Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Αυγούστου 13, 2013

Κεφαλονιά: ο Άγ. Γεράσιμος των σπηλάιων! Στα υπόγεια της Μονής...


Ο  Άγιος - προστάτης της Κεφαλονιάς, διάλεγε πάντοτε κάποιο σπήλαιο για να ασκείται... Τι μπορεί να ήταν πραγματικά όμως οι υπόγειοι χώροι κάτω από την παλιά εκκλησία της μονής του, και πώς μπορεί να σχετίζεται ο Άγιος Γεράσιμος με την ...υπόγεια Αθήνα;


Ο Άγιος Γεράσιμος γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1506, και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Ο πατέρας του ανήκε στη μεγάλη βυζαντινή οικογένεια των Νοταράδων, κι έτσι μεγάλωσε και μορφώθηκε όπως όλα τα αρχοντόπουλα εκείνης της εποχής. Στα είκοσί του χρόνια αποφάσισε να μεταβεί στη Ζάκυνθο, που ήταν σημαντικό κέντρο γραμμάτων, καθώς -παρά την Ενετική κατοχή και σε αντίθεση με την υπόλοιπη τουρκοκρατούμενη Ελλάδα- έπνεε εκεί ένας αέρας αναγεννησιακός.
Όντας πιστός ορθόδοξος χριστιανός, ξεκίνησε προσκυνήματα στα σημαντικότερα πνευματικά θρησκευτικά κέντρα, όπως η Κωνσταντινούπολη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Περιβόλι της Παναγίας και το Άγιο Όρος, όπου έγινε μοναχός στη σκήτη της Αγίας Άννας.
Το σπήλαιο που βρίσκεται στη σκήτη, ήταν αυτό στο οποίο μόνασε, παραμένοντας εκεί για δέκα περίπου χρόνια, ακολουθώντας έναν πολύ αυστηρά ασκητικό τρόπο ζωής, μένοντας νηστικός για 40 ημέρες. Η σπηλιά αυτή είναι πολύ στενή, τριγωνικού σχήματος, και η πρόσβαση γίνεται κατεβαίνοντας μερικά σκαλοπάτια. Στην είσοδο υπάρχει μόνο ένα στασίδι, ενώ στο μικρό πέτρινο ράφι, πολλές εικόνες του Αγίου. Έμεινε εκεί, μέχρι που αποφάσισε να ταξιδέψει στους Άγιους Τόπους, όπου πρέπει να έφθασε γύρω στο 1538.
Στα Ιεροσόλυμα χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Γερμανό, με το όνομα Γεράσιμος προς τιμήν του Άγιου Γεράσιμου του Ιορδανίτου. Το 1548 ο Άγιος Γεράσιμος ταξίδεψε στην Κρήτη όπου και έμεινε γύρω στα δύο χρόνια, μέχρι να επιστρέψει και πάλι στη Ζάκυνθο, έπειτα από είκοσι χρόνια απουσίας. Εκεί, ασκήτεψε σε μια άλλη σπηλιά, στον Άγιο Νικόλα Γερακαρίου, όπου μέχρι σήμερα ονομάζεται «του Αγίου Γερασίμου».
Την εποχή της Ενετικής κυριαρχίας που η καθολική εκκλησία προσπαθούσε να αποκτήσει πιστούς από το ντόπιο πληθυσμό, ο Άγιος Γεράσιμος αποφάσισε να πάει στην Κεφαλονιά. Αμέσως μόλις έφτασε, διάλεξε και πάλι ένα σπήλαιο για να ασκητέψει, στα νοτιοδυτικά του Αργοστολίου, το οποίο είναι γνωστό μέχρι σήμερα ως το «Σπήλαιο τ’ Αγίου», όπου και έμεινε για 5 χρόνια και 11 μήνες. 
ΓΙΑ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΘΕΜΑ: "διαβάστε περισσότερα" (κλικ κάτω αριστερά)

Σε ένα λοφίσκο πάνω από την περιοχή της Λάσσης υπάρχει σήμερα μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεράσιμο, η οποία αποτελεί συνέχεια της σπηλιάς του Αγίου. Στη διπλανή σπηλιά υπάρχει άνοιγμα στο βράχο από όπου ο Άγιος, βλέποντας τη θάλασσα, ευλογούσε τα καράβια που περνούσαν…



Έπειτα, αποφάσισε να αναζητήσει νέο ερημικό τόπο για εγκατάσταση και άσκηση. Ανέβηκε λοιπόν στην τοποθεσία που ονομαζόταν Ομαλά, σε μια περιοχή στους πρόποδες του Αίνου, για να ιδρύσει εκεί ένα μοναστήρι, στην κοιλάδα των «σαράντα πηγαδιών»! Τα 40 αυτά (ίσως και περισσότερα) πηγάδια υπάρχουν μέχρι σήμερα, και εκτιμάται ότι είναι ενετικά, παρ’ όλο που η παράδοση υποστηρίζει ότι τα άνοιξε ο ίδιος ο Άγιος.

Στη περιοχή εκείνη, υπήρχε ήδη ένα ερημοκλήσι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που το παραχώρησε ο ιερέας της περιοχής Γεώργιος Βάλσαμος στον Άγιο Γερασιμο μαζί με τα γύρω κτήματα, με την εξουσιοδότηση «νά ποιήση ὡς αὐτός θέλει εἰς αὐτό τό μοναστήριον, εἰς ἀνακαινισμόν καί δόξαν Θεοῦ», όπως διασώζεται στο σχετικό «παραχωρητήριον» έγγραφο του έτους 1561.


 Ο Άγιος ανακαίνισε λοιπόν το ναό εκ βάθρων, και ονόμασε το μοναστήρι «Νέα Ιερουσαλήμ» με την άδεια και την ευλογία του επίσκοπου του νησιού. Από τότε η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Έγινε διάσημος για τις θαυματουργές του ικανότητες σε άτομα που έπασχαν από ψυχικές ασθένειες.

Ο Άγιος Γεράσιμος απεβίωσε στις 15 Αυγούστου, όπως και η Παναγία. Οι ιερείς τον έντυσαν με τα άμφια τα οποία φέρει μέχρι σήμερα, και ετάφη δίπλα και μέσα στον νότιο τοίχο του ναού της μονής. Η πρώτη ανακομιδή του σώματός του έγινε 2 χρόνια και 2 μήνες μετά την κοίμηση του, στις 20 Οκτωβρίου του 1581, κατά την οποία το σώμα βρέθηκε άφθαρτο και ανέδιδε μια ευχάριστη μυρωδιά. Οι Ενετοί όμως θορυβημένοι από την αφθαρσία του, ζήτησαν να ταφεί ξανά ώστε να συμπληρωθούν τα 3 χρόνια. Η δεύτερη ανακομιδή του σώματος έγινε τελικά μετά από 6 μήνες και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.
Έτσι λοιπόν η εορτή του Άγιου Γεράσιμου καθιερώθηκε στις 20 Οκτωβρίου και όχι στις 15 Αυγούστου, αν και αργότερα, εορτάστηκε και στις 16 Αυγούστου. Η ανακήρυξη της αγιότητας του οσίου Γερασίμου έγινε το 1622.
Από τότε, ο Άγιος Γεράσιμος είναι ο προστάτης της Κεφαλονιάς και το λείψανο του φυλάσσεται στο μοναστήρι, σε μια ασημένια λάρνακα.
Σήμερα, ο λαός της Κεφαλονιάς τιμά την κοίμησή του στις 16 Αυγούστου και την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του στις 20 Οκτωβρίου. Εκείνες τις ημέρες, λαμβάνει χώρα και μια πομπή του Αγίου, κατά την οποία το φέρετρο μεταφέρεται κάτω από τη σκιά ενός πλατάνου, που είχε φυτέψει ο ίδιος.
Είδαμε ότι ο Άγιος Γεράσιμος κατά τη διάρκεια της ασκητικής του ζωής, χρησιμοποίησε τρία σπήλαια, στο Άγιο Όρος, στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά. Δεν αναφέραμε όμως παραπάνω, την παρουσία και ενός ακόμη υπογείου χώρου σχετικού με τη μοναχική ζωή του, τον οποίο γνωρίζουν οι Κεφαλονίτες αλλά και κάποιοι επισκέπτες του νησιού, πολλοί από τους οποίους δε χάνουν την ευκαιρία να βρεθούν και οι ίδιοι εκεί μέσα!


 
Υπάρχει, λοιπόν, κάτω από την παλιά εκκλησία του μοναστηριού μια τεχνητή «σπηλιά», που λέγεται πως χτίστηκε από τον ίδιο τον Άγιο, όπου εκεί προσευχήθηκε, και -κατά την παράδοση- στον ίδιο χώρο είχε και το κελί του.


Η είσοδος για τον υπόγειο αυτό χώρο στον οποίο ασκήτευε ο Άγιος Γεράσιμος, βρίσκεται στο εσωτερικό της εκκλησίας και είναι χαρακτηριστικό ότι η πρόσβαση γίνεται μόνο από μία καταπακτή με άνοιγμα μεσαίου μεγέθους, κατεβαίνοντας από μια παλιά ψηλή μεταλλική σκάλα.






Οριζόντια είσοδος δεν υπάρχει, οπότε από την αρχή η κάθοδος προς τα κάτω θα έπρεπε να γινόταν με τη χρήση κάποιας σκάλας.




Οι υπόγειοι χώροι είναι δύο μεγάλα δωμάτια με χτιστά επιχρισμένα τοιχώματα και ψηλή οροφή σχεδόν αψιδωτή, κατασκευασμένη από πέτρες που είναι τοποθετημένες κάπως ακανόνιστα.  


Τα δύο αυτά “δωμάτια” επικοινωνούν μεταξύ τους από ένα πολύ χαμηλό πέρασμα, από το οποίο για να περάσει κανείς, πρέπει να συρθεί στο υγρό δάπεδο.


Παλαιότερα, υπήρχαν εκεί αφημένα από την εκκλησία κάποια μαγειρικά σκεύη, τα οποία υποτίθεται ότι χρησιμοποιούσε ο Άγιος κατά την υπόγεια διαβίωσή του. Όμως εδώ, κάποια πράγματα δεν ταιριάζουν στην όλη αυτή ιστορία της εκκλησίας...



Κατ’ αρχήν, ο Άγιος έκανε τόσο κόπο να σκάψει δύο τεράστια υπόγεια δωμάτια για να ζει στο εσωτερικό τους, και δε μπορούσε να ανοίξει μια κανονική πόρτα για τη μεταξύ τους επικοινωνία; 


Και γιατί δηλαδή να είναι δύο τα δωμάτια; Διάλεξε να κοπιάσει για τόση ευρυχωρία, αλλά για να περνά απ’ το ένα στο άλλο έπρεπε να έρπει; Κάτι δεν πάει καλά εδώ… 


Επίσης, να πούμε ότι η ατμόσφαιρα εκεί κάτω είναι τόσο αποπνικτική με πολλή υγρασία και με έλλειψη οξυγόνου, που κάποιος νιώθει δυσφορία παραμένοντας για λίγο, πόσο μάλλον δε να ζει εκεί μέσα καθημερινά.


Παρατηρώντας την οροφή του δεύτερου (του μέσα) “δωματίου” στο οποίο καταλήγουμε περνώντας το χαμηλό πέρασμα, θα δούμε έκπληκτοι ότι υπάρχει και άλλη μία πρόσβαση! Πρόκειται για ένα όχι πολύ μεγάλο οβάλ άνοιγμα, το οποίο είναι σφραγισμένο από πάνω με μακρόστενες πέτρινες πλάκες, που προφανώς έχουν καλυφθεί από το πάτωμα της εκκλησίας, ώστε απ’ έξω να μη φαίνονται! 


Τι εξυπηρετούσε λοιπόν το άνοιγμα αυτό; Μήπως ο Άγιος ήθελε να κατεβαίνει με σκάλα ξεχωριστά και στα δύο δωμάτια; Και τι είναι αυτό το ανάποδα τοποθετημένο μεγάλο κεραμίδι ψηλά στον τοίχο της μιας μικρής πλευράς της μεγάλης αυτής ορθογώνιας αίθουσας;


Οι αίθουσες, και οι δύο είναι επιχρισμένες μέχρι την αρχή της πέτρινης οροφής τους με λείο επίχρισμα το οποίο βέβαια σήμερα είναι χαραγμένο από εκατοντάδες επιγραφές επισκεπτών (ή μήπως όχι μόνο επισκεπτών;) διαφόρων εποχών, με τις περισσότερες να προέρχονται από τη δεκαετία του 1970.


Τι συμβαίνει πραγματικά λοιπόν με τα υπόγεια αυτά δωμάτια; Τα κατασκεύασε πράγματι ο Άγιος, ή μήπως αυτό θέλει η εκκλησία να πιστεύουμε;


Τι ήταν πραγματικά λοιπόν τα δύο αυτά υπόγεια δωμάτια;

Μα είναι προφανές ότι πρόκειται για δύο υπόγειες δεξαμενές της μεσαιωνικής εποχής οι οποίες δε γνωρίζω αν προϋπήρχαν ή όχι από τον Άγιο και το μοναστήρι του, ή αν κατασκευάστηκαν εκείνη την εποχή. Ένα μόνο φαίνεται να είναι σίγουρο: ότι δεν κατασκευάστηκαν για δωμάτια ανθρώπινης κατοικίας, ακόμη και ασκητικής. Οι διαστάσεις, το σχήμα και το ύψος τους, τα δύο ανοίγματα στην οροφή που χρησίμευαν για τη συλλογή του νερού, το κονίαμα των τοίχων που συναντάται σε ανάλογες κατασκευές και προσφέρει στεγανότητα, το κεραμικό λούκι στην οροφή το οποίο γέμιζε τη μια δεξαμενή, το νερό της οποίας περνούσε και στη δεύτερη από το χαμηλό ενδιάμεσο άνοιγμα, και το μεγάλο ποσοστό υγρασίας του αέρα, είναι αρκετά για να υποστηρίξουν την παραπάνω άποψη.


Τώρα βέβαια αν οι δεξαμενές προϋπήρχαν, και πράγματι τις χρησιμοποίησε ο Άγιος για άσκηση, αυτό δεν το γνωρίζουμε, δε μπορούμε να το αποκλείσουμε, αν και μοιάζει από μόνο του δύσκολο, καθώς η ποιότητα του αέρα κάτω δεν είναι καλή, ο χώρος δεν αερίζεται επαρκώς.

Όσο για τις ατελείωτες επιγραφές που υπάρχουν στα τοιχώματα, θα τολμήσω να διατυπώσω μια σκέψη την οποία όμως για την ώρα δε μπορώ να τεκμηριώσω. Αναρωτιέμαι λοιπόν, μήπως οι δεξαμενές αυτές χρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο της χούντας ως κάποιου είδους μυστικές φυλακές ή ως κρησφύγετα. Κάποιες επιγραφές δείχνουν ότι όποιος τις σκάλισε, πέρασε πολλές ώρες εκεί κάτω. Και οι επισκέπτες το μόνο που κάνουν είναι να κατεβαίνουν, να βλέπουν και να ανέρχονται.


Είναι προσκυνητές από όλη την Ελλάδα που έρχονται να προσευχηθούν και να τιμήσουν τον Άγιο, οι πιο τολμηροί από τους οποίους κατεβαίνουν και στο υπόγειο, που είναι μεν δυσπρόσιτο για πολλούς, αλλά αφού πρόκειται για χώρο ιερό, όλες οι δυσκολίες προσπερνώνται.


Εδώ, υποστηρίζεται ότι έχουν παρατηρηθεί δύο περίεργα φαινόμενα τα οποία οι πιστοί τα αποδίδουν σε θαύμα του Αγίου. Το πρώτο φαινόμενο είναι ότι παρ’ όλο το περιορισμένο μέγεθος της τρύπας, δεν υπάρχει περίπτωση να μη χωρέσει κάποιος όσο ογκώδης κι αν είναι, κάτι που φυσικά δεν ισχύει, και απορρίπτεται από τους νόμους της φύσης. Το δεύτερο “φαινόμενο” είναι ότι το υγρό λασπωμένο δάπεδο του υπογείου, δεν λερώνει ποτέ τους προσκυνητές που σέρνονται δυσκολευόμενοι να περάσουν, κάτι που επίσης δεν ισχύει, και το διαπίστωσα προσωπικά, όταν επιχείρησα να περάσω γονατίζοντας με ανοιχτόχρωμο παντελόνι!


Πρόκειται λοιπόν για μια προσπάθεια της εκκλησίας να προσελκύσει τον κόσμο, υποστηρίζοντας ότι το υπόγειο αυτό ήταν το ασκητήριο του Αγίου. Συνήθως υπάρχοντες υπόγειοι χώροι -με κάποια σημασία- κάτω από εκκλησίες κρατούνται μυστικοί και δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε αυτούς. Εδώ όμως συμβαίνει το αντίθετο! Είναι ένας χώρος που έγινε προσπάθεια για να πιστεύεται ότι έχει μια σημασία, και για το λόγο αυτό είναι και επισκέψιμος. Αξίζει τον κόπο αν επισκεφτείτε το νησί, να κατεβείτε και στα υπόγεια του Αγίου Γερασίμου. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που μπορείτε να βρεθείτε στο υπόγειο μιας παλιάς εκκλησίας, που να επιτρέπεται η πρόσβαση.


Στον περίβολο θα βρείτε τάφους μοναχών και πολύ παλιά μαρμάρινα τεμάχια με χριστιανικά και μη σύμβολα, καθώς και κάποια άλλα παραπεταμένα, που προδίδουν την παρουσία των Βενετών στο χώρο. Μήπως λοιπόν για κάποιο διάστημα η μονή ήταν καθολική;


Ποια όμως μπορεί να είναι η σχέση του Αγίου Γερασίμου με τις υπόγειες διαδρομές της Αθήνας;

Είδαμε λοιπόν ότι κατά τη διάρκεια του βίου του ο Άγιος Γεράσιμος πέρασε από διαφορετικά σπήλαια και υπόγειους χώρους. Είναι όμως δυνατόν να σχετίζεται και με τις μυστικές υπόγειες διαδρομές της Αθήνας; Κι όμως! Μέσα στο ιερό ενός παρεκκλησίου που είναι εν μέρει χτισμένο μέσα σε σπηλιά στο Λυκαβηττό και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του, υπάρχει η είσοδος της στοάς που κατά την παράδοση οδηγούσε μέχρι την Πεντέλη! Και βέβαια αναφερόμαστε στο γνωστό πια σπηλαιοκκλήσι των Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού, εντός του οποίου υπάρχει παρεκκλήσι του Αγίου Γερασίμου!
Μια χάλκινη επιγραφή που βρίσκεται μέσα στο εκκλησάκι και φέρει την υπογραφή του Αρχιμανδρίτη Δαμασκηνού Βελισσαρίου αναφέρει: «Η οπή που φαίνεται στο ιερό του παρεκκλησίου του Αγίου Γερασίμου, που κτίστηκε στα τέλη του 20ού αιώνα, οδηγούσε ως το Γαλάτσι και από ’κει μέσα από άλλη οπή έφθανε ως την Πεντέλη. Έτσι διέφευγαν οι Έλληνες την καταδίωξη των Τούρκων». Το άνοιγμα αυτό σήμερα υπάρχει, αλλά σταματάει σε φυσικό βράχο μετά από ελάχιστα μέτρα… Μία επόμενη φορά, θα παρουσιάσουμε και φωτογραφίες από το χώρο αυτό. 
Ποια να είναι όμως η αλήθεια που κρύβεται πίσω από την παραπάνω και μάλιστα ενυπόγραφη αναφορά; Να διαπιστώσουμε επιτόπου τη συνέχεια της στοάς ως τη Μονή ή τη σπηλιά της Πεντέλης είναι αδύνατον. Όμως μπορούμε να κάνουμε μερικές βάσιμες υποθέσεις που αποδεικνύουν ότι η υπόγεια αυτή διαδρομή, όχι μόνο δεν είναι αδύνατον να υπάρξει, αλλά ότι υπάρχει στην πραγματικότητα!
Από τους νοτιοδυτικούς πρόποδες του Λυκαβηττού, χαμηλότερα από τους Αγίους Ισιδώρους, ξεκινάει μια σήραγγα λαξευμένη στον αθηναϊκό ασβεστόλιθο, κατασκευασμένη από το 140 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Αδριανού. Ανήκει στο περίφημο ρωμαϊκό Αδριάνειο υδραγωγείο, ένα έργο με υπόγειες στοές μήκους που ξεπερνάει τα 25 χιλιόμετρα, μέγιστου ύψους 1,60 μ., πλάτους έως 1,10 μ. και σε βάθος μέχρι 40 μέτρα κάτω από την Αθήνα!
Το υδραγωγείο μετά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας έπαψε να λειτουργεί, απουσία συντήρησης, οπότε οι στοές του θα μπορούσαν να αποκτήσουν μία δεύτερη χρήση, αυτή της διαφυγής. Πρόσβαση στο τούνελ θα μπορούσε να υπάρξει και από τα τουλάχιστον 300 πηγάδια που βρίσκονταν στην επιφάνεια και κατά μήκος της διαδρομής του.
Η σύνδεση του ιερού των Αγίων Ισιδώρων με την αρχή της σήραγγας στην πλατεία Δεξαμενής θα έμοιαζε εφικτή, μέσω ίσως μιας κάθετης αρχικά και στη συνέχεια κατηφορικής διόδου, που μπορεί να ξεκινούσε από το δάπεδο του υφιστάμενου περάσματος που σταματά σε βράχο, και εύκολα θα μπορούσε να σφραγιστεί ώστε σήμερα να μη φαίνεται καν ότι υπάρχει. Εδώ, είναι πολύ παράξενη και ύποπτη δε, η παρουσία ενός ανεξήγητου παράταιρου σωλήνα (νερού;) που φαίνεται να βγαίνει από το τοίχωμα του εσωτερικού της στοάς…
Εν τέλει, από ’κει κι έπειτα, η βασική διαδρομή του υδραγωγείου συνεχίζει διερχόμενη νοτιοανατολικά των Τουρκοβουνίων και του Γαλατσίου, και στο ύψος του Χαλανδρίου (πάντα υπογείως) μια διακλάδωση οδηγεί ακριβώς κάτω από τη Μονή Πεντέλης!
Ανατολικά της κύριας εισόδου της μονής, υπάρχει πρόσβαση που οδηγεί στην υπόγεια κρύπτη. Πρόκειται για ένα πολυδαίδαλο λιθόκτιστο σύστημα διαδρόμων με καμάρες, που βρίσκεται κάτω από την εσωτερική αυλή και δεν αποκλείεται να παρείχε -όπως λέγεται- και απευθείας πρόσβαση στα τούνελ της σπηλιάς, κάτι που αμφισβητείται.
Μόνο έτσι όμως θα είχαμε όντως τη διάρθρωση μιας υπόγειας διαδρομής από το Λυκαβηττό μέχρι τη σπηλιά του Νταβέλη, αλλά παρ’ όλο που πράγματι υπάρχει ο βασικός της (τουλάχιστον ως τη μονή) άξονας, αυτό δε σημαίνει ότι σήμερα είναι ευκόλως εφικτή η πρόσβαση σε αυτή και η διάσχισή της. Αντιθέτως, τα άκρα της είναι αποκλεισμένα, και τμήματά της έχουν σίγουρα καταπέσει ή φράξει, όπως συμβαίνει κοντά στην κατάληξη της στοάς στη Μονή Πεντέλης, κάτι που έχει επί τόπου διαπιστωθεί...
Σε τι κατάσταση βρίσκεται σήμερα το τούνελ στο υπόλοιπο μήκος της διαδρομής του, είναι κάτι το οποίο σκοπεύουμε να εξετάσουμε μελλοντικά.


Κείμενο, φωτογραφίες: Παναγιώτης Δευτεραίος
Δραστηριότητα: αστική σπηλαιολογία (urban speleology)
Συμμετείχαν: Κεφαλονιά: Γεράσιμος & Παναγιώτης Δευτεραίος, Πεντέλη: Γεωργία Μπουρμπούλη, Ιωάννης Αθάνατος, Παναγιώτης Δευτεραίος
Πληροφορίες κειμένου: πηγές διαδικτύου 1 , 2 , 3 , 4 , 5 , 6 , 7 , 8 (πηγή φωτογραφίας του λειψάνου) 

"Θέλω να με φωνάζετε...." (Θαύμα της Παναγίας)

Έχουμε μια προσωπική μαρτυρία, της αείμνηστης γερόντισσας Μακρίνας, μοναχής, από την Πορταριά του Βόλου, που την διηγείτο τακτικά. Την άκουσα και γω, προσωπικά, παρουσία και άλλων χριστιανών.

Μια νεαρά σχετικώς κυρία, είχε υποστεί κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παραλύσει τελείως από τη μέση και κάτω, έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω, και ελαφρά από τη δεξιά της πλευρά. Το μυαλό της, όμως, και η ομιλία της δεν πειράχτηκαν καθόλου… Από τη γερόντισσα Μακρίνα, αυτή η συγκεκριμένη κυρία είχε μάθει, πριν από τέσσερα – πέντε χρόνια, την ευχή και επικαλείτο συνεχώς, όχι μόνο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη, όπως ήταν, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι».

«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με».

«Παναγία μου, σώσε με, είμαι αμαρτωλή».

Ύστερα από αρκετές ημέρες συνεχών επικλήσεων, ω του θαύματος θα ανακράζαμε όλοι μαζί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ την ώρα που ήτο ξυπνητή, και απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάστηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά της. Φωτεινή σαν τον ήλιο. Και είχε τέτοια ομορφιά που θαμπώθηκε, όχι μόνον από την θεϊκή ακτινοβολία της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά της. Το ανάστημά της ήτο μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο. Ενώ πίσω της εφαίνοντο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα είχε την ορατή αίσθηση ότι με τη θεία της παρουσία η Παναγία σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο.

Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει.

- Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία, παιδί μου; – Μαρία την λέγανε.

Και η άρρωστη αλλά η ευλαβής εκείνη χριστιανή, χωρίς δισταγμό, Της απάντησε:

Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω, και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου απ’ την ακινησία. Ιδιαιτέρως, όμως, θέλω να σωθώ. Τη σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω.

Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συμπονάει με τους πόνους μας και τα βάσανά μας, της απάντησε:

- Αυτά θα σου τα δώσω. Και, γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε! Να με φωνάζετε συνεχώς. Και γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζεις, της είπε. Θέλω να με φωνάζετε όλοι σας, όλοι οι χριστιανοί, αυτό εννοούσε τώρα.

Πλημμύρισε, όχι μόνον το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία της, και το ουράνιο άρωμά της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι της. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της, κατά την μαρτυρία της αείμνηστης γερόντισσας, έζησαν αυτό το ολοζώντανο θαύμα. Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι, και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης. Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή χάρη που έλαβε. Και όχι μόνον άρχιζε να κινεί το σώμα της, και να γυρίζει πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες μέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιεστάτη.

Εγώ όμως δεν θα μείνω στο καταπληκτικό αυτό θαύμα της θείας παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε στο θαύμα της θεραπείας της άρρωστης. Αλλά θα παραμείνω σ’ αυτά που είπε η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας. Τι είπε; «Θέλω να με φωνάζετε». «Θέλω να με επικαλείσθε. Και ’γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζετε. » 
«Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με»,

«Υπεραγία Θεοτόκε σώσε με»,

«Υπεραγία Θεοτόκε σώσε το παιδί μου», και ό,τι άλλο νομίζετε ότι μπορείτε να φωνάξτε απ’ το βάθος της καρδιάς σας, αυτό που μας πονάει συνήθως περισσότερο.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς:Ο Θεός μας δεν είναι Θεός ισότητας!

ζυγαριά Ισότητα
Ο Θεός δεν είναι Θεός ισότητας, αλλά Θεός αγάπης.
Η ισότητα θα απέκλειε όλο το δίκαιο και όλη την αγάπη, θα απέκλειε όλο το ήθος.
Ο άνδρας αγαπά την γυναίκα του λόγω ισότητα; Και η μάνα αγαπά το παιδί της λόγω ισότητας; Και ο φίλος αγαπά τον φίλο λόγω ισότητας;
Η ανισότητα είναι η βάση του δικαίου και υποκινητής της αγάπης.
Όσο διαρκεί η αγάπη, κανένας δεν ξέρει για την ισότητα.
Όσο βασιλεύει το δίκαιο, κανείς δεν μιλάει για την ισότητα.
Όταν χάνεται η αγάπη, οι άνθρωποι μιλούν περί δικαίου και εννοούν την ισότητα.
Όταν μαζί με την αγάπη εξαφανίζεται και το δίκαιο, οι άνθρωποι μιλούν περί ισότητας και εννοούν την ανηθικότητα.
Δηλαδή, όταν εξαφανίζεται το ήθος το αντικαθιστά η ανηθικότητα.
Από τον τάφο της αγάπης ξεφυτρώνει το δίκαιο, από τον τάφο του δικαίου ξεφυτρώνει ισότητα.

πηγη/  αντιγραφή

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ» ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

ELLHNIKH_THRHSKEIA
Ἰ­ω­άν­νη – Ἀ­λε­ξάν­δρου Χρι­στό­που­λου
Δι­κη­γό­ρου, Νο­μι­κοῦ Συμ­βού­λου

Σὲ προ­η­γού­με­νο ἄρ­θρο μας ἀ­σχο­λη­θή­κα­με ἐν­δε­λε­χῶς μὲ τὸ ἀ­λη­θὲς θρη­σκευ­τι­κὸ κα­θε­στὼς ποὺ ἰ­σχύ­ει πα­ρ᾿ ἡμῖν καὶ ἐ­πι­ση­μά­να­με πὼς στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νε­ξι­θρη­σκεί­α, ἀλ­λὰ θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Το­νί­σα­με, βέ­βαι­α, πὼς ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ τῆς «ἐ­πι­κρα­τούσας θρη­σκεί­ας» (ἄρ­θρο 3 παρ. 1 Συν­τάγ­μα­τος) στὴν θρη­σκεί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας πε­ρι­ο­ρί­ζει ἀ­θέ­μι­τα τὸ ὡς ἄ­νω φι­λε­λεύ­θε­ρο συν­ταγ­μα­τι­κὰ κα­θε­στὼς καὶ ἀ­πο­νέ­μει ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα πρω­τεῖ­α στὴν τε­λευ­ταῖα.
Τὸ θέ­μα ποὺ τί­θε­ται «ἐ­πὶ τά­πη­τος» δὲν εἶ­ναι και­νούρ­γι­ο. Ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει τὸ νο­μι­κὸ κό­σμο πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἀ­πα­σχο­λεῖ ὅ­μως καὶ τὸν πο­λι­τι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, εὐ­και­ρί­ας δο­θεί­σης, ἐ­πι­ζη­τεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἐ­πι­τα­κτι­κὰ τὴν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τοῦ σχε­τι­κοῦ ἄρ­θρου μὲ τὴν προ­σθή­κη μί­ας ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς δή­λω­σης, ἡ ὁ­ποί­α θὰ δι­α­κη­ρύσ­σει ὅ­τι μὲ τὸν ὅρο ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται δη­μο­γρα­φι­κὰ ἡ ὑ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση καὶ οὐ­δὲν προ­βά­δι­σμα ἀ­πο­νέ­με­ται στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἢ ὅ­τι ὁ ὅ­ρος ἐ­νέ­χει ἁ­πλὰ ἕ­να τι­μη­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα πρὸς τὴν τε­λευ­ταῖα (ἑ­ορ­το­λό­γι­ο–ἐ­πί­ση­μες ἀρ­γί­ες Κρά­τους), χω­ρὶς πε­ραι­τέ­ρω ἔν­νο­μες συ­νέ­πει­ες.
Ἂς δοῦ­με ὅ­μως ἐν συν­το­μί­ᾳ, ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις–θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν δι­α­τυ­πω­θεῖ σὲ σχέ­ση μὲ τὸ θέ­μα μας ἀ­πὸ τὸ νο­μι­κὸ κό­σμο[1]:
α) Ἡ ἔν­νοι­α τῆς ἐ­πι­κρα­τού­σας θρη­σκεί­ας δὲν ἔ­χει τὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας, ποὺ τυγ­χά­νει εὐ­νο­ϊ­κῆς με­τα­χεί­ρι­σης ἀ­πὸ τὸ Κρά­τος, ἀλ­λὰ ἀ­πο­τυ­πώ­νει δη­μο­γρα­φι­κὰ–στα­τι­στι­κὰ τὴν κα­τά­στα­ση, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α ἀ­πο­δί­δει τὴ θρη­σκεί­α τῆς συν­τρι­πτι­κῆς πλει­ο­ψη­φί­ας τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ.
β) Ὁ ὅ­ρος κα­θι­ε­ρώ­νει μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη σχέ­ση μὲ τὴν Πο­λι­τεί­α, ἀ­νά­γον­τας τὴν Ἐκ­κλη­σί­α σὲ δη­μό­σι­ας φύ­σης ὀρ­γα­νι­σμό, ἐ­πι­πλέ­ον δέ, τῆς προσ­δί­δει τὸν χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐ­πί­ση­μης θρη­σκεί­ας. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἡ ἐκ­δο­χὴ τῆς στα­τι­στι­κῆς ἀ­πει­κό­νι­σης (πλει­ο­ψη­φί­α λα­οῦ), κα­θὼς τὸ Σύν­ταγ­μα, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ νο­μο­θε­τι­κὸ πρω­τό­λει­ο μί­ας Χώ­ρας δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πει­κο­νί­ζει στα­τι­στι­κὰ δε­δο­μέ­να.
γ) Ἡ σχε­τι­κὴ δι­ά­τα­ξη (ἄρ­θρο 3 παρ. 1) ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸν ὅ­ρο αὐ­τό, βρί­σκε­ται σὲ ἄρ­ρη­κτο δε­σμὸ μὲ τὸ ἄρ­θρο 13 παρ. 1 ποὺ κα­θι­ε­ρώ­νει τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ἁ­πλὰ πε­ρι­γρά­φει τὸ πλέ­ον πο­λυ­ά­ριθ­μο ὑ­πο­κεί­με­νο ἄ­σκη­σης τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας.
δ) Ἡ «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α» ἔ­χει τι­μη­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὡς «πρώ­τη με­τα­ξὺ ἴ­σων» μὲ νο­μι­κὲς συ­νέ­πει­ες στὶς σχέ­σεις της μὲ τὸ Κρά­τος.
Ἡ ἄ­πο­ψη ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ πάν­τως εἶ­ναι πὼς ὁ ὅ­ρος «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α» ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­σπά­ζε­ται τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, χω­ρὶς ὅ­μως αὐ­τὸ νὰ συ­νε­πά­γε­ται τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων προ­νο­μί­ων, πολ­λῷ δὲ μᾶλ­λον τὴν πε­ρι­στο­λὴ τοῦ δι­και­ώ­μα­τος τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας εἰς βά­ρος τῶν ἀλ­λο­θρή­σκων. Εἶ­ναι, ἄλ­λω­στε, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πὼς ὁ γε­νι­κὸς εἰ­ση­γη­τὴς τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας στὴν Ε΄ Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­κὴ Βου­λὴ εἶ­χε δη­λώ­σει πὼς «ὁ ὅ­ρος ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα θρη­σκεί­α … ση­μαί­νει ἁ­πλῶς ὅ­τι ἡ ὀρ­θό­δο­ξος θρη­σκεί­α εἶ­ναι ἡ θρη­σκεί­α ἥν ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ καὶ συμ­φώ­νως πρὸς τὸ τυ­πι­κόν τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­νερ­γοῦν­ται αἱ ἐ­πί­ση­μαι τε­λε­ταί, κα­θο­ρί­ζον­ται αἱ ἀρ­γί­αι κ.λπ.»[2] (δι­και­ο­πο­λι­τι­κὴ καὶ ἱ­στο­ρι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ὅρου).
Ἐ­ξάλ­λου, δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς δι­α­φεύ­γει ὅ­τι τὸ πα­ρὸν Σύν­ταγ­μα (1975/1986/2001) ἐ­ξι­σορ­ρό­πη­σε τὰ πράγ­μα­τα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μό, ὥ­στε ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ μὴν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται εἰς βά­ρος τῶν μὴ Ὀρ­θο­δό­ξων (π.χ. ὁ προ­ση­λυ­τι­σμὸς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται πλέ­ον εἰς βά­ρος ὅ­λων τῶν γνω­στῶν θρη­σκει­ῶν ἢ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Κρά­τους δὲν γί­νε­ται μό­νο ὅ­ποι­ος ἀ­νή­κει στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α). Ἔτ­σι, προ­κύ­πτει ἀ­βί­α­στα πὼς μὲ τὸ νέ­ο, πα­ρόν, Σύν­ταγ­μα ἐ­πῆλ­θε «μί­α ἐ­ξί­σω­ση ὅ­λων τῶν θρη­σκει­ῶν καὶ οἱ πα­ρα­δο­σι­α­κὰ στε­νοὶ δε­σμοὶ Κρά­τους–Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­χουν χα­λα­ρώ­σει»[3] (τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἄλ­λω­στε καὶ ἡ πε­ριρ­ρέ­ου­σα ἀ­τμό­σφαι­ρα).
Ἐ­μεῖς πάν­τως συμ­πλέ­ου­με ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν θέ­ση ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ὑ­π᾿ ἀ­ριθμ. 2/2005 Γνω­μο­δό­τη­ση τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου[4], ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρει πὼς «στὴν Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως σὲ κά­θε φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος, κα­το­χυ­ρώ­νε­ται πλή­ρης θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς ἀ­νε­ξι­θρη­σκεί­α, ἀ­νο­χὴ δηλ. τοῦ πλου­ρα­λι­σμοῦ τῶν θρη­σκευ­τι­κῶν ἢ ἀ­θε­ϊ­στι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων μὲ πα­ράλ­λη­λη προ­ώ­θη­ση μί­ας ἐ­πί­ση­μης θρη­σκευ­τι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας … Ἡ ἀ­να­γό­ρευ­ση ἀ­πὸ τὸ Σύν­ταγ­μα, (ἄρ­θρο 3 παρ. 1) τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς ἐ­πι­κρα­τού­σας δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἀ­να­γνω­ρί­ζει σ᾿ αὐ­τὴν κα­νέ­ναν κυ­ρι­αρ­χι­κὸ ἢ ἡ­γε­μο­νι­κὸ ρό­λο ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων θρη­σκει­ῶν. Μὲ τὸν ὅ­ρο αὐ­τὸν ἁ­πλῶς το­νί­ζε­ται ὁ κεν­τρι­κὸς ρό­λος τῆς ὀρ­θο­δο­ξί­ας στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πο­ρεί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἰ­δί­ως στὰ χρό­νι­α τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας καὶ κα­θι­στὰ θε­μι­τὴ μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη φρον­τί­δα τοῦ κρά­τους γι᾿ αὐ­τὴν (Κ. Χρυ­σο­γό­νος, Ἀ­το­μι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα 2002, σελ. 257). Ἔκ­φαν­ση τῆς συν­ταγ­μα­τι­κῶς κα­το­χυ­ρω­μέ­νης θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας συ­νι­στᾶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἰ­σό­τη­τας τῆς ἴ­σης δη­λα­δὴ με­τα­χει­ρί­σε­ως, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως θρη­σκευ­τι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων, δι­καί­ω­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἄλ­λω­στε, ἀ­πορ­ρέ­ει καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἰ­σό­τη­τας, μὲ τὴν ὁ­ποί­α καὶ δι­α­σταυ­ρώ­νε­ται (Κο­νι­δά­ρης, ἄρ­θρο στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα τῆς 29.4.2001).
Ὡ­στό­σο, πά­γι­α γί­νε­ται δε­κτό, ὅ­τι ἡ συν­ταγ­μα­τι­κὴ αὐ­τὴ δι­ά­τα­ξη εἶ­ναι ἐ­ξο­πλι­σμέ­νη μὲ κα­νο­νι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἐ­πι­τρέ­πει, χω­ρὶς νὰ ἐ­πι­τάσ­σει, μία­ ἰ­δι­αί­τε­ρη (εὐ­νο­ϊ­κὴ) με­τα­χεί­ρι­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων θρη­σκει­ῶν, ὅ­πως ὁ κα­θο­ρι­σμὸς τῶν ἐ­πί­ση­μων ἀρ­γι­ῶν καὶ τῶν κρα­τι­κῶν ἑ­ορ­τα­σμῶν, σύμ­φω­να μὲ τὸ τυ­πι­κό της καὶ ἡ πα­ρου­σί­α τῶν κλη­ρι­κῶν της στὶς ἐ­πί­ση­μες ἑ­ορ­τές. Ἡ εὐ­νο­ϊ­κὴ αὐ­τὴ με­τα­χεί­ρι­ση πάν­τως δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πε­κτεί­νε­ται καὶ στοὺς πι­στούς τῆς θρη­σκεί­ας αὐ­τῆς, γι­α­τί κά­τι τέ­τοι­ο θὰ σή­μαι­νε εὐ­θεῖα πα­ρα­βί­α­ση τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ ἰ­σό­τη­τας τῶν πο­λι­τῶν (Χρυ­σο­γό­νος, Ἀ­το­μι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα 2003, σελ. 257, Γ. Πι­να­κί­δης, Μο­νο­με­ρεῖς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις στὸ ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­κρα­τούσας θρη­σκεί­ας, ΤοΣ 1999,1105)».
Τέ­λος, ἂν λά­βου­με ὑ­πό­ψη μας ὅ­τι ἔ­γι­νε δε­κτὸ σὲ -ὄ­χι πο­λὺ- πα­λαι­ό­τε­ρες ἐ­πο­χὲς πὼς «ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ἔν­νο­μη τά­ξη στὸ σύ­νο­λό της ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἡ συν­ταγ­μα­τι­κή, ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­σει τὸ σύ­στη­μα τῶν ἀ­ξι­ῶν τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἑ­πο­μέ­νως ἀ­πο­τε­λοῦν θε­μέ­λι­ο τῶν ἀ­ξι­ο­λο­γι­κῶν της θέ­σε­ων, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὅ,τι ὡς ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται πρὸς τὶς θε­με­λι­ώ­δεις ἀρ­χὲς τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ σὲ εὑ­ρεί­α ἔν­νοι­α, ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὴ κρί­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐν­νό­μου τά­ξε­ως, δι­α­μορ­φώ­νε­ται δὲ βά­σει καὶ αὐ­τῶν τῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων καὶ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κῶν κρί­σε­ων ἡ ἔν­νοι­α τῶν χρη­στῶν ἠ­θῶν, σὲ τρό­πο ὥ­στε μί­α ἐ­νέρ­γει­α ποὺ εὐ­θέ­ως ἀν­τί­κει­ται στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη τῶν ἀ­ξι­ῶν νὰ θε­ω­ρεῖ­ται κα­τ᾿ ἀρ­χὴν ἀν­τί­θε­τη καὶ πρὸς τὰ χρη­στὰ ἤ­θη»[5], ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε γι­ὰ ποι­οὺς ἀν­τι­κει­με­νι­κοὺς λό­γους ἡ θρη­σκεί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται δι­καί­ως σὲ συν­ταγ­μα­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ὡς «ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα».
Συ­νε­πῶς, θε­ω­ροῦ­με πὼς ὁ ἀ­νω­τέ­ρω ὅ­ρος δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας οὔ­τε ἀ­ναι­ρεῖ τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ οὐ­δε­τε­ρό­τη­τα τοῦ Κρά­τους. Ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται σὲ μί­α ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α δι­και­ώ­νει ἱ­στο­ρι­κὰ τὸ ρό­λο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας στὴν πο­ρεί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἔ­θνους ἡ ὁ­ποί­α, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, πρέ­πει νὰ τύ­χει τῆς δέ­ου­σας τι­μη­τι­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης. Τὸ ἐ­πι­τάσ­σει, πι­στεύ­ου­με, ἡ δι­και­ο­πο­λι­τι­κὴ ἐν­τι­μό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ μνή­μη καὶ ἡ ἐ­θνι­κὴ αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α.


1. Γιά τίς θέ­σεις αὐ­τές ὁ­ρᾶ­τε ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λῆ Γ., «Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό Δί­και­ο», Σάκ­κου­λας, σελ. 109 ἑ­πόμ.
2. Σέ Χρυ­σό­γο­νου Κ., «Ἀ­το­μι­κά καί Κοι­νω­νι­κά Δι­και­ώ­μα­τα», 2002, σελ. 257.
3. Σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λή Γ., ὅ.π., σελ. 118 ἑ­πόμ.
4. Σέ Ἀν­δρουτ­σό­που­λου Γ., «Ἡ θρη­σκευ­τι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α κα­τά τή νο­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου», 2010, σελ. 66.
5. Ἀ­πό­φα­ση Ἐ­φε­τεί­ου Ἀ­θη­νῶν 1013/1987 (Τμ. 13)], σέ Τρω­ϊ­ά­νου Σπ. – Που­λή Γ., ὅ.π., σελ. 158.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...