Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

Ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος



`

Ο θεοφόρος και νεοφανής Άγιος της Εκκλησίας, ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, ο νέος ομολογητής αποδείχθηκε νικητής των αοράτων και ορατών κοσμοκρατόρων του αιώνα μας. Δεν συναριθμείται στους μάρτυρες των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, οι οποίοι με το αίμα τους έδωσαν το μέτρο της «καινής εντολής» (Ιωάν. Ι΄, 10), της τέλειας αγάπης στον Ιησού Χριστό και βίωσαν την πιστότητα των λόγων του Κυρίου.

Ανήκει σε μια άλλη κατηγορία αγίων ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν με τον οσιακό τους βίο ή την ομολογία τους ή και τα δύο μαζί, ενώπιον των διωκτών τους, μια δεύτερη μορφή συνεχούς μαρτυρίου με τα ίδια σωτήρια αποτελέσματα, καθώς και αυτή η μορφή ήταν το ίδιο απόλυτη σε αγάπη και σε ευθύνη με εκείνη των μαρτύρων. Για αυτό αποκαλείται «όσιος» και «νέος ομολογητής» σε χρονική μόνο αντιδιαστολή με τους παλαιότερους.

Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της Μικράς Ρωσίας περίπου το 1690, από ενάρετους και πιστούς γονείς. Από μικρή ηλικία γαλουχήθηκε με το Ορθόδοξο πνεύμα και έμαθε τα ιερά γράμματα. Έλαβε μέρος στο μεγάλο Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1710-1711), ο οποίος κατέστη άδοξος για τη Ρωσία και ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε από τους Τατάρους και στη συνέχεια πουλήθηκε στον Οθωμανό Αξιωματικό Ίππαρχο. Σε αντίθεση με τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του, οι οποίοι ασπάστηκαν το Ισλάμ, εκείνος παρέμενε αφοσιωμένος στην πίστη του στον Ιησού Χριστό και ομολογούσε με θάρρος την πίστη του. Δήλωνε χαρακτηριστικά «Χριστιανός εγεννήθην και Χριστιανός θέλω αποθάνη...». Αυτή η παρρησία και η ομολογία του χάρισαν τον ευαγγελικό τίτλο του νέου ομολογητού.

Η ακλόνητη πίστη του και η στέρεη αγάπη του προς το Θεό εκφράστηκε με την ταπείνωση, την εργατικότητα και την υπομονή του. Ζούσε στο στάβλο με τα ζώα και με Ιώβεια υπομονή δοξολογούσε και προσευχόταν στο Θεό. Ακόμα και όταν του προσέφεραν ένα μικρό διαμέρισμα, εκείνος επέλεξε τη διαμονή του στο στάβλο, καταπονώντας το σώμα του. Αυτή η άσκηση όμως θα του εξασφάλιζε την ευωδιά του Αγίου Πνεύματος. Στο στάβλο αυτό επικοινωνούσε καθημερινά με τον Κύριο και στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου τελούσε αγρυπνίες. Ο βίος του Οσίου Ιωάννη συμβάδιζε με τη συσταύρωση, τη μίμηση της μέχρι θανάτου υπακοής του Χριστού. Υπηρετούσε τον κόσμο, όπως ο σαρκωμένος Υιός του Θεού υπηρετούσε τον άνθρωπο. Αντιμετώπιζε τα πάντα με αυτή την εκκλησιαστική προοπτική και αναδείχθηκε ως αποδέκτης της Θεοφανίας, ως καρπωτής του Αγίου Πνεύματος.

Η παρουσία του Ιωάννη στον τόπο του αποτέλεσε αληθινή ευλογία και προσέδωσε πολλά αγαθά. Η προσευχή του ήταν τόσο δυνατή που έκανε θαύματα. Ακολουθούσε το «Πάντα, όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε» (Ματθ. Κα΄, 22), όπως είχε υποσχεθεί ο Χριστός στους μαθητές του. Η θαυματοποιός προσευχή του αποδεικνύεται από το εξής γεγονός: Κάποτε ο αφέντης του αποφάσισε να μεταβεί για προσκύνημα στη Μέκκα. Η σύζυγός του, μετά την παρέλευση αρκετών ημερών, παρέθεσε τράπεζα σε συγγενείς και αξιωματούχους φίλους του, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει ο άνδρας της υγιής στον τόπο του από την αποδημία. Ο Ιωάννης, ως συνήθως, υπηρετούσε στο τραπέζι. Μεταξύ των εδεσμάτων που παρατέθηκαν σε αυτό ήταν και το πιλάφι, που τόσο πολύ άρεσε στον Aγά. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε το σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα λάμβανε Γιουβάν ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από αυτό το φαγητό!» ο Ιωάννης με προθυμία και απλότητα ζήτησε αμέσως ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων αυτών, οι παρευρισκόμενοι γέλασαν νομίζοντας ότι ο Ιωάννης ήθελε να φάει το φαγητό ή να το δώσει σε κάποια φτωχή οικογένεια. Εκείνος το πήρε, πήγε στο στάβλο και γονυπετής έκανε προσευχή κι ανέθεσε στο Θεό την ικανοποίηση του αιτήματός του. Και όντως το πιάτο χάθηκε από τα μάτια του, ο δε Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Δέχθηκε, όμως, και πάλι τα σκωπτικά σχόλια και τα γέλια των συνδαιτυμόνων. Η έκπληξη τους βέβαια ήταν μεγάλη, όταν, μετά από λίγες ημέρες, επέστρεψε ο Αγάς από το ταξίδι του και έφερε στις αποσκευές του το πιάτο με το χαρακτηριστικό οικόσημό του. Διηγήθηκε μάλιστα πώς βρήκε το φαγητό, και μάλιστα ζεστό, στο δωμάτιό του στη Μέκκα, χωρίς να γνωρίζει τον τρόπο της μεταφοράς. Ακούγοντας τη διήγηση οι οικείοι του έμειναν άφωνοι, ενώ η σύζυγός του εξιστορούσε όσα διαδραματίστηκαν. Μετά από αυτό, διαδόθηκε η δικαιοσύνη και η αγάπη του Οσίου Ιωάννη προς το Θεό και κέρδισε το σεβασμό όλων.

Μετά από λίγα χρόνια, την 27 Μαΐου 1730, ο όσιος Ιωάννης αρρώστησε και προαισθανόμενος το τέλος του βίου του, ζήτησε να κοινωνήσει για τελευταία φορά τον ουράνιο άρτο. Για το σκοπό αυτό ζήτησε από τον ιερέα να μεταβεί στο στάβλο του. Όμως ο φόβος του ιερέως για το φανατισμό των Τούρκων, τον έκανε να φοβηθεί να μεταφέρει άγια στο στάβλο και κατά θεία φώτιση έβαλε μέσα σε ένα μήλο τη θεία Κοινωνία και έτσι κατάφερε να κοινωνήσει τον Όσιο Ιωάννη. Μετά από λίγο παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Ο βίος του ήταν άξιος της ομολογίας και κέρδισε την τιμή του Θεού και των ανθρώπων, ακόμα και του αλλόπιστου αφέντη του. Υπήρξε μάρτυρας Εκείνου και για αυτό έλαβε το «στέφανο της ζωής». Μετά την παρέλευση τριετίας από την εκδημία του προς τον Κύριο και την ταφή του, αποκαλύφθηκε με τρόπο ουράνιο το άφθαρτο και ευωδιάζον σώμα του. Από το 1733 αυτό το ιερό λείψανο εισήλθε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας ως προάγγελος της Ανάστασης.

Η Εκκλησία θέτει σε υψηλή θέση τα χαριτόβρυτα ιερά λείψανα, διότι αυτά επιβεβαιώνουν την ελπίδα της αιώνιας ζωής, την αλήθεια του Ευαγγελίου και την εμπειρία της θεώσεως. Αποτελούν τα δοχεία της θείας Χάριτος και σε αυτά η παρουσία της θεϊκής ευλογίας εκδηλώνεται με την αφθαρσία, την ευωδία και τη θαυματουργία. Τα άγια λείψανα μας μεταδίδουν τη χάρη του Θεού και προαναγγέλλουν την ανακαινισμένη κτίση.

Ο Θεός δόξασε και τίμησε τον Όσιο Ιωάννη με εξαιρετικό τρόπο, διατηρώντας άσηπτο και αλώβητο το σκήνωμά του από αρκετούς εξωγενείς παράγοντες: τη φυσική κατάληξη του τάφου, το φανατισμό των Τούρκων, οι οποίοι αποπειράθηκαν να το κάψουν το 1832, καθώς και την περιπετειώδη μεταφορά του από την Καππαδοκία στο Νέο Προκόπιο της Ευβοίας, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Αρχικά το ακέραιο και πλήρες ευωδία ιερό λείψανο μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά σε λατομημένη σε βράχο Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο Ιερό Ναό του Μεγάλου Βασιλείου και τέλος στον προς τιμήν του ανεγερθέντα ομώνυμο Ιερό Ναό. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα και χιλιάδες προσκυνητές και νοσούντες κατέφθαναν για να πάρουν την ευλογία του. Ο Όσιος Ιωάννης είναι γνωστός σε όλη την Καππαδοκία, το Ικόνιο, την Άγκυρα, όχι μόνο μεταξύ των Χριστιανών, αλλά και μεταξύ των Οθωμανών, ως «κουλέ Γιουβάν», δηλαδή ο αιχμάλωτος Ιωάννης. Οι Χριστιανοί, αλλά και οι Τούρκοι, έπαιρναν ως ευλογία λάδι από το καντήλι του αγίου, αγιασμό, βαμβάκι από το ιερό του λείψανο, φορούσαν ακόμα το σκούφο του και τη ζώνη του και έβλεπαν θαύματα με την πίστη τους. Από το ιερό λείψανο του Οσίου απουσιάζει το δεξί του χέρι, το οποίο βρίσκεται στη Ρωσική Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος.
 
Τον Οκτώβριο του 1824, με αφορμή την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών της Ελλάδας και της Κεμαλικής Τουρκίας, το τίμιο λείψανο βρέθηκε στο πλοίο που μετέφερε πρόσφυγες στην Εύβοια. Στο λιμάνι της Χαλκίδας έγινε η μετακομιδή του σκηνώματος παρουσία του τότε Μητροπολίτου Χαλκίδος Γρηγορίου και των Αρχών της πόλης. Οι κάτοικοι του Νέου Προκοπίου πήραν το ιερό λείψανο στο χωριό τους και το τοποθέτησαν στον Ιερό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου παρέμεινε ως την 27 Μαΐου 1951. Τότε μεταφέρθηκε στο νεοανεγερθέντα προς τιμήν του ομώνυμο Ιερό Ναό, σε ασημένια λάρνακα, με ανάγλυφες παραστάσεις από τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Ιωάννη. Καθημερινά προσέρχονται στο Προσκύνημα πλήθη πιστών από όλο τον κόσμο για να δεχτούν την ευλογία του Αγίου.
 
Στον Ιερό Ναό του Οσίου Ιωάννη του Ρώσου φυλάσσονται αρκετές εικόνες, μερικές εκ των οποίων μεταφέρθηκαν από τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Μια από αυτές είναι η αρχαιότερη εικόνα του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου, που προσδιορίζεται χρονικά γύρω στο 1790 και αποτελεί αγιογραφία μεταβυζαντινής τέχνης. Σε αυτήν εικονίζεται ο Άγιος σε νεαρή ηλικία. Ακόμη φυλάσσεται η εικόνα της Θείας Λειτουργίας, που αγιογραφήθηκε το 1884, η εικόνα της Δέησης με το Χριστό ένθρονο, ως Μέγα Αρχιερέα, έργο του 19ου αιώνα, η εικόνα της Θεοτόκου, τύπου «Ρόδον το αμάραντον», έργο του 19ου αιώνα, η εικόνα της Παναγίας του Κύκκου, ο Ακάθιστος Ύμνος, εικόνα που περιλαμβάνει τρία θέματα, με κέντρο αναφοράς το πανάγιο πρόσωπο της Άνασσας Θεοτόκου, η εικόνα των Τριών Ιεραρχών του 19ου αιώνα, η Θυσία του Αβραάμ, ο Άγιος Χαράλαμπος, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Ευστάθιος, ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Προκόπιος και η εικόνα του Οσίου Ιωάννη του εκ Ρωσίας του Ομολογητού.

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατάνυξη εορτάζεται η μνήμη του Οσίου την 27 Μαΐου, τόσο στο Προκόπιο της Μικράς Ασίας, όσο και στο Νέο Προκόπιο της Εύβοιας. Πραγματοποιείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, λιτάνευση του ιερού σκηνώματος στους δρόμους της κωμόπολης, ενώ αρκετοί προσκυνητές συρρέουν πεζή στο προσκύνημα και διανυκτερεύουν εντός του Ιερού Ναού. Μια δεύτερη πανήγυρη τελείται με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών την τελευταία Κυριακή κάθε Σεπτέμβρη, στην επέτειο των εγκαινίων του Ιερού Ναού του Οσίου Ιωάννη του Ρώσου.

Για όσους τιμούν τη μνήμη του αληθινά και αγωνίζονται καθημερινά για την ένταξή τους στην κοινωνία του Σωτήρος Κυρίου, ο Χριστοδώρητος Ιωάννης αποτελεί σπουδαίο παράδειγμα προς μίμηση και παρόρμηση και βέβαιη ελπίδα για την «εις ουρανούς αποκατάστασιν».

Πηγή υλικού: 
«Ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος», Αρχιμ. Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου, Ιεροκήρυκος, Έκδοσις Ιερού Προσκυνήματος «Ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος», Χαλκίδα 2000

Επιλογή υλικού:
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων


Απολυτίκιον του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου:
Ήχος Δ. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ γης ο καλέσας σε προς ουρανίους μονάς, τηρεί και μετά θάνατον, αδιαλώβητον, το σκήνος σου Όσιε. Συ γαρ εν τη Ασία, ως αιχμάλωτος ήχθης, ένθα και ωκειώθης, τω Χριστώ Ιωάννη. Αυτόν ουν ικέτευε, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.



Εικόνα



Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.




-Γέροντα θὰ γίνη πόλεμος;

-Ἐσεῖς κάνετε προσευχή;

Ἐγὼ ἔχω ἀπὸ τὴν ἄνοιξη μέχρι τὸ φθινόπωρο ποὺ κάνω ἐπιστράτευση προσευχῆς - ἀθόρυβα -, γιὰ νὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ Θεός, νὰ ἀποφύγουμε τὴν ἐπιστράτευση καὶ τὸν πόλεμο.

Εἶχα πληροφορία: "Κάνετε πολλὴ προσευχή, γιὰ νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ Τοῦρκοι, διότι τὴν Κυριακὴ 16 Ὀκτωβρίου, ἔχουν σκοπὸ νὰ μᾶς χτυπήσουν"

(εἰπώθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1983).

Ἡ πληροφορία δὲν ἦταν ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή.

Δόξα τῷ Θεῶ, μέχρι στιγμῆς μᾶς φύλαξε ἡ Παναγία, ἂς εὐχηθοῦμε νὰ μᾶς προστατεύσει καὶ στὴ συνέχεια.


Εικόνα



-Γέροντα, τώρα ποῦ πέρασε ἀπὸ ἐδῶ ὁ κίνδυνος, θὰ συνεχίσουμε νὰ προσευχώμαστε γι' αὐτὸ τὸ θέμα;

- Μήπως ὑπάρχει τόπος χωρὶς πόλεμο; Τί θὰ πῆ "ἐδῶ" καὶ "ἐκεῖ"; Καὶ ἐκεῖ ποὺ τώρα ἔχουν πόλεμο ἀδελφοί μας εἶναι.

Ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα δὲν εἴμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι; Μοιράστηκε ὅμως ἡ οἰκογένειά μας, ἄλλοι εἶναι ἐδῶ, ἄλλοι ἐκεῖ.

Μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους εἴμαστε ἀδελφοὶ καὶ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα, ἐνῶ μὲ τοὺς ἄλλους εἴμαστε ἀδελφοὶ μόνον κατὰ σάρκα.

Ἑπομένως, γιὰ ἕναν λόγο παραπᾶνω, πρέπει νὰ προσευχόμαστε μὲ περισσότερο πόνο γι' αὐτούς, γιατί αὐτοὶ εἶναι πιὸ ταλαίπωροι.



-Γέροντα, αὐτὸ τὸ διάστημα ποὺ τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, κάνω πολὺ κομποσχοίνι, ἀλλὰ σκέφτομαι καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας δὲν κρέμεται ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι μου.


-Δὲν εἶναι ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας κρεμάστηκε ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι σου, ἀλλὰ Τὸ νὰ σκέφτεσαι συνέχεια τὴν δυσκολία ποὺ περνάει ἡ Ἑλλάδα σημαίνει ὅτι πονᾶς τὴν πατρίδα καὶ ζητᾶς τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ποὺ....μπορεῖ νὰ βοηθήσει.

Νὰ προσεύχεσθε νὰ ἀναδείξη ὁ Θεὸς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, Μακκαβαίους, γιατί ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη.

Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ πολεμήση τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, γιατί τὴν παρανομία τὴν ἔχουν κάνει νόμο καὶ τὴν ἁμαρτία μόδα.

Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.




-Ἔτσι ὅπως τὰ λέτε, Γέροντα, πρέπει νὰ τὰ ἀφήσουμε ὅλα καὶ νὰ δώσουμε τὶς δυνάμεις μας στὴν προσευχή.


-Μά, χωράει συζήτηση γι' αὐτὸ τὸ πράγμα;

Ὅλος ὁ κόσμος βράζει σὰν σὲ καζάνι.

Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πολιτεία, ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ἄνω-κάτω! Καὶ τί ἐξέλιξη θὰ ἔχουμε κανεὶς δὲν τὸ ξέρει.

Ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του!

Πρέπει οἱ καλόγεροι νὰ κάνουν πολὺ προσευχή. Καὶ ἐπείγουσες δουλειὲς ἂν ἔχουν νὰ τὶς σταματήσουν ὅλες καὶ νὰ στραφοῦν στὴν προσευχή.

Ὅσο μπορεῖτε, νὰ εὔχεσθε ταπεινὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ἔδωσε πολλὰ δικαιώματα στὸν πονηρὸ καὶ ταλαιπωρεῖται.

Νὰ μὴ ξεχνᾶτε ὅτι γίναμε μοναχοὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας καὶ γιὰ νὰ βοηθήσουμε τὸν κόσμο μὲ τὴν προσευχή.

Νὰ προσπαθήσουμε νὰ γίνουμε καλοὶ μοναχοί, νὰ κάνουμε κομποσχοίνι καὶ μετάνοιες γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν κόσμο, γιατί ὁ μοναχὸς μὲ αὐτὰ βοηθάει.




« ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ ΣΤ΄ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.       

Ευλόγησον, δέσποτα...


 Του Παντελή Μπουκάλα

«​​Ξυπνήστε, ραγιάδες! Ξυπνήστε, διάκοι! Ξυπνήστε, παπάδες!»... Σαν ν’ ακούμε τον νυχτερινό τηλεμεταπράτη «αντισυμβατικής γνώσης» να βροντοφωνάζει «σηκωθείτε από καρέκλες, κρεβάτια, καναπέδες, μπαουλοντίβανα και ξαπλώστρες» και τρέξτε ν’ αγοράσετε βιβλία που όλο «τελείωσαν» κι όλο διαφημίζονται. Ποιος μας αποκαλεί ραγιάδες και μας προτρέπει να ξυπνήσουμε από τον βαθύ ύπνο στον οποίο αυθαιρέτως πιστεύει ότι πέσαμε; Ο Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος. Ανέθεσε μάλιστα τον ρόλο του ξυπνητηριού στις καμπάνες, κρίνοντας ότι μόνον έτσι δεν θα επικρατήσουν η «αμαρτία και η διαστροφή», τις οποίες, όπως και πάλι αυθαιρέτως υποθέτει, κομίζει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο.


Ας αφήσουμε στην άκρη το ερώτημα αν την κωδωνοκρουσία θα την αναλάβουν οι νεωκόροι ή θα ανατεθεί ο προγραμματισμός της σε ηλεκτρολόγο, όπως είναι του συρμού και στα μικρότερα χωριά: καμπάνες από μαγνητόφωνο. Ας αφήσουμε επίσης στην άκρη τις δέκα πληγές του Φαραώ που θα μας βρουν αν ο γενικός γραμματέας της κυβέρνησης Π. Μπαλτάκος, που τόσο αγωνιά για την προστασία της ελεύθερης έκφρασης, ενδώσει στους αναρχοαντιρατσιστές της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ. Ας τα σημειώσουμε, απλώς για να ξέρουμε τι κακό θα μας βρει άνευ κωδωνοκρουσιών: «Ο γυμνισμός θα είναι ελεύθερος! Οι έμποροι ναρκωτικών θα κινούνται ελεύθερα! Η ομοφυλοφιλία, η πορνεία και κάθε είδους διαστροφή θα κυριαρχήσουν ολόγυρά μας ανεμποδίστως! Οι χιλιαστές ελεύθερα θα χτυπάνε την πόρτα μας! Θα απαγορεύεται στον ιεροκήρυκα να αναπτύσσει τον Ευαγγελικό Νόμο»…
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν με ποια κριτήρια και ντοκουμέντα αποφάσισε ο επίσκοπος ότι είμαστε όλοι ραγιάδες. Αν δεν απέκτησε εξ επιφοιτήσεως τη γνώση αυτή, πού τη βασίζει; Πού θεμελιώνει το δικαίωμά του να προσβάλλει συλλήβδην κληρικούς και λαϊκούς, αποδίδοντάς τους έναν μειωτικότατο χαρακτηρισμό; Ραγιάδες οι Ελληνες; Ολοι; Δουλοπρεπείς και δουλόφρονες δηλαδή, αν δεν ξεχάσαμε το νόημα των λέξεων που με σοφολογιότατη αλαζονεία χρησιμοποιούμε; Προσκυνημένοι; Νενέκοι; Εθελόδουλοι; Πόθεν το συμπέρασμα του αγίου Αιγιαλείας; Και πόθεν η σιγουριά του ότι ελεύθεροι θα είμαστε μόνο αν συμφωνήσουμε μέχρι κεραίας με όσα διασαλπίζει κατά καιρούς; Να συμφωνήσουμε άραγε ακόμα κι όταν καλεί το χριστεπώνυμο πλήρωμα να ψηφίσει Ν.Δ. και μάλιστα συγκεκριμένο υποψήφιο; Ακόμα κι όταν, απευθυνόμενος στους χρυσαυγίτες, τους διαβεβαιώνει ότι «στην αρρωστημένη σήμερα Δημοκρατία μας, δεν είσθε βέβαια μια “Μαύρη Νύχτα”»; «Αν βελτιωθείτε», τους λέει πατρικά, «αν αποφύγετε κάποιες ανωφελείς ακρότητες του νεοφώτιστου, αν τροποποιήσετε το στυλ που εφαρμόζετε, αν ωριμάσετε δηλαδή, μπορείτε να καταστείτε μια γλυκιά ελπίδα για τον απελπισμένο πια πολίτη και μια ήρεμη δύναμη στο σαπισμένο πια πολιτικό σύστημα». Το στυλ φταίει;
Δηλαδή, δέσποτα, όσοι δεν  πιστεύουν πως η Χ.Α. είναι μια «ήρεμη δύναμη» και μια «γλυκιά ελπίδα», είναι ραγιάδες; Ημαρτον.

πηγή

Σκέψεις στην Κυριακή του Παραλύτου του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας κ. Νικολάου

Σκέψεις στην Κυριακή του Παραλύτου.

Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας κ. Νικολάου
Τί φοβερός που είναι ο κόσμος που ζούμε! Όπου στρέψεις το βλέμμα σου, αντικρύζεις πόνο, αδικία, κακότητα, ένταση, αμαρτία, βία, πολέμους, δυστυχία. Γιατί άραγε; Και γιατί όλα αυτά να συνυπάρχουν με φυσική ομορφιά, με απαράμιλλη καλωσύνη, με ανθρώπινο μεγαλείο; Γιατί να εναλλάσεται το καλό με το κακό; Γιατί να διαπλέκεται η δυστυχία με την ευτυχία; Ο κόσμος χωρίς Θεό όμως δεν αντέχεται. Κάθε σκέψη απουσίας Του προξενεί βαθειά απογοήτευση. Αντίθετα, η διαπίστωση
της παρουσίας του Θεού γεννά ελπίδα, δίνει φως, προσφέρει κατεύθυνση. Το Ευαγγέλιο παρουσιάζει τον Θεό ζώντα, ενεργούντα, παρεμβαίνοντα στην ιστορία. Το διαβάζουμε για να φωτιστούμε και να παρηγορηθούμε. Τόσα και τόσα περιστατικά φανερώνουν την παρουσία του Θεού! Τα θαύματα πιστοποιούν τη δύναμη και την αγάπη Του. Η ειλικρίνεια με την οποία είναι γραμμένο πείθει για την αυθεντικότητα των λεγομένων Του. Το διαβάζεις και αναφωνείς: «μεθ΄ημών ο Θεός. Γνώτε έθνη και ηττάσθε ότι μεθ΄ημών ο Θεός». Ο Θεός είναι μαζί μας. Αυτή η πεποίθηση αποτελεί την πηγή της δύναμής μας. Το ανοίγουμε επειδή πιστεύουμε, με την ελπίδα και να φωτισθούμε.
Να όμως που κάποτε η ανάγνωση του Ευαγγελίου ξενίζει. Αντί να στηρίζει, σκανδαλίζει ˙ αντί να οικοδομεί, γκρεμίζει ˙ αντί να ξεκαθαρίζει, σε ζαλίζει. Σου φανερώνει αλήθειες που μόλις τις ακούσεις σε κάνουν να θαυμάζεις, όταν όμως σκεφτείς, σε υποχρεώνουν να εγκατασταθείς σε ασφυκτικά αδιέξοδα.
Μια πρώτη ματιά στο θαύμα της θεραπείας του παραλύτου της Βηθεσδά, όπως αυτή περιγράφεται στο Ευαγγέλιο που σήμερα ακούσαμε, εντυπωσιάζει για τη θεϊκή δύναμη του Χριστού. Πράγματι, με μόνο τον λόγο Του θεραπεύει έναν Παράλυτο. Μια όμως προσεκτικότερη ανάγνωση των συνθηκών της περιγραφής ανατρέπει το σκηνικό. Γεννά ερωτήματα που βασανίζουν τους μηχανισμούς της πίστης.Ένας άνθρωπος τριάντα οκτώ χρόνια κατάκοιτος ξεχωρίζεται από τον Κύριο και θεραπεύεται με εντυπωσιακό τρόπο. Και ενώ το αποτέλεσμα αναπαύει την πίστη, οι λεπτομέρειες την κλονίζουν.
Μια δεξαμενή με νερό και γύρω της, κατά την περιγραφή του Ευαγγελιστού, και γύρω από τη δεξαμενή ένα τραγικό πλήθος δύστυχων, δεινοπαθούντων ανθρώπων, ο καθένας του με πόνο και όλοι μαζί με μια παράξενη, ανταγωνιστική ελπίδα. Περιμένουν την ξαφνική έλευση ενός αγγέλου, προκειμένου να ταράξει το νερό της. Μόλις το πάρουν είδηση, προσπαθούν όλοι αυτοί, με το απομεινάρι των φυσικών δυνάμεών τους, με την τεράστια πίεση της εσώτερης επιθυμίας τους, να συρθούν προς τη δεξαμενή, διότι ο «πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος, υγιής εγίνετο ω δήποτε κατείχετο νοσήματι», αυτός που θα καταφέρει να βουτήξει μέσα πρώτος, θεραπεύεται από οποιαδήποτε ασθένεια έχει ˙ μόνον ο πρώτος.
Ανάμεσα σε όλους και ένας παράλυτος για τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. «Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον», τον βλέπει διερχόμενος από την κολυμβήθρα της Βηθεσδά ο Κύριος, τον πλησιάζει και του λέει: « θέλεις υγιής γενέσθαι;» Τι απλή ερώτηση! Και εκείνος δεν απαντά ευθέως «φυσικά, θέλω», αλλά λέει «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν», δεν έχω κάποιον άνθρωπο ώστε μόλις ταραχθεί το ύδωρ να μου δώσει μια σπρωξιά και να μπω εγώ στο νερό πρώτος. Ενώ δε εγώ πλησιάζω «άλλος προ εμού καταβαίνει», κάποιος άλλος με προλαβαίνει. Ο Κύριος δεν του λέει τίποτε άλλο παρά μόνον «έγειρε, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει». Και μ΄ αυτόν τον τρόπο, με έναν απλούστατο, εντελώς διαφορετικό απ΄ όλο αυτό το σκηνικό τρόπο, ο Κύριος του δίνει την υγεία του, τον σηκώνει από την κλίνη της οδύνης και της δοκιμασίας. Και όχι μόνον αυτό, του δίνει και τη δύναμη να σηκώσει και το κρεβάτι του και να πάει στην ευχή του Θεού. Χωρίς καμία κίνηση! Με έναν μόνο λόγο! Ύστερα από τριάντα οκτώ χρόνια! Ύστερα από μία ολόκληρη ζωή!
Συνήθως μένουμε στο δεύτερο μέρος, στον εντυπωσιασμό του θαύματος. Αν όμως αφήσουμε τη σκέψη μας στην περιγραφή της εισαγωγής της περικοπής, τα εσωτερικά μας αισθήματα είναι πολύ διαφορετικά.Η εικόνα είναι φοβερή. Το θέαμα αποκρουστικό. Τα ερωτήματα αδυσώπητα. Ο άγγελος απροειδοποίητα, «κατά καιρόν», ταράσσει το νερό και μόνον «ο πρώτος» βρίσκει ίαση. Εδώ τελειώνει το θαύμα, εδώ εξαντλείται και το έλεος του Θεού. Εδώ αρχίζει το δράμα της σκέψης και της λογικής. Πόνος τεράστιος, αδικία ανεξήγητη, ερωτήματα αναπάντητα. Το έλεος του Θεού ελάχιστο, μόνο για τον ένα, για τον πρώτο. Πώς να συμβαδίσει αυτό με τη λογική μας; Πώς να ερμηνεύσει την αγάπη του Θεού; τη δικαιοσύνη, την ταπείνωσή Του; Πώς να πείσει για την παρουσία Του; Μάλλον προκαλεί με την απουσία Του.
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύσει κανείς ότι με αυτόν τον τρόπο ο Θεός επιλέγει να δείξει τη θεότητά Του και να θεραπεύσει; Γιατί θα έπρεπε –ας φανταστούμε το θέαμα- να κατεβεί ο άγγελος, να ταράξει το νερό σε άγνωστη στιγμή, ώστε δίχως καμία προετοιμασία, ξαφνικά αυτοί οι δύστυχοι άνθρωποι, τυφλοί, χωλοί, άρρωστοι και ανάπηροι, να σέρνονται, να ανταγωνίζονται μάλιστα ποιος θα μπει πρώτος για να θεραπευτεί; Μόνο για έναν υπήρχε το έλεος του Θεού; όχι για τον δεύτερο; Και με ποιο κριτήριο αυτό προσφέρεται; τη φυσική ετοιμότητα και επιδεξιότητα των αναπήρων και όχι την αρετή; την επιτυχία στην ανταγωνιστικότητα και όχι την ταπείνωση και τον πνευματικό αγώνα; Γιατί στον πρώτο και όχι στον καλύτερο; όλο αυτό δεν καταδεικνύει λίγη αγάπη και καθόλου δικαιοσύνη;Δεν προκαλεί αυτό; Είναι δυνατόν όλα αυτά να γίνονται κάτω από το βλέμμα του Θεού και σύμφωνα με το θέλημά Του;
Ο παράλυτος ομολογεί ότι «άνθρωπον ούκ έχω». Τριάντα οκτώ χρόνια παράλυτος ζει με μια ελπίδα˙ να μπει πρώτος στη δεξαμενή μετά την ταραχή του ύδατος, για να θεραπευθεί. Πώς όμως συμβαδίζει η αγάπη του Θεού με την τόσο μακρά διάρκεια της αναπηρίας του παραλύτου; Γιατί να ζήσει ως ανάπηρος τα νειάτα του και να είναι υγιής στα γηρατειά του; Γιατί έπρεπε τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια να περιμένει αυτός ο άνθρωπος τη θεραπεία του, μάλιστα ύστερα από συνεχείς απογοητεύσεις αναρίθμητων αποτυχιών; Γιατί έπρεπε η μόνη παρηγοριά αυτού του δύστυχου ανθρώπου να είναι η συνύπαρξή του με άλλους ομοιοπαθείς; Γιατί ο Θεός επιτρέπει τόσο πόνο και μάλιστα τόσο άδικα και άνισα κατανεμημένο; Και ενώ τελικά φαίνεται ότι κάνει ένα θαύμα – που αναντίρρητα είναι θαύμα-, στην ουσία η όλη ατμόσφαιρα δημιουργεί μια αίσθηση απουσίας του Θεού; Πως αυτός ο Θεός συνυπάρχει με τον Θεό του υπόλοιπου Ευαγγελίου; Μήπως, όμως, κάτι υπάρχει που όχι μόνο ξεφεύγει από τον φακό της λογικής αλλά ενδεχομένως, όταν αυτή απομονώνεται, να την αποπροσανατολίζει και να την παραπλανά;
Αν ανοίξουμε το βιβλίο που ονομάζεται Ψαλτήρι, αν φυλλομετρήσουμε και μερικά πατερικά βιβλία, θα δούμε πόσο αυτή η αίσθηση της φαινομενικής απουσίας του Θεού πολλές φορές εκφράζεται από τα χείλη και του Δαυϊδ και των αγίων. Λέει κάπου ο Δαυϊδ˙ «ίνα τι, Κύριε, απέστης μακρόθεν» – γιατί κάθεσαι από μακρυά; «υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσι;» – γιατί με περιφρονείς εκεί που πρέπει να έλθεις δίπλα μου, στις θλίψεις και στις ανάγκες μου; Νοιώθω ξεχασμένος, νοιώθω εγκαταλελειμμένος. Μιλάω και δεν έρχεσαι, σε φωνάζω και δεν με ακούς, σε προσδοκώ και μένεις μακρυά. Απών ο Θεός από τη ζωή μου, τη στιγμή που Τον ζητώ, τη στιγμή που Τον έχω ανάγκη. Δεν είναι απών ο Θεός από τον κόσμο της ταραχής, των διενέξεων, των πολέμων, των αδικιών, των ασθενειών, των αμαρτιών, των παθών; Δεν είναι απών ο Θεός ακόμη και από το πάθος του Κυρίου, από τη σταύρωση και από την Ταφή Του; Ο Ίδιος ο Χριστός δεν είπε: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τί με εγκατέλιπες; Πώς όμως γίνεται ο πανταχού και πάντοτε Παρών να είναι απών;
Άραγε ο Θεός είναι πράγματι απών; Ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται αλλά είναι παρών που κρύβεται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ρήμα που συνήθως οι ευαγγελιστές και οι πατέρες μας αγαπούν να χρησιμοποιούν είναι ότι εμφανίζεται, βγαίνει από το κρύψιμό Του και μας φανερώνεται. Και μας φανερώνεται στους ανθρώπους που μπορούν να βλέπουν. Πρέπει να υπάρξει μία συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχή μας και της καθαρότητος των οφθαλμών μας, για να αναγνωρίζουμε τον εμφανιζόμενο Θεό.
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα δεν μιλάει για έναν μόνο παράλυτο, αλλά φανερά μεν μιλάει για τη στιγμή του ενός παραλύτου, διακριτικά δε υπαινίσσεται τη στιγμή όλων των παραλύτων αυτού του κόσμου, και φυσικά και τη δική μας. Ο αληθινός Θεός δεν είναι αυτός που ξοδεύεται, αυτός ο οποίος εξευτελίζεται με πρόχειρες φανερώσεις κατά το θέλημα του ανθρώπου, αλλά είναι αυτός που κρύβεται στις ταπεινές γωνιές και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής. Ο Θεός πράγματι υπάρχει. Σε εμάς απομένουν δυό πράγματα: το ένα είναι να κάνουμε την υπομονή του χρόνου και το δεύτερο είναι να κάνουμε τον αγώνα της καθαρότητος των οφθαλμών μας. Τότε σαν τον παράλυτο θα έρθει η ώρα μας. Μπορεί να είναι ύστερα από τριάντα οκτώ χρόνια, μπορεί να είναι αύριο, μπορεί να είναι πέντε λεπτά πριν σφραγίσουμε τα μάτια μας σε αυτόν τον κόσμο, αλλά υπάρχει πάντοτε η στιγμή του Θεού για όλους. Και τότε η μακρόχρονη αναπηρία, που συνοδεύεται από θαυματουργική θεραπεία, αποτελεί μεγαλύτερη ευλογία από την υγεία που στερείται εμπειρίας θεϊκής παρουσίας.
Η παρουσία του Θεού είναι παρουσία για να δώσει στον καθένα μας την αίσθηση της σωτηρίας, τον πόθο της αθανασίας, την προσδοκία της αιωνιότητος. Να δώσει τη γλύκα ότι κι αν πονάμε, κι αν δοκιμαζόμαστε, κι αν αδικούμαστε, κι αν στερούμαστε, μπορεί να ζούμε με ζεστασιά, την αίσθηση και την εμπειρία της πνευματικής Του παρουσίας στη ζωή μας. Το Ευαγγέλιο αυτό αγαπητοί, δεν αποτελεί μια υπόμνηση ενός θαύματος μόνο, αλλά αποτελεί μια αφορμή αφύπνισης για όλους μας. Όλοι βρισκόμαστε παράλυτοι με πνευματική τύφλωση, με αναπηρία, με χωλότητα, με ξηρότητα, με αδυναμία στα πόδια, με ανεπάρκεια στα χέρια, γύρω από μια κολυμβήθρα, την κολυμβήθρα των δακρύων και των χαμένων ελπίδων αυτής της ζωής. Σκοπός και στόχος της Εκκλησίας είναι να προσπαθεί να επαναπροσανατολίσει την καρδιά μας από τη νοοτροπία των σταγόνων του θεϊκού ελέους της Παλαιάς Διαθήκης προς τον ωκεανό της αγάπης του Θεανθρώπου.

Ὁ πνευματικός πόλεμος εἰς τήν ζωήν τοῦ χριστιανοῦ

Ὁ στάρετς Λεωνίδας τῆς Ὄπτινα σχετικὰ μὲ τὸν πνευματικὸ πόλεμο ἔλεγε: «Ὅταν ξεσηκώνονται ἐναντίον σου τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν ἐσὺ πρέπει νὰ προστρέχεις στὸ Χριστό. Ὁ Σωτήρας μας θὰ ἔρχεται πάντοτε γιὰ νὰ σὲ βοηθήσει, γιὰ νὰ γαληνέψει τὰ κύματα. Νὰ πιστεύεις ἀκράδαντα πὼς ὁ Κύριος μὲ τὴν πρόνοιά του παραχωρεῖ νὰ ἀντιμετωπίσεις τέτοιους πειρασμοὺς γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς σου.
Μὴ τοὺς ἀπορρίπτεις. Μὴ ἀποζητᾶς σωματικὴ εἰρήνη καὶ φανταστικὴ ἠρεμία. Εἶναι καλύτερα νὰ κλυδωνίζεσαι καὶ νὰ ὑπομένεις. Ἂν ἀπὸ τὴν δοκιμασία αὐτὴ προκύψει κάποια ἐμπειρία καὶ γνώση, αὐτὸ θὰ ἐλαφρύνει πολὺ τὸν ἀγώνα σου καὶ θὰ ἀποκτήσεις περισσότερη εἰρήνη ἀπὸ ὅση θὰ εἶχες προτοῦ ἀντιμετωπίσεις τὸν πειρασμό».
Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος μιλώντας γιὰ τοὺς πειρασμοὺς μᾶς λέει: «Νὰ μὴ φέρεται κανεὶς μὲ ἀνυπομονησία στὴ θλίψη τοῦ πειρασμοῦ, ποὺ τοῦ συμβαίνει, οὔτε νὰ τὸν ἀποφεύγει, ἀλλὰ νὰ τὸν ὑπομένει μὲ ταπείνωση, σὰν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεινοπαθήσει.

Νὰ πιστεύει ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ βάρος καὶ ὅτι ὁ πειρασμὸς πρέπει νὰ παραμείνει γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ νὰ ζήσει καὶ νὰ ἐνταθεῖ ἐναντίον του. Καὶ ἂν ἀκόμα δὲν βρίσκει μέσα του τὴν αἰτία, κι ἂν πρὸς τὸ παρὸν δὲν τὴν καταλαβαίνει, νὰ πιστεύει ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν κρίση καὶ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ἀγωνιστεῖ κανεὶς ἐναντίον τῆς ἔμπρακτης ἁμαρτίας καὶ ἀρχίσει νὰ πολεμάει καὶ τοὺς νοεροὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ταπεινώνεται, συντρίβεται, ἀγωνίζεται καὶ μὲ τὶς θλίψεις καθαρίζεται καὶ ἐπανέρχεται στὸ “κατὰ φύσιν”».
Ὁ ἀββᾶς Βαρσανούφιος σὲ ἀπόκρισή του ἀνέφερε στὸν ἀββᾶ Ἰωάννη ὅτι: «Μικροψυχεῖς στὶς θλίψεις σὰν ἕνας σαρκικὸς ἄνθρωπος, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχτηκες ὅτι θλίψεις θὰ εἶναι ἁπλωμένες μπροστά σου (Πράξ. 20- 23), ὅπως τὸ Πνεῦμα εἶπε στὸν ἀπόστολο Παῦλο. Δὲν γνωρίζεις ὅτι εἶναι πολλὲς οἱ θλίψεις τῶν δικαίων καὶ σὲ αὐτὲς οἱ δίκαιοι δοκιμάζονται ὅπως τὸ χρυσάφι στὴν φωτιά;
Ἂν εἴμαστε δίκαιοι, ἂς δοκιμαστοῦμε μὲ τὶς θλίψεις. Ἂν πάλι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἂς τὶς ὑπομείνουμε ὡς ἄξιοι γι᾽ αὐτές, διότι ἡ δοκιμασία ὁδηγεῖ λίγο λίγο στὴν ὑπομονή. Ἂς φέρουμε στὸ νοῦ μας ὅλους τούς ἁγίους ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ ἂς δοῦμε τί ὑπέμειναν.
Παρόλο ποὺ ἀγαθοποιοῦσαν καὶ ἀγαθολαλοῦσαν καὶ ἦσαν ἑδραιωμένοι ἀδιάσειστα στὸ πλήρωμα τῆς ἀληθινῆς Πίστεως, ὅμως οἱ ἄνθρωποι τοὺς μισοῦσαν καὶ τοὺς ἔθλιβαν μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς τους».
Ὁ πατὴρ Πορφύριος μιλώντας περὶ πνευματικοῦ ἀγῶνος ἔλεγε: «Ὅλα τὰ δυσάρεστα, ποὺ μένουν μέσα στὴν ψυχή σας καὶ φέρνουν ἄγχος, μποροῦν νὰ γίνουν ἀφορμὴ γιὰ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ πάψουν νὰ σᾶς καταπονοῦν. Νὰ ἔχετε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό.
Ἡ στενοχώρια δείχνει ὅτι δὲν ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωή μας στὸ Χριστό. Ὅλα νὰ τὰ ἀντιμετωπίζετε μὲ ἀγάπη, μὲ καλοσύνη, μὲ πραότητα, μὲ ὑπομονὴ καὶ ταπείνωση. Νὰ εἶστε βράχοι. Ὅλα νὰ ξεσπᾶνε πάνω σας καὶ σὰν τὰ κύματα νὰ γυρίζουν πίσω· ἐσεῖς νὰ εἶστε ἀτάραχοι.
Ἀλλὰ θὰ πεῖτε: «Ἔ, γίνεται αὐτό;» Ναί, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, γίνεται πάντοτε. Ἂν τὰ παίρνουμε ἀνθρώπινα, δὲν γίνεται. Ἀντί, ὅμως, νὰ σᾶς ἐπηρεάζουν δυσμενῶς, μποροῦν ὅλα νὰ σᾶς κάνουν καλό, νὰ σᾶς στερεώσουν στὴν ὑπομονή, στὴν πίστη. Διότι γυμναστικὴ εἶναι ὅλες οἱ δυσκολίες γύρω μας».
Ὁ Μ. Βασίλειος σὲ λόγο του γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ λέει: «Πολλοὶ προσέρχονται στὸν ἐνάρετο βίο, λίγοι ὅμως δέχονται τὸν ζυγό του, γιατί στοὺς βιαστὲς ἀνήκει ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μὲ τὴν λέξη βία ἐννοεῖ τὴν καταπόνηση τοῦ σώματος, ποὺ ὑπομένουν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἀρνοῦνται τὰ δικά τους θελήματα καὶ τὴν ἀνάπαυση τοῦ σώματος, τηροῦν δὲ ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἂν λοιπὸν θέλεις νὰ ἁρπάξεις τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γίνε βιαστὴς μὲ τὴν ὑπομονὴ κάθε θλίψεως ποὺ ἔρχεται ἐναντίον σου καὶ ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους».Πηγή  / Αντιγραφή

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ Του Παναγιώτη Τελεβάντου



Τα αποσπάσματα της ομιλίας του Σεβασμιότατου, που εκφώνησε στο συνέδριο που έγινε στην Κρήτη προς τιμή του Πατριάρχη Αθηναγόρα, παρατίθενται με συνήθη πλάγια γράμματα και ο σχολιασμός μας με έντονα όρθια στοιχεία.

“Ο ὁμιλῶν ἐπιθυμεῖ νὰ περιορισθεῖ εἰς ὁρισμένα χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα διέκρινον Ἀθηναγόραν τὸν πάνυ.” 

Πάνο (δηλαδή Παναγιώτη), έλεγαν τον Αθηναγόρα; Οχι Αριστοκλή; Εκτός και αν εννοείτε πάνυ (= μέγα); Σεβασμιότατε! Νόμιζα ότι είστε άνθρωπος που ξέρει γράμματα. Από πότε οι κακόδοξοι ονομάζονται μεγάλοι;

“Τί καὶ ἂν διάφοροι προσεπάθησαν νὰ διαμφισβητήσουν ἐνεργείας του τινὰς καὶ νὰ ἀμαυρώσουν τὴν μνήμην του.”

Κανείς δεν χρειάζεται να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια για να αμαυρώσει τη μνήμη του μακαριστού Πατριάρχη, Σεβασμιότατε. Αυτός γαρ και η πολιτεία αυτού “καθ’ εαυτού της καταδίκης την ψήφον εκπεφώνηκαν”. Μόνον όσοι εθελοτυφλούν ή αγνοούν την εκκλησιαστική ιστορία μπορούν να ισχυριστούν το αντίθετο.

“Πολλοὶ δὲν τὸν κατενόησαν. Τὸν παρερμήνευσαν.” 

Δηλαδή; 

Πώς και σε τι τον παρερμηνεύσαμε, Σεβασμιότατε; 

Σηκώνει παρερμηνεία η άρση των αναθεμάτων και η δημόσια διαβεβαίωση του ιδίου ότι έδινε τη Θεία Κοινωνία, όχι μόνον στους Παπικούς, αλλά και στους Προτεστάντες και εκαυχάτο μάλιστα δημόσια γι’ αυτό και προέτρεπε όλους να κάνουν το ίδιο;!!!

“Ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι παντοῦ καὶ πάντοτε ἰσχύει τὸ errare humanum est καὶ ὅτι τὰ πάντα ἐπηρεάζονται ἐκ τῆς ἐποχῆς των καὶ τοῦ περιβάλλοντός των." 

Ουδεμία περί αυτού αμφιβολία, Σεβασμιότατε. Γι’ αυτό ακριβώς δείχνουμε την απαιτούμενη επιείκεια απέναντί σας για την ανιστόρητη και αθεολόγητη περιγραφή του μακαριστού Αθηναγόρα που ιστορείτε. Σας αναγνωρίζουμε το ελαφρυντικό ότι - ως Φαναριώτης - έχετε ένα συναισθηματικό δεσμό με τον μακαριστό Πατριάρχη που δεν σας επιτρέπει να αξιολογήσετε με αντικειμενικότητα τον αείμνηστο Αθηναγόρα. 

“Ἂς προβάλωμεν τὰ πρωτόγνωρα τολμήματά του καὶ ὄχι μόνον τὰ κάποια λάθη του, καὶ ἂς ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ζηλοτυπίαν καὶ "γκρίνιαν" ἡ ὁποία ἀνέκαθεν δηλητηριάζει τὴν πολύπλαγκτον φυλήν μας, ἀπότοκον τῆς "εὐτυχίας τῆς δυστυχίας" (Ν. Δήμου). Ἀθηναγόρας Α΄ ὑπῆρξε ὁ μέγας ὁραματιστὴς τῆς Χριστιανικῆς ἑνότητος, ὁ διαπρύσιος κήρυξ τοῦ διαλόγου καὶ τῆς καταλλαγῆς, τῆς εἰρήνης, ἀγάπης, δικαιοσύνης καὶ ἀνοχῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ προάγγελος τοῦ τουρισμοῦ.” 

Τέλος πάντων για όσα οικουμενιστικά, αγαπολογικά παραθέτετε! 

Τι τη θέλατε όμως, δεσπότη μου, την αναφορά στον τουρισμό; Ακούσατε ποτέ κανένα Αγιο της Εκκλησίας να ασχολείται με τον τουρισμό; Θα θαυμάζουμε τώρα τους Πατριάρχες επειδή είναι προαγωγοί του τουρισμού; 

“Τί κι’ ἂν ὁ σπόρος ποὺ ἔσπειρε, λόγῳ ποικίλων αἰτίων, δὲν ἀπέδωσε πάντοτε τοὺς ἀναμενόμενους καρπούς. Τὸ ὄνομά του ἀνακαλεῖ στὴ μνήμη μας τοὺς προφήτας Ἀβραὰμ, Μωϋσῆ καὶ τὸν Μελχισεδέκ.” 

Δυστυχώς εμάς, Σεβασμιότατε, μόνον ως προς την εξωτερική μορφή ο μακαριστός Αθηναγόρας ανακαλεί στη μνήμη μας Βιβλικές μορφές. 

Ως προς την θεολογία που εξεπροσώπησε μας θυμίζει τον Αρειο, τον Μακεδόνιο, τον Νεστόριο, τον Ευτυχή, τους Εικονομάχους, τον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο. 

“Εἶχε τοὺς μαιάνδρους τῆς ποτάμιας γενειάδος, ποὺ ἀναδίδει βαλσαμικὸν ἄρωμα”. 

Ευωδίαζε κι αυτός;!!! 

Μήπως κιόλας χαμογελά από την αιωνιότητα; 

Για το θέμα της ευωδίας πρέπει να συμβουλευθώ την Θεομπαίκτρα της Αστορίας, αλλά για το χαμόγελο της αιωνιότητας το θέμα αφορά αποκλειστικά το Πατριαρχείο και προσωπικά τον Παναγιότατο κ. Βαρθολομαίο. 

“τὴν χάλκινην θεϊκὴν αὐτὸ τοῦτο κορμοστασιάν, στὴν ὁποίαν χαρίζουν ἱερατικὸν μεγαλεῖον οἱ λειτουργικὲς κινήσεις, ἕνα βλέμμα μεγαλοόμματο καὶ καθηλωτικὸν ποὺ περιέβαλε τοὺς πάντας μὲ ἀπεριόριστον σεβασμόν, φρύδια "δίλοβα" τόξα βυζαντινῆς πύλης, ἀνοικτῆς στὸ ὁραματικὸ φῶς, δάκτυλα μακρὰ ἀριστοτεχνικὰ ποὺ "χόρευαν" κατὰ περίπτωσιν ἔντεχνα, δυὸ μπράτσα τὰ ὁποῖα ἁπλώνονταν καὶ ἀγκάλιαζαν ἐγκάρδια ἀφοπλίζοντας τοὺς ἀνθρώπους.”

Γιατί αποκομίζω την εντύπωση ότι περιγράφετε ένα ζωγραφικό πίνακα παρά τη μορφή ενός Πατριάρχη, Σεβασμιότατε; Για ξαναδιαβάστε αυτά που γράψατε και θα διαπιστώσετε ότι μοιάζουν καταπληκτικά με την τεχνοκριτική που δημοσιεύετε για ζωγραφικούς πίνακες.

“Καὶ ὅμως κυκλοφοροῦσε μ’ ἕνα ράσο σεμνὸ καὶ ἀκολουθοῦσε τὸ βίωμα Ἁγιορείτου Μοναχοῦ, ζώντας στὴν Κοσμούπολιν τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ τῆς Βασιλεύουσας μέσα στὸ κελλί του. Ἦταν φτιαγμένος γιὰ πνευματικὸς ἀρχηγός, ὁ Ἡγέτης ποὺ γοήτευε καὶ συνάρπαζε. Εἶχε σπινθηροβόλον καὶ εὔστροφον πνευματικὴν εὐπάθειαν νὰ εἶναι ταυτόχρονα αἰώνιος καὶ ἐπίκαιρος, ὀρθόδοξος, παγχριστιανικὸς καὶ διαθρησκειακός.”

Με συγχωρείτε, Σεβασμιότατε, αλλά ο τετραγωνισμός του κύκλου είναι αδύνατος!  Ή Ορθόδοξος ήταν ο μακαριστός Πατριάρχης ή Διαθρησκειακός και Πανχριστιανικός. Δεν γίνεται να ισχύουν όλα ταυτόχρονα. Μην τρελλαθούμε δηλαδή! 

“Ἦταν ἀπελευθερωμένος ἀπὸ δογματισμούς.”

Θα τολμούσε κανείς να ισχυριστεί το αντίθετο; Ούτε δόγματα σεβόταν, ούτε δογματισμούς ο αείμνηστος Πατριάρχης. Ισωμα τα είχε κάνει όλα στον πανθρησκειακό ωκεανό της αγαπολογίας του.

“ Ἀγαποῦσε ὅλους καὶ τιμοῦσε.” 

Ισως. Εκτός από από τους Αγίους Πατέρες που ποδοπάτησε αδίστακτα τη διδασκαλία και τους κανόνες τους.

"Ἔτσι ἔζησε ἧττες ἀτιμωτικές."

Ολοι οι κακόδοξοι αυτή την τύχη έχουν σε αντίθεση με τους Αγίους που, ακόμη και αν οδηγηθούν στο μαρτύριο, τους περιμένει το αμαράντινο στεφάνι της δόξας του Κυρίου. 

“Διότι ὡς γνωστόν, οἱ ἀσημότητες περνοῦν ἀνενόχλητες. Οἱ μετριότητες ἀπολαμβάνουν τὶς ζητωκραυγές. Οἱ πραγματικὰ μεγάλοι πίνουν τὸ κώνειον.” 

Νομίζω, Σεβασμιότατε, ότι παραποιείτε συνειδητά την Ιστορία με προκρούστειο ζήλο. 

Ο μακαριστός Πατριάρχης απόλαυσε τα χειροκροτήματα και τις ανθρώπινες τιμές και δόξες όσες λίγοι άνθρωποι και δεν ήπιε κανένα κώνειο. Πλήρης ημερών κοιμήθηκε χαίρων άκρας υγείας.

“Γι’ αὐτὸ ἀντάλλαξε θυσιαστικῶς τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς Νέας Ὑόρκης μὲ τὴν στενὴν ἀτραπὸν τοῦ μαρτυρικοῦ Φαναρίου”.

Ελπίζω να συνειδητοποιείτε, Σεβασμιότατε, ότι ξεπεράσατε κάθε επιτρεπτό όριο. 

Τι θυσία είναι αυτή πια; Να αποδεχθεί να ταξιδεύσει με το προσωπικό αεροπλάνο του Τρούμαν για να ενθρονιστεί Οικουμενικός Πατριάρχης και μάλιστα σε μια περίοδο που η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είχε πολυπληθές και ζωντανό ποίμνιο; 

Οπως πολύ καλά γνωρίζετε ο αοίδιμος Πατριάρχης έλεγε ότι κάθε καλόγηρος τη θέση του ηγουμένου του Φαναρίου έχει ως φιλοδοξία του. Και εσείς μιλάτε για θυσία; 

Οχι τίποτε άλλο, αλλά να μην καταντά το θέμα κοροιδία!

“φέρων εἰς αὐτὸ μίαν νέαν πνοὴν καὶ μίαν νέαν ἐποχήν" 

Αφού το ομολογείτε ότι είναι Νεοεποχίτης, Σεβασμιότατε, τι άλλο να προσθέσουμε εμείς; 

Ιδού λοιπόν ότι εις τινα συμφωνούμεν.

Σεβασμιότατε! Για όνομα του Θεού. Δεν κάνει να προβάλλουμε ανθρώπους όπως τον Αθηναγόρα, τον Αμερικής Ιάκωβο, τον Χαλκηδόνος Μελίτωνα (Χατζή), τους Αρχιεπισκόπους Ιάκωβο (Βαβανάτσο), Σεραφείμ, Χριστόδουλο, τον Μοναχό Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό κτλ..

Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να τους διαπομπεύουμε ιδιαίτερα για θέματα που αφορούν την προσωπική τους ζωή. Οχι όμως και να τους προβάλλουμε ως πρότυπα.

Είναι αμαρτία! Πώς να το κάνουμε;

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ (29 Μαΐου 1453)


ALVSH
Τοῦ Ιωάννου Ελ. Σιδηρᾶ
Θεολόγου – Εκκλησιαστικοῦ Ιστορικοῦ – Νομικοῦ

«Το δε την πόλιν σοι δοῦναι ούτ’ εμόν εστί, ούτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ού φεισόμεθα τῆς ζωῆς ημῶν»(Απόκριση Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ΄ τοῦ Παλαιολόγου προς Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή).

            Οι κυριότεροι βυζαντινοί ιστορικοί χρονογράφοι, οι οποίοι κατέγραψαν και διέσωσαν αυθεντικά και τεκμηριωμένα τα γεγονότα, πριν, κατά και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Δούκας, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο Γεώργιος Φραντζής και ο Μιχαήλ Κριτόβουλος. Με γνώμονα την ιστορική γραφή των παραπάνω χρονογράφων συντίθεται το «Χρονικόν της αλώσεως» μέχρι την 29η Μαΐου του 1453, ημέρα που σφράγισε επί αιῶνες την πορεία τοῦ ευσεβοῦς Γένους μας.
            Τον Οκτώβριο του 1448 εκοιμήθη ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος και διάδοχος αυτοῦ ορίσθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος, ο οποίος εστέφθη στο Δεσποτάτο του Μυστρά και « εγένετο παρά πάντων δεκτός» στην Κωνσταντινούπολη. Από την άλλη πλευρά, κατά το έτος 1451, είχε πεθάνει ο Σουλτάνος των οθωμανῶν Μουράτ Β΄ και διάδοχός του ανεδείχθη στην Ανδριανούπολη ο υιός του, Μωάμεθ Β΄ ο μετέπειτα πορθητής της Κωνσταντινουπόλεως.
            Από τον Μάρτιο μέχρι και τα τέλη Αυγούστου του 1452 οικοδομείται υπό την απόλυτη επίβλεψη του Μωάμεθ το νέο φρούριο των οθωμανῶν στο πιο στενό και δύσπλευτο σημείο τοῦ Βοσπόρου προκειμένου να ελέγχεται απολύτως υπό τους οθωμανούς η δίοδος του Βοσπόρου. Ταυτόχρονα οι οθωμανοί προβαίνουν σε σκληρές λεηλασίες στον ευρύτερο χώρο του νέου φρουρίου και δημιουργούν τα πρώτα σοβαρά πλήγματα στους βυζαντινούς. Τότε ακριβώς (Ιούλιος του 1453) ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος αναγκάζεται να σφραγίσει τις πύλες της Κωνσταντινουπόλεως.
            Την ίδια περίοδο ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ αγωνιᾶ και υποφέρει βλέπει ότι οι Ρωμιοί είναι αποφασισμένοι να υπερασπισθούν τα ιερά και τα όσια του Γένους. Είναι δε χαρακτηριστική των τότε ιστορικών, οι οποίοι αναφέρουν ότι ο Μωάμεθ στην Ανδριανούπολη «οίκοι διάγων ουκ εδίδου ανάπαυσιν τοῖς βλεφάροις, αλλά και εν νυκτί και ημέρα την πάσαν φροντίδαν της πόλεως είχε, πώς αυτήν καταλάβοι, πώς κύριος αυτής γένοιτο». Τότε συμβαίνει αναπάντεχα ακόμη ένα κακό. Κάποιος ικανότατος μηχανικός –πιθανότατα Ούγγρος- μεταπηδά από τους βυζαντινούς στους οθωμανούς έναντι αδράς αμοιβῆς και αναλαμβάνει να κατασκευάσει ένα τεράστιο σε μέγεθος κανόνι, του οποίου η αποτελεσματικότητα να καταστρέφει τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, απεδείχθη εφιαλτική από την πρώτη στιγμή.
            Από την πλευρά τους οι βυζαντινοί με την αποστολή πρέσβεων ζητούν βοήθεια από την Ιταλία και την Ουγγαρία, αλλά ο Ιωάννης Ουνυάδης για την παροχή στρατιωτικής ενισχύσεως υπέρ των βυζαντινών ζητεί ως αντάλλαγμα τουλάχιστον την πόλη της Μεσημβρίας στον Εύξεινο Πόντο.
            Κατά τους μήνες Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1452 ενεργοποιούνται στοιχειωδώς και βαθμιαία η Βενετία και η Γένοβα ύστερα από σειρά σοβαρών εχθρικών επιθέσεων των οθωμανών εναντίον δικών τους υπηκόων. Υποβάλλουν αιτήσεις για παρέμβαση του Πάπα Νικολάου Ε΄ προς τους Δυτικούς ηγεμόνες και τελικώς αποφασίζουν την στρατιωτική ενίσχυση μόνον των δικών τους εγκαταστάσεων στον Εύξεινο Πόντο και στη συνοικία Πέραν της Κωνσταντινουπόλεως. Και όλα αυτά προς υπεράσπιση των οικονομικών τους συμφερόντων και όχι από ενδιαφέρον για την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως.
            Τον Δεκέμβριο του 1452 γίνονται στην Κωνσταντινούπολη δεκτοί από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ο ελληνικής καταγωγής εξωμότης Επίσκοπος του Κιέβου Ισίδωρος ως απεσταλμένος του Πάπα και ο Λεονάρδος Χίος, Λατίνος Επίσκοπος Μυτιλήνης. Οι δύο αυτοί παπικοί απεσταλμένοι στις 12 Δεκεμβρίου 1452 με συναίνεση και παρουσία του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου κηρύσσεται στην Αγία Σοφία η ένωση των δύο Εκκλησιών προκαλώντας την εντονότατη δημόσια αντίδραση της μερίδος των ορθοδόξων ανθενωτικών, οι οποίοι γνώριζαν ότι τίποτε δεν μπορούσαν να αναμένουν ως βοήθεια από τους Λατίνους. Γράφεται μάλιστα ότι το ανοσιούργημα της ψευδοενώσεως των Εκκλησιών εθεωρήθη από τους πνευματικούς ανθρώπους της Πόλεως ως πράξη ασυγχώρητη από τον Θεό, ο οποίος απέστρεψε το πρόσωπο αυτού από τους βυζαντινούς και η Πόλη έπεσε στα χέρια των αλλοθρήσκων οθωμανών.
            Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1452 αποφασίζεται να παραμείνουν στην Κωνσταντινούπολη και να συμμετάσχουν στην άμυνά της όσα πλοία είχαν ελλιμενισθεί για εμπορικούς λόγους, αλλά ένας αριθμός από αυτά –κυρίως βενετικά- δεν πειθαρχεί και αποχωρεί φυγαδεύοντας και εκατοντάδες ενόπλους άνδρες.
            Στα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου του 1453 οι οθωμανοί μεταφέρουν το μεγάλο κανόνι από την Ανδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη και συγκεντρώνουν σταδιακά τα στρατιωτικά σώματα του Μωάμεθ. Λαμβάνουν θέσεις απέναντι από τα χερσαία τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και σταδιακά αποκλείουν την Πόλη από ξηράς.
            Οι βυζαντινοί ενισχύουν με κάθε μέσο τα τείχη, χερσαία και θαλάσσια, και στις 2 Απριλίου κλείουν με την μεγάλη αλυσίδα την είσοδο του Κερατίου κόλπου. Παρά την κρισιμότητα των στιγμών η αντιπαράθεση ενωτικών και ανθενωτικών είναι πάντοτε αισθητή. Γράφεται μάλιστα ότι ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς, όταν είδε τον αναρίθμητο στρατό των οθωμανών, είπε: «κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη Πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν». (Είναι καλύτερο να δεί κάποιος στη μέση της Πόλεως να βασιλεύει τουρκικό φρακιόλιο παρά παπική τιάρα).
            Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος υπερασπίζει μάχιμες θέσεις και κυρίως την κεντρική χερσαία Πύλη, την γνωστή ως Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ενώ σώμα ενόπλων κινείται σε διάφορα σημεία στο εσωτερικό της Πόλεως. Το σύνολο των τότε κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως ανέρχονταν στις 50.000 και από αυτούς, οι μεν ένοπλοι βυζαντινοί ήταν περίπου 7.000, ενώ 2.000 ήταν οι Βενετοί και οι Γενουάτες. Στο πεδίο της μάχης δηλαδή η αναλογία ήταν ένας Ρωμιός προς είκοσι οθωμανούς.
            Στις 5-7 Απριλίου έχουμε την έναρξη της πολιορκίας της Πόλεως και στις 12 Απριλίου αρχίζουν συνεχείς κανονιοβολισμοί των χερσαίων τειχών, ημέρα και νύκτα, από τους οθωμανούς. Οι βυζαντινοί με επινοητικότητα προσπαθούν με ειδικές κατασκευές να εξουδετερώσουν τις βολές, να κλείσουν με κάθε μέσο τα ρήγματα στα τείχη και να δημιουργήσουν νέα προκαλύμματα και προμαχώνες.
            Στις 18 Απριλίου, κατά τα ξημερώματα, γίνεται η πρώτη επίθεση των οθωμανών στα τείχη, αλλά απωθούνται επιτυχώς από τους βυζαντινούς. Εξοργισμένος τότε ο Μωάμεθ από την μεγάλη του αλαζονεία ορμά στην θάλασσα και την ραβδίζει ως παρανοϊκός, ενώ αντικαθιστά και τον αρχηγό του στόλου του. Στις 22 Απριλίου ο Μωάμεθ τεχνάζεται ένα πρωτοφανές σόφισμα. Διατάζει την μεταφορά δια ξηράς των πολεμικών πλοίων του μέσα στον κεράτιο κόλπο. Η μεταφορά των πολεμικών πλοίων γίνεται πανηγυρικά και με τυμπανοκρουσίες μέσω ειδικά διαμορφωμένης διόδου στην περιοχή του Γαλατά από το Διπλοκιόνιον έως απέναντι στο Κοσμίδιον.
            Στις 7 Μαΐου γίνεται αποτυχημένη επίθεση κατά των χερσαίων τειχών με 30.000 άνδρες και ισχυρές απώλειες για τους οθωμανούς. Στις 12 Μαΐου ο Μωάμεθ τυφλωμένος από το πάθος να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη διατάζει μεγάλη επίθεση με δύναμη 50.00 ανδρών κατά τα μεσάνυχτα. Σε μάχη επί των τειχών κοντά στα ανάκτορα σημειώνονται μεγάλες απώλειες και για τα δύο μέρη. Ο αυτοκράτωρ εκείνη τη νύκτα παρά τις πιέσεις και τις προτροπές από το στενό περιβάλλον του δεν εδέχθη να εγκαταλείψει την Πόλη.
            Άξιο ιδιαίτερης μνείας είναι ότι κατά την ημέρα της ονομαστικής εορτής του Κωνσταντίνου (21 Μαΐου) η πρόταση του Μωάμεθ προς τον αυτοκράτορα να παραδώσει την Πόλη με αντάλλαγμα την περιουσία του ιδίου, της οικογένειας και των αρχόντων του. Τότε ο γενναίος και μαρτυρικός Ρωμιός αυτοκράτορας αποκρίνεται στο Μωάμεθ: «δε την πόλιν σοι δοῦναι ούτ’ εμόν εστί, ούτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ού φεισόμεθα τῆς ζωῆς ημῶν».
            Μεταξύ 25ης και 26ης Μαΐου συμβαίνουν διάφορα εντυπωσιακά δυσοίωνα, όπως η πτώση της Ιεράς Εικόνος της Θεοτόκου κατά την λιτάνευσή της και «τοῦτο παρά δόξαν γεγονός φρίκην τε πολλήν και αγωνίαν μεγίστην και φόβον πάσιν ανέβαλεν». Παράλληλα, ισχυρή καταιγίδα με αστραπές και χαλάζι αναστατώνει τους βυζαντινούς, ενώ την επομένη «νέφος βαθύ την πόλιν πάσαν περιεκάλυψε από πρωίας βαθείας έως εσπέρας». Ορισμένοι μάλιστα ιστορικοί χρονογράφοι της εποχής εκείνης αναφέρουν ότι από την πρώτη ημέρα της πολιορκίας μέχρι και την 27η Μαΐου, τρείς δηλαδή ημέρες προ της αλώσεως, ολόκληρη την Πόλη εκάλυπτε περιφερόμενη ουράνια φωτεινή νεφέλη, η οποία όταν εξαφανίστηκε προκάλεσε τον τρόμο των Ρωμιών, επειδή θεωρήθηκε ότι η Θεοτόκος είχε πλέον αφήσει απροστάτευτη την Πόλη της στα χέρια των οθωμανών.
            Κατά τις δύο τελευταίες ημέρες (26/27 Μαΐου) προ της αλώσεως ο οθωμανικός στρατός προετοιμαζόταν με νηστεία και προσευχή. Φωτοχυσίες και θορυβώδεις νυκτερινοί εορτασμοί στο οθωμανικό στρατόπεδο έσπερναν τον πανικό στους πολιορκουμένους Ρωμιούς. Την παραμονή της μεγάλης επιθέσεως (28 Μαΐου) ο Μωάμεθ ανακοινώνει στα στρατεύματά του ότι την επομένη θα γίνει η μεγάλη και τελική επίθεση. Επακολουθεί γενική κινητοποίηση με υποσχέσεις ανταμοιβών στους στρατιώτες, προσευχές και ηθική ενίσχυση, ενεργοποίηση ποικίλων πολιορκητικών κατασκευών και αλλεπάλληλοι κανονιοβολισμοί.
            Κατά τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου, ημέρα της μάρτυρος Αγίας Θεοδοσίας, αρχίζει η επίθεση των οθωμανών με κύριο στόχο την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Γίνονται αλλεπάλληλες προσπάθειες εισόδου δια μέσου των τειχών, ενώ εξακολουθούν οι κανονιοβολισμοί. Παρά την σθεναρή αντίσταση των πολιορκουμένων σχεδόν ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η διείσδυση των οθωμανών γενιτσάρων από την κερκόπορτα και από την πύλη του Χαρισίου. Η κερκόπορτα ήταν υπόγεια, κρυφή, παλαιά είσοδος, «παραπόρτιον», πλησίον του παλατίου που είχαν ανοίξει προσφάτως για τις δικές τους ανάγκες οι βυζαντινοί. Διαθρυλείται ότι την πύλη του Ρωμανού είχαν ανοίξει στους οθωμανούς γενιτσάρους για να εισέλθουν στην Πόλη ορισμένοι Εβραίοι, οι οποίοι συνεργάζονταν μαζί τους.
            Επικρατεί παντού πανικός και όλοι, κατακτητές και μη, κατευθύνονται στο κέντρο της Πόλης. Θρίαμβος, λεηλασία, αγριότητα και βιαιοπραγίες για τους κατακτητές. Σφαγή, αιχμαλωσία και κάθε είδους ατίμωση για τους κατακτημένους. Τότε πεθαίνει μαχόμενος μέχρι τέλους επί των επάλξεων και ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος.
            Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε το επεισόδιο, το οποίο καταγράφει ο χρονογράφος Φραντζής και αφορά την πίστη και την ταπεινότητα του αυτοκράτορος. Η διήγησή του έχει ως εξής: «Ερχόμενος ο αυτοκράτορας στον πάνσεπτο ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας για την τελευταία θεία Λειτουργία προσευχήθηκε κλαίγοντας και γονυπετής μετέλαβε τα Άχραντα και Θεία μυστήρια. Έπειτα μετέβη στα ανάκτορα, σταμάτησε για λίγο και ζήτησε συγχώρεση από τους πάντες. Ποιος να διηγηθεί τα κλάματα και τους θρήνους στο παλάτι εκείνη την ώρα; Ακόμη και αν υπήρχε άνθρωπος καμωμένος από ξύλο ή πέτρα ήταν αδύνατο να μη θρηνήσει».
            Οι χρονογράφοι αναφέρουν επίσης ότι ο Κωνσταντίνος βλέποντας την άλωση της Πόλεως είπε γοερά τις εξής φράσεις: «Δεν υπάρχει κανείς χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου; Χίλιες φορές να πεθάνω παρά να ζήσω και να δώ την άλωση της Πόλης».
            Τέτοιες ήταν οι επί τρείς ημέρες σφαγές, καταστροφές και ιεροσυλίες, ώστε ο χρονογράφος Φραντζής δεν είναι υπερβολή όταν γράφει ότι: «σε ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη δεν φαινόταν σπιθαμή χώμα από τις σωρούς των νεκρών». Μετά από τρείς ημέρες έπαυσε η λεηλασία και ο Μωάμεθ Β΄ ο πορθητής, αφού εισήλθε έφιππος στον ιερό ναό της Του Θεού Σοφίας για να προσευχηθεί για την νίκη του, μετέβαλε την «Μεγάλη Εκκλησία», όπως λέγεται σε τέμενος.
            Η Πόλη εάλω και ήταν Μάϊος του 1453. Κατά μήνα Μάϊο είχαν γίνει τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως και πάλι κατά μήνα Μάϊο «επάρθεν η Ρωμανία». Κωνσταντίνος ο Μέγας την έχτισε και επί Κωνσταντίνου εάλω. Η Κωνσταντινούπολη ήταν και παραμένει η πόλη της Θεοτόκου, η πόλη των θρύλων, των δακρύων και των στεναγμών του ευσεβούς Γένους μας. Τελικά, η Πόλη των πόλεων διαχρονικά αποτελεί την «κιβωτό της Ρωμιοσύνης και της Ορθοδοξίας»

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...