της Φλωρεντίας, καθώς και όλους τους Λατινόφρονες (Γκραικολατίνους) συμπεριλαμβανομένου του Αυτοκράτορα Ιωάννη και του νεοορισθέντος Λατινόφρονα τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη τον οποίο καθαίρεσε.
Επίσης και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας αναθεμάτισε την εν Φλωρεντία Σύνοδο, τον δε Ρώσο Μητροπολίτη Ισίδωρο που συνυπέγραψε τη Ψευδοένωση έκλεισε στη φυλακή. Εκείνος όμως δραπέτευσε και έτρεξε στον Πάπα που τον έκανε Καρδινάλιο Πολωνίας.
1444 μ.Χ. 10 Νοεμβρίου. Η μάχη της Βάρνας, υπό τον Ιωάννη Ουνυάδη (εθνικός ήρωας των Ούγγρων), καταλήγει σε ήττα των ενωμένων χριστιανικών δυνάμεων. Η τελευταία μεγάλη ελπίδα σβήνει μπροστά στη φανατισμένη επέλαση των Οθωμανών. Κυρίως λαμβάνουν μέρος Πολωνοί και Ούγγροι, ενώ εκεί σκοτώνεται και ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Βλαδισλάβος Γ΄. Για να πάρει μέρος στη μάχη στέλνεται από το Μυστρά ο Χιλίαρχος Γεώργιος Λασκαρίδης – ο ίδιος δηλαδή ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ – αλλά δεν προλαβαίνει να φτάσει. Κάπου στις Σέρρες μαθαίνει την τρομερή ήττα.
1448 μ.Χ. 30 Οκτωβρίου. Πεθαίνει ο αυτοκράτορας Ιωάννης Παλαιολόγος, σε βαθιά θλίψη, εξ αιτίας της συνεχούς ήττας των χριστιανικών όπλων, εξ αιτίας επίσης της κοροϊδίας του Πάπα – που δεν του έστειλε καμία απολύτως βοήθεια, παρότι είχε υποσχεθεί στρατιωτική βοήθεια των ηγεμόνων της Δύσεως και είκοσι πολεμικά πλοία για έξι μήνες ή δέκα για ένα χρόνο – και εξ αιτίας ακόμη για τα όσα ο ίδιος ο Ιωάννης είχε κάνει σε βάρος της Αγίας του Θεού Εκκλησίας, της Ορθοδοξίας, για τα οποία και βαθιά μετανόησε.
1449 μ.Χ.. 6 Ιανουαρίου. Στέφεται νέος βασιλέας ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, στην Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Μυστρά, όπου βρισκόταν. Στην Εκκλησία αυτή εργάστηκε, καθάρισε και στερέωσε τις αγιογραφίες -όπως σημειώνει στην “Πονεμένη Ρωμιοσύνη” του- ο ίδιος ο Φώτης Κόντογλου.
1452 μ.Χ. 12 Δεκεμβρίου. Γίνεται στην Αγία Σοφία το απαράδεκτο “ενωτικό συλλείτουργο” με τον Καρδινάλιο Ισίδωρο ως απεσταλμένο του Πάπα, όπου και ακούγεται το αιρετικό “Φιλιόκβε”, εξοργίζοντας και αναστατώνοντας ολόκληρη τη Βασιλεύουσα! Στη “λειτουργία” παρίσταται με σφιγμένα δόντια ο Κωνσταντίνος, που θεωρεί πως ήταν η εσχάτη, έστω απελπισμένη, ενέργεια να περισώσει την Πόλη, από τους Τούρκους που την κύκλωναν απειλητικά. Τις Πόλεις βέβαια και τους λαούς τους προστατεύει και τους σώζει όπως χιλιάδες φορές είδαμε ο Θεός. Η ευσέβεια και όχι η ασέβεια! Και η ασέβεια είχε γίνει! Στις 12 Δεκεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Σπυρίδωνα, στην Κωνσταντινούπολη.
Αρνείται όμως να παραστεί στο φρικτό “συλλείτουργο” ο πιστός λαός και ο Μέγας Δούκας του Στόλου, ο Λουκάς Νοταράς που προφητικά σχεδόν φωνάζει “καλύτερα το τουρκικό σαρίκι, παρά η καλύπτρα του Καρδιναλίου” και η Ιστορία τον δικαιώνει, αφού κάτω από το βάρβαρο τουρκικό σαρίκι, με τη βοήθεια του Θεού, πιστοί στην Ορθοδοξία, κρατηθήκαμε, σταθήκαμε, ισχύσαμε και είμαστε σήμερα ελεύθεροι, όνειρο απλησίαστο για τα χρόνια εκείνα τα τρομερά και λάμπει σήμερα η Ορθοδοξία μας σαν ατόφιο ολοκάθαρο χρυσάφι στα μάτια του διψασμένου κόσμου.
Είναι όμως και κάποιος άλλος που αρνείται να παραστεί εκείνη τη θλιβερή ημέρα στο “ενωτικό συλλείτουργο”. Ο Πρωτοσύγκελος του Πατριαρχείου, ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ!!! Αν και προσωπικός φίλος του Αυτοκράτορα, λέει το ΜΕΓΑΛΟ “ΟΧΙ” και δεν παρίσταται, εξοργίζοντας τον Κωνσταντίνο που διατάσει την εξορία του, μαζί με τον Διάκονό του Άγιο Νικόλαο (βλέπε όλη τη σχετική ιστορία πατώντας εδώ).
1453 μ.Χ. 7 Απριλίου. Ο Μωχάμετ (Μωάμεθ) Β΄ αρχίζει την πολιορκία της Πόλης με 250.000 στρατό, έναντι 7.000 μόλις υπερασπιστών (5.000 Έλληνες + 2.000 Γενουάτες, Βενετοί κ.α.). Η βοήθεια, την οποία προσδοκούσε – μετά το “συλλείτουργο” που είχε κάνει με το μαχαίρι στην καρδιά – ο Παλαιολόγος, δεν ήρθε. Μόνο ο Ιουστινιάνης έφτασε με 700 για να βοηθήσει. Ο Πάπας είχε πετύχει διπλή ΝΙΚΗ. Αφού πέτυχε το εξευτελιστικό “συλλείτουργο” ανοίγοντας δρόμο πολλών προς τη Ρώμη, τώρα θα πετύχαινε και την τέλεια υποταγή, αφού χωρίς Βασιλεύουσα, χωρίς Υπερασπιστή, η Ορθοδοξία θα ξεχνιόταν για πάντα… Έτσι νόμισαν πολλοί… Αλλά δεν ήταν αυτό το θέλημα του Θεού…
1453 μ.Χ. 18 Απριλίου. Το ελληνικό Πυροβολικό χτυπά με εύστοχη βολή τα πυρομαχικά του τεράστιου κανονιού του Μωάμεθ, με αποτέλεσμα να σκάσει το κανόνι και να σκοτωθεί ο περίφημος κατασκευαστής του Ουρβανός! Ο Ουρβανός, Ούγγρος στην καταγωγή, εργαζόταν για λογαριασμό των Ελλήνων μέσα στην Πόλη αλλά εξαγοράστηκε από τον Μωάμεθ και έφυγε άτιμα για να υπηρετήσει τους αλλόπιστους, φτιάχνοντας το μέγα κανόνι, που χρειάστηκαν 70 ζευγάρια βόδια να το σύρουν και χίλιοι άντρες και που όταν χτυπούσε σείονταν σαν σε ισχυρό σεισμό ο τόπος ολόκληρος!
1453 μ.Χ.. 20 Απριλίου. Συγκλονιστική Ναυμαχία μπροστά στον Κεράτιο, όπου 4 μονάχα ελληνικοί Δρόμωνες ναυμαχούν με 130 τουρκικά πλοία που είχαν πλημμυρίσει το Βόσπορο!!! Επικεφαλής των δικών μας ο γενναιότατος Φλαντανελλάς, που δεν δείλιασε ούτε στιγμή μπροστά στα τουρκικά κατάρτια που είχαν γεμίσει απειλητικά τη θάλασσα και ούτε καν πισωγύρισε την πλώρη του! Πρόκειται για μια από τις συγκινητικότερες παλικαριές της Ιστορίας! Η Ναυμαχία που ακολουθεί είναι επική! Επικεφαλής των Τούρκων είναι ο Βούλγαρος εξωμότης πλοίαρχος Μπαλτόγλου Σουλεϊμάν Μπέης που με ορμή πετάγεται να τσακίσει τον Φλαντανελλά! Ο λαός σκαρφαλώνει στα θαλάσσια τείχη και παρακολουθεί με αδιάκοπη προσευχή στην Παναγία Βλαχερνών!!!
“Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΚΑ” φωνάζουν τα πληρώματά μας και ορμούν με πρωτοφανή δύναμη απάνω στα τούρκικα που αρχίζουν να τα τσακίζουν ένα ένα και να τα καίνε! Τρεις ώρες κράτησε η θύελλα του Φλαντανελλά και διέλυσε κυριολεκτικά τον τουρκικό στόλο!!! Από τη λύσσα του ο ίδιος ο Μωχάμετ (Μεχμέτ – Μωάμεθ) σπιρούνισε το άλογό του και χώθηκε βαθιά στη θάλασσα ανήμπορος να σταματήσει την καταστροφή και τον διασυρμό του! “Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα Νικητήρια…” ακουγόταν από τα θαλασσινά κάστρα και αντηχούσε η ψαλμωδία παντού καθώς χαλάρωνε η ανίκητη αλυσίδα του Κερατίου για να υποδεχθεί τους μεγάλους Ήρωες, αναριγώντας από χαρά και συγκίνηση!
1453 μ.Χ. 22 προς 23 Απριλίου. Ο Μεχμέτ (Μωάμεθ) δεν το βάζει κάτω και απαντά σχεδόν αστραπιαία μετά από δύο ημέρες, κάνοντας κάτι απίστευτο. Σε μια νύχτα, 22 προς 23 Απριλίου, περνάει πίσω από το Γαλατά, από τη στεριά, 72 ολόκληρα πλοία, σέρνοντάς τα πάνω σε σανίδες αλειμμένες με λίπος και τα ρίχνει μέσα στον Κεράτιο Κόλπο!!! Ευτυχώς οι δικοί μας συνέρχονται γρήγορα και με πυρπολικά αναχαιτίζουν τον τουρκικό στόλο που μπήκε στον Κεράτιο. Τα τουρκικά πλοία έτσι μένουν στην άκρη, από το φόβο της πυρπόλησής τους…
1453 μ.Χ. 5 Μαΐου. Ένα μικρό γρήγορο πλοιάριο γλιστρά νύχτα προς τον Ελλήσποντο. Ελπίδες ότι δήθεν έρχεται μεγάλη βοήθεια από τον Πάπα και στόλος της Βενετίας, σπρώχνει τον τελευταίο Αυτοκράτορα να στείλει την αποστολή, ώστε να απαντήσει τους Δυτικούς και τους πει να κάνουν φτερά, να βοηθήσουν!..
1453 μ.Χ. 18 Μαΐου. Ένας τεράστιος τουρκικός πολιορκητικός Πύργος ξεφυτρώνει μπροστά στα ελληνικά κάστρα της Πόλης, ξεπερνώντας κατά πολύ το ύψος τους, μπαζώνοντας με πέτρες και χώματα την προστατευτική, αμυντική μας τάφρο, ώστε να φτάσει το τείχος και να κατεβάσει τότε την τεράστια πόρτα – καταπέλτη του τρίτου ορόφου, για να πηδήσουν απλά μέσα στην Βασιλεύουσα οι αμέτρητες χιλιάδες φανατισμένοι βάρβαροι της Ανατολής! Ευτυχώς και εδώ ο μέγας ηρωισμός των Ελλήνων καταφέρνει να κάψει με καταδρομική αποστολή μέσα στη νύχτα και αυτό το μεγαθήριο!
1453 μ.Χ. 22 Μαΐου. Επιστρέφει το ανιχνευτικό πλοιάριο, φέρνοντας την απελπισία. Κάνενας! Πουθενά! Μήτε φλάμπουρο δυτικό, μήτε πουλί πετούμενο! ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΒΟΗΘΕΙΑ!!! ΔΕΝ ΕΡΧΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ! Συννέφιασε το πρόσωπο του Παλαιολόγου και των άλλων αρχόντων. Σφίχτηκε από θυμό! Θυμό για τον εαυτό τους που άσκοπα λοιπόν, τόσο άσκοπα καταδέχτηκαν να μαγαριστεί η Ορθοδοξία με το “συλλείτουργο” που μόνο και η ανάμνηση του οποίου τους έφερνε αναστάτωση στο στομάχι! ΑΔΙΚΑ! Τώρα ένοιωθαν το απέραντο σφάλμα! Τώρα τα μάτια έβλεπαν ολοκάθαρα! Είδαν το δρόμο. Είδαν τη γενναιότητα! Πως κράτησαν μόνοι τους σχεδόν ίσα με τότε, τόσες λυσσασμένες επιθέσεις! Πενηνταριές, πενηνταριές χιλιάδες τους ρίχνονταν οι Τούρκοι και αυτοί ακόμα βαστούσαν, σαν από θαύμα τόσο καιρό!… Τώρα, σαν είδαν καθάρια και συλλογίστηκαν σωστά, τώρα δυνάμωσαν πιότερο! Ατσάλι έγιναν οι Ρωμιοί, οι Έλληνες! Στη μοναξιά τους δυνάμωσαν, σαν τα δέντρα που είναι σε καθάριο αέρα και όχι σε μολυσμένη πίστη… Γύρεψαν τη συγνώμη του Χριστού, τη συγνώμη του λαού, τη συγνώμη όλων των γενιών των Ελλήνων και αποφάσισαν εκείνο που αργότερα, θα αποφάσιζαν και 2.500.000 Νεομάρτυρες! Τη θυσία! Την τέλεια κάθαρση!
Γέμισε η ψυχή τους, ηρέμησε. Χάθηκε η αναμονή και η ανυπομονησία. Βασίλεψε η ειρήνη στο μυαλό και την καρδιά τους. Η ειρήνη Εκείνου που νίκησε το θάνατο. Πέταξε ο νους τους στο ληστή και χωρίς να σταθεί έτρεξε στον Πέτρο. Έκλαιγε και η δική τους ψυχή και αναζητούσε τη συγνώμη του Βασιλέως των βασιλέων… Στο βάθος, κάπου, κάποιος αλέκτωρ ακουγόταν για τρίτη κιόλας φορά..
Άστραψαν τα μονογράμματα των Παλαιολόγων στο φως των κεριών. Βασιλεύ Βασιλέων Βοήθει Βασιλεύ, καθώς ο Κωνσταντίνος γονάτιζε μυστικά, μοναχός του στην Κυρά της Θεοφύλακτης και της έλεγε σιωπηλά το δικό του αβάσταχτο πόνο. Το είχε αποφασισμένο μέσα του και τώρα ακόμα πιο πολύ. Δεν θα έφευγε, αν και μπορούσε, αν και του το πρότειναν πολλοί για να σωθεί το Στέμμα των Ελλήνων και μια μέρα πάλι να ελευθερώσει την Πόλη μας, όπως παλιά με τους Φράγκους. Όχι, αυτός θα έμενε! Ως το τέλος…Ως τρανό παράδειγμα στους αιώνες!
1453 μ.Χ. 23 Μαΐου. Ο Μωάμεθ, στέλνει πρεσβεία στον Παλαιολόγο, για να πετύχει την παράδοση της Κωνσταντινούπολης που δεν έλεγε να πέσει με τίποτα, αλλά και για να παρατηρήσει την κατάσταση των πολιορκητών από μέσα και να σπείρει αν μπορούσε διχόνοια, αφού έταζε να φύγουν με τα πράγματά τους ανεμπόδιστα όσοι ήθελαν από την Κωνσταντινούπολη και αυτός ο βασιλιάς με τους δικούς του. Ο Πορθητής υποσχόταν πως δεν θα πείραζε απολύτως κανέναν! Αλλά αν έμεναν, με το που θα έμπαινε στην Πόλη, θα την κατέστρεφε, θα έσφαζε όλους τους άντρες και θα πουλούσε στα σκλαβοπάζαρα τα γυναικόπαιδα!!!
Ο Κωνσταντίνος, ήταν έτοιμος από καιρό, από αιώνες, από χιλιετίες! Ορμηνεμένος από το Λεωνίδα, ατσαλωμένος από το χρέος, από την μεγάλη κληρονομιά του Ελληνισμού, που με τα ΟΧΙ μεγάλωσε και με τα ΟΧΙ σκάλισε και σκαλίζει ως τώρα, ως την Κύπρο, ανεξίτηλα τις γρανιτένιες πλάκες της Ιστορίας.
Γύρισε ο Αυτοκράτορας το βλέμμα του ένα γύρω στο θρόνο του. Και είδε να τον βαστά από η μια ο Μέγας και Άγιος Κωνσταντίνος και από την άλλη η Αγία Ελένη, η Ελληνίδα, πρώτη Χριστιανή Βασίλισσα, από το Δρέπανο της Βιθυνίας μας, που βρήκε και ύψωσε τον ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!
Κεραυνός χτύπησε τον απεσταλμένο του Μωάμεθ, σαν αντίκρισε την αποφασιστικότητα και την παλικαριά, στη ματιά του βασιλέα μας που με τη φωνή ολάκερης της Ρωμιοσύνης έδινε την ιστορική απάντησή του, μνημείο ανδρείας & τιμής αιώνιο:
“Το δε την Πόλιν σοι δούναι, ουτ΄ εμόν εστίν ουτ΄ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών”!!!
Σφίχτηκε η ψυχή του απεσταλμένου των Τούρκων. Τέτοιοι λαοί σκέφτηκε, τέτοιοι άντρες, είναι στ΄ αλήθεια ανίκητοι! Ακόμα κι αν ηττηθούν, αυτοί είναι τελικά οι μεγάλοι νικητές της Ιστορίας!…
1453 μ.Χ. 24 Μαΐου. Ξεκινά μεγάλη λιτανεία με την Εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, που ξαφνικά καταμεσής των δεήσεων πέφτει κάτω η Εικόνα και δεν σηκώνεται, όσο κι αν πασχίζουν Ιερείς και λαϊκοί, με τις χοντρέ στάλες ίδρωτα αγωνίας στα μέτωπα.! Είναι βαριά η Εικόνα, βαριά…εκείνη που μέχρι πριν την μετέφεραν με άνεση. Με χίλιες προσπάθειες και προσευχές, η Εικόνα σηκώθηκε στο τέλος, όπως θα σηκωνόταν κι ο λαός μας, με μύριους κόπους μετά τόσα χρόνια μαύρης σκλαβιάς…
1453 μ.Χ. 26 Μαΐου. Απελπισμένος στέκεται ο Μωάμεθ απέναντι. Είχε κάνει τα πάντα! Τα αδύνατα, έκανε δυνατά! Για πρώτη φορά στα χίλια και πλέον χρόνια της Ιστορίας της Πόλης, έσφιξε με τέτοια μαστοριά το λουρί γύρω από την άπαρτη Χριστιανική Πολιτεία. Είχε ξεριζώσει κάθε τι γύρω, είχε ζώσει στεριά και θάλασσα, είχε φτιάξει τα καλύτερα και μεγαλύτερα κανόνια που είδε ο κόσμος, είχε κάνει ως και τη στεριά θάλασσα και πέρασε τα πολεμικά του! Αμέτρητες επιθέσεις! Αμέτρητοι νεκροί! Άπαρτη ήταν η Πόλη.. Αυτά πάνω κάτω του έλεγαν και οι στρατηγοί του και κυρίως ο Χαλήλ που ήταν …δικός μας… Να λύσει την πολιορκία, γιατί στο τέλος θα έχανε όλο το στρατό, όλη τη δύναμή του…
Έτοιμος ήταν και εκείνος να το αποφασίσει. Μάταια ήταν όλα. Τρία χρόνια μιας τεράστιας, μελετημένης προετοιμασίας, πενήντα ημέρες σκληρής πολιορκίας και ο Κωνσταντίνος του μηνούσε λέει, πως δεν παρέδιδε την Πόλη και πως ήταν έτοιμος να πεθάνει εκείνος και όλοι οι Ρωμιοί ανά πάσα στιγμή! Τα μάτια των πρεσβευτών του, του είπαν όμως κι άλλα. Πως είναι αλύγιστοι οι Έλληνες. Μέσα στα τείχη στεκόταν ακόμα και αδιάφορα και περιφρονητικά στη θέα της τουρκικής πρεσβείας. Και εκείνος, ο Κωνσταντίνος και όλοι γύρω του, απολύτως άκαμπτοι… Δεν θα έπεφτε η Πόλη, λοιπόν…
Σκοτείνιασε το πρόσωπό του από τη στεναχώρια. Και χωρίς να το θέλει, συλλογίστηκε τη μάνα του, τη Μάρω, τη χριστιανή Πριγκίπισσα της Σερβίας, που του έλεγε για το Χριστό κρυφά και για τη μεγάλη Πόλη Του, που τη φύλαγε η ίδια η Παναγιά και γι΄ αυτό ήταν άπαρτη… Τίναξε αμέσως το κεφάλι του, οργισμένος. Μα πάλι ήρθε η σκέψη. Η μορφή ενός εικονίσματος ερχόταν από τα παιδικά του χρόνια και έπιασε τον εαυτό του να γεμίζει σέβας… Ό,τι και να έκανε λοιπόν ήταν μάταιο! Θα την έλυνε την πολιορκία! Το πήρε απόφαση! Όσο η…, φοβήθηκε να προφέρει το όνομά της, φυλούσε την Πόλη, ήταν αδύνατο να την πάρει άνθρωπος…
Ξαφνικά, μια δυνατή φωνή διέκοψε τις αποφάσεις του! Ήταν ένας από τους Στρατηγούς του, που τον καλούσε να βγει από τη πολυτελή σκηνή του.
“Πολυχρονεμένε μου Σουλτάνε, φώναξε λαχανιασμένος, κοίτα τον κουμπέ της Μεγάλης Εκκλησιάς των Ρωμιών! Κοίτα!”!
Εκείνος είχε κιόλας βγει και στύλωνε τα μάτια του στον τρούλο της Αγια- Σοφιάς κι ύστερα κράτησε την ανάσα του για ώρα. Ολόκληρος ο τεράστιος τρούλος, το θαύμα εκείνο της τεχνικής, έκαιγε από αόρατη φωτιά, φλογιζόταν σαν σε καμίνι και η λάμψη του τύφλωνε! Έπειτα, έπειτα το φως ανέβηκε στα ουράνια και ο κουμπές αχνόσβησε σαν το σίδερο που βγαίνει από τη πυροστιά…
“Είδες αφέντη, έκανε με φανερό καμάρι ο Τούρκος. Ο Θεός τους, εγκαταλείπει τους Ρωμιούς”!!!
“Καλέστε το Πολεμικό μου Συμβούλιο, πρόσταξε όλο χαρά, ανάμικτη με δέος ο Πορθητής. Η πολιορκία θα συνεχιστεί! Η Πόλη θα πέσει! Να ετοιμαστεί Γενική Επίθεση από όλο το ασκέρι”…
1453 μ.Χ. 28 Μαΐου, Δευτέρα. Μεγάλη λιτανεία πραγματοποιείται στη Βασιλεύουσα με κεφαλή τον Αυτοκράτορα. Όλος ο λαός και ο κλήρος, με δάκρυα στα μάτια, περιδιαβαίνει τα μισογκρεμισμένα τείχη και στο τέλος ο Κωνσταντίνος απευθύνει ψυχωμένο λόγο σε όλους, τους τελευταίους Έλληνες και Φιλέλληνες υπερασπιστές, τονώνοντας το ηθικό τους, στεριώνοντας την απόφαση θανάτου μέσα τους, κάνοντας όλα τα μάτια να δακρύσουν, ανάμεσα στις λαμπάδες και τα θυμιάματα που τύλιγαν τη Θεοσκέπαστη εκείνη τη νύχτα.. Την τελευταία νύχτα της Πόλης μας…
Ύστερα, για πρώτη φορά μετά από τόσους μήνες, για πρώτη φορά μετά από την ασέβεια της 12ης Δεκεμβρίου, με το παπικό συλλείτουργο, πήγαν να Λειτουργήσουν στην Αγιά Σοφιά, που έμενε αλειτούργητη από τότε… Ορθόδοξη, γνήσια, ευπρόσδεκτη και πραγματική θα ήταν η Λειτουργία αυτή τη φορά, την τελευταία φορά… Μια Λειτουργία Συγνώμης και Εξιλέωσης, μια Λειτουργία Ειρήνης με το Θεό της απέραντης Υπομονής και Αγαθότητος… Με Εκείνον που θυσιάστηκε ο ίδιος, που οδηγήθηκε ως πρόβατο στη σφαγή, όπως θα οδηγούνταν σε λίγο, Θεέ μου, ο λαός της Βασιλεύουσας και όλη η Ορθόδοξη Ρωμιοσύνη… Για να έρθει πάλι κάποτε η ολόλαμπρη, γλυκιά και βεβαία Ανάσταση…
“Σώσον Κύριε τον λαόν σου…” έβγαινε με θέρμη και πίστη από χιλιάδες στόματα Ελλήνων και Φιλελλήνων
Δάκρυσε ο λαός, γονάτισαν όλοι, προσευχήθηκαν οι Ιερείς, έλαμψαν τα καντήλια μπροστά στις χρυσοντυμένες άγιες εικόνες, άστραψε το άγιο Δισκοπότηρο, ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό όλων, η Πόλη όλη έκλαιγε, η Πόλη όλη ήταν στο Γολγοθά, ένοιωθε τη θυσία του Χριστού, πλημμύρισε τις καρδιές η αγάπη για τον Πλάστη, έπεσε στις ψυχές κάθε εμπόδιο, έλιωσε κάθε απιστία, κάηκε από τον ποταμό των καυτών δακρύων κάθε ασέβεια!
“Συγχώρεσέ με Κύριε”, ψιθύρισε με φόβο και δέος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο Κωνσταντίνος ΙΑ’… “Συγχώρεσέ με… και δώσε μου ανδρείο τέλος”…
Δύο σταγόνες κύλησαν στο μάγουλό του καθώς έκλεινε μέσα του τον ίδιο τον Βασιλέα των βασιλέων… Και από πίσω του όλοι οι αξιωματικοί και οι αξιωματούχοι, όλος ο λαός, ένα αμέτρητο πλήθος, με άπειρη συγκίνηση και περισσή ευλάβεια, Μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων, λαμβάνοντας αληθώς Σώμα και αληθώς Αίμα του εσφαγμένου Αρνίου, του Σωτήρα Χριστού. Στην τελευταία Μεταλαβιά… Στο ύστατο “Μετά Φόβου”… Τη νύχτα της 28ης Μαΐου, στην Αγία του Θεού Σοφία… Καθώς έξω, πέρα, στο τουρκικό στρατόπεδο, γινόταν οι τελευταίες προετοιμασίες για την τελική επίθεση, ο τελευταίος φανατισμός για ελεύθερη λεηλασία της σπουδαιότερης, λαμπρότερης και ανίκητης πόλης του κόσμου. Της Πρωτεύουσας του Ελληνισμού και της Χριστιανοσύνης!
1453 μ.Χ. 29 Μαΐου, Τρίτη. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει, όταν οι άπιστοι ουρλιάζοντας σα δαιμονισμένοι, ρίχτηκαν και πάλι στους ελάχιστους υπερασπιστές, που αναγκάζονταν να είναι διασπαρμένοι σε όλο το μήκος των τειχών, γιατί οι επιθέσεις εκδηλωνόταν ή μπορούσαν να εκδηλωθούν οπουδήποτε.
Καθώς οι Τούρκοι ορμούσαν, έβγαιναν ξοπίσω οι τρομεροί γενίτσαροι, τα καημένα αρπαγμένα παιδάκια που τα είχαν μεγαλώσει ως θηρία απάνθρωπα οι Τούρκοι… Οι γενίτσαροι παρακολουθούσαν ποιος Τούρκος στρατιώτης θα πισωγυρίσει και ορμούσαν και τον έσφαζαν μπροστά στους άλλους, ώστε περισσότερο φόβο να έχουν οι Τούρκοι πίσω, παρά εμπρός!…
Όμως οι λίγοι γενναίοι Έλληνες και Φιλέλληνες, με τον Ιουστινιάνη πρωτοστράτoρα και μπροστάρη τον ίδιο τον Παλαιολόγο, αμύνονταν με ηρωισμό τέτοιο, που δεν έχει όμοιό του στην Ιστορία των λαών… Δεν παλεύανε οι Έλληνες με στρατό, αλλά με θηρία φανατισμένα. Και η αντιστοιχία ήταν 1 δικός μας με 35 Τούρκους και Γενίτσαρους! Και βαστούσαμε 58 ημέρες τώρα, θαύμα στ΄ αλήθεια, θαύμα!
Πανηγύρισαν οι πολιορκημένοι! Είχαν αποκρούσει την πρώτη επίθεση με επιτυχία! Μα ήδη ξεκινούσε δεύτερο κύμα με αλαλαγμούς φοβερούς και σκληράδα θανάτου! Μα ενίσχυση μεγάλη για τους υπερασπιστές σε αυτές τις στιγμές ήταν οι δυναμικοί και φιλικοί ήχοι από τις καμπάνες των Εκκλησιών μας, που δεν έπαυαν να ηχούν και να ενισχύουν τους υπερασπιστές, τους γίγαντες αυτούς που κανείς δεν έχει τιμήσει ίσα με σήμερα όπως τους πρέπει! Ένα μνημείο (=μνήμη) δεν έχει στηθεί για τη θυσία τους!..
Πλατάγισαν στο αμυδρό φως οι χρυσοκίτρινες σημαίες με το Δικέφαλο αετό στα κάστρα και τους πύργους της Αυτοκρατορίας! Είχαμε πάρει πάλι τη νίκη!
Αλλά ήταν ασταμάτητοι οι εχθροί. Και ρίχνονταν τρίτη φορά τώρα με την κύρια δύναμή τους στο πιο αδύνατο όπως πάντα σημείο των τειχών. Την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, δίπλα στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου!
Τώρα ο Μεχμέτης έστελνε ξεκούραστους, τις ειδικές του δυνάμεις, τον επίλεκτο στρατό με συνοδεία δέκα χιλιάδων Γενιτσάρων. Δεν σταμάτησαν τούτη τη φορά. Σύννεφο σκέπασε με τις σαγίτες τα κάστρα, για να μη ξεμυτίσει κεφάλι ρωμέικο, ώστε να στηρίξουν οι άπιστοι σκάλες στα τειχιά και να φτάσουν απάνω. Και τόσο ούρλιαζαν και φώναζαν το όνομα του Αντιχρίστου Αλλάχ και του προφήτη του θηρίου, του Μωάμεθ, που είχαν ξεκουφάνει τελείως τους υπερασπιστές, οι οποίοι είχαν όμως βάλσαμο στην καρδιά τους το γλυκύ όνομα του Χριστού.
Με τόση ορμή ανέβαινε τούτη το επίλεκτο κύμα που έσπαζαν οι σκάλες από τη μανία τους! Με ορμή άφταστη αμύνονταν όμως και οι πολιορκημένοι! Κι όλοι, γυναίκες, παιδιά, βοηθούσαν με κάθε τρόπο να χρησιμεύουν στους στρατιώτες των επάλξεων!
“Κρατάτε αδερφοί μου! Υποχωρούν”, φώναξε γεμάτος χαρά ο βασιλιάς μας και είδαν όλοι ότι ξεψύχησε η δύναμη και η φωνή των Αγαρηνών και γέμισε δύναμη η ψυχή τους.. Μα δεν πρόλαβαν να χαρούν πολύ.
“Τον Ιουστινιάνη! Χτυπήσαν τον Ιουστινιάνη” φώναξε κάποιος καθώς ο αρχηγός της άμυνας, ο μόνος ξένος που φιλοτιμήθηκε να έρθει να βοηθήσει την Πόλη των Χριστιανών, διπλωνόταν στα δύο, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να μη φωνάξει από τον πόνο, να σταθεί όσο μπορούσε, αλλά δεν μπορούσε!
“Βασιλέα, γρήγορα το κλειδί της πόρτας” ψιθύρισε στον Κωνσταντίνο που έτρεξε σιμά του. “Πεθαίνω”
“Όχι, τώρα γενναίε Ιουστινιάνη. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ, αν φύγεις”
“Πεθαίνω”
Λιγοψύχησαν οι δικοί του, οι ηρωικοί πολεμιστές του Ιουστινιάνη, βλέποντας τον αρχηγό τους βαριά λαβωμένο και πήγαν να τον ακολουθήσουν…
Αυτό ήταν. Χαλάρωσε η άμυνα, στην οποία κάθε πέτρα, κάθε κεραμίδι βυζαντινό, κάθε στρατιώτης, έπαιζε σημαντικότατο ρόλο! Και Θεέ μου! Θεέ μου! Από μια πόρτα, από την Κερκόπορτα είχαν μπει λίγοι Τούρκοι και σήκωσαν μία και μοναδική σημαία απάνω στα τειχιά μας!
Ουρλιαχτά ακούστηκαν, ενός πανικού, που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε, αν έμενε στη θέση του ο Ιουστινιάνη, αν δε λαβωνόταν, αν, αν…
Με τη δύναμη όλων των γενεών των Ελλήνων ρίχτηκε στη μάχη τώρα ο ίδιος ο τελευταίος βασιλέας μας. Σήκωνε το σπαθί του και όταν το κατέβαζε απλώνονταν σωρός οι Τούρκοι, που βλέποντας πως κάτι συνέβαινε ξανατρέξαν με καινούργια ορμή στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί που πολεμούσε σαν το λιοντάρι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος! Στο πιο αδύναμο μέρος της άμυνας!
Ο πανικός απλωνόταν, οι στρατιώτες του Ιουστινιάνη έφευγαν αν και απολύτως ζωτικοί για την άμυνα! “Οι Τούρκοι, οι Τούρκοι” ακούγονταν ακόμα πιο πολλές φωνές πανικού, βλέποντας το λυσσασμένο κύμα των Γενιτσάρων να σπάει τις αφύλακτες πια θέσεις των ανδρών του Ιουστινιάνι και να περικυκλώνει τον Αυτοκράτορα, που πολεμούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, με όλη την πνοή της ανδρείας του!
“Εάλωωω! Η Πόλις εάλωωωω”!
Δάκρυα σπαραγμού βγήκαν από τα σωθικά του σαν άκουσε εκείνο το “εάλω”… Η Πόλη του, ό,τι αγάπησε, αυτό για το οποίο τόσο πάλεψε και ξαγρύπνησε, αυτή για την οποία διέπραξε τη μεγάλη ασέβεια, η Πόλη του Θεέ μου “εάλω”!
Γύρισε κατάκοπος το κεφάλι του ο Κωνσταντίνος… Ήταν πια ολομόναχος! Όλοι σχεδόν γύρω του είχαν πέσει σαν ήρωες! Ως Έλληνες!
“Δεν υπάρχει κανείς Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;” φώναξε με όλη τη δύναμή του καθώς το σπαθί του κατέβαινε με ορμή σε ένα Γενίτσαρο που ούρλιαξε από το πόνο, φοβούμενος μην πέσει ζωντανός στα χέρια των σκυλιών! Αστραπή πέρασε από το νου του το αίτημα που είχε ζητήσει από το Χριστό, το βράδυ όταν Μεταλάμβανε και γύρεψε συγχώρηση.
Και σαν απάντηση ήρθε τότε ένα δυνατό χτύπημα που του έκοψε την ανάσα! Ένας Γενίτσαρος τον είχε λαβώσει πισώπλατα! “Εάλω η Πόλιςςςς” ακούστηκε μακάβρια η σπαραχτική φωνή. Και όπλισε με τέτοια δύναμη τον βασιλέα, που γύρισε τραυματισμένος και με μια σπαθιά πήρε το κεφάλι του άτιμου που τον χτύπησε!
Καινούριο κύμα Τούρκων χίμηξε από τα χαλάσματα μέσα! Όσοι είχαν απομείνει πάλευαν τώρα 1 με 20!
Μακάρι να μπορούσε εκεί να είναι όλη η Ελλάδα, όλες οι γενιές, να δουν τι θα πει πατρίδα, να δουν τι θα πει Πίστη, να δουν τι θα πει ΕΛΛΗΝΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ!!! Μακάρι να ήταν εκεί όλα τα Έθνη, για να ξέρουν, για να τρέμουν από δέος, για να βουρκώνουν τα μάτια τους όταν θα λένε Ελλάδα και Ρωμιοσύνη, όταν θα μιλούν για Κωνσταντινούπολη και για Ιστορία της Ανθρωπότητος! Μακάρι να ήταν εκεί όλοι οι Δάσκαλοι, όλοι οι Εκπαιδευτικοί της Ελλάδας και του Κόσμου, για να διδάσκουν στα παιδιά της γης, τον τιτάνιο αγώνα που έδωσε μόνος του ο Ελληνισμός, αιώνες, για να κρατήσει τον Ισλαμισμό και τον Τουρκισμό έξω από την Ευρώπη, μακριά από τη Δύση, για να μπορούν εκείνοι, να είναι σήμερα εφευρέτες και καλλιτέχνες και χορευτές και διανοούμενοι και εύποροι και έμποροι και αφέντες.
Πάλι σήκωσε το σπαθί ο Κωνσταντίνος! Πάλι πολεμούσε για την Πίστη, όπως είχε πει στον τελευταίο λόγο του και για την Πατρίδα! Ζωτικές αξίες που θα επαναλάμβανε 400 χρόνια αργότερα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης! Γιατί αυτό και το ίδιο είναι τούτο το Γένος στους αιώνες! Μακριά από το Χριστό χάνεται και κοντά Του ξαναγεννιέται!
Γέμισε ο τόπος τούρκικα σαρίκια! Ένα δόρυ σφενδονίστηκε καταπάνω του και τον ήβρε τον ΗΡΩΑ στο στήθος! Χαλάρωσε η λαβή του! Λύγισαν τα γόνατα! Τα μάτια του έγιναν βαριά! Οι φωνές έπαψαν να ακούγονται! Τα ουρλιαχτά πια δεν τον άγγιζαν! Ο Αετός φτερούγιζε για τα ουράνια! Να βάλει μετάνοια πια μπροστά στον ολόλαμπρο θρόνο του Υψίστου Βασιλέως, να σμίξει με τους παλιούς ήρωες, που τον περίμεναν δακρυσμένοι στα ουράνια, κάτω από το Θρόνο του Κυρίου της Ζωής και της Ανάστασης! Είχαν προλάβει με απανωτές τους Πρεσβείες, με μπροστάρισα την ίδια τη Βασίλισσα των Αγγέλων και είχαν αποσπάσει τη μεγάλη και βεβαία υπόσχεσή Του:
“Πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλε δικά σας θα ‘ναι”!!!
Αιωνία η μνήμη, αιωνία η μνήμη, αιωνία αυτών η μνήμη

Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος (Αγίου Νεκταρίου)


Η αγία και οικουμενική πρώτη σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων. Τοιχογραφία από την Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο.
Η αγία και οικουμενική πρώτη σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων. Τοιχογραφία από την Μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο.
(Επιλεγμένα αποσπάσματα για την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, εκδοθέν το πρώτον το 1892)
Ο Αρειος
Ο Αρειος εγεννήθη εν Λιβύη περί τα μέσα της γ´ μ.Χ. εκατονταετηρίδος, εσπούδασε δε εν Αλεξανδρεία και εγένετο οπαδός του Ωριγένους, του Μελετίου και του προϊσταμένου της Αντιοχειανής Σχολής Λουκιανού του πρεσβυτέρου. Η ευρεία αυτού παιδεία, η φιλοσοφική αυτού μόρφωσις, και η περί την επιστήμην των θείων Γραφών δεινότης, κατέστησαν αυτόν γνωστότατον, το δε εμβριθές αυτού σχήμα, οι οπωσούν αγέρωχοι τρόποι, το μεγαλοπρεπές ανάστημα, και η ευειδής αυτού όψις, ενέπνεον πάσι τον σεβασμόν και συμπάθειαν. Και κατ αρχάς μέν καταλιπών τον Μελέτιον προεχειρίσθη διάκονος της Εκκλησίας Αλεξανδρείας υπό του Επισκόπου αυτής Πέτρου. Από της εποχής δ αυτής παρουσιάζεται η του χαρακτήρος αυτού ισχύς και η εμμονή εις τάς πεποιθήσεις του. Είτα δέ, όταν ο Πέτρος Αλεξανδρείας απεκήρυξε τους συμμετόχους του Μελετίου, και δεν απεδέχετο το βάπτισμα αυτών, ο Αρειος εξανέστη το πρώτον, μεμφόμενος τα γενόμενα και διεμαρτύρετο κατά του μέτρου τούτου του Επισκόπου του. Και κατ ακολουθίαν τούτου απεπέμφθη από της Αλεξανδρείας. Ότε δε μετά ταύτα τον Πέτρον αποβιώσαντα διεδέξατο ο πραΰς τους τρόπους Αχιλλάς, ο Αρειος αιτήσας συγγνώμην εγένετο δεκτός εν τη Εκκλησία και τώ 312ω εχειροτονήθη Πρεσβύτερος. Το περί τριαδικού Θεού δόγμα του Χριστιανισμού, όπερ από της αυτού εμφανίσεως εσκανδάλισεν Ιουδαίους και Έλληνας, από δε των μέσων του β´ αιώνος παρουσίασε την αίρεσιν των Μοναρχιανών και προεκάλεσε πολλάς έριδας, παρέσυρε και το ακάθεκτον πνεύμα του Αρείου, το οποίον δυσφόρως έχον προς τον ανυπέρβλητον του δόγματος φραγμόν, και ζητούν την του πνεύματος φίλην ελευθερίαν την υπερπηδώσαν τα πάντα και τα πάντα υποτάσσουσαν τη ιδία εξουσία, διέσπασε του δόγματος τα δεσμά, ίνα εν τη ελευθερία αυτού εισδύση εις τα βασίλεια των μυστηρίων και ερευνήση αυτά καί, ει δυνατόν, ψηλαφήση και υπαγάγη αυτά υπό την ιδίαν αντίληψιν. Ο Αρειος μελετήσας καλώς τάς θεωρίας της Αλεξανδρινής και της Αντιοχειανής Σχολής προσέλαβεν εξ αυτών τα προσφυή ταίς αρχαίς αυτού και διεμόρφωσεν ιδίαν θεωρίαν, λαβών παρά μέν του Ωριγένους την υπόταξιν του λόγου, παρά δε του Λουκιανού την άρνησιν της Ομοουσιότητος. Προς διάδοσιν δε της διδασκαλίας αυτού και επικράτησιν συνέταξε διάφορα άσματα και ποιήματα και διεμοίρασεν αυτά εις τον λαόν. Και η διδασκαλία αυτού εύρε πολλούς οπαδούς παρά τε τώ Κλήρω και τώ λαώ, εξ ών οι μέν ησπάζοντο αυτήν ως ορθήν, οι δε εθεώρουν αυτήν ως ακίνδυνον.
Ο Αθανάσιος
Μεταξύ των περί τον Αλεξανδρείας Επίσκοπον Κληρικών ηύξανε και εκραταιούτο νέος τις Διάκονος, μικρός μέν το δέμας και ευτελής το ανάστημα, αλλά περιλαμβάνων εντός σώματος μικρού και ασθενούς ψυχήν φλογεράν, αι λαμπηδόνες της οποίας εξήστραπτον από των ομμάτων αυτού. Ο εικοσιετής ούτος νέος ο μέλλων να πληρώση την Χριστιανικήν Οικουμένην διά των αρετών αυτού των σπανίων ήν ο Αθανάσιος. Νους βαθύς, λογική ισχυρά, επιστήμη ευρεία, ανθηρόν ύφος λόγου, και τέχνη ρητορική απαράμιλλος περιεκόσμουν αυτόν και κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά την προκειμένην σπουδαίαν έριν. Ο Αθανάσιος κεκτημένος οξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεύμα, ευφράδειαν αξιόζηλον, και τόλμην ακάθεκτον, εκ πρώτης αρχής ενόησε περί τίνος επρόκειτο και ευθύς κατενόησε το βάραθρον, εις ο διεκινδύνευεν η Πίστις ημών να πέση. Ο Αθανάσιος βλέπων το ασταθές του χαρακτήρος του αντιπάλου του, το ευμετάβολον και παλίμβουλον, επείσθη ότι ο Αρειος είτε μή τολμών να εξηγήση σαφώς, είτε μή έχων την συνείδησιν του τελικού συμπεράσματος των συλλογισμών αυτού, έτεινεν όμως εις το ν αρνηθή την θείαν του Σωτήρος φύσιν και καταβιβάση το κήρυγμά του εις την τάξιν ανθρωπίνου δόγματος, παραδίδων αυτό απογεγυμνωμένον της πανοπλίας της θείας αποκαλύψεως εις τάς προσβολάς του φιλοσοφικού πνεύματος. Διό ώρμησεν επί τον αγώνα μετά πολλής πεποιθήσεως και εξήλθεν απ αυτού επί τέλους νικητής εν θριάμβω, αφιερώσας ολόκληρον την ζωήν αυτού και όλας αυτού τάς πνευματικάς και σωματικάς δυνάμεις εις την άμυναν του ενσαρκωθέντος Λόγου μετά τοιούτου ατρομήτου θάρρους, ώστε δικαίως επεκλήθη κατόπιν «Μέγας, στύλος και υποστηρικτής της του Χριστού Εκκλησίας».
Ο Μέγας Κωνσταντίνος
Η Θεία Πρόνοια εν τη μερίμνη αυτής υπέρ της του Χριστού Εκκλησίας είχεν εμπιστευθή τα σκήπτρα του αχανούς τότε Ρωμαικού Κράτους εις τον αληθώς Μέγαν και Ισαπόστολον Κωνσταντίνον όπως σώση από του σάλου το κλυδωνιζόμενον σκάφος της Εκκλησίας. Ούτος δυσφορών επί τώ επαπειλουμένω τη Εκκλησία σχίσματι απέστειλεν εις Αλεξάνδρειαν πρώτον επιστολήν πρός τε Αλέξανδρον τον Επίσκοπον και προς τον Αρειον παραινών αυτούς να καταθέσωσι τα όπλα της συζητήσεως και συνδιαλλαγέντες να επανορθώσωσι την ειρήνην της Εκκλησίας. Αλλ η φωνή της συνέσεως και της μετριοπαθείας του Βασιλέως επέπρωτο να μή εισακουσθή. Διότι ο κομιστής της ειρηνοποιού ταύτης επιστολής Επίσκοπος Κορδούβης άμα ελθών εις Αλεξάνδρειαν, συνετάχθη μετά του Επισκόπου Αλεξάνδρου και κατεδίκασε τον Αρειον. Ο δε Αρειος έγραψε προς τον Βασιλέα επιστολήν οπωσούν αυθάδη, παραπονούμενος ότι του επεβλήθη υπό των ειρημένων αργία (Ευσεβ. βίον Κωντ. 2, 64.-καί Σωκρ. 1, 5.). Ο Κωνσταντίνος ως προς την ουσίαν του ζητήματος δεν είχε σχηματίσει ιδίαν γνώμην και πεποίθησιν κατ αρχάς δε μάλιστα επεδείξατο αδιαφορίαν τινά σχεδόν θίγουσαν τα όρια της περιφρονήσεως, ως εξάγεται εκ της ειρημένης επιστολής αυτού. Εκ τούτου δε ευλόγως δυναταί τις να συμπεράνη ότι ο Κωνσταντίνος διδούς μάλλον ευήκοον ούς εις τάς περί των δοξασιών του Αρείου πληροφορίας του Παμφίλου Ευσεβίου, όστις ην πιστός αυτού φίλος και φίλα φρονών τώ Αρείω, θεωρών την αίρεσιν του τελευταίου ασήμαντον, δεν εννόησεν εξ αρχής τον κίνδυνον, ον διέτρεχεν η Πίστις εκ των επιβούλων δοξασιών του Αρείου. Της απάτης όμως αυτής ταχέως εξήλθεν ο Κωνσταντίνος ευθύς, αφού επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν εξ Αλεξανδρείας ο Όσιος Κορδούβης άπρακτος και συγχρόνως, αφού έμαθεν ότι εν Αλεξανδρεία συνέβαινον ταραχαί, καθ ας οι όχλoι ουδέ τάς εικόνας αυτού εσεβάσθησαν. Οργισθείς λοιπόν επί τούτοις ιδίως κατά των περί τον Αρειον εξαπέστειλε νέους επιτρόπους εις Αλεξάνδρειαν κομίζοντας επιστολήν προς τους αιρετικούς αυτούς απειλητικωτάτην, δι ής προσεκάλει τον Αρειον να προσέλθη και να εξηγήση ενώπιον αυτού όπερ επρέσβευε δόγμα. Ο Αρειος παρέστη αληθώς προ του Βασιλέως, αλλ εν τη συζητήσει, ην επεχείρησε, τοσούτον περιέπλεξε το πνεύμα του Κωνσταντίνου το περί τάς τοιαύτας λεπτολογίας ανεπιτήδειον, ώστε ενέβαλε τον ηγεμόνα εις πλείστας όσας αμφιβολίας. Και εν τούτοις εξηκολούθει η διχόνοια και η ταραχή των πνευμάτων, ουδέ εφαίνετο τρόπος θεραπείας, έως ο Βασιλεύς εν τη συνήθει αυτού μεγαλοφυία επενόησε το πρακτέον κατά την προκειμένην δυσχέρειαν και συνεκάλεσεν εν Νικαία της Βιθυνίας τους πανταχού Ιεράρχας της Χριστιανοσύνης εις Οικουμενικήν Σύνοδον, όπως εξετάσασα την του Αρείου διδασκαλίαν λύση οριστικώς την μεγάλην ταύτην διαφοράν και αποδώση τη Εκκλησία την ποθουμένην ειρήνην.
Η Α’ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος
Και αληθώς η ρύθμισις και εξασφάλισις του Χριστιανικού δόγματος ήν ζήτημα ζωής και θανάτου διά τον τότε κόσμον, από δε της διαρρυθμίσεως ταύτης εξηρτάτο η γενική του κόσμου ηθική ανακαίνισις. Διό προσκληθέντες συνήλθον εν Νικαία 318 Πατέρες της Εκκλησίας περί τα μέσα Ιουνίου του 325 μ.Χ. και συνεκρότησαν την Α’ εκκλησιαστικήν Οικουμενικήν Σύνοδον. Τούτων δε προΐστανo Αλέξανδρος o Κωνσταντινουπόλεως, ο γηραιός Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας υπό του νεαρού αυτού Συμβούλου και Διακόνου δορυφορούμενος, του Μ. Αθανασίου. Τον δε Πάπαν Ρώμης Σίλβεστρον και τον διάδοχον αυτού Ιούλιον αντεπροσώπευσαν οι παρ αυτού αποσταλέντες πληρεξούσιοι, ο Όσιος Κορδούβης Επίσκοπος της Ισπανίας και δύω πρεσβύτεροι, οι Βικέντιος και Βίτων. Παρ αυτοίς δε παρέστησαν οι Παφνούτιος, Σπυρίδων, Νικόλαος, Ιάκωβος, Μάξιμος και άλλοι κεκοσμημένοι πάντες δι αποστολικών χαρισμάτων. Ουχ ήτον προς τούτοις παρίστατο και πλήθος άλλο Κληρικών, Πρεσβυτέρων και Διακόνων. Κατά την πρώτην αυτών επίσημον συνεδρίαν την γενομένην την 5ην ή 6ην Ιουλίου ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξεφώνησε τον εναρκτήριον λόγον εν τη λατινική γλώσση μεθερμηνευόμενον αυτοστιγμεί εις την ελληνικήν, δι ού έλεγεν ότι ο της ιεράς ταύτης θρησκείας νόμος εκ των κόλπων της Ανατολής προέκυψεν, αποκαλών τους λειτουργούς αυτής αρχηγούς της των εθνών σωτηρίας. Είτα δε κατά σειράν και εν τάξει εξετέθησαν υπό του Αρείου και των αυτού οπαδών αι γνώμαι και δοξασίαι, αλλά γενναίως και λογικώς επολεμήθησαν αύται υπό των Πατέρων της Εκκλησίας.
Σπουδαιότης της Α’ Οικουμενικής Συνόδου
Ίνα κατανοηθή δε η σπουδαιότης αυτής της Συνόδου, πρέπει να εκτεθή ενταύθα διά βραχέων ο φιλοσοφικός οργασμός των πνευμάτων της εποχής εκείνης, όστις έτεινε να καθυποτάξη το δόγμα εις την γνώσιν, ήτις εζήτει τρόπον τινά να άψηται τη χειρί καί, ει δυνατόν ψηλαφήση πάν ό,τι ο Χριστιανισμός παρέδιδεν ως μυστήριον και ως δόγμα πίστεως. Τον Χριστιανισμόν αναφανέντα σκάνδαλον μέν τοίς Ιουδαίοις, μωρίαν δε τοίς Έλλησιν, εζήτουν αμφότεροι, Ιουδαίοί τε και Έλληνες, διά των φιλοσοφικών χωνευτηρίων να αναδείξωσιν από θρησκείαν εξ αποκαλύψεως, σύστημά τι φιλοσοφικόν μάλλον ικανοποιούν τάς απαιτήσεις της υπερηφάνου του ανθρώπου φιλοσοφίας, ή επαναπαύον το θρησκευτικόν αίσθημα του ανθρώπου. Οι φιλόσoφοι περιφρoνήσαντες τάς απαιτήσεις της καρδίας της τερπομένης εν τώ μυστηρίω της θρησκείας εζήτουν να ικανοποιήσωσι τον νούν δι απολύτου τρόπoυ, υποτάσσοντες αυτώ πάσαν αλήθειαν. Αλλ ηγνόουν ότι υπάρχουσι και αλήθειαι, ανώτεραι, της νοητικής ημών αντιλήψεως, μή γινόμεναι καταληπταί υπό του πεπερασμένου νοός του ανθρώπου, ήτις λαμβάνει γνώσιν αυτών, πείθεται δε περί της πραγματικότητος αυτών, και μαρτυρεί περί της υπερφυσικής υπάρξεως αυτών. Ηγνόουν ότι ο άνθρωπος δεν εγεννήθη, ίνα αποβή μόνον φιλόσοφος, αλλά και ον θρησκευτικόν. Καίτοι φιλοσοφούντες εδείκνυντο το αφιλοσόφως προς τον άνθρωπον έχοντες, διότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνον νούς, αλλά και καρδία, αι δυνάμεις των δύο τούτων κέντρων αμοιβαίως βοηθούμεναι αναδεικνύουσι τον άνθρωπον τέλειον και διδάσκουσιν αυτώ όσα ουδέποτε διά μέσου του νοός να διδαχθή ηδύνατο. Εάν ο νους είναι ο διδάσκαλος του φυσικού κόσμου, η καρδία είναι διδάσκαλος του υπερφυσικού κόσμου, του οποίου ίσως καθ ομοίωσιν εγένετο ο αισθητός κόσμος, ούτινος τότε μανθάνομεν τα καθ έκαστα ακριβώς, όταν διά της καρδίας διδαχθώμεν τα του υπερφυσικού κόσμου, φιλόσοφος άνευ καρδίας, ήτοι άνευ θρησκευτικού αισθήματος, είναι αφιλοσόφητος διότι δεν είδε το καθ όλου, αλλά το κατά μέρος. Ενόσω δε δεν αναχθή εις το καθ όλου, ήτοι εις την καθ όλου περί του κόσμου έννοιαν, εν ή περιέχεται ο τέ αισθητός και ο υπέρ αίσθησιν κόσμος (διότι ο κατ αίσθησιν κόσμος είναι το κατά μέρος), ουδέποτε θέλει φθάσει εις το καθ όλου άνευ θρησκευτικού αισθήματος διδάσκοντος την εν τώ υπερφυσικώ κόσμω ύπαρξιν του καθ όλου. Υπό την μίαν ταύτην όψιν εξήτασεν ανέκαθεν τον χριστιανισμόν ο τέ Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία. Ο Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία συναντηθέντα εν Αιγύπτω εν κοινώ σταδίω και επωφεληθέντα αλλήλα εμόρφωσαν διαφόρους θεωρίας και φιλοσοφικά συστήματα. Η Αλεξάνδρεια εν μεταιχμίω τριών Ηπείρων, Ευρώπης, Ασιάς και Αφρικής κτισθείσα εν τώ κέντρω ούτως ειπείν του αρχαίου κόσμου, υπήρξεν η εστία ζώσης των ιδεών επικοινωνίας και το γόνιμον έδαφος νέων συστημάτων. Η Πυθαγόρειος φιλοσοφία, η προ ικανών χρόνων εν ταίς δε τοίς των εκλιπόντων φιλοσοφικών συστημάτων εγγραφείσα, ανεφάνη μετά τάς αρχάς της τελευταίας προ Χριστού εκατονταετηρίδος υπό την μορφήν της Νεοπυθαγορείου φιλοσοφίας. Οι εν Αλεξανδρεία Ιουδαίοι φρονούντες ότι διά της μελέτης της Ελληνικής φιλοσοφίας ενεβάθυνον πλειότερον εις την μυστηριώδη του Μωυσέως σοφίαν, επεδόθησαν εις αυτήν, παρήγαγε δε η επίδοσις αύτη τοιαύτην τινά πνευματικήν κίνησιν, ην συνήθως Αλεξανδρινήν θεοσοφίαν καλούσι, και ής ο χαρακτήρ συνίστατο εις σύγκρασίν τινα Μωσαϊκής θεολογίας και Ελληνικής φιλοσοφίας, ιδία δε Πλατωνικών και Στωικών ιδεών τούτο δείκνυται, προδήλως εν τώ ωριμωτάτω της Αλεξανδρινής θεοσοφίας προϊόντι, τώ του Φίλωνος συγγράμματι, εις ού την μόρφωσιν συνετέλεσεν εξ ίσου η τε Μωσαϊκή θεολογία και η Ελληνική φιλοσοφία. Τα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και το της Στοάς, ευρόντα εν Αλεξανδρεία διαπύρους θιασώτας, εμβριθώς ηρευνώντο το φιλοσοφικόν πνεύμα μή δυνάμενον να αναπαυθή εν τη αποδοχή της διδασκαλίας του Μονοθεϊσμού, του απολύτως υπερβατικώς προς τον κόσμον ευρισκομένου και εν ουδεμιά σχέσει προς τον κόσμον ερχομένου, μηδ εν τη Πανθεϊστική θεωρία, καθ ην το θείον απόλλυται εν τη φύσει, και τείνον μεσαίαν τινά να ανακαλύψη αρχήν συμβιβάζουσαν εκατέρωθεν την αλήθειαν, ευρίσκετο εν ζωηρώ φιλοσοφικώ οργασμώ. Εν τώ χρόνω τούτω ενεφανίσθη ο χριστιανισμός επαγγελλόμενος την πλήρη των απαιτήσεων ικανοποίησιν. Οι οπαδοί των διαφόρων συστημάτων ευρόντες εν αυτώ τον σύνδεσμον των μονομερών αληθειών των έν τε τώ Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ευρισκομένων προσωκειώθησαν αυτόν. Επειδή όμως ο χριστιανισμός είναι σοφία εξ αποκαλύψεως, δεν αποβαίνει δε καταληπτή καθ όλου τοίς μέτρω φιλοσοφικώς μετρούσιν αυτήν, διά τούτο δεν εγίνετο ασπαστός καθ όλου, αλλά κατά μέρος. Επειδή όμως το μέρος δεν ηδύνατο να ικανοποιήση τάς απαιτήσεις του φιλοσοφικού νοός, ούτος εμόρφου ίδιον σύστημα, εν ω εφρόνει ότι ευρίσκετο η όλη αλήθεια. Το σύστημα τούτο υπό της Εκκλησίας αποδοκιμαζόμενον εκαλείτο αίρεσις τοιούτω τρόπω εμoρφώθησαν αι διάφοροι αιρέσεις, αίτινες ουδέν άλλο ήσαν η φιλοσοφικά συστήματα φέροντα αντί του φιλοσoφικoύ τρίβωνος την χριστιανικήν αλουργίδα. Ο χριστιανικός αυτών χαρακτήρ ήν απλώς η εξωτερική αυτών χροιά ουσιαστικώς όμως ήσαν καθαρά προϊόντα της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η ανάπτυξις της διδασκαλίας του Αρείου ικανώς απέδειξε τον φιλοσοφικόν χαρακτήρα της διδασκαλίας των. Η χριστιανική άρα διδασκαλία, φανείσα εν εποχή πλήρει φιλοσοφικής ζωής και πνευματικού οργασμού και υφ απάντων πολεμουμένη, εξ άπαντος τελείως θα διεστρέφετo και θα ηλλοιούτο, εάν μή ευθύς εξ αρχής θείαι και ιεραί συνεκροτούντο Σύνοδοι και τάς ετεροδιδασκαλίας αποτελεσματικώς μή απέκλειον της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας, και Σύμβολα, και Δόγματα, και Κανόνας, και Διατάξεις μή συνέταττον προς φρούρησιν και διατήρησιν της καθαρότητος και αγιότητος αυτής.
Η διδασκαλία του Αρείου
Ο Αρειος δογματίσας, ως ανωτέρω ερρήθη, ότι ο υιός και λόγος του Θεού είναι μέν προ παντός χρόνου, αλλ ουχί και υπάρχων, «ήν ότε ουκ ήν» και ότι δεν εγεννήθη εκ του πατρός, αλλά θελήματι του πατρός εκ του μηδενός εκτίσθη και επομένως ήτο κτίσμα εξ ουκ όντων ότι ο Θεός δεν ήτο πάντοτε πατήρ, ουδ ο υιός υπήρχε πριν γεννηθή, δηλ. κτισθή, αλλ ουδέ εκ της ουσίας του πατρός αλλά ξένος αυτού κατ ουσίαν, και επομένως ουδέ Θεός αληθινός, αλλά μετοχή θεοποιηθείς, ανέπτυξε το φιλοσοφικόν του σύστημα, ήτοι την αίρεσίν του, δι ού φρονεί ότι συμβιβάζει την Μοναρχίαν και Μονοθείΐαν προς την περί Τριαδικού Θεού του Χριστιανισμού διδασκαλίαν.
Κρίσεις επί της αιρέσεως του Αρείου
Ο κατά του Αρειανισμού αγών εν τη Εκκλησία εγένετο λίαν σφοδρός διότι η περί Θεού έννoια αυτού δεν είχεν απλώς Ιουδαϊκόν χαρακτήρα, αλλ ήτο ανάμιξις Ιουδαϊκών και Εθνικών στοιχείων, και κατά τούτο ο Αρειανισμός απέβαινε λίαν επικίνδυνος. Αντί της υψηλοτέρας ενότητος, ήτις συνάπτει εν εαυτή το εν ταίς προ Χριστού θρησκείαις περιεχόμενον αληθές, ο Αρειανισμός έθετο φαινομένην τινά ενότητα συνάπτουσαν το εν τώ Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ψευδές και αποκλείουσαν το εν αυταίς αληθές. Το μέν εν τώ Ιουδαϊσμώ αληθές είναι η μεταξύ Θεού και κόσμου διαφoρά το δε εν τώ Εθνισμώ αληθές είναι η εσωτερική ενότης μεταξύ θεότητος και ανθρωπότητος. Τάς αληθείας ταύτας αμφοτέρας περιέχει η ορθόδοξος χριστιανική Πίστις. Το εν τώ Ιουδαϊσμώ ψευδές είναι ο χωρισμός μεταξύ θεού και κόσμου, το δε εν τώ Εθνισμώ η ανάμιξις θεότητος και ανθρωπότητος. Ο Αρειανισμός αποκλείσας το εν αμφοτέροις αληθές απεδέξατο μόνον το εν αμφοτέροις ψευδές διότι αποδεχόμενος παρά του Εθνισμού την ανάμιξιν θεότητος και ανθρωπότητος αποδίδει εις την κτίσιν, εις ην κατατάσσει και τον Υιόν, ον θεωρεί ως κτίσμα, θείαν ιδιότητα και καθιστά δημιουργόν του κόσμου και αντικείμενον θείας προσκυνήσεως, παρά δε του Ιουδαϊσμού αποδεχόμενος τον χωρισμόν μεταξύ Θεού και κόσμου, ήτοι τον Δυϊσμόν, θεωρεί την γέννησιν του κόσμου ως όλως τυχαίαν και ούτω η μεταξύ θεού και κόσμου σχέσις στηρίζεται επί αυθαιρέτου λόγου.
Διδασκαλία του Αθανασίου και των επισήμων Πατέρων της Εκκλησίας
Τοιαύτη ήν η διδασκαλία του Αρείου, ην ώφειλoν να καταπολεμήσουν οι οπαδοί της Ορθοδόξου Πίστεως, και τοιούτος ο λόγος της συγκροτήσεως της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Οποία δε η διδασκαλία των Πατέρων και πόσον σοφώς συνδυάζει τάς δύο αληθείας τάς έν τε τώ Ιουδαϊσμώ και τώ Εθνισμώ ταύτην εκθέτομεν εν τοίς εφεξής. Εις την ανάμιξιν των εκ του Ιουδαϊσμού και του Εθνισμού ειλημμένων στοιχείων του ψεύδους, ην παριστά ο Αρειανισμός, έπρεπε να αντιταχθή η γνησία περί Θεού χριστιανική έννοια, ήτις είναι η αληθής υψηλοτέρα ενότης των εν τώ Ιουδαϊσμώ και τώ Εθνισμώ περιεχομένων στοιχείων της αληθείας. Την γνησίαν ταύτην περί Θεού έννοιαν της Χριστιανικής θρησκείας ανέπτυξε κατά του Αρειανισμού πρώτος ο Αθανάσιος, έπειτα δε και άλλοι επίσημοι Πατέρες, ιδίως ο Ναζιανζηνός Γρηγόριος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπερενίκησαν την πανθεϊστικήν και διϊστικήν αρχήν αναχθέντες εις εσωτερικάς εν τώ Θεώ διακρίσεις. Ο Αθανάσιος ορμάται εκ της αρχής ότι ο Θεός, ως Θεός ζών, θέλει να αποκαλύπτη εαυτόν εν όλη τη δόξη αυτού. Ο δε άνθρωπος χρήζει του Θεού και είναι επιδεκτικός αυτού ο ανθρώπινος λόγος έχει πόθον προς τον αρχέτυπον λόγον, προς κοινωνίαν μετά του Θεού και προς γνώσιν της ουσίας αυτού, δυνάμεθα δε να έχωμεν άμεσον κοινωνίαν προς αυτόν, εάν ο Θεός θέλη να έχη κοινωνίαν προς ημάς. Εν τώ Χριστώ και Αγίω Πνεύματι περιέχεται η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας και η πλήρης αυτομετάδοσις του Θεού ίνα δε ο Χριστός είναι πλήρης αποκαλύψεως της αληθείας, ανάγκη να είναι ο εν τώ Χριστώ ενανθρωπήσας Λόγος της αυτής ουσίας προς τον Θεόν επίσης τέλειος ως ο Πατήρ διότι άλλως δεν ήθελεν είναι αποκεκαλυμμένη η πλήρης αλήθεια, καθ όσον ο αποκαλύπτων δεν ήθελε περιέχει όλην την αλήθειαν το δε Άγιον Πνεύμα δεν ήθελε προσάγει ημάς προς τον Θεόν, αν δεν ήτο Θεός, διότι ουχί μετά τινος κτίσματος ή περιωρισμένου όντος πρέπει να συναφθώμεν, αλλ αμέσως μετ αυτού του Θεού. Ο Αθανάσιος και οι μετ αυτόν επίσημοι Πατέρες της τετάρτης 100ρίδος αποδέχονται ότι ο Θεός πρέπει αναγκαίως να είναι εν εαυτώ ζών, όπως δυνηθή να προέλθη εξ αυτού οκόσμος. Όθεν κατ αυτούς ψευδής είναι εκείνη η περί Θεού έννοια, καθ ην ούτος είναι υπερβατικόν μόνον όν, διότι κατ αυτούς ο Θεός είναι αΐδιος ζωή και κίνησις. Αλλ ίνα είναι ο Θεός αΐδιος ζωή και κίνησις, πρέπει να έχη εσωτερικάς διακρίσεις εν εαυτώ άνευ δε εσωτερικών διακρίσεων ο Θεός, κατά τον Άγιον Αθανάσιον δεν ήθελε δύνασθαι ουδ εξ εαυτού έχει ύπαρξιν. Κατ αυτόν η θεία πηγή ουδέποτε είναι ξηρά, εις δε το φώς αυτού ουδέποτε ελλείπει η λάμψις αυτού, ο δε Θεός δεν είναι άγονος και άνευ παραγωγής εν εαυτώ, διότι άλλως έπρεπεν εξ ανάγκης να είναι και ανενέργητος, και ουδέν ήθελε δυνηθή να δημιουργήση. Επειδή δε ο Θεός εν εαυτώ είναι παραγωγική ζωή, είναι και δημιουργικός εκτός εαυτού, κατά πρώτον δε παράγει αϊδίως εαυτόν διότι ο Θεός είναι αΐδιος αιτιότης εαυτού, καθ όσον είναι αίτιον και αιτιατόν συγχρόνως δέ, καθ όσον ο Θεός είναι εν εαυτώ η αΐδιος κίνησις και ζωή, δύναται να παραγάγη τον κόσμον. Ταύτην την εν τώ Θεώ αιτιότητα εαυτού, ής ένεκα αυτός είναι αίτιον και αιτιατόν, εφαρμόζει ο Άγιος Αθανάσιος εις τάς εν τώ Θεώ υποστατικάς διακρίσεις. Το μέν εν τη Θεότητι αίτιον η Εκκλησία ονομάζει Πατέρα, το δε αιτιατόν εν αυτή η Εκκλησία ονομάζει Υιόν, αμφότερα δε είναι της αυτής Ουσίας. Και κατά τον Ναζιανζηνόν Γρηγόριον ο Θεός δεν είναι απλή μονάς διότι αύτη εν τη μονότητι εαυτής ήθελεν είναι εναντία εαυτής, έπρεπεν εξ ανάγκης να εκπέση εαυτής, ίνα είναι κίνησις και ζωή. Εν τώ Θεώ δεν υπάρχει ακάθεκτός τις φυσική πλησμονή η δε Μονάς κινηθείσα εξ αρχής εις Δυάδα έστη εν Τριάδι. Ούτω διά της χριστιανικής περί θεού εννοίας των Πατέρων της τετάρτης 100ρίδος ήρθη η αφηρημένη και άνευ κινήσεως απλότης της θείας ουσίας. Κατά τον άγιον Αθανάσιον και τον Ιλάριον ο Θεός έχει την αυτοσυνείδησιν εαυτού, καθ όσον αυτός ο Θεός ο γεννήσας, ή ως Πατήρ ως αίτιον, ορά εαυτόν εν τώ αιτιατώ εν Εικόνι και χαίρει επί ταύτη τη Εικόνι. Όθεν αι διακρινόμεναι εν τώ Θεώ υποστάσεις μετέχουσι και της θείας αυτογνωσίας κατά τον άγιον Αθανάσιον. Ένεκα της εν αυτώ διακρίσεως ο Θεός δεν συγχέεται προς τον κόσμον εν τη προς αυτόν κοινωνία και μεταδόσει, αλλά διατηρεί το ύψος και την υπερβατικότητα εαυτού διότι πάσα αυτομετάδοσις του Θεού προϋποτίθησι την αυτοσυντήρησιν εαυτού, διά των εσωτερικών δε εν τώ Θεώ διακρίσεων ο Θεός εν τη αυτομεταδόσει συντηρεί εαυτόν και εν τη αυτοσυντηρήσει μεταδίδει εαυτόν διά της αγάπης εις τον κόσμον. Αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ημών εις τον προς τους Αρειανούς αγώνα έδειξαν ότι η Μονάς ίνα νοηθή ως κίνησις και ζωή, δέον να θεωρηθή προβαίνουσα εις Δυάδα διότι άλλως ο Θεός δεν ηδύνατο να νοηθή, ως ο Θεός ζών, ευκόλως ηδύνατο να δειχθή ότι, επειδή διά της δυάδος δεν πρέπει να αρθή η ενότης του Θεού, η νόησις αιτεί και τρίτον τι, όπερ την δυάδα ανάγει εις την ενότητα. Τούτο εδείχθη εν τώ αγώνι των Πατέρων της Εκκλησίας περί του Αγίου Πνεύματος, όπερ ο Αρειανός Μακεδόνιος εθεώρει ως κτίσμα ανώτερον μετά τον Υιόν.
Το Ιερόν Σύμβολον της Ορθοδόξου Πίστεως
Επί είκοσι περίπου ημέρας [(1) κατ άλλους η Σύνοδος αύτη διήρκεσε 3½ έτη, κατά δε τον Γελάσιον παρά Φωτίω 6½ έτη αποτελουμένη εκ 256 Πατέρων] ενασχοληθείσα η Α’ εν Νικαία Ιερά Οικουμενική Σύνοδος εις τα σπουδαιότατα θρησκευτικά ζητήματα έλυσεν εντός του βραχυτάτου τούτου χρονικού διαστήματος πλην άλλων δευτερευόντων το δυσχερέστατον ζήτημα, όπερ προ μικρού είχε διαταράξη την Εκκλησίαν, καθιερώσασα την αρχήν του ομοουσίου του Πατρός και του Υιού, ην παρεδέξατο έκτοτε η Ορθόδοξος Πίστις διά του τοίς πάσι γνωστού θείου και ιερού Συμβόλου, εν ω τον Υιόν του Θεού και Λόγον Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν ομοούσιον τώ Πατρί, ήτοι της αυτής, και ουχί ομοίας, φύσεως και ουσίας τώ Πατρί, επομένως την αυτήν δόξαν και εξουσίαν και κυριότητα και αϊδιότητα και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα έχει δε επιλέξει ούτω· «Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, πάντων ορατών και αοράτων Ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φώς εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τώ Πατρί, δι ού τα πάντα εγένετο τα εν τώ Ουρανώ και τα εν τη Γή, τον δι ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα, και σταυρωθέντα και ενανθρωπήσαντα, παθόντα, και αναστάντα τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους Ουρανούς, και καθεζόμενον εν δεξιά του Πατρός και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς και εις το Πνεύμα το Άγιον τους δε λέγοντας ότι ήν πότε, ότε ουκ ήν, και πριν γεννηθήναι ουκ ήν, και ότι εξ ουκ όντων εγένετο η εξ ετέρας υποστάσεως η ουσίας φάσκοντας είναι, ή τρεπτόν ή αλλοιωτόν τον Υιόν του Θεού, τούτους αναθεματίζει η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Τούτο το Σύμβολον ο μέν Ιεροσολύμων Θεόδωρος πίστεως ορθήν ομολογίαν ωνόμασεν, ο δε Ρώμης Δάμασος τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου και απλώς παρά πάσης της Εκκλησίας καλείται η χαρακτηριστική σημαία των Ορθοδόξων, η διακρίνουσα αυτούς των ψευδαδέλφων και κακοδόξων. H λέξις Σύμβολον ελήφθη κατά μεταφοράν εκ των στρατιωτικών όρων διότι σύμβολον παρ αυτοίς καλείται το μυστικόν σύνθημα το διακρίνον τους στρατιώτας των παρεμβολών των εχθρικών στρατευμάτων. Η Σύνοδος αύτη επελήφθη και του ζητήματος περί του διορισμού της ημέρας και του χρόνου της εορτής του Πάσχα, τον οποίον σήμερον κρατεί απαράλλακτον η Ανατολική Εκκλησία (Αποστλ. Κν. Ζ´, και τον Α´ της εν Αντιοχεία και Συνγτμ. Ράλλη και Ποτλή Τόμ. 2ος Σελ, 10), συνέταξε δε και 20 Ιερούς Κανόνας. Τα πρακτικά όμως της Ιεράς ταύτης Συνόδου δεν σώζονται ούτε Ελληνιστί ούτε Λατινιστί. Τα σήμερον σωζόμενα είναι εκείνα, άτινα συνέγραψεν ο Παμφίλου Ευσέβιος, Σωκράτης ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Ιερώνυμος, και οι άλλοι, ιδίως δε όσα ο Γελάσιος ο Κυζικηνός ο ύστερον και Επίσκοπος Καισαρείας και Παλαιστίνης γενόμενος συνέγραψεν επί Ζήνωνος τώ 476. Την του Γελασίου συγγραφήν ο μέν Νικήτας ο Χωνιάτης ονομάζει πρακτικά, ο δε Φώτιος Ιστορικόν μάλλον ή πρακτικόν της Συγγραφής του Γελασίου μνημονεύει και ο Ιωάννης ο Κυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. Σελ. 108).
Το αποτέλεσμα της A´ Οικουμενικής Συνόδου
Διά της οριστικής λοιπόν λύσεως του ακανθωδεστάτου και σπουδαιοτάτoυ θρησκευτικού προβλήματος, του από πολλού ήδη διχοτομήσαντος την Εκκλησίαν εις δύω αντίπαλα στρατόπεδα και την Πολιτείαν εκ τούτου διαταράξαντος, η μέν Ορθοδοξία εδέξατο το Ιερόν Σύμβολον της εν Νικαία Α΄ αγίας Οικoυμενικής Συνόδου, οι δε αντιδοξούντες αvεθεματίσθησαν και ο αιρεσιάρχης Αρειος μετά των πεισματωδεστέρων ομοφρόνων αυτού εξωρίσθησαν εις Γαλατίαν της Μικράς Ασίας. Οι δύω Ευσέβιοι επί μικρόν διστάσαντες να υπογράψωσι την ομολογίαν της Πίστεως ενέδωκαν τέλος εις την μεγάλην πλειονοψηφίαν, καθόσον μάλιστα ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απέδειξεν ότι έχει αμετάθετον την απόφασιν να υποστηρίξη μέχρις εσχάτων τα υπό της Ιεράς Συνόδου θεσπισθέντα και διά της βασιλικής αυτού χειρός επικυρωθέντα, εκδούς συγχρόνως και ίδιον κατά των αντιδοξούντων Βασιλ. διάταγμα, εν ω ρητώς ωνόμαζε τον Αρειον μαθητήν του Πορφυρίου, ενός των οπαδών της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, διέτασσε να καώσι τα συγγράμματα του Αρείου και επέβαλε ποινήν θανάτου κατά παντός, όστις έμελλε να φωραθή ότι κρύπτει τι τούτων των αιρετικών συγγραμμάτων. Ούτω δε απεδόθη δικαίως δόξα τώ εν Υψίστοις θεώ και επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.
Η εκ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ωφέλεια
Η πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος αποκηρύξασα την διδακαλίαν του Αρείου έσωσε τον Χριστιανισμόν από προφανεστάτης διαστροφής. Εάν δε η Οικ. αύτη Σύνοδος δεν απεκήρυττε τον Αρειον ως κακόδοξον και αιρετικόν, η διδασκαλία αυτού, ως κατά το φαινόμενον ορθολογιστική, ήθελεν αποβή ταχέως διδασκαλία της Εκκλησίας, όπερ ολίγου δείν και μετά ταύτα εγένετο επί της βασιλείας του Αρειανού Ουάλεντος, εάν μή η Οικουμενική Α’ Σύνοδος ίστατο ως προπύργιον διά των αποφάνσεων της κατά των Αρειανικών προσβολών και μή περιεχάραττε τον χώρον της αληθείας της εν Χριστώ Πίστεως. Εάν δε εις τον Σωτήρα Χριστόν οφείλωμεν την αληθή γνώσιν του Θεού, εις την Αγίαν Α’ Οικουμενικήν Σύνοδον οφείλομεν την υποστήριξιν αυτής διότι, εάν αύτη μή συνεκροτείτο, τολμώ να είπω ότι η αληθής Ορθόδοξος Πίστις θα εξηφανίζετο, το δε έργον της Σωτηρίας θα έμενεν ημιτελές. Η συγκρότησις λοιπόν της Α’ Οικουμ. Συνόδου ήτο κατά νεύσιν της Θείας Βουλής, ίνα το έργον της Σωτηρίας διαφυλάξη τέλειον, και ως ασφαλής θεματοφύλαξ παραδώση αυτό ταίς κατόπιν γενεαίς. Πάντως εκ θείου Πνεύματος εκινήθησαν οι θείοι Πατέρες οι αναλαβόντες τον αγώνα κατά του Αρείου, ο δε Μέγας Αυτοκράτωρ άγιος Κωνσταντίνος κατά θείαν έμπνευσιν προέβη εις την συγκρότησιν της Αγίας Οικουμ. Συνόδου το Πνεύμα το θείον ήτο το δίδον τοίς Αγίοις Πατράσι στόμα και σοφίαν, ή ουκ ηδυνήθησαν αντιστήναι, ουδ αντειπείν πάντες οι αντικείμενοι αυτής. Αυτό εδίδαξεν αυτούς αποφθέγγεσθαι περί του Ενανθρωπήσαντος Θεού και σέβειν Θεόν εν Τριάδι την αληθή και σωτήριον φιλοσοφίαν.
Η προς την Α’ εν Νικαία Οικουμενικήν Σύνοδον οφειλομένη ευγνωμοσύνη των Χριστιανών και ιδία των Ελλήνων
Προ της Ιεράς μνήμης της Ιεράς ταύτης Οικουμ. Συνόδου οφείλομεν οι την Πίστιν αυτής ομολογούντες να αποκαλυπτώμεθα και μετά σεβασμού το όνομα αυτής να εορτάζωμεν ετησίως, όπως έργω εκδηλώμεν ό,τι λόγω παραδεχόμεθα να εκχέωμεν δε τάς καρδίας ημών προς τον Θεόν εξ αισθήματος ευγνωμοσύνης και να δοξάζωμεν τους Αγίους Πατέρας, τους αηττήτους προμάχους της ορθοδόξου Πίστεως ψάλλοντες εναρμονίως όσα αυτοί καλώς εδογμάτισαν και εμελώδησαν. Και μεταξύ μέν των θεσπεσίων ανδρών, οίτινες διέλαμψαν κατά την μεγάλην εκείνην εποχήν της κρίσεως και της ακμής της θρησκείας, εν τη οφειλομένη ευγνωμοσύνη ημών πρέπει πάντως να κατέχη την εξαιρετικήν θέσιν ο πρώτος απάντων και καθηγούμενος Μέγας Αθανάσιος διότι ούτος θεσπίσας ότι «Πίστις καθολική αύτη εστίν ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι και Τριάδα εν Μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τάς υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες», απεσκυβάλισεν εις τους απίστους πάντα, όστις δεν απεδέχετο ολόκληρον την σειράν των αρρήτων τούτων αληθειών, διήνοιξεν ανυπέρβλητον χάσμα μεταξύ Αρείου και Εκκλησίας οχυρώσας την Χριστιανικήν ενότητα διά πανοπλίας, ήτις επήρκεσεν αυτή επί πεντεκαίδεκα όλους αιώνας, και διά της ασφαλείας, δι ής περιέβαλε την Πίστιν, εμφυσήσας θάρρος και πειθώ ακαταγώνιστον εις άπαντας τους Κήρυκας του θείου Λόγου από των χρόνων αυτού μέχρι σήμερον. Αλλά και οι μετά του Αγίου Αθανασίου ευθαρσώς και γενναίως συναγωνισάμενοι 318 Θεοφόροι Πατέρες παρά πάντων μέν των Χριστιανών δέον να ώσι σεβαστοί, κατ εξοχήν όμως παρά των Ελλήνων διότι ούτοι πλην του θρησκευτικού λόγου, δι ον οφείλουσιν ευγνωμοσύνην προς αυτήν, έχουσι και λόγους πολιτικούς, λόγους εθνικούς, δι ους οφείλουσι να τιμώσι και γεραίρωσι την μνήμην αυτής. Και τώ όντι εν τη Ιερά ταύτη Συνόδω ο διασπαρείς Ελληνισμός από του Μεγάλου Αλεξάνδρου του προπαρασκευάσαντος την οδόν του Χριστιανισμού υπό Αυτοκράτορα τον Μέγαν Κωνσταντίνον, Ρωμαίον μέν το γένος και την αρχήν, αλλ Έλληνα την διάθεσιν διά την επίδρασιν της θρησκείας της Ελληνικώς αναπτυχθείσης, συναθροίζεται από των περάτων του Ρωμαικού κράτους εν Νικαία, ίνα κανονίση την πίστιν των Ρωμαίων υπηκόων αυτού, αυθεντικώς αποφανθή κατά της παλαιάς πλάνης, και ανακηρύξη την ορθήν διδασκαλίαν, ην ώφειλεν η Οικουμένη άπασα να ασπασθή, ως τον κανόνα και οδηγόν της αληθείας της κανονιζούσης τα ευγενέστερα του ανθρώπου αισθήματα. Εν ταύτη ο Ελληνισμός ενίκησεν ουχί μόνον την αίρεσιν, αλλά και την εθνικήν πλάνην της παλαιάς λατρείας και την Ρωμαϊκήν εξουσίαν· εν ταύτη εξεδηλώθη η ισχύς του Ελληνικού στοιχείου, αύτη δε υπήρξεν ο πρώτος σπινθήρ του αναλάμψαντος μετά ταύτα Ελληνισμού, αύτη ήτο η πρώτη ζύμη η συγκεντρώσασα περί εαυτήν και ζυμώσασα όλον τον Ρωμαϊσμόν, ον εντός ολίγου ανέδειξεν Ελληνισμόν, και αύτη ήν το χωνευτήριον το καθαρίσαντα στοιχεία του κράτους και αναχωνεύσαν το Βυζαντινόν Ελληνικόν βασίλειον. H Ελληνική φιλοσοφία εν αυτή διέλαμψεν, ο δε Πλάτων και ο Αριστοτέλης ήσαν οι επίκουροι της αληθείας πρόμαχοι. Πάντως λοιπόν η θεία Πρόνοια παρουσίασεν αυτούς προ του Χριστιανισμού, όπως βοηθήσωσιν αυτόν εν τη πάλη κατά του ψεύδους. Εν τη Συνόδω ταύτη έστη το τρόπαιον του Ελληνισμού εν ταύτη ο Ελληνισμός, ως άλλη Αθηνά ανέθορεν εκ της κεφαλής του Ρωμαϊκού κράτους, όπως διευθύνη διά της σοφίας αυτής τάς συνειδήσεις των ανθρώπων και συμβουλεύση τα άριστα. H Νίκαια, η Ελληνικωτάτη αύτη πόλις, ήτο ο θρίαμβος των Αθηνών κατά της Ρώμης, ήτο η πτώσις αυτής και η ανόρθωσις της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας πρωτευούσης του Ελληνισμoύ εν ταύτη ανεφάνη η ισχύς αυτού, ανεδείχθη το κράτος αυτού και διέλαμψεν η περιφάνεια του πνεύματος αυτού. Ιδού εν αυτή τα πάντα Ελληνικά, τα Μέλη της Συνόδου, η Γλώσσα, αι συζητήσεις, τα Πρακτικά, τα Βουλεύματα και εν γένει πάντα τα χαρακτηρίζοντα Ελληνικήν Βουλήν. H Σύνοδος αύτη είναι τιμητικόν παράσημον, το οποίον ετίμησε, τιμά και θα τιμά το στήθος παντός Έλληνος εν αυτή εδείχθη ότι ο Ελληνισμός δεν θνήσκει, αλλ ότι πίπτων εγείρεται ισχυρότερος, ότι έχει το μυστήριον να κατακτά πνευματικώς τους κατακτώντας τάς χώρας του, και ότι προώρισται να ζή, όπως ζωογονή. Η Α’ Οικουμενική αύτη Σύνοδος δέον να διδάξη τα έθνη και τους λαούς ότι οφείλουσι να σέβωνται και τιμώσι τον Ελληνισμόν διά τε τάς μεγάλας εκδουλεύσεις, ας παρέσχε τη ανθρωπότητι εν γένει, και διά τα ιδιάζοντα πλεονεκτήματα αυτού, δι ών δύναται να φαίνηται αείποτε ωφέλιμος τη ανθρωπότητι. Τοιαύτη η πρώτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος, και τοιαύται αι αρεταί και αι υπηρεσίαι αυτής πρός τε την ανθρωπότητα και ιδίως προς τον Ελληνισμόν διό πάντες μέν οφείλουσι να τιμώσιν αυτήν, ιδίως όμως ο Ελληνισμός διότι αύτη υπήρξε δι αυτόν ναύς περισώσασα και αναδείξασα θρησκείαν και εθνικότητα.

Τα Αναγνώσματα στη Θ. Λειτουργία.(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης)


«Και τη του ηλίου λεγομένη ημέρα πάντων κατά πόλεις, ή αγρούς μενόντων επί το αυτό συνέλευσις γίνεται και τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγιγνώσκεται.»
(Και την ημέρα που λέγεται ημέρα του ηλίου, γίνεται σύναξη όλων που μένουν στις πόλεις ή στα χωράφια κι εκεί διαβάζονται τα απομνημονεύματα των Αποστόλων ή τα συγγράμματα των Προφητών.)
Είναι η πρώτη περιγραφή της θείας Λειτουργίας, μόλις εκατόν είκοσι χρόνια ύστερ’ από την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Ο φιλόσοφος και μάρτυρας Ιουστίνος μας δίνει εδώ μαρτυρία για το πως άρχιζε η θεία Λειτουργία. Πρώτα λοιπόν διαβάζονταν περικοπές από τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αυτή την τάξη η Εκκλησία την πήρε από τη Συναγωγή, όπου κάθε Σάββατο διάβαζαν περικοπές από το Νόμο και τους Προφήτες. Στις περικοπές αυτές προστέθηκαν περικοπές από τα απομνημονεύματα των Αποστόλων. Απομνημονεύματα κυρίως λέγονται τα τέσσερα Ευαγγέλια, αλλά μαζί με αυτά εδώ πρέπει να εννοήσουμε τις Πράξεις και τις Επιστολές. Ας ομιλήσουμε λοιπόν για τα αγιογραφικά αναγνώσματα της θείας Λειτουργίας.
Μετά τη Μεγάλη Συναπτή, τα Αντίφωνα, την είσοδο του Ευαγγελίου και τον Τρισάγιο Ύμνο, που πρέπει να τα θεωρήσουμε όλα σαν πρόλογο της θείας Λειτουργίας, ερχόμαστε τώρα στην ανάγνωση των Γραφών. Όπως είδαμε στο παραπάνω κείμενο του αγίου Ιουστίνου, η ανάγνωση των Γραφών ήταν από την πρώτη εποχή στοιχείο της θείας Λειτουργίας. Σήμερα, όταν λέμε ανάγνωση των Γραφών στη θεία Λειτουργία, εννοούμε τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο. Στην πρώτη όμως εποχή τα αναγνώσματα ήσαν περισσότερα, ένα ή και δύο από την Παλαιά Διαθήκη και δύο από την Καινή. Αργότερα τα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης περιορίστηκαν στην ακολουθία του Εσπερινού, κι έμειναν στη θεία Λειτουργία τα δύο αναγνώσματα της Καινής. Από τα  αναγνώσματα της  Παλαιάς Διαθήκης κατάλοιπα στη θεία λειτουργία είναι το Προκείμενο, ένας δηλαδή ψαλμικός στίχος μ’ έναν δεύτερο που πάντα τον συνοδεύει, εκφωνούμενοι κι οι δύο πριν από τον Απόστολο, και το Αλληλούια, που συνοδεύεται κι αυτό με δύο ψαλμικούς στίχους και ψάλλεται πριν από το Ευαγγέλιο.
Στη Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου βλέπουμε καλύτερα τα δύο αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, το ένα πριν από τον Απόστολο, που είναι ο ύμνος των Τριών Παίδων, και το άλλο πριν από το Ευαγγέλιο, που είναι ο 81ος ψαλμός. Αλλά βλέπουμε και τον τρόπο με τον οποίο ψάλλονταν τα ψαλμικά αναγνώσματα. Δύο είναι οι τρόποι της ψαλμωδίας· ο αντιφωνικός και ο «καθ’ υπακοήν». «Καθ’ υπακοήν» θα πει· ο αναγνώστης να διαβάζει με τη σειρά τους στίχους του ψαλμού, και ο χορός των ψαλτών ή ο λαός στο τέλος κάθε στίχου να ψάλλει την επωδό ή εφύμνιο. Στον ύμνο των τριών παί­δων ο αναγνώστης διαβάζει «Ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον», και ο χορός ψάλλει· «Τον Κύριον υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας». Και στον 89ο ψαλμό ο αναγνώστης διαβάζει με τη σειρά τους στίχους και ο χορός ψάλλει την επωδό· «Ανάστα, ο Θεός, κρίνον την γην.,,».
Όσο για τη σημασία γενικά, που έχουν τα αναγνώσματα στη θεία Λειτουργία, ο άγιος Μά­ξιμος ο Ομολογητής γράφει τα εξής· «Τα  αναγνώσματα, που γίνονται στη θεία Λειτουργία μετά την είσοδο του Ευαγγελίου, φανερώνουν γενικά το θέλημα και τις εντολές του Θεού, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να διδάσκονται και να ζουν όλοι οι πιστοί». Θα μας πήγαινε ο λόγος πολύ μακρυά, αν θα θέλαμε τώρα να πούμε τί είναι η θεία Γραφή στην Εκκλησία για τους πιστούς, γι’ αυτό κρίνουμε πως είναι αρκετό να επαναλάβουμε τα λόγια του αγίου Ιωάννη του Δαμάσκηνου·  «Όταν η ψυχή ποτίζεται από τη θεία Γραφή, τρέφεται και δίνει ώριμο καρπό την ορθόδοξη πίστη και στολίζεται με θεάρεστες πράξεις». Η θεία Γραφή βέβαια δεν διδάσκει επιστήμη και γνώσεις, που οι άνθρωποι μπορούν να τις ανακαλύψουν μόνοι τους, αλλά αποκαλύπτει το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Υπάρχει μια σταθερή και μόνιμη τάξη, σύμφωνα με την οποία διαβάζεται η Καινή Διαθήκη, ο Απόστολος δηλαδή και το Ευαγγέλιο στη θεία Λειτουργία. Καθώς δύο είναι οι κύκλοι των εκκλησιαστικών εορτών, έτσι δύο είναι και οι κύκλοι των αναγνωσμάτων όλου του χρόνου. Ο ένας κύκλος αναγνωσμάτων είναι το Κυριακοδρόμιο, οι Απόστολοι δηλαδή και τα Ευαγγέλια, που διαβάζονται κάθε Κυριακή. Ο άλλος κύκλος αναγνωσμάτων είναι το Μηνολόγιο, οι Απόστολοι δηλαδή και τα Ευαγγέλια, που διαβάζονται στις Δεσποτικές και στις Θεομητορικές εορτές και στις εορτές των Αγίων· δηλαδή κάθε μέρα. Όλη σχεδόν η Καινή Διαθήκη είναι χωρισμένη σε περικοπές, καθώς κι ένα μεγάλο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό το χώρισμα είναι πολύ παλιό, αφού τουλάχιστο για τις ευαγγελικές περικοπές αναφέρει σε ομιλίες του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Η Εκκλησία δεν κάνει ακολουθία χωρίς να διαβάσει περικοπή από τη θεία Γραφή. Δεν λέμε βέβαια για το Ψαλτήριο, που διαβάζεται ολόκληρο μέσα σε κάθε εβδομάδα. Είναι λοιπόν άδικη η κατηγορία ότι τάχα οι ορθόδοξοι δεν διαβιβάζουμε τη θεία Γραφή. Η αλήθεια είναι πως δεν κρατάμε το Ευαγγέλιο στην τσέπη και δεν το διαβάζουμε όπου κι όπως τύχει. Το έχουμε στην αγία Τράπεζα, το ακούμε σε κάθε ιερή ακολουθία και θεία Λειτουργία, και η Εκκλησία δεν μιλάει για μελέτη της θείας Γραφής, αλλά για ανάγνωση και ακρόαση. Η ανάγνωση και ακρόαση στη λειτουργική σύναξη, με φυσική προέκταση το θείο κήρυγμα, είναι πράξη θείας λατρείας, όπου οι πιστοί ακούνε «ορθοί» τα θεία λόγια, κάνουν το σταυρό τους και λένε με πίστη και ευγνωμοσύνη στο Θεό· «Δόξα σοι, Κύριε· δόξα σοι».
Η λατρεία της ορθόδοξης Εκκλησίας είναι βιβλική· όχι μόνο γιατί ποτέ δεν λείπουν τα αγιογραφικά αναγνώσματα, αλλά και γιατί όλη η υμνολογία είναι απήχηση της θείας Γραφής. Αυτό, η κατάλληλη δηλαδή περικοπή σε κάθε περίσταση και η ποιητική ανάπτυξη της θείας Γραφής στην Υμνολογία, είναι η εκκλησιαστική ερμηνεία των θεόπνευστων κειμένων. Έτσι ο κάθε ορθόδοξος ξέρει τη θεία Γραφή όχι σαν φιλολογικό κείμενο κι όπως μπορεί αυτός να την διαβάζει και να την καταλαβαίνει, αλλά καθώς την διαβάζει και την ερμηνεύει η Εκκλησία. Η ορθόδοξη Εκκλησία στην ανάγνωση και ακρόαση της θείας Γραφής, και μάλιστα στον Απόστολο και στο Ευαγγέλιο, δίνει επίσημο, δημόσιο και λειτουργικό χαρακτήρα. Ένας σύγχρονός μας ορθόδοξος θεολόγος γράφει χαρακτηριστικά ότι μετά τα Αντίφωνα και το «Άγιος ο Θεός…», όταν δηλαδή παύουν οι ύμνοι, σταματάμε να μιλάμε εμείς, γιατί με την ανάγνωση των θείων Γραφών κατεβαίνει και μιλάει ο Θεός για να τον ακούσουμε. Έτσι ο αγιογραφικός λόγος είναι μια ζωντανή παρουσία μέσα στη λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας.
Πολλές φορές λέμε για τη θεία Γραφή πως είναι θεόπνευστο κείμενο. Εννοούμε, πως η θεία Γραφή είναι γραμμένη με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος. «Πάσα γραφή θεόπνευστος…» γράφει ο άγιος Παύλος, και ο άγιος Πέτρος προσθέτει ότι «υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν άγιοι Θεού άνθρωποι», από το Άγιο Πνεύμα κινούμενοι είπαν όσα είπαν άγιοι άνθρωποι του Θεού. Στους Προφήτες, πριν από κάθε προφητεία, διαβάζομε· «Τάδε λέγει Κύριος», κι ύστερα πάλι από την προφητεία διαβάζομε· «Το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα». Ο Προφήτης δηλαδή βεβαιώνει και μαρτυρεί πως ο λόγος δεν είναι δικός του, αλλά λόγος Θεού. Και ο Ιησούς Χριστός λέει στους μαθητές του ότι «ουχ υμείς έστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του Πατρός υμών το λα­λούν εν υμίν»· όταν προφορικά ή γραπτά μιλάνε οι Προφήτες και οι Απόστολοι, δεν είναι αυτοί που μιλάνε, αλλά το Άγιο Πνεύμα που μιλάει μέσα τους. Ο λόγος εδώ δεν εννοεί ότι το Άγιο Πνεύμα υπαγορεύει τις λέξεις, αλλ’ ότι επιστατεί στα νοήματα που θα κηρύξουν. Γι’ αυτό βλέπουμε, και μάλιστα στα τέσσερα Ευαγγέλια, ότι για το ίδιο πράγμα ο κάθε Ευαγγελιστής γράφει μ’ έναν δικό του και προσωπικό τρόπο. Στη θεοπνευστία δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, χωρίς να καταργεί το πρόσωπο του Προφήτη ή του Αποστόλου, τον οδηγεί και τον φυλάγει σ’ εκείνο που γράφει. Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι η θεία Γραφή γράφτηκε μέσα στην Εκκλησία από την Εκκλησία και για την Εκκλησία, σε κάθε σύναξη της οποίας «τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγιγνώσκεται». Αμήν.
(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας) 

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...