Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Αυγούστου 10, 2013

Πως βλέπουμε τα θαύματα της αγάπης του Θεού; Κυριακή Ζ' Ματθαίου του Ιωάννη Καραβιδόπουλου,


Στο ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής γίνεται λόγος για δύο θαύματα του Ιησού, για τη θεραπεία δύο τυφλών και ενός κωφού δαιμονιζομένου. Θεραπείες τυφλών μας αφηγούνται συχνά οι ευαγγελιστές για να δείξουν ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, ο οποίος αναμενόταν να έλθει για να χαρίσει, μεταξύ άλλων, και το φως στους τυφλούς.
Ο Χριστός, με τη θεία αυθεντία αυτού που διακηρύσσει ότι είναι «το φως του κόσμου» (βλ. Ιωάν. 8, 12), εγγίζει τα κλειστά μάτια των δύο τυφλών της διηγήσεως που ζητούν έλεος και βοήθεια και τους λέγει: «Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν». Κι αυτό το «γενηθήτω» δεν μπορεί παρά να μας φέρει στο νου τη δημιουργική προσταγή του Θεού κατά τη δημιουργία του κόσμου, όπως την περιγράφει η Π. Διαθήκη στο βιβλίο της Γενέσεως (Γεν. 1, 3’ 6- 14 κλπ.).
Ο Υιός του Θεού έρχεται στον κόσμο να αποκαταστήσει το χαλασμένο από τη φθορά και την αμαρτία δημιούργημα. Όπως με την αυθεντική προσταγή του Θεού δημιουργήθηκε ο κόσμος και ο άνθρωπος, έτσι με την ίδια αυθεντία αναδημιουργείται ο άνθρωπος από τον Υιό του Θεού για να γίνει ένα καινούργιο πλάσμα, μέλος της Εκκλησίας, κληρονόμος των θείων δώρων απαλλαγμένος από την τυφλότητα, από τη δαιμονική κυριαρχία, από το μίσος και από το θάνατο.
Τέτοιες θεραπείες τυφλών ή κωφών συναντούμε συχνά στα ευαγγέλια, γι’ αυτό δεν θα μείνουμε σήμερα σε θέματα όπως η πίστη σαν προϋπόθεση του θαύματος, ή η επιμονή των ασθενών στο αίτημα της θεραπείας, ή η θεία δύναμη του Ιησού στο να επιτελεί θαυμαστά γεγονότα που προκαλούν τον ενθουσιασμό του λαού και τον οδηγούν σε δοξολογία του Θεού. Θα σταματήσουμε στην ερμηνεία που δίνουν οι Φαρισαίοι για τα θαύματα. Ενώ ο λαός θαυμάζει και εκπλήσσεται και αναγνωρίζει τον έκτακτο και μοναδικό χαρακτήρα της θεραπείας, που επετέλεσε ο Ιησούς, οι Φαρισαίοι υποστηρίζουν ότι «εν τω άρχοντι των δαιμόνιων εκβάλλει τα δαιμόνια». Επειδή δεν μπορούν να αμφισβητήσουν την πραγματικότητα της θεραπείας την ερμηνεύουν σαν αποτέλεσμα συνεργασίας του Χριστού με τον αρχισατανά, ανατρέποντας έτσι την πραγματικότητα που είναι η αποκάλυψη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, τον ταλαιπωρημένο και αγνώριστο από τη φθορά της αμαρτίας άνθρωπο, και αποδίδοντας ενέργειες του Θεού στον σατανα. Σε κάποια άλλη περίπτωση (βλ. Ματθ. 12, 24 εξ. 31-32) χαρακτηρίζει ο Ιησούς τη φαρισαϊκή αυτή ερμηνεία σαν βλασφημία εναντίον του Αγίου Πνεύματος• γιατί όποιος στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού δεν αναγνωρίζει το Πνεύμα του Θεού και δεν βλέπει το καταλυτικό έργο του Θεού εναντίον των δαιμονικών στοιχείων, αυτός βλασφημεί κατά του Αγίου Πνεύματος και διαστρεβλώνει τόσο πολύ τα πράγματα, ώστε να στερεί και τον εαυτό του από κάθε ελπίδα μετάνοιας και συνεπώς συγχω ρήσεως.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Φαρισαίοι δεν αρνούνται την πραγματικότητα των θαυμάτων του Χριστοΰ, αλλά προσπαθούν να τα ερμηνεύουν με τρόπο διαστρεβλωτικό της αλήθειας. Έτσι αποδεικνύονται πρόδρομοι των διαφόρων ορθολογιστών των κατοπινών χρόνων, οι οποίοι 
προσπάθησαν να αποδώσουν τα θαύματα της Κ. Διαθήκης σε φυσικά αίτια, σε ψυχολογικά φαινόμενα ή άκόμη σε φαντασιώσεις των μαθητών. Τα θαύματα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο ψυχρό και εγκεφαλικό, ούτε γίνονται για να προκαλέσουν την πίστη στον άνθρωπο αλλά την προϋποθέτουν. Κι άκόμη χρειάζεται καθαρή καρδιά απαλλαγμένη από την κακότητα, την ιδιοτέλεια και το μίσος, και θείος φωτισμός για να αναγνωρίσει ο άνθρωπος στα θαύματα του Χριστού την αποκάλυψη της βασιλείας του Θεού, τη φανέρωση της θείας αγάπης, τον νέο κόσμο της ελπίδας που ανατέλλει για τους πιστούς. Τα θαύματα της αγάπης του Θεού δεν σταμάτησαν ποτέ μέχρι σήμερα, ούτε εμποδίστηκαν από τις κακόβουλες ερμηνείες των αρνητών της πίστεως. Μόνο που χρειάζεται να τα δει κανείς με το πρίσμα του βιώματος της πίστεως, μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία είναι τα διαρκή θαύματα του  Αγίου Πνεύματος στην πορεία της Ιστορίας.
΄Οποιος περιμένει να δει θαύμα για να πιστεψει στον Χριστό, θα μένει πάντοτε σε μια άκαρπη αναμονή ή θα τραπεί σε μια ψυχρή ορθολογιστική αντιμετώπιση της θρησκείας- μόνον όποιος πιστέψει και ζήσει την πραγματική ζωή της Εκκλησίας, θα βρεθεί μπροστά στο θαύμα της αγάπης του Θεού που είναι η σωτηρία, ο νέος κόσμος της αναστάσεως.
Η σημερινή περικοπή, πέρα από τη μεσσιανική αυθεντία του Χριστού και την εμμονή των ασθενών στην αίτηση του θείου ελέους, θέλει με την τελική παρατήρησή της για την ερμηνεία των θαυμάτων από τους Φαρισαίους να μας υπομνήσει την αλήθεια, ότι η συνάντησή μας με το θαύμα της αγάπης του Θεού πραγματοποιείται μακριά από τους ορθολογισμούς, μακριά από τις κακόβουλες διαστρεβλώσεις, μέσα στην νέκρωση του εαυτού μας και την ανάστασή του στη νέα ζωή που την εμπνέει και την καθοδηγεί το Πνεύμα του Θεού.
 πηγή

Κυριακή Ζ’ Ματθαίου: Η θεραπεία των δύο τυφλών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) (Ματθ. θ’ 27-35)

Ο πρωτόπλαστος άνθρωπος ζούσε όπως οι άγγε­λοι, με τη θεωρία τού Θεού. Μετά την πτώση, οι απόγονοί του ζούσαν με την πίστη στο Θεό. Εκείνοι που δε θεωρούσαν το Θεό κι η πίστη τους είχε εκλείψει, δεν μπορούσαν να συναριθμηθούν με τους ζωντανούς, αφού δεν είχαν επαφή με τη Ζωή. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσαν να ζουν;

Η λίμνη που είναι ανοιχτή στο στερέωμα, δέχεται το νερό από ψηλά. Γεμίζει με νερό και δεν ξεραίνεται. Μια άλλη λίμνη, που δεν είναι ανοιχτή στο στερέωμα, δέχεται το νερό από τη γη, από τις πηγές των βουνών. Γεμίζει κι αυτή και δεν ξεραίνεται. Μια τρίτη λίμνη όμως, που δεν είναι ανοιχτή στο στερέωμα, ούτε και δέχεται νερό από κάποιο υπόγειο ρεύμα, δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή ν' αδειάσει και να ξεραθεί.

Όταν μια λίμνη δεν έχει νερό, μπορεί πια να λέ­γεται λίμνη; Όχι. Μάλλον είναι ένας στεγνός κρατή­ρας. Μπορεί ένας άνθρωπος χωρίς Θεό να ονομάζεται άνθρωπος; Όχι. Μάλλον είναι ένας στεγνός, ένας άδει­ος τάφος. Όπως το νερό είναι το κύριο συστατικό της λίμνης, έτσι είναι κι ο Θεός για τον άνθρωπο. Λίμνη χωρίς νερό δεν είναι λίμνη· άνθρωπος χωρίς Θεό δε λέγεται άνθρωπος. Πώς μπορεί νά 'χει ένας άνθρωπος το Θεό μέσα του, αν του έχει κλείσει την είσοδο απ' όλες τις πλευρές, όπως μια αποξηραμένη λίμνη ή ένας κλειστός τάφος χωρίς φως;


Ο Θεός δεν είναι σαν μια πέτρα που πέφτει μέσα στον άνθρωπο και παραμένει εκεί χωρίς τη θέληση του ανθρώπου. Ο Θεός είναι δύναμη, πιο ισχυρή και πιο καθαρή από το φως και τον αέρα. Είναι δύναμη που γεμίζει τον άνθρωπο ή τον εγκαταλείπει αν εκείνος με την ελεύθερη θέλησή του την απορρίψει. Κι αυτό επειδή ο Θεός είναι άπειρα αγαθός. Έτσι, από τη μια μέρα στην άλλη ο άνθρωπος μπορεί να μην είναι το ίδιο γεμάτος από το Θεό. Κι αυτό εξαρτάται κυρίως από το πόσο ανοιχτός είναι ο άνθρωπος στο Θεό. Αν η ψυχή του ανθρώπου ήταν εντελώς ανοιχτή μόνο προς το Θεό, που σημαίνει πως ταυτόχρονα θα ήταν κλειστή για τον κόσμο, τότε θα ξαναγύριζε στην πρώτη του αγαλλίαση της θεωρίας τού Θεού. Αλλ' αυτό είναι πολύ δύσκολο στο θνητό περιβάλλον όπου ζει η ψυχή τού ανθρώπου. Μόνο ένα άνοιγμα υπάρχει απ' όπου ο άνθρωπος μπορεί νά 'ρθει σ' επαφή με το Θεό, την πηγή της ζωής. Και το άνοιγμα αυτό είναι η πίστη.

Πίστη σημαίνει πρώτα τη μνήμη της χαμένης θεωρί­ας τού Θεού. Η μνήμη αυτή παραμένει χαραγμένη στη συνείδηση και το νου. Δεύτερο, σημαίνει την αποδοχή εκείνου που ο Θεός αποκάλυψε με τους προφήτες και τους αγίους, που αξιώθηκαν να δουν την αλήθεια. Τρίτο και σπουδαιότερο σημαίνει την ομολογία τού Κυρίου Ιησού Χριστού ως Υιού τού Θεού, ως ορατής εικόνας τού αοράτου Θεού (βλ. Β' Κορ. δ' 4). Η τρίτη αυτή σημασία είναι αρκετή από μόνη της. Περιέχει και εκπληρώνει με τελειότητα τις άλλες δύο. Αυτή είναι η πίστη που ζωοποιεί και σώζει. Είναι το μεγαλύτερο άνοιγμα από το οποίο ο Θεός έρχεται στον άνθρωπο, κατά το μέτρο της επιθυμίας και της θέλησής του.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος ρωτούσε συχνά τους αρρώστους και τους πάσχοντες: «Πιστεύεις;» «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Ανοίγετε την πόρτα για να μπω μέσα; Η πίστη τού ανθρώπου δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά το άνοιγμα της πόρτας τής ψυχής του, για ν' αφήσει το Θεό να μπει μέσα του. «Θεέ μου, άδειασέ με από τον εαυτό μου και κατοίκησε Εσύ μέσα μου!» Τα λόγια αυτά εκφράζουν τηνουσία της πίστης.

Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα περιστατι­κό από τα πολλά, που ο Θεός χτυπάει την πόρτα της ψυχής τού ανθρώπου κι ο άνθρωπος την ανοίγει κι αφήνει τον Κύριο να περάσει. Ο Θεός θαυματουργεί σε οτιδήποτε κάνει. Όπου κι αν βρίσκεται, θαυματουργεί. Μπροστά Του όλοι οι νόμοι, φυσικοί και ανθρώπινοι, αποσύρονται όπως τα σύννεφα μπροστά στον ήλιο. Μόνο η δύναμή Του παραμένει, η σοφία κι η αγάπη Του - και τότε όλα είναι υπέροχα, γλυκύτατα και πανένδοξα.

Μέσα στο σκότος όπου ζούσαν οι ειδωλολάτρες Γαδαρηνοί, ο Κύριος δε βρήκε πίστη στους ανθρώ­πους, ακόμα και μετά το μεγάλο θαύμα που έκανε θεραπεύοντας τους δυο δαιμονιζόμενους. Μετά όμως ακολούθησαν διάφορα περιστατικά, το ένα μετά το άλλο, όπου η αγάπη τού Χριστού συνάντησε τη μεγά­λη πίστη των ανθρώπων. Περιστατικά όπου ο Κύριος κρούει κι οι άνθρωποι ανοίγουν πρόθυμα την πόρτα της ψυχής τους και του δίνουν την ευκαιρία να θαυματουργήσει. Εκεί που συναντιέται η πίστη με την αγάπη, γεννιέται το θαύμα.

Η πίστη φάνηκε πρώτα στους ανθρώπους που κου­βάλησαν τον παραλυτικό και τον κατέβασαν μπροστά στο Χριστό από την οροφή τού σπιτιού. «Και ιδών Ιησούς την πίστιν αυτών είπε τω παραλυτικώ· θάρσει, τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου...εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου» (Ματθ. θ' 2, 6). Δεν είναι γεμάτα αγάπη τα λόγια αυτά; «Και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού» (θ' 9). Δεν είναι ένα θαύμα αυτό, που προέκυψε από πίστη κι αγάπη;
Μετά απ' αυτό έχουμε τη γυναίκα που υπόφερε δώ­δεκα χρόνια από αιμορραγία. Με μεγάλη πίστη άγγιξε απλά το ιμάτιό Του και είπε μέσα της: «Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι» (Ματθ. θ' 21). Αυτή είναι πίστη. Κι ο Κύριος της είπε: «θάρσει, θύγατερ· η πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματθ. θ' 22). Λόγια αληθινής αγάπης! «και εσώθη η γυνή από της ώρας εκείνης» (αυτόθι). Κι αυτό το θαύμα γεννήθηκε απόπίστη κι αγάπη.

Έχουμε έπειτα τον Ιάειρο, που πήγε περίλυπος στον Ιησού και του είπε: «Η θυγάτηρ μου άρτι ετελεύτησεν· αλλά ελθών επίθες την χείρά σου επ' αυτήν και ζήσεται» (Ματθ. θ' 18). Ακούμπησε μόνο τα χέ­ρια Σου πάνω της και θα ζήσει! Αυτή ήταν μια πίστη που δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό, την παραμικρή αμφιβολία. Κι ο Κύριος πήγε, «εκράτησε της χειρός αυτής, και ηγέρθη το κοράσιον» (Ματθ. θ' 25). Αυτή είναι αγάπη πραγματική ενός φίλου, ενός θεραπευτή. Την κράτησε από το χέρι κι αυτή αναστήθηκε. Ήταν κι αυτό ένα θαύμα που προήλθε από πίστη κι αγάπη.

Μετά από τα θαυμαστά αυτά περιστατικά, όπου συναντιούνται η πίστη τού ανθρώπου με την αγάπη του Θεού, το σημερινό ευαγγέλιο μας περιγράφει κι άλλο ένα παρόμοιο περιστατικό.

***

«Και παράγοντι εκείθεν τού Ιησού ηκολούθησαν αυτώ δύο τυφλοί κράζοντες και λέγοντες· ελέησον ημάς, υιέ Δαβίδ» (Ματθ. θ' 27). Από πού ερχόταν ο Ιησούς; Από το σπίτι τού Ιάειρου, όπου είχε αναστή­σει το νεκρό κορίτσι. Οι δυο τυφλοί άκουσαν πως ο Κύριος περνούσε από κει και τον ακολούθησαν κραυ­γάζοντας και ζητώντας την ευσπλαχνία Του. Με τον ίδιο τρόπο είχε ζητήσει το έλεός Του ο τυφλός στην Ιεριχώ. Καθόταν στην άκρη τού δρόμου και ζητιάνευε «και ακούσας ότι Ιησούς ο Ναζωραίος εστιν, ήρξατο κράζειν και λέγειν· υιέ Δαβίδ Ιησού, ελέησόν με» (Μάρκ. ι' 47). Το ίδιο έκαναν κι οι δυο τυφλοί. Ακουσαν από εκείνους που τους οδηγούσαν πως περ­νούσε από κει ο θαυματουργός Ιησούς, ξέχασαν την επαιτεία τους καθώς και οτιδήποτε άλλο κι άρχισαν αμέσως να τον ακολουθούν και να φωνάζουν. Ήταν κι αυτοί τέκνα τού Αβραάμ, του φίλου τού Θεού, που αξιώθηκε κάποτε να δει τον ίδιο το Θεό. Οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι όμως δεν είχαν μάτια για να δουν τη δημιουργία τού Θεού.

Γιατί οι τυφλοί αποκαλούσαν τον Ιησού, «Υιό του Δαβίδ»; Επειδή στο Ισραήλ ο τίτλος αυτός ήταν ο πιο τιμητικός απ' όλους. Ο βασιλιάς Δαβίδ αποτελούσε το πρότυπο για όλους τούς βασιλιάδες τού Ισραήλ. Κι όπως κάθε δίκαιος άνθρωπος ονομαζόταν «τέκνο τού Αβραάμ», έτσι και κάθε δίκαιος ηγέτης ονομαζόταν «υιός τού Δαβίδ». Ο Χριστός είχε αληθινή εξουσία και δύναμη, που έβγαινε από Εκείνον φυσικά, όπως η ανάσα. Το ότι οι Ισραηλίτες συνήθιζαν ν' αποκα­λούν τους μακρινούς απογόνους τού Δαβίδ «τέκνα τού Δαβίδ», φαίνεται καθαρά σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής. Είναι πιθανό επίσης οι δυο τυφλοί να σκέ­φτονταν πως ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας και γι' αυτό τον ονόμαζαν Υιό Δαβίδ. Όλος ο λαός περίμενε το Μεσσία από το Θεό και πίστευαν όλοι πως θα προερχόταν από τον οίκο Δαβίδ. «Και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού» (Λουκ. Α΄ 32), αποκάλυψε ο αρχάγγελος Γα­βριήλ στην Παναγία Μητέρα τού Θεού. Ο αρχάγγελος χρησιμοποίησε την κοινή γλώσσα τού λαού, γι' αυτό και ονόμασε το Δαβίδ πατέρα τού Ιησού, μ' όλο που λίγο νωρίτερα τον είχε ονομάσει Υιό του Υψίστου, δηλαδή Υιό τού Θεού.

[Ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει στο Λόγο 56: «Όποιος προσεύχεται σαρκικά και δεν έχει πνευματική αίσθηση, είναι σαν τον τυφλό που κράζει: "Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με!" Ένας άλλος τυφλός όμως, με το που έλαβε το φως του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονόμασε Υιό Δαβίδ, αλλά Υιό τού Θεού (βλ. Ιωάν. θ' 35, 38)].

Δεν είναι κι αυτή μια φοβερή κατηγορία ενάντια στους σκοτισμένους Φαρισαίους και τους γραμματείς, που ονόμαζαν το Χριστό βλάσφημο κι αμαρτωλό; Προ­σέξτε πώς τους ντροπιάζει ο Κύριος με κείνους που οι ίδιοι υποτιμούσαν και τους λογάριαζαν κατώτερούς τους. Κι εννοώ τους ειδωλολάτρες και τους τυφλούς, ακόμα και τους δαίμονες! Ενώ οι ίδιοι, τυφλωμένοι από τη ματαιότητα, δεν μπορούσαν να δουν το Χρι­στό παρά μόνο ως ένα βλάσφημο κι αμαρτωλό, ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος απέδωσε τη δύναμή Του στη θεότητά Του (βλ. Ματθ. η' 5-13)· οι δαίμονες στα Γάδαρα τον ονόμασαν Υιό τού Θεού (Ματθ. η' 29) κι οι τυφλοί τον είδαν με το πνεύμα τους ως Υιό τού Δαβίδ (Ματθ. θ' 27). Οι ειδωλολάτρες είδαν στην πα­ρουσία τού Χριστού τον ίδιο το Θεό, ενώ οι «σοφοί» άρχοντες του Ιουδαϊκού λαού ήταν ανίκανοι να τον αναγνωρίσουν. Οι τυφλοί άνθρωποι είδαν ό,τι δεν μπόρεσαν να δουν οι Φαρισαίοι, οι γραμματείς κι οι άρχοντες του λαού.

Οι τυφλοί ακολουθούσαν το Χριστό και κραύγαζαν, Εκείνος όμως δε γύρισε να τους δει. Γιατί; Πρώτο, για ν' αυξήσει τη δίψα τους για το Θεό και την πίστη τους σ' ΕκείνονΔεύτερο, για ν' ακούσουν πολλοί τις κραυγές τους και να πέσουν κι οι ίδιοι σε περισυλλογή, να δοκιμαστεί η πίστη τουςΤρίτο για να δείξει την ταπείνωσή Του. Ήθελε μ' αυτόν τον τρόπο ν' αποφύ­γει τη δόξα των ανθρώπων. Αν έκανε το θαύμα στη μέση του δρόμου, μπροστά στο πλήθος, όλοι θα τον εγκωμίαζαν. Γι' αυτό και προτίμησε να τους θεραπεύ­σει μέσα σε σπίτι, μπροστά σε μια χούφτα μάρτυρες. Τι σοφία, πόση ταπείνωση! Ήξερε πολύ καλά πως «ου γαρ έστι κρυπτόν ο εάν μη φανερωθή» (Μάρκ. δ' 22). Όσο πιο καλά κρύβεται το καλό έργο, τόσο ευκολότερα θ' αποκαλυφθεί.

«Ελθόντι δε εις την οικίαν προσήλθον αυτώ οι τυφλοί, και λέγει αυτοίς ο Ιησούς· πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι; λέγουσιν αυτώ· ναι, Κύριε» (Ματθ. θ' 28). Η πίστη των τυφλών αυτών ήταν τόσο μεγάλη, που τους έκανε να τρέξουν ξοπίσω Του. Δε δείλιασαν επειδή δε γύρισε να τους κοιτάξει στο δρόμο και δεν ανταποκρίθηκε στις απεγνωσμένες κραυγές τους. Η πίστη τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τον ανα­ζήτησαν ακόμα και στο σπίτι που επισκέφτηκε. Μ' όλο που το σπίτι αυτό ήταν ξένο κι άγνωστο, εκείνοι τόλμησαν να μπουν μέσα. Θα σκέφτηκαν: «Αυτή είναι η στιγμή της θεραπείας μας. Ή τώρα ή ποτέ!» Το ένιωθαν πως δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος σ' ολόκληρο τον κόσμο έκτος από το Χριστό που θα μπορούσε ν' ανοίξει τα μάτια τους και να τους δώσει την όραση.

Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι; τους ρώ­τησε ο Κύριος. Γιατί τους ρώτησε αφού γνώριζε και είδε την πίστη τους; Εκείνος βλέπει όλα τα μυστήρια, διαβάζει όλες τις καρδιές. Τους ρώτησε για να τους κάνει να δημοσιοποιήσουν την πίστη τους, τόσο για δική τους χάρη όσο και για κείνους που ήταν μπρο­στά. Η δημόσια ομολογία βεβαιώνει την πίστη, τόσο σ' αυτούς που ομολογούν όσο και σ' εκείνους που ακούν την ομολογία τους.

Ναι, Κύριε, απάντησαν οι τυφλοί. Χαρούμενοι που τους μίλησε ο Χριστός, φανέρωσαν με ακόμα μεγα­λύτερη δύναμη την πίστη τους σ' Εκείνον και στην εξουσία Του. Ναι, ΚύριεΔεν τον ονόμασαν πάλι «υιό Δαβίδ». Τους φάνηκε κάπως μικρός κι εφήμερος ο τίτλος αυτός. Γι' αυτό τον ονόμασαν Κύριο. Αυτή ήταν η ομολογία της πίστης τους. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος, ο Θεάνθρωπος και Σωτήρας. Κι αυτό είναι αρκετό, «πας γαρ ος εάν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι' 13).

Η πίστη λοιπόν βρισκόταν στην καρδιά και τα χείλη τους. Τώρα έπρεπε να βαδίσει η αγάπη για να συνα­ντήσει την πίστη και τότε θα γινόταν το θαύμαΚαι τώρα η αγάπη, που ουδέποτε εκπίπτει, σπεύδει για να συναντηθεί με την πίστη. «Τότε ήψατο των οφθαλμών αυτών λέγων κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί» (Ματθ. θ' 29, 30). Ήταν σα νά 'βαζαν μια λάμπα δίπλα σ' ένα νε­κρό άνθρωπο! Ο πάναγνος Κύριος δε μολύνθηκε από το ακάθαρτο σώμα της ανθρωπότητας και την ακόμα πιο ακάθαρτη ανθρώπινη ψυχή.

«Πάντα μεν καθαρά τοις καθαροίς», μας λέει ο απόστολος Παύλος (Τίτ. α' 15). Ο Χριστός άπλωσε τα χέρια Του και άγγιξε τα σκοτεινά βαθουλώματα, τα κλειστά παράθυρα, τα σβησμένα μάτια τού τυφλού και τα μάτια άνοιξαν. Το παραπέτασμα σύρθηκε στο πλάι και το φως πλημμύρισε τη φυλακή. Κι η φυλακή τότε έγινε παλάτι ηλιόλουστο. Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίνΗ πίστη δεν καταισχύνεται. Γι' αυτό και στους τυφλούς όλα έγιναν κατά την πίστη τους. Πόσο αλήθεια εκτιμά τα πλάσματά Του ο Κύριος, μ' όλο που η πλάση ολόκληρη δεν είναι παρά καπνός και στάχτη κάτω από τα πόδια Του! Ζητώντας την πίστη, ζητά απλά τη συνεργασία τού ανθρώπου στο έργο της δημιουργίας Του. Όπως λέει ο ιερός Χρυ­σόστομοςθα μπορούσε να θεραπεύσει όλους τους αρρώστους της γης μ' ένα Του λόγο. Τί θα κατόρθωνε έτσι όμως; Θά 'βαζε όλους τους ανθρώπους στη σει­ρά μαζί με τα άλλα άλογα ζώα, που ούτε ελεύθερη επιλογή ούτε ελεύθερη βούληση έχουν, μα ούτε και ανώτερους σκοπούς. Θα υποβίβαζε τον άνθρωπο στο επίπεδο της σελήνης και των άστρων, κατά κάποιο τρόπο, που λάμπουν όπως έχουν οριστεί να κάνουν. Θα τους κατέβαζε στο επίπεδο των βράχων, που είναι ταγμένα να στέκονται ή να πέφτουν, ή στο επίπεδο του νερού των ποταμών, που ρέουν κατά πως είναι υποταγμένα στους φυσικούς νόμους.

Ο άνθρωπος είναι λογικό όν. Είναι ηθικά υπο­χρεωμένος να κάνει εκείνο που η άλογη κτίση κάνει ασυνείδητα, νά 'ναι δηλαδή αφοσιωμένος στο Θεό και να τηρεί τις εντολές Του. Η φύση ολόκληρη λέει: «Ο Θεός διατάζει κι εγώ υπακούω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». «Ο Κύριος διατάζει κι εγώ είμαι ηθι­κά υποχρεωμένος να τον υπακούσω», λέει ο αληθινός άνθρωπος. Ο άνθρωπος έχει επιλογή όχι ανάμεσα σε δυο καλά, αλλά ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Αν επιλέξει το καλό θα είναι φίλος του Θεού και γιος της αιώνιας βασιλείας. Αν επιλέξει το κακό θ' απο­μακρυνθεί από το Θεό και θα είναι σε χειρότερη θέση ακόμα κι από την άλογη κτίση. Αυτό είναι το θέλημα του Δημιουργού, ώστε ο άνθρωπος να διαλέξει σ' αυτή τη ζωή ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Γι' αυτό ζητά ο Κύριος την πίστη από τους ανθρώπους. Ώστε να συνεργαστούν μαζί Του για τη δική τους σωτηρία. Ο Θεός ζητά πολύ λίγα από τους ανθρώπους. Ζητά μόνο τη θέλησή τους, να τον ομολογήσουν ως Θεό παντο­δύναμο, να παραδεχτούν πως οι ίδιοι χωρίς Θεό δεν είναι τίποτα. Αυτή είναι πίστη. Μόνο την πίστη αυτή ζητά ο Κύριος από τους ανθρώπους για το δικό τους καλό, για τη δική τους σωτηρία.

«Και ενεβριμήσατο αυτοίς Ιησούς λέγων· οράτε μηδείς γινωσκέτω. οι δε εξελθόντες διεφήμισαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη» (Ματθ. θ' 30, 31). Γιατί ο Κύριος τους ζήτησε να μην πουν λέξη για το θαύμα αυτό; Πρώτο, επειδή δεν επιζητεί τη δόξα ή τον έπαινο των ανθρώπων. Η δόξα κι ο έπαινος των ανθρώπων δεν προσθέτουν ούτε ένα ιώτα στη δόξα Του. Δεύτερογια να δείξει πως ό,τι κάνει, προέρχεται από συμπάθεια κι αγάπη για τον άνθρωπο, όπως κάνει η μάνα για το παιδί της. Όχι όπως κάνουν οι μάγοι κι οι ταχυδα­κτυλουργοί, οι υπηρέτες των δαιμόνων, που μέσα τους μισούν και περιφρονούν τους ανθρώπους κι ό,τι κάνουν, είναι για να εισπράξουν τη δόξα και τον έπαινό τους. Τρίτογια να δώσει έτσι στους ανθρώπους το παρά­δειγμα πως κάθε καλό έργο πρέπει να το κάνουν για χάρη τού Θεού κι όχι για χάρη της ματαιότητας«Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. στ' 3). Και τέταρτο, επειδή γνωρίζει πως το καλό δεν μπορεί να κρυφτεί και θέλει να το καταλάβουν κι οι άνθρωποι αυτό. Αυτό έπρεπε να ξεκαθαριστεί μια και καλή. Είτε τους άρεσε είτε όχι, οι τυφλοί θα διατυμπάνιζαν το θαύμα Του σ' όλη την περιοχή τους. Κι αν ακόμα η γλώσσα τους δε μιλούσε, θα μιλούσαν τα μάτια τους. Αν ήθελαν να μείνουν σιωπηλοί, θα τους ανάγκαζε να μιλήσουν ξανά και ξανά η δύναμη του Θεού, που φέρνει όλα τα πράγματα στο φως. Ο Κύριος ήθελε να δείξει πως τα πράγματα αυτά γίνο­νται γνωστά ακόμα και χωρίς τη θέλησή μας, όσο κι αν προσπαθούμε να τα κρύψουμε. Φτάνει μόνο να μη ζητάμε να γίνονται γνωστά από προσωπική ματαιό­τητα, να μη γίνονται για τον έπαινο, ούτε για το δικό μας ούτε για το δικό Του. Το Θεό να δοξάζετε, αυτό έχει σημασία.

«Αυτών δε εξερχομένων ιδού προσήνεγκαν αυτώ άνθρωπον κωφόν δαιμονιζόμενον και εκβληθέντος του δαιμονίου ελάλησεν ο κωφός» (Ματθ. θ' 32, 33). Οι άνθρωποι που διψούν για υγεία, σοφία, καλοσύνη και ειρήνη τρέχουν στον Κύριο Ιησού, στη μοναδική πηγή κάθε καλού, όπως οι διψασμένοι ταξιδιώτες στην έρημο μόλις βρουν μια πηγή με νερό. Κι η πηγή αυτή είναι τόσο πλούσια, ώστε όποιος και νά 'ρθει δε φεύγει διψασμένος. Με το που βγήκαν έξω οι τυφλοί που θε­ραπεύτηκαν, με ανοιχτά τα μάτια και χωρίς την ανάγκη οδηγού τώρα, οι άνθρωποι που φρόντιζαν έναν κουφό και δαιμονισμένο άνθρωπο, τον έφεραν μπροστά στο Χριστό. Κουφός και δαιμονισμένος! Ούτε το μυαλό για να σχηματίσει προτάσεις είχε, μα ούτε και τη γλώσσα. Ο Κύριος δεν τον ρώτησε αν πιστεύει. Πώς θα μπορούσε να πιστεύει κάποιος δαιμονισμένος; Πώς θα μπορούσε να ομολογήσει την πίστη του ένας βουβός;

Ο Χριστός είδε εδώ την πίστη εκείνων που τον φρό­ντιζαν, που τον έφεραν μπροστά Του. Είναι πιθανό ο Κύριος να μίλησε μαζί τους, όπως μίλησε και με τους τυφλούς. Ο ευαγγελιστής όμως δεν αναφέρει τίποτα, ίσως για ν' αποφύγει την επανάληψη. Εκείνοι που αναζητούν τη σωτηρία τους, θα διδαχτούν αρκετά απ' όσα είπε στους τυφλούς. Εκείνοι όμως που εμπαίζουν τον Κύριο και τους σωτήριους λόγους Του, οδηγούνται θεληματικά στην απώλεια. Αυτούς δεν μπορούν να τους σώσουν ούτε όλα τα λόγια που είπε κι όλα τα έργα που έκανε ο Κύριος σ' όλη τη διάρκεια της επί­γειας ζωής Του, που αν είχαν όλα καταγραφεί, «ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βι­βλία», όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (κα' 25). Αυτά που έχουν γραφεί όμως, είναι αρκετά για μας. Φτάνουν για να πιστέψουμε στον Υιό τού Θεού και να κερδίσουμε την αιώνια ζωή.

Ο ευαγγελιστής περιγράφει ολόκληρο το περιστατι­κό αυτό σε δυο μόνο προτάσεις. Σκεφτείτε όμως πόσο μεγάλο είναι το γεγονός αυτό. Να βγάλει το δαιμόνιο από το δαιμονισμένο, να ξεκλειδώσει τη γλώσσα του και να τον κάνει να μιλάει ήρεμα και συγκροτημένα. Αυτό το γεγονός είναι μεγαλύτερο κι από έναν πόλεμο, για τον οποίο γράφονται τόσα βιβλία. Έναν πόλεμο μπορεί να τον κάνει οποιοσδήποτε. Μόνο ο Θεός όμως μπορεί να βγάλει ένα δαιμόνιο από τον άνθρωπο και να δώσει την ομιλία σ' έναν βουβό. Για το γεγονός αυτό που ο ευαγγελιστής αποτυπώνει σε δυο φράσεις, θα μπορούσαν να γραφτούν βιβλία ολόκληρα. Ανά­μεσα στους άλλους λόγους, ο ευαγγελιστής το κάνει αυτό για να δείξει πως ο μεγαλύτερος θαυματουργός όλων των εποχών έκανε πολλά τέτοια θαυμαστά έργα, αλλά και την ευκολία με την οποία έκανε ο Κύριος τα ανήκουστα αυτά θαύματα.

Ο ευαγγελιστής λέει πως πρώτα ο Κύριος έβγαλε το δαιμόνιο κι έπειτα έκανε το βουβό άνθρωπο να μιλήσει. Η πράξη αυτή δείχνει πως ο Κύριος πάντα προχω­ρεί από την επιφάνεια στο κέντρο των πραγμάτων, βαθιά μέσα στη ρίζα τού κακού. Το πονηρό πνεύμα ήταν μέσα στον άνθρωπο, αλλά είχε δεσμεύσει και τη γλώσσα τού βουβού ανθρώπου. Έπρεπε λοιπόν να βγει πρώτα από τον άνθρωπο το πονηρό πνεύμα και τότε θα λύνονταν αυτόματα τα δεσμά και θα παραδίδονταν τα ηνία που αιχμαλώτιζαν το δαιμονισμένο. Γι' αυτό ο Κύριος πρώτα έβγαλε το πονηρό πνεύμα κι έπειτα χάρισε στον άνθρωπο το νου και την ομιλία.

Το περιστατικό αυτό μας θυμίζει τον παραλυτικό, που πρώτα του είπε ο Κύριος, «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» και έπειτα «εγερθείς άρον σου την κλίνην και υπάγε εις τον οίκον σου» (Ματθ. θ' 2, 6)Ήταν πάγια τακτική τού Χριστού να θεραπεύει πρώτα τον εσωτερικό άνθρωπο, το εσωτερικό του πάθος, κι έπειτα τη σωματική του αρρώστια. Θα μπορούσε να λύσει τη γλώσσα τού ανθρώπου και ν' αφήσει το πο­νηρό πνεύμα μέσα του. Έτσι όμως τί θα είχε κατορ­θώσει; Γιατί να λύσει τη γλώσσα του; Για να μιλήσει το δαιμόνιο και να εκστομίσει βλασφημίες ενάντια στο Θεό και τον άνθρωπο; Γιατί να ελευθερώσει τον άνθρωπο από το μικρότερο κακό και να τον αφήσει δεμένο με τα μεγαλύτερα δεσμά; Μήπως μετά από λίγο καιρό ο διάβολος δε θα έδενε ξανά τη γλώσσα του και θα τον ξανάκανε βουβό;

Πόσο σοφά, πόσο σωστά είναι τα έργα Σου, Κύριε! Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να θαυ­μάζουμε την άπειρη σοφία Σου, να μάθουμε έτσι να ενεργούμε και μεις με τον ίδιο τρόπο, από το θεμέλιο προς την τελειότητα.

«Και εθαύμασαν οι όχλοι λέγοντες ότι ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ· οι δε Φαρισαίοι έλεγον εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. θ' 33, 34). Μερικοί θαύμαζαν κι άλλοι μυκτήριζαν. Μερικοί χαίρονταν με το καλό κι άλλοι ενερ­γούσαν ενάντια στο καλό. Ο λαός, οι απλοί άνθρωποι, δόξαζαν το Θεό κι οι ηγέτες του σκέφτονταν τον πονηρό. Οι απλοί άνθρωποι ονόμαζαν το Χριστό «Υιό τού Δαβίδ» και «Κύριο», ενώ οι «σοφοί εν εαυτοίς» γραμματείς τον έλεγαν άρχοντα των δαιμονίων, απεσταλμένο τού Βεελζεβούλ. Οι τυφλοί βρήκαν το φως τους και τον είδαν. Οι κουφοί βρήκαν την ακοή τους και τον άκουσαν. Οι δαιμονισμένοι ελευθερώθηκαν και τον αναγνώρισαν. Οι άλαλοι μίλησαν και τον ομολόγησαν. Οι σοφοί αυτού του κόσμου όμως, με μυαλά σκοτισμένα από τις επίγειες επιδιώξεις και με καρδιές αποστεωμένες από τη ματαιότητα και το φθόνο, δεν μπορούσαν να δουν, ν' ακούσουν, να γνωρίσουν και να ομολογήσουν τον Υιό τού Θεού, «η γαρ σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστί» (Α' Κορ. γ' 19).

Ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ, αναφω­νούσαν με θαυμασμό οι άνθρωποι. Είναι αλήθεια πως ο Μωυσής, ο Ηλίας κι ο Ελισαίος έκαναν διάφορα θαύ­ματα, μα πώς; Με τη βοήθεια της πίστης, της νηστείας και της προσευχής από την πλευρά τους και τη χάρη τού Θεού από την άλλη. Τα θαύματα αυτά τα έκανε ο Θεός, μέσα από τους αγίους αυτούς ανθρώπους. Τα θαύματα του Χριστού όμως έγιναν με τη δική Του δύναμη και εξουσία. Η διαφορά μεταξύ τού Χριστού και των αρχαίων θαυματουργών είναι όπως η διαφορά ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι. Το φεγγάρι φέγγει με το φως που δανείζεται από τον ήλιο, ο ήλιος όμως είναι αυτόφωτος, λάμπει με το δικό του φως. Οι απρο­κατάληπτες κι απλές ψυχές των ανθρώπων ένιωθαν τη μεγάλη διαφορά, γι' αυτό κι αναφωνούσαν: ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ.

Οι Φαρισαίοι δεν αρνούνταν τη θαυματουργική δύναμη του Χριστού. Αν μπορούσαν βέβαια θά 'χαν αρνηθεί όλα τα θαύματα, θα τα έκρυβαν, θα κατέ­φευγαν σε ψευδομάρτυρες για να πιστοποιήσουν τα ψέματά τους, όπως στην ανάσταση του Χριστού. Δεν μπορούσαν όμως ν' αρνηθούν αυτά που έγιναν μπρο­στά σε μεγάλα πλήθη ανθρώπων. Το ξαναλέμε πως δεν αρνούνταν το θαύμα, μα το ερμήνευαν με το δικό τους πονηρό και πανούργο τρόποΕν τω άρχοντι των δαι­μονίων εκβάλλει τα δαιμόνια, έλεγαν. Το είπαν αυτό για τον Κύριο σε διάφορες περιπτώσεις κι Εκείνος τους έδωσε σκληρή και αποστομωτική απάντηση. «Ει ο σατανάς ανέστη εφ' εαυτόν και μεμέρισται, ου δύναται σταθήναι» (Μάρκ. γ' 23-26), τους είπε. (Βλ. επίσης και Ματθ. ιβ' 24-26)· Λουκ. ια' 17-18).

Είναι, αλήθεια πως είναι πολύ σκληρό για τον άνθρω­πο, ανεξάρτητα από τη διανοητική του επάρκεια, να φανταστεί πιο γελοία, ασυνεπή και ανόητη ερμηνεία των έργων τού Χριστού, απ' αυτήν που σκέφτηκε ο σκοτισμένος νους των γραμματέων τού Ισραήλ και των αρχόντων τού έθνους. Να βγουν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο με τη βοήθεια του σατανά! Αυτό είναι το ίδιο περίπου με το να ισχυριστούμε πως, «σκοτώνει κάποιος τα παιδιά κάποιου πατέρα, με τη βοήθεια τού πατέρα τους!» Ή να επιτίθεται και να εξολοθρεύει ένα στρατό με τη βοήθεια του διοικητή. Δεν είναι ψέμα πως ο φθόνος είναι τυφλός. Θά 'λεγε κανείς πως ο φθόνος είναι και ανόητος. Γιατί ο φθόνος δεν κάνει μόνο την καρδιά σκληρή σαν πέτρα και τυφλώνει το νου, αλλά μπερδεύει και τη γλώσσα. Έτσι δεν ξέρει τι λέει κι επομένως όλα όσα εκφέρει η φθονερή γλώσσα, ακούγονται γελοία κι ανόητα.

Ο Κύριος δεν έδωσε σημασία σ' αυτήν την ανόητη κακεντρέχεια των φθονερών αρχόντων τού λαού, αλλά πορεύτηκε ήρεμα το δρόμο Του, το δρόμο της σωτηρίας όλων εκείνων που του εμπιστεύτηκε ο Πατέρας, ώστε «ουδείς εξ αυτών απώλετο» (Ιωάν. ιζ' 12). Γι' αυτό και καταλήγει το σημερινό ευαγγέλιο:

«Και περιήγεν ο Ιησούς τας πόλεις πάσας και τας κώμας διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ» (Ματθ. θ' 35). Οι πόλεις και τα χωριά ήταν το ίδιο γι' Αυτόν. Δεν αναζητούσε τις πόλεις και τα χωριά, αλλά τους ανθρώπους. Ο ευαγγελιστής μιλάει για όλες τις πόλεις και τα χωριά, για να δείξει το ζήλο τού Χριστού«Ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με» (Ψαλμ. ξη' 9). Για τον Κύριο μια μέρα ήταν σαν χίλια χρόνια. Το έργο τού Χριστού ήταν τριμερές, όπως βγαίνει καθαρά από τα λόγια τού ευαγγελιστή: Δίδασκε, κήρυττε το Ευαγ­γέλιο της Βασιλείας και θεράπευε κάθε αρρώστια και ασθένεια των ανθρώπωνΔίδασκε, δηλαδή ερμήνευε το πνεύμα της πρώτης Δημιουργίας και του Παλαιού νόμου. Κήρυττε, έθετε τα θεμέλια της Νέας Κτίσης, της Βασιλείας τού Θεού, της Εκκλησίας των Αγίων. Θεράπευεέδινε δηλαδή τη μαρτυρία τής διδαχής και του κηρύγματός Του με τα έργα Του.

Όλ' αυτά ο Κύριος τα έκανε από αγάπη όχι μόνο για το λαό τής εποχής εκείνης, για τους συγχρόνους Του, αλλά και για μαςΟ Κύριος είναι σύγχρονος με όλους όσοι υπήρχαν και θα υπάρξουν. Τό 'κανε αυτό ώστε με το φως Του ν' ανάψει το καντήλι τής ψυχής μας· με την αγάπη Του να συναντήσει την πίστη μας· με τη συνάντηση αυτή της αγάπης τού Θεού με την πίστη μας να πραγματοποιηθεί το θαύμα τής σωτηρίας μας: η θεραπεία τής πνευματικής μας τύφλωσης, της παράνοιάς μας και κάθε αρρώστιας και ασθένειας.

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Ζώντος Θεού, ελέησέ μας! Βοήθησέ μας να μάθουμε να δοξολογούμε το όνομά Σου με το σώμα μας, με το λαό μας κι όλους τους ανθρώπους, ζωντανούς και νεκρούς. Να υμνούμε το όνομά Σου, μαζί με τ' όνομα του πανένδοξου και άναρχου Πατέρα και το πανάγιο και ζωοποιό Σου Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου – Το έργο και η αποστολή του Ιησού Χριστού.

Στην περικοπή της σημερινής Κυριακής έχουμε δύο γεγονότα. Το ένα είναι η θεραπεία δύο τυφλών και στη συνέχεια η θεραπεία ενός ανθρώπου κωφού αλλά και δαιμονισμένου ταυτόχρονα. Και οι δύο περιπτώσεις είναι άκρως τραγικές όπως παρουσιάζονται από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, όχι μόνο εξαιτίας της σωματικής πάθησης, αλλά και εξαιτίας της βαθύτερης πνευματικής διάστασης που δίνεται στην αρρώστια τους. Στο τέλος καταλήγει η ευαγγελική περικοπή στην επισήμανση ότι ο Ιησούς «περιήγεν πάσας τας πόλεις και τας κώμας», με ένα ουσιαστικό σωτηριολογικό σκοπό, «διδάσκων και «κηρύσσων», αλλά και «θεραπεύων πάσαν νόσον». Το έργο του Ιησού είναι σύνθετο και πολυδιάστατο.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με το κήρυγμά μας αυτό, να προσεγγίσουμε και να κατανοήσουμε όσο το δυνατό πληρέστερα, τις τρεις πολύ βασικές αυτές παραμέτρους του έργου του Κυρίου, το διδακτικό, το κηρυγματικό και το θεραπευτικό, για ένα ουσιαστικό θεολογικό καταρτισμό μας αλλά και για πνευματική ωφέλεια όλων μας.
 1. Η διδασκαλία του Ιησού
Το έργο του Ιησού ήταν χωρίς αμφιβολία διδακτικό και παιδευτικό. Προσπαθούσε με τη διδασκαλία του στα σπίτια, στις αίθουσες των Συναγωγών, στις πλατείες των πόλεων και των χωριών, να φωτίσει το νου, την ψυχή και τις καρδιές των ανθρώπων. Ανέλυε θέματα θρησκευτικά, κοινωνικά και μορφωτικά. Απαντούσε σε καίρια ερωτήματα της καθημερινότητας. Σκοπός του ήταν να φωτίσει τη ζωή και να δημιουργήσει τις πνευματικές προϋποθέσεις για ποιότητα ζωής υψηλών προδιαγραφούν και απαιτήσεων. Δεν θα ήταν υπερβολικό, αν λέγαμε, πως η επί του όρους Ομιλία του Κυρίου, ως παράδειγμα, προσφέρει τα θεμέλια ενός νέου πνευματικού πολιτισμού, που αργότερα με τη συνάντηση και τη σύνθεση με την ελληνική σκέψη και σοφία αποτέλεσε τη βάση του επονομαζόμενου στην ιστορία ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.
Οι εικόνες και οι παραστάσεις από τη γεωργική, την αλιευτική και την ποιμενική ζωή των ανθρώπων της φύσης ήταν πρόσφορα εργαλεία στη διδασκαλία του Ιησού. Ιδιαίτερα οι παραβολές ανέδειξαν τον Κύριο από τους μεγαλύτερους και αποτελεσματικότερους Δασκάλους της ανθρωπότητας. Το νερό, το χώμα, τα λουλούδια και τα πουλιά, οι σπόροι και τα άνθη, έκαναν τη διδασκαλία του εύληπτη και κατανοητή. ΟΙ αντιθέσεις του φωτός και του σκότους, του ουρανού και της γης, του παρόντος και του μέλλοντος αιώνος, χρωμάτιζαν τις συζητήσεις του Ιησού και τις έκαναν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και εντυπωσιακές.
Ο Κύριος δεν μιλούσε με έννοιες ιδεολογικές ή φιλοσοφικές. Ήταν άμεσος και πρακτικός στους λόγους του. Σκοπός του ήταν να ανοίξει τα μάτια και τα αυτιά όλων, των μορφωμένων και των αμόρφωτων, των πεπαιδευμέ­νων και των απαίδευτων. Ο λόγος και η αλήθεια του Θεού έπρεπε να μπουν στη ζωή των ανθρώπων. Κριτήριο της ζωής όλων από δω και πέρα η αλήθεια των Γραφών και η σοφία του Θεού. Με τους λόγους του ο Ιησούς και τη διδασκαλία του καλούσε όλους σε μετάνοια για τα λάθη τους και τις αμαρτίες τους και τους προσκαλούσε σε αλλαγή του τρόπου ζωής, σε άσκηση της αγάπης και της φιλανθρωπίας προς γνωστούς και αγνώστους, προς φίλους και εχθρούς ακόμη.
Η διδασκαλία του Κυρίου στόχευε ουσιαστικά στην πνευματική καλλιέργεια, στη συμφιλίωση και αδελφοποίηση όλων, στην ταπεινοφροσύνη και στην απομάκρυνση από την υποκρισία και το θρησκευτικό φανατισμό. Και πέρα απ’ όλα ήταν πρόκληση προετοιμασίας των ανθρώπων για την είσοδό τους στη βασιλεία των ουρανών.
2. Το κήρυγμα του Κυρίου
Παράλληλα με τη διδασκαλία ο Ιησούς κήρυττε και το λόγο του Θεού. Ερμήνευε τις Γραφές και συχνά αναφερόταν στους λόγους και στις διδασκαλίες των προφητών. Η παράδοση και η σοφία του παρελθόντος και των πατέρων του Ισραήλ ήταν μια ιερή παρακαταθήκη που χρειαζόταν σωστή ερμηνεία. Το περιεχόμενο του κηρύγματός του και η θεολογία που προσκόμιζε για νέα πίστη, πολλές φορές δημιουργούσαν έντονες συζητήσεις και επικρίσεις, ιδιαίτερα μεταξύ των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Αγαπημένα του θεολογικά θέματα ήταν τα σχετικά με την έννοια του Μεσσία και της βασιλείας του Θεού, χρησιμοποιώντας ως βοήθημα για τους Ισραηλίτες τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης.
Ο Χριστός δεν ήταν μόνον κήρυκας αλλά και φορέας της βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός είναι η αυτοβασιλεία, θα τονίσει αργότερα η ερμηνευτική παράδοση της εκκλησίας. Ο Ιησούς δεν κηρύσσει μόνο τον Υιό του Ανθρώπου και τον Υιό του Θεού, αλλά ο ίδιος είναι ο Χριστός και Σωτήρας. Η θεολογία του Ιησού Χριστού δεν ήταν θεωρητική και ακαδημαϊκή, είχε άμεσο και πρακτικό αντίκρυσμα. Ο ίδιος ήταν κήρυκας και φορέας του μυστηρίου της ενανθρώπησης. Βέβαια η θεολογία του κηρύγματος του Κυρίου έτυχε στη συνέχεια υψηλής επεξεργασίας από τους Ευαγγελιστές και τους ιερούς συγγραφείς της Καινής Διαθήκης. Όμως η βάση και η ουσία της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας βρίσκεται στο κήρυγμα του Ιησού.
Αν θα μπορούσαμε να πούμε, πως η διδασκαλία του Κυρίου περιείχε μηνύματα και εντολές ηθικού περιεχομένου, πνευματικής καλλιέργειας και δημιουργίας ενός άλλου ήθους ζωής μόνο, τότε το κήρυγμά του ήταν «ηθικιστικής» φύσεως. Αλλά το κήρυγμά του περιείχε και θέματα, καθώς και ζητήματα θεολογικού ενδιαφέροντος και διαμόρφωσης μιας νέας πίστεως, άρα ήταν και «δογματικού» περιεχομένου. Και αν δεχθούμε ότι τη διδασκαλία την απηύθυνε προς τους πιστούς της ιουδαϊκής θρησκείας, το κήρυγμα θα είχε ως ακροατές ανθρώπους που προέρχονταν από τον κόσμο των εθνικών και των ειδωλολατρών. Πάντως αυτό για το οποίο είμαστε βέβαιοι και το τονίζει το σημερινό ευαγγελικό Ανάγνωσμα είναι ότι ο Κύριος κηρύσσει μια νέα πίστη, αλλά και διδάσκει συγχρόνως μια νέα μορφή ζωής.
Αυτά τα δύο στοιχεία, το θεολογικό-δογματικό και το διδακτικό-πνευματικό θα πρέπει να έχει και το κάθε σημερινό κήρυγμα της Εκκλησίας. Η εκτροπή από τα πλαίσια αυτά προς θέματα φιλοσοφικού ενδιαφέροντος ή πολιτι­κοκοινωνικής φύσεως σημαίνει ουσιαστικά εκκοσμίκευση του χριστιανικού κηρύγματος και του ευαγγελικού μηνύματος.
3. Το νόημα του «θεραπεύειν»
Το τρίτο στοιχείο του έργου του Κυρίου ήταν η θεραπεία «πάσης νόσου και πάσης μαλακίας», δηλαδή κάθε ανθρώπινης ασθένειας και κάθε αδυναμίας που παρατηρείται στη ζωή και στην ιστορία ενός λαού. Το νόημα της αποστολής και της ενανθρώπησης του Λόγου δεν εξαντλείται στο διδακτικό και κηρυγματικό έργο, σ’ ένα είδος θεωρητικής κατανόησης της αποκάλυψης του σχεδίου της θείας Οικονομίας. Αναγκαίο είναι και το πρακτικό και εμπειρικό στοιχείο. Το θαυματουργικό έργο ολοκληρώνει την εικόνα που αποκτούμε για την αποστολή του Ιησού Χριστού ως λυτρωτή και σωτήρα του ανθρώπου και της ανθρωπότητας.
Είναι ενδεικτικό, ότι μετά από κάθε ιεραποστολική προσπάθεια και μετά το πέρας κάθε ομιλίας προσέρχονταν ασθενείς και πάσχοντες για θεραπεία. Το θαύμα έρχεται πάντοτε σχεδόν ως επιβεβαίωση της κυριότητας του Ιησού επί του σώματος και της ψυχής, επί του ανθρώπου και της φύσεως. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Μετά το κήρυγμα και τη διδαχή έρχεται το θαύμα- «ταύτα αυτού λαλούντος αυτοίς, ιδού…» προσέρχονται οι ασθενείς για θεραπεία. Και συγκεκριμένα «παράγοντι τω Ιησού» εμφανίζονται οι δύο τυφλοί «κραυγάζοντες και λέγοντες, ελέησον ημάς, υιέ Δαυίδ». Και πάλι «αυτών εξερχόμενων» από το χώρο διδασκαλίας «προσήνεγκαν αυτώ άνθρωπον κωφόν δαιμονιζόμενον».
Η επικέντρωση της προσοχής ιδιαίτερα στις δύο αυτές περιπτώσεις ασθενειών, της τυφλότητας και κωφότητας, και μάλιστα υπό την άμεση επίδραση και την κυριαρχία του δαιμονίου, έχει μεγάλη σημασία. Συχνά ο Ιησούς κατέληγε το κήρυγμά του με την προτροπή να ανοίξουν οι άνθρωποι τα μάτια και τα αυτιά για να δουν και ακούσουν την αλήθεια του Θεού. Και το θαύμα είναι οδός προς τη μόνη αλήθεια, αφού είναι οδός προς την ίδια τη ζωή.
Κυρίαρχο στοιχείο στις δύο περιπτώσεις των θαυμάτων αυτών ήταν η πίστη στο πρόσωπο και στο έργο του Κυρίου από τις ασθένειες, αλλά και ο θαυμασμός των ανθρώπων εξαιτίας της δύναμής του να συντρίψει την κυριαρχία και την εξουσία «του δαιμονίου». Αλλά και αποτελέσματα όλων αυτών, του διδακτικού έργου και των θαυμάτων, ήταν τελικά η εδραίωση του νέου ευαγγελικού μηνύματος και ο εγκαινιασμός της βασιλείας του Θεού.
Το έργο και η αποστολή του Ιησού Χριστού ολοκληρώνεται με το κήρυγμα, τη διδαχή και το θαύμα. Κάθε προσπάθεια διάσπασης των τριών βασικών αυτών στοιχείων και η προτίμηση του ενός σε βάρος των άλλων δεν είναι απλά ένα μεγάλο λάθος, αλλά και μας απομακρύνει από την ορθή κατανόηση και βίωση του σωτηριώδους έργου του Κυρίου. Δυστυχώς πολλοί θεωρούν τον Χριστιανισμό μόνο ως ένα διδακτικό και παιδευτικό ίδρυμα, που παίζει ένα σημαντικό πολιτιστικό ρόλο στην ιστορία της ανθρωπότητας και άλλοι ότι η χριστιανική πίστη κατοχυρώνεται κυρίως σε κάποια θεολογικά δόγματα και ηθικούς κανόνες ζωής. Σε ακραίες δε περιπτώσεις, πολλοί πιστεύουν, ότι η χριστιανική θρησκεία είναι δυνατό να καταξιωθεί μόνο σε μορφές θαυματουργιών και σε πράξεις άσκησης κάποιων εντυπωσιακών χαρισματικών ενεργειών. Αυτές οι μονομέρειες οδηγούν ασφαλώς σε πλάνη. Μόνο στην ενότητα και στη διακονία της διδαχής και του κηρύγματος, καθώς και στην πίστη και στη βίωση του θαύματος από τον καθένα μας βρίσκεται η αλήθεια του Χριστού.
(Γ. Π. Πατρώνου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου, «Κήρυγμα και Θεολογία», τ. Α΄, εκδ. Αποστ. Διακονία)

Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου (Ματθ. θ΄ 27-35)''Κύριε, θέλουμε να δούμε, πιστεύουμε πως Εσύ μπορείς να μας χαρίσεις το φώς. Ας γίνει αυτό που θέλετε κατά την πίστη σας.'' Αίτημα και εκπλήρωση π. Αναστασίου Σαργέντη

Το σημερινό Ευαγγέλιο αγαπητοί μου χριστιανοί, έχει δύο ισχυρά στοιχεία που καθορίζουν την ουσιαστική σχέση του πάσχοντος ανθρώπου με τον Χριστό πάνω σε διαχρονική βάση.
Πίστη και εμπιστοσύνη.
Πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και εμπιστοσύνη στη δύναμή Του που δίνεται απλόχερα λόγω της ευσπλαχνίας Του και της άπειρης αγάπης Του προς τον άνθρωπο.
Ο σημερινός άνθρωπος είναι λίγος στην πίστη του, όπως και στην εμπιστοσύνη του προς τον Θεό. Αν υπάρχει μία πρόταση που μονίμως επαναλαμβάνουμε, στις ακολουθίες και τις λειτουργίες είναι «και πάσα την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Κι΄όμως, κανένας μας δεν παραδίδει την ζωή του στο Χριστό. Κανένας δεν βάζει οδηγό στη διαδρομή του Τον Θεό. Το λέμε, το επαναλαμβάνουμε, όμως δεν το πραγματοποιούμε. Βολευόμαστε στην όποια εγωιστική μας δυνατότητα, προσπαθούμε να βασιστούμε σ΄αυτά που μπορούμε να καταφέρουμε αφήνοντας Τον έξω από την κάθε εξέλιξη. Τυφλωμένοι από την έπαρση κάποιων τεχνολογικών και επιστημονικών επιτυχιών, απιστούμε και δεν εμπιστευόμαστε Τον Χριστό, εθελοτυφλώντας και στρουθοκαμηλίζοντας σε μία τυπική εκκλησιαστική σχέση νομικιστικού τύπου και χαρακτήρα.
Αλήθεια αγαπητοί μου χριστιανοί, από τους περίπου 500 εκκλησιαζόμενους στην σημερινή λειτουργική  μας σύναξη, πόσοι από εμάς προετοιμαστήκαμε να κοινωνήσουμε το Σώμα Του και το Αίμα Του μετά σεβασμού, πίστης, εμπιστοσύνης και ουσιαστικής αγάπης; Πόσοι από εμάς με τα χίλια προβλήματα της καθημερινότητας, αμέσως μετά την σημερινή Θεία Μετάληψη θα έχουμε και πάλι την επιθυμία, το συντομότερο δυνατόν να ξαναενωθούμε με το Χριστό μας, να γίνουμε ένα μαζί Του; Πόσοι από εμάς είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε στην άκρη τα δύο στοιχεία που μας τυφλώνουν τον εγωισμό και την αλαζονεία, ζητώντας από τον ίδιο τον Κύριο την θεραπεία μας, την ίαση «ψυχής τε και σώματος»;
Πόσοι από εμάς αφήσαμε στο Πετραχείλι του πνευματικού μας, όλα αυτά τα εμπόδια που μας κρατούν σε απόσταση από την μεγάλη πρόσκληση στη Κοινή Τράπεζα;
Πόσοι από εμάς περιμένουμε την παρέμβασή Του στη ζωή μας, του απευθύναμε το αίτημα με θερμή πίστη και πλήρη εμπιστοσύνη.
Εύχομαι αδελφοί μου και παιδιά μου, και προσεύχομαι στον Πανάγαθο Θεό, να μας αξιώσει διότι μόνοι μας δεν μπορούμε να καταφέρουμε τίποτα να μας χαρίσει το φώς Του και να μας απαλλάξει της εγωιστικής μας τυφλότητας και να οδηγηθούμε «εις τρίβους Σωτηρίας» Αμήν.
Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα από το Ευαγγελικό κήρυγμα του π. Αναστασίου Σαργέντη την Κυριακή 22/07/2012 στον Ι. Ν. Αγίου Διονυσίου Αχαρνών
.


Κυριακή Ζ Ματθαίου ομιλία Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, εις τους δύο θεραπευθέντας τυφλούς.


Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, με θέμα τους τυφλούς οι οποίοι, κατά τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον, ανέβλεψαν σε οικία. Και όπου γίνεται αναφορά και στο ότι δεν είναι δυνατόν να έχει κάποιος αληθώς πίστη χωρίς έργα μετανοίας.

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, με το σώμα που έλαβε από εμάς προς χάριν μας, κατά τη συναναστροφή του με τους ανθρώπους, εθεράπευσε πολλούς ως προς το σώμα και ως προς την ψυχή τυφλούς. Ή μάλλον, εάν κανείς σκεφθεί την ανάβλεψη της διανοίας, που είναι η μετάθεση από την απιστία στην πίστη και από την άγνοια στην επίγνωση του Θεού, δεν είναι δυνατόν ούτε καν να απαριθμήσει τυφλούς που ανέβλεψαν με την ενανθρώπηση του Κυρίου. Αυτοί
είναι αριθμημένοι μόνον από Εκείνον που έχει αριθμημένες τις τρίχες της κεφαλής μας. Εάν όμως σκεφθούμε την ανάβλεψη των σωματικών οφθαλμών, και ως προς αυτήν θα εύρωμε πολλούς να έχουν θεραπευθεί από τον Χριστό, άλλους με μόνο τον λόγο, άλλους με την αφή. Ορισμένους δε και μόνον με το να προσπέσουν σ’ Αυτόν, και με το να τον πλησιάσουν. Επίσης και μερικούς που έλαβαν την ίαση και με το πτύσμα του ή και με χρίσμα πηλού.

Πράγματι, όταν, καθώς λέγει ο Ματθαίος, είχε έλθει κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, «προσήλθον αυτώ όχλοι πολλοί, έχοντες μεθ’ εαυτών χωλούς, τυφλούς, κωφούς και άλλους πολλούς», οι οποίοι ερρίφθησαν όλοι στα πόδια του και τους εθεράπευσε, ώστε και οι όχλοι τότε να θαυμάζουν και να τον δοξάζουν, βλέποντας κωφούς να ομιλούν, χωλούς να περπατούν, και τυφλούς να αναβλέπουν. Αλλά και όταν εισήλθε «καθήμενος επί πώλου», κατά την προφητεία, στην Ιερουσαλήμ με τρόπο παράδοξο, υμνούμενος από τα νήπια ως Θεός, εθεράπευσε όλους τους χωλούς και τους τυφλούς που προσήλθαν εκεί, όπως λέγει επίσης ο Ματθαίος. Και όταν ήλθε στη Βηθσαϊδά, «φέρουσιν αυτώ τυφλόν», όπως λέγει ο Μάρκος, «και παρακαλούσιν αυτόν ίνα άψηται αυτού». Ο δε Κύριος, αφού τον έβγαλε έξω από το χωριό, έπτυσε στους οφθαλμούς του, επέθεσε σ’ αυτόν τα χέρια και τον έκαμε να βλέπει αμυδρά. Έπειτα έθεσε πάλι τα χέρια επάνω του και του έδωσε τη δυνατότητα να βλέπει καθαρά. Καθώς δε ήγγιζε στην `Ιεριχώ, όπως λέγει ο Λουκάς, εθεράπευσε μόνο με έναν λόγο του τυφλόν, που είχε καθίσει δίπλα στον δρόμο και επαιτούσε. Μόλις εκείνος του ζήτησε την ίαση τού είπε: «ανάβλεψον». Εξερχόμενος δε από την Ιεριχώ, όπως λέγει επίσης ο Μάρκος, χαρίζει την όραση σε άλλον πάλι τυφλόν, ονομαζόμενον Βαρτιμαίον, υιόν του Τιμαίου, λέγοντας προς αυτόν, όταν του εζήτησε την ανάβλεψη: «κατά την πίστιν σου γενηθήτω σοι». Όταν δε ευρίσκετο στην Ιερουσαλήμ και είδε έναν τυφλόν εκ γενετής, καθώς λέγει ο Ιωάννης, χωρίς καν να του ζητηθεί, αλλά κινούμενος από μόνη του την αγαθότητα, αφού έπτυσε στη γη και έπλασε πηλό, άλειψε τους οφθαλμούς του τυφλού και του είπε: «ύπαγε, νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Επήγε λοιπόν και ενίφθη. Όταν δε επανήλθε, είχε αποκτήσει την όρασή του.

Αλλά και όταν είχε αναστήσει την αποθαμμένη θυγατέρα του αρχισυναγώγου Ιαείρου, μετά από λίγο, όπως θα ακούσουμε να ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, καθώς περνούσε ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί κράζοντες και λέγοντες, «ελέησον ημάς, υιέ Δαβίδ». Αυτός εισήλθε μαζί τους στην οικία και αφού ήγγισε τους οφθαλμούς των και είπε προς αυτούς: «κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν», τους εθεράπευσε. Εκτός λοιπόν από αυτούς που δεν έχουν αναφερθεί, οι τυφλοί είναι έξι. Και νομίζω ότι κανείς από τους τυφλούς που ευρίσκοντο τότε στην Ιουδαία ή και στις γειτονικές περιοχές δεν έμεινε αφώτιστος. Γι’ αυτό και ο Ησαΐας, ως εκπρόσωπος του Χριστού, προείπε περί αυτού, ότι απεστάλη από τον Πατέρα και το Πνεύμα «κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλούς ανάβλεψιν». Αλλά πώς δεν είπε ο Προφήτης ότι απεστάλη για να δώσει, αλλά για να κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψιν; Ακριβώς, διότι ο Κύριος δεν ήλθε στη γη πρωτίστως για να ανοίξει τους σωματικούς οφθαλμούς, αλλά τους της ψυχής, οι οποίοι οφθαλμοί αποκτούν την ανάβλεψη δια του ευαγγελικού κηρύγματος. Ευλόγως, λοιπόν, η προφητεία λέγει ότι ο Κύριος θα κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψη.

Όπως δε ο ίδιος ο Κύριος μάς παραγγέλλει να ζητούμε τα πνευματικά, λέγοντας «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον», και υπόσχεται να μας προσθέσει και τα σωματικά, εάν εμείς ζητούμε τα ψυχωφελή, λέγοντας «ζητείτε την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», έτσι κάμνει και με τους οφθαλμούς μας. Διότι αφού έκλινε τους ουρανούς και κατήλθε στη γη από φιλανθρωπία, για να διανοίξει με το Ευαγγελικό κήρυγμα τους οφθαλμούς της ψυχής μας, και να μας χαρίσει τη νοητή ανάβλεψη, προσέθετε και τη θεραπεία όσων αισθητών οφθαλμών δεν έβλεπαν. Γι’ αυτό και υπάρχει πολλή αντιστοιχία μεταξύ των δύο αναβλέψεων, εννοώ του σώματος και της ψυχής. Όπως δηλαδή από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν απέκτησαν αμέσως την ανάβλεψη, όπως εκείνος που άκουσε «ανάβλεψον», και την ίδια στιγμή εθεραπεύθη, άλλοι δε βαθμιαίως, όπως εκείνος που πριν λάβει τελείως την ίαση είπε ότι βλέπει τους ανθρώπους σαν δένδρα να περπατούν. Έτσι και όσοι διά της πίστεως εδέχθησαν την ίαση των νοητών οφθαλμών, άλλοι μεν την βρήκαν αμέσως, όπως αυτός που από τελώνης ευθύς ανεδείχθη ευαγγελιστής, ενώ άλλοι βαθμιαίως, όπως ο πάντοτε νυκτερινός μαθητής Νικόδημος.

Και όπως ακριβώς από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν επέτυχαν την ίαση μόνο με λόγον, όπως ο Βαρτιμαίος, άλλοι δε και με έργον, (διότι μέσα στους οφθαλμούς εκείνου, που ήταν κοντά στη Βηθσαϊδά, έβαλε και από το πτύσμα του, επειδή, καθώς φαίνεται, αυτός είχε μεν βλέφαρα, αλλά κενά, αφού είχαν αδειάσει από το υγρό των οφθαλμών, το οποίο και ανεπληρώθη τότε με το θείον πτύσμα, ενώ ο εκ γενετής τυφλός ούτε βλέφαρα είχε, γι’ αυτό και εχρειάσθη αυτό το χωμάτινο μίγμα, το οποίον και εδέχθη από τα δάκτυλα του Κυρίου υπό μορφήν ζυμωμένου πηλού). Καθώς λοιπόν από τους κατά το σώμα τυφλούς, άλλοι μεν, όπως είπα, έλαβαν μόνο με λόγον την ίαση, άλλοι δε και με πράξη, έτσι και εκείνων που έλαβαν την ίαση των οφθαλμών της ψυχής, η οποία είναι, όπως είπαμε, η μετάθεση από την απιστία στην πίστη: ορισμένοι χρειάσθηκαν και θαύματα για να πιστεύσουν, όπως συνέβη και σ’ εκείνους που απεστάλησαν από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο για να ερωτήσουν «συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;», ενώ άλλοι έλαβαν με μόνον τον λόγο, πιστεύοντας από μόνον την ακοή, όπως και ο εκατόνταρχος, για τον οποίο ο Κύριος διεκήρυξε ότι υπερέχει των Ισραηλιτών κατά την πίστη.
Τέτοιοι είναι και εκείνοι, που σύμφωνα με όσα μας ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, έλαβαν από τον Χριστόν τη σωματική ανάβλεψη. Διότι είναι φανερό ότι είχαν πιστεύσει και πριν τη θεραπεία, επειδή όμως ήσαν τυφλοί, βεβαίως εξ ακοής επίστευσαν. Διότι λέγει ότι καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντες και λέγοντες: «ελέησον ημάς υιέ Δαβίδ». Πώς λοιπόν θα ακολουθούσαν και πώς ακολουθώντας θα ζητούσαν, και μάλιστα με κραυγές, τόσο μεγάλη ελεημοσύνη, την ανάβλεψη των οφθαλμών τους, εάν δεν είχαν πιστεύσει;

Αλλά την πίστη των τυφλών τη φανερώνουν και τα ακόλουθα: «Καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί», Από πού από εκεί;, και για ποιο λόγο το αναφέρει αυτό ο Ευαγγελιστής, και όχι μόνον εδώ αλλά και λίγο παραπάνω, όταν λέγει: «Παράγων (δηλαδή περνώντας) ο Ιησούς εκείθεν, είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον», αυτόν τον Ευαγγελιστή, τον οποίον εκείνη την ώρα, και με μόνον τον λόγον μετεμόρφωσε. Εγώ λοιπόν θεωρώ ότι ο Ευαγγελιστής το λέγει αυτό για να δώσει αφορμή στους συνετούς ακροατές να εκλαμβάνουν και αναγωγικώς τα εξιστορούμενα. Εάν δηλαδή κανείς τα εξετάσει επακριβώς, είναι δυνατόν να ιδεί ότι η ιστορία αυτή περιγράφει συνοπτικώς και ανακηρύττει θαυμασίως όλη την δια της ενσαρκώσεως οικονομίαν του Δεσπότου.
Πράγματι, ο Κύριος κατοικία είχε την Καπερναούμ. Διότι λέγει «ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν», και η πρόσκαιρος αυτή κατοικία οπωσδήποτε ήταν τύπος του ουρανού, αφού έφερε μέσα της Εκείνον ο οποίος κατοικεί στους ουρανούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος σε άλλο σημείο λέγει: «και συ Καπερναούμ η έως του ουρανού υψωθείσα». Ο Κύριος, λοιπόν, δια της ενανθρωπήσεως εξήλθεν από τον ουρανόν, όπως από την οικίαν εκείνη «και παράγων εκείθεν», διήλθε δηλαδή από εκεί. Εάν μεν εννοήσεις την έξοδον από τον ουρανό, θα εύρεις ότι και τους Αποστόλους εξέλεξε και την τάση της φύσεώς μας προς ακαθαρσίαν εθεράπευσε. Εάν δε εννοήσεις ότι διήρχετο από την οικία της Καπερναούμ, θα τον εύρεις ότι εφανέρωσε τα προλεχθέντα με έργα. Διότι και τον Ματθαίο μετέτρεψε τότε από τελώνη σε Απόστολο και την αιμορροούσα εθεράπευσε διερχόμενος από εκεί. Αλλά και αφού ήλθε μέχρι τη θυγατέρα του Ιαείρου, που είχε αποθάνει, και με τη ζωοποίησή της ανέδειξε τον εαυτό του νικητή του θανάτου, επανέρχεται εκεί από όπου εξήλθε. Επανερχόμενος λοιπόν και διερχόμενος πάλι από εκεί, ανοίγει τους οφθαλμούς των τυφλών αυτών, οι οποίοι τον ακολούθησαν. Έπραξε δηλαδή όπως τότε που διήνοιξε το νου των μαθητών του, ώστε να κατανοούν τις Γραφές: αφού κατέβη ο ίδιος μέχρι τον θάνατο και με την Ανάστασή του κατήργησε την εξουσία του θανάτου, επανήλθε και διήρχετο από εκεί. Εκείνοι δε εξήλθαν και τον εκήρυξαν σε όλη τη γη, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής και για τους τυφλούς, οι οποίοι τώρα ανέβλεψαν, ότι «εξελθόντες διεφήμισαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Βλέπετε με πόση σαφήνεια διαγράφεται όλη σχεδόν η θεανδρική οικονομία στην ιστορία αυτή. Γι’ αυτό και το «παράγων εκείθεν» ελέχθη δύο φορές, για να κατανοήσουμε και την έξοδο και την επάνοδό του. Και μάλιστα κατά μίμηση αυτής της εξόδου και επανόδου, και ο ιερεύς, αφού εξέλθει από το Άγιον Βήμα και κατεβεί μέχρι το χαμηλότερο σημείο, επανέρχεται πάλι και αποκαθίσταται εκεί από όπου εξήλθε.

Καθώς λοιπόν ο Κύριος διήρχετο κατά την επάνοδο, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι υποτύπωναν τους δύο λαούς, των Ιουδαίων και των Εθνικών. Και έκραζαν λέγοντας «ελέησον υιέ Δαυίδ», δεικνύοντας ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος και προσδοκώμενος. Ο δε Κύριος εκπληρώνοντας και την υποτύπωση της οικονομίας, και δοκιμάζοντας αλλά και φανερώνοντας την πίστη των τυφλών, τους προσπερνά σιωπηλός μέχρι να εισέλθει στην οικία από την οποία είχε εξέλθει στην αρχή. Έπειτα λέγει προς αυτούς: «πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;». Και αυτοί του απαντούν «ναι, Κύριε». Και δεν ερωτά επειδή αγνοεί, αλλά για να φανερώσει σε όσους αγνοούν την πίστη των τυφλών. Γι’ αυτό και αφού έψαυσε τους οφθαλμούς των, προσέθεσε «κατά την πίστιν ημών γενηθήτω υμίν», και ανοίχθησαν οι οφθαλμοί τους, μαρτυρώντας και ότι εκείνοι τον είχαν πιστεύσει, αλλά και ότι αυτός ήταν όπως τον επίστευσαν, Θεός δηλαδή μαζί και άνθρωπος. Διότι ως άνθρωπος μεν ήταν υιός του Δαυίδ και με τα ίδια του τα χέρια έψαυσε τους οφθαλμούς των και αισθητώς ομίλησε. Ως Θεός δε και Δημιουργός εφώτισε τους σκοτεινούς οφθαλμούς. Επειδή όμως δεν ήταν ακόμη καιρός να γίνει φανερός σε όλους, διότι αυτό επεφυλάσσετο για μετά το Πάθος και την εκ νεκρών Ανάστασή Του, τους επιτίμησε λέγων, «οράτε μηδείς γινωσκέτω» προστάζοντάς τους με πολλή σφοδρότητα να αποσιωπήσουν το γεγονός. «Οι δε εξελθόντες», λέγει, «διεφήμησαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Όπως φαίνεται, εάν δεν τους είχε παραγγείλει να σιωπήσουν, θα γίνονταν και παγκόσμιοι κήρυκες της δυνάμεώς του. Επειδή όμως διετάχθησαν, απέφυγαν μεν να πορευθούν μακριά, δεν βάσταξαν όμως να μην κηρύξουν στους πλησίον χώρους. Ώστε οι τυφλοί που ηκολούθησαν τον Χριστόν, εφωτίσθησαν τελείως όχι μόνον κατά το σώμα αλλά και κατά την ψυχή.

Ας ακολουθήσουμε λοιπόν και εμείς αδελφοί μου, το φως, που φωτίζει και ψυχή και σώμα. Ας βαδίσουμε προς τη λάμψη του και «ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν». Ας Τον δοξάσωμε με έργα αγαθά και ας βοηθήσουμε όσους μας βλέπουν να Τον δοξάζουν και αυτοί. Ας απομακρυνθούμε από το αντίθετο σκότος, που είναι η αμαρτία και ο προστάτης της αμαρτίας διάβολος. Εκείνο το φως, ως ήλιος που είναι της καθολικής δικαιοσύνης, σωφροσύνης, ειρήνης, συμπαθείας, ανεξικακίας, αγάπης και γενικώς κάθε αρετής, καθιστά μετόχους αυτού όσους τον ποθούν. Ενώ το αντίθετο σκότος, ως σκότος κακίας που είναι, καθιστά όσους το πλησιάζουν, πόρνους, μοιχούς, μνησίκακους, άσπλαχνους, ατάκτους, άρπαγες και γενικώς πλήρεις κάθε κακίας. Διότι ειπέ μου, από πού θα διακρίνουμε τον πιστό από τον άπιστο, τον φωτισμένο από τον αφώτιστο, με άλλα λόγια, τον βαπτισμένο κατά Χριστόν και συντεταγμένο με τον Χριστό από τον αβάπτιστο και συντεταγμένο με τον διάβολο; Όχι από τους λόγους, όχι από τα έργα, όχι από τους τρόπους;
Εάν λοιπόν κάποιος εξομοιώνεται σ’ αυτά με τους αφώτιστους, αν και λέγει ότι είναι βαπτισμένος κατά Χριστόν, είναι σαφές ότι δεν έχει πάψει να ανήκει στην συμμορία εκείνων για τους οποίους ο Απόστολος λέγει: «Θεόν ομολογούσιν ειδέναι (ότι τον γνωρίζουν δηλαδή), τοις δε έργοις αρνούνται, βδελυκτοί όντες και απειθείς, και προς παν έργον αγαθόν αδόκιμοι». Πού λοιπόν, ειπέ μου, θα κατατάξουμε αυτούς που ομολογούν και συγχρόνως αρνούνται τον Θεό; Με τους πιστούς; Με τα έργα όμως τον αρνούνται. Με τους απίστους; Αλλά με τη γλώσσα τον ομολογούν. Όντως πρόκειται για ένα διπρόσωπο τέρας που είναι δύσκολο να το κατατάξεις κάπου. Ο ψαλμωδός Προφήτης όμως έχει ήδη λύσει αυτή την απορία λέγοντας: «αποδώσει Κύριος εκάστω κατά τα έργα αυτού». Και ο ίδιος ο Κύριος απεφάνθη ότι αυτός που ακούει τους λόγους του και δεν τους εκτελεί, είναι μωρός. Ο δε Παύλος, ο Απόστολος που εκλήθη από τον ουρανό, λέγει: «αποδώσει ο Κύριος τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι, ζωήν αιώνιον. …οργή δε και θυμός και θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν». Και πάλιν «ουχ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλά οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται», και «ος εν νόμω καυχάσαι, δια της παραβάσεως του νόμου τον Θεόν ατιμάζεις;» Όπως δε ακριβώς, αδελφοί, ο ίδιος ο Παύλος έλεγε προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί εάν νόμον πράττης, εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν (σαν να μην είχες δηλαδή περιτμηθεί)», έτσι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο να σας ειπώ ότι η πίστις ωφελεί εάν κανείς πολιτεύεται κατά συνείδησιν και καθαίρει συνεχώς τον εαυτό του με εξομολόγηση και μετάνοια, και μετατρέπει σε έργο τις συνθήκες του Αγίου Βαπτίσματος. Αν όμως δεν υπακούσει στη συνείδησή του και αθετεί τις συνθήκες, η πίστη του γίνεται απιστία.

Διότι πώς πιστεύσαμε ότι αφού έχουμε βαπτισθεί θα σωθούμε; Επειδή βεβαίως ακούσαμε τον Κύριο που είπε: ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται. Επειδή λοιπόν και τα δύο αυτά τα είπε Εκείνος, η αυτοαλήθεια, το να πιστεύσουμε και το να βαπτισθούμε, είναι αδύνατον να σωθεί όποιος δεν θέλει να βαπτισθεί, έστω και αν λέγει ότι δήθεν πιστεύει, όπως και αυτός που δεν πιστεύει, έστω και αν έχει βαπτισθεί. Αλλά κάθε βαπτισμένος θα ειπεί ότι πιστεύει. Θα ακούσει όμως από τον Απόστολο: «δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου». Γι’ αυτό και ο Κύριος συνδέει την πίστη με το Θείον Βάπτισμα, συνάπτοντας την τήρηση των εντολών του με το Βάπτισμα, δια της πίστεως. Διότι αφού είπε προηγουμένως: «πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κυρήξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει», έπειτα προσέθεσε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Τι λοιπόν λέγει στο Ευαγγέλιο που εκηρύχθη από τους απεσταλμένους του, και τι πρέπει να πιστεύομε ότι είναι απαραίτητο να κάνουν οι υπήκοοι του; Οπωσδήποτε ότι όποιος έχει τις εντολές τού Χριστού και τις πράττει και τις τηρεί, εκείνος είναι που τον αγαπά, και ότι με την υπομονή και τη στενή και τεθλιμμένη ζωή είναι δυνατόν να επιτύχουμε τη σωτηρία. Και «εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη (η αρετή δηλαδή) ημών πλείον των Γραμματέων και Φαρισαίων, ου μη εισέλθωμεν εις την βασιλείαν των ουρανών». Διότι αυτά ακριβώς είναι που τους πρόσταξε να κηρύττουν δια του Ευαγγελίου.

Όποιος λοιπόν αγωνίζεται να τηρεί τις Θείες Εντολές, εκείνος είναι που πιστεύει. Ενώ όποιος δεν αγωνίζεται να τις πράττει και να τις τηρεί, και δεν θεωρεί ζημία το να μην τις τηρεί, ούτε επαναφέρει τον εαυτό του με τη μετάνοια στην τήρηση των Θείων Εντολών, δεν θα σταθεί ούτε μαζί με τους βαπτισμένους, έστω και αν λέγει ότι έχει βαπτισθεί. Διότι λέγει «διχοτομήσει αυτόν, και το μέρος αυτού μετά των απίστων θήσει». Αλλά αυτό για εμάς μεν αποτελεί μόνον απειλή, επειδή ο Δεσπότης αναμένει φιλανθρώπως τη μετάνοιά μας. Ενώ τους Ιουδαίους τους διχοτόμησε από εδώ, προς σωφρονισμό ιδικόν μας, και τους απαλλοτρίωσε από την προς Αυτόν και τον Αβραάμ συγγένεια, λέγοντας προς αυτούς: «υμείς εκ του πατρός υμών, του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν». Και πάλιν: «ει τέκνα του Αβραάμ ήτε, τα έργα του Αβραάμ εποιείτε αν». Ότι δε αυτοί ήσαν από το γένος του Αβραάμ, ποίος δεν το γνωρίζει; Εάν λοιπόν η διαφοροποίηση των έργων και των τρόπων καταργεί και την κατά σάρκα συγγένεια, και απομακρύνει και τους εξ αίματος υιούς από την υιότητα, πώς η δια των έργων και των τρόπων μας ανομοιότης προς Αυτόν δεν θα αποξενώσει από την Θείαν υιοθεσίαν, εμάς που δεν μπορούμε να αναγάγωμε ούτε την κατά σάρκα γενεαλογία μας στον Χριστό, και δεν θα καταλήξει να μας συντάξει μαζί με το νοητό εχθρό;

Αυτά όμως και ο Κύριος από φιλανθρωπία κατηξίωσε να τα ειπεί, και τολμούμε να τα λέγωμε προς εσάς και εμείς, οι οποίοι υποκείμεθα στα ίδια πάθη, ώστε να μην τα πράττουμε. Να μην τα πάθουμε, Για να μην καταστήσουμε τους εαυτούς μας υπεύθυνους για την καταδίκη εκείνων που οριστικώς θα αποβληθούν. Διότι είναι δυνατόν εδώ, όχι μόνον να αποφύγουμε αυτά με τη μετάνοια, αλλά και διά των καρπών της μετανοίας να σταθούμε και να αφομοιωθούμε με τον Υιό του Θεού, ο οποίος ημπορεί να «εξάγει αξίους εξ αναξίων», και να τους υιοποιεί δια του εαυτού του με τον ύψιστον Πατέρα, και να τους καθιστά κληρονόμους και συγκληρονόμους της δόξης και της Βασιλείας Αυτού του ιδίου και του Πατρός.
Αμήν.

Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 193 και εξής.

Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.


Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου.

Εβδόμη Κυριακή του Ματθαίου, αγαπητοί μου. Ο Χριστός μας, έχει πάει στο σπίτι του αρχισηναγώγου  Ιάειρου, και έχει αναστήσει την δωδεκάχρονη κόρη του.  και καθώς βγήκε από το σπίτι Τον ακολούθησαν δύο τυφλοί. Είχαν ακούσει για τα θαύματα και για την αγάπη και την καλοσύνη Του. και έτρεξαν κοντά Του και του φώναζαν: «Ιησού υιέ  του Δαυίδ, ελέησόν μας».  Εκείνος δεν στάθηκε. Δεν ήθελε να κάνει το θαύμα μπροστά στον κόσμο. Δεν ήταν φιλόδοξος και ματαιόδοξος και κενόδοξος ο Χριστός. Έφτασε στο σπίτι που έμεινε. (Φυσικά δεν ήταν δικό Του, αφού εκείνος δεν είχε που την κεφαλήν κλίνη. Λέει πολλά αυτό.) Ακολούθησαν και αυτοί από κοντά δεν Τον άφησαν είχαν πίστη. Διαισθάνθηκαν την θεότητα Του και την αγάπη Του.  Και όταν ήρθαν πια στο σπίτι και αυτοί , ο Κύριος τους ρώτησε αν πιστεύουν πως μπορεί να τους κάνει αυτό που  Του ζητάνε. Και εκείνοι Του είπαν δύο λέξεις: «Ναι Κύριε». Και όταν ο ταπεινός Ιησούς μας τους λέει: «Σύμφωνα με την πίστη σας, ας γίνει». Έριχνε το βέρος στην πίστη των ανθρώπων και όχι στη δική Του δύναμη. Αυτή είναι η ταπείνωση, αυτό είναι το μεγαλείο, γιατί η ταπείνωση και η αγάπη ελκύει τους ανθρώπους κοντά. Γι’ αυτό και ο Ιησούς φέρεται κατά τέλειο τρόπο, για να ελεήσει και σώσει όλους. Και στην συνέχεια, αμέσως άνοιξαν οι οφθαλμοί τους, είδαν το φώς τους, είδαν τον Ευεργέτη τους, είδαν τον κόσμο, και χάρηκαν. Πετούσαν από ευφροσύνη και αγαλλίαση. Και ο Ιησούς τους διέταξε με αυστηρότητα να μην πουν πουθενά αυτό που έγινε. Το έκανε πάλι από ταπείνωση ο Ιησούς, αλλά και από σύνεση, μη μάθει ο κόσμος και τρέξει και τον κάνει βασιλιά και δημιουργήσει πρόβλημα, πολιτικό, κοινωνικό.. όποιο άλλο. Ο Ιησούς τα πρόσεχε αυτά. Εκείνοι βγήκαν όμως και διαφήμισαν τον Ιησού ως θαυματουργό και ως Μεσσία σ’ όλη την περιοχή εκείνη, δεν άντεχαν. Η ευγνωμοσύνη τους έσπρωχνε να κάνουν παρακοή στον ευεργέτη τους. Και έκαναν άγια παρακοή. Τον διαφήμισαν τον Ιησού Χριστό. Και καθώς έβγαιναν οι τυφλοί, άλλοι συνάνθρωποι έφεραν ένα δαιμονισμένο, έναν άνθρωπο που είχε δαιμόνιο και ήταν άλαλος και κωφός. Ο  Ιησούς εδώ δεν ζήτησε πίστη, τον θεράπευσε αμέσως. Βγήκε το δαιμόνιο, και άνοιξαν οι δρόμοι της ακοής και της λαλιάς. Και ο κοσμάκης, που έβλεπε, θαύμαζε και δόξαζε τον Θεό, και έλεγε πως: « τέτοια πράγματα δεν  ξαναείδαν στο Ισραήλ». Παραδίπλα οι οχιές, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι οποίοι έλεγαν πως «με την δύναμη του δαίμονα έκαμε τα θαύματα». Μεγαλύτερη πώρωση δεν υπάρχει. Ο Ιησούς τους άφησε να βράζουν στο ζουμί τους. Τους είχε εγκαταλείψει, αφού εκείνοι Τον αρνήθηκαν.  Και στη συνέχεια, και τελειώνοντας το Ευαγγέλιο, λέει ότι: « ο Ιησούς περιέτρεχε όλες τις κωμοπόλεις, τις πόλεις και τα χωριά, και κήρυσσε το Ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού στις συναγωγές των Ιουδαίων και θεράπευε κάθε αρρώστια».  Αυτός είναι ο Ιησούς, θεραπευτής των ψυχών και των σωμάτων ημών. Τι ζητάει από μας; Την πίστη, την αγάπη, την υπακοή και την ταπείνωση. Εμάς συμφέρει να Τον ακολουθούμε, και Αυτός χαίρεται που είναι μαζί μας και βρισκόμαστε και εμείς κοντά Του. Αμήν
.


Κυριακή Ζ Ματθαίου Σωματικές και πνευματικές αισθήσεις ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ο Χριστός, όπως διασώζεται στα Ευαγγέλια, έκανε πολλά θαύματα για να δείξη στους ανθρώπους ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας που περίμεναν και ότι αυτά είναι προμηνύματα της νέας ζωής που έφερε στον κόσμο. Τα θαύματα ήταν απόδειξη της μεσσιανικής Του ιδιότητος, πέρα από την αγάπη που έδειχνε στους ανθρώπους που υπέφεραν από διάφορες ασθένειες, σωματικές και ψυχικές.
Στο σημερινό Ευαγγέλιο είδαμε δύο θαύματα που έκανε ο Χριστός. Το ένα είναι ότι θεράπευσε δύο τυφλούς οι οποίοι αμέσως απέκτησαν το φως των οφθαλμών τους και είδαν τα δημιουργήματα του Θεού. Το άλλο θαύμα είναι ότι θεράπευσε έναν κωφό που δεν άκουγε, και αυτή η κώφωση ήταν συνέπεια της δαιμονικής κατάστασης και δεν ήταν απλώς μια σωματική ασθένεια. Και στα δύο αυτά θαύματα βλέπουμε την θεραπεία δύο σωματικών αισθήσεων, της οράσεως και της ακοής.
Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο δημιούργημα του Θεού. Το σώμα του έχει διάφορες αισθήσεις μεταξύ των οποίων είναι η αίσθηση της οράσεως και η αίσθηση της ακοής. Με την όραση μπορούμε να βλέπουμε την δημιουργία του Θεού, αλλά και να κινούμαστε με ευχέρεια, και με την ακοή μπορούμε να ακούμε και να συνεννοούμαστε με τους ανθρώπους. Τι θα ήμασταν αν δεν είχαμε αυτές τις δύο σημαντικές αισθήσεις! Οι άνθρωποι που τις στερούνται καταλαβαίνουν την αξία τους, αν και ο Θεός τους δίνη πολλή δύναμη για να ξεπερνούν το πρόβλημά τους.
Πάντως, οι αισθήσεις αυτές μας βοηθούν πολύ στην ζωή μας να κινούμαστε, να εργαζόμαστε, να διαβάζουμε, να ακούμε και να συνομιλούμε με τους ανθρώπους. Αν μελετήσουμε από πλευράς ανατομίας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και οι δύο αυτές αισθήσεις θα εκπλαγούμε από την σοφία του Θεού που τις κατασκεύασε. Οι τελειότερες φωτογραφικές μηχανές και τα τελειότερα ακουστικά μηχανήματα δεν μπορούν να φθάσουν την τελειότητα με την οποία λειτουργούν αυτές οι δύο σωματικές αισθήσεις. Θα πρέπη να δοξάζουμε τον Θεό για την μεγάλη αξία τους και διότι μας έδωσε αυτήν την ευλογία.
Συγχρόνως θα πρέπη να αντιλαμβανόμαστε ότι, εκτός από τις σωματικές αισθήσεις, υπάρχουν και οι πνευματικές αισθήσεις. Πέρα από την σωματική όραση υπάρχει και η πνευματική όραση, η όραση του νου με την οποία κανείς μπορεί να δη την δόξα του Θεού. Με τα σωματικά του μάτια βλέπει την δημιουργία του Θεού, με τα πνευματικά του μάτια βλέπει το Φως του Θεού. Και πέρα από την σωματική ακοή υπάρχει και η πνευματική ακοή και έτσι ο άνθρωπος μπορεί να ακούη και τους κτιστούς, αλλά και τους άκτιστους ήχους. Γι’ αυτό ο Χριστός είπε: «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Ματθ. ια , 15).
Δοξάζουμε τον Θεό για την σωματική όραση και ακοή, αλλά θα πρέπη με τον αγώνα μας, την προσευχή μας, την όλη εκκλησιαστική ζωή, να αποκτήσουμε και την πνευματική όραση και την πνευματική ακοή. Από την στέρηση αυτών των πνευματικών αισθήσεων πάσχουμε και υποφέρουμε, γιατί δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό και δεν μπορούμε να ακούσουμε το θέλημά Του. Λόγω της ελλείψεως αυτών των πνευματικών αισθήσεων υποφέρουμε πολύ στην ζωή μας. Ο Χριστός εξακολουθεί και σήμερα, δια της Εκκλησίας, να κάνη τέτοια θαύματα, δηλαδή να θεραπεύη την πνευματική τύφλωση και την πνευματική κώφωση του άρρωστου ανθρώπου. Τέτοια θαύματα θα πρέπη να επιδιώκουμε να γευόμαστε από τον Θεό και αυτά τα θαύματα γίνονται μέσα στην Εκκλησία.
† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κήρυγμα στο Απoστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής Ζ’ Ματθαίου-Β΄προς Κορινθίους ς΄1-10 Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κοζάνης

Το αποστολικό ανάγνωσμα, που ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι περικοπή από τη δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου. Η επιστολή αυτή είναι γραμμένη σε πολύ προσωπικό ύφος, ο Απόστολος παραπονείται και υπερασπίζει τον εαυτό του και το έργο του. Κεντρικό σημείο πάντα στη σκέψη του αποστόλου Παύλου είναι η Εκκλησία και το αποστολικό αξίωμα. Έχει βαθειά συνείδηση για τα δύο αυτά πράγματα ο Απόστολος, στα οποία είναι όλο το έργο του Χριστού και της σωτηρίας των ανθρώπων. Η Εκκλησία και οι Απόστολοι, η Ανάσταση και η Πεντηκοστή, ο Ιησούς Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. Γι᾽ αυτό μας μιλάει σήμερα, για το έργο και τη θέση των αποστόλων στον κόσμο. Για ένα έργο πολύ μεγάλο. Τι παραπάνω απ᾽ το να είσαι συνεργάτης του Θεού στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων; Και για μια θέση πολύ δύσκολη. Ποιός αντέχει σ᾽ όλες αυτές τις δυσκολίες και ποιός νικάει όλα αυτά τα εμπόδια; 

Από τη μια πλευρά, ο Απόστολος, μας λέει για τη στάση και τη συμπεριφορά του κόσμου απέναντι στους αποστόλους, και από την άλλη για τη στάση και τη συμπεριφορά των αποστόλων απέναντι στον κόσμο. Θλίβονται, κοπιάζουν, περιφρονούνται, συκοφαντούνται οι απόστολοι από τους ανθρώπους. Κι όλα αυτά τα αντιμετωπίζουν με συνείδηση χρέους, με συναίσθηση ευθύνης, με πνεύμα αυταπάρνησης και θυσίας, με μακροθυμία και υπομονή, με ειλικρινή αγάπη, με πίστη στο Χριστό και την Ανάσταση. Αυτές είναι οι εσωτερικές δυνάμεις των αποστόλων του Χριστού και των ποιμένων της Εκκλησίας. Κι αυτές πάλι δεν είναι ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά καρποφορία του Αγίου Πνεύματος, όταν η ανθρώπινη προαίρεση το επιτρέπει να καρποφορήσει. 

Ακούγοντας το αποστολικό κείμενο ξαναθυμώμαστε τις αφορμές που είχε ο απόστολος Παύλος για να γράψει έτσι στους χριστιανούς της Κορίνθου. Κοπίασε να ιδρύσει την Εκκλησία της Κορίνθου, χρειαζόταν όμως πολύ φροντίδα ακόμη για να οργανωθεί η τοπική αυτή Εκκλησία. Οι Κορίνθιοι μη μπορώντας να αποβάλλουν συνήθειες της προηγούμενης ζωής τους και ιδιαίτερα την κακή παράδοση να είναι χωρισμένοι σε φατρίες, έφθασαν στο σημείο μερικοί να μην αναγνωρίζουν τον Παύλο σαν απόστολο του Χριστού. Κι εκείνος ως αληθινός συνεργάτης του Θεού, για να στηρίξει την αποστολή και τη θέση του παρακαλεί και απολογείται. Προσπαθεί να δώσει στους ανθρώπους να καταλάβουν ποιό είναι το γνήσιο χριστιανικό πνεύμα, ποιό είναι το έργο των αληθινών αποστόλων και ποιά είναι η θέση τους στον κόσμο, η θέση και των αποστόλων και των ποιμένων της Εκκλησίας αλλά και όλων των χριστιανών.

Κι εκείνη την εποχή οι άνθρωποι παρασύρονταν και θαύμαζαν ο,τι έβλεπαν στην επιφάνεια, ο,τι έλαμπε, χωρίς να μπορούν να δουν την ουσία και την αλήθεια των πραγμάτων. Και τότε υπήρχαν αυτοί που καπηλεύονταν κάθε ιερό και όσιο, τις ελπίδες και της προσδοκίες των ανθρώπων, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και όλα τα ιδανικά. Οι αληθινοί απόστολοι και ποιμένες του λαού βρίσκονται σε δύσκολη θέση, δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα μέσα του κόσμου. Τότε οπλίζονται με πολλή πίστη και υπομονή και παρακαλούν. Το “παρακαλούμε” των αποστόλων είναι πολύ πιο δυνατό από οποιαδήποτε διαταγή και απ᾽ όλους τους εξαναγκασμούς. Οι απόστολοι δεν χρειάζονται μέσα και τρόπους του κόσμου, είναι συνεργάτες του Θεού. Δεν θέλουν να επιβληθούν, θέλουν την ελεύθερη συγκατάθεση των ανθρώπων, γι᾽ αυτό και παρακαλούν. 

Παρακαλούν λοιπόν οι απόστολοι και απολογούνται. Και η περικοπή που ακούσαμε σήμερα είναι όλη μία απολογία του αποστόλου Παύλου. «Σε τίποτε καμμιά αφορμή δεν δίνουμε, για να μην κατηγορηθεί η Εκκλησία και το έργο της», λέει ο άγιος Απόστολος. Για να σκέφτεται και να μιλάει κανείς έτσι, πρέπει να έχει βαθειά συνείδηση της αποστολής του στην Εκκλησία, πρέπει να πιστεύει πως πραγματικά είναι συνεργός του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Το ζήτημα για τον Απόστολο δεν είναι μόνον πως σκέφτονται η πως φέρονται οι άνθρωποι, αλλά και τί πιστεύουν και τί κάνουν οι ποιμένες της Εκκλησίας. Και με τη χάρη του Θεού, στη ζωή της Εκκλησίας δεν έλλειψαν οι ποιμένες που σκέφτονται αποστολικά, που αισθάνονται την ευθύνη τους και πονάνε το λαό τους. Οι εκκλησιές είναι γεμάτες με εικόνες αγίων πατέρων και διδασκάλων, που ακολούθησαν το δρόμο του μεγάλου Αποστόλου, που έζησαν με την αγωνία μήπως εξαιτίας τους κατηγορηθεί το έργο της Εκκλησίας. Τα λόγια αυτά του Αποστόλου βέβαια δεν είναι μόνο για τους πατέρες της Εκκλησίας. Αναφέρονται, όπως είπαμε, σε κάθε χριστιανό. Πρώτοι οι Απόστολοι και οι Πατέρες και ύστερα κάθε αληθινός χριστιανός με τον τρόπο που ζει, με τον τρόπο που σκέφτεται και με ο,τι κάνει, κηρύττει το Χριστό και το Ευαγγέλιο σ᾽ όλους. Ιδιαίτερα σ᾽ εκείνους που δεν είναι πρόθυμοι να το ακούσουν και να το δεχθούν. 

Συνεχίζοντας λοιπόν ο απόστολος, μας μιλάει ακριβώς για τον τρόπο ζωής των χριστιανών. Πως δηλαδή πρέπει να σκέφτονται, ποιά να είναι τα κίνητρα των πράξεών τους, πως ν᾽ αντιδρούν στο κακό. Η γνώση της αλήθειας του Θεού, η μακροθυμία και η υπομονή, η καλωσύνη και η τιμιότητα, η δικαιοσύνη, η ανυπόκριτη αγάπη, η ανιδιοτέλεια, η χαρά μέσα από τη λύπη κι όλα αυτά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τη χάρη του Θεού. Αυτά είναι που ξεχωρίζουν τον αληθινό χριστιανό, αυτά είναι η δύναμή του και η παρρησία του. Είναι τόσο επίκαιρα τα λόγια του Αποστόλου σήμερα, που οι άνθρωποι - ακόμα και οι χριστιανοί - είναι κυριευμένοι από το πνεύμα της πλεονεξίας, της αντεκδίκησης, της δολιότητας και της διαφθοράς.

Μέσα στους ανθρώπους σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ριζωμένη η σκέψη του συμφέροντος, τί μπορούν να κερδίσουν, όχι τί να θυσιάσουν. Η γλώσσα όμως με την οποία μίλησε ο Απόστολος σήμερα είναι η γλώσσα των ανθρώπων που έταξαν τον εαυτό τους να συνεργαστούν με το Θεό, να υπηρετήσουν στο έργο της σωτηρίας. Τέτοιοι άνθρωποι που υπηρετούν πιστά την Εκκλησία, που ακολουθούν τα ίχνη των αποστόλων και των αγίων θα υπάρχουν πάντα και σε κάθε εποχή, μπορεί να είναι λίγοι, μα θα υπάρχουν πάντα. Πρώτα βέβαια οι καλοί ποιμένες της Εκκλησίας και ύστερα οι αληθινοί χριστιανοί, όλοι ως διάκονοι και συνεργάτες του Θεού. Αμήν

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κοζάνης

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...