Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

ΘΡΗΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


  

Θρήνοι για την Άλωση της Πόλης!..
"Ο ΘΕΟΣ, ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ἔθεντο ῾Ιερουσαλὴμ ὡς ὀπωροφυλάκιον. 2 ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων σου βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, τὰς σάρκας τῶν ὁσίων σου τοῖς θηρίοις τῆς γῆς· 3 ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν ὡσεὶ ὕδωρ κύκλῳ ῾Ιερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἦν ὁ θάπτων. 4 ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ ἡμῶν. 5 ἕως πότε, Κύριε, ὀργισθήσῃ εἰς τέλος, ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ὁ ζῆλός σου; 6 ἔκχεον τὴν ὀργήν σου ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ γινώσκοντά σε καὶ ἐπὶ βασιλείας, αἳ τὸ ὄνομά σου οὐκ ἐπεκαλέσαντο, 7 ὅτι κατέφαγον τὸν ᾿Ιακώβ, καὶ τὸν τόπον αὐτοῦ ἠρήμωσαν"( Ψαλμός 78 , 1-7 ). 




 Ω Πόλις, Πόλις πόλεων πασών κεφαλή!
Ω Πόλις, Πόλις κέντρου των τεσσάρων του κόσμου μερών!
Ω  Πόλις, Πόλις Χριστιανών καύχημα και βαρβάρων αφανισμοί.
Ω  Πόλις, Πόλις άλλη παράδεισος φυτευθεισα πρὸς δυσμάς,
έχουσα ένδον φυτὰ πάντοτα βρίθουσα καρποὺς πνευματικούς!
Ποῦ σου το κάλλος, παράδεισε;


Διαβάστε μερικά τραγούδια που έψαλε ο ελληνικός λαός για την Άλωση της Πόλης και την Αγιά-Σοφιά, έτσι όπως ακριβώς σώζονται από πολλούς χρονικογράφους και ιστορικούς της εποχής εκείνης!..



Σώπασε κυρά Δέσποινα

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.

Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης
κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά, εσειόνταν οι κολώνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα.

Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και 'σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.

Μον' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρθουνε τρία καράβια
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο την ΄Αγια Τράπεζά μας
μη μας την πάρουν τα σκυλιά, μη μας την μαγαρίσουν.

Η Δέσποινα ταράχθηκε κι εδάκρυσαν οι εικόνες
"Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι".
(Δημοτικό)



Της Αγια-Σοφιάς

Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα 'αγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια°
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι".
(δημοτικό)


Πάρθεν η Ρωμανία

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην°
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

(Δημοτικό τραγούδι του Πόντου)



Το ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης

Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.
(δημοτικό, απόσπασμα)



1.«Πήραν την Πόλη μωρέ πήραν την, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγιό Σοφιά το μέγα μαναστήρι 
Πώ ΄χει σαρανταδυό ΄κλησιές κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και ψάλτης» (Ηπείρου)

2.«Ν’ ανέβαινα πολύ ψηλά, ψηλά παν’ τα ουράνια
Να διω την Πόλ’ πως καιητι, τα κάστρα πως ρημάζουν
΄Πο μια μερια ν ‘ ιδείν φωτιά, ‘πο την αλλ’ χάρος την δέρνει 
Τα μοναστήρια καίγουντι κι οι εκκλησιές χαλιούντι
Πήραν μανάδες με παιδιά και πεθερές με τσ’ νύφες
Πήραν μια χήρα παπαδιά με δυο με τρεις νιφάδες» (Μάλγαρα Ανατ.Θράκης)

3.«Να ΄μαν δεντρί στη Βενετιά, χρυσή μηλιά στην Πόλη 
και κόκκινη τριανταφυλλιά, μεσ’ τους επτά ουράνους
Ν’ ανέβαινα να βίγλιζα την Πόλη πως τουρκεύει
Πόλη μου για δεν χαίρεσαι, για δε βαρείς παιγνίδια
Το πώς μπορώ να χαίρομαι και να βαρώ παιχνίδια
Μέσα με δέρνει ο θάνατος, ν’ όξω με δέρνει ο Τούρκος
Κι απ’ τη δεξιά μου τη μεριά, Φράγκος με πολεμάει…» (Καππά Καρδίτσας)



ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ

Η είδηση της Άλωσης, στους θρήνους, φτάνει άλλοτε από το πουλί που γυρνά με καμένα φτερούδια από την Πόλη, άλλοτε από το παιδί της χήρας που διαβάζει τα χαρτιά, άλλοτε από το καράβι κι άλλοτε από άγγελο σταλμένο απ’ το Θεό…: «ας πάψει το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει…»

4.«Ένα πουλάκι ξέβγαινε πω μέσα από την Πόλη, 
Χρυσά ήταν τα φτερούδια του, χρυσά και κεντημένα
Κι ήταν καημένα από φωτιά και μαυροκαπνισμένα
πες μας πες μας πουλάκι μου, κανα καλό χαμπάρι
Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω
Πήραν την Πόλιν η Τουρκιά, πήραν και το Φανάρι
Πήραν και την Αγια Σοφιά.»(Ελασσόνας)

5.«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλιν
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.» (Πόντου)



6.«Που πας μωρέ που πάς χελιδονάκι μου
Που πας χελιδονάκι μου, που πας με τον αγέρα
Πάνω μωρέ πάνω μαντάτα στη Φραγκιά
Πάνω μαντάτα στη Φραγκιά, μαντάτα για την Πόλη
Πήραν μωρέ πήραν, την Πόλη πήρανε
Πήραν την Πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν μωρέ πήραν και την Αγια Σοφιά
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μαναστήρι 
Βγάλτε μωρέ βγάλτε παπάδες τα ιερά
Βγάλτε παπάδες τα ιερά κι εσείς κεριά σβηστείτε
Γιατί μωρέ γιατ’ είναι θέλημα Θεού
Γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» (Ηπείρου)

7«Γιατί πουλί μ΄ δεν κελαηδείς πως κελαηδούσες πρώτα
Για πως μπορώ να κελαηδώ ;
Με κόψαν τα φτερούδια μου, με πήραν τη λαλιά μου
Μας πήρανε μπρ’ αμάν την Πόλη μας και την Αγια Σοφιά μας
Κλαίγει πικράν η Παναγιά» (θρήνος Θράκης)



8.«Εσείς πουλιά πετούμενα, πετάτε στον αέρα
Στείλτε χαμπέρια στη Φραγκιά στη Μοσχοβιά μαντάτα
Πήραν την πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Και η κυράτσα Παναγιά στην πόρτα ακουμπισμένη
Χρυσό μαντήλιν εκρατεί, τα δάκρυα της σφουγγούσε
Και τους μαστόρους έλεγε και τους μαστόρους λέγει
Πάψτε μαστόροι τη δουλειά, μη χάνετε καιρό σας
Εδώ τζαμί δε γίνεται, για να λαλούν χοτζάδες,
εδώ θα μένει η Αγια Σοφιά…» (Δυτ. Μακεδονίας)


9.«Ισείς πουλιά μ’ πιτούμενα, πιτάτι στουν αέρα
Χαμπέρ να πάτι στο Μοριά, χαμπέρι στην Ελλάδα:
«Τούρκοι την Πόλη πήρανε» , πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την’ Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι
Πώ χει τριακόσια σήμαντρα κι αξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος
Τούρκοι την Πόλη πήρανε..» (Νιγρίτα Σερρών)

10.«Από την Πόλη ως τη Σαλλονίκη, Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει
Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει, νούδι γκιζιρούσι, νούδι κι πετούσι
Μον΄ περπατούσι κι ηλεγεν Ελένη μ’ πήραν την πόλ’ πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν την Πολ’ πήραν την Σαλλονίκη, πήραν το Μέγα Μοναστήρι
Πω χει τριακόσια σήμαντρα Ελένη μ’ κι ηξήντα δυο καμπάνες
Κι ηξήντα δυο καμπάνες και χίλιους καλογέρους» (Καρδίτσας)



11.«Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
γιε μ’ τους κάμπους ν΄ αγναντέψω,
πέρδικα, μαρή πέδικά μου.
Βρίσκω μια πετροπέρδικα, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μια πετροπεριστέρα
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου.
Να λέει τραγούδι θλιβερό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ να λέει μοιρολόγι
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Μοιρολογούσε κι έλεγε, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μοιρολογάει και λέει,
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Οι Τούρκοι επήραν τη Σοφιά, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ το Μέγα Μαναστήρι
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου
Πήραν άσπρα, πήραν φλωριά
Πήραν μανάδες και παιδιά μου…» (Ανατ. Στερεάς Ελλάδας)

12. «Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.»



13.«Στην Πόλη γράφουν τα χαρτιά, στη Σαλλονικ’ τα στέλνουν
Κανάς δεν πάει να τα δει, κανάς δεν τα διαβάζει
Μόνο της χήρας το παιδί πααιν΄ και τα διαβάζει
Η μάνα του τον ρώτησι κι η μάνα του του λέει
Παιδί μ’ τι γράφουν τα χαρτιά, τι μολογάει το γράμμα
Αυτό που γράφουν τα χαρτιά ο Θιός να μην το δώσει
Θέλει να γίνει πόλεμος, η Πόλη να τουρκέψει» (Σαγιάδες Τρικάλων)

14.«Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια (…)
(Θράκης)
(Βλέπε πρώτο τραγούδι: «Σώπασε κυρά Δέσποινα»)

15.«Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις απ’ τ’ Άγον Όρος
Καράβιν αρματώνουνε και καλοσυγυρίζουν
Στην πρύμνη βάζουν το σταυρό, στη μεσ’ τον Πατριάρχη
Και ψάλλαν το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Φωνή ηκούσθη εξ ουρανού, εκ στόματος αγγέλου
Ας πάψει το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Πήραν οι Τούρκοι τη Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Πώ ΄χει τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες» (Μακεδονίας)

16.«Τρεις καλογέροι κρητικοί, ωρέ και τρεις Αγιονορείτες
καράβι ν’ α – κι αμάν αμάν, καράβι ν’ αρματώνανε
Καράβι αναματώσανε σ’ ένα βαθύ λιμάνι
Φωνή ακόυστη εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Πήραν την Πόλη, πήραν την , πήραν τη Σαλλονίκη
πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι…»(Πελοποννήσου)

17.«Σήμερα ψέλνουν εκκλησιές κι όλα τα μοναστήρια
Ψέλνει και η Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς
Ψιλή φωνή εξέβγηκε μέσα απού τα ουράνια:
«Αγία Σοφία πάρθηκε σ’ Αγαρηνών τα χέρια 
να κόψουνε οι ψαλμωδιές» (Μ. Ασίας, Βιθυνίας)



«…ΤΟ ΄ΝΑ ΦΩΡΤΩΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΛΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ…»

Μετά την άλωση οι πιστοί έτρεξαν να περισώσουν τα ιερά τους, την άγια τράπεζα, το σταυρό, το ευαγγέλιο, τα εικονίσματα. Τα καράβια ετοιμάζονται για το έργο της μεταφοράς. Το μοτίβο γνωστό και κοινό σε πολλά τραγούδια του τόπου μας.

18.«Τρία καράβια – βόηθα Παναγιά – τρία καράβια φεύγουνε
που μέσα που την Πόλη, κλαίει καρδιά μ’ κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το ΄να φουρτώ – βόηθα Παναγιά – το ’να φουρτώνει το σταυρό
Κι τα’ άλλου του Βαγγέλιου κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το τρίτο το – βοήθα Παναγιά – το τρίτο το καλύτερο
Την ¨Αγια Τράπεζά μας, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Μη μας τα πά – βόηθα Παναγιά – μη μας τα πάρουν οι άπιστοι
Και μας τα μαγαρίσουν, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Η Παναγιά αναστέναξι κι δάκρυσαν οι κόνις….» (Ανατ. Θράκης)

19«Μον’ δώστε λόγο στη Φραγκιά, να’ ρθουν τρία καράβια
Το ΄να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το ευαγγέλιο
Το τρίτο το τρανίτερο την άγια τράπεζά μας
Μη μας τα πάρουν οι άπιστοι και μας τα μαγαρίσουν
Κι η Δέσποινα ως τα’ άκουσε, τα μάθια τσε δακρύσαν
Κι ο Μιχαήλ κι ο Γαβριήλ την επαρηγορούσαν
Σώπασ’ αφέντρα μ’ και κυρά και μην πολύ δακρύζεις
Πάλαι με χρόνια με καιρούς, πάλαι δικά μας θα ’ναι» (Βορείου Αιγαίου)



«…ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ΤΟ ΜΕΓΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ…»

Η ελπίδα της απελευθέρωσης της Πόλης, συνόδευε τα τραγούδια και τους θρήνους των «ρωμιών» από τα πρώτες κι όλες εκείνες μέρες της άλωσης. Ονειρεύονταν το χτίσιμο ξανά της Πόλης και το «ξαναλειτούργημα» στην Αγια Σοφιά, όνειρο που αποτύπωνεται στους στίχους των θρήνων τους…

20. «Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο
Ανάμεσα τρεις θάλασσες, καράβι κινδυνεύει
Με τ’ άργανα κιντύνευε, τριαναταφυλλάκι μ’ κόκκινο,
Με τ’ άργανα κιντύνευε, με τον αέρα σειώταν
Και με τα χαλκοτύμπανα, μαζώνοντ’ αντρειωμένες.
Μαζώνουνταν, συνάζουνταν, πύργον θέλουν να στήσουν,
Να στήσουν την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι.
Τα περιστέρια κουβαλούν, τα χελιδόνια χτίζουν
Κι οι Άγγελοι απ’ τον ουρανό βάζουν τα κεραμίδια» (Θεσσαλίας (Πηλιορείτικο))

  
Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=148#ixzz1Nk8IwQAs
πηγή

Αρχιμανδρίτου Βασιλείου (Γοντικάκη), Θεώρησις χώρου και χρόνου στο Άγιον Όρος



Δεκέμβριος 1997 - Ιανουάριος 1998]

Ένας παλιός καραβοκύρης μου έλεγε: Είχαμε τότε τα ιστιοφόρα. Και δεν φοβόμασταν την ανοιχτή θάλασσα, γιατί το πανί κρατούσε το καράβι και έπαιζε με το κύμα. Δυσκολία πολλή συναντούσαμε, όταν πλησιάζαμε στη στεριά. Και όταν πηγαίναμε τους υποψήφιους μοναχούς στο Όρος, ξέραμε ότι δεν θα τους ξαναπαίρναμε. Τους χάναμε, δεν ξανάβγαιναν έξω, όπως δεν γυρίζουν πίσω οι πεθαμένοι που τους πάνε στο κοιμητήριο.
Το Άγιον Όρος το χαρακτήρισε κοιμητήριο, τάφο, όπου μπαίνει κανείς και δεν βγαίνει έξω. Και είχε δίκιο. Μπορούμε να πούμε ότι το Άγιον Όρος είναι ένα κοιμητήριο νεκρών σπόρων, από όπου βλάστησε μια άλλη ζωή και ανθοφορία.
Το Άγιον Όρος είναι κάτι που σε συγκινεί βαθύτατα και σε έλκει. Κάτι που έχει σχέση με έναν θάνατο και με μια ζωή. Ο υποψήφιος μοναχός έρχεται στο Άγιον Όρος. Μένει εν ελευθερία. Θέλει να δη ποιες αντιδράσεις δημιουργούνται μέσα του με το να περνά ο χρόνος του σ’ αυτόν τον τόπο. Και οι αντιδράσεις είναι διάφορες, ποικίλουν κατά πρόσωπα και κατά τις αναζητήσεις των.
Εάν η κλίσι σου είναι γι’ αυτή τη ζωή, τη λογική, τον τόπο και το κλίμα, τότε μένεις. Γίνεται η κουρά σου. Οδηγείσαι από τον Γέροντα στο άγιο Θυσιαστήριο, όπου προσπίπτεις∙ όπου αφιερώνεις τη ζωή σου. Και το άγιο Θυσιαστήριο, η αγία Τράπεζα, είναι ο Τάφος  ο πανάγιος του Χριστού, απ’ όπου ανατέλλει ως Νυμφίος εκ παστάδος φωτεινής. Και αγαπάς ένα Τάφο. Και προσπίπτεις στον τάφο, επειδή αγαπάς τη ζωή.
Η πρώτη ευχή των παλαιών Αγιορειτών σε ένα νέο μοναχό είναι: καλή υπομονή. Αυτή η υπομονή, το να μένεις εκούσια υπό, είναι μια ευλογία που κρύβει μέσα της πολύ δυναμισμό, γιατί σε ωθεί προς τον δρόμο της εκουσίου νεκρώσεως, της ταφής εις την γήν την καλήν και αγαθήν, απ’ όπου ελευθερώνεται, ενεργοποιείται κάποιος δυναμισμός κεκρυμμένος και συνεπτυγμένος μέσα σου, και βλαστάνει ο σπόρος της υπάρξεώς σου αποδιδών καρπόν εκατονταπλασίονα.
Και για να μη συμβή αυτό, θα πρέπη ο σπόρος της υπάρξεώς σου να είναι ζωντανός, να έχη το στοιχείο που μπορεί να αντέξη στη διαδικασία της ζωηφόρου νεκρώσεως. Και θα πρέπη να έλθη η ώρα σου, να ωριμάση ο σπόρος, να συνειδητοποιήση ο άνθρωπος ότι αυτή είναι η μόνη πορεία του, και δεν γίνεται διαφορετικά.
Και περνά ο χρόνος, για να έλθη η ώρα. Και η τελική ώρα είναι τόσο φρικτή, που θα θέλαμε πάση θυσία να την παρακάμψωμε, να την αποφύγωμε. Όμως δεν γίνεται διαφορετικά, εάν δεν πιούμε το πικρό ποτήριο του θανάτου.
Η μελέτη του θανάτου είναι μελέτη ζωής. Αυτό που αναπόφευκτα βλέπομε μπροστά μας να πλησιάζη, είναι ο θάνατος. Αυτό που υπάρχει μέσα μας, είναι η δίψα της αιώνιας ζωής.
Και επειδή αγάπησες τον δρόμο αυτό της μοναχικής ζωής και ασκήσεως, προχωρείς. Αρχίζεις να θάπτεσαι, να ζης τη νέκρωσι, και να τρέφεσαι από ζωή ανώλεθρο, από χαρά που δεν παρέρχεται.
Όταν βαπτίζεται εν τω θανάτω του Ιησού, ενδύεσαι τον Χριστό, και παίρνεις όνομα. Όταν γίνεσαι μοναχός, λαμβάνεις δεύτερο βάπτισμα, και παίρνεις νέο όνομα.
Η ακολουθία της κουράς σου λέει όλη την αλήθεια για τη ζωή της ασκήσεως που σε περιμένει. Σου μιλά για την άφατη χαρά και αγαλλίαση που θα φθάσης, αφού περάσεις ατελείωτα βάσανα και απρόσμενους πειρασμούς. Σου περιγράφει ξεκάθαρα «πάντα τα λυπηρά και επίπονα της χαροποιού κατά Θεόν ζωής». Εν τέλει όλα οδηγούν σε μια διαδικασία, όπου απειλείται το πάν, σε μια κρίσι, που ξεπερνά συχνά τη λογική και την αντοχή σου.
Εκείνη την ώρα της έσχατης απορίας και εγκαταλείψεως, αν συνειδητά πης, με όλη σου την ύπαρξι: ας γίνη το θέλημά Σου, Θεέ μου, ό,τι κι αν μου στοιχίση∙ τότε αλλάζεις όλος. Ενδύεσαι τον Χριστό. Αλλάζει όνομα ο τόπος. Γίνεσαι άλλος.
«Οι δε υπομένοντες τον Θεόν αλλάξουσιν ισχύν, πτεροφυήσουσιν ως αετοί, δραμούνται και ου κοπιάσουσιν» (Ησ.40,31). Τότε ζης τις συνέπειες της ευχής: Καλή υπομονή.
Νοιώθεις ότι έζησες μια ζωή, για να φτάσης σ’ εκείνη τη στιγμή και σ’ εκείνο τον τόπο. Αυτή η στιγμή είναι αστραπή και αιωνιότης.
Τότε δεν έχεις καμιά απορία. Δεν αναπολείς τίποτε, ούτε προσδοκάς. Η θεία επίσκεψι δια μιας εξαφάνισε τον χωρισμό σε παρελθόν και μέλλον, κάνοντας τα πάντα ένα παρόν πλησμονής.
Ακινητείς. Μένεις ενεός. Γεμάτος έκπληξι. Με ανοικτές τις αισθήσεις. Με το να είσαι όλος μια αίσθησι.
Αξιολογείς τα πάντα διαφορετικά. Βρίσκεις τον πλούτο, τη δόξα και τον παράδεισο εκεί όπου άλλοι βλέπουν τη συμφορά που πρέπει να αποφύγουν.
«Βασιλεύς της Δόξης» γνωρίζεται ο Χριστός πάνω στον Σταυρό και απλωμένος ύπτιος νεκρός στον επιτάφιο θρήνο.
Από τότε ευφραίνεσαι περιφρονούμενος. Χαίρεσαι υποτιμώμενος. Και βοηθείσαι διαγραφόμενος.
Γράφεται στις πλάκες της καρδιάς σου ένας νέος νόμος, όπως γράφτηκε στις πέτρινες πλάκες στο όρος Σινά. Η νέα νομοθεσία, της αγάπης, που την δέχτηκες προσωπικά, σε σφράγισε, ως σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου. Φέρεις επάνω σου το μοναχικό σχήμα που είναι σταυρός, με την ομολογία της νίκης: Ι(ησού)Σ Χ(ριστό)Σ ΝΙΚΑ. Φ(ως) Χ(ριστού) Φ(αίνει) Π(άσι). Τ(όπα) Κ(ρανίου) Π(αράδεισος) Γ(έγονε).
Έκτοτε κυκλοφορείς διαφορετικά. Κουβαλάς την εμπειρία αυτή ως αιμορραγία. Κουβαλάς τη θανή, που σε φέρνει στη Ζωή. Δεν βγαίνεις έξω από τον τάφο. Τρέφεσαι απ’ αυτόν, όπως το φυτό τρέφεται από τις ρίζες του μέσα στη γη. Από αυτή την εμπειρία αρθρώνεται ο λόγος σου, διαμορφώνεται ο χώρος σου. Είναι όλα φανέρωσι αυτής της νεκραναστάσεως. Είναι όλα ντυμένα με σεμνότητα κατανύξεως και πηγαίο δυναμισμό αιωνίου ζωής.
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, γνήσιος Αγιορείτης, το λέει ξεκάθαρα, ότι το βάθρο όπου πατά δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, σκαμνί ή θρόνος, αλλά είναι ο τάφος του απ’ όπου μιλά ο νεκρός εαυτός του.

Όταν ο Αβραάμ βγάζη μαχαίρι, για να θυσιάση το παιδί του Ισαάκ, δηλαδή να σκοτώση τη ζωή και την ελπίδα τους, επειδή το ζητά ο Θεός, εκείνη τη στιγμή παρουσιάζεται άγγελος εξ ουρανού, που τον σταματά.
Η θυσία του Αβραάμ ήδη τέλειωσε. Η ζωή του άλλαξε. Το όνομα του τόπου άλλαξε. ΄Έγινε «Κύριος είδεν». Για να πουν αργότερα "εν τω όρει Κύριος ώφθη" (Γεν.22,14). Γίνεται ο πατέρας της πίστεως, ο πατέρας πλήθους πιστών.
Όποιος ζη κοντά στον άνθρωπο αυτό και στον τόπο αυτό, όπου ο Κύριος ώφθη, παίρνει άλλη αγωγή. Του επιβάλλεται άλλη συμπεριφορά.
Δεν μπορείς να αυθαδιάζης σ’ αυτόν τον τόπο. Δεν μπορείς να αυτοσχεδιάζης, να κάνης ότι σου κατέβη.
Παραδίδεσαι στο λόγο και στην ακτινοβολία την ειδική του τόπου της θυσίας και της διαμορφώσεως, που υπέστη και υφίσταται διαρκώς με την πνευματική αυτή εμπειρία και το γεγονός που συνέβη.
Με τη σταυρική θυσία του Κυρίου «πας τόπος γέγονε θυσιαστήριον», κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Και τα μοναστήρια του Αγίου Όρους είναι σταυροπηγιακά. Έχει μπη ο σταυρός στα θεμέλια των Μονών. Έχει μπη ο σταυρός στην καρδιά των κτιτόρων. Έχουν οι ίδιοι σταυρωθή από αγάπη, για να αντιμετωπίσουν τους χίλιους πειρασμούς του εχθρού.
Τα πόσα τράβηξαν οι άγιοι Κτίτορες για να κτίσουν τα μοναστήρια, για να διοργανώσουν τις αδελφότητες, το περιγράφει ο βίος τους. Αλλά τα απερίγραπτα βάσανα και τις ανείπωτες ουράνιες χαρές που δοκίμασαν οι άγιες ψυχές τους, μόνον εκείνοι τα ξέρουν. Και είναι απ’εκείνα τα άρρητα, τα ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι.
Ότι όμως είναι αληθινοί, γνήσιοι, άγιοι, φαίνεται από το πώς διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν όλο τον χώρο του Άθω και όλο τον χρόνο. Φαίνεται από το ότι έκαμαν το Όρος Άγιο και θεοβάδιστο.
Είναι διαποτισμένος ο χώρος και ο χρόνος με δέος συντριβής. Οσιότης αγιότητος, συντροφιά κεκοιμημένων, θέρμη παρουσίας, ομορφιά που ξεπερνά τον θάνατο, είναι κάποια γνωρίσματα του Όρους.
Τα μεγάλα, αληθινά και αείζωα έρχονται μόνα τους. Γίνονται ακόπως. Δωρίζονται άνωθεν σ’αυτούς που πρόσφεραν άνευ όρων τον εαυτό τους στον Θεό. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι τα έργα τους είναι γεννηθέντα δια χάριτος Θεού, και ου ποιηθέντα δια θελήματος ανθρώπων. Έτσι μπορούμε να μιλάμε για κτήρια θεότευκτα και εικόνες αχειροποίητες.
Και στον άγιο τούτο χώρο έμαθε ο μοναχός να μη χάνη τον χρόνο του με το να κάνη το θέλημά του, αλλά να είναι αργόσχολος-κατά το «σχολάσατε και γνώτε», για να βρίσκεται σε συνεχή ετοιμότητα και εγρήγορσι. Να ακούη και να βλέπη τί θέλει ο Θεός και να το κάνη αμέσως.
Βιάζεται αβιάστως. Τα αφήνει όλα ελεύθερα σ’Αυτόν. Αναπνέει την ευχή συνειδητά και στη συνέχεια ασυναίσθητα.
Έτσι ο χρόνος του γίνεται θεία Λειτουργία. Και βλέπει όλη την κτίσι έσωθεν φωτισμένη και μεταμορφωμένη, όπως παριστάνεται στις άγιες εικόνες και όπως θα είναι -και ήδη άρχισε- στην καινή κτίσι, τότε που καινούς ουρανούς και καινήν γην κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν.
Όλη η κτίσι και τα χρώματα της φύσεως αλλοιώνονται θείως, ενδυόμενα μαρμαρυγή λειτουργικής κατανύξεως.
Τα κτήρια γίνονται ανάλαφρα, ανασαίνουν και μιλούν. Οι λίθοι εν σιγή κράζουν.
Και για να ακούσης τη φωνή των κτισμάτων, τη φωνή του σαρκωθέντος Λόγου, θα πρέπη να είσαι συντετριμμένος και νεκρός κατά το θέλημά σου.
"Έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται" (Ιω. 5,25).
Αν ακούσης τη φωνή της σαρκωθείσης Αληθείας∙ της αλήθειας που σαρκούται στο πώς διοργανώνεται ο χώρος και ο χρόνος στο Άγιον Όρος, παίρνεις ζωή. Το ήθος των κτισμάτων, ο ρυθμός του μέλους, το διακριτικό του προγράμματος, φανερώνουν μιαν αλήθεια που δεν διδάσκεται με τρόπο εξωτερικό, γιατί είναι μέθεξι ζωής, που από γενιά σε γενιά μεταφέρεται ως μυστήριο συνεχείας και κυκλοφορία αίματος στο ένα σώμα που οι πολλοί εσμέν, ζώντες και κεκοιμημένοι.
Αν δεν ζης μέσα στην αγάπη, που είναι αιωνιότης∙ αν πέσης στην παγίδα να θεωρής σπουδαία τα ασήμαντα∙να επιδιώκης θέσεις, δόξα και πλούτο, που παρέρχονται και σβήνουν, τότε από τώρα προγεύεσαι το άχαρο τέλος στο οποίο ο χρόνος αδυσώπητα σε οδηγεί.
Αντίθετα μέσα στο κλίμα της θείας αγάπης ο χρόνος δεν καταλύει τη ζωή, αλλά κατατρώγει τη φθορά, και αποκαλύπτει το φως της αφθαρσίας. Όσο περνά ο καιρός, ο άνθρωπος που έμαθε να ζη με το να προσφέρεται στο Θεό, ηρεμεί, γαληνεύει, δυναμώνει, ξανανιώνει. Δεν τελειώνει η ημέρα, δεν νυκτώνει, αλλά ξημερώνει. Και πιστεύει, ζη και νοιώθει ότι με τον θάνατο θα αυγάση το ανέσπερο φως πληρέστερα. Και όταν αισθητά θα έχη χάσει το φως του κόσμου, θα έχουν ακινητοποιηθή τα μέλη του τα επί της γης, τότε, ως νεκρό και αναίσθητο σώμα, άλλοι θα πάρουν τον εαυτό του και θα τον εναποθέσουν στα σπλάχνα της γης. Τότε και εξωτερικά θα φαίνεται από όλους, και θα βιούται και απ’αυτόν, η πλήρης παράδοσι του εαυτού του στη θεία βουλή, για να ενεργήση αυτή όπως θέλει. Και επειδή γνώρισε στο χρόνο της ζωής του τη θεία ευσπλαγχνία∙ και επειδή ένοιωσε και έζησε και στη θνητή σάρκα του τη θεία αγαλλίασι, ως δωρεά που δεν την άξιζε, είναι σίγουρος (και αυτή η σιγουριά είναι σώμα της προσφέρεται δωρεάν.
Ζης με αυτούς που δεν είδες και δεν θα δης ∙μ’ αυτούς που έζησαν πριν από αιώνες. Και είναι πιο κοντά σου οι μακρινοί, αλλά αληθινοί, που βρήκαν παράκλησι μέσα στον πόνο και στη συμφορά∙
γιατί δεν πλήγωσαν ψυχή.
Το πόσο είναι κοντά ή μακριά σου οι άνθρωποι δεν εξαρτάται από τη γεωγραφική ή χρονική απόστασι που σε χωρίζει απ’αυτούς, αλλά από το πόση υγεία πνευματική έχεις, πόσο υπάρχεις στον χώρο της αγάπης και της ευαισθησίας για τα αληθινά και μένοντα, που όλοι προσδοκούν.
Όλη η δημιουργία, ο χώρος και ο χρόνος, έχουν αξία, επειδή είναι φανέρωσι της αγάπης του Θεού.
Η αγάπη κάνει το χώρο παράδεισο, και στο χρόνο φέρνει το άχρονο και αιώνιο:
Κοντά στον ταπεινό και άνθρωπο της αγάπης ανοίγει η καρδιά σου. Βρίσκεις ευρυχωρία. Γίνεσαι μικρό παιδί. Κινείσαι άνετα. Δεν θέλεις να τον εγκαταλείψης. Ο χρόνος περνά κοντά του άγια και γόνιμα.
Αντίθετα κοντά στον φίλαυτο, που ζηλεύει και μνησικακεί, δεν μπορείς να μείνης. Δεν βρίσκεις χώρο. Σφίγγεται η καρδιά σου. Δυσφορείς. Και απωθείσαι.
Αν δεν αγαπάς, στενεύει ο χώρος σου και λιγοστεύει ο χρόνος σου.
Αν δουλεύης φίλαυτα μόνο για τον εαυτό σου, σαν τον άφρονα πλούσιο του Ευαγγελίου, ξεχνώντας τον άλλο∙ ο χρόνος σου τελειώνει αμέσως. Η μέρα σου γίνεται νύχτα. Και ακούς τη φωνή: «ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου∙ α δε ητοίμασας τίνι έσται»;
Εκείνος όμως που αγάπη, δουλεύει και ζη για τον άλλο, όταν έλθη η ώρα η τελική, και του γίνει η ίδια ερώτησι: αυτά που ετοίμασες σε ποιόν μένουν; Η απάντησι είναι έτοιμη; Όλα ανήκουν στον αληθινό και ακριβό εαυτό μου, που είναι όλοι οι άλλοι.
Όταν δώσης χώρο στον άλλο με τη συμπεριφορά σου, δίδεις χώρο στον εαυτό σου. Όταν διώχνης, αντιπαθής ή μισής τον άλλο, μισείς τον εαυτό σου. Και εάν τώρα δεν το καταλαβαίνης, θα έλθη καιρός που θα το καταλάβης.
Οι άγιοι, οι αληθινοί, έχοντας τον πλούτο της χρηστότητος, συνάγουν όλους από αγάπη, και τους αφήνουν ελεύθερους να πορευθούν εν παντί καιρώ και τόπω κατά τη θέλησι του Κυρίου.
Έτσι η Εκκλησία είναι παντού και πάντοτε η Χώρα του Αχώρητου, όπου μπορεί να ζήση ο άνθρωπος ∙
είναι συναγωγή και αποστολή:
Δια της ευχαριστιακής συνάξεως μας βοηθεί να ζήσωμε το ότι εν σώμα και εν πνεύμα εσμέν οι πολλοί. Και δια της αποστολής των Αποστόλων φέρει το Ευαγγέλιο της χαράς και της Αναστάσεως πάση τη κτίσει.
Όταν πορεύεσαι απεσταλμένος εκ Θεού-όχι από τον λογισμό σου- απολαμβάνεις την ησυχία της ερήμου. Κι όταν ησυχάζης στην πανέρημο, ευδοκία Θεού, πορεύεσαι πανταχού βοηθών και βοηθούμενος. Οι πορευόμενοι μένουν ακίνητοι στον ένα τόπο, που είναι το θέλημα του Θεού. Και οι ησυχάζοντες εν Θεώ βρίσκονται παντού θεία χάριτι.
Αν σήκωση ο καθένας μας με καρτερία τον σταυρό που του δόθηκε κάπου κάποτε να σηκώση, δι’ αυτού θα έλθη χαρά ανείπωτη σ’όλη μας την ύπαρξι, και δι’ αυτής σε όλο τον κόσμο αιωνίως.
\

H ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ "ΑΓΑΠΗΣΩΜΕΝ ΑΛΛΗΛΟΥΣ"

1Του Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Παπαθανασίου, Δρ. Νομικής και Θεολογίας
Ιεροκήρυξ Καθεδρικού Ναού Αθηνών


Περί το μέσον εκάστης Θείας Λειτουργίας
Ακούμε την θαυμάσια προτροπή του λειτουργού
"Αγαπήσωμεν αλλήλους".

Η Λειτουργική αυτή φράση προέρχεται
Από την εντολή του Χριστού "αγαπάτε αλλήλους"(Ιω.15,17).
Και, βεβαίως, η φράση αυτή δεν είναι ένα ρητορικό σχήμα
Αλλά μία Θεία εντολή η οποία πρέπει να καθίσταται
Χειροπιαστή πραγματικότης στην ανθρώπινη κοινωνία.
Ο Χριστιανισμός δεν είναι ένα ιδεολόγημα και μία θεωρία. 
Είναι βίωμα, τρόπος ζωής
Και ειδικότερα πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας.
Η εφαρμογή της Χριστιανικής αυτής προτροπής
Θα πρέπει να βρίσκει έδαφος όχι μόνον στο στενό οικογενειακό περιβάλλον
Αλλά και στις γειτονικές και στις ευρύτερα κοινωνικές σχέσεις.


Ειδικότερα, αξίζει να επικρατεί στον εργασιακό χώρο

Στις εκπαιδευτικές κοινότητες, στις ιατρικές μονάδες, στους χώρους της απονομής δικαιοσύνης
Στα δημοσιογραφικά γραφεία, στις εν γένει κρατικές υπηρεσίες.
Το "αγαπήσωμεν αλλήλους" επ' ουδενί καταστρατηγεί την άλλη αρχή, εκείνην της δικαιοσύνης
Αλλ' ακριβώς την ενισχύει, και δημιουργεί το δίπτυχο αυτό τής αγάπης και της δικαιοσύνης
Μία κοινωνία αλληλοσεβασμού, σωφροσύνης, καταλλαγής και τελικά αληθούς ανθρωπισμού.

Η ιστορία των ανθρώπων και των λαών δεν εξαντλείται με τις διαμάχες
Τις μηνυτήριες αναφορές, τις έριδες, τα μίση, την βία και τους πολέμους.
Η αληθής ιστορία γράφεται με την αγάπη, και ο σπουδαιότερος πολιτισμός ενός λαού
Είναι ο πολιτισμός των έργων της αγάπης.
Αυτός μένει και στεφανούται.
Αντιθέτως, αν δεν υιοθετήσουμε το "αγαπήσωμεν αλλήλους", ιδιαίτερα τώρα στην πατρίδα μας
Με όλα αυτά που συμβαίνουν, η Παύλεια ρήση
"Ει δε αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπό αλλήλων αναλωθήτε" (Γαλ.5,15)
Θα είναι επί θύραις.

Αρχιμανδρίτης  Χρυσόστομος Παπαθανασίου, Δρ. Νομικής και Θεολογίας
Ιεροκήρυξ Καθεδρικού Ναού Αθηνών 

Οι «Μαθητές της Μαύρης Τάξης»



Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς σε μια μεγάλη χώρα, σ’ έναν τόπο που δεν σκοτείνιαζε ποτέ. Οι κάτοικοί της δεν ήξεραν τι είναι το σκοτάδι. Ούτε μπορούσαν να το φανταστούν. Δεν ένιωθαν ανάγκη για ύπνο. Αραιά και που ξεκούραζαν τα σώματά τους για να συνεχίσουν σε λίγο ό,τι έκαναν. Ο ένας έχτιζε, ο άλλος τραγουδούσε, εκείνος καλλιεργούσε, αυτός έτρεφε ζώα, τούτος τα έσφαζε και πουλούσε το κρέας τους, άλλες ύφαιναν και λίγοι, πολλοί λίγοι, οι ιερείς της «Μαύρης Τάξης», έλεγαν προσευχές κι έκαναν πράξεις για να κρατήσει για πάντα η Αιώνια Ανατολή. Αυτό το θείο δώρο, που σύμφωνα με τις ιερές γραφές του ξεχασμένου βασιλείου, είχε προσφερθεί από τη Μεγάλη Δύναμη πριν από την εποχή του μεγάλου ψύχους, το οποίο πέρασε μόνο μια φορά από τον ευλογημένο τόπο. Ύστερα δεν φαινόταν να επιστρέφει.
Οι ιερείς, όπως είπαμε προηγουμένως, ήταν λίγοι. Ελάχιστοι. Κάθε γενιά που περνούσε άφηνε ακόμα λιγότερους στις επόμενες. Η σταδιακή μείωση του αριθμού της «Μαύρης Τάξης» οφειλόταν στην ολοένα και μεγαλύτερη περιφρόνηση (ή αδιαφορία ήταν;) του κόσμου για το έργο της. Τώρα η κοινότητα των κατοίκων δεν νοιαζόταν τόσο για τους ιερείς. Στα γεννητούρια του βασιλείου όλοι τους σέβονταν – και αυτό που έκαναν ακόμα περισσότερο.
«Κρατούν με τις προσευχές τους όρθιο τον ουρανό και μαγνητίζουν τον ήλιο. Δεν τον αφήνουν να φύγει. Κρατούν μακριά την εποχή του μεγάλου ψύχους», έλεγαν οι αμέριμνοι υπήκοοι του βασιλείου.
Οι ιερείς ήταν απόμακροι. Κλειστοί. Μιλούσαν ελάχιστα μεταξύ τους και καθόλου με τους πολλούς. Είχαν την πεποίθηση ότι οι πολλές συνάφειες, οι συναναστροφές, οι εξηγήσεις και οι απαντήσεις στα ερωτήματα τούς μόλυναν. Έπρεπε να κρατηθούν αγνοί για να μην ξεφύγει ο ήλιος από την τροχιά του. Έτσι τουλάχιστον είχε πει κάποτε ο βασιλιάς σε μια από τις ακροάσεις, όπου οι προύχοντες, οι φτωχοί, οι αγρότες και οι έμποροι ζητούσαν την ευμένεια, την συγχώρεση ή την μεσολάβησή του. Αναπάντεχα, ένας ρώτησε γιατί οι ιερείς δεν καταδέχονταν τον κόσμο. «Δεν σας καταδέχονται γιατί προτιμούν να σας γλιτώνουν από τον κακό σας εαυτό. Αν αναμειχτούν μ’ εσάς θα γίνουν σαν ελόγου σας και θα τραβήξουν πάνω τους και πάνω σας όλες τις συμφορές σας».
Οι «Μαθητές της Μαύρης Τάξης» περνούσαν μέσα από την βουή του κόσμου σαν τον άνεμο που παραβιάζει τις σίτες, τα παράπετα, τις χαραγματιές των τοίχων. Κι εκείνοι έμεναν ακέραιοι στη σιωπή τους. Δεν δίδασκαν κάτι. Ό,τι ήθελαν να πουν το μετέδιδαν με τον τρόπο της ζωής τους. Λιτός, στρατιωτικός, απόλυτος στην τάξη και τον ρυθμό. Έκαναν τα ίδια και τα ίδια με μια πρωτόφαντη προσήλωση, που δεν μπορούσε κάποιος να αντιγράψει παρεκτός αν γινόταν ένας απ’ αυτούς. Δεν ήταν δύσκολο στην αρχή. Αρκούσε να ντυθεί έτσι. Οι φορεσιές τους ήταν μαύρες εκτός από ελάχιστες φορές μέσα στη χρονιά, που προτιμούσαν τα λευκά. Ύστερα ερχόταν το δύσκολο. Η πιστή επανάληψη των συνηθειών, η αδιάκοπη προσευχή, οι λησμονημένες ακατάληπτες λέξεις, η σκληρή άσκηση, η λιτότητα, η σκληρότητα, το απρόσιτο, το βλέμμα που κοιτούσε στο άπειρο (ή το «πουθενά», όπως έλεγαν στα ύστερα τα χρόνια οι πολλοί). Πάνω απ’ όλα εντυπωσίαζε αυτός ο παράξενος, σχεδόν μαγικός τρόπος να συνεννοούνται δίχως να μιλούν. Με το που γινόταν κάτι ήξεραν τι θα κάνουν. Λες και το είχαν χορογραφήσει από τα πριν. Με τα μάτια μιλούσαν. Η γλώσσα των ματιών διαβάτη του χρόνου, που έπεσες πάνω σ’ αυτό το άχρονο χρονικό ενός μυστικού κόσμου, είναι η δυνατότερη απ’ όλες. «Η ψυχή φωνάζει με το βλέμμα», έγραφε μια πινακίδα στην μονή των «Μαθητών της Μαύρης Τάξης». Πρόλαβε και την είδε ένας χωρικός που προσπάθησε να μυηθεί κι απέτυχε. Ύστερα την είπε σε όλους. Και σ’ ένα γύρισμα των καιρών βρέθηκε σφαγμένος στο κατόφλι του σπιτιού του.
Ξέχασα να σας πω ότι παρόλο που ποτέ δεν νύχτωνε σ’ εκείνη τη γωνιά της πλάσης, ξέρανε να μετρούν τον χρόνο. Με μέτρα άλλα, που δεν είναι ώρα να σας πω – εκτός από ένα. Η γωνιά του ήλιου άλλαζε κατά τι ως προς τον λόφο που στεκόταν το περήφανο παλάτι του πρώτου και τελευταίου βασιλιά της αβασίλευτης χώρας, της πατρίδας του ήλιου που δεν βασίλευε ποτέ. 

Τι λέτε; Αξίζει να συνεχίσει ο μύθος;

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΡΠΟΥ

15Γιορτάζουμε σήμερα 26 Μαΐου, ημέρα μνήμης του Αγίου και Αποστόλου Κάρπου, από τους Εβδομήκοντα.

Ο Απόστολος Κάρπος έζησε στα χρόνια του βασιλιά Νέρωνα (52 μ.Χ.), και συναριθμείτε με τους εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου. Επίσης, ήταν συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου και απ' ότι μαθαίνουμε από τη Β' προς Τιμόθεον επιστολή του (δ' 13), εργάσθηκε για τη διάδοση του Ευαγγελίου στην Τρωάδα.

Έπειτα, έγινε επίσκοπος στη Βάρνα της Θράκης (ο δε Σ. Ευστρατιάδης, αναφέρει Βέρροια της Θράκης)... όπου με την αγία του ζωή και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έγινε πνευματικός αστέρας πρώτου μεγέθους και φώτισε με τις θείες διδασκαλίες του όλη την επικράτεια της επισκοπής του.

Στο έργο του ο Κάρπος υπέστη πολλούς πειρασμούς και θλίψεις, που τις αντιμετώπισε με μεγάλη γενναιότητα και υπομονή. Δε φοβόταν τους πόνους και τις κακοπάθειες, αλλά έμπαινε δυναμικά στη μάχη, χωρίς να υπολογίζει το θυμό και την οργή των τυράννων. Είχε κατασταλάξει μέσα του ο λόγος του Κυρίου: «εν τώ κοσμώ θλίψιν έξετε» (Ευαγγέλιο Ιωάννου, ιστ' 33.).

Δηλαδή, εφόσον είστε μέσα στον κόσμο, θα έχετε θλίψη. Ο δρόμος για την ένωση με τον Κύριο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αλλά με δοκιμασίες, που με συνεχή αγώνα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε, σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του.

Ο Άγιος Κάρπος πέθανε ειρηνικά, φωτίζοντας με το παράδειγμά του πολλούς ανθρώπους.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας Πίστεως.
Θείας χάριτος, τη κοινωνία, εκοινώνησας, δεσμών τω Παύλω, θεομακάριστε Κάρπε Απόστολε, και κοινωνούς θείας δόξης ανέδειξας, τους δεξαμένους το φέγγος των λόγων σου. Όθεν πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ πανεύφημε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.



Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΡΠΟΥ

15Γιορτάζουμε σήμερα 26 Μαΐου, ημέρα μνήμης του Αγίου και Αποστόλου Κάρπου, από τους Εβδομήκοντα.

Ο Απόστολος Κάρπος έζησε στα χρόνια του βασιλιά Νέρωνα (52 μ.Χ.), και συναριθμείτε με τους εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου. Επίσης, ήταν συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου και απ' ότι μαθαίνουμε από τη Β' προς Τιμόθεον επιστολή του (δ' 13), εργάσθηκε για τη διάδοση του Ευαγγελίου στην Τρωάδα.

Έπειτα, έγινε επίσκοπος στη Βάρνα της Θράκης (ο δε Σ. Ευστρατιάδης, αναφέρει Βέρροια της Θράκης)... όπου με την αγία του ζωή και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έγινε πνευματικός αστέρας πρώτου μεγέθους και φώτισε με τις θείες διδασκαλίες του όλη την επικράτεια της επισκοπής του.

Στο έργο του ο Κάρπος υπέστη πολλούς πειρασμούς και θλίψεις, που τις αντιμετώπισε με μεγάλη γενναιότητα και υπομονή. Δε φοβόταν τους πόνους και τις κακοπάθειες, αλλά έμπαινε δυναμικά στη μάχη, χωρίς να υπολογίζει το θυμό και την οργή των τυράννων. Είχε κατασταλάξει μέσα του ο λόγος του Κυρίου: «εν τώ κοσμώ θλίψιν έξετε» (Ευαγγέλιο Ιωάννου, ιστ' 33.).

Δηλαδή, εφόσον είστε μέσα στον κόσμο, θα έχετε θλίψη. Ο δρόμος για την ένωση με τον Κύριο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αλλά με δοκιμασίες, που με συνεχή αγώνα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε, σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του.

Ο Άγιος Κάρπος πέθανε ειρηνικά, φωτίζοντας με το παράδειγμά του πολλούς ανθρώπους.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας Πίστεως.
Θείας χάριτος, τη κοινωνία, εκοινώνησας, δεσμών τω Παύλω, θεομακάριστε Κάρπε Απόστολε, και κοινωνούς θείας δόξης ανέδειξας, τους δεξαμένους το φέγγος των λόγων σου. Όθεν πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ πανεύφημε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.



Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή

Συμαξαριστής της 26ης Μαίου

Ὁ Ἅγιος Κάρπος ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τοὺς 70

 


Ὁ ἀπόστολος Κάρπος ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Νέρωνα (52 μ.Χ.), καὶ συναριθμεῖται μὲ τοὺς ἑβδομήκοντα μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Ἐπίσης, ἦταν συνεργάτης τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ ἀπ᾿ ὅ,τι μαθαίνουμε ἀπὸ τὴν Β´ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή του (δ´ 13), ἐργάσθηκε γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Τρωάδα.

Ἔπειτα, ἔγινε ἐπίσκοπος στὴ Βάρνα τῆς Θρᾴκης (ὁ δὲ Σ. Εὐστρατιάδης, ἀναφέρει Βέῤῥοια τῆς Θρᾴκης), ὅπου μὲ τὴν ἁγία του ζωὴ καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔγινε πνευματικὸς ἀστέρας πρώτου μεγέθους καὶ φώτισε μὲ τὶς θεῖες διδασκαλίες του ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς ἐπισκοπῆς του.

Στὸ ἔργο του ὁ Κάρπος ὑπέστη πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ θλίψεις, ποὺ ἀντιμετώπισε μὲ μεγάλη γενναιότητα καὶ ὑπομονή. Δὲ φοβόταν τοὺς πόνους καὶ τὶς κακοπάθειες, ἀλλὰ ἔμπαινε δυναμικὰ στὴ μάχη, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὸ θυμὸ καὶ τὴν ὀργὴ τῶν τυράννων.
Εἶχε κατασταλάξει μέσα του ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «ἐν τῷ κοσμῷ θλίψιν ἔξετε». Δηλαδή, ἐφόσον εἶστε μέσα στὸν κόσμο, θὰ ἔχετε θλίψη. Ὁ δρόμος γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Κύριο δὲν εἶναι στρωμένος μὲ ῥοδοπέταλα, ἀλλὰ μὲ δοκιμασίες, ποὺ μὲ συνεχὴ ἀγῶνα πρέπει νὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε, σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιο θέλημά Του.

Ὁ Κάρπος πέθανε εἰρηνικά, φωτίζοντας μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ πολλοὺς ἀνθρώπους.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Κάρπε, πρέβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ , ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Θείας χάριτος, τῇ κοινωνίᾳ, ἐκοινώνησας, δεσμῶν τῷ Παύλῳ, θεομακάριστε Κάρπε Ἀπόστολε, καὶ κοινωνοὺς θείας δόξης ἀνέδειξας, τοὺς δεξαμένους τὸ φέγγος τῶν λόγων σου. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πανεύφημε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον 
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Καρποφόρος πέφηνας, τῇ μυστικῇ γεωργίᾳ, ὡς κλεινὸς Ἀπόστολος, καὶ ὑπηρέτης τοῦ Λόγου· ὅθεν σου, ὁ τῶν ἀγώνων καρπὸς ὁ θεῖος, κάρπωμα, τερπνὸν προσήχθη τῷ Παντεπόπτῃ· ὃν ἱκέτευε ἀπαύστως, Κάρπε θεόφρον, ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.

Κάθισμα Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν τοῦ Παρακλήτου, Κάρπε πάνσοφε εἰσδεδεγμένος, τοὺς σκοτισθέντας ἀγνωσίᾳ ἐφώτισας, καὶ μεταστὰς πρὸς τὰ ἄνω βασίλεια, τῷ Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων παρίστασαι, ἐξαιτούμενος, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἑκάστοτε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Μεγαλυνάριον 
Παύλῳ τῷ θεόπτῃ διακονῶν, διάκονος ὤφθης, μυστηρίων πνευματικῶν, ὧν διαπορθμεύων, τοῖς θέλουσι τὴν χάριν, θαυμάτων ἀναβλύζεις, ὦ Κάρπε χάριτας.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀλφαῖος ὁ Ἀπόστολος

 


Δὲν ὑπάρχουν σαφῆ βιογραφικά του στοιχεῖα, γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφανθοῦμε μὲ βεβαιότητα ποιὸς Ἀλφαῖος εἶναι. Τὸ μόνο ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, ὅτι ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος

Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ἦταν γιὸς τοῦ Ἀποστόλου Ἀλφαίου καὶ ἀφοῦ τὸν ἅπλωσαν σὲ μελισσῶνα, θανατώθηκε ἀπὸ τὶς μέλισσες.

 
Ἡ Ἁγία Ἑλένη

Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται ὅτι ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Ἀβερκίου καὶ μαρτύρησε διὰ λιθοβολισμοῦ.

 
Ὁ Ἅγιος Συνέσιος ἐπίσκοπος

 


Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» ἔκδοση «Ἀποστολικῆς Διακονίας» 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη του αὐτὴ τὴν μέρα.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’.
Καρπασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἱεράρχα Πατὴρ ἡμῶν Συνέσιε· διὸ τὴν χάριν τῶν θαυμάτων ἐξ οὐρανοῦ ἐδέξω μακάριε, θεραπεύειν τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος δ´.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σὲ τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια. Διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ, τὰ πλούσια, πάτερ Ἱεράρχα Συνέσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ὑπερμάχῳ καὶ θερμῇ ἀντιλήψει σου, προσφεύγομεν οἱ πιστοὶ πάτερ Συνέσιε, τοῦ λυτρωθῆναι διά σοῦ τῶν θλίψεων καὶ κινδύνων, ἀλλ᾿ ὡς ἔχων παῤῥησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντοίων ἡμᾶς σῷζε περιστάσεων, ἵνα κράζωμεν, χαίροις πάτερ Συνέσιε.

Ὁ Οἶκος 
Ὢ πατέρων ἀκρότης, Ἱεραρχῶν δὲ σεμνότης, εὐσεβούντων πρὸς Χριστὸν παῤῥησία, Καρπασέων πολιοῦχε καὶ φυτουργέ, πῶς ὑμνήσω τὴν σὴν βιοτὴν Ὅσιε; Ἀστράπτεις γὰρ τοῖς πέρασιν ὡς ἥλιος, διὸ βοῶ σοι ταῦτα: Χαῖρε τερπνὸν Κυρίου κλέος, χαῖρε σεπτὸν οἰκουμένης γέρας, χαῖρε Καρπασέων τὸ κάλλιστον βλάστημα, χαῖρε Ἱεραρχῶν τὸ θεῖον ἐντρύφημα, χαῖρε ὅτι τὰ οὐράνια σὺν ἀγγέλοις κατοικεῖς, χαῖρε ὅτι τὰ ἐπίγεια οὐρανόθεν διοικεῖς, χαῖρε τῶν πατέρων εὐθύτης καὶ κανῶν, χαῖρε τῶν ῥαθυμούντων πρὸς Θεὸν ἐγγυητής, χαῖρε πηγὴ θαυμάτων θεόβρυτος, χαῖρε σεπτὸν τοῦ πνεύματος ὄργανον, χαῖρε δι’ οὖ ἡ πατρίς σου ηὐγάσθη, χαῖρε δι οὖ ἡ σὴ ποίμνη ἐκλάμπει, χαῖρε πάτερ Συνέσιε.

Κάθισμα 
Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καί Λόγον.
Ἐκ γαστρὸς ἡγιάσθης ὡς ἀληθῶς, Ἱερότατε πάτερ καὶ ἐπὶ γῆς, ὡς ἄγγελος ἐβίωσας, ἱεράρχα Συνέσιε, Φίλωνος δὲ τὸν βίον ζηλώσας, ἀξίως τε τῆς Τριάδος ἐδείχθης θεράπων μακάριε, ὅθεν καὶ πρὸς ζῆλον, τοῦ ἐνθέου σου βίου, ἡ πόλις ἐξέλαμψε, τῶν Καρπασέων θεοπνευστε. Διὰ τοῦτο βοῶμεν σοι, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Θεσσαλονικιός, ὁ Δερβίσης

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ γιὰ νὰ ἀποφύγει τὶς ἀκόλαστες προθέσεις κάποιου Τούρκου, νέος ἀκόμα, ἦλθε στὴ Σμύρνη. Ἄγνωστο γιὰ ποιοὺς λόγους, στὴν πόλη αὐτή, ἐξισλαμίστηκε.

Ἀργότερα πῆγε στὴ Μέκκα καὶ μπῆκε στὸ Τάγμα τῶν Δερβίσιδων. Ἐλεγχόμενος ἀπὸ τὴν συνείδησή του καὶ προσπιούμενος τὸν τρελό, ἔχοντας πάντα τὸ σχῆμα τοῦ Δερβίση, περιόδευε γιὰ 18 χρόνια στὶς ὑπόδουλες χῶρες, ἐλέγχοντας δριμύτατα τὴν τούρκικη τυραννία.

Πολλὲς φορὲς τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσει τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἐκδήλωσε μὲ ἔργα ἀγαθά. Ὅταν ἦλθε στὴ Χίο παρακολούθησε τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ σὲ χριστιανικὴ ἐκκλησιὰ ἄφοβα, ἔχοντας τὰ ῥοῦχα τοῦ Δερβίση.

Ἀπὸ τὴν Χίο πῆγε στὴ Σμύρνη καὶ παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ τῆς πόλης καὶ ὁμολόγησε ὅτι μετανόησε γιὰ τὴν προηγούμενη κατάστασή του καὶ ὅτι τώρα ἐπανέρχεται στὸν χριστιανισμό, ἀφοῦ πέταξε μπροστὰ στὸν κριτὴ τὰ ῥοῦχα τοῦ Δερβίση.

Τὸν ἔριξαν τότε στὴ φυλακὴ καὶ τρεῖς φορὲς τὸν ἔβγαλαν καὶ προσπαθοῦσαν μὲ κολακεῖες καὶ φοβερισμοὺς νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά του. Ἀλλ᾿ ὁ Ἀλέξανδρος παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ στὴν ἀπόφασή του νὰ πεθάνει γι᾿ αὐτή.

Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσής του, γιὰ μία ὥρα - ποὺ εἶχε ἀναβληθεῖ ἡ ἐκτέλεσή του - προσευχόταν γονατιστὸς καὶ ἀτάραχος μπροστὰ στὸ πολυάριθμο πλῆθος Τούρκων, Ἑλλήνων, Φράγκων καὶ Ἀρμενίων.
Γεμάτος χάρη καὶ θάῤῥος ὑπέμεινε μὲ καρτερία τὸν μαρτυρικό του θάνατο μὲ ἀποκεφαλισμό, στὶς 26 Μαΐου 1794.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐν ἀθλήσει νομίμως Μάρτυς ἠρίστευσας, καὶ τὸν σὲ τρώσαντα πρῲην κατηγωνίσω ἐχθρὸν, καὶ Μαρτύρων κοινωνὸς ὤφθης Ἀλέξανδρε. Ὅθεν ὡς ἅγιον βλαστόν, Θεσσαλονίκη σὲ τιμᾷ, καὶ πόθῳ σοι ἀνακράζει· Μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τοὺς τιμῶντάς σε.

Κοντάκιον 
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, Θεσσαλονίκη ἡ πόλις, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, Ἀλέξανδρε Νεομάρτυς· ταύτης γὰρ, γόνος καὶ βλάστημα θεῖον πέλων, ἤθλησας, ἐν Σμύρνῃ γνώμῃ ἀνδρειοτάτῃ, δι’ ἀγάπην τοῦ Κυρίου· ὅν ἐκδυσώπει σώζεσθαο ἅπαντας.

Μεγαλυνάριον 
Ἤθλησας νομίμως ὑπὲρ Χριστοῦ, Ἀλέξανδρε Μάρτυς, καὶ καθεῖλες τὸν δυσμενῆ· ὅθεν σου τὴν μνήμην, Θεσσαλονίκη ἄγει, τιμῶσα τοὺς ἀγῶνας, τῆς σῆς ἀθλήσεως. 

 
Ὁ Ἅγιος Augustine (Ἄγγλος)

 


Οἱ Σάξονες, οἱ Ἄγγλοι, οἱ Τζιοὺτς καὶ οἱ εἰδωλολάτρες Γερμανοί, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ ἐγκαθίστανται στὴ Βρετανία ἀπὸ τὸ 454 μ.Χ., ἀφοῦ ἀπώθησαν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου πιὸ ὀρεινοὺς τόπους καὶ στὰ νησιὰ τοὺς Βρετανούς, ἐξακολούθησαν νὰ ζοῦν μέσα στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ τῆς εἰδωλολατρίας.

Ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος ὁ Μέγας (τιμᾶται 12 Μαρτίου), ἐκπληρώνοντας παλαιὸ διακαῆ πόθο του νὰ ἐκχριστιανίσει τοὺς Ἀγγλοσάξονες, ἀπέστειλε ἐκεῖ τὸν Ἅγιο Augustine (Αὐγουστίνο), μοναχό του Ἁγίου Ἀνδρέου τῆς ὁμώνυμης μονῆς στὴ Ρώμη, συνοδευόμενο ἀπὸ σαράντα μοναχούς, γιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο αὐτό.

Ἀφοῦ ἔφθασαν μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες στὴ Βρετανία, ἀποβιβάσθηκαν στὸ νησὶ Τάνετ τὸ 596 μ.Χ. καὶ ἀμέσως εἰδοποίησαν τὸν βασιλέα τοῦ Κὲντ Ethelbert (τιμᾶται 24 Φεβρουαρίου) σχετικὰ μὲ τὴν ἄφιξή τους στὴ χώρα του καὶ γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτῶν. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ βασιλέας μετέβη αὐτοπροσῶπος στὸ νησί, γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει. Ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε, δέχθηκε νὰ τοὺς παράσχει διευκολύνσεις, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποσχεθεῖ ἢ νὰ δεσμευθεῖ ὅτι θὰ πίστευε καὶ ὁ ἴδιος στὸν Χριστό.

Τοὺς παραχώρησε, λοιπόν, κατοικία στὸ Καντέρμπουρυ, ὅπως καὶ τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, τὸν ὁποῖο εἶχαν ἀφήσει οἱ παλαιοὶ Βρετανοί. Τὸ ναὸ αὐτὸ χρησιμοποιοῦσε ἡ βασίλισσα Μπέρθα, Χριστιανὴ ἀπὸ τὴν Γαλλία, ἡ ὁποία εἶχε ὡς προσωπικό της ἐφημέριο κάποιον Ἐπίσκοπο ἀπὸ τὸ Παρίσι.

Ἔχοντας τὸ ναὸ αὐτὸ ὡς ὁρμητήριο οἱ ἱεραπόστολοι μοναχοὶ ἄρχισαν νὰ κηρύττουν, νὰ βαπτίζουν καὶ νὰ τελοῦν τὴ Θεία Λειτουργία. Πολλοὶ εἰδωλολάτρες προσειλκύσθησαν ἀπὸ αὐτοὺς στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Μετὰ παρέλευση ἑνὸς ἔτους, ὁ Ἅγιος Augustine μετέβη στὴν Ἀρελάτη, ὅπου χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Βιργίλιο. Ἀφοῦ ἐπέστρεψε, ἀπέστειλε στὴ Ρώμη τὸν Λαυρέντιο καὶ τὸν Πέτρο, γιὰ νὰ ζητήσουν καὶ ἄλλους ἱεραποστόλους πρὸς ἐνίσχυση τοῦ ἔργου τους.

Ὁ Πάπας Γρηγόριος ἀπέστειλε πολλοὺς ἐκλεκτοὺς μαθητές του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ Μελέτιος (τιμᾶται 24 Ἀπριλίου) πρῶτος Ἐπίσκοπός του Λονδίνου, ὁ Justus (Ἰοῦστος) (τιμᾶται 10 Νοεμβρίου) πρῶτος Ἐπίσκοπος Ρότσεστερ, ὁ Παυλίνος (τιμᾶται 10 Ὀκτωβρίου) πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Ὑόρκης καὶ ὁ Ρουφινιανός, τρίτος ἡγούμενος τῆς μονῆς τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου Καντουαρίας. Ὁ Ἅγιος Bede (Βεδέας) (τιμᾶται 27 Μαΐου) ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος ἀπέστειλε διὰ τῶν ἱεραποστόλων αὐτῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Βρετανίας πολλὰ ἱερὰ σκεύη γιὰ τὴ λατρεία, καλύμματα τοῦ Θυσιαστηρίου, ἄμφια τῶν ἱερέων, ἱερὰ λείψανα Ἁγίων καὶ πολλὰ βιβλία. Τὸ 604 μ.Χ. ἀπέστειλε πρὸς τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο τὸ παλλίον (ἐπισκοπικὸ ὠμοφόριο) μὲ ἐντολὴ νὰ χειροτονήσει δώδεκα Ἐπισκόπους ὑπαγόμενους στὴ μητροπολιτική του ἕδρα. Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ δὲν ἐκτελέσθηκε ἀμέσως λόγω διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν δυσχεριῶν.

Ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του χειροτόνησε ὡς διάδοχό του τὸν Ἅγιο Λαυρέντιο (τιμᾶται 3 Φεβρουαρίου), γιὰ νὰ μὴν ἀπομείνει χωρὶς ποιμένα ἡ νεαρὴ Ἐκκλησία.

Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 605 μ.Χ. καὶ ὑπῆρξε ἀναμφίβολα ὁ θεμελιωτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀγγλοσαξόνων.
 

 
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Βουλγαρίας

 


Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς στὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀτεκνίας τῶν γονέων του, ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὴν προσευχή τους καὶ τοὺς χάρισε ἕνα τέκνο, τὸ ὁποῖο ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς νεότητας τοῦ Ἁγίου, οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦσαν διὰ τῆς βίας νὰ κάνουν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.

Ὁ Γεώργιος ἀρνήθηκε, οἱ Τοῦρκοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κυβερνήτη, ὁ ὁποῖος ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ Γεωργίου τοῦ ὑποσχέθηκε πλούτη καὶ τιμὲς ἀπὸ τὸν σουλτάνο Σελίνα (1512 – 1520). Ὁ Ἅγιος μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ θάρρος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἔλεγξε τὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὁ Τοῦρκος κυβερνήτης ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν τὸν Ἅγιο καὶ τέλος νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά, ὅπου τελειώθηκε λαμβάνοντας τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ὅμως ξαφνικὰ ἔπιασε δυνατὴ βροχή, ἡ ὁποία ἔσβησε τὴ φωτιά. Ὅταν νύχτωσε, ἕνα φῶς ἀκτινοβολοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ ὑπολείμματα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου. Ἕνας εὐλαβὴς ἱερέας τὰ περισυνέλεξε καὶ τὰ ἐνταφίασε μὲ τιμή. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου βρέθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὴν πόλη Σρέντσε τῆς Βουλγαρίας.

 
Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Μακαρίου

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του στις 17 Μαρτίου.
Ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Μακαρίου ἔγινε στὶς 26 Μαΐου τοῦ 1521. Ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὴν πόλη Δμητρώφ, ὁ Μιχαὴλ Βορονικώφ, προσέφερε χρήματα γιὰ τὴν κατασκευὴ μιᾶς πέτρινης ἐκκλησίας ἀντὶ τῆς παλαιᾶς ξύλινης, ποὺ ὑπῆρχε στὸ μοναστήρι τοῦ Κολγιαζίν.

Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Ἰωάσαφ, τοποθέτησε ἕνα Σταυρὸ στὸ σημεῖο ποὺ προοριζόταν νὰ κτισθεῖ τὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ εὐλόγησε τὸ σκάψιμο τοῦ ἐδάφους γιὰ τὴν διάνοιξη τῶν θεμελίων. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν προέκυψε ἕνα πολύτιμο εὕρημα. Βρέθηκε ἕνα ἄφθαρτο φέρετρο ποὺ μοσχοβολοῦσε.

Ὁ ἡγούμενος Ἰωάσαφ ἀναγνώρισε ἀμέσως τὸ φέρετρο τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς μονῆς, τοῦ Ὁσίου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1483. Ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς, μὲ τὴν παρουσία τῶν πιστῶν, ἐπιτέλεσε μνημόσυνο ἐπάνω στὸ φέρετρο, τὸ ὁποῖο στὴν συνέχεια μεταφέρθηκε στὸ ναό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὰ ἄφθαρτα τίμια λείψανα τοῦ Ὁσίου ἄρχισαν νὰ ἐπιτελοῦν θαύματα καὶ θεραπεῖες ἀσθενῶν.

Ἀργότερα τὰ ἱερὰ λείψανα μεταφέρθηκαν ἐπίσημα στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέχρι τὸ 1547 ὁ Ὅσιος Μακάριος ἐτιμᾶτο μόνο τοπικά, στὴ μονή του. Στὴ Σύνοδο τῆς Μόσχας, τὸ 1547, ἐπὶ τοῦ Μητροπολίτου Μακαρίου (1543 – 1564), ὁ Ὅσιος Μακάριος κατετάγη στοὺς Ἁγίους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας.

 
Οἱ Ἅγιοι Φηλικίσσιμος, Ἡρακλῆς καὶ Παυλίνος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Φηλικίσσιμος, Ἡρακλῆς καὶ Παυλίνος μαρτύρησαν τὸ 303 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), στὴν πόλη Τόντι τῆς περιοχῆς τῆς Ὀμβρικῆς τῆς Ἰταλίας. 

 
Ὁ Ἅγιος Ἰούλιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰούλιος ἔζησε κατὰ τὸν 3ο καὶ 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ὑπηρετοῦσε ὡς στρατιώτης στὸν Ρωμαϊκὸ στρατό. Ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανός, διαβλήθηκε στὸν ἔπαρχο Μάξιμο καὶ συνελήφθη. Οἱ εἰδωλολάτρες προσπάθησαν μὲ τὸν φόβο καὶ τὶς ὑποσχέσεις νὰ τὸν κάνουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος ὅμως μὲ πνευματική ἀνδρεία ὁμολόγησε τὴν ἀκλόνητη πίστη του στὸν Χριστό. Διακήρυξε μάλιστα μὲ παρρησία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Ἀληθινὸς Θεός, ὁ Ὁποῖος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ ἀνοίξει τὶς πύλες τοῦ παραδείσου. Μετὰ ἀπὸ πιέσεις τοῦ ἄρχοντος ὁ Ἅγιος εἶπε μὲ γενναιότητα ὅτι προτιμᾶ νὰ πεθάνει καὶ νὰ ζήσει μὲ τοὺς Ἁγίους, παρὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τὸ 302 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), στὸ Δορύστολο τῆς Μυσίας.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰούλιος συνδεόταν μὲ τοὺς ἁγίους Πασικράτη, Βαλεντίωνα καὶ Ἡσύχιο, ποὺ μαρτύρησαν νωρίτερα († 24 Ἀπριλίου).

 
Ὁ Ἅγιος Πρίσκος ὁ Μάρτυρας καὶ ἡ συνοδεία αὐτοῦ

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πρίσκος ἦταν Ρωμαῖος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς καὶ ἔζησε τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ. Ὑπηρετοῦσε στὴν πόλη Μπεζανσὸν τῆς Γαλλίας ὑπὸ τὶς διαταγὲς τοῦ Αὐρηλιανοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανὸς συνελήφθη μαζί μὲ τοὺς συστρατιῶτες του καὶ βασανίσθηκε. Ὁλοι τελειώθηκαν μαρτυρικὰ τὸ 272 μ.Χ. καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά τους ἀνακαλύφθηκαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γερμανὸ τῆς Ὡξέρρης, ὁ ὁποῖος ἀνήγειρε ναὸ πρὸς τιμὴν τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. 

 
Οἱ Ὅσιοι Φουγάτιος καὶ Δαμιανός 

Οἱ Ὅσιοι Φουγάτιος καὶ Δαμιανὸς ἔζησαν τὸν 2ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν μοναχοὶ στὴ Ρώμη καὶ ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἐλευθέριο στὴν Ἀγγλία, γιὰ νὰ διαδώσουν τὸ Εὐαγγέλιο.Κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη. 

 
Ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος Ἐπίσκοπος Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, γεννήθηκε στὴν Νικόπολη τῆς Ἠπείρου. Μετέβη στὴ Ρώμη, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος καὶ τὸ 174 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ρώμης. Ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν Γνωστικῶν καὶ τῶν Μοντανιστῶν καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν φιλανθρωπία καὶ τὴν Ἱεραποστολικὴ δράση του, ἀφοῦ ἀπέστειλε κήρυκες τοῦ θείου λόγου στὴν Ἀγγλία.Ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 189 μ.Χ. 

 
Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ζαχαρίας ἦταν δεύτερος Ἐπίσκοπος τῆς Βιέννης καὶ μαρτύρησε ὑπὲρ Χριστοῦ τὸ 160 μ.Χ. 

 
 Ὁ Ἅγιος Σιμίτριος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σιμίτριος μαρτύρησε μαζὶ μὲ ἄλλους εἴκοσι τρεῖς Χριστιανοὺς τὸ 159 μ.Χ.

Οι αρετές των κοσμικών....

ν κοσμικών....

Ο Φίλιππας και η Γιώτα είναι ένα σύγχρονο κοσμικό ζευγάρι του οποίου την ευτυχία έχει συμπληρώσει μια μονάκριβη κορούλα. Όμως μια μέρα εντελώς ξαφνικά πέθανε η κορούλα τους και το ζευγάρι απελπισμένο κάνει προσπάθεια προσέγγισης της εκκλησίας όμως εντελώς μονόπλευρα. Η σύζυγος θέλει παιδί, όμως θεωρώντας τον σύζυγο προβληματικό, διαλύει τον γάμο και τον στέλνει «πακέτο» στην γερασμένη μάνα του.
Ένας γέροντας που τυχαία είχαν γνωρίσει σε ένα νησί παρακαλεί την γυναίκα , η οποία μένει μόνη, με την υλική όμως υποστήριξη του πρώην συζύγου να τα ξαναβρούν, όμως η τελευταία αρνείται λέγοντας: "Δε γίνεται, γιατί συνδέθηκα με ένα θρησκευόμενο άτομο που με γεμίζει και από αυτόν είμαι έγκυος".


- Θα τον παντρευτείς ρώτησε ο γέροντας;
- Όχι, εγώ παιδί ήθελα, έγινε, δεν συνεχίζω.

Όταν το άκουσε ο Φίλιππας, ο πρώην σύζυγος, δεν θύμωσε, μόνο είπε στο γέροντα: τη λυπάμαι γέροντα και πρέπει να την βοηθήσω. Πέρασε πεντάμηνο από τότε και ο γέροντας που δεν είχε επικοινωνία με την γυναίκα είχε αρνηθεί να προσεύχεται για αυτήν, μια και η ίδια δεν ήθελε να ξανασμίξει με τον άνδρα της.

Ένα βράδυ αυτή η πεντάμηνη σιωπή λύθηκε. Ο φαρμακωμένος σύζυγος ανήγγειλε στο γέροντα την διάλυση της εταιρείας του, η οποία δεν τον λύπησε τόσο, όσο η συμφορά της πρώην γυναίκας του που βρίσκεται στο νοσοκομείο με σοβαρό κίνδυνο της ζωής αυτής και του παιδιού της. Ο Φίλιππας κλαίει για την ζωή της μάνας και του ξένου παιδιού, δεν νιώθει προσβεβλημένος και ζητά από τον γέροντα θερμή προσευχή. Ο γέροντας ʽʼχάζεψεʼʼ, αφού το κλάμα και το δάκρυ του κόσμου της ανεξικακίας και της ανωτερότητας κυριολεκτικά τον φίμωσε. Εδώ θυμόμαστε και πάλι την αδελφή Ευγενία που έλεγε: ʼʼΑδελφοί ας αποκτήσουμε πρώτα τις αρετές των κοσμικών και μετά των μοναχώνʼʼ.


Πηγή: Αρχιμ. Γρηγορίου, ηγουμένου Ι.Μ. Δοχειαρίου, "Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας"

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...