Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Μαΐου 20, 2013

Εορτή Άγιων Κωνσταντίνου και Ελένης των θεοστέπτων βασιλέων και ισαποστόλων




Το έργο των δύο αυτών μεγάλων αγίων της Εκκλησίας είναι πολυσχιδές. Την εποχη εκείνη, κατά την οποία οι καταδιωχθέντες χριστιανοί έβγαιναν σιγά-σιγά από τις κατακόμβες και είχαν ανάγκη τόσο από υλική, όσο και από πνευματική βοήθεια, οι δύο αυτοί Άγιοι της Εκκλησίας ανάλαβαν να υποστηρίξουν τους πιστούς και να συμβάλουν στο έργο της Εκκλησίας.
Η Αγία Ελένη
Η Αγία Ελένη γεννήθηκε στο Δρέπανο της Βιθυνίας (Γιάλοβα Μ. Ασίας) στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Είκοσι περίπου χρόνια μετά τη γέννησή της, η Ελένη γνωρίστηκε με τον Κωνστάντιο Χλωρό, αξιωματούχο της Αυτοκρατορίας, τον οποίο παντρέυτηκε το 270, με βάση πρόνοια ειδικού νόμου, ο οποίος επέτρεπε το γάμο αξιωματούχων με γυναίκες λαϊκής καταγωγής. Ο Κωνστάντιος ήταν συγγενής του Κλαυδίου, ο οποίος βασίλευσε πριν από τον Διοκλητιανό. Ο Κωνστάντιος προσελήφθει στα ανάκτορα από τον Διοκλητιανό. Καρπός του γάμου της Ελένης και του Κωνστάντιου ήταν ο Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα μονοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τον οποίο η Αγία Ελένη γέννησε στη Ναϊσσό της Μοισίας (Νίσσα Σερβίας).
Ο Κωνστάντιος, προκειμένου, να προβιβαστεί από τον Διοκλητιανό σε Καίσαρα Γαλατίας, Ισπανίας και Βρεττανίας ήλθε σε διάζευξη και νυμφεύθηκε τη Θεοδώρα ανεψιά του Μαξιμιανού. Τότε, η Αγία Ελένη μαζί με τον Κωνσταντίνο παρέμειναν υπό την επιτήρηση του Διοκλητιανού και στη συνέχεια του Γαλέριου, για να μπορούν να ελέγχουν τον Κωνστάντιο. Ωστόσο, η ανάληψη του Καισαρικού αξιώματος από τον Κωνστάντιο λειτούργησε ευνοϊκά για την Εκκλησία, αφού ακόμη και κατά την περίοδο των διωγμών, που εξαπέλυσε ο Διοκλητιανός,  οι πιστοί σε αυτή την περιοχή δεν καταδιώχτηκαν. Επίσης, με την άνοδο του Χλωρού στο αξίωμα αυτό ανοίχθηκε ο δρόμος και για τον υιό του Κωνσταντίνο.
Η Αγία Ελένη επανήλθε στη δημόσια ζωή κατά την ανάδειξη του Κωνσταντίνου σε Καίσαρα το 306, οπότε ο Κωνσταντίνος την έφερε κοντά του στα Τρέβηρα και ακολούθως την πήρε μαζί του στη Ρώμη, όταν επρόκειτο να ανακηρυχθεί σε Αύγουστο. Η Αγία ανακηρύχθηκε σε Αυγούστα από τον Κωνσταντίνο, όταν αυτός παρέμεινε μονοκράτορας νικώντας τον Λικίνιο, για να την έχει κοντά του από αγάπη, αλλά και ως σύμβουλο και συνεργάτιδα. Αυτή η αγάπη και ο σεβασμός του Κωνσταντίνου προς την μητέρα του φάνηκε και με την ύψωση δύο στηλών στη μεγάλη πλατεία «Φόρος», η μία στο όνομα της Αγίας Ελένης και η άλλη στο όνομά του, και ανάμεσα τους ένας σταυρός, που έφερε την επιγραφή: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού πατρός, Αμήν». Επίσης, για να την τιμήσει, έκοψε νομίσματα με τ' όνομα και τη μορφή της και μετονόμασε το Δρέπανο σε Ελενόπολη.
Ακόμη, μεταξύ άλλων, παραχώρησε στη μητέρα του το ανάκτορο στο Σεσσόριο του Λατερανού, όπου έκτισε μία εκκλησία, ώστε αυτή να μπορεί να επιτελεί φιλανθρωπικό και πνευματικό έργο. Στη συνέχεια, η Αγία Ελένη, με τη συγκατάθεση του Κωνσταντίνου, ανάλαβε η ίδια την ευθύνη της ανοικοδόμησης ναών και το κτίσιμο νέων εκκλησιών και ευαγών ιδρυμάτων σε όλη την επικράτεια της Αυτοκρατορίας. Ο ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει σχετικά: «Ελένη Αυγούστα...ευσεβούς τεκμήρια διαθέσεως ίδρυσε».
Καίριος και κύριος σταθμός της ζωής της Αγίας Ελένης, λίγο πριν από την κοίμησή της, είναι η μετάβασή της στους Αγίους Τόπους, όπου, κατόπιν θεϊκού σημείου, βρήκε τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου (326 μ.Χ.). Όταν έφθασε στα Ιεροσόλυμα, λοιπόν, καθ’ υπόδειξη του Αγίου Κυριάκου, που ήταν Εβραίος και τότε λεγόταν Ιούδας, αλλά και με βάση μία παράδοση που έλεγε ότι μετά την Αποκαθήλωση ο Τίμιος Σταυρός πετάχθηκε σε λάκκο, κοντά στον Γολγοθά, άρχισε αμέσως τις σχετικές έρευνες. Επειδή όμως επρόκειτο για υπέρογκη εργασία, οι έρευνες στράφηκαν στο μέρος εκείνο, όπου βλάστανε το λουλούδι βασιλικός, του οποίου η ευωδία ήταν έντονη. Ο χρονογράφος Γεώργιος μοναχός σημειώνει το γεγονός της ευρέσεως ως εξής: «Μαθών δε ο Επίσκοπος (Μακάριος), τα της Βασιλικής ελεύσεως...πάντας παρακάλεσε ησυχία να κάμουσι και σπουδαιοτέραν ευχήν υπέρ τούτου, στον Θεό προσέφερε... Τούτου δε γενομένου, ευθύς θεόθεν εδείχθη στον Επίσκοπο ο τόπος, όπου ο ακαθάρτου δαίμονος, ο ναός και το άγαλμα της Αφροδίτης υπήρχε. Τότε η βασίλισσα, πλήθος πολύ τεχνιτών και εργατών συγκέντρωσε και εκ βάθρων το αισχρό οικοδόμημα κατέστρεψε. Τούτου δε γενομένου, ανεφάνη το θείον Μνήμα, ο τόπος του κρανίου και τρεις καταχωμένοι σταυροί...Αμηχανία και θλίψη κατέλαβε την Βασίλισσα...Ο δε Επίσκοπος μετά πίστεως έλυσε την απορία...Γυναίκα άρρωστη, υπό πάντων απεγνωσμένη και τα λοίσθια πνέουσα, έφεραν μεταξύ των σταυρών...υπό τη σκιά του Τιμίου Σταυρού η ασθενούσα...ευθέως αναπήδησε, δοξάζουσα μετά μεγάλης φωνής τον Θεό...Η δε Βασίλισσα Ελένη, μετά χαράς μεγάλης παρέλαβε τον Σταυρό...και μέρος αυτού παρέδωσε στον Επίσκοπο της πόλεως» (Γεώργιος Μοναχός, Περί της ευρέσεως του σταυρού, 110.620-621). Επίσης, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι στον Γολγοθά ανευρέθησαν τρεις σταυροί, από τους οποίους ο ένας διαγνώστηκε ότι ανήκει στον Ιησού Χριστό. Το Συναξάρι της εορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού αναφέρει: «διαπορούσης δε της Βασιλίσσης (δηλ. της Αγίας Ελένης), τίς αν είη ο του Κυρίου Σταυρός, διά της εις θανούσαν γυναίκα χήραν θαυματουργίας δείκνυται· και ανέστη τη τούτου προσψαύσει· των δε λοιπών δύο σταυρών των Ληστών μηδέν εις τούτο ενδειξαμένων εις θαυματοποιΐας υπόδειγμα».
Μετά το σημείο αυτό της Χάρης, η Αγία Ελένη αποφάσισε να οικοδομήσει επί τόπου το ναό της Αναστάσεως, ένα ακόμη ναό επάνω από το Σπήλαιο της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ και άλλους δύο, ένα στο όρος της Αναλήψεως και ένα στο ορός Θαβώρ.
Κατόπιν, η Αγία Ελένη αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, μεταφέροντας μαζί της τεμάχια του Τιμίου Ξύλου. Η Πρόνοια του Θεού, όμως, θέλησε όπως η Αγία να περάσει (και πάλι) από την Κύπρο μας. Έτσι αποβιβάστηκε νότια της νήσου, κοντά στο σημερινό Ζύγι. Η περιοχή στην οποία αποβιβάστηκε, υπήρχε ένα ποτάμι, το οποίο τότε ονομάστηκε βασιλοπόταμο, κοντά στο οποίο εναπόθεσε τους σταυρούς – κατά την παράδοση, επειδή οι τρεις σταυροί είχαν παραμείνει μαζί για πολλά χρόνια, τους αποσύνδεσε, έσμιξε τα ξύλα τους και τους ξαναέφτιαξε. Από το ξύλο του υποποδίου του σταυρού του Χριστού έφτιαξε, επίσης, ένα άλλο μικρό σταυρό.
Εκεί, εξαντηλμένη καθώς ήταν, η ογδοντάχρονη Αγία, έγειρε για να ξεκουραστεί λίγο, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία της προς την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια του ύπνου της, όμως, ένας νέος με αγγελική μορφή της είπε: «Σεβαστή μου βασίλισσα, είμαι απεσταλμένος του Παναγάθου Θεού, για να σου εκφράσω το θέλημά Του. Όπως εκεί στα Ιεροσόλυμα έκτισες ναούς, για να δοξάζεται και να υμνείται ο Θεός, έτσι κι εδώ, σε τούτο το νησί το ευλογημένο, πρέπει να πράξεις το ίδιο. Να κτίσεις κι εδώ ιερό ναό, τον οποίο μάλιστα να θεμελιώσεις με το Τίμιο Ξύλο, για να προσκυνείται και να δοξάζεται στους αιώνες ο Σταυρός του Κυρίου από τους κατοίκους αυτού του τόπου. Εδώ θα ζουν Χριστιανοί μέχρι τη συντέλεια του κόσμου».
Η Αγία όταν ξύπνησε, διέταξε αμέσως να γίνει όπως ο λαμπρός εκείνος νέος της υπέδειξε. Ο ένας όμως από τους μεγάλους σταυρούς είχε εξαφανιστεί. Βέβαια ύστερα θεάθηκε στην κορυφή του βουνού Όλυμπος. Εκεί, λοιπόν, βρέθηκε το τίμιο ξύλο, το οποίο προς στιγμή είχε χαθεί. Τότε, η Αγία Ελένη με τους συνεργάτες της έκτισαν ναό τον οποίο εγκαινίασαν με το τίμιο Ξύλο και από τότε (327) το βουνό αυτό ονομάζεται Σταυροβούνι, όπου μέχρι σήμερα υπάρχει η ομώνυμη Ιερά Μονή.
Εκτός από την εκκλησία στο Σταυροβούνι, η Βασίλισσα διέταξε να κτιστεί ένας ακόμη ναός στην περιοχή της Τόχνης. Επίσης, παρέδωσε στην Εκκλησία Κύπρου μερικά άλλα τεμάχια Τιμίου Ξύλου και ένα τεμάχιο από τον άγιο Κάνναβο, με τον οποίον έδεσαν τα άχραντα χέρια του Κυρίου -και που σήμερα βρίσκεται στο Όμοδος-, αλλά και τμήμα από ένα Ήλο (καρφί).
Από την Κύπρο Αγία Ελένη αναχώρησε για την Βασιλεύουσα, όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος υποδέχθηκε τον Τίμιο Σταυρό, τους τέσσερις Ήλους και την μητέρα του με κάθε λαμπρότητα. Σημειώνουμε ότι απ’αυτούς τους τέσσερις Ήλους, οι δύο τοποθετήθηκαν στο Στέμμα, το οποίο φορούσε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.
Μία ακόμη παράδοση συνδέει την Αγία με την Κύπρο, σύμφωνα με την οποία η Βασίλισσα έφερε ένα καράβι γάτους, για να εξαλείψουν τις λεγόμενες κουφάδες (φίδια), που γέμισε το νησί, λόγω της ανομβρίας.
Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι ενώ η Αγία Ελένη βρισκόταν στην Ανατολή, συνέβησαν διάφορα θλιβερά γεγονότα• ο θάνατος του εγγονού της Κρίσπου, το παιδί της πρώτης γυναίκας του Κωνσταντίνου Νινευίνας, αλλά και ο θάνατος της δεύτερής του γυναίκας Φαύστας, για λόγους που παραμένουν χωρίς ιστορική τεκμηρίωση. Αναφέρεται από τον Ρωμαίο ιστορικό, Βίκτωρα Σέξτο Αυρήλιο ότι η Φαύστα κατηγόρησε τον Κρίσπο πως επιχείρησε να την βιάσει, προκειμένου αυτή να προωθήσει τα δικά της τρία παιδιά. Έτσι, ο Κωνσταντίνος επέπληξε τον Κρίσπο και τον φυλάκισε, αλλά δεν βρέθηκε κάποια δική του απόφαση, η οποία να διατάζει όπως εκτελεστεί ο Κρίσπος (οπως κατηγορείται). Ωστόσο, η Αγία Ελένη επέπληξε τον Κωνσταντίνο για την πράξη του να φυλακίσει τον Κρίσπο.
Η Αγία Ελένη κομήθηκε ένα χρόνο μετά από το γυρισμό της στην Βασιλέυουσα, σε ηλικία 81 περίπου ετών (328-329).
Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του Τιμίου Ξύλου φυλάγεται στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου στο Άγιο Όρος.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος
Την εποχή που ο πατέρας του Κωνστάντιος υπηρετούσε στα Ανάκτορα, ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια, κατέχοντας το αξίωμα του Χιλίαρχου. Όταν όμως οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός παραιτούνται από τα αξιώματά τους, στο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος για τη Δύση και ο Γαλέριος για την Ανατολή. Όταν πεθαίνει ο Κωνστάντιος (306) ο στρατός της δύσης αναγνώρισε ως Αύγουστο τον Κωνσταντίνο.
Ο Κωνσταντίνος, λοιπόν, ανακηρύχθηκε σε Αύγουστο κατόπιν της νίκης του εναντίον του Μαξεντίου. Ήταν μία περίοδος, κατά την οποία ο Μαξέντιος, υιός του Μαξιμιανού, προέβαινε σε «έκπτυστα και αποτρόπαια και εναγή και βέβηλα» έργα καταδυναστεύοντας τους πολίτες. Γι’ αυτό και ο Κωνσταντίνος επιστράτευσε εναντίον του αριθημητικά πλεονεκτούντος Μαξεντίου. Ο ιστορικός Ευσέβιος, επί του προκειμένου αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος δεν γνώριζε καλά-καλά σε ποιόν ακριβώς Θεό να προσευχηθεί για να αντιμετωπίσει τον Μαξέντιο. Όταν, όμως, άρχισε να αναπέμπει παρακλήσεις, μετά το μεσημέρι φάνηκε στον ουρανό ένα σημείο• ήταν ο Σταυρός, με την επιγραφή «εν τούτῳ νίκα». Έτσι, έχοντας τη βεβαιότητα της θείας συμπαράστασης επιτίθεται εναντίον του Μαξεντίου, τον οποίο και κατατροπώνει και ελευθερώνει τους ρωμαίους πολίτες από την τυρρανία του.
Μετά τα γεγονότα αυτά, και ύστερα από θεία νεύση, οικοδομεί την Κωνσταντινούπολη στην περιοχή του Βυζαντίου και μεταφέρει την έδρα της Αυτοκρατορίας εκεί, και ταυτόχρονα φροντίζει να ενισχύσει ποικιλοτρόπως όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Αξιοσημείωτο γεγονός, μεταξύ άλλων, είναι η υπογραφή του διατάγματος των Μεδιολάνων το 313, το οποίο προέβλεπε να σταματήσουν οι διωγμοί και να αποφυλακισθούν οι πιστοί. Το διάταγμα υπογράφηκε με την ευκαιρία του γάμου του Λικινίου με την αδελφή του Κωνσταντία.
Επίσης, ο Κωνσταντίνος συμμετείχε ενεργά στις εξελίξεις που αφορούσαν στην αίρεση του Αρείου, αφού απέστειλε μέσω του σύμβουλού του, Όσιου, Επισκόπου Κορδούης, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο για το πρόβλημα που δημιουργούσε ο Άρειος, χωρίς ωστόσο να βελτιωθεί η κατάσταση. Γι’ αυτό, λοιπόν, αποφάσισε όπως συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325, η οποία και αποφάνθηκε ότι ο Άρειος διδάσκει αιρετικές απόψεις. Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την γνωστοποίηση των σχετικών αποφάσεων προς όλη την επικράτεια της Αυτοκρατορίας.
Ο Άρειος, όμως, και οι ομόφρονές του, φέροντες προσωπεία αδικημένων, παραπλάνησαν τον Κωνσταντίνο, ασκώντας την φιλολογική και φιλοσοφική τους τέχνη και έτσι τον έπεισαν ότι η διδασκαλία τους δεν αφίσταται από το δόγμα της Οικουμενικής Συνόδου. Αποτέλεσμα της επέμβασης αυτής του Αρείου ήταν η σύγκληση νέας συνόδου το 327 μ.Χ., η οποία ανακάλεσε τον Άρειο από την εξορία και αποκατέστησε τους ομοφρόνους του Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από πλευράς Ορθοδόξων, γι’αυτό, τόσο ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, όσο και ο Μέγας Αθανάσιος δεν συμβιβάστηκαν με τις αποφάσεις της Συνόδου, παρόλο που ο Αυτοκράτορας απειλούσε με καθαίρεση. Ακολούθως, νέα Σύνοδος αιρετικών Επισκόπων, που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330, καθαίρεσε και εξόρισε τον ο Άγιο Ευστάθιο, Επίσκοπο Αντιοχείας και στη συνέχεια, το 335, νέα Σύνοδος, στην Τύρο της Συρίας, επέβαλε την ποινή της καθαίρεσης στον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος, ως εκ τούτου, ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να τον ακούσει. Ο Αυτοκράτορας στην αρχή δεν αποδέχτηκε να ακούσει τον Μεγάλο αυτό Πατέρα της Εκκλησίας, παρά μόνο όταν του είπε: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ».
Μετά την ακρόαση, και αφού ο Κωνσταντίνος κάλεσε όλους αυτούς που συμμετείχαν στη Σύνοδο της Τύρου, ο Ευσέβιος Νικομηδείας παρουσιάστηκε, με άλλο επιχείρημα ενώπιον του Αυτοκράτορα, αυτή τη φορά, θέτοντας το θέμα της δήθεν παρεμπόδισης της μεταφοράς σιταριού. Ο Αυτοκράτορας εξόρισε, τελικά, τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβηρα της Γαλλίας, όμως δεν επικύρωσε την απόφαση της Συνόδου εκείνης και παράλληλα δεν προχώρησε σε αναπλήρωση της επισκοπικής έδρας της Αλεξάνδρειας. Το ζήτημα του Αρείου έλυσε την περίοδο εκείνη η Πρόνοια του Θεού, αφού την παραμονή της πανυγηρικής αναγνώρισης του Αρείου, αυτός απέθανε με φρικτό τρόπο ενώ βρισκόταν στο αποχωρητήριο.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν ονομάστηκε έτσι μόνο γιατί ήταν σπουδαίος και αήττητος μαχητής και έκανε μεγάλα έργα, αλλά και για τη μετάνοια που επέδειξε στη συνέχεια. Αφού βαπτίσθηκε, λοιπόν, είπε: «Νυν αληθεί λόγω μακάριον οιδ’ εμαυτόν, νυν της αθανάτου ζωής πεφάναι άξιον, νυν του θείου μετειληφέναι φωτός πεπίστευκα». Από τότε και μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337, σε προάστιο της Νικομήδειας, δεν ενδύθηκε βασιλικό μανδύα. Ή κοίμησή του σημειώθηκε εννέα χρόνια μετά την κοίμηση της μητέρας του σε ηλικία 63 ετών. Ήταν η ημέρα της εορτής της Πεντηκοστής, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ευσέβιος.
Η μνήμη τους τελείται στις 21 Μαΐου.
Απολυτίκιον 
«Πρώτος πέφηνας, εν Βασιλεύσι, θείον έδρασμα, της ευσεβείας, απ’ ουρανού δεδεγμένος το χάρισμα• όθεν Χριστού τον Σταυρόν εφανέρωσας, και την Ορθόδοξον πίστην εφήπλωσας. Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, συν Μητρί Ελένη θεόφρονι, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών».
Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος

Τυπικόν της 21ης Mαΐου 2013

Τρίτη: Τῶν Ἁγίων ἐνδόξων, μεγάλων, θεοστέπτων καί Ἰσαποστόλων Βασιλέων, Κωνσταντίνου καί Ἑλένης.'



Τῇ Δευτέρᾳ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκια:
1.– «Ὅτε κατῆλθες...». 
2. «Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ...». 
3. Δόξα˙ «Ταῖς Μυροφόροις...».
Κοντάκιον: 
«Τό χαῖρε ταῖς Μυροφόροις...».
Ἀπόλυσις: 
Μικρά. Ἡ Ἀναστάσιμος.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός – Ψαλτήριον.
Εἰς τό˙ «Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια:
 Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τῶν Ἰσαποστόλων˙ '
--«Ὅπλον κραταιότατον... 
– Ἔδωκας, φιλάνθρωπε...
– Πρῶτος καθυπέταξας...» εἰς 6, ἅπαντα ἐκ δευτέρου.
Δόξα: 
Τό Ἰδιόμελον τῶν Ἰσαποστόλων˙ «Πλουσίων δωρεῶν τά κρείττονα...».
Καί νῦν: 
Τό ὁμόηχον Ἰδιόμελον τῶν Μυροφόρων˙ «Αἱ Μυροφόροι ὄρθριαι...»,
 ζήτει τοῦτο εἰς τό Δόξα, Και νῦν, τῶν Ἑσπερίων τῆς σήμερον.
Εἴσοδος: 
«Φῶς ἱλαρόν...».Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί τά Ἀναγνώσματα.
Ἀπόστιχα: 
Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τῶν Ἰσαποστόλων˙ -
-«Πρῶτος, Βασιλεύς Χριστιανῶν... 
– Ὄντως, μακαρία ἡ γαστήρ... 
– Πόθῳ καί ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ...»,μετά τῶν πρό αὐτῶν στίχων 
εἰς τά δύο τελευταῖα: 
α΄.– «Ὕψωσα ἐκλεκτόν ἐκ τοῦ λαοῦ μου, εὗρον Δαυΐδ τόν δοῦλον 
μου, ἐν ἐλαίῳ ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν».
β΄.– «Διά τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου, ἔλαιον ἀγαλλιάσεως 
παρά τούς μετόχους σου».
Δόξα: 
Τό Ἰδιόμελον αὐτῶν˙ «Σέλας φαεινότατον...».
Καί νῦν: 
Τό ἕτερον Ἰδιόμελον τῶν Μυροφόρων˙ 
«Τί τά μύρα τοῖς δάκρυσι...», ζήτει καί τοῦτο εἰς τό Δόξα, 
Καί νῦν, τῶν Ἀποστίχων τῶν Ἑσπερίων τῆς σήμερον.
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Ὅτε κατῆλθες...». 
2.– Δόξα, τῶν Ἰσαποστόλων˙ «Τοῦ Σταυροῦ σου τόν τύπον...» καί 
3.– Καί νῦν, τῶν Μυροφόρων· «Ταῖς Μυροφόροις...».
Ἀπόλυσις: 
«Ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Τῇ Τρίτῃ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
 Μετά τόν Ν΄ Ψαλμόν, τά διά τήν Λιτήν 
Στιχηρά Ἰδιόμελα τῶν Ἰσαποστόλων˙«Χρεωστικῶς ἐκτελοῦμεν...»,
 κτλ. μετά τοῦ Δόξα αὐτῶν, Καί νῦν, τό ὁμόηχον Ἰδιόμελον
 τῶν Μυροφόρων· «Σέ τόν ἀναβαλλόμενον...», 
ζήτει τοῦτο εἰς τό Δόξα, τῶν Ἑσπερίων τοῦ Σαββάτου. 
Τρισάγιον καί τό Ἀπολυτίκιον τῶν Ἰσαποστόλων˙
«Τοῦ Σταυροῦ σου τόν τύπον...».
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό˙ «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκια: 
Τά τοῦ Ἑσπερινοῦ.
Καθίσματα: 
Τῶν Ἰσαποστόλων τῆς α΄ καί β΄ Στιχολογίας καί τό μετά 
τόν Πολυέλεον καί εἰς τό Δόξα, Καί νῦν, ἀνά ἕν τῶν Μυροφόρων· 
«Αἱ Μυροφόροι ὄρθριαι γενόμεναι...»,
 «Πρός τό μνῆμά σου Σῶτερ...» καί˙ 
«Τά μύρα Σωτήρ...»,ζήτει ταῦτα ἀντιστοίχως τῇ Τρίτῃ, 
τῇ Τετάρτῃ καί τῇ Πέμπτῃ πρωῒ.
Ἀναβαθμοί: 
Τό α΄ Ἀντίφωνον τοῦ δ΄ ἤχου˙ «Ἐκ νεότητός μου...».
Προκείμενον: 
«Ὕψωσα ἐκλεκτόν ἐκ τοῦ λαοῦ μου, εὗρον Δαυΐδ τόν δοῦλον μου, 
ἐν ἐλαίῳ ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν».
Στίχος: 
«Διά τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου, ἔλαιον ἀγαλλιάσεως 
παρά τούς μετόχους σου».
Εὐαγγέλιον Ὄρθρου: 
Τῶν Ἰσαποστόλων˙ «Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα...» (Ἰω. ι΄ 9-16),
 ζήτει τοῦτο τῇ 13ῃ Νοεμβρίου.
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...».
Ὁ Ν΄ Ψαλμός: 
(Χῦμα). Δόξα˙ «Ταῖς τῶν Θεοστέπτων...». Καί νῦν·  
«Ταῖς τῆς Θεοτόκου...» καί τό Ἰδιόμελον· 
 «Τοῦ εὐσεβοῦς Κωνσταντίνου...», ζήτει τοῦτο εἰς τήν Λιτήν.
Κανόνες: 
1.– Τῶν Μυροφόρων· «Ἐσταυρώθης σαρκί...», 
μετά τῶν Εἱρμῶν αὐτοῦ, μετά στίχου˙
 «Δόξα σοι, ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι» καί 
2.– Τῶν Ἰσαποστόλων˙«Μόνε ἐπουράνιε Βασιλεῦ...» 
μετά στίχου·  
«Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπέρ ἡμῶν»,
 ἀμφότεροι εἰς 4.
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς˙
Τό Κοντάκιον τῶν Μυροφόρων (χῦμα) καί τά˙
Μεσῴδια Καθίσματα: 
1.– Τῶν Ἰσαποστόλων·  «Τάς αἰσθήσεις ἐκτείνας...» καί
 2.–Δόξα, Καί νῦν, τῶν Μυροφόρων· «Τά μύρα θερμῶς...», 
ζήτει τοῦτο τῇ Κυριακῇ πρωΐ.
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον – Οἶκος: 
Τῶν Ἰσαποστόλων.
Συναξάριον: 
Τῆς ἡμέρας.
Καταβασίαι: 
«Ἀναστάσεως ἡμέρα...».
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς:
 «Ὁ Ἄγγελος ἐβόα... – Φωτίζου, φωτίζου...».
Ἐξαποστειλάρια: 
1.– Τῶν Ἰσαποστόλων˙ «Οὐκ ἐξ ἀνθρώπων εἴληφε...» καί 
2.–Τῶν Μυροφόρων· «Γυναῖκες ἀκουτίσθητε...».
Αἶνοι: 
Τά 4 Στιχηρά Προσόμοια τῶν Ἰσαποστόλων·
 «Χαίροις, Κωνσταντῖνε πάνσοφε... 
– Ὁ βασιλεύων τῆς κτίσεως... 
– Τά τοῦ Κυρίου διδάγματα... 
– Ἔλαιον ἀγαλλιάσεως...».
Δόξα: 
Τό Ἰδιόμελον αὐτῶν˙ «Ὁ τῶν ἀνάκτων ἄναξ καί Θεός...».
Καί νῦν: Το Ἰδιόμελον τῶν Μυροφόρων· «Αἱ Μυροφόροι γυναῖκες...», ζήτει τοῦτο εἰς τό Δόξα, Καί νῦν, τῶν Αἴνων τῆς σήμερον.
Δοξολογία:
 Μεγάλη.
«Τοῦ Σταυροῦ σου τόν τύπον...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Ἀντίφωνα-Εἰσοδικόν: 
Τοῦ Πάσχα.
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Ὅτε κατῆλθες...»
2.– Τῶν Μυροφόρων· «Ταῖς Μυροφόροις...». 
3.– Τῶν Ἰσαποστόλων˙ «Τοῦ Σταυροῦ σου τόν τύπον...» καί
 4.–Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον:
 Τῶν Μυροφόρων· «Τό χαῖρε ταῖς Μυροφόροις...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος: 
Τῶν Ἰσαποστόλων·  «Ἀγρίππας ὁ βασιλεύς...» (Πράξ. κς΄ 1,12-20).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως˙ «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μή εἰσερχόμενος...».
Εἰς τό Ἐξαιρέτως: 
«Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν: 
«Εἰς πᾶσαν τήν γῆν...».
«Χριστός ἀνέστη...», κτλ.
Ἀπόλυσις: 
Ἡ τοῦ Ἑσπερινοῦ.
 

20 Μαΐου 1825. Ὁ Παπαφλέσσας τιμᾶ τὸν ὅρκο του καὶ πέφτει ὑπὲρ Πατρίδος!



Ὁ Παπαφλέσσας ἦταν ἕνας πολὺ δυναμικὸς ἄνθρωπος. 
Ἐὰν δὲν ἦταν αὐτός, 

πολὺ πιθανὸν νὰ μὴν εἶχαν καταφέρῃ οἱ παπποῦδες μας νὰ πραγματοποιήσουν
 τὴν ἐπανάστασι.


Ἦταν ὅμως ὁ Παπαφλέσσας ἄνθρωπος τῶν ἄκρων. Τῶν πολὺ ἄκρων.

Ἄν καὶ πολέμησε μὲ πάθος κι αὐταπάρνησι γιὰ τὴν ἐλευθερία μας,
 ὅταν ἄρχισαν νὰ φτάνουν τὰ χρήματα τῶν δανείων ἄρχισε κι αὐτὸς
 νὰ μπαίνῃ στὸ παιχνίδι τῆς μοιρασιᾶς.

Γράφει ὁ Φωτιάδης: «Στ’ ἀναμεταξὺ εἶχε βυθιστῇ στὶς πολιτικὲς δολοπλοκίες 
καὶ στοὺς ἐμφυλίους ἔως τὸν λαιμό. Εἶχε κατεβῇ καὶ τὸ τελευταῖο σκαλοπάτι
 τῆς σκάλας τοῦ κακοῦ…» γιὰ τὸν Παπαφλέσσα. Κι ὄχι μόνον ὁ Φωτιάδης.

Ὁ Παπαφλέσσας ἔδωσε πολλὰ στὴν ἐπανάστασι. Μὰ ἔδωσε καὶ πολλὰ 
στὶς δολοπλοκίες.

Τὰ στερνὰ ὅμως τιμοῦν τὰ πρῶτα, λέει ὁ λαός μας. Κι ἔτσι εἶναι.

Ὅταν διεπίστωσε πὼς ἡ κυβέρνησις Κουντουριώτου-Μαυροκορδάτου
σχεδίαζε νὰ παραγγείλῃ μισθοφόρους στὴν Ἀμερικὴ γιὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν
 Ἰμπραήμ, ἐφ’ ὅσον ὅλους τοὺς δικούς μας στρατιωτικοὺς τοὺς εἶχε 
φυλακισμένους, πρῶτος ὁ Παπαφλέσσας σηκώθηκε καὶ φώναξε νὰ τοὺς 
ἐλευθερώσουν. Μά ποιός νά τόν ἀκούσῃ;

Ἤδη ὁ Κουντουριώτης εἶχε διορίσῃ στρατάρχη τὸν Ὑδραῖο Κυριάκο Σκούρτη
Ὅμως ὁ Σκούρτης δὲν κατάφερε νὰ ἀντιταχθῇ στὸν Ἰμπραήμ καὶ ἤδη 2000 
ἄντρες εἶχαν παραδοθῇ στὸν ἐχθρό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποσυρθῇ ἡ κυβέρνησις
 στὴν Ὕδρα.. ἀπὸ θλίψι!

Ποιόν λοιπόν θά ἔπειθε;

Ὅμως αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀποτυχία δυνάμωσε τὴν Βουλὴ.

Μαζύ του στἀθηκαν ὁ ἐπίσκοπος Βρεσθένης, πρόεδρος τότε τῆς 
Βουλῆς, ὁ Κωνσταντῖνος Μαυρομιχάλης καὶ ὁ Α. Σπηλιωτάκης.

Τελικῶς τοῦ δίδουν τὴν ἀρχιστρατηγεία γιὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν Ἰμπραήμ.



Ξεκινᾶ νὰ ἀλληλογραφῇ μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν
 σωμάτων γιὰ νὰ τρέξουν νὰ τὸν βοηθήσουν.

Κατέφθασαν ἀρκετοί, ἀλλὰ κι αὐτὸς δὲν στεκόταν κάπου ἀκίνητος. 
Γυρνοῦσε στὰ χωριὰ κι ἔλεγε, ἔλεγε… Κι ἔπειθε, ἔπειθε…

Στὸ μεταξύ, λαμβάνει εἰδοποίησι πὼς ἀμνηστεύθησαν οἱ
 φυλακισμένοι. Ἀλλὰ συνεχίζει.

Ἀναζητᾶ κατάλληλον θέσι γιὰ νὰ προετοιμάσῃ ἀναλόγως καὶ νὰ 
δεκτῇ τὸν Ἰμπραήμ. Τοὺ ὑποδεικνύουν δύο χωριά. Τὸ ἕνα ἦταν τὸ Μανιάκι.

Στὶς 19 Μαΐου τοῦ 1825 ξεκινοῦν νὰ φτιάχνουν ταμπούρια. 
Ὁ Παπαφλέσσας κράτησε τὸ κεντρικὸ γιὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ 
μοίρασε τὰ ἄλλα δύο στοὺς Δημήτρη Φλέσσα καὶ στὸν Πιέρο Βοϊδῆ
ποὺ ὅμως μαζύ τους στάθηκαν κι ἄλλοι, πολλοὶ καπεταναῖοι. 
Ὅμως τὰ ταμπούρια αὐτὰ δὲν ὁλοκληρώθησαν ὅπως θὰ ἔπρεπε,
 διότι στὸ μεταξὺ ἐφάνῃ ἀπὸ μακριὰ ὁ Ἰμπραήμ.

Τὸ στράτευμα τῶν ἐχθρῶν πολυπληθέστατον, 
«τὸ ὁποῖον ἐσκέπασεν ὅλον τὸν τόπο», 
κατὰ τὸν Φωττάκο.

Ὁ Παπαφλέσσας ἔδιωξε τοὺς ἐμπίστους του, 
ἐκτὸς τοῦ Μιχαῆλ Σταϊκοπούλου κι ἑτοιμάστηκε.

Ὅμως στὴν θέα τόσου στρατοῦ οἱ περισσότεροι καπεταναῖοι
 ἀποφασίζουν νὰ φύγουν.
 Πρῶτος ἀπεχώρησε ὁ Σταυριανὸς Καπετανάκης κρυφά,
 Ὅσοι τὸν εἶδαν τὸν ἠκολούθησαν. 
Περίπου χίλιοι ἀνεχώρησαν.

Στὸ μεταξὺ τὸ ἱππικὸ τῶν ἐχθρῶν ξεκινᾶ τὶς ἐπιθέσεις 
κι ὁ Φλέσσας, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ Φωτάκος, 
βγάζει πύρινο λόγο στὰ παλληκάρια ποὺ ἀπέμειναν 
καὶ ἦταν κάτω ἀπὸ χίλια. Μὰ κι αὐτοὶ ποὺ ἀπέμειναν 
ἀνεζήτουν τρόπους διαφυγῆς, ἀντιλαμβανόμενοι τὴν
 παγίδα ποὺ ἐντός της εἶχαν κλειστῇ. Γκρινιάζουν…

Ὁ Παπαφλέσσας βάζει τὶς φωνές.
 «Περιμένουμε κι ἄλλους, πολλούς»,ἔλεγε…
Κάποιοι ντρέπονται κι ἐπιστρέφουν στὶς θέσεις τους. 
Ὁ Βοϊδῆςμάλλιστα εἶπε: «Πᾶμε εἰς τὰ ταμπούρια μας κι 
ὅποιος θὰ μείνῃ γιαμά, ἄς ἀκούῃ τῶν γυναικῶν 
τὰ μοιρολόγια».

Ὀ Παναγιώτης Κεφάλας, μαζὺ μὲ μερικοὺς ἄλλους 
ποὺ ξεκίνησαν ἐκείνην τὴν στιγμὴ νὰ φύγουν, 
κομματιάστηκαν ἔτσι, δωρεάν.

Ἡ ἐπίθεσις ξεκίνησε. Ὁ Ἰμπραὴμ εἶχε στήσῃ, πρὶν τὴν μάχη,
 2000 ἄντρες του στὰ μετόπισθεν τῶν δικῶν μας.
 Ἔτσι, νὰ κάθονται. Καὶ τὸ ἱππικό του σὲ κατάστασιν 
ἀναμονῆς.

Ἡ πρώτη ἐπίθεσις ἀπεκρούσθῃ. Ἡ δευτέρα ἐπίσης.

Καθ’ ὅσον ἐτοιμάζονταν γιὰ τὴν τρίτη ἐπίθεσιν φθάνει 
ὁ Πλαπούτας καὶ κτυπᾶ ἀπὸ τὶς πλάτες τοῦ ἐχθροῦ.

Ἀκολουθοῦν ἄλλες τέσσερις ἐπιθέσεις, πιὸ ἰσχυρές.

Στὴν τετάρτη ἐπίθεσιν εἰσβάλλουν στὸ ταμπούρι τοῦ Παπαφλέσσα.
 Τρέχει ὁ ἀνηψιός του Δημήτριος Φλέσσαςνὰ τὸν βοηθήσῃ κι 
ὁ Παπαφλέσσας τὸν στέλνει πίσω. Ἐπιστρέφοντας βρίσκει τὸ 
δικό του ταμπούρι γεμάτο ἐχθρούς. Πέφτει στὴν μάχη καὶ σκοτώνεται.

Πόσους εἶχε μαζύ του; Πόσοι κατάφεραν, ἐάν κατάφεραν νά γλυτώσουν;

Τὸ ταμπούρι τοῦ Παπαφλέσσα «ἐκκαθαρίστηκε» δεύτερο.

Τὸ τρίτο ταμπούρι, τοῦ Βοϊδῆ, κατελήφθῃ τελευταῖο.

Κάποιοι ὅμως κατάφεραν νὰ διαφύγουν, ἐπάνω στὴν φωτιὰ τῆς μάχης,`
 καὶ ἔτρεξαν νὰ βγοῦν στὸ παράπλευρο ῥέμα. Μόλις 150, ἀπὸ τοὺς σχεδὸν
 χιλίους. Πίσω τους οἱ τοῦρκοι κι ἐμπρός τους ἐπίσης οἱ Τοῦρκοι. 
 Ἀπολύτως ἐκπαιδευμένοι, σὰν τακτικὸς στρατὸς ποὺ ἦταν.

Ἀποφασίζουν νὰ «σκίσουν» τὸ ἐμπόδιον ποὺ τοὺς ἔκλεινε τὸν δρόμο.

Κάποιοι ξεφεύγουν. Λίγο πιὸ κάτω τοὺς βρῆκε τὸ ἱππικό.

Ἐλάχιστοι γλύτωσαν. Ἐλάχιστοι.

Ὅταν τελείωσε ἡ μάχη ὁ Ἰμπραὴμ ζήτησε νὰ τοῦ βροῦν τὸν
 Παπαφλέσσα. Τὸν βρῆκαν, ἀλλὰ τὸ κεφάλι ἀπουσίαζε.
 Τὸ ἀναζητοῦν, τὸν δένουν σὲ ἕνα δέντρο, τοῦ κολλοῦν καὶ 
τὸ κεφάλι κι ἐστάθῃ νὰ τὸν παρατηρῇ.

Ἔπειτα ἐγύρισε καὶ εἶπε στοὺς ἀξιωματικούς του:

«τῷ ὄντι αὐτὸς ἦτο ἱκανὸς καὶ γενναῖος ἄνθρωπος καὶ καλλίτερον
 ἦτο νὰ ἐπαθέναμε ἄλλην τόσην ζημίαν, ἀλλὰ νὰ τὸν ἐπιάναμεν ζωντανόν, 
διότι πολὺ ἤθελε μᾶς χρησιμεύσει.»

Ἀμέσως μετὰ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σκοτώσουν ὅλους τοὺς αἰχμαλώτους.

Ὁ Μιχαὴλ Σταϊκόπουλος μόνον γλύτωσε, διότι τὸν ἔσωσαν 
οἱ Σεχνετζιπαῖοι Τοῦρκοι, ποὺ τὸν ἐγνώριζαν ἀπὸ τὴν Τρίπολι 
κι ὁ Δημήτρης, ἀγνώστων λοιπῶν στοιχείων, ὁ σημαιοφόρος
 τοῦ Παπαφλέσσα.
Αὐτὸς ὅταν εἶδε πὼς χάνεται ἡ μάχη ἔσκισε τὸν σταυρὸ ἀπὸ τὴν σημαία, 
τὴν ἔζωσε στὸ ζωνάρι του καὶ χύθηκε μέσα ἀπὸ τὴν τουρκιά. Γιὰ κάποιον
 ἀνεξήγητο λόγο κατάφερε καὶ πέρασε δίχως νὰ τὸν ἐνοχλήσῃ κάποιος.

Φιλονόη.

Υ.Γ. Οἱ νεκροί, κατὰ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ἰμπραῆμ, ἦταν 800 Ἕλληνες καὶ 1200 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΔΟΞΟΙ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ (21 ΜΑΪΟΥ) π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ




“Ὡς γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὅσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὡστόσο ἡ ἅποψη ποὺ ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νὰ ἔχει γεννηθεῖ στὴ Ναϊσὸ τῆς Ἄνω Μοισίας. Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶναι γνωστὸ, θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ.
Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρὸς, καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.
Τὸ 305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ στὴ Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς, παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά τους καὶ ἀποσύρονται. Στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στὴ Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολή. Ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς πέθανε στὶς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ 
ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως ποὺ δὲν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος. Μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο, υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε στρατηγικὰ, ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.
Ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νὰ αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δὲν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ζητήσει βοήθεια, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, δὲν ἤξερε σὲ ποιὸν Θεὸ νὰ ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερὰ στὴ σκέψη του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζὶ τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορία. Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, πίστευαν σὲ πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους εἶχαν τραγικὸ τέλος. Ἄρχισε, λοιπόν, νὰ προσεύχεται στὸν Θεό, ὑψώνοντας τὸ δεξί του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς Τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. Ἐνῶ προσευχόταν, διαγράφεται στὸν οὐρανὸ μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περὶ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δειλινὸ δηλαδή, εἶδε στὸν οὐρανὸ τὸ τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔγραφε «τούτῳ νίκα». Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦσε νὰ κατανοήσει τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τὸν κατέλαβε ἡ νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στὸν ὕπνο του μαζὶ μὲ τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προέτρεψε νὰ κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους.
Ἔχοντας ὡς σημαία του τὸ Χριστιανικὸ λάβαρο, ἀρχίζει νὰ προελαύνει πρὸς τὴν Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση.
Ὅταν φθάνει στὴ Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως. Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον του δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτούς. Πολὺ σύντομα πληροφορεῖται γιὰ τὴν πενιχρὴ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐνισχύει ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς.
Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στὰ Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία, ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιὰ ἱστορικὴ συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν ποὺ καθιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας.
Τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλά. Ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε νὰ ταράξει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία αὐτή, ποὺ ὀνομάσθηκε ἀρειανισμός, κατέλυε οὐσιαστικὰ τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.
Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τὰ ὅσα θλιβερὰ συνέβαιναν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μὲ τὸν πνευματικό του σύμβουλο Ὅσιο, Ἐπίσκοπο Κορδούης τῆς Ἰσπανίας, ἐπιστολὴ στὸν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἄρειο. Ἡ προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δὲν εὐδοκίμησε. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε ἡ σύγκληση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.
Ἡ περιγραφὴ τῆς ἐναρκτήριας τελετῆς ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ Εὐσέβιο εἶναι ὁμολογουμένως ἐνδιαφέρουσα. Στὸ μεσαῖο οἶκο τῶν ἀνακτόρων εἶχαν προσέλθει ὅλοι οἱ σύνεδροι. Ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη σιγὴ καὶ ὅλοι περίμεναν τὴν εἴσοδο τοῦ αὐτοκράτορος, τὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι θὰ ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορά. Ὁ Κωνσταντίνος εἰσῆλθε ταπεινά, μὲ σεμνότητα καὶ πραότητα. Στὴν ὁμιλία του πρὸς τὴ Σύνοδο χαρακτηρίζει τὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις ὡς τὸ μεγαλύτερο δεινὸ καὶ ἀπὸ τοὺς πολέμους. Ὁ λόγος του ὑπῆρξε εὐθὺς καὶ σαφής. Δὲν ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ παρὰ μονάχα μὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν ὀρθοτόμηση τῆς πίστεως. Ἡ κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς συγγραφεῖς.
Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε  πρωτοβουλίες γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεών της. Ἀπέστειλε ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Ἀλεξανδρείας, στὴν ὁποία γνωστοποιεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ὁ ἴδιος γνωστοποιεῖ πρὸς ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρείου καὶ ἀπαγορεύει τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν ἀπόκρυψη τῶν συγγραμμάτων του. Ἡ πιὸ ἐντυπωσιακή του ὅμως ἐνέργεια εἶναι ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἄρειο. Ἐπιτιμᾶ τὸν αἱρεσιάρχη καὶ τὸν καταδικάζει μὲ αὐστηρότητα γιὰ τὶς κακοδοξίες του.
Ὅμως περὶ τὰ τέλη του 327 μ.Χ. ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καλεῖ τὸν Ἄρειο στὰ ἀνάκτορα. Ὁ αἱρεσιάρχης φυσικὰ δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία καὶ ὑποβάλλει μία ὁμολογία γεμάτη ἀπὸ ἔντεχνες θεολογικὲς ἀνακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο ὅτι αὐτὴ δὲν διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ ὅσα εἶχε ἀποφασίσει ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τελικὰ ὁ αὐτοκράτορας συγκαλεῖ νέα Σύνοδο, τὸ Νοέμβριο τοῦ 327 μ.Χ., ἡ ὁποία ἀνακαλεῖ τὸν Ἄρειο ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ἀποκαθιστᾶ τοὺς ἐξόριστους Ἐπισκόπους Νικομηδείας Εὐσέβιο καὶ Νικαίας Θεόγνιο. Ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀρείου καὶ ἡ ἀποκατάσταση τῶν περὶ αὐτῶν πυροδότησε νέες ἔριδες στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος καὶ στὴν συνέχεια ὁ διάδοχός του Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὸν Ἄρειο στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀπειλεῖ μὲ καθαίρεση τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ἐνῶ σὲ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἀντιόχεια τὸ 330 μ.Χ. καθαιρεῖται καὶ ἐξορίζεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος, Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας († 21 Φεβρουαρίου). Ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου τῆς Συρίας, ποὺ συνῆλθε τὸ 335 μ.Χ., καταδικάζει ἐρήμην μὲ τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος φεύγει, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο.
Εἶναι γεγονὸς πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δὲν ἔδειξε νὰ ἀποδέχεται τὸ αἴτημα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου γιὰ ἀκρόαση. Πείσθηκε ὅμως νὰ τὸν ἀκούσει, ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τοῦ ἀπηύθυνε τὴν ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε τὴν κατάφωρη ἀδικία καὶ τὶς ἄθλιες μεθοδεύσεις σὲ βάρος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ ἔκανε δεκτὸ τὸ αἴτημά του νὰ προσκληθοῦν ὅλοι οἱ συνοδικοὶ τῆς Τύρου καὶ ἡ διαδικασία νὰ λάβει χώρα ἐνώπιόν του.
Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ἀγνόησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐντολή. Πῆρε μόνο ἐλάχιστους ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς καὶ ἐμφανίσθηκε στὸν αὐτοκράτορα. Ξέχασε ὅλες τὶς ὑπόλοιπες κατηγορίες καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔθεσε τὸ θέμα τῆς δῆθεν παρακωλύσεως τῆς ἀποστολῆς σιταριοῦ πρὸς τὴν Βασιλεύουσα. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξοργίζεται καὶ ἐξορίζει τὸν Μέγα Ἀθανάσιο στὰ Τρέβιρα τῆς Γαλλίας. Παρὰ ταῦτα δὲν ἐπικυρώνει τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Τύρου γιὰ καθαίρεση καὶ οὔτε διατάσσει τὴν ἀναπλήρωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Ἡ τελευταία περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶναι αὐτὴ ποὺ τὸν καταξιώνει στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς του πορείας. Ὁ Ἅγιος, κατὰ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 337 μ.Χ., αἰσθάνεται τὰ πρῶτα σοβαρὰ συμπτώματα κάποιας ἀσθένειας. Οἱ πηγὲς μᾶς πληροφοροῦν πὼς ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σὲ ἰαματικὰ λουτρά. Βλέποντας ὅμως τὴν ὑγεία του νὰ ἐπιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο νὰ μεταβεῖ στὴν πόλη Ἑλενόπολη τῆς Βιθυνίας, ποὺ εἶχε ὀνομασθεῖ ἔτσι λόγῳ τῆς Ἁγίας μητέρας του. Ἐκεῖ παρέμεινε στὸ ναὸ τῶν Μαρτύρων, ὅπου ἀνέπεμπε ἱκετήριες εὐχὲς καὶ λιτανεῖες πρὸς τὸν Θεό. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀντιλαμβάνεται πὼς ἡ ἐπίγεια ζωή του πλησιάζει στὸ τέλος της. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καλλιεργεῖται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ μυστήριο τῆς μετάνοιας καὶ τοῦ βαπτίσματος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ καταφεύγει σὲ κάποιο προάστιο τῆς Νικομήδειας, συγκαλεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὸν ἑξῆς λόγο: «Αὐτὸς ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ προσδοκοῦσα ἀπὸ παλιὰ καὶ διψοῦσα καὶ εὐχόμουν νὰ καταξιωθῶ τῆς ἐν Θεῷ σωτηρίας. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγίδα, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ συμμετάσχουμε στὸ σωτήριο σφράγισμα, πρᾶγμα ποὺ κάποτε ἐπιθυμοῦσα νὰ κάνω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, στὰ ὁποῖα, ὅπως παραδίδεται, ὁ Σωτήρας μας ἔλαβε τὸ βάπτισμα εἰς ἡμέτερον τύπον. Ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον, μᾶς ἀξιώνει νὰ λάβουμε τὸ βάπτισμα ἐδῶ. Ἂς μὴν ὑπάρχει λοιπὸν καμία ἀμφιβολία. Γιατὶ καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι θέλημα τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νὰ συνεχισθεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή μας καὶ νὰ συνυπάρχω μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ πλαισιώσω τὴ ζωή μου μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς κανόνες ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεὸ».
Μετὰ τὸ βάπτισμα ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος δὲν ξαναφόρεσε τὸν αὐτοκρατορικὸ χιτώνα, ἀλλὰ παρέμεινε ἐνδεδυμένος μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματος, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του τὸ 337 μ.Χ. Ἦταν ἡ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, γράφει ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁ Εὐσέβιος τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου. Ὅλοι οἱ σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀφοῦ ἔσχισαν τὰ ροῦχα τους καὶ ἔπεσαν στὸ ἔδαφος, ἔκλαιγαν καὶ φώναζαν δυνατά, σὰν νὰ μὴν ἔχαναν τὸ βασιλέα τους, ἀλλὰ τὸν πατέρα τους. Οἱ ταξίαρχοι καὶ οἱ λοχαγοὶ ἔκλαιγαν τὸν εὐεργέτη τους. Οἱ δῆμοι ἦσαν λυπημένοι καὶ κάθε κάτοικος τῆς Κωνσταντινουπόλεως πενθοῦσε, σὰν νὰ ἔχανε τὸ κοινὸ ἀγαθό.
Ἀφοῦ οἱ στρατιωτικοὶ τοποθέτησαν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου σὲ χρυσὴ λάρνακα, τὸ μετέφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐναπέθεσαν σὲ βάθρο στὸν βασιλικὸ οἶκο. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Δίκαια ἡ ἱστορία τὸν ὀνόμασε Μέγα καὶ ἡ Ἐκκλησία Ἰσαπόστολο.

Ἡ  Ἁγία Ἑλένη γεννήθηκε στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας περὶ τὸ 247 μ.Χ. Φαίνεται ὅτι ἦταν ταπεινῆς καταγωγῆς. Στὴν ἱστοριογραφία ὑπάρχει σχετικὴ διχογνωμία ὡς πρὸς τὸ ἂν ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ὑπῆρξε σύζυγος ἢ νόμιμη παλλακίδα τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ.
Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ. γέννησε στὴ Ναϊσὸ τῆς Μοισίας τὸν Κωνσταντίνο. Ὅταν, πέντε ἔτη ἀργότερα, ὁ Κωνσταντίνος Χλωρὸς ἔγινε Καίσαρας ἀπὸ τὸν Διοκλητιανό, ἀναγκάσθηκε νὰ τὴν ἀπομακρύνει, γιὰ νὰ συζευχθεῖ τὴ Θεοδώρα, θετὴ κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, καὶ νὰ ἔχει ἔτσι τὸ συγγενικὸ ἐκεῖνο δεσμὸ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασφάλιζε τὴ στερεότητα τοῦ διοκλητιανοῦ τετραρχικοῦ συστήματος. Παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τιμοῦσε ἰδιαίτερα τὴ μητέρα του. Τῆς ἀπένειμε τὸν τίτλο τῆς αὐγούστης, ἔθεσε τὴ μορφή της ἐπὶ νομισμάτων καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομά της σὲ μία πόλη τῆς Βιθυνίας.
Ἡ Ἁγία ἔδειξε τὴν εὐσέβειά της μὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ τὴν ἀνοικοδόμηση νέων Ἐκκλησιῶν στὴ Ρώμη (Τιμίου Σταυροῦ), στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἁγίων Ἀποστόλων), στὴ Βηθλεὲμ (βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως) καὶ ἐπὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν (βασιλικὴ τῆς Γεθσημανῆ). Ἡ Ἁγία Ἑλένη πῆγε τὸ 326 μ.Χ. στὴν Ἱερουσαλὴμ, ὅπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», ὅπως γράφει ὁ Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιρᾶς. Ἐπιστρέφοντας στὴν Κωνσταντινούπολη, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, ἡ Ἁγία Ἑλένη πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο.
Ἡ Ἑγία Ἑλένη κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μᾶλλον τὸ 327 μ.Χ. σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν. Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει ὅτι ἡ Ἁγία προαισθάνθηκε τὸ θάνατό της καὶ μὲ διαθήκη ἄφησε τὴν περιουσία της στὸν υἱό της καὶ τοὺς ἐγγονούς της.
Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ υἱός της μετέφερε τὸ τίμιο λείψανό της στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ἐνταφίασε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ στὸν ἱερὸ ναὸ αὐτῶν στὴν κινστέρνα τοῦ Βώνου.
Οἱ Βυζαντινοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ τὴν Ἑγία Ἑλένη. Ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ Μεσαίωνα ἦταν πολύ δημοφιλὴς στοὺς Βυζαντινοὺς ἡ ἀπεικόνιση τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ βασιλέως μὲ τὴ μητέρα του, ποὺ κρατοῦσαν στὸ μέσον Σταυρὸ. 
Ἡ παράδοση αὐτὴ διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερα μὲ τὰ κωνσταντινάτα”.
(Από το ιστολόγιο ῾ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ’)

Ο άγιος Κωνσταντίνος αποτελεί για πολλούς σκάνδαλο ως προς την αγιότητά του. Πώς είναι δυνατόν, ισχυρίζονται, ένας βασιλιάς που κατ᾽ ανάγκην έκανε πολέμους, έδινε διαταγές για εξολοθρεύσεις αντιπάλων του, ακόμη και δικών του ανθρώπων όταν νόμιζε ότι του εναντιώνονται, να γίνει τελικώς άγιος και να τιμάται ως άγιος από το πλήρωμα της Εκκλησίας; Το ερώτημα όμως πρέπει να επεκταθεί: πώς είναι δυνατόν ο απόστολος Παύλος να είναι άγιος και να θεωρείται ο μέγιστος των αποστόλων, όταν στη ζωή του και αυτός προέβη σε πολλές πράξεις βίας, τόσο που και μόνο το όνομά του λειτουργούσε για τους πρώτους χριστιανούς ως συνώνυμο της απειλής και του φόνου; Κι όχι μόνο ο Παύλος, αλλά και πολλοί άλλοι από τους αγίους της πίστεώς μας. Τι αγνοούν ή δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τους όσοι επιφυλάσσονται για την αγιότητα του μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά και των υπολοίπων που χρησιμοποίησαν βία; Τη δύναμη της μετανοίας, πολύ περισσότερο όμως τη θέληση του ίδιου του Θεού. Διότι - για να επικεντρώσουμε στον ισαπόστολο άγιο -  ο Κωνσταντίνος ό,τι επιτέλεσε ως πράξη βίας το επιτέλεσε όσο δεν ήταν χριστιανός, ή, μετά τη μεταστροφή του και ασφαλώς πριν από την οριστική ένταξή του στην πίστη διά του αγίου βαπτίσματος, μέσα στην άγνοιά του, ενώ ο ίδιος ο Θεός έδωσε πλούσια σημάδια της θέλησής Του για να είναι ο Κωνσταντίνος κοντά Του.

Η Εκκλησία μας δεν προβληματίστηκε καθόλου: με τα πνευματικά της κριτήρια, με τη διάκρισή της να βλέπει τι είναι εκ Θεού και τι όχι, όχι μόνο δέχτηκε ως γνήσια τη μεταστροφή του πρώτου στην αυτοκρατορία, αλλά τον χαρακτήρισε άγιο και ισαπόστολο, και αυτόν και τη μητέρα του Ελένη. Η υμνολογία μάλιστα της εορτής του αδιάκοπα τονίζει τα θεϊκά σημάδια της ξεχωριστής από τον Θεό κλήσης του. Και εν πρώτοις: την ιδιαίτερη δωρεά να δει τον τίμιο Σταυρό με το ῾τούτω νίκα᾽, πριν από την κρίσιμη μάχη με τον καίσαρα Μαξέντιο.῾Τύπον Σταυρού εν ουρανώ κατοπτεύσας, ήκουσας εκείθεν: ῾Εν τούτω νίκα᾽ τους εχθρούς σου᾽ (δοξαστικό εσπερινού). Το γεγονός αυτό ο υμνογράφος το θεωρεί ως κλήση από τον Θεό να γίνει χριστιανός ο Κωνσταντίνος και το παραλληλίζει με την κλήση του αποστόλου Παύλου, ο οποίος κλήθηκε από τον ίδιο τον αναστημένο Κύριο, όταν πορευόταν στη Δαμασκό να συλλάβει χριστιανούς. ῾Είδε τον τύπο του Σταυρού σου στον ουρανό και, όπως ο Παύλος, δέχτηκε την κλήση όχι από ανθρώπους ο μεταξύ των βασιλέων απόστολός σου, Κύριε᾽ (῾Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος ο εν βασιλεύσιν Απόστολός σου, Κύριε᾽) (απολυτίκιο). ῾Έλαβες την κλήση όχι από ανθρώπους αλλά όπως ο θεσπέσιος Παύλος απέκτησες αυτήν, ένδοξε Κωνσταντίνε ισαπόστολε, από τον Ουρανό, από τον Χριστό τον Θεό᾽(῾Ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν έλαβες, αλλ᾽ ως ο θεσπέσιος Παύλος έσχες μάλλον ένδοξε ταύτην εξ ύψους, Κωνσταντίνε ισαπόστολε, παρά Χριστού του Θεού᾽) (λιτή). Επειδή όμως ο Παύλος δεν υπήρξε βασιλιάς, οι ύμνοι της Εκκλησίας μας κάνουν και άλλον παραλληλισμό: συγκρίνουν τον Κωνσταντίνο με τον βασιλιά Δαυίδ, με την έννοια ότι όπως εκείνος χρίστηκε με λάδι βασιλιάς ως εκλεκτός του Θεού από τον προφήτη Σαμουήλ, έτσι και ο Κωνσταντίνος: ῾Έγινες νέος Δαυίδ στην πράξη, καθώς δέχτηκες από τον Θεό το λάδι της χρίσης ως σύμβολο εξουσίας της βασιλείας στο κεφάλι σου. Διότι ο υπερούσιος Λόγος και Κύριος  σε έχρισε με το Πνεύμα Του᾽(῾Νέος γέγονας Δαυίδ τοις τρόποις, γέρας άνωθεν εισδεδεγμένος της βασιλείας τη κορυφή σου το έλαιον. Σε γαρ τω Πνεύματι έχρισεν, ένδοξε, ο υπερούσιος Λόγος και Κύριος᾽) (κάθισμα όρθρου).

Ο άγιος υμνογράφος προσπαθεί να ερμηνεύσει την κλήση αυτή, η οποία συνιστά παραδοξότητα, κυρίως από το γεγονός ότι για πρώτη φορά βασιλιάς με τέτοια εξουσία στρέφεται υπέρ του χριστιανισμού: ῾Κωνσταντίνε, έλαβες το σκήπτρο από τον Θεό πρώτος εσύ ως βασιλιάς των Χριστιανών᾽(῾Πρώτος βασιλεύς Χριστιανών παρά του Θεού, Κωνσταντίνε, σκήπτρον έλαβες᾽) (απόστιχα εσπερινού). Τι εξήγηση λοιπόν προσάγει για τη μεταστροφή του έχοντος την κοσμική εξουσία; Πρώτον, το γεγονός ότι η μητέρα του υπήρξε μία αγία. Από μία αγία βγήκε ένας άγιος. ῾Πράγματι, μακάρια η γαστέρα και αγιασμένη η κοιλία που σε βάστασε᾽(῾Όντως, μακαρία η γαστήρ και ηγιασμένη κοιλία, η σε βαστάσασα᾽(απόστιχα εσπερινού). Δεύτερον και κύριο όμως, το γεγονός ότι ο ίδιος ο παντοδύναμος Θεός προείδε  την καλή προαίρεση της καρδιάς του, την υπακοή που θα έδειχνε στην κλήση Του. ῾Ο βασιλιάς της δημιουργίας, προβλέποντας την ευπείθεια της καρδιάς σου, πάνσοφε, σε κυνηγάει να σε πιάσει με λογικό τρόπο, εσένα που κυριαρχείσο από την αλογία᾽(῾Ο βασιλεύων της κτίσεως, το ευπειθές προορών της καρδίας σου, πάνσοφε, λογικώς θηρεύει σε, αλογία κρατούμενον᾽) (αίνοι).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας αναφέρονται βεβαίως και στο γεγονός ότι ο άγιος Κωνσταντίνος βοήθησε την Εκκλησία στη στερέωση της ορθόδοξης πίστης της, όταν παρουσιάστηκαν ο αιρετικός Άρειος με τους ομόφρονές του και δημιούργησαν τεράστιο πρόβλημα. Ο Κωνσταντίνος έδωσε τη δυνατότητα να συγκληθεί η Α´ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.), η οποία και απεφάνθη οριστικά και αμετάκλητα ως προς τη σχέση του Ιησού Χριστού με τον Θεό Πατέρα Του, δογματίζοντας το ῾ομοούσιον᾽ Αυτού με Εκείνον. ῾Συνάθροισες, χωρίς να το περιμένει κανείς, τον μακάριο χορό των θεοφόρων Πατέρων, και μέσω αυτών, Κωνσταντίνε, στήριξες τις καρδιές όλων των πιστών που ταλαντεύονταν, ώστε να δοξολογούν τον Λόγο Χριστό ως ομότιμο και σύνθρονο με τον Πατέρα᾽(῾Συνήθροισας θεοφόρων Πατέρων τον μακάριον χορόν παραδόξως, και δι᾽ αυτών, Κωνσταντίνε, τας πάντων κυμαινομένας καρδίας εστήριξας, ομότιμον δοξολογείν τω τεκόντι τον Λόγον και σύνθρονον᾽) (ωδή ς´).

Η υμνολογία της Εκκλησίας μας βεβαίως δεν προβάλλει μόνον τον άγιο Κωνσταντίνο. Εξίσου προβάλλει και την αγία μητέρα του Ελένη, σημειώνοντας γι᾽ αυτήν, εκτός από την αγιότητά της,  αφενός τη σχέση της με τον τίμιο Σταυρό, αφετέρου τη διάθεσή της να κτίζει άγιους ναούς, κατεξοχήν στους αγίους τόπους. ῾Και στους τρόπους φιλόθεη και στις θείες πράξεις αξιοθαύμαστη υπήρξες, μακάρια᾽(῾Και τοις τρόποις φιλόθεος και ταις θείαις πράξεσι αξιάγαστος, μακαρία, εχρημάτισας᾽) (ωδή δ´). ῾Φόρεσες σαν πορφύρα την αγάπη και την τέλεια συμπάθεια, γι᾽ αυτό και τώρα κατοικείς στα άνω βασίλεια᾽ (῾Αγάπην και τελείαν συμπάθειαν ως πορφύραν φορούσα, κατώκησας νυν εις τα άνω βασίλεια᾽) (ωδή ε´). Η αγάπη της για τον Χριστό την έκανε να συνδεθεί ιδιαιτέρως με τον Σταυρό Εκείνου. Η αγία Ελένη, ως γνωστόν, υπήρξε εκείνη η οποία αποδύθηκε στον αγώνα ευρέσεως του Σταυρού. Και όντως, με ανθρώπινες ενέργειες και θεία υπόδειξη Τον βρήκε. ῾Κατεπείγετο από πόθο και αγάπη του Χριστού η μητέρα του γλυκυτάτου βλαστού, του Κωνσταντίνου, και με σπουδή έφθασε στην αγία Σιών, στον τόπο τον άγιο, στον οποίο σταυρώθηκε με τη θέλησή Του ο Σωτήρας μας, για τη σωτηρία μας. Εκεί, σήκωσε τον Σταυρό και με χαρά κραύγαζε: Δόξα σ᾽Αυτόν που μου δώρισε Αυτόν που είχα ελπίδα᾽(῾Πόθω και αγάπη του Χριστού κατεπειγομένη η Μήτηρ του γλυκυτάτου βλαστού, σπεύδουσα αφίκετο εν τη αγία Σιών, εις τον τόπον τον άγιον, εν ω εσταυρώθη θέλων ο Σωτήρ ημών, διά το σώσαι ημάς. Ένθα, τον Σταυρόν αραμένη, χαίρουσα εκραύγαζε: Δόξα τω δωρησαμένω μοι ον ήλπιζον᾽) (απόστιχα εσπερινού). Στην ιστορία βεβαίως έμεινε η αγία Ελένη και για την οικοδόμηση πολλών ναών, ιδίως, όπως είπαμε, στους αγίους Τόπους. Ο άγιος υμνογράφος όχι μόνον σημειώνει την ξεχωριστή αγάπη της για τους αγίους αυτούς Τόπους, αλλά δίνει και τη φωτισμένη ερμηνεία του για τη δραστηριότητά της στην οικοδόμηση των ναών: η αγία δεν μπορούσε να μην αγαπά τους τόπους που περπάτησε και έπαθε ο Χριστός, αφού όλη την αγάπη και την ελπίδα της την είχε σ᾽ Εκείνον, οικοδομούσε δε ναούς, διότι η ίδια είχε κάνει την καρδιά της ναό του Θεού. ῾Κόλλησες από αγάπη στον Χριστό κι έθεσες όλην την ελπίδα σου σ᾽ Εκείνον, πάνσεμνε, γι᾽ αυτό και πήγες στους ιερούς τόπους Του, στους οποίους αφού σαρκώθηκε υπέμεινε ο υπεράγαθος τα άχραντα Πάθη᾽(῾Τω Χριστώ κολληθείσα και επ᾽ αυτώ, πάνσεμνε, άπασαν θεμένη ελπίδα τους ιερούς αυτού τόπους κατέλαβες, εν οις τα άχραντα Πάθη σαρκωθείς υπέμεινεν ο υπεράγαθος᾽) (ωδή γ´). ῾Με θείες πράξεις οικοδόμησες την καρδιά σου σε ναό του Θεού, Ελένη. Και ανοικοδομούσες γι᾽ Αυτόν ιερούς ναούς, όπου ως άνθρωπος υπέστη για χάρη μας τα άχραντα Πάθη᾽(῾Πράξεσι θείαις εδομήσω την καρδίαν σου ναόν Θεού, Ελένη. Και ναούς ιερούς αυτώ ανωκοδόμεις, έναθ σαρκί τα άχραντα δι᾽ημάς υπέστη Πάθη᾽) (ωδή ζ´).

Αν οι αρνητές του αγίου Κωνσταντίνου δεν πείθονται από όλες τις παραπάνω θεοσημείες: την θεόθεν κλήση του, την αγία σαν τον Δαυίδ και τον Σολομώντα βιοτή του, την αγωνία του για την ορθόδοξη πίστη – έστω κι αν κατά καιρούς παρασυρόταν λόγω άγνοιας από ορισμένους επιτήδειους -   τουλάχιστον ας πεισθούν από τις θεοσημείες μετά τον θάνατό του. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας επισημαίνουν και τη διάσταση αυτή: ο τάφος του Κωνσταντίνου, όπως και της αγίας μητέρας του  βεβαίως, αναβλύζει θείες ακτίνες ιαμάτων παντοειδών και ενισχύει την πίστη των ανθρώπων. Πολλά τα θαύματα με άλλα λόγια που έγιναν, γίνονται και θα γίνονται σε όλους εκείνους που με πίστη επικαλούνται τα άγια ονόματα των θεοστέπτων αυτών και ισαποστόλων βασιλέων. ῾Ο τάφος όπου κείται το ιερό και τίμιο σώμα σου, Κωνσταντίνε, αναβλύζει θείες λάμψεις και φωτολαμπείς ακτίνες διαφόρων ιαμάτων πάντοτε σ᾽ αυτούς που προσέρχονται σ᾽αυτό, διώχνοντας το σκοτάδι και φωταγωγώντας με ανέσπερο φως αυτούς που σε δοξολογούν᾽(῾Ο τάφος ένθα κείται το ιερόν, Κωνσταντίνε, και τίμιον σώμα σου, μαρμαρυγάς θείας και ακτίνας φωτολαμπείς τοις προσιούσι πάντοτε, βλύζει ιαμάτων παντοδαπών, το σκότος απευλάνων και φέγγει ανεσπέρω φωταγωγών τους ευφημούντάς σε᾽) (ωδή θ´). ῾Πέρασες άγια τη ζωή σου και κατασκήνωσες τώρα μαζί με τους αγίους, γεμάτη από αγιασμό και φωτισμό. Γι᾽ αυτό πάντοτε αναβλύζεις τους ποταμούς των ιαμάτων και εξαφανίζεις τα πάθη, μακάρια Ελένη, και ποτίζεις τις ψυχές μας᾽(῾Αγίως σου τελέσασα την ζωήν, συν αγίοις νυνί κατεσκήνωσας, αγιασμού πλήρης γενομένη και φωτισμού. Των ιαμάτων πάντοτε όθεν αναβλύζεις τους ποταμούς και πάθη κατακλύζεις, Ελένη μακαρία, και καταρδεύεις τας ψυχάς ημών᾽) (ωδή θ´).

Ομιλία εις τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη του π. Αγγέλου Σπυροπουλου


Σήμερα αδελφοί μου εορτάζουμε τη μνήμη των Θεοστέπτων Βασιλέων και ισαποστόλων Κων/νου & Ελένης.
Μητέρα ευσεβής και γιος σώφρων και νουνεχής γίνονται «οι πρώτοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες που αναγνωρίζουν στο χριστιανισμό, τη μοναδική απέναντι των άλλων θρησκειών αξία και τον ασπάζονται ανεπιφύλακτα και τον κηρύττουν και τον προστατεύουν.
Λέγει σχετικά ο ιερός Υμνογράφος απευθυνόμενος προς τον άγιο Κων/νο: «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, Βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν, καί παμβασιλέα, πάντων ευεργέτην, νικοποιόν πάσης αρχής, καί εξουσίας».
Η ευσεβής βασιλομήτωρ Ελένη ανέτρεφε τον γιο της «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Νεότατος ο Κωνσταντίνος έδωσε μάχες με τους τυράννους Μαξιμιλιανό και Μαξέντιο.
Ο Μ. Κωνσταντίνος είχε πλέον συνειδητά απορρίψει την ειδωλολατρική πολυθεΐα και είχε προσχωρήσει σαφέστερα στην ενοθεϊστική πίστη του πατέρα του, η οποία τον έφερε εγγύτερα στον χριστιανισμό.
Το 313 μ.Χ. στον πανηγυρικό του αναφέρεται στον Θεό λέγοντας: «ο Θεός έχει τόσα ονόματα, όσες γλώσσες έχουν οι λαοί της οικουμένης και είναι μία δύναμη που διαμένει πάνω από τον ουρανό».
Ο Ευσέβιος Καισαρείας ο ιστορικός της Εκκλησίας μας στο έργο του «εις τον βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως» μας εξηγεί τα αίτια της μεταστροφής του Μ. Κωνσταντίνου η οποία τοποθετείται στις παραμονές της συγκρούσεώς του με τον Μαξέντιο στη Ρώμη στη Μουλβία γέφυρα τον Οκτώβριο του 312 και στην πιο κρίσιμη στιγμή των πολεμικών του επιχειρήσεων ο Κωνσταντίνος ζήτησε τη βοήθεια του «πατρώου θεού» είδε το μεσημέρι εκείνης της ημέρας στον ουρανό ολοφώτεινο το σημείο του σταυρού με την επιγραφή «εν τούτω νίκα».
Η πίστη του στη δύναμη του Σταυρού τού εξασφάλισε τη νίκη κατά τού Μαξεντίου και τού δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να αναδειχθεί μονοκράτωρ στο Ρωμαϊκό κράτος και να αποβεί μέγας πράγματι για την ιστορία αλλά και για την χριστιανική πίστη.
Έτσι καταρτισμένος από τη μητέρα του αλλά και με την Θεία Χάρη στις αρχές του 313 μ.Χ. εκδίδει το Διάταγμα των Μεδιολάνων όπου καθόρισε τις βασικές αρχές της θρησκευτικής ελευθερίας.
Προοδευτικά η ειδωλολατρική θρησκεία άρχισε να καταλύετε και να επικρατεί ο Χριστιανισμός ο οποίος έγινε η βάση της νέας ιδεολογίας της αυτοκρατορίας.
Το 319 μ.Χ. δίδει προνόμια στους Χριστιανούς και καθιερώνει την αργία της Κυριακής, επιπλέων καθιερώνει χριστιανικά σύμβολα στις στρατιωτικές σημαίες, στα νομίσματα και στα δημόσια κτήρια κ.α.
Όμως από το 318 μέχρι το 325 ο Χριστιανισμός πέρασε μια μεγάλη δοκιμασία με το πρώτο αιρεσιάρχη τον Άρειο όπου δίχασε τον χριστιανισμό.
Ο Μ. Κωνσταντίνος βλέποντας όλη αυτή την έριδα μεταξύ των Χριστιανών συγκάλεσε στις 20 Μαΐου 325 στην Νίκαια της Βιθυνίας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία ολοκληρώθηκε στις 20 Αυγούστου του 325 μ.Χ. όπου και θριάμβεψε η Ορθοδοξία. Από αυτή την Σύνοδο συγκροτήθηκαν τα επτά πρώτα άρθρα του συμβόλου της πίστεως.
Ο Μ. Κωνσταντίνος βαπτίστηκε λίγες μέρες πριν από το θάνατό του από τον Μητροπολίτη Νικομηδείας Ευσέβιο[1] σε προάστιο της Νικομηδείας.
Η μητέρα του Ελένη είχε κάνει σκοπό της ζωής της να βρει τον Σταυρό του Χρηστού όπου και τον βρήκε με το γνωστό θαυματουργικό τρόπο, επίσης στην αγία Ελένη οφείλουμε την ανέγερση των μεγαλοπρεπέστατων Ναών όπως τον πρώτο Ναό τω του Θεού Σοφία στην Πόλη των Πόλεων την Κωνσταντινούπολη την γνωστή σε όλους μας αγιά Σοφιά, ο μεγαλοπρεπέστατος Ναός της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα αλλά και ο Ναός της Εκατονταπυλιανής της Πάρου, όμως έκτισε και ένα υπέροχο Ναό το Ναό των Αγίων Αποστόλων όπου συγκέντρωσε τα λείψανα των αποστόλων και τα τοποθέτησε σε μαρμάρινες λάρνακες και τα τιμούσαν ως θησαυρούς ανεκτίμητους.

Η Εκκλησία μας δίκαια λοιπόν ονομάζει τους δύο αυτούς ευεργέτες Ισαποστόλους διότι ο μεν άγιος Κωνσταντίνος ανέδειξε την ορθόδοξη πίστη σε όλη την αυτοκρατορία η δε Αγία Ελένη την στέγασε.
Σήμερα όμως αδελφοί μου νομίζουμε ότι είναι αδύνατον οι άνθρωποι που κατέχουν αξιώματα να ευαρεστήσουν τον Θεό. Οι περισσότεροι από αυτούς οι έχοντες και κατέχοντες αντί να δοξάζουν τον Θεό για τα αγαθά που τους έχει χαρίσει τον μέμφονται και τον βρίζουν.
Είθε αγαπητοί μου αδελφοί όλοι εκείνη οι άνθρωποι όσο ψηλά κοινωνικά κι αν βρίσκονται να σκύβουν ευλαβικά τον αυχένα της ψυχής και του σώματος στη θεία δύναμη, και να δοξολογούν τον Τριαδικό Θεό να τους χαριτώνοι ώστε να αποφασίζουν και να οδηγούν την Πατρίδα μας στον δρόμο του Θεού. Αμήν.


[1] Όχι από τον επίσκοπο Ρώμης Σίλβεστρο.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...