Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Αυγούστου 14, 2013

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: Ἡ κοίμησις τῆς Θεοτόκου


Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν. 
Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν. 
Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου. 
Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου ( Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13).

Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».

Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν». 

Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38). 
Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον. 
Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς. 
Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών. 

Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴν καὶ Θεολόγον Ἰωάννην, καθ’ ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἰδῆ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει δι’ υἱοθεσίας. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη καθὼς τὸν εἶδε ἐχάρη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐζήτησε νὰ προσευχηθοῦν. 
Μετὰ τὴν εὐχὴν ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνεκοίνωσε εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ εἰς τὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένους τὸ νέον μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσίν της καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδον τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον παρέλαβε ἀπὸ αὐτόν. 
Παρήγγειλε νὰ ἑτοιμάσουν τὸν οἶκον της, νὰ ἀνάψουν λαμπάδες καὶ νὰ θυμιάσουν, διότι τὸν εἶχε ἤδη διακοσμήσει ὡς ἄλλον νυμφικὸν θάλαμον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὑπεδέχετο τὸν ἀθάνατον Νυμφίον, τὸν παντευλόγητον Υἱόν της, τὸν ὁποῖον προσδοκοῦσε μὲ μίαν ἀκατάσχετον ἐλπίδα. Ὅταν ὅλα ἐτακτοποιήθησαν, ἐγνωστοποίησε εἰς τοὺς συνοδοὺς καὶ τοὺς γνωστούς της τὸ ἐπικείμενον μυστήριον τῆς Μεταστάσεώς της καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως τὴν περιεκύκλωσαν κλαίοντας καὶ θρηνώντας γιὰ τὸν ἀποχωρισμόν τους, καθ’ ὅτι μετὰ Θεὸν αὐτὴν εἶχαν ἐλπίδα καὶ βοήθειαν. 
Ἡ ἀδελφή τους ὅμως, ἡ Θεομήτωρ καὶ Βασίλισσα, τοὺς παρηγοροῦσε ἕναν ἕναν χωριστὰ καὶ ὅλους μαζὶ καὶ τοὺς ἀπηύθηνε ἕνα συγκινητικὸν χαιρετισμὸν λέγουσα: «Χαίρετε, τέκνα μου εὐλογημένα καὶ μὴ κάμετε τὴν μετάστασίν μου ἀφορμὴν θρήνου, ἀλλὰ πλησθῆτε ἀγαλλιάσεως, διότι ἔρχεται ἡ αἰώνιος εὐφροσύνη, ὁ Κύριός μου καὶ Υἱός μου καὶ ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεός του θὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας». 
Ἐκοίταξε ἔπειτα τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην καὶ τοῦ εἶπε νὰ δώση τὴν ἐσθῆτα καὶ τὸ μαφόριόν της εἰς τὶς δύο χῆρες οἱ ὁποῖες τὴν ὑπηρετοῦσαν. Ἐν συνεχείᾳ τοὺς ἐφανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς ἐκδημίας της καὶ τῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς θείας ἐπισκέψεως, καθὼς καὶ τὴν σημασίαν τοῦ κάθε γεγονότος. Ἔπειτα ἐκανόνισε τὰ τῆς κηδείας καὶ τοὺς παρήγγειλε πὼς νὰ τὴν μυρώσουν καθὼς καὶ ποῦ νὰ θάψουν τὸ πανάσπιλον σῶμα της. 
Μετὰ ταῦτα ἡ ἔνδοξος Θεομήτωρ ἀνεκλίθη εἰς ἕνα κράββατον, τὴν κλίνην ἐκείνην τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην νύκτα ἔλουζε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Υἱόν της Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν ἐλάμπρυνε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις αὐτῆς. Κατόπιν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες. Οἱ δὲ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι πιστοί, αἰσθανόμενοι ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας τῆς μητρὸς αὐτῶν Παναγίας Παρθένου, ἐξέσπασαν εἰς λυγμούς. 

Ἔπεσαν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἱκέτευαν νὰ μὴ τοὺς ἀφήση ὀρφανούς. Ἐὰν ὅμως ἦταν ἀναπόφευκτος ἡ ἀναχώρησίς της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, νὰ τοὺς συνοδεύη εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὴν Χάριν καὶ τὶς πρεσβεῖες της. Ἡ ἁγία Θεοτόκος ἤνοιξε τότε τὸ ἀμόλυντον καὶ καθαρώτατον στόμα της καὶ τοὺς εἶπε: «Ἡ εὐδοκία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου ἐπ’ ἐμέ⋅ «οὗτός μου Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν⋅ Θεὸς τοῦ Πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν» ( Ἐξοδ. ιε΄, 2). Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ σάρκα ἐγεννήθη ἀπὸ ἐμέ, ὅμως πατὴρ αὐτοῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ δημιουργός. Γιὰ τοῦτο ποθῶ νὰ πορευθῶ πρὸς αὐτόν, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ εἰς πάντας τὸ εἶναι καὶ τὴν ζωήν. 

Παρ’ ὅλον δὲ ποὺ θὰ ὑπάγω ἐκεῖ πλησίον του, δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ καὶ νὰ πρεσβεύω ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν χριστιανῶν καὶ τοῦ κόσμου παντός, οὕτως ὥστε ὁ φιλάνθρωπος Κτίστης, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός του, νὰ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ τοὺς ἐνισχύη καὶ νὰ τοὺς καθοδηγῆ εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀληθινῆς ζωῆς· νὰ μεταστρέφη τοὺς ἀπίστους καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβη ὅλους εἰς μίαν ποίμνην ( Ἰωάν., ι΄16), καθ’ ὅτι ὡς καλὸς Ποιμὴν ἔδωσε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων του, γνωρίζει δὲ τὰ ἰδικά του καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ αὐτά». 

Καὶ καθὼς ἡ ὑπερευλογημένη μήτηρ τοῦ Χριστοῦ τοιουτοτρόπως ὡμιλοῦσε καὶ συγχρόνως τοὺς εὐλογοῦσε, ἠκούσθη αἴφνης δυνατὴ βροντὴ καὶ ἐνεφανίσθη μία νεφέλη φερομένη ἀπὸ γαλήνιαν αὔρα. Ἀπὸ τὴν μεγαλειώδη αὐτὴν νεφέλην, ἤρχισαν νὰ πίπτουν εἰς τὴν γῆν ὡς σταγόνες μυριπνόου δρόσου οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μαθηταὶ καὶ Ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνερχόμενοι «ἐπὶ τὸ αὐτό» ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας. Ἀμέσως ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ Θεολόγος Ἰωάννης, ἀφοῦ τοὺς ὑπεδέχθη καὶ ἤρεμα τοὺς ἐχαιρέτισε, τοὺς ὡδήγησε ἐνώπιον τῆς ὑπεραγίας καὶ μακαρίας Παρθένου. 

Δὲν ἦλθαν μόνον οἱ δώδεκα, ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς πολυάριθμους μαθητάς των οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιλεγῆ καὶ ἀξιωθῆ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὅπως μᾶς τὸ δηλώνει ὁ μέγας Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολήν του. 

Λέγει, δηλαδή, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεον, τὸν Ἱερόθεον καὶ ἄλλους ὁμοψύχους των ἔφθασαν ἐκεῖ μὲ τοὺς Ἀποστόλους γιὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς Βασιλίσσης. Εἰσῆλθαν, λοιπόν, καὶ παρέστησαν ἐνώπιόν της καὶ τὴν προσεκύνησαν μετὰ δέους καὶ ἄκρας εὐλαβείας. Ἡ δὲ μακαρία καὶ Παναγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἀνήγγειλε τὴν ἀναχώρησίν της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν. 

Τοὺς διηγήθη ἐπίσης περὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς κοιμήσεώς της ἐκ μέρους τοῦ ἀρχαγγέλου, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδειξε τὸ ἐπινίκιον σύμβολον τῆς Μεταστάσεώς της, τὸν κλάδον δηλαδὴ τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον τῆς ἔδωσε ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ἐπαρηγόρησε καὶ πάλι τοὺς εὐλόγησε, ἐνισχύουσα καὶ στηρίζουσα αὐτοὺς εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. 

Ἀπεχαιρέτισε τὸν Πέτρον καὶ τὸν Παῦλον καθὼς καὶ ὅλους τοὺς λοιπούς, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «Χαίρετε τέκνα, φίλοι καὶ μαθηταὶ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου. Εἶσθε μακάριοι, ποὺ ἔχετε κριθῆ ἄξιοι νὰ γίνετε μαθηταὶ τοῦ εὐλογητοῦ καὶ ἐνδόξου Κυρίου καὶ Δεσπότου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν διακονίαν τοιούτων μεγίστων μυστηρίων καὶ σᾶς ἐξέλεξε συμμετόχους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν Παθῶν αὐτοῦ, γιὰ νὰ σᾶς ἀξιώση νὰ γίνετε κοινωνοὶ καὶ τῆς δόξης καὶ Βασιλείας του ὅπως σᾶς τὸ ὑπεσχέθη καὶ τὸ οἰκονόμησε ὁ ἴδιος, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης». 

Τοὺς ἐξέθεσε δὲ μίαν τοιαύτην εὐλογημένην διδασκαλίαν ἀνάλογον τοῦ ὕψους τῆς δόξης της καὶ ἀφοῦ ὥρισε τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες σχετικῶς μὲ τὴν κηδείαν καὶ τὴν ταφήν της, ὕψωσε τὰ χέρια εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἤρχισε νὰ εὐχαριστῆ τὸν Κύριον ὡς ἑξῆς: 

»Εὐλογῶ σε, τὸν Βασιλέα τοῦ παντὸς καὶ μονογενῆ Υἱὸν τοῦ ἀνάρχου Πατρός, τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, διότι εὐδόκησες, εὐαρεστῶν τὸν Πατέρα δι’ ἄφατον φιλανθρωπίαν νὰ σαρκωθῆς ἀπὸ ἐμὲ τὴν δούλην σου μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

»Εὐλογῶ σε, τὸν χορηγὸν κάθε εὐλογίας καὶ φωτοπάροχον, τὸν αἴτιον παντὸς ἀγαθοῦ καὶ εἰρηνάρχην, ποὺ μᾶς ἐχάρισες τὴν ἐπίγνωσίν σου καὶ τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος.

»Εὐλογῶ σε, γιὰ τὸ ὅτι εὐηρεστήθης νὰ κατοικήσης εἰς τὴν κοιλίαν μου ἀνεκλαλήτως.

»Εὐλογῶ σε, διότι ἠγάπησες τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑπομείνης πρὸς χάριν μας τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασίν σου νὰ ἀναστήσης τὴν φύ- σιν μας ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδου, νὰ τὴν ἀναβιβάσης εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ τὴν δοξάσης μὲ δόξαν ἀσύλληπτον.

»Εὐλογῶ σε καὶ μεγαλύνω τοὺς λόγους σου, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέδωσες ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ καὶ πιστεύω εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν πρὸς ἐμὲ ἐπαγγελιῶν σου».

Ὅταν ἡ ἁγία καὶ ὑπερευλογημένη Θεοτόκος ἐτελείωσε τὸν αἶνον καὶ τὴν προσευχήν της, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, κινούμενοι ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν, νὰ ἀνυμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν, ὁ καθεὶς ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός του καὶ τοῦ θείου φωτισμοῦ.

Ἐγκωμίασαν καὶ ἀνύμνησαν τὴν ἀπροσμέτρητον γενναιοδωρίαν τῆς θείας κυριαρχίας καὶ μὲ τὴν θαυμαστὴν θεολογίαν τους εὔφραναν τὴν καρδίαν τῆς ὑπερενδόξου Θεομήτορος, καθώς μᾶς παρέδωσε ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Διονύσιος εἰς τὸ κεφάλαιον ὅπου καταδεικνύει τὴν δύναμιν τῶν εὐχῶν καὶ τῆς θεολογίας ποὺ ἐξέφρασε πανευλαβῶς ὁ μακάριος Ἱερόθεος [Εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων: «Τίς ἡ τῆς εὐχῆς δύναμις καὶ περὶ τοῦ μακαρίου Ἱεροθέου καὶ περὶ εὐλαβεί- ας καὶ συγγραφῆς θεολογικῆς», Ρ.G. 3, 681D].

Συγκεκριμένα, εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τοῦ λόγου του πρὸς τὸν Τιμόθεον, ἀναφέρει περὶ τῆς συναθροίσεως τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, καθὼς καὶ περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὁ καθείς, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διετράνωσε διὰ λόγων αἰνέσεως τὴν δόξαν τῆς ἀπειροδυνάμου θείας ἐξουσίας καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐδόκησε νὰ κατέλθη εἰς τὴν γῆν χωρὶς νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους καὶ νὰ σαρκωθῆ ἀπὸ τὴν πανάμωμον Παρθένον.

Ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη, ἐπειδὴ ηὗρε τὴν Παναγίαν καὶ ὑπερένδοξον Μαριὰμ ὑπήκοον καὶ ὑψηλοτέραν πάσης τῆς κτίσεως· εὐδόκησε νὰ κατοικήση ἐντός της, ἐνεδύθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τοιουτοτρόπως ἠλέησε καὶ ἔσωσε τὸ ἀνθρώπινον γένος μὲ τὴν μεγαλειώδη καὶ ἀνέκφραστον Οἰκονομίαν του καὶ τὸ ἐδόξασε, πλουτίζων αὐτὸ μὲ τὴν Χάριν του ἕνεκα τῆς ἀνυπερβλήτου εὐσπλαγχνίας καὶ μακροθυμίας του.

Μετὰ ταῦτα ἡ ἁγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε γιὰ μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ ἡ καρδία της ἐπλήσθη θείας παρηγορίας. Καὶ ἰδού, ἔλαβε χώραν ἡ μεγαλειώδης καὶ θαυμαστὴ ἄφιξις Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ αὐτῆς, συνοδευομένου ἀπὸ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλα τάγματα, Σεραφίμ, Χερουβὶμ καὶ Θρόνους⋅ ὅλοι οἱ ἄγγελοι παρίσταντο ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μετὰ φόβου, καθ’ ὅσον «ὅπου βασιλέως παρουσία, καὶ ἡ τάξις παραγίγνεται».

Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐγνώριζε ὅλα αὐτὰ ἐκ τῶν προτέρων, τὰ προσδοκοῦσε μὲ ἀκράδαντον ἐλπίδα⋅ γιὰ τοῦτο ἔλεγε: «πιστεύω ὅτι ὅλες οἱ πρὸς ἐμὲ ὑποσχέσεις σου θὰ πραγματοποιηθοῦν».

Ἀκολούθως εἶδαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐμφανῶς, εἶδαν ἔκπληκτοι τὴν θεϊκήν του δόξαν, ὁ καθεὶς βέβαια ἀναλόγως τῆς δυνατότητος αὐτοῦ. Ἡ παροῦσα ἔλευσις τοῦ Κυρίου ἦταν μεγαλοπρεπεστέρα καὶ φοβερωτέρα τῆς πρώτης, καθ’ ὅτι τώρα ἐνεφανίσθη λαμπρότερος τῆς ἀστραπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ Μεταμορφώσεώς του, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξε παρὰ τὴν φυσικήν του δόξαν, διότι μετὰ τὴν Ἀνάληψιν ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ἀόρατος.

Ἐνώπιον τοιούτου μυστηρίου «οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα, γενόμενοι ὡσεὶ νεκροί» (Ματθ. ιε΄, 6). Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «Εἰρήνη ὑμῖν», ὅπως παλαιά, ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ( Ἰωάν. κ΄, 21, 19) εἰς τὸν ἴδιον αὐτὸν οἶκον τοῦ Ἰωάννου.

Κάτι παρόμοιον συνέβη καὶ τώρα, εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς μητρὸς τοῦ Ἀναστάντος. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἤκουσαν τὴν γλυκυτάτην καὶ παμπόθητον φωνὴν αὐτοῦ, ἀνεζωογονήθησαν καὶ ἐνισχύθησαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς καὶ ἔμειναν νὰ θεωροῦν μὲ δέος τὸ ὑπέρλαμπρον κάλλος καὶ τὴν Θείαν αἴγλην τοῦ Προσώπου του.

Ὡς ἐκ τούτου, ἡ παναγία καὶ ἄμωμος καὶ εὐλογημένη Θεοτόκος ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῆς κατηυγάσθη μὲ θείαν φωτοφάνειαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, βλέπουσα μετ’ εὐλάβειας καὶ φόβου τὴν δόξαν καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ υἱὸς καὶ Βασιλεύς της Ἰησοῦς Χριστός, ἐμεγάλυνε ἀκόμη περισσότερον τὴν θεότητά του καὶ προσηύχετο ὑπὲρ τῶν Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν παρόντων.

Τὶς ὕστατες αὐτὲς στιγμὲς ἐμεσίτευσε ὑπὲρ τῶν ἁπανταχοῦ εὑρισκομένων πιστῶν, παρεκάλεσε ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντὸς καὶ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς ἐπικαλουμένης τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, ἐζήτησε δὲ ὅπου μνημονεύονται τὰ δύο αὐτὰ ὀνόματα νὰ ἐκχέεται πλούσια ἡ θεία εὐλογία.

Τότε ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία κοιτάζοντας καὶ πάλιν πρὸς τὸν Υἱόν της τὸν ἀντίκρυσε μὲ δόξαν τοιαύτην ὥστε οὐδεμία γλώσσα ἀνθρωπίνη νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐκφράση. Καὶ εἶπεν: «Εὐλόγησόν με, Κύριε, μὲ τὴν δεξιάν σου καὶ εὐλόγησον ὅλους ὅσους σὲ δοξάζουν καὶ μνημονεύουν τὸ ὄνομά μου κάθε φορὰν ποὺ προσφέρουν εἰς σὲ τὴν προσευχὴν καὶ δέησίν των».

Ὁ Κύριος τότε ἐξέτεινε τὴν δεξιάν του, εὐλόγησε τὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶπε: «Μακαρία σύ, ἀγαλλιάσθω ἡ καρδία σου Μαρία, εὐλογημένη ἐν γυναιξί, διότι τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος καὶ ὅλες οἱ δωρεὲς σοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον⋅ καὶ κάθε ψυχὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου μετ’ εὐλαβείας δὲν θὰ παραβλεφθῆ ἀλλὰ θὰ εὕρη ἔλεος καὶ παρηγορίαν εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα.

Σὺ δέ, πορεύου ἐν εἰρήνῃ καὶ χαρᾷ εἰς τὰ αἰώνια σκηνώματα, εἰς τοὺς ἀπέραντους θησαυροὺς τοῦ Πατρός μου, γιὰ νὰ θεωρῆς τὴν δόξαν μου καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Ἀμέσως δέ, δι’ ἐντολῆς τοῦ Κυρίου οἱ ἄγγελοι ἤρχισαν νὰ ψάλλουν ἕνα γλυκύτατον ὕμνον μὲ φωνὴν ζωηρὰν καὶ θελκτικωτάτην, ἐνῷ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔκλιναν εὐλαβῶς τὶς κεφαλές των ἐνώπιον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μυσταγωγίας καὶ ἀφιέρωσαν μὲ τὴν σειράν τους εἰς τὴν Παρθένον μίαν ὑμνωδίαν ἀγγελομίμητον.

Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κλίμα ἡ Παναγία μήτηρ τοῦ Κυρίου παρέδωσε τὴν μακαρίαν καὶ ἀμόλυντον ψυχὴν αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλέα καὶ υἱόν της καὶ ἐκοιμήθη ὕπνον γλυκὺν καὶ ἐράσμιον. Ὅπως εἰς τὸν ἀπόρρητον τοκετόν της ἐγέννησε ἀνωδύνως τὸν Κύριον Ἰησοῦν, τοιουτοτρόπως ἔμεινε ἀνέπαφος ἀπὸ τοὺς ἐπιθανάτιους πόνους καὶ κατὰ τὴν κοίμησίν της, καθ’ ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ Δημιουργὸς κάθε κτιστῆς φύσεως, αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ποὺ τότε καὶ τώρα μετέτρεψε τοὺς φυσικοὺς νόμους.

Οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων ὕψωσαν μὲ θαυμασμὸν τὰ ἀόρατα χέρια τους καθὼς διήρχετο ἡ παναγία αὐτῆς ψυχή. Ὁ οἶκος τῆς Σιών, καθὼς καὶ ὅλη ἡ περιοχή, ἐπλήσθη ἀπὸ μίαν ἄρρητον εὐωδίαν.

Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὸ πανάχραντον σῶμα της ἐπλανᾶτο μία φωτεινὴ ὕπαρξις ἀόρατος ἀπὸ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς. Τοιουτοτρόπως ὁ Διδάσκαλος καὶ οἱ μαθηταί, τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, συνώδευσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἁγίαν Παρθένον.

Καὶ ὁ μὲν εὐλογητὸς Κύριος καὶ ἔνδοξος Δεσπότης τοῦ παντὸς εἰσήγαγε τὴν ἁγίαν ψυχὴν τῆς παναχράντου αὐτοῦ μητρὸς εἰς τοὺς οὐρανούς, οἱ δὲ μαθηταὶ ἀπέθεσαν τὸ πανάσπιλον σῶμα της εἰς τὴν γῆν, γιὰ νὰ τὸ ἀλείψουν μὲ ἀρώματα καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφέρουν ὅπου θὰ ἐπιθυμοῦσε ἐκείνη· ἀπὸ ἐκεῖ ἔμελλε μετ’ ὀλίγον νὰ μεταστῆ εἰς τὸν Παράδεισον ἢ ὁπουδήποτε ἠθέλησε ὁ υἱὸς καὶ Θεός της.


πηγή: Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Ο Βίος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Ιερόν Κελλίον Αγίου Νικολάου "Μπουραζέρη", Άγιον Όρος, 2010.
πηγή/αντιγραφή

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΛΗΡΙΚΟΙ...



"Αν ο «παπάς» δεν είναι τουλάχιστον ευγενής, τότε είναι χαμένη όλη η διακονία του" λέει ο Μητροπολίτης Καστοριάς στήν τελευταία παρακάτω εγκύκλιό του...


"...Αγαπητοί μου Πατέρες,
Ετοιμαζόμαστε και φέτος με τη βοήθεια του Θεού και με τις πολλές πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, να γιορτάσουμε το «Θεομητορικό Πάσχα του καλοκαιριού», που είναι η Κοίμηση της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. 
Με την ευκαιρία αυτού του γεγονότος, θα ήθελα και πάλι να επικοινωνήσω μαζί σας και να σας καταθέσω την αγωνία μου γι’ αυτά τα οποία συμβαίνουν στην πατρίδα μας, αλλά και γύρω μας, για τον παράγοντα άνθρωπο που καθημερινά στενάζει κάτω από πολλά δεινά και δυσκολίες και ιδιαίτερα από εκείνους που λεηλατούν μέχρι σήμερα τη χώρα μας και την πατρίδα μας χωρίς να υπάρχει η ελάχιστη βοήθεια.
Βέβαια, πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ όλα, είναι το χέρι και η πρόνοια του Θεού. Εκείνο όμως, το οποίο απουσιάζει είναι η δική μας συμμετοχή στην πορεία προς τα εμπρός.
Γι’ αυτό και στις μέρες μας ισχύει αυτό που έλεγε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει». 
Επιτρέψτε μου να καταθέσω στην αγάπη σας λίγες σκέψεις δανεισμένες από τους Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας για μία αρετή που σπανίζει στην εποχή μας, μία αρετή που λείπει από πρόσωπα των Κληρικών μας αλλά και απ’ όλους μας, και που είναι η ΕΥΓΕΝΕΙΑ.
Η ευγένεια δεν φτάνει ποτέ στο υβρεολόγιο και τη βωμολοχία. Δεν γνωρίζει ποτέ την αναίδεια και την παρρησία, η οποία κατά τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, είναι «μέγα κακόν και ολέθριον».
Άλλωστε ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος θα πει πως η αναίδεια είναι η μητέρα της ακολασίας.
Τρίτον. Ο ευγενής άνθρωπος δεν μιλάει ποτέ για τον εαυτό του. Δεν παρουσιάζει πότε τον εαυτό του ως σωτήρα. Δεν δημιουργεί οπαδούς, ούτε ομάδες, αλλά φέρεται πάντοτε με σύνεση.
Γενικά, είναι μία ισορροπημένη προσωπικότητα. Ο ευγενής σέβεται και τιμά τους μεγαλυτέρους, όχι υποκριτικά, αλλά πηγαία και αληθινά, με κάθε τρόπο και σε κάθε στιγμή της ζωής του. 
Ο ευγενής είναι ο υπομονετικός, ο συνεπής, ο πρόθυμος, ο προσεκτικός, ο ευχάριστος, ο ευγνώμων, που δεν γίνεται ποτέ κουραστικός και ενοχλητικός. 
Ο ευγενής είναι αυτός που ελέγχει την ποιότητα της συμπεριφοράς του, πρώτα στον ίδιο του τον εαυτό και μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Γιατί δεν μπορεί κανείς να είναι τύραννος στο σπίτι του και στους δικούς του και ταυτόχρονα να είναι ευσεβοφανής προς τους έξω.
Δεν μπορεί να δείχνει κανείς βαρβαρότητα στα παιδιά του και συγχρόνως ένα πλατύ χαμόγελο σε όλους τους άλλους.

Η αληθινή ευγένεια αρχίζει από το χώρο της καρδιάς μας, εκδηλώνεται στο σπίτι μας, στους οικείους μας, εν συνεχεία στους συνανθρώπους μας και απευθύνεται σε όλους χωρίς διακρίσεις.

Ο ευγενής ζητάει πάντοτε πρόθυμα και ειλικρινά συγγνώμη όχι προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις, αλλά επειδή αισθάνεται την συνείδησή του να τον ενοχλεί.
Ο ευγενής είναι συγχρόνως και πράος. Είναι ανεκτικός. Δεν χρησιμοποιεί το πάθος του θυμού. Διακρίνεται για τη σοβαρότητά του. Κυρίως, όμως, είναι προσεκτικός στα λόγια του.
Σκέφτεται πότε θα μιλήσει, πως θα μιλήσει, αν θα μιλήσει και όταν θα μιλήσει θα πεί τα πρέποντα.
Από τον ευγενή απουσιάζουν οι ψιθυρισμοί, όπως θα πεί ο Μέγας Βασίλειος, «και το απρεπώς λαλείν», όπως θα υπενθυμίσει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Ο ευγενής προσέχει ακόμη και τη ματιά του, η οποία πολλές φορές μπορεί να προσβάλλει έναν συνάνθρωπό του.
Γι’ αυτό έχουν γράψει χαρακτηριστικά πως ο ευγενής, ο σεμνός και αξιοπρεπής έχει σαν σύνθημά του το «κοσμίως βλέπειν» του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. 
Αγαπητοί μου πατέρες, σας έγραψα πάντα τα ανωτέρω, διότι αυτή η αρετή της ευγενείας, τείνει σήμερα να εκλείψει ακόμη και από τα πρόσωπα των Κληρικών μας.
Στ’ αυτιά μου αντηχούν τα λόγια του Γέροντος Αιμιλιανού του Σιμωνοπετρίτου: «αν δεν μπορείτε να γίνεται άγιοι, τουλάχιστον να είστε ευγενείς».
Ο Κληρικός, ιδιαίτερα στις μέρες μας, πρέπει να είναι κατ’ εξοχήν ευγενής άνθρωπος:
Ευγενής στο σπίτι μας.
Ευγενής στους ανθρώπους της Ενορίας μας. 
Ευγενής και ευεργετικός στους ανθρώπους που υποφέρουν.
Ευγενής στις διάφορες υπηρεσίες από τις οποίες ζητούμε καθημερινά εξυπηρετήσεις.
Ευγενής σε κάθε άνθρωπο με την οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν διαθέτει.
Οι διάφοροι τοπικισμοί και τα δήθεν προνόμια που νομίζουμε ότι έχουμε είναι αποβλητέα και καταδικαστέα από την Εκκλησία μας.
Γι’ αυτό σας απευθύνω θερμοτάτη παράκληση στην αγάπη σας: να εγκολπωθούμε αυτή την αρετή της ευγενείας που αποτελεί άρωμα πολλών αρετών.
Έτσι μόνο θα μπορούμε να αποκτήσουμε την πνευματική μας ισορροπία και την ηρεμία μέσα στο χώρο της καρδιάς μας και αυτήν την αγάπη και την ειρήνη να τις προσφέρουμε στους συνανθρώπους μας που τόσο τις έχουν ανάγκη. 
Αν ο «παπάς» δεν είναι τουλάχιστον ευγενής, τότε είναι χαμένη όλη η διακονία του...( τσάμπα δηλαδή κοπιάζει ) 
Εν’ όψει δε της Θεομητορικής εορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου σας υπενθυμίζω για μία ακόμη φορά καθώς και τα προηγούμενα χρόνια τα κάτωθι και σας παρακαλώ να δείξετε το ενδιαφέρον σας. 
1. Καθημερινά να τελείτε στον Ιερό Ναό τον Εσπερινό και εν συνεχεία τον Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο (μικρό ή μεγάλο), σύμφωνα με το Τυπικό της Εκκλησίας, αφού προηγουμένως ενημερώσετε τους ενορίτες σας για την Ιερά Ακολουθία και τον ακριβή χρόνο ενάρξεως.
Σας συνιστώ, αδελφικά και πατρικά, να μην ξεχνάτε καθημερινά, όλο τον χρόνο, στο σπίτι σας, μπροστά στις άγιες εικόνες, να ψάλετε τον Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο και ακόμη, κάθε βράδυ, μαζί με το Απόδειπνο να αναγινώσκετε και την Ακολουθία των Χαιρετισμών Της.
Θα έχετε την ευλογία και την χάρη της Παναγίας, η οποία θα σκεπάζει εσάς και την οικογένειά σας.
2. Προς όφελος των ενοριτών σας, θα πρέπει να λειτουργείτε πιο τακτικά την χρονική περίοδο αυτή και ίσως καθημερινά. Είναι μία θυσία και μία προσφορά που παρέχει όμως πολλές ευλογίες.
3. Μέσα στα πλαίσια αυτά της Θείας Λατρείας, να κάνετε και μία σύντομη Ι. Αγρυπνία στις 13 προς 14 Αυγούστου, προετοιμάζοντας έτσι, τους πιστούς σας για την μεγάλη εορτή της Παναγίας.
Μαζί λαμβάνετε και το τυπικό της Ιεράς αυτής Αγρυπνίας. Μπορείτε, ακόμη, να καθιερώσετε και την τέλεση του μυστηρίου του Ιερού Ευχελαίου και με τον τρόπο αυτό να προετοιμάσετε κατάλληλα το ποίμνιό σας. (Υπενθυμίζουμε ότι την κυριώνυμο ημέρα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ΔΕΝ ΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ).
4. Να προσέξουμε την νηστεία. Η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου είναι αλάδωτη καθημερινά, εκτός Σαββάτου και Κυριακής.
Να την τηρήσουμε πρώτα εμείς, αφού προηγουμένως ενημερώσουμε τον λαό για την σημασία αυτής της νηστείας.
Πρέπει απαραιτήτως να ενημερώσουμε τους διαφόρους Συλλόγους, αλλά και τους Χριστιανούς μας ότι στις πανηγύρεις των χωριών μας να μην καταλύουν την νηστεία την παραμονή της μεγάλης θεομητορικής εορτής, με αποτέλεσμα ουδείς την επομένη ημέρα να κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων.
5. Να προτρέψουμε τους πιστούς για την συμμετοχή τους στα Μυστήρια της Ιεράς Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας.
6. Εάν εορτάζει ο Ενοριακός σας Ναός, να τον ετοιμάσετε κατάλληλα για την πανήγυρη (καθαριότητα, στολισμός εικόνων, ευπρέπεια όλου του Ναού).
Ακόμη, να ανακοινωθεί εγκαίρως το πρόγραμμα των Ιερών Ακολουθιών της παραμονής και της κύριας ημέρας.
Με αυτό τον τρόπο, Πατέρες μου, θα μας δοθεί η ευκαιρία να βοηθήσουμε τις ψυχές των Χριστιανών για μία πνευματική αποτοξίνωση, να τις ξεκουράσουμε με το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως και να τις θρέψουμε με το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, να τις οδηγήσουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο και να προβάλλουμε σε όλους μας, ως πρότυπο για την δική μας ζωή, την Μητέρα του Κυρίου μας και την δική μας Μητέρα, την Παναγία.
Εύχομαι να έχετε πάντοτε πλούσια στην ζωή σας, στην οικογένειά σας, στους ενορίτες σας την ευλογία της Παναγίας.
Σας παρακαλώ δε να εύχεσθε και για την ελαχιστότητά μου, τόσο στο Ιερό Θυσιαστήριο, όσο και στις κατ’ ιδίαν προσευχές σας.
Σας ασπάζομαι με πολλή αγάπη Χριστού
Ο    Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ  ΣΑΣ

ΟΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.

Παναγία
Επιμέλεια: Μιχαήλ Μαντάλας
"Η Κεχαριτωμένη φανερώνει τις χάριτες που απορρέουν από τη χάρη Της, μέσα από εικόνες...Γεγονότα ιστορικά, ανάγκες καθημερινές, ζωντανά θαύματα, περιστατικά και συγκυρίες, ιδιώματα θεομητορικά αποτυπώνονται σε κάθε εικόνα που κοσμεί με την καλλιτεχνική ομορφιά της και παρηγορεί με την παρουσία της κάθε μονή του Αγίου Ορούς..", Μητροπολίτου Μεσογαίαςκ.Νικολάου

“Ευλογημένη Συ, η χωρήσασα Χριστόν”. Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την ιερή μνήμη της πανένδοξης Κοίμησης και θαυμαστής Μετάστασης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.  “Σήμερον ο της ζωής θησαυρός θανάτω ζωηφόρω καλύπτεται, ει και θάνατον προσαγορεύσαι την ταύτης ζωτικήν μεταβίωσιν”, τονίζει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Προς τιμήν της Ουράνιας Μητέρας μας, παρουσιάζουμε ορισμένες από τις θαυματουργές Της Εικόνες που βρίκονται στο Άγιον Όρος. Καλή Παναγιά ! Η Παναγιά σκέπη όλου του κόσμου! Χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό.

ΠΟΡΤΑΙΤΙΣΣΑ - Ι.Μ. ΙΒΗΡΩΝ :Η θαυματουργή Πορταΐτισσα, ή εξέχουσα μεταξύ των θεομητορικών εικόνων του "Αθω, ήταν αρχικά φυλαγμένη, καθώς διασώζει ή παράδοση, στη μικρασιατική Νίκαια. Μια ευσεβής γυναίκα με τον μοναχογιό της την είχαν τοποθετήσει μέσα στην ιδιόκτητη εκκλησία τους και την τιμούσαν.
Στά χρόνια της δεύτερης εικονομαχίας Βασιλικοί κατάσκοποι ανακάλυψαν την εικόνα και απείλησαν τη γυναίκα πώς θα τη σκοτώσουν αν δεν τους δωροδοκήσει. Εκείνη υποσχέθηκε ότι την επομένη θα τους έδινε τα χρήματα. και τη νύχτα, αφού προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα, τη σήκωσε με ευλάβεια, κατέβηκε στην παραλία και την έριξε στη θάλασσα λέγοντας:
- Δέσποινα Θεοτόκε, εσύ έχεις τη δύναμη κι εμάς να διασώσεις από τη οργή του Βασιλιά, αλλά και την εικόνα σου από τον καταποντισμό.
Τότε πραγματικά έγινε κάτι θαυμαστό. Ή θαυματουργή εικόνα στάθηκε όρθια στα κύματα και κατευθύνθηκε προς τη δύση. Συγκινημένη ή γυναίκα από το γεγονός γυρίζει στον γιο της και του λέει:
- Εγώ, παιδί μου, για την αγάπη της Παναγίας είμαι έτοιμη να πεθάνω. Εσύ να φύγεις. Να πάς στην Ελλάδα.
Χωρίς αργοπορία το παιδί ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη, κι από κει για τον "Αθωνα, όπου έμόνασε. Σάν μοναχός άσκήτεψε στον τόπο πού αργότερα ιδρύθηκε ή μονή των Ιβήρων. Αυτό ήταν οικονομία Θεού, γιατί έτσι πληροφορήθηκαν οί άλλοι μοναχοί το ιστορικό της θαυματουργής εικόνας.
Πέρασε καιρός. Ό μοναχός από τη Νίκαια πέθανε, και το μοναστήρι των Ιβήρων ιδρύθηκε και ολοκληρώθηκε. Ήταν βράδυ, όταν οι μοναχοί άντίκρυσαν ένα παράξενο θέαμα: Ένα πύρινο στύλο πού ξεκινούσε από τη θάλασσα κι έφθανε στον ουρανό.
Το όραμα συνεχίστηκε ήμερες και νύχτες. Κατεβαίνουν οι αδελφοί στην παραλία και βλέπουν με θαυμασμό στη βάση του πύρινου στύλου μία εικόνα της Θεοτόκου. Όσο όμως την πλησίαζαν εκείνη απομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στην εκκλησία και παρακάλεσαν με δάκρυα τον Κύριο να χαρίσει στο μοναστήρι τους τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό. Μεταξύ των μοναχών υπήρχε ένας ευλαβής ασκητής, πού λεγόταν Γαβριήλ. Σ' αυτόν παρουσιάζεται ή Παναγία και του λέει:
- Να πεις στον ηγούμενο και στους αδελφούς ότι θα σας παραδώσω την εικόνα μου, για να σας προστατεύει. Θα μπεις κατόπιν στη θάλασσα, θα περπατήσεις πάνω στα κύματα, κι έτσι θα καταλάβουν όλοι την εύνοια μου για το μοναστήρι σας.
Έτσι κι έγινε.
ΚΤΙΤΟΡΙΣΣΑ Η ΒΗΜΑΤΑΡΙΣΣΑ- Ι.Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ: Όταν κάποτε έγινε επιδρομή των Αράβων στη μονή, ο ιεροδιάκονος και βηματάρης (επιμελητής του ιερού βήματος και συνεπώς, υπεύθυνος για τα άγια λείψανα και λοιπά κειμήλια που φυλάσσονται εκεί) πρόλαβε και έκρυψε μέσα στο φρεάτιο της Αγίας Τράπεζας(Αρχαϊκό χωνευτήρι) μια πολύτιμη εικόνα της Θεοτόκου και ένα Σταυρό τοποθετώντας μπροστά τους μια αναμμένη λαμπάδα. Το μοναστήρι λεηλατήθηκε και οι μοναχοί οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Κρήτη, από όπου μετά εβδομήντα χρόνια ο επιζήσας ιεροδιάκονος απελευθερώθηκε και επέστρεψε στο μοναστήρι του. Εκεί βρήκε νέους αγνώστους μοναχούς που δεν ήξεραν τίποτα για κρυμμένα κειμήλια. Τότε άνοιξαν το φρεάτιο και βρήκαν τη εικόνα και το Σταυρό όρθια πάνω στο νερό, ενώ η λαμπάδα έκαιγε ακόμη. Η εικόνα αυτή βρίσκεται σήμερα στο σύνθρονο του ιερού βήματος, λέγεται δε και “Κτιτόρισσα”, από το γεγονός ίσως ότι η ανεύρεσή της σχετίζεται με την ανοικοδόμηση της μονής από τους τρείς αδελφούς και κτίτορες της μονής, Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, που μόνασαν περί τα τέλη του Ι\\\' αιώνα.
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ- ΠΡΩΤΑΤΟ ΚΑΡΥΕΣ: Η θαυματουργή αυτή εικόνα, που φυλάσσεται σήμερα στο ιερό σύνθρονο του Πρωτάτου των Καρύων, βρισκόταν κατά τα τέλη του Ι' αιώνα σε ένα κελί κοντά στις Καρυές που σήμερα φέρει την ίδια επωνυμία "Άξιον εστίν" λόγω του εξής θαύματος : Ενώ ο Γέροντας του Κελλιού απουσίαζε σε αγρυπνία του Πρωτάτου, συνέβη να φιλοξενήσει ο υποτακτικός του, που έμεινε μόνος στο κελλί, κάποιον άγνωστο περαστικό μοναχό μαζί με τον οποίο μάλιστα έψαλλε και την ακολουθία του όρχου της της Κυριακής. Όταν λοιπόν έφθασαν στην θ\' ωδή του κανόνα, ο μεν μοναχός του Κελλιού έψαλλε "Την Τιμιωτέραν", το γνωστό αρχαίο αυτό ύμνο του Αγίου Κοσμά του Ποιητή, που ψαλλόταν τότε όπως και σήμερα μαζί με τους θεομητορικούς στίχους της θ\' ωδής (Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον..."), ενώ ο ξένος μοναχός άρχισε τον ύμνο διαφορετικά, προσθέτοντας στην αρχή του το μέχρι τότε άγνωστο προοίμιο “Άξιον εστίν ως αληθώς...”, το οποίο τόσο Θαυμασμό προκάλεσε στον ντόπιο μοναχό, ώστε το ζήτησε και γραπτώς, για να μπορεί να το ψάλλει και αυτός. Επειδή όμως δε βρέθηκε μελάνι και χαρτί μέσα στο κελλί, ο μυστηριώδης ξένος μοναχός χάραξε τον ύμνο με το δάκτυλό του σε μια πέτρινη πλάκα και προσθέτοντας ότι έτσι πρέπει να ψάλλεται στο εξής ο ύμνος αυτός από όλους τους Ορθόδοξούς, έγινε άφαντος. Οι Αγιορείτες έστειλαν την πλάκα στον βασιλιά και στον Πατριάρχη, ενώ την εικόνα, μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο αγγελικός ύμνος, τη μετέφεραν στο Πρωτάτο, στο οποίο καθιερώθηκε να γίνεται και η ετήσια πανήγυρη σε ανάμνηση του θαύματος και προς τιμή της Θεοτόκου. Σύμφωνα με το αρχαίο συναξάριο, η γιορτή αυτή αρχικά τελούνταν στο Κελλί, όπου είχε γίνει το θαύμα, και μάλιστα προς τιμή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που χωρίς άλλο ήταν ο θαυμαστός εκείνος ξένος μοναχός.
ΤΡΙΧΕΡΟΥΣΑ - Ι.Μ. ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΟΥ:Η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας Τριχερούσας αποτελούσε οικογενειακό κειμήλιο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, ο οποίος με ευλάβεια την φύλαγε στο παρεκκλήσιο του σπιτιού του. Ο Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ήταν ο πρώτος σύμβουλος του Ουάλιδ το έτος 705-715, χαλίφη της Συρίας, για όλα τα αναγκαία θέματα, που αφορούσαν το Χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής αυτής.

Ακριβώς εκείνη την εποχή, όταν Αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Λέων Γ ο Ίσαυρος, ξέσπασε η Εικονομαχία. Η προσκύνηση των ιερών Εικόνων εθεωρείτο ειδωλολατρεία. Ο Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναδείχθηκε θερμός υποστηρικτής των Αγίων Εικόνων και με τα συγγράμματά του κατετρώπωσε την αίρεση της εικονομαχίας. Ο Αυτοκράτορας ο Λέων ο Γ προκειμένου να απαλλαγεί από την παρουσία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, τον συκοφάντησε στο χαλίφη Ουάλιδ με την κατηγορία, ότι σκέπτεται να του γράψει να καταλάβει κρυφά την Δαμασκό.

Ο χαλίφης διέταξε να συλληφθεί αμέσως ο Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και να του κοπεί το δεξί χέρι μέσα στην πλατεία της Δαμασκού. Η διαταγή εκτελέστηκε αμέσως. Ο Αγιος έλαβε το κομμένο χέρι του και όλη τη νύχτα ικέτευε την Παναγία γονατισμένος να τον θεραπεύσει προκειμένου να συνεχίσει τον σκληρό αγώνα του υπέρ της Ορθοδοξίας.

Ένα όνειρο

Κατάκοπος, όπως ήταν, αποκοιμήθηκε για λίγο και τότε είδε σε όραμα την Παναγία μέσα από την Αγία Εικόνα της να του λέει, ότι από τώρα και στο εξής το χέρι του θα είναι θεραπευμένο.

Ο Αγιος ξύπνησε και είδε πραγματικά, ότι το χέρι του είχε αποκατασταθεί και ήταν υγιές. Από τη χαρά του φρόντισε και έβαλε αργυρό ομοίωμα του χεριού του κάτω από το αριστερό μέρος της Εικόνας της Παναγίας. Ένεκα τούτου του περιστατικού ονομάστηκε η Εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας.
ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΡΙΑ - Ι.Μ. ΚΩΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ:Κατά τους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου, το έτος 1020, η αγία εικόνα της Αντιφωνήτριας έκανε το ακόλουθο θαύμα στην Μονή Κωσταμονίτου.

Κατά την πρώτη του μηνός Αυγούστου κατά την οποία εορτάζει η αγία Εκκλησία μας την Πρόοδο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ο τότε εκκλησιάρχης της μονής ονόματι Αγάθων, ήταν πολύ λυπημένος γιατί η μονή εστερείτο τα αναγκαία προς ευπρέπεια και φωτοχυσία της εκκλησίας. Ήταν παραμονή της εορτής της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου Στεφάνου, πολιούχου της μονής και ευρισκόμενος σε τέτοια θλίψη παρακαλούσε τη Θεοτόκο με θερμά δάκρυα, γονατισμένος μπροστά στην αγία της Εικόνα όλη νύχτα. Νηστικός και κουρασμένος καθώς ήταν, αποκοιμήθηκε για λίγο και αμέσως ήλθε σε έκσταση και ακούει φωνή από την εικόνα της Αντιφωνήτριας που του έλεγε να μην λυπάται και στεναχωρείται, γιατί αυτή φροντίζει για κάθε πράγμα στο Άγιον Όρος.

Πραγματικά προς διαβεβαίωση των λεγομένων, το πιθάρι της εκκλησίας γέμισε από λάδι καθώς και τα υπόλοιπα δοχεία της μονής από τα αναγκαία προς το ζην. Όταν τα άκουσε αυτά ο Αγάθων ξύπνησε χαρούμενος θαυμάζοντας για την όραση. Αμέσως έφυγε και πήγε στο ναό. Όταν διαπίστωσε ότι το πιθάρι του λαδιού ήταν γεμάτο. Εξεπλάγην και κήρυξε μεγαλόφωνα σε όλους τους αδελφούς το θαύμα.

Πραγματικά προς διαβεβαίωση των λεγομένων, το πιθάρι της εκκλησίας γέμισε από λάδι καθώς και τα υπόλοιπα δοχεία της μονής από τα αναγκαία προς το ζην. Όταν τα άκουσε αυτά ο Αγάθων ξύπνησε χαρούμενος θαυμάζοντας για την όραση. Αμέσως έφυγε και πήγε στο ναό. Όταν διαπίστωσε ότι το πιθάρι του λαδιού ήταν γεμάτο. Εξεπλάγην και κήρυξε μεγαλόφωνα σε όλους τους αδελφούς το θαύμα.
ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΝΑ- Ι.Μ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ:Η παράδοση αποδίδει πολλά θαύματα στην εν λόγω εικόνα, καθώς αναφέρουν παλαιότεροι πατέρες της μονής. Το σπουδαιότερο είναι το γεγονός ότι κατά την πυρκαϊά του 1762, τότε που ολόκληρο το Καθολικό της μονής έγινε παρανάλωμα του πυρός χωρίς να διασωθεί τίποτε, μόνο η εικόνα αυτή έμεινε αβλαβής μέσα στη φωτιά και βρέθηκε επάνω στη στάχτη στον τόπο που είναι τοποθετημένη σήμερα, δηλαδή στον πρώτο από αριστερά κίονα του κυρίως ναού, στραμμένη προς Νότο.
ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ- Ι.Μ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ:Η εικόνα αυτή βρισκόταν από πολύ παλιά στο καθολικό της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου στον κίονα του αριστερού χορού.

Το 1730 όμως εξαφανίστηκε ξαφνικά από τη θέση της, ενώ οι πύλες του ναού ήταν κλειδωμένες, και βρέθηκε στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος. Όλοι νόμισαν ότι κάποιος την είχε κλέψει κρυφά και έτσι η εικόνα μεταφέρθηκε πίσω στη θέση της, ενώ οι Βατοπεδινοί πατέρες έλαβαν αυστηρότατα μέτρα ασφαλείας και σφράγισαν τον ναό.

Σε λίγη όμως ώρα, όταν ανοίχτηκε η εκκλησία για την ακολουθία, η εικόνα έλειπε και πάλι από τη θέση της και πολύ σύντομα έφτανε είδηση από την Μονή του Ξενοφώντος ότι βρέθηκε και πάλι στην αντίστοιχη θέση του εκεί καθολικού.

Οι Βατοπεδινοί πείσθηκαν για το θαύμα και αποφάσισαν να μην αντισταθούν άλλο στη θέληση της Θεομήτορος. Έτρεξαν στη Μονή Ξενοφώντος για να προσκυνήσουν την Οδηγήτρια και για πολύ καιρό της έστελναν λάδι και κερί στην νέα της κατοικία.
ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ- Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ:Η θαυματουργή αυτή εικόνα της Θεοτόκου βρισκόταν σε κάποιο φημισμένο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης που λεγόταν του Μυρελαίου. Από εκεί την έφερε στο Άγιον Όρος ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός και την αφιέρωσε στη δεύτερη μονή την οποία ίδρυσε (μετά την Ξηροποτάμου) και που έλαβε το όνομά του.

Η αγία αυτή εικόνα χάριτι Θεού άρχισε κάποτε να βλύζει μύρο γι΄ αυτό και από τότε ονομάζεται Μυροβλύτισσα. Ενεργεί πολλά θαύματα σ'  όσους προστρέχουν σ΄ αυτήν με ευλάβεια και επικαλούνται θερμά τη βοήθεια της Αειπαρθένου.
 ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ - Ι.Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ:Όπως η Πορταΐτισσα έτσι και η Γλυκοφιλούσα είναι από τις εικόνες εκείνες που διασώθηκαν από την εικονομαχία και μεταφέρθηκαν θαυματουργικά στον Αθω.

Ήταν κτήμα της Βικτωρίας, ευσεβούς συζύγου του εικονομάχου συγκλητικού Συμεών, η οποία, για να μην την παραδώση, την έριξε στη θάλασσα. Η εικόνα πλέοντας όρθια στα κύματα έφθασε στον αρσανά της Μονής Φιλόθεου, όπου παρελήφθη με πολλή τιμή και χαρά από τον ηγούμενο και τους πατέρες της Μονής, που είχαν ειδοποιηθή με αποκάλυψη της Θεοτόκου.
ΓΟΡΓΟΕΠΗΚΟΟΣ - Ι.Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ:Ένα από τα πολλά ονόματα που προσδίδουμε στην Παναγία μας είναι Γοργουπήκοος και η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους από το 1646. Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, \"λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά\", φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρρεια τους ασκομένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ εκείνη με πίστη, ζητώντας την βοήθεια της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσοι την ευλαβούμαστε και την επικαλούμαστε με πίστη.

Όπως αναφέρει στο Συναξάρι Ο όσιος Νικόδημος, στη Μονή του Δοχειαρίου, στο δεξί μέρος της Τραπέζης του Μοναστηρίου, βρισκόταν μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα. Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Μια βραδυά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: \"Μην περνάς από εκεί και μαυρίζεις τον τόπο με καπνό\". Ό μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: \'\"Ώ Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;\". Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός.\"Ετσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε. Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: \"Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ\' εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργουπήκοος\".
 ΕΠΑΚΟΥΟΥΣΑ- Ι.Μ. ΖΩΓΡΑΦΟΥ:Όταν ο όσιος Κοσμάς ο Ζωγραφίτης, αναχωρητής που ήκμασε γύρω στα τέλη του ΙΓ\' και τις αρχές του ΙΔ\' αιώνα, βρισκόταν ακόμη στο κοινοβιο, συνέβει κάποτε να βρεθεί μόνος μέσα στο ναό και να στραφεί προς την εν λόγω εικόνα με εγκάρδια προσευχή λέγοντας: “Υπεραγία Θεοτόκε προσευχήσου στον Υιό σου και Θεό, για να με οδηγήσει σε οδό σωτηρίας”. Άκουσε τότε την Παναγία να λέει: “Υιέ και Θεέ μου, δίδαξέ τον δούλο σου, πώς να σωθεί” και να απαντά αμέσως ο Χριστός: “Ας αναχωρήσει από τη μονή και ας ησυχάσει μόνος του”. Πράγματι ο όσιος διέπρεψε στον ησυχαστικό βίο και δοξάσθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Η εικόνα που “επήκουσε” τη δέησή του βρίσκεται στο ιερό βήμα του Καθολικού της μονής.
ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΟΜΕΝΗ- Ι.Μ. ΖΩΓΡΑΦΟΥ:Κατά την εποχή της της ψευδένωσης της επί Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου και Ιωάννου Βέκκου των λατινιφρόνων συνόδου της Λυών κατά τον ΙΓ΄ αιώνα Λατίνοι κληρικοί μαζί με στρατιώτες εισέβαλαν στο Άγιον Όρος, το οχυρό αυτό της Ορθοδοξίας, για να επιβάλουν δια της βίας την ένωση με τους δυτικούς. Η μονή Ζωγράφου όπως και άλλες αγιορείτικες μονές είχε την τιμή να αναδείξει στον αγώνα αυτόν κατά της πλάνης τους εικοσιέξι Ζωγραφίτες οσιομάρτυρες. Την εποχή αυτή ασκήτευε κοντά στη μονή ένας ενάρετος Γέροντας, που είχε τη συνήθεια να απαγγέλει τον Ακάθιστο Ύμνο πολλές φορές την ημέρα μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου.

Μία μέρα άκουσε την Παναγία να του μιλά από αυτήν την εικόνα και να του αναγγέλει (εξού και “Προαναγγελλόμενη”) ότι οι λατινόφρονες πλησιάζουν στο μοναστήρι και όποιος είναι ψυχικά αδύνατος να κρυφτεί, ενώ εκείνοι που επιθυμούν μαρτυρικά στεφάνια ας παραμείνουν στο μοναστήρι.
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ- Ι.Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ: Tο πρώτο θαύμα

H εικόνα της Παναγίας της Γερόντισσας, είναι θαυματουργή. Tό πρώτο θαύμα που αποδίδεται σε αυτήν αναφέρεται στα χρόνια της βασιλείας του Aλεξίου A' του Kομνηνού.

'Oταν κτιζόταν το αρχικό μανύδριο, 500 περίπου μέτρα μακριά από τα σημερινά κτίρια της Mονής, και ενώ οι εργάτες έκτιζαν, η εικόνα μαζί με τα εργαλεία των οικοδόμων εξαφανίζονταν μυστηριωδώς και όταν τα αναζητούσαν το πρωί τα ανακάλυπταν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η Mονή. Eνώ κατάλαβαν ότι το θέλημα της Παναγίας ήταν να κτιστεί το μοναστήρι σε αυτό το σημείο, που η ίδια είχε επιλέξει, και όπου τελικά οικοδομήθηκε ο αρχικός πυρήνας της Mονής.

Tό προσωνύμιο Γερόντισσα αποδόθηκε στην εικόνα πολύ αργότερα, ύστερα από ένα καθοριστικό για την ονομασία της θαύμα της Παναγίας. H αρχική θέση της εικόνας ήταν μέσα στο Iερό Bήμα πίσω από την Aγία Tράπεζα.

Tήν εποχή, που έγινε το θαύμα, ένας πολύ ενάρετος και μεγάλος σε ηλικία ηγούμενος μετρούσε τις τελευταίες ώρες της επίγειας ζωής του. Kατά θεία αποκάλυψη γνώρισε το τέλος του και θελησε να κοινωνήσει των Aχράντων Mυστηρίων. Γι' αυτό το λόγο παρακάλεσε τον ιερομόναχο εφημέριο που ιερουργούσε τη συγκεκριμένη ημέρα να συντομεύσει τη Θεία Λειτουργία, ώστε να προλάβει να κοινωνήσει. O ιερομόναχος όμως δεν υπάκουσε και συνέχισε να λειτουργεί με αργό ρυθμό.

Ξαφνικά ακούστηκε από την εικόνα η φωνή της Παναγίας, η οποία πρόσταζε τον ιερομόναχο να τελειώσει γρήγορα την Θεία Λειτουργία, ώστε να προλάβει να κοινωνήσει ο ηγούμενος. 'Eτσι και έγινε. Mόλις ο Γέροντας κοινώνησε, εκοιμήθη και εξαιτίας αυτού του περιστατικού, η εικόνα απέκτησε την προσωνυμία "Γερόντισσα".
ΦΟΒΕΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ - Ι.Μ. ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ:Αυτή η εικόνα της Θεοτόκου ήταν το μόνο αντικείμενο που σώθηκε από μια φοβερή πυρκαϊά, η οποία κατέστρεψε ολόκληρο, ένα μετόχι της μονής στην Κρήτη. Μεταφέρθηκε στη μονή, όπου εξακολουθεί να επιτελεί πολλά θαύματα, όπως μαρτυρείται από τους πατέρες της μονής και τους προσκυνητές. Σε πρόσφατη πυρκαϊά του δάσους της μονής, οι μοναχοί έτρεξαν επί τόπου με την εικόνα και σε λίγο ραγδαία βροχή σταμάτησε την καταστροφή. Βρίσκεται στο τέμπλο παρεκκλησίου του Καθολικού και την Τρίτη της Διακαινησίνου λιτανεύεται από το μοναστήρι στο Πρωτάτο, όπου ανταποδίδει την επίσκεψη του “Άξιον Εστίν”, που έχει γίνει την προηγούμενη μέρα στο Κουτλουμούσι.
 ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ- Ι.Μ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ:Σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται σε ασημένια πλάκα στο πίσω μέρος της, η εικόνα αυτή δωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό στον όσιο Διονύσιο κτίτορα της μονής κατά την επίσκεψή του στην Τραπεζούντα, είναι δε εκείνη με την οποία ο Πατριάρχης Σέργιος στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως κατά την πολιορκία της από  τους Σκύθες το 626 μ.χ. Και μπροστά στην οποία μετά τη θαυματουργική νίκη των Βυζαντινών ψάλθηκε για πρώτη φορά ο Ακάθιστος Ύμνος. Το 1592 την έκλεψαν Αλγερινοί πειρατές, αλλά μεγάλη τρικυμία, τρομερό όνειρο και φοβερό θαύμα που είδε ο αρχηγός τους τούς έκαναν να την επιστρέψουν στο μοναστήρι. Η εικόνα είχε θρυμματίσει το κιβώτιο όπου την είχαν κρύψει και είχε πλημμυρίσε ι από μύρο. Μερικοί πειρατές συγκλονισμένοι από το θαύμα έμειναν στο μοναστήρι, όπου βαπτίστηκαν και έγιναν μοναχοί. Το 1767 την έκλεψε σπείρα λωποδυτών από την Δαλματία, στο δρόμο όμως της επιστροφής έγιναν αντιληπτοί από Έλληνες βοσκούς, που τους την πήραν και την μετέφεραν στη Σκόπελο. Οι δημογέροντες του νησιού αρνήθηκαν να επιστρέψουν την εικόνα στους Διονυσιάτες μοναχούς που ήρθαν, για να την πάρουν. Μετά τρεις μήνες το νησί τιμωρήθηκε με πανώλη και οι Σκοπελίτες επέστρεψαν μετανοημένοι την εικόνα στο μοναστήρι αφιερώνοντας σ΄ αυτό και ένα μετόχι στο νησί τους. Η εικόνα είναι μικρών διαστάσεων με πολύ αμαυρωμένο και δυσδιάκριτο το σχέδιο και φυλάσσεται στο ομώνυμο παρεκκλήσι, όπου και διαβάζονται καθημερινά οι Χαιρετισμοί.
ΓΑΛΑΚΤΟΤΡΟΦΟΥΣΑ - Ι.Μ. ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΟΥ:Η εικόνα της, πάντα σύμφωνα με προφορικές παραδόσεις που βρίσκονται στη Μονή Χιλιανδαρίου, βρισκόταν στη Λαύρα του Όσιου Σάββα του Ηγιασμένου. Πριν πεθάνει ο Όσιος Σάββας είπε σ' αυτούς που ήταν γύρω από το κρεβάτι του, ότι κάποτε θα επισκεφθεί τη Λαύρα κάποιο βασιλοπαίδι, Σάββας ονομαζόμενος και αυτός. Να του δοθεί λοιπόν η εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσης σαν ευλογία. Γεγονός που έγινε τον 13ο αιώνα, όταν τη Λαύρα επισκέφθηκε ο Άγιος Σάββας ο Σέρβος, κτήτορας της Μονής Χιλιανδαρίου του Αγίου Όρους. Αυτός μετέφερε την αγία αυτή εικόνα στο Άγιο Όρος, και συγκεκριμένα στη μονή την οποία ο ίδιος ίδρυσε.
Ο νέος Σάββας την αφιέρωσε στο σερβικό Κελλί των Καρυών "Τυπικαριό", όπου ο ίδιος συχνά διέμενε και όπου υπάρχει μέχρι σήμερα τοποθετημένη στο τέμπλο στα δεξιά της Ωραίας Πύλης, δηλαδή στη θέση της εικόνας του Χριστού, η οποία βρίσκεται στα αριστερά αντίθετα με την επικρατούσα συνήθεια.
 ΠΥΡΟΒΟΛΗΘΕΙΣΑ - Ι.Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ:
Όταν κατά το 1822 το Άγιον Όρος κατελήφθηκε από τουρκική φρουρά, ένας στρατιώτης τόλμησε να πυροβολήσει την εικόνα της Θεοτόκου που βρίσκεται εξωτερικά πάνω από την είσοδο της μονής. Η σφαίρα πλήγωσε το δεξιό χέρι της Παναγίας, ενώ ο ιερόσυλος που ήταν ανιψιός του αρχηγού του αποσπάσματος, παραφρόνησε και κρεμάστηκε σε μια ελιά του κήπου που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο της μονής.  Ο κίνδυνος για αντίποινα και λεηλάτηση της μονής ήταν βέβαιος, αν η σκηνή δε γινόταν αντιληπτή από συνάδελφο του αυτόχειρα που ενημέρωσε σχετικά και το θείο του. Εκείνος ομολόγησε ότι πρόκειται πράγματι για θεία δίκη και διέταξε να πετάξουν άταφο τον ιερόσυλο.

Η θαυματουργική εικόνα της Πυροβοληθείσας βρίσκεται στην είσοδο της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.
ΕΛΑΙΟΒΡΥΤΙΣΣΑ - Ι.Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ:Βρίσκεται στο ¨δοχείο" (αποθήκη υγρών: λαδιού, κρασιού) της μονής Βατοπεδίου και διηγούνται το εξής θαύμα γι' αυτήν: Όταν κάποτε ο όδιος Γεννάδιος ο Βατοπεδινος έχοντας το διακόνημα του "δοχειάρη" γνωστοποίησς στον ηγούμενο ότι το λάδι είχε τελειώσει και θα έπρεπε να περικοπεί η χρήση του από τους αδελφούς, για να μείνει το τελευταίο αγγείο για τις ανάγκες της εκκλησίας, εκείνος του απάντησε να μην μεριμνά αυτός, αλλά να συνεχίσει να το παρέχει ελεύθερα όπως πρώτα.
ΕΣΦΑΓΜΕΝΗ- Ι.Μ. ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ:Για την εικόνα αυτή διηγούνται ότι πληγώθηκε από το μαχαίρι ενός δύστροπου ιεροδιάκονου και εκκλησιάρχη (επιμελητή της εκκλησίας, νεωκόρου), ο οποίος εξαιτίας δήθεν του διακονήματος του έφθανε πάντοτε καθυστερημένος στην Τράπεζα. Σε μια παρόμοια περίπτωση ο τραπεζάρης (υπεύθυνος της τραπεζαρίας) αγανακτησμένος αρνήθηκε να του δώσει φαγητό. Οι ταραγμένοι και οργισμένοι λογισμοί του εκκλησιάρχη στράφηκαν εναντίον της Θεοτόκου, που ενώ αυτός την υπηρετούσε, αυτή δε μεριμνούσε ούτε για την τροφή του. Από την πληγή αυτή ξεπετάχθηκε αίμα, το πρόσωπο της Παναγίας χλώμιασε,  ενώ ο ιεροδιάκονος τυφώθηκε και έπεσε κάτω φρενόληπτος από τον έλεγχο της συνείδησης μένοντας στην κατάσταση αυτή τρία χρόνια. Τότε χάρη στις προσευχές του ηγουμένου και της αδελφότητας η Παναγία εμφανίστηκε στον ηγούμενο και ανάγγειλε τη θεραπεία του.

Ο εκκλησιάρχης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σ΄ ένα στασίδι απέναντι από την εικόνα θρωνώντας το φοβερό αμάρτημά του και πριν πεθάνει πήρε την συγχώρηση από την ίδια την Παναγία, που του ανάγγειλε όμως, όπως προηγουμένως και στον ηγούμενο, ότι το βλάσφημο χέρι του θα υφίστανταν παραδειγματική τιμωρία μετά θάνατον. Πράγματι μέχρι σήμερα φυλάσσεται άλυωτο και κατάμαυρο κοντά στην εικόνα που είναι τοποθετημένη στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του αγίου Δημητρίου.
ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ- I.M. ΒΑΤΟΠAIΔΙOY:Ανεβαίνοντας τη σκάλα που βρίσκεται στα αριστερά της κεντρικής πύλης του καθολικού της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου υπάρχει  παρεκκλήσιο αφιερωμένο στην Παναγία την Παραμυθία. Μέσα σ’ αυτό μεταφέρθηκε μετά την τέλεση του θαύματος, που θα περιγράψουμε, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, τοιχογραφία του 14ου αι. που βρισκόταν άλλοτε στη  δεξιά άκρη τοῦ εξωνάρθηκα.

Παλαιά υπήρχε η συνήθεια, βγαίνοντας οι πατέρες από το Καθολικό, μετά το τέλος της ακολουθίας του Όρθρου, να ασπάζονται την εικόνα της Παναγίας που υπήρχε στον εξωνάρθηκα. Εκεί ο Ηγούμενος έδινε τα κλειδιά της κλεισμένης για τις βραδυνές ώρες πύλης της Μονής στον θυρωρό για να ανοίξει.
Κάποια χρονιά, αρχές του 14ου αι., στις 21 Ἰανουαρίου, τελείωσε ο Όρθρος. Οι πατέρες αποσύρθηκαν στα κελλιά τους για να αναπαυθούν, μέχρι να αρχίσουν τα καθημερινά τους διακονήματα. Τότε θα ανοιγόταν και η πύλη της Μονής. Δεν γνώριζαν ότι έξω από αυτήν παραμόνευαν πειρατές,- τότε ήταν μάστιγα στο Αιγαίο πέλαγος-, που την είχαν περιλυκλώσει, έτοιμοι να εισβάλλουν για να καταστρέψουν τα πάντα.
Στο ναό βρισκόταν μόνος ο Ηγούμενος, αφοσιωμένος στην προσευχή του. Πετάχτηκε ξαφνικά ακούοντας μια φωνή, που δεν έμοιαζε με φωνή ανθρώπου. Έντρομος κοίταξε γύρω του. Δεν είδε κανένα. Έξάλλου κανένας δεν ήταν μέσα στό ναό. Και όμως κάποιος μίλησε. Συγκέντρωσε την προσοχή του και γεμάτος φόβο κατάλαβε ότι η φωνή προερχόταν από την εικόνα της Θεομήτορος. Με ευλάβεια τέντωσε το αυτί του για να ακούσει. Άκουσε τότε τη φωνή της Παναγίας να λέει: «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη της Μονής, αλλά αφού ανεβείτε στα τείχη, να διώξετε τους πειρατές».
Κατάπληκτος ο Ηγούμενος προσήλωσε τα μάτια του στην εικόνα της Θεοτόκου. Αντίκρυσε τότε ένα εκπληκτικό θαύμα.
Η μορφή της Παναγίας ήταν ζωντανή. Το βρέφος Ιησούς που κρατούσε στα χέρια της πήρε και αυτό ζωή. Κίνησε το δεξί του χέρι και έκλεισε το στόμα της αγίας Μητέρας του, στρέφοντας προς αυτήν το φωτεινό πρόσωπό του.
Μια γλυκιά παιδική φωνή ακούστηκε να λέει: «Μη,  Μητέρα μου, μην τους το λες. Άφησε τους να τιμωρηθούν, όπως τους αξίζει, γιατί αμελούν τα μοναχικά τους καθήκοντα».
Τότε η Κυρία Θεοτόκος με μεγάλη μητρική παρρησία  προς τον μονογενή Υιόν της, σήκωσε ελαφρά το χέρι, συγκράτησε το χεράκι του, έκλινε λίγο προς τα δεξιά το θείο της πρόσωπο και επανέλαβε πιο έντονα : «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη της Μονής, αλλά αφού ανεβείτε στα τείχη, να διώξετε τους πειρατές…Και κοιτάξτε να μετανοήσετε, γιατί ο Υιός μου είναι οργισμένος μαζί σας». Επανέλαβε δε και για τρίτη φορά την προειδοποίηση: «Σήμερα, μην ανοίξετε την πύλη της Μονῆς…». Μετά το διάλογο η Κυρία Θεοτόκος και το Πανάγιο Βρέφος της αποκαταστάθηκαν πάλιν σαν εικόνα.
ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΙΣΑ - ΜΕΓΙΣΤΗ ΛΑΥΡΑ:Μπροστά σ΄ αυτήν  την εικόνα τελούνταν από πολύ παλιά στη Λαύρα η αγρυπνία του Σαββάτου του Ακάθιστου Ύμνου. Μετά το τέλος λοιπόν αυτής της αγρυπνίας και απέναντι απ΄ αυτήν την εικόνα συνέβη μια φορά να έχει αποκοιμηθεί ελαφρά στο στασίδι του ο κουρασμένος πρωτοψάλτης της Λαύρας και τέως αρχιμουσικός του παλατιού άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης, όταν είδε μροστά του  την Παναγία να του ανταποδίδει το “Χαίρε” και να του λέει: “Χαίρε Ιωάννη! Ψάλλε μου και εγώ δε θα σε εγκαταλείψω”, ενώ συγχρόνως έβαζε στο χέρι του ένα χρυσό νόμισμα που ξυπνώντας βρέθηκε πράγματι να κρατάει ο άγιος. Όταν αργότερα από την πολύωρη αγρυπνία και ορθοστασία, στις οποίες επιδόθηκε με ζήλο, προσβλήθηκαν τα πόδια του, η Θεοτόκος πάλι του εμφανίστηκε σε όνειρο και τον θεράπευσε. Η θαυματουργή αυτή εικόνα σήμερα βρίσκεται τοποθετημένη σε ξύλινο θρόνιο μέσα στο ομώνυμο παρεκκλήσι της μονής.
ΠΑΝΑΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΣΣΑ-ΜΕΓΙΣΤΗ ΛΑΥΡΑ : Η εικόνα αυτή ζωγραφίστηκε σε ανάμνηση των λόγων  της Θεοτόκου προς τον ιδρυτή της Λαύρας άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, ότι αυτή θα είναι εκείνη που θα μεριμνά στο εξής για την υλική συντήρηση της μονής και να μην ονομάζεται άλλος “οικονόμος” στη Λαύρα, γιατί αυτή θα είναι η “Οικονόμισσα” σ' αυτήν. Πράγματι μέχρι σήμερα ο μοναχός που είναι επιφορτισμένος με το ανάλογο διακόνημα στην Λαύρα δεν ονομάζεται “οικονόμος”, αλλά “παραοικονόμος”, δηλαδή βοηθός οικονόμου. Η εικόνα, που παριστάνει συνολικά 14 πρόσωπα που έχουν σχέση με τη μονή και την ίδρυσή της, βρίσκεται στην Λιτή αριστερά της κεντρικής εισόδου προς το καθολικό μέσα σε ξύλινο προσκυνητάρι.

 πηγή

Kατά την Tάξιν Μελχισεδέκ

«ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΑΞΙΝ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ» 
Μελχισεδέκ

Μας λέγει η Γένεσις στο 14ο κεφάλαιό της ότι καθώς γύριζε ο Άβραμ (ακόμη δεν είχε ονομαστεί Αβραάμ) νικητής, από ένα πόλεμο, που έκανε εναντίον ενός ισχυρού βασιλιά της Ανατολής, του Χοδολλογομόρ, για να ελευθερώσει τον ανεψιό του Λωτ, βγήκαν να τον προϋπαντήσουν οι ηττημένοι από τον Χοδολλογομόρ βασιλείς, που κατέβηκαν από τα βουνά, και άλλοι εντόπιοι βασιλείς που δεν είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο.
Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Μελχισεδέκ, ο βασιλιάς της Σαλήμ, που αργότερα θα ονομαστεί Ιερουσαλήμ.

Αυτός ο Μελχισεδέκ ήταν «ιερεύς του Θεού του υψίστου» δηλαδή του αληθινού Θεού. Αυτός έβγαλε «άρτους και οίνον» και φίλεψε τον Άβραμ. Αυτό το φίλεμα είναι προτύπωση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Διαφορετικά, αν δεν υπήρχε η ανάγκη της προτυπώσεως, ήταν πολύ υποτιμητικό για ένα βασιλιά να φιλεύει κάποιον μόνο με κρασί και ψωμί. Αλλά η φιλοξενία αυτή είχε το εξής μυστικό νόημα. Ο Μελχισεδέκ, που είναι ο τύπος του Χριστού, προσφέρει στον Άβραμ, τον αρχαίο πνευματικό γενάρχη των χριστιανών, τον τύπο του μυστηρίου του σώματος και του αίματος του Χριστού. Αυτή η φιλοξενία είναι μια προφητεία του θείου μυστηρίου. Όπως και το πρόσωπο του Μελχισεδέκ είναι μια προφητεία για το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό θα πει τύπος. Μια προφητεία που δεν γίνεται με λόγια αλλά με ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός.

Ο Μελχισεδέκ τον ευλόγησε κι όλας και του είπε· «Ο Άβραμ είναι ευλογημένος από τον Θεό τον ύψιστο, που έκτισε τον ουρανό και τη γη. Κι ο Θεός ο ύψιστος είναι ευλογητός, άξιος να δοξολογείται, γιατί σου παρέδωσε τους εχθρούς σου στα χέρια σου, Άβραμ. Ήταν αδύνατο ανθρωπίνως να νικήσει ο Άβραμ τον ισχυρό Χοδολλογομόρ που είχε νικήσει συμμαχίες βασιλέων και τον τρέμανε όλοι στην Ανατολή.

Κι ο Άβραμ έδωσε το ένα δέκατο από τα λάφυρά του στον Μελχισεδέκ. 
Ο βασιλιάς Μελχισεδέκ αναφέρεται στο κεφάλαιο αυτό της Γενέσεως ξαφνικά όπως παρατηρεί ο απόστολος Παύλος σαν «απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, μήτε αρχήν ημερών μήτε ζωής τέλος έχων, αφωμοιωμένος δε τω Υιώ του Θεού, μένει ιερεύς στο διηνεκές (Εβρ. 7,3). Είναι τύπος του Χριστού, που είναι αμήτωρ σαν Θεός, απάτωρ σαν άνθρωπος, άναρχος και αθάνατος, ιερεύς αιώνιος. Βέβαια ο Μελχισεδέκ είχε γονείς και πέθανε κάποτε, αλλ’ ο τρόπος που αναφέρεται στη Γραφή μια φορά μόνο, χωρίς πρόλογο, και δεν ξαναμνημονεύεται, τον κάνει τύπο του Ιησού Χριστού. Μελχισεδέκ· Μελχί είναι ο βασιλεύς και σεδέκ η δικαιοσύνη. Ο Παύλος τον αποκαλεί «βασιλεύς δικαιοσύνης και βασιλεύς Σαλήμ (η μετέπειτα Ιερουσαλήμ), ό έστι βασιλεύς ειρήνης» (Εβρ. 7,2). Σαλήμ σημαίνει ειρήνη. Συνεπώς ο Μελχισεδέκ είναι βασιλιάς δίκαιος (δίνει την δικαίωση) και ειρηνικός και τέλειος να ιερατεύει.

Για τον βασιλιά Μελχισεδέκ μας μιλά αναλυτικά το 7ο κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής του αποστόλου Παύλου. Ας δούμε τους υπόλοιπους (7, 4-25) στίχους.

Αναλογισθείτε πόσο μεγάλος ήταν αυτός, ο Μελχισεδέκ, αφού και ο Αβραάμ ο πατριάρχης του έδωσε το ένα δέκατο από τα εκλεκτότερα λάφυρα.
Και κείνοι μεν από τους απογόνους του Λευΐ, που λαμβάνουν την ιερωσύνη, διατάσσονται από το νόμο να λαμβάνουν το ένα δέκατο των εισοδημάτων από το λαό, δηλαδή από τους αδελφούς τους, καίτοι προήλθαν από την οσφύ (τη μέση) του Αβραάμ. Αυτός όμως, ο Μελχισεδέκ, ο οποίος ως προς την καταγωγή δεν είναι λευίτης, έλαβε το ένα δέκατο από τον Αβραάμ και ευλόγησε αυτόν που είχε τις θείες υποσχέσεις. Χωρίς δε καμμία αντίρρηση το κατώτερο ευλογείται από το ανώτερο. (Άρα ο Μελχισεδέκ, που ευλόγησε, είναι ανώτερος από τον Αβραάμ που ευλογήθηκε).

Επίσης στη μια περίπτωση λαμβάνουν δεκάτες άνθρωποι θνητοί, ενώ στην άλλη περίπτωση έλαβε δεκάτη ένας, για τον οποίο δίνεται η μαρτυρία ότι ζει, (αφού σκοπίμως η Γραφή, αναφέρει μόνο τη ζωή του και όχι το θάνατό του).

Θα μπορούσε δε να πει κάποιος ότι, αφού ο Αβραάμ έδωσε δεκάτη στον Μελχισεδέκ, και ο Λευΐ, που κανονικά λαμβάνει δεκάτη από τους ομοεθνείς του, έδωσε κι αυτός δεκάτη στον Μελχισεδέκ, αφού προήλθε από τον Αβραάμ. (Άρα και οι λευίτες είναι κατώτεροι από τον Μελχισεδέκ).

Εάν δε η δικαίωση ήταν δυνατή με την λευϊτική ιερωσύνη, που δόθηκε στον ισραηλιτικό λαό με νόμο, ποιά ανάγκη υπήρχε να εμφανισθεί άλλου είδους ιερεύς κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ, και να μη είναι κατά τον τύπο του Ααρών.
Αφού δε παύει να ισχύει η λευϊτική ιερωσύνη, κατ’ ανάγκη παύει να ισχύει και ο σχετικός νόμος (που όριζε ότι οι ιερείς πρέπει να είναι από τη φυλή Λευΐ). Γι’ αυτό και ο Χριστός, χάριν του οποίου αναφέρουμε όλα αυτά, σαρκώθηκε από άλλη φυλή, από την οποία κανένας δεν υπηρέτησε στο θυσιαστήριο. Διότι είναι γνωστό σε όλους ότι ο Κύριος μας προήλθε από την φυλή Ιούδα, για την οποία ο Μωυσής δεν έκανε καμμία αναφορά μιλώντας για την ιερωσύνη των Ιουδαίων.

Γίνεται έτσι τώρα φανερό, ότι εμφανίζεται ένας άλλος ιερεύς κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ. Ο οποίος δεν έγινε γι’ αυτή τη φυσική ζωή, που τελειώνει με τον θάνατο, αλλά για την αιώνιο ζωή και υπάρχει συνεχώς. Γι’ αυτό λέγει ο Δαυίδ στον 109ο ψαλμό «συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ». Συνεπώς καταργείται η λευϊτική ιερωσύνη ως ανίσχυρή και ανωφελής. Διότι καμμιά δικαίωση δεν προσέφερε ο νόμος. Τώρα όμως ο Θεός μας δίνει πιο ανώτερη ελπίδα, με την οποία ερχόμαστε κοντά στον Θεό (την ιερωσύνη κατά την τάξη Μελχισεδέκ).



Η ιερωσύνη κατά την τάξη Μελχισεδέκ δόθηκε με όρκο του Θεού.Οι Λευίτες γίνανε ιερείς σύμφωνα με την εντολή του Μωυσέως, χωρίς να υπάρχει όρκος του Θεού. Ο Χριστός όμως έγινε ιερεύς κατά την θέληση του Θεού Πατέρα, ο οποίος είπε προς αυτόν· «Ώμοσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται· συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ». Γι’ αυτό ο Ιησούς έγινε εγγυητής ανώτερης διαθήκης. 

Επίσης οι λευίτες ήταν πολλοί, διότι ο θάνατος εμπόδιζε να μένει κανείς αιώνια στο αξίωμα, ενώ αυτός (ο Χριστός), επειδή ζει πάντοτε, έχει ιερωσύνη συνεχή. Γι’ αυτό και μπορεί να σώζει πάντοτε όσους δι’ αυτού προσέρχονται στο Θεό, αφού πάντοτε ζει για να μεσιτεύει γι’ αυτούς. 

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ 




πηγη

Μία Προφητεία μόνον διά την Ελλάδα (Ευρεθείσα εις Άγιον Όρος φέρουσα χρονολογία 1866)

Μία Προφητεία μόνον διά την Ελλάδα

(Ευρεθείσα εις Άγιον Όρος φέρουσα χρονολογία 1866)





Όλα τα έθνη διά εκεί έχουν το μάτι ριγμένον, και δουλεύει μεγάλος
 
διάβολος και επιβουλή μεταξύ των συνεννοημένων, και κατά των συνθηκών, διότι όλα τα δόγματα είναι εις δύο, μέρος θέλουν να κινηθούν και μέρος...
δεν θέλουν, και δεν υπάρχει καμμία ένωσις μεταξύ των, και όποιον
 
έθνος είναι αγαπημένον, εκείνο θα κερδίση όλους τους θησαυρούς…

 
 
 
Εις ολίγον καιρόν θέλει σχηματισθή στρατός Ελληνικός μεγάλος και θα έμβη εις πλοία να ταξιδεύση εις μακρινά μέρη, και στόλοι ετοιμάζονται, και από δεκαοκτώ μέχρι 40 χρόνων οι άνθρωποι μέλλει να κινήσουν, και ο ιερός κλάδος με διαφόρους θελήσεις, άλλοι διά καλόν και σωτήριον έργον της θρησκείας και της ορθοδοξίας, και άλλοι διά δόξαν και τιμήν ματαίαν και πρόσκαιρον, διά τούτο θα λάβη μεγάλην χώραν ο διάβολος εις τον σκληρόν στρατόν διά να φέρη διαίρεσιν εις τους αρχηγούς στερεάς και θαλάσσης. Σεις όμως οι πιστοί της ορθοδοξίας να μη έχητε τόσον θάρρος εις τους Λουθήρους, διότι θα προκαταβάλουν χρήματα να σας αγοράσουν, να δώσητε υπογραφήν εις αυτούς με τους ίδιους σας τους συντρόφους, αλλά να μη συγκοινωνήτε με τους εργάτας του σκότους, όπου θα τρώγουν τας τετράδας και τας παρασκευάς, διότι όποιος νηστεύει δέχεται τον Χριστόν μέσα του, και γνωρίζει τα νυν και τα μέλλοντα.

Η Κωνσταντινούπολις είναι έτοιμος να παρθή από τον καιρόν όπου ελευθερώθη ο Μωρέας από τους αγαρηνούς, αλλά με το να πέσουν εις αθεΐαν και ασωτείαν οι άνθρωποι, και εις τα κόμματα μένει έως την σήμερον και διά τας αμαρτίας μας στερούμεθα όλων των αγαθών.

Εάν λοιπόν κηρυχθή εις το Ελληνικόν έθνος μετάνοια γενική, θέλει τιμηθή η εκκλησία, και όλον το κοινόν θέλει μυρωθή, και όλα τα έξω αυλικά μέρη θέλουν λάβει μέγαν φόβον. Επειδή όσον έχει το έθνος τονκομματισμόν, εις τον οποίον μας έρριψαν με το συνταγματικόν κεφάλαιον, τόσον εκείνοι κάμνουν την τέχνην τους, να σφαγούμεν ένας τον άλλον, καθώς μας έσφαξαν και τους αρχηγούς και αξίους μας άνδρας, και κανείς δεν το καταλαβαίνει από τους Έλληνας το φίδι που μας τρώγει!

 
 
Μη σκοτώνεσθε αδελφοί, ότι εις ολίγον καιρόν θα χρησιμεύσητε και δεν θα ευρεθήτε, και ο καιρός δεν είναι μακρινός οπού θα σας εύρουν περίοδοι και να μη ταις γνωρίζετε κανείς· αλλ’ όταν λάβη χώραν η μετάνοια και μάλιστα εις τους άρχοντας του λαού έχει να καταβή θεία χάρις, φως και δύναμις, οπού όλα τα έθνη θα μας τρομάξουν. Αλλ’ επειδή δεν προθυμοποιείται η μετάνοια, και δεν είμεθα παστρικοί διά να μας δοξάση ο Θεός, και να λάβωμεν τοιούτον αξίωμα όπου δύνανται βασιλείς και μεγάλαι αυλαί να το πάρουν, διά τούτο μέλλει να χυθή αίμα ακάθαρτον. Εάν κανείς θέλη υπάγει δι’ αισχρά κέρδη, θέλει τον φάγει ο δρόμος, και όσοι θα υπάγουν διά την πίστιν δεν θα πάθουν τίποτε, και εάν κανείς πάθη θα υπάγη ως τους αγίους μάρτυρας με θείον στέφανον, και δοξασμένον θάνατον.

Να έχητε οι αρχηγοί ομόνοιαν, να διδάσκητε εις τον λαόν με επιμέλειαν ωσάν καλοί πατέρες, να έχητε αγάπην, και ο Θεός έχει χέρι επάνω σας, μη δειλιάτε, έφθασεν ο καιρός, ομόνοια και μετάνοια όσον το δυνατόν μίαν ώραν αρχήτερα.
 


Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...