Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Νοεμβρίου 05, 2013

ΘΑΥΜΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

E-mailΕκτύπωσηPDF

Στο θάλαμο 2 του δεύτερου ορόφου, εκεί στο Αρεταίειο, όπου ο Άγιος Νεκτάριος άφησε την τελευταία του πνοή, καίει σήμερα διαρκώς ένα καντήλι μπρος στην πάνσεπτη εικόνα του.

Καθημερινά περνούν από κει πλήθος πιστών, κυρίως αρρώστων, οι οποίοι στέκονται για λίγο και νοερά αφήνουν τους στεναγμούς της καρδιάς τους, σαν μια θερμή ικεσία προς τον φιλάνθρωπο άγιο. Και κείνος φαίνεται να συγκατανεύει. Τους δίνει κουράγιο με το ιλαρό του βλέμμα και ενισχύει την πίστη τους. Τους θυμίζει ότι και ο ίδιος πόνεσε ψυχικά και σωματικά αλλά ενισχυόταν πάντα από την αδιάκοπη επαφή του με το Θεό.
Τα Θαύματα του Αγίου μας είναι πολλά. Τόμοι ολόκληροι έχουν γραφτεί για αυτά. Θα αναφέρω μια ιστορία γεμάτη με την «παρουσία» και παρέμβαση του αγίου Νεκταρίου, αρκετά πρόσφατη, που έγινε αφορμή πολλοί συνάνθρωποί μας να δουν και να ζήσουν την ευεργεσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού προσφερομένη διαμέσω των θείων δοχείων χάριτος, των Αγίων μας.

     Ήταν ανήμερα του Αγίου Πνεύματος (Ιούνιος 2006) όταν η μικρή Βαρβάρα στην ηλικία των 10 ετών χτυπήθηκε από εγκεφαλική αιμορραγία. Η μεταφορά στο νοσοκομείο Παίδων ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, έγινε σχετικά γρήγορα και σε διάστημα 2 ωρών το κοριτσάκι χειρουργήθηκε από τον Διευθυντή Νευροχειρουργικής Μονάδος κ. Προδρόμου. Στο μετεγχειρητικό διάστημα και μετά από 3 ώρες η μικρή παρουσίασε και νέα αιμορραγία. Χειρουργήθηκε ξανά, αλλά οι γιατροί ήταν απαγορευτικοί σε αισιόδοξες προβλέψεις.

   Κατά τη διάρκεια της δεύτερης χειρουργικής επέμβασης οι γονείς παρακάλεσαν τον άγιο Νεκτάριο να τους βοηθήσει. Και πράγματι και οι δύο ένιωθαν την παρουσία του μέσα στους διαδρόμους του νοσοκομείου και είχαν την εντύπωση πως είναι παρών στο χειρουργικό τραπέζι! Η εγχειρήσεις ολοκληρώθηκαν αλλά οι γιατροί δεν άφηναν περιθώρια αισιοδοξίας στους γονείς.

   Ο Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Μονάδας κος Προδρόμου ήταν κατηγορηματικός: Παιδιά με τέτοιο χτύπημα σε ποσοστό 80% πεθαίνουν κατά τη μεταφορά στο νοσοκομείο[!!!]...αν επιζήσουν της επέμβασης πεθαίνουν σε διάστημα 10-20 ημερών μετά από αυτή.... και φυσικά ούτε λόγος για φυσική αποκατάσταση ανπαρόλα αυτά καταφέρουν να επιζήσουν!!!! Οι γονείς σε καμία περίπτωση δεν έχασαν το κουράγιο τους και την πίστη τους.

....έχουν περάσει 3 μήνες από τότε. Η μικρή Βαρβάρα, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ιατρικής ομάδας, θα έμενε τουλάχιστον 3 μήνες στο νοσοκομείο και φυσικά δεν μπορούσε να καθορίσει ούτε κατά προσέγγιση τον απαιτούμενο χρόνο φυσικοθεραπείας για την ΜΕΡΙΚΗ αποκατάσταση.

Η Βαρβαρούλα ήδη ολοκλήρωσε την φυσιοθεραπευτική αγωγή επιτυχώς και ακολουθεί μαθήματα ε' δημοτικού με δάσκαλο κατ' οίκον, για ψυχολογικούς λόγους. Ο άγιος Νεκτάριος έκανε άλλο ένα θαύμα.
Τελειώνοντας την μικρή αυτή ευχαριστία προς δόξαν Θεού θα αναφέρω τα λεγόμενα Ιατρού της εντατικής μονάδας του ΠΑΙΔΩΝ, σε ερώτηση αν πιστεύει στο Θεό.
- Πιστεύω στο Θεό γιατί τον βλέπω εδώ μέσα καθημερινά!
    Η υγεία του Αγίου ήταν πάντα εύθραυστη. Από τις αρχές του 1919 η πάθηση του προστάτη άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά από παράκληση των μοναχών εισάγεται στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρεταίειο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε για πενήντα ημέρες. Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920, προς το μεσονύκτιο παρέδωσε πλήρης ουρανίου γαλήνης την μακαρία ψυχή του εις χείρας Θεού ζώντος, τον οποίο αγάπησε εκ νεότητος και δι' όλου του βίου εδόξασεν, σε ηλικία 74 ετών. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ευώδες μύρον έκβλυζε από το πρόσωπό του. Αυθημερόν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο Μοναστηράκι του κι εψάλη η εξόδιος ακολουθία και ετάφη εν συρροή κλήρου και λαού.

    Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα κατά τα επόμενα χρόνια και για είκοσι και πλέον έτη το σώμα του ήταν σώον και αδιάφθορον, εκχέον την άρρητον ευωδίαν της αγιότητος ως μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος. Αλλ' ύστερον διελύθη, κρίμασιν οις οίδεν ο Θεός, ως διελύθησαν πολλά αδιάφθορα λείψανα αγίων. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του, υπό του Μητροπολίτη Ύδρας Προκοπίου, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Το 1961 έγινε η επίσημος αναγνώρισις του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

    Λίγα Χρόνια μετά τη κοίμησή του, στα 1939, φέρανε στο μοναστήρι ένα δαιμονισμένο. Τον πήγαν στον τάφο του Δεσπότη. Τότες δεν υπήρχε τα εκκλησάκι πάνω από τον τάφο. Κι ο τάφος ήτανε χαμηλός. Το πεύκο μόνο ήταν κοντά. Οι παπάδες λοιπόν μνημονεύανε το δαιμονισμένο και τόνε διαβάζανε πάνω στον τάφο. Τον κρατούσαν δεμένο με αλυσίδες δύο χωροφύλακες και δύο ναύτες. Δεν μπορούσανε να τον κάνουνε καλά. Τους συντάραζε. Χάλαγε ο κόσμος. Μια στιγμή λοιπόν, ο δαιμονισμένος άρχισε να φωνάζει τόσο δυνατά, που φοβηθήκαμε όλοι: «Άγιε Νεκτάριε, μ' έκαψες». Φώναζε το δαιμόνιο που ταλαιπωριόταν από τον Άγιο. Σε λίγο, ο άνθρωπος έπεσε σα νεκρός. Αυτό ήταν. Θεραπεύτηκε! Σηκώθηκε και με δάκρυα στα μάτια προσκύνησε τον τάφο, λέγοντας και ξαναλέγοντας: «Άγιε Νεκτάριε, μ' έσωσες, σ' ευχαριστώ»!

   Άλλη μια φορά, φέρανε μια κοπέλα δαιμονισμένη. Ούρλιαζε σαν το θεριό. Όλοι όσοι ήμασταν γύρω-τριγύρω, φοβόμασταν. Το πρόσωπό της ήταν αγριωπό σαν αγρίμι. Την ώρα που βγαίνανε τα Άγια, έγινε καλά. Μέρεψε. Γαλήνεψε η μορφή της. Έγινε πεντάμορφη. Κλαίγαμε όλοι μας. Βάραγαν οι καμπάνες.


Κάποιος νέος διηγόταν:
«Είμαι Πειραιώτης. Μόλις επέστρεψα από το αλβανικό μέτωπο. Κινδύνεψα. Δίπλα μου ακριβώς, έπεσε μια οβίδα. Άνοιξε ολόκληρο πηγάδι. Εκείνη τη στιγμή, έρχεται αστραπιαία ένας παπάς - που βρέθηκε; - και μου δίνει μια γερή σπρωξιά. Μ΄ έριξε στο χώμα, αντίθετα από την οβίδα. Γλίτωσα, κυριολεκτικά από θαύμα. Όταν γύρισα στο Πειραιά, άρχισα να ρωτώ γνωστούς παπάδες και να κοιτάζω φωτογραφίες ιερωμένων, για να βρω τον παπά μου μ΄ έσωσε. Εκείνος, μόλις μ΄ έσπρωξε, εξαφανίστηκε. Ταραγμένος όπως ήμουν, ούτε που μου ' κοψε να τον αναζητήσω εκείνη τη στιγμή. Ανάμεσα στις φωτογραφίες που μου δείξανε, ήταν και μια του Αγίου Νεκταρίου. Αυτός είναι! Φώναξα ανατριχιασμένος. Γι΄ αυτό έρχομαι στο μοναστήρι. Ήθελα κι εγώ, κάτι να προσφέρω στο μοναστήρι του. Ρώτησα κι έμαθα ότι έσπασαν τα κεραμίδια τους και δεν είχαν χρήματα οι μοναχές να τα επισκευάσουν. Ανέλαβα εγώ. Θα τα κάνω καινούργια απ' την αρχή. Γι΄ αυτό πηγαίνω. Είναι η δεύτερη φορά. Όταν πρωτοπήγα, με υποδέχτηκαν οι μοναχές, δίχως να με γνωρίζουν. «Ήρθατε για τα κεραμίδια;» με ρώτησαν!
Τα΄ χασα. Δεν είχα πει τίποτα σε κανένα. Βλέποντας την απορία μου, μου είπαν: « Ήρθε χτες βράδυ χαρούμενος ο Δεσπότης μας (σ.σ. ο Άγιος) και μας το είπε!...»».
Αυτά μου διηγήθηκε το παληκάρι. Ανεβήκαμε όλοι μαζί στο μοναστήρι. Πήγα στον τάφο, γονάτισα κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Εκείνη τη στιγμή μια υπέροχη μυρωδιά γιασεμιού απλώθηκε. Άρχισα να ψάχνω μέσα στην αυλή την κρεβατίνα με το γιασεμί. Η Γερόντισσα Παρασκευή με ρώτησε τι ψάχνω. Όταν της εξήγησα, μου είπε: «Δεν έχουμε γιασεμί στο μοναστήρι. Ούτε βασιλικό. Σε υποδέχτηκε ο Άγιος, παιδί μου!». Από τότε, πίστεψα πιο δυνατά στη χάρη του.

  Ο Δεσπότης ήταν άγιος από ζωντανός. Ένα πρωί, ήρθε μια πλουσιοτάτη οικογένεια από τις κυκλάδες. Οι γονιοί κι ένα κορίτσι. Τη μικρή την είχαν πάει στην Αγγλία. Την εξέτασαν οι γιατροί και είπαν ότι, άμα γίνει δεκατριών χρονών θα πεθάνει. Το λοιπόν, ξαναπήγαν το παιδί στην Αγγλία, για δεύτερη φορά. Τίποτα. Ήρθαν και πάλι άπρακτοι στο νησί τους. Τότε η μάνα του παιδιού είδε στον ύπνο της το Δεσπότη τον Άγιο Νεκτάριο. Της είπε:

- Παντού το πήγατε το παιδί, παντού το γυρίσατε. Φέρτε το και στο σπίτι μου, στην Αίγινα. Με λένε Νεκτάριο. Μην το ταλαιπωρείτε. Αυτό είναι όπως το γέννησες, ολόκαλο!...
Γι αυτό ήρθαν στην Αίγινα. Τους πήγα στο μοναστήρι. Κάνανε λειτουργία και κοινωνήσανε από το Δεσπότη. Εκείνος το σταύρωσε και τους είπε ότι ο Θεός θα το κάνει καλά. Φύγανε οι άνθρωποι. Ύστερα από λίγο καιρό, νά΄σου κι ήρθανε πάλι. Το κορίτσι τους ήταν πεντάγερο. Με βρήκανε στην αγορά και σαλτάραν πάνω στην καρότσα να τους πάω στο μοναστήρι. Κάνανε πάλι λειτουργία. Κλαίγανε και γελούσανε μαζί, απ΄τη χαρά τους. Ο Δεσπότης το θεράπευσε το παιδί.
 
...Αμέτρητα θαύματα γίνονταν από τότε (όταν ζούσε). Δαιμονισμένοι λυτρώνονταν, άρρωστοι θεραπεύονταν, χίλια δυό. Τα μαθαίναμε όλοι οι Αιγινήτες και σταυροκοπιόμασταν. Πολλά, πολλά... Μόνο που τον έβλεπες, αισθανόσουνα πως ήταν θαυματουργός. Γαλήνια η μορφή του. Πράος, γλυκός. Άνθρωπος με πνεύμα Θεού.
...Τρέχω στο κελί του Αγίου. Μόλις μπήκα στην τραπεζαρία του, βλέπω την εσωτερική πόρτα ανοιχτή. Αυτό που αντίκρυσα στη συνέχεια - όπως θα καταλάβετε με άφησε άναυδη. Με γέμισε θαυμασμό. Ο Άγιος δεν πατούσε στο πάτωμα! Στεκότανε στον αέρα, δύο σπιθαμές πάνω από το έδαφος! Τα χέρια του ήσαν υψωμένα προς το εικονοστάσιο του, στην Παναγία και προσευχόταν. Το πρόσωπό του είχε υποστεί μιαν αλλοίωση. Πρόσωπο Αγίου. Όταν είδα αυτό το θαύμα, συγκινήθηκα βαθύτατα...
...Όταν γύρισα το 1920 από τη Μικρασιατική οπισθοχώρηση, έμαθα πως λίγες ημέρες πριν, μια φτωχιά γυναίκα πήγε ξυπόλητη στο μοναστήρι. Μόλις την είδε ο Άγιος, έβγαλε τις παντόφλες του και τις έδωσε. Ύστερα από λίγο, πήγε μα άλλη φτωχιά που πείναγε. Λέει τότε ο Άγιος στις Γερόντισσες:
- Δώστε της να φάει.
- Δεν έχουμε τίποτα, Σεβασμιώτατε, εκτός από λιγοστό ψωμάκι.
- Να το δώσετε αμέσως τους είπε ... κι έχει ο Θεός!...
Το πρωί, να΄σου ένας πλούσιος με δύο γαϊδουράκια, φορτωμένα ρύζι, ζάχαρη, μακαρόνια, αλεύρι. Δωρεά στη μονή. Το ξέρω, γιατί βοήθησα στο ξεφόρτωμα. Θυμάμαι, γύρισε ο Άγιος εκείνη τη στιγμή και λέει με σημασία στην ηγουμένη:
-Γερόντισσα, έχει ο Θεός... Κι έκανε το σταυρό του.

 ... Άλλη μια φορά, πήγανε χωρικοί από τον Κοντό και του είπαν ότι με την ανομβρία θα πάθουνε πολλές ζημιές. Ο Άγιος έκανε δέηση και άρχισε αμέσως δυνατή βροχή! Τα θυμάμαι πολύ καλά.

Τι ευλογία, γιαγιά, να ζήσει στο νησί σας ο Άγιος Νεκτάριος!...


Άκου δω. Παντού γίνανε του κόσμου τα εγκλήματα. Κάψανε τα Καλάβρυτα, κάψαν τα χωριά όλα. Εδώ, δεν εράγισε ούτε πέτρα. Δεν άνοιξε μύτη. Για τη χάρη του Αγίου. Μιλώ για την Κατοχή. Ο γερμανός διοικητής Αθηνών, έλεγε ότι άμα περνάγανε τ΄αεροπλάνα τους και πήγαιναν στην Κρήτη, δεν βλέπανε την Αίγινα. Ούτε καταχνιά ήταν, ούτε τίποτα. Κι όμως! Αίγινα πουθενά. Τη σκέπαζε ο Άγιος. Από τον καιρό που ήρθε ο Άγιος στον τόπο μας, πάμε από το καλό στο καλύτερο

Από το βιβλίο «Μίλησα με τον Άγιο Νεκτάριο» Β΄ Τόμος ΑΘΗΝΑΙ 1999


Κάποτε και ενώ ο Άγιος ήταν Διευθυντής στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή ένας δεκαοκτάχρονος μαθητής του, ο Νικόλας, είχε αρρωστήσει βαριά με ανίατη για την εποχή εκείνη ασθένεια.
"Βλέπετε, Σεβασμιώτατε", έλεγε στον Άγιο ο μαθητής του, " το σχέδιο του Θεού είναι να πεθάνω!" Το βράδυ ο Άγιος λειτούργησε, προσευχήθηκε, έκανε αγρυπνία, παρακάλεσε τον Θεό, την Παναγία...
Την άλλη μέρα το μεσημέρι στο τραπέζι ανακοίνωσε στους μαθητές της Σχολής:
- Ο Νικόλας θα γίνει καλά!
Το βράδυ η Παναγία είχε παρουσιαστεί στον ύπνο του Αγίου και του είχε αναγγείλει τη θεραπεία του παιδιού.
Πράγματι, από το βράδυ κιόλας της ίδιας ημέρας, παρόλο που οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες ζωής στο νεαρό μαθητή του Αγίου, αυτός άρχισε να γίνεται καλύτερα και σε λίγα χρόνια μάλιστα, έλαβε το αξίωμα της Ιερωσύνης από τα ίδια τα χέρια του Αγίου.


  Αμέσως μετά τη κοίμηση του Αγίου, το σώμα του άρχισε να ευωδιάζει. Και όταν για μιά στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα που φορούσε και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι, σε άνθρωπο που έπασχε από παράλυση στα άκρα, ο άρρωστος έγινε αμέσως καλά!
Σώτου Χονδροπούλου Ο Άγιος του αιώνα μας Έκδοση 3η.

 Δώδεκα ετών ο Δημητράκης Καμπέρης, από τη Βάρκιζα, εξ αιτίας σοβαρής μορφής τετάνου από τον οποίο προσεβλήθη, εισήχθη στο νοσοκομείο των Παίδων ,σε κωματώδη κατάσταση. Το συκώτι του βρισκόταν σε οριακό σημείο. Όλοι ανεξαιρέτως αγωνιούσαν για την εξέλιξη της υγείας του , φοβούμενοι μάλιστα τα χειρότερα. .. Τέτοιες στιγμές ο φόβος, η αγωνία, η απόγνωση εγκλωβίζουν το νου σε σημείο που αδυνατεί να λειτουργήσει ελεύθερα και άρα αποτελεσματικά. Όμως οι ευλογημένοι γονείς του παιδιού - άνθρωποι βαθιάς πίστεως - δεν έχασαν το θάρρος τους. « Ήλπισαν επί Κύριον » και το μυαλό και η καρδιά τους στράφηκαν στον Άγιο Νεκτάριο τον θαυματουργό. Έτρεξαν στην Καμάριζα και προσεκάλεσαν τον Γέροντα Νεκτάριο. Του ζήτησαν να σπεύσει στο προσκεφάλι του παιδιού , το οποίο εν τω μεταξύ βρισκόταν σε κρίσιμο σημείο. Ο π. Νεκτάριος έχοντας επίγνωση της υψηλής αποστολής του , δεν έχασε ούτε λεπτό. Πήρε μαζί του Λείψανο του Αγίου Νεκταρίου και λαδάκι από το καντήλι του και πήγε στο νοσοκομείο. Γονάτισε δίπλα στο άρρωστο παιδί , το οποίο - όπως αναφέραμε - βρισκόταν σε κώμα. Καμιά επικοινωνία με το περιβάλλον. Ο Γέροντας προσευχήθηκε επί πολλή ώρα θερμά, επικαλούμενος τη χάρη του θαυματουργού αγίου Νεκταρίου. Σταύρωσε το αγόρι και άλειψε το μέτωπό του με το ιερό λαδάκι, εκφράζοντας στους γονείς και στους λοιπούς συγγενείς που αγωνιούσαν , την πεποίθηση ότι ο Άγιος θα έκανε κι αυτή τη φορά το θαύμα του. Αυτά είπε, τους ευλόγησε κι έφυγε. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά - ω του θαύματος - το παιδί άνοιξε τα μάτια του ,ανακάθησε στο κρεβάτι και ρώτησε τη μητέρα του ( η οποία έκλαιγε από χαρά ) : - Που είναι, μανούλα, ο παπούλης που με σταύρωσε; Όλοι οι παρευρισκόμενοι άρχισαν με λυγμούς να ευχαριστούν τον άγιο Νεκτάριο, ο οποίος άκουσε τις προσευχές του π. Νεκταρίου και τις δικές τους και χάρισε στο παιδί την πολύτιμη υγεία ! ] Από το βιβλίο « Ο Γέροντας Νεκτάριος »

Ο Ιωάννης Σαράντης ( Καββαδία 26 Νέο Φάληρο ) έπασχε από καρκίνο του παχέος εντέρου . Οι γιατροί, όπως ήταν φυσικό , του είπαν ότι έπρεπε να χειρουργηθεί αμέσως. Τι άλλο να κάνει σε αυτή την περίπτωση... Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, δεν απελπίσθηκε. Έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στον άγιο Νεκτάριο έκανε θερμή προσευχή ,ζητώντας του λύση στο δράμα. Ταχύς εις αντίληψιν ο θαυματουργός Άγιος παρουσιάστηκε το ίδιο κιόλας βράδυ στον ύπνο του και του είπε: « Έχε πίστη ! Ο Θεός θα σε βοηθήσει. Φρόντισε να πας στο Προσκύνημα , στην Καμάριζα. Να εξομολογηθείς στον Γέροντα, να σε σταυρώσει και να σου δώσει λαδάκι από το καντήλι να πιεις. Ο Θεός που είναι μεγάλος θα σου δώσει την υγεία σου το μεσημέρι της προσεχούς Παρασκευής » ! Ο ασθενής ξύπνησε γεμάτος δέος , ελπίδα, πίστη, αγαλίαση. Την επομένη κιόλας, έτρεξε στο Ιερό Προσκύνημα του Αγίου Νεκταρίου, στην Καμάριζα Λαυρίου. Ανέφερε στον Γέροντα τα καθέκαστα κι εξομολογήθηκε με συντριβή και κατάνυξη στο πετραχήλι του . Εκείνος τον σταύρωσε αναπέμποντας ευχές, τον στήριξε, τον ανακούφισε. Του έδωσε να πιει από τον καντηλάκι του αγίου Νεκταρίου.
Έκανε ακριβώς ότι είπε ο Άγιος και το μεσημέρι της Παρασκευής ένιωσε ξαφνικά ένα φρικτό πόνο στην κοιλιακή χώρα και στη συνέχεια ο πόνος παραχώρησε τη θέση του σε ένα συναίσθημα ηρεμίας και χαράς. Από εκείνη τη στιγμή - όπως έδειξαν οι εξετάσεις που έγιναν στη συνέχεια - θεραπεύθηκε ! Και πάλι στο προσκύνημα του Αγίου Νεκταρίου ,στην Καμάριζα, αυτή τη φορά όχι για ικεσία μα για να δοξολογήσει τον Θεό, ο Οποίος δια του αγίου Νεκταρίου τον θεράπευσε από καρκίνο. Καταφιλούσε τα χέρια του Γέροντα, ζητώντας του να μην πάψει να δέεται στον Άγιο για αυτόν και την οικογένειά του.

Από το βιβλίο « Ο Γέροντας Νεκτάριος »
Δόξα τω εν εσχάτοις τοις καιροίς λαμπρώς σε αγιάσαντα
Από το βιβλίο «Ο ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ- ΟΣΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΕΦΑΛΑΣ»
Σώτου Χονδρόπουλου
O υμνογράφος σε κάποιο από τα απολυτίκια της ακο­λουθίας έγραψε: «Δόξα τω εν εσχάτοις τοις καιροίς λαμπρώς σε αγιάσαντα.»
Πραγματικά από το πρώτο εκείνο σημάδι της φανέλλας με τον παράλυτο στο Αρεταίειο o Θεός παραχώρησε στο λαό μια αδιάκοπη θαυματουργική παρουσία τού διαλεκτού Του κληρικού, του πάλαι ποτέ Πενταπόλεως. Παραχώρησε έναν ευλογημένο και καλόβολο νεοφανή μεσίτη, έναν συμ­παραστάτη παρηγορητή, έναν θεραπευτή στις ανίατες αρ­ρώστιες. 
Πολλοί από τους ορθόδοξους Έλληνες, που θανατοκρύωναν και πονούσαν με φρικτούς πόνους κι έπασχαν α­πελπισμένοι από ανίατες αρρώστιες, όπου κι αν βρίσκονταν, σε οποιαδήποτε ακροτοπιά της γης, σε ώρες «έσχατης απελ­πισίας», έβλεπαν ολοζώντανο ένα γέροντα καλόγερο με σκούφο να τους χαμογελά απαλά, να τους παρηγορεί και να τους βεβαιώνει ότι θα γίνονταν πάλι καλά, ότι o Θεός δεν θα τους εγκατέλειπε, παρά νάχουν πίστη και υπομονή.
- Ποιος είσαι του λόγου σου, Παππούλη; αναρωτούσαν μέσα σε έκσταση.
Είμαι o πρώην Πενταπόλεως, o Νεκτάριος της Αιγίνης, αποκρινόταν και χανόταν.
Δεν χρειάζεται ν' αναφέρουμε πρόσωπα και πράγματα και ειδικές «επιμέρους» περιπτώσεις.
Έχουν άλλωστε γρα­φτεί ολόκληρα βιβλία για τα σημεία και τα θαύματα, πολύ περισσότερο για την απελευθέρωση δαιμονισμένων. Έχουν γραφτεί και εξακολουθούν να γράφονται εφόσον συνεχίζον­ται οι καταπληκτικές τούτες ευεργεσίες.
Αξίζει όμως ν' αφηγηθούμε με κάποια συντομία εδώ την ιστορία μιας δαιμονισμένης κοπέλλας από τον Πειραιά, της Αικατερίνης Κράκαρη, που υπόφερε χρόνια και χρόνια από το φοβερό δαιμόνιο κι έγινε κατόπι καλόγρια στα 1917 και ονομάστηκε Παρθενία έξω από το μοναστήρι της Αίγινας, χωρίς τότε να γιατρευτεί. Αυτή επεσκέφτηκε με τα ράσα τον άγιο γέροντα στα 1919, ένα χρόνο προτού κοιμηθεί, κι όταν της διάβασε την ευχή, ταράχτηκε η ψυχή του.
- Την βασανίζει ένα από τα πιο φοβερά δαιμόνια... πρό­φεραν τότε τα χείλη του.
Σχεδόν πολλοί από τους επιζώντες παλιοί Πειραιώτες, σίγουρα θα θυμούνται τον επιστάτη στο Γυμνάσιο της πλα­τείας, τον Μάρκο Κράκαρη, που κατοικούσε δωρεάν σε κάτι επί τούτου εκεί καμαράκια. Είχε λοιπόν αυτός και μια θυγα­τέρα σαν το κρύο νερό που την έλεγαν Κατερίνα. Από μι­κρή, όσοι την έβλεπαν, προφήτευαν ότι σαν μεγαλώσει θα κάψει καρδιές, θα γίνει μεγάλη και τρανή, γυναίκα άρχοντα, τέτοια ήταν η δύναμη της ομορφιάς της. Άλλα o πατέρας της o επιστάτης ήταν λιγάκι απρόσεκτος στη ζωή του, ήταν βλάστημοςβλαστημούσε και τα Θεία και σε μια ώρα οργής, που έστειλε στο δαίμονα την κόρη του, το παιδί του, ευθύς αυτή άλλαξε όψη, μελάνιασε, μούγγρισε σα μοσχάρι, έπεσε χάμου και χτυπιόταν. Από τότε έγινε αιχμάλωτη ενός αμεί­λικτου και φοβερού δαιμόνιου.
- Τρία είμαστε, ομολόγησε αυτό το ίδιο το δαιμόνιο μια μέρα σ' ένα σεβάσμιο γέροντα εξομολόγο, που διάβαζε τους εξορκισμούς. Το ένα είναι μακριά στην Κίνα, το άλλο πιλα-τεύει τη Ρωσία και το τρίτο σου κουβεντιάζει...
Φόβος, τρόμος και καημός έπεσε στο φτωχόσπιτο τού Πειραιά. Τρεις χειροδύναμοι άνδρες και o πατέρας δεν κα­τάφερναν να φέρουν σε λογαριασμό αυτή τη δεκαεξάχρονη τότε κοπέλλα, όταν την έπιανε η μανία της καταστροφής. Χρειαζόταν να τη δένουν σφιχτά, να την επιτηρούν, να μη φεύγουν λεπτό από σιμά της.
Και προτού γίνει καλόγρια, όλο την έταζαν στο Θεό, όλο την έτρεχαν σε κατανυκτικές ολονυκτίες. Το γκρεμισμένο πια εκκλησάκι της παλιάς Στρατώνας, στο Μοναστηράκι της Αθήνας, o άγιος Ελισαίος, όπου λειτουργούσε ένας άλλος κληρικός του Θεού, o παπα-Νικόλας o Πλανάς (Σήμερα επί­σημα ανεγνωρισμένος Άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας) κι έψελναν οι δυο ταπεινοί και συνάμα μεγάλοι κολυβάδες, o Μωραϊτίδης κι o Παπαδιαμάντης, άπειρες φορές φιλοξενούσε την παρουσία της, άκουγε τις φοβερές βλα-στήμιες που τόξευε από το στόμα της το φοβερό τριμέτωπο δαιμόνιο. Άλλοτε γρύλιζε σα γουρούνι, άλλοτε γκάριζε σα γάιδαρος και μόνο στην ιερή ώρα της «μετουσιώσεως των Θείων Δώρων» λούφαζε και χανόταν.
Στις τόσες και τόσες τυραγνίες που κατά καιρούς υπό­φερε η ίδια και οι δικοί της ήρθε και κάποιος Αρχιμανδρίτης από την Αίγυπτο, επαγγελματίας κληρικός, που λειτουργού­σε μηχανικά κι εκτελούσε δίχως πίστη, κατανόηση, δίχως συντριβή την φοβερή αναίμακτο Θυσία. Απομακρυσμένος από την Άγια χάρη, ζώντας μέσα στον παροδικό και πλάνο κόσμο και τη λάμψη του, νόμιζε πως η πίστη στο Χριστό Σωτήρα ήταν μια πίστη σε συμβολική θρησκεία σαν όλες τις ανθρώπινες θρησκείες. Κι έτσι ακολουθούσε την αποστολή του σαν υπάλληλος ενός οργανισμού. Όπου σαν βρέθηκε για υποθέσεις του στην Αθήνα κι άκουσε να λένε για την κοπέλλα του Πειραιά και για τις μαντείες που τόξευε κάπου-κάπου το δαιμόνιο, χαμογέλασε επιτιμητικά.
Δεν κυκλοφορούν δαιμόνια σήμερα, δήλωσε. Η κο­πέλλα φαίνεται πάσχει από σχιζοφρένεια.
Είναι χαρακτηριστικό πως όσοι απομακρύνονται από το Θεό, αρνούνται και το διάβολο, δεν πιστεύουν εύκολα στην ύπαρξή του.
- Το και το, επέμεναν μερικοί γνωστοί και φίλοι του. Όπου ένα δειλινό κατέβηκε o καλός σου στον Πειραιά, κατέβηκε με τα φρεσκοσιδερωμένα του ράσα, ροδοκόκκινος, καταγεμάτος υγεία, πήρε αμάξι κι έφτασε καταμπροστά στο Γυμνάσιο της πλατείας.
Στο μεταξύ κι ώσπου να φθάσει ίσαμε την εξώθυρά τους, η δαιμονόπληκτη Κατερίνα, περιορισμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, πληροφορούσε με χλευαστική διάθεση την πορεία του, την από στιγμή σε στιγμή άφιξη του.
- Χμ, το πουλάκι μου, ανάκραζε κάθε τόσο. Έρχεται o Αλεξανδρινός ρασοφόρος. Τώρα βρίσκεται στην Ομόνοια... τώρα βγάζει εισιτήριο στον ηλεκτρικό σιδερόδρομο... τώρα φτάνει κορδωμένος στην πρώτη θέση, στο Φάληρο... Νάτον, το πουλάκι μου, σηκώθηκε, βγαίνει με τον κόσμο έξω στην πλατεία. Για ιδές τον, ψάχνει για αμάξι... Μωρέ γλέντι που έχω να κάνω!.. Θα σου τον συγυρίσω μια χαρά...
Οι δικοί της που γνώριζαν τη μαντική δύναμη του δαιμό­νιου, κατάλαβαν ότι κάποιος επρόκειτο να τους επισκεφθεί.· Έφτασε λοιπόν, ζήτησε τον πατέρα της άρρωστης, είπε τ' όνομα του, τον τίτλο του, το σκοπό του. Τον δέχτηκαν ευθύς αμέσως. Σαν κληρικό σταυροφόρο, ευχαρίστως τον οδή­γησαν εκεί που την είχαν περιορισμένη.
Η κοπέλλα στην αρχή βλοσυρή, με αινιγματικό ύφος, ύστερα πιο μαλακωμένη, τον έβλεπε και σώπαινε. Πιό έπειτα χασκογελούσε. Σε λίγο έπιασε να τον κοροϊδεύει.
- Παπαδάκο μου, τι όμορφος και τσαχπίνης που δεί­χνεις...
Την παρατηρούσε, την περιεργαζόταν «αφ' υψηλού», υπερβέβαιος για το αλάνθαστο της σκέψης του. Έ, βλέπεις, σήμερα η επιστήμη...
- Περίεργο, φαίνεται εντελώς καλά... ψιθύρισαν τα χείλη του. Φυσικά, όταν έρχεται η κρίσις...
Ξάφνου ζύγωσε κοντά του, άπλωσε το χέρι της με οι­κειότητα στο στήθος του κι έβγαλε από το κρυφό τσεπάκι το ρολόι του.
Το νου σας, πάτερ, φώναξε η μητέρα της. Θα σάς το σπάσει...
- Μπα, πως θα το σπάσει.. Έτσι δα σπάζουν το ατσάλι;
Δεν πρόφτασε ν' αποτελειώσει τη φράση του κι ακού­στηκε ένα «κρακ» και το ρολόι έγινε τέσσαρα κομμάτια. Ση­κώθηκε τρομαγμένος. Μα στο μεταξύ τα χέρια της άρρωστης γυρόφερναν το λαιμό του, έσφιγγαν την αλυσίδα από κά­ποιον χρυσό σταυρό που κρεμόταν στο στήθος του και τα χείλη της σα να πετούσαν φλόγες. Έλεγε φοβερά κι ανομο­λόγητα:
- Βρε παληάνθρωπε, ρυπαρέ, σκουλήκι, εσύ δεν είσαι που δεν άφησες απείραχτη γυναίκα, απείραχτο κορίτσι στην Αλεξάνδρεια; Τολμάς να υποστηρίζεις ότι δεν υπάρχω; Θα αραδιάσω όλα τα ωραία που έπραξες σαν ρασοφόρος θεομ­παίχτης... Δεν έκανες την τάδε ημερομηνία εκείνο... δεν σκάρωσες κάπου στο Κάφρ-Ζαγιάτ το άλλο...
O Αρχιμανδρίτης από την Αίγυπτο δεν άντεξε. Σωριά­στηκε σύγκορμος χάμου. Έτρεξαν, φώναξαν, κάλεσαν βοή­θεια και τον πήραν σηκωτό από την καμαρούλα, ενώ η άρρω­στη συνέχισε να λέει, να λέει...
Και κάθε τόσο μούγκριζε σα θηρίο του δρυμού.
Στο μεταξύ μεσολάβησε η προχείρισή της σε μοναχή και η επίσκεψη της στα 1919 στην Αίγινα, ζώντος τού Αγίου. Το δαιμόνιο έδειχνε πως την είχε αφήσει, λούφαζε μέσα της κι αποκοιμόταν. Μα κει που ήταν έτοιμοι να χαρούν να πανη­γυρίσουν, νάσου και πάλι φανερωνόταν ύπουλο και δόλιο.
Τέλος κάποια μέρα, σε κάποια κατανυκτική ολονυκτία που την έφεραν με συνοδεία και παρακάλεσαν από τα φυλλοκάρδια τους να τους λυπηθεί o Θεός και να την ελευθε­ρώσει η να την ξεσηκώσει, να την πάρει, να γλιτώσουν φτω­χοί βιοπαλαιστές από τέτοια δοκιμασία, άνοιξε ξαφνικά το στόμα της και πέταξε κάτι το σημαδιακό αλλά δυσνόητο.
- Άδικα με κουκουλώνετε με ράσα και με κουβαλάτε στις εκκλησίες. Τίποτα δεν κάνετε. Είμαι πολύ δυνατός, κα­νείς δεν μπορεί άπ' αυτούς να με βγάλει... Ένας μόνο μπο­ρεί να με βγάλει... o νυχάς.
Κατάπληξη και σιγή απλώθηκε τριγύρω.
- Ποιος νάταν άραγε αυτός o νυχάς, ποιόν εννοούσε τάχα; αναρωτήθηκαν οι συγγενείς και φίλοι. Χμ, μυστήριο...
Τέλος, όταν κοιμήθηκε o γέροντας της Αίγινας και δια­δόθηκαν τα θαύματα που έκανε ειδικά σε δαιμονισμένους, αποφάσισαν να ξαναπροβούν πάλι σε μια προσπάθεια και να τη φέρουν στον ιερό του τάφο. Την ξεσήκωσαν, την πήραν, την έσυραν στο βαπόρι, την τράβηξαν στο μοναστήρι με συνοδεία πέντε άνδρες συγγενείς και οκτώ γυναίκες.
Είδαν κι έπαθαν ώσαμε να την ανεβάσουν. Παρά τόσο να τους γκρεμοτσακίσει στις ανηφοριές, παρά κάτι να τους διαλύσει και να πέσει να σκοτωθεί.
- O νυχάς, ούρλιαζε, μόλις έφθασαν σιμά στον ιερό τάφο. O νυχάς... ου τρομάρα μου, ξεπερνάει τον Καψάλη της Κεφαλλονιάς. Αυτός βλέπεις είναι και Δεσπότης...
Τέλος, την επαύριο, μετά την ακολουθία της θείας Λει­τουργίας κι αφού την άλειψαν με λάδι σε σχήμα σταυρού
Στα δέκα χρόνια ξανάνοιξαν πάλι τον τάφο, ξανασήκωσαν από το φέρετρο το καπάκι και o νεκρός ήταν πάντα ανέπαφος. Ήρεμος, γαλήνιος, κοιμόταν λαφριά και σκορ­πούσε τριγύρω ευωδία! Μόνο στα είκοσι χρόνια από την κοίμηση του o Θεός επέτρεψε τη διάλυση του κορμιού, όπως έγινε και σε πολλούς άλλους όσιους και την «κατ' άνθρωπον» κατάλειψη των οστών. Όμως η ευωδία ήταν διάχυτη ανάμεσα τους και απόμεινε για πάντα. Όχι μόνον αυτό αλλά και όποιο αντικείμενο, θήκη, καλύπτρα, σκούφος, άγγιζε κι από το ακοίμητο καντήλι τού τάφου, έπεσε χάμου, σπάραξε, έβγαζε συνέχεια αφρούς από το στόμα και σχεδόν στράγγι­σε, έγινε κατακίτρινη, σαν νεκρή. Σε μισή ώρα όμως άνοιξε τα μάτια και ψιθύρισε:
- Αχ, που βρίσκομαι; Θεέ μου, λευτερώθηκα!...
Όπως αποκαλύφθηκε πιο έπειτα το δαιμόνιο αποκαλού­σε τον Άγιο ιδρυτή της Μονής, νυχά, γιατί μια και δεν είχε λιώσει ακόμα το κορμί του, στα κεχριμπαρένια χέρια του, στα ισχνά κρινοδάχτυλά του, μεγάλωσαν κάπως τα νύχια του.
Ήταν άνοιξη, Απρίλης του 1926. Ζήτησε κι αφιερώθηκε στο μοναστήρι σαν καλόγρια κι αργότερα έγινε και μεγαλό­σχημη. Η τακτική μελέτη που έκανε στα ιερά κείμενα και η βαθύτατη ευλάβεια της άφησε εποχή. Δούλεψε ώσαμε τα τελευταία της εκεί στο κοινόβιο (Σεπτέμβρης 1968) σαν γραμματέας και πρακτικογράφος. O στρωτός καλλιγραφικός της χαρακτήρας σώζεται μέχρι σήμερα στο βιβλίο Πρακτικών της Μονής.
Ένα πρόσφατο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου στην Αθήνα 
Την 7.11.2006 εισήχθη για θεραπεία στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο η ασθενής Μ.Φ., ετών 68, από τον Θεολόγο Σπάρτης.

Η ασθενής παρουσίαζε παροδικά κρίσεις με απώλεια της οράσεως (έχανε το φως) του δεξιού οφθαλμού λόγω μεγάλης στένωσης της καρωτίδας αρτηρίας, διότι ό οφθαλμός της δεν αίματωνόταν αρκετά.
Αφού έγινε όλος ο προεγχειρητικός της έλεγχος καί εξετάσθηκε και από νευρολόγο (Γ.Σ.) χωρίς να διαπιστωθούν παθολο­γικά ευρήματα, με γενική αναισθησία χειρουργήθηκε στις 8.11.2006, ή καρωτίδα ανοίχθηκε, καθάρισε καί κλείσθηκε πά­λι. Έγινε, όπως επιστημονικά λέγεται, ένδαρτηριεκτομή της καρωτίδας καί ή ασθενής οδηγήθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

Η ασθενής ξύπνησε από τη νάρκωση, ήταν όμως συγχυτική καί διε­γερτική καί η επικοινωνία μαζί της ήταν πρακτικά αδύνατη.

Δεν καταλάβαινε καί δεν συνεργαζόταν μαζί μας, αλλά με το δεξί χέρι καί πόδι προσπαθούσε να πετά­ξει τους όρους. Το αριστερό χέρι καί πόδι είχαν πλήρη παραλυσία.

Η σοβαρή πνευματική διαταραχή, σε συνδυασμό με την ημιπληγία αριστερά, μας υποχρέωσε να κάνουμε άμεσο έλεγχο της κυκλοφορίας του εγκεφάλου με αγγειογραφία, ή οποία, όπως ο ακτινολόγος (Καθηγητής Δ.Κ.) διέγνωσε, δεν παρουσίαζε καμία απόφραξη των αγγείων καί ή κυκλοφορία ήταν ελεύθερη στην περιοχή πού είχε χειρουργηθεί.

Η σοβαρή κατάσταση της ασθενούς όμως μας είχε ανησυχήσει, γι' αυτό οδηγήθηκε πάλι στο χειρουργείο, όπου ο έλεγχος του εγχειρητικού πεδίου απέδειξε ότι ήταν ανέπαφο καί με πολύ καλές σφύξεις ή αρτηρία. 
Για να ελεγχθεί καί το εσωτερικό της καρωτίδας, έγινε διάνοιξη του αγγείου, το οποιο όμως ήταν καί εσωτερικά ανέπαφο.

Χρησιμοποιώντας ένα μικρό συνθετικό έμβάλωμα συνερράφη ή καρωτίδα καί το υπόλοιπο εγχειρητικό πεδίο, και ή ασθενής οδηγήθηκε περί την 3η μεσημβρινή πάλι στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

Η αναισθησιολόγος (Επικ. Καθηγήτρια Ε.Α.) συνέστησε να μείνει ή άρρωστη σε καταστολή (βαθύ ύπνο) στο αναπνευστικό μηχάνημα, παρακολουθώντας τα ζωτικά σημεία (πίεση, σφύξεις, αναπνοή κ.ά.) στις οθόνες έλεγχου, προκειμένου να σταθεροποιηθεί καί να επιχειρήσουμε αφύπνιση το βράδυ ή την άλλη μέρα το πρωί.

Περί την 7η βραδινή ώρα, δοκιμαστική μείωση των αναισθητικών φαρμάκων, προκειμένου να εκτιμηθεί ή κατάσταση της, οδήγησε την ασθενή σε διέγερση καί έντονη ανησυχία, όπως τίς πρωινές ώρες μετά το πρώτο χειρουργείο, ώστε οι γι­ατροί της Μονάδος να την καταστείλουν (κοιμήσουν) καί πάλι με φάρμακα.

Οι ώρες περνούσαν καί σε λίγο θα εορτάζαμε τη μνήμη του αγίου Νεκτα­ρίου. Δεδομένου ότι την άλλη ήμερα το πρωί 6:45 είχα απλό προγραμματισμένο χειρουργείο καί δεν θα μπορούσα να εκκλησιαστώ στο ναό του Αγίου Νεκταρί­ου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο (ένα μικρό ναό, τον όποιο ο ίδιος είχα φτιάξει στη μνήμη του Αγίου καί είχε αγιογραφηθεί αποκλειστικά με θαύματα του Αγίου, ο όποιος είχε κοιμηθεί έκει θαυματουργικά «θεραπεία του παραλυτικού» στο δωμά­τιο 2 της Χειρουργικής Κλινικής πού είχα την τιμή καί την ευλογία τα τελευταία χρόνια να διευθύνω), αποφάσισα να εκκλησιαστώ στον περικαλλή ναό του Αγίου Νεκταρίου με' την εξαίρετη χορω­δία στο Ν. Ηράκλειο, πού είχε ολονυχτία.

Στο ευγενικό τηλεφώνημα του Πανοσιολογιότατου Αρχιμανδρίτου π. Χρυσοστόμου ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Γραμματέως της Αρχιεπισκοπής, για λειτουργία στο ναό του Αγίου Νεκταρίου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, με λύπη μου είχα απαντήσει αρνητικά, έχοντας αφυπηρετήσει από 3μήνου από το Πανεπιστήμιο καί μη έχοντας αρμοδιότητες στη Διοίκηση.

Στο Ναό του Αγίου Νεκταρίου στο Ν. Ηράκλειο έφθασα περί την 11:30 νυχτερι­νή, ψυχικά συντετριμμένος καί πνευματι­κά προβληματισμένος για την κατάσταση της ασθενούς καί την άγνωστη εξέλιξη της. Παρακάλεσα τον Άγιο να παρέμβει βοηθώντας την άρρωστη, ήξερα όμως την αναξιότητά μου καί δεν πίστεψα ούτε λεπτό ότι ο Άγιος θα ήσχολείτο με' το πρόβλημα μου.

Αφού κοινώνησα την 2:35 πρωι­νή, με το τέλος της Θείας Λειτουργίας εγκατέλειψα το ναό, πάντα ανήσυχος καί προβληματισμένος για την άρρωστη.

Το πρωί του αγίου Νεκταρίου 6:45, είχα όπως προανέφερα χειρουργείο στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο (ασθενής Μ.Π.), έχοντας το κλειδί του ναού του Αγίου Νεκταρίου.

Ακριβώς 6:30 πρωινή, πέρασα από το Αρεταίειο, άνοιξα το ναό, προσκύνησα τον Άγιο, ζήτησα καί πάλι τη βοήθεια του καί πήγα καί χειρούρ­γησα, έχοντας περίεργη καί ιδιόρρυθμη συμπεριφορά, όπως οί γιατροί πού με βοηθούσαν (Θ.Γ. και Β.Σ.) έλεγαν αργότερα μεταξύ τους καί εμμέσως κάποιοι άλλοι μου μετέφεραν.

Περί την 9η πρωινή, ή ασθενής, ή οποία καθ' όλο το 24ωρο εύρίσκετο σε καταστολή στη Μονάδα Εντατικής Θε­ραπείας του Θεραπευτηρίου μπήκε στη διαδικασία αφύπνισης. Ώ του θαύμα­τος! Ή ασθενής ξύπνησε, είχε θαυμάσια επικοινωνία με το περιβάλλον, κινούσε ελεύθερα όλα τα άκρα (χέρια καί πόδια) πήρε το πρόγευμα της κανονικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, περί την 7η βραδινή ώρα, ο εφημερεύων για­τρός Θ. Τ. με' πήρε τηλέφωνο καί μου λέει: «Κύριε Καθηγητά, ή ασθενής περπατά στο διάδρομο, κάνει τον περίπατο της καί θέλει να σας μιλήσει στο τηλέφωνο».

Πράγματι μου έδωσε την ασθενή στο τηλέφωνο, ή οποία μου είπε; «Γιατρούλη μου, είμαι μια χαρά καί θέλω να σας φιλήσω τα χρυσά σας χεράκια».

Συγκινημένος την ευχαρίστησα από την άλλη μεριά του τηλεφώνου, γεμάτος από αισθήματα ευγνωμοσύνης στον Άγιο μας...

Το θαύμα είχε γίνει.

Ο Άγιος πα­ρενέβη άλλη μια φορά προς Δόξαν του Κυρίου μας. Ποιος άραγε συγκίνησε τον Άγιο, ώστε να προστεθεί άλλη μια θαυ­ματουργός παρουσία του; Ο ιερεύς του χωρίου Θεολόγος, πού, όπως ή ασθενής μου είπε, προσηύχετο γι' αυτήν, ή αγία ψυχή της ασθενούς, ή οποία φαίνεται να ευλαβείται του Κυρίου μας -είναι αδελφή δύο ιερέων- ή ή αυτόματη επίσκεψη του αγίου Νεκταρίου δηλώνοντας θαυμα­τουργικά άλλη μια φορά την παρουσία του την ήμερα της αγίας μνήμης του, το έτος 2006.

Ας σημειωθεί ότι καί η αξονική τομο­γραφία του εγκεφάλου την τρίτη μετεγχειρητική ήμερα δεν έδειξε καμία βλάβη εγκεφάλου. Ή ασθενής εγκατέλειψε υγιής το θεραπευτήριο καί βρίσκεται πάλι στο χωριό της, τον Θεολόγο Σπάρτης.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΛΜΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2007

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ

Ο Άγιος Νεκτάριος
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ
(Από τον φοιτητή Θεολογίας κ. Σοφό Μιχάλη)
Δεν θα παύση η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία, να αναδεικνύη αγίους έως της συντελείας του αιώνος. Χαίρει η Εκκλησία διά τους νεοφανείς αγίους, εξαιρέτως δε, διά το νέκταρ το γλυκύτατον της εναρέτου ζωής, το πολύτιμον σκεύος των δωρεών του Παναγίου Πνεύματος, τον Θεοφόρον Ιεράρχη, τον Άγιον Νεκτάριον επίσκοπον, Πενταπόλεως.

Ο Άγιος του Θεού, γεννήθηκε την 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης κι έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Οι γονείς του ήταν ο Δημοσθένης Κεφάλας κι η Μαρία Κεφαλά. Η μητέρα του ήταν πολύ ευσεβής και όταν ο Άγιος ήταν πέντε ετών του δίδαξε τον ν' ψαλμό του Δαβίδ. Όταν ο Αναστάσιος έφθανε στον στίχο "διδάξω ανόμους τας οδούς σου" τον επαναλάμβανε πολλές φορές, σαν να ήξερε πόσο καθοριστικός θα ήταν ο ρόλος του αργότερα.

Για λόγους οικονομικούς αφού τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο στην πατρίδα του, έφυγε σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών για την Κωνσταντινούπολη, και προσελήφθη ως υπάλληλος σε συγγενικό κατάστημα με μόνη αμοιβή στέγη και τροφή. Παρά τις δύσκολες συνθήκες βρίσκει καταφύγιο στη μελέτη, τη μόνιμη στη ζωή του συντροφιά και, μάλιστα, όσα από τα ρητά τα θεωρούσε ωφέλιμα για τους αγοραστές του, τα σημείωνε στα περιτυλίγματα του καπνού. Αργότερα εργάστηκε ως παιδονόμος στο Αγιοταφικό Μετόχι της Πόλης, όπου διευθυντής ήταν ο θείος του. Αγαπούσε και συμμετείχε σχεδόν κάθε ημέρα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Ο πόθος διά την Μοναχική Πολιτεία ήταν διακαής.

Το 1868 σε ηλικία είκοσι ετών φεύγει από την Πόλη και μεταβαίνει στην Χίο και υπηρετεί ως γραμματοδιδάσκαλος στο Λιθί, έως το 1873, όπου προσέρχεται στην Νέα Μονή και μετά από τριετή δοκιμασία λαμβάνει στις 7 Νοεμβρίου 1876 το αγγελικό σχήμα με το όνομα Λάζαρος. Στις 15 Ιανουαρίου (ημέρα της βαπτίσεώς του) το 1877 χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο και μετονομάζεται σε Νεκτάριο. Στην Χίο φοιτά στο Γυμνάσιο, αλλά ο σεισμός του 1881 τον αναγκάζει να έρθει στην Αθήνα, όπου στο Βαρβάκειο δίνει τις απολυτήριες εξετάσεις, ως κατ' οίκον διδαχθείς και παίρνει το απολυτήριο.

Το 1881 ταξιδεύει στην Αλεξάνδεια, όπου συναντά τον πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος τον παροτρύνει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, κάτι που γίνεται εφικτό με την οικονομική υποστήριξη των αδελφών Χωρέμη. Το 1882 πήρε την υποτροφία του κληροδοτήματος Α.Γ. Παπαδάκη. Πήρε το πτυχίο του τον Οκτώβριο του 1885 με βαθμό "καλώς".

Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος από τον Αλεξανδρείας Σωφρόνιο. Στις 6 Αυγούστου του ιδίου έτους χειροθετείται Μέγας Αρχιμανδρίτης και Πνευματικός και τοποθετείται στην Πατριαρχική Αντιπροσωπεία Καΐρου. Εργάζεται συνεχώς με ζήλο και αυταπάρνηση. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας τον αμείβει με το ύπατο αξίωμα. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 χειροτονείται μητροπολίτης Πενταπόλεως, στον Άγιο Νικόλαο Καΐρου (ο οποίος ανακαινίστηκε ριζικώς υπό του Αγίου), από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, τον πρώην Κερκύρας Αντώνιο και τον Σιναίου Πορφύριο. Ως μητροπολίτης συνέχισε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, χωρίς μάλιστα να πληρώνεται, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης του Πατριαρχείου. Έλαβε ενεργό μέρος για τις εκδηλώσεις της 50ετηρίδος της αρχιερατείας του ευεργέτη και προστάτη του Πατριάρχη, που έμελλε να γίνει διώκτης του. Με μεγάλη ταπείνωση δέχτηκε το αξίωμα της αρχιερωσύνης και είναι αξιοσημείωτο να αναφέρωμεν τι έλεγε προς τον Κύριο: "Κύριε διατί με ανύψωσες εις τοσούτον μέγα αξίωμα; Εγώ σου εζήτησα να γίνω μόνον Θεολόγος κι όχι Μητροπολίτης. Εκ νεαράς ηλικίας Σου εζήτησα να γίνω ένας απλός εργάτης του Θείου Λόγου Σου, και Συ, Κύριε, τώρα με δοκιμάζεις με τόσα πράγματα. Αλλ' υποτάσσομαι, Κύριε, εις το θέλημα Σου, και δέομαι: καλλιέργησε εντός μου την ταπεινοφροσύνην και τον σπόρον των λοιπών αγίων αρετών, δι' ων τρόπων γνωρίζεις, και αξίωσόν με να ζήσω πάσας τας επί γης ημέρας μου συμφώνως προς τους λόγους του μακαρίου Παύλου, όστις λέγει: "Ζω Δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός". Και ο Κύριος εισάκουσε τη δέηση του ταπεινού Ιεράρχου. Οι αρετές του Αγίου διεδόθηκαν παντού και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θησαυρό που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο δημιουργός της κακίας, ο διάβολος, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του. Πράγματι κάποιοι φιλόδοξοι κληρικοί που είχαν εισχωρήσει στο περιβάλλον του ενενηντάχρονου Πατριάρχη διέβαλαν τον Άγιο ότι δήθεν ξεσηκώνει το λαό και επιδιώκει να αναλάβει τον Θρόνο της Αλεξανδρείας. Μάλιστα υπαινίχθησαν και ηθικές παρεκτροπές του δικαίου Νεκταρίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την παύση του Αγίου από τη Διεύθυνση του Πατριαρχικού Γραφείου και … του επέτρεπαν να λαμβάνει μέρος τροφής εν τη κοινή τραπέζη μετά των ιερέων και να διαμένει στο οίκημα της Πατριαρχικής Επιτροπείας. Μετ' ολίγον αποπέμπεται από την Αίγυπτο με την αιτιολογία "μη δυνειθείς να εξοικειωθή προς το κλίμα της Αιγύπτου". Μάταια ζήτησε να συναντήσει τον Πατριάρχη. Οι πιστοί εθλίβησαν που στερήθησαν τον "συμπαθέστατον των Αρχιερέων και τον αγαθώτατον και δραστηριώτατον των κληρικών".

Εδέχθη ο θείος πατήρ την αδικίαν ταύτην και πικρή δοκιμασία εν πολλή ευχαριστία προς τον Κύριον και ανεχώρησε από την Αίγυπτο κι ήλθε στην Αθήνα το 1889, χωρίς χρήματα και απογοητευμένος αναζητώντας εργασία, αδυνατώντας να πληρώσει ακόμη και τα ενοίκια στην Νεάπολη (Εξάρχεια). Μετά από αγώνες καταφέρνει να πάρει μία θέση ιεροκήρυκος στην Εύβοια. Τον Ιούλιο του 1893 μετατίθεται στην νομό Φθιωτοφωκίδος όπου εργάζεται ακάματα για μόλις έξι μήνες, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις. Τον Μάρτιο του 1894 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Εργάζεται με ζήλο Θεού για την εμφύτευση του ιερού ζήλου της ιεροσύνης στους ιεροσπουδαστές του, αλλά και την επαγγελματική τους αποκατάσταση, την αναμόρφωση του αναλυτικού προγράμματος της σχολής, ακόμη και για την καλυτέρευση του φαγητού και την άθληση. Κατάφερε να χορηγούνται τέσσερις υποτροφίες κάθε χρόνο για μαθητές προερχόμενους από τη Μικρά Ασία. Το κυριότερο είναι ότι αποτελεί για αυτούς ένα ζωντανό παράδειγμα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη λατρευτική ζωή και ανέδειξε ως λατρευτικό κέντρο το ναό του Αγίου Γεωργίου της Ριζαρείου και τη σχολή πνευματικό ίδρυμα προσκαλώντας επιστήμονες να δίνουν διαλέξεις. Η προσευχή του ήταν το σημαντικότερο λίπασμα για την άνθηση της σχολής. Παράλληλα ασκούσε και λειτουργικό, κηρυκτικό, εξομολογητικό και φιλανθρωπικό έργο. Σχετίζεται με τον παπα-Πλανά και παίρνει μέρος στις αγρυπνίες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου όπου έψαλαν οι Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης. Τον Ιούλιο του 1898 επισκέπτεται για πρώτη φορά το Άγιο Όρος. Διέμεινε για ένα μήνα και επισκέφτηκε τα κυριότερα μοναστήρια και σκήτες. Συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Γέροντα Δανιήλ με τον οποίο διατήρησε μία πολύχρονη φιλία. Επίσης συνεδέθη με τον π. Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη ο οποίος αργότερα διαδέχθηκε τον Άγιο Σάββα της Καλύμνου στην πνευματική καθοδήγηση της μονής στην Αίγινα. Το επόμενο καλοκαίρι (Αύγουστος 1898) ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και την γενέτειρά του Σηλυβρία. Είχε την ευκαιρία να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας της Σηλυβριανής και τους τάφους των γονέων του. Το 1904 έγινε πραγματικότητα η επιθυμία του για ίδρυση γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, αρχικά αποτελουμένης από τέσσερις αδελφές. Ο Άγιος δεν έπαυε να τις κατευθύνει πνευματικά, να τις στηρίζει ηθικά και οικονομικά. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1908 υπέβαλε την παραίτησή του από τη διεύθυνση της Ριζαρείου λόγω ασθενείας.

Αφοσιώνεται στην καθοδήγηση των μοναχών, στην ανοικοδόμηση της μονής, στη συγγραφή και στην πνευματική και οικονομική στήριξη των αδυνάτων κατοίκων του. Οι δοκιμασίες όμως δεν σταμάτησαν. Για ποικίλους λόγους η επίσημη αναγνώριση της μονής δεν ήλθε παρά μόνο όταν ο Άγιος είχε κοιμηθεί. Επιπλέον, κατηγορήθηκε για ανηθικότητα από τη μητέρα μίας κοπέλας που κατέφυγε στη μονή να μονάσει. Όλες αυτές τις δοκιμασίες τις βίωνε με απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό και είναι χαρακτηριστικό πως μία από τις προσφιλείς ασχολίες του ήταν η φιλοτέχνηση σταυρών στους οποίους έγραφε "Σταυρός μερίς του βίου μου".
        Η υγεία του Αγίου ήταν πάντα εύθραυστη. Από τις αρχές του 1919 η πάθηση του προστάτη άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά από παράκληση των μοναχών εισάγεται στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρεταίειο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε για πενήντα ημέρες. Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920, προς το μεσονύκτιο παρέδωσε πλήρης ουρανίου γαλήνης την μακαρία ψυχή του εις χείρας Θεού ζώντος, τον οποίο αγάπησε εκ νεότητος και δι' όλου του βίου εδόξασεν, σε ηλικία 74 ετών. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ευώδες μύρον έκβλυζε από το πρόσωπό του. Αυθημερόν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο Μοναστηράκι του κι εψάλη η εξόδιος ακολουθία και ετάφη εν συρροή κλήρου και λαού.

Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα κατά τα επόμενα χρόνια και για είκοσι και πλέον έτη το σώμα του ήταν σώον και αδιάφθορον, εκχέον την άρρητον ευωδίαν της αγιότητος ως μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος. Αλλ' ύστερον διελύθη, κρίμασιν οις οίδεν ο Θεός, ως διελύθησαν πολλά αδιάφθορα λείψανα αγίων. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του, υπό του Μητροπολίτη Ύδρας Προκοπίου, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Το 1961 έγινε η επίσημος αναγνώρισις του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

"Μέγας ο Κύριος ημών και της μεγαλοσύνης Αυτού ουκ έσται πέρας, ο δοξάζων τους δοξάσαντας αυτού" ως αψευδώς επηγγήλατο. Όντως ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο Άγιος του αιώνος μας, ο γλυκύς, ο πράος, ο ανεξίκακος, ο ταπεινός και διά τούτο έλαβε και λαμβάνει τόση χάρη από τον Κύριος της Δόξης. Ο συμπαθής Άγιος να παρέχει ενί εκάστω, εν παντί και πάντοτε την πατρική και σωστική αντίληψίν του και βοήθειαν. Αμήν.

π. Σαράντης Σαράντος - Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ τὸ βίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας

Πραγματικὰ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐβίωσε σὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς ὑπάρξεώς του τὴν Ὀρθοδοξία μας, τὴν ὁποία καὶ ἑρμήνευσε καὶ ἐξέφρασε προσωπικὰ καὶ δυναμικὰ στὸ καθολικὸ πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν καὶ γενικότερα στὴν Οἰκουμένη.
Εἶναι τόσο πλούσια ἡ προσωπικότητά του, τόσο βαθειά, τόσο μεγαλειώδης, συνδυασμένη μὲ θεϊκὴ πραγματικὰ ἁπλότητα, ποὺ θά ῾πρεπε ὁ φτωχὸς δικός μας ἀνθρώπινος λόγος νὰ ἀργήσει. Καὶ μάλιστα λόγος ποὺ προέρχεται ἀπὸ χείλη ἀδέξια, ἰσχνόφωνα καὶ κακόηχα σὰν τὰ δικά μου. Συγχωρῆστε μου λοιπὸν τὴν θρασύτητα καὶ ἐπιτρέψτε μου νὰ χρησιμοποιήσω τὸν συμβατικὸ λόγο γιὰ ὠφέλεια ὅλων μας καὶ γιὰ τὴν κατὰ δύναμιν τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο τοῦ αἰῶνα μας.
Θεμέλιο σ᾿ αὐτὴν τὴν προσλαλιὰ ἂς εἶναι τὸ παρακάτω ὑπαρκτὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου.
Μετὰ ἀπὸ κάποιες περιπέτειες ποὺ μεθόδευσε στὴ ζωή του ὁ μισόκαλλος, βρίσκεται ὁ Ἅγιος, σὰν ἱεροκήρυκας Χαλκίδος, ἐπίσκοπος ὄντας, στὸ μικρὸ νησὶ τῆς Σκιάθου, γιὰ νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ κηρύξει. Φιλοξενεῖται ἀπὸ βραδὺς σ᾿ ἕνα ἁπλὸ δωματιάκι τοῦ νησιοῦ. Περνᾶνε οἱ ὦρες τῆς νύχτας καὶ τὸ φῶς τοῦ δωματίου του δὲν σβήνει. Κάποιοι περίεργοι βρίσκουν τὸν τρόπο νὰ κρυφοκοιτάξουν. Βλέπουν τὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο νὰ κάνει ἐδαφιαῖες μετάνοιες καὶ κάτι νὰ ψελλίζει. Τὸ φῶς ἔσβησε, ὅταν ξεκίνησε γιὰ τὴν πρωϊνὴ ἀκολουθία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀδελφοί, λέει πάρα πολλά. Βάση στὴ ζωή του ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια εἶχε αὐτὸ ποὺ ὅλοι οἱ πατέρες καὶ ἅγιοι εἶχαν, τὴ νηπτικὴ ἐργασία, τὴν προσεκτικὴ φροντίδα τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀθανάτου καὶ θεοεικέλου ψυχῆς. Μολονότι ἐπίσκοπος, πεπειραμένος στὰ πνευματικά, κάποιας ἡλικίας, ὅμως δὲν ἀντικαθιστᾷ μὲ τίποτα τὴν ἀγαπημένη του πνευματικὴ ἐργασία γιὰ τὴν προσωπική του ἕνωση μὲ τὸν ἐν Τριάδι Θεό. Δόξα τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους ποὺ ἀναδεικνύει σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς καὶ τοὺς ἔχει μαζὶ ἴσως καὶ μὲ ἄλλους ἀφανεστέρους, δείγματα τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ποὺ ἀληθινὰ ὄζει (μυρίζει) ἀγάπη Χριστοῦ.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γεννήθηκε τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στὴ Συληβρία τῆς Θρᾴκης. Σὰν παιδὶ καὶ σὰ νέος ἦταν πολὺ φιλομαθὴς καὶ ἰδιαίτερα ὅπως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἀγάπησε τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ τὰ Πατερικὰ κείμενα. Τὸ βιβλίο ποὺ ὁ ἴδιος ἐξέδωσε «Λογίων θησαύρισμα» εἶναι ἀκριβὲς ἀπόσταγμα τῶν Πατερικῶν Μελετῶν στὶς ὁποῖες ἀπὸ μικρὸς ἀφιερωνόταν. Ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνθολόγιο τῶν πολυτίμων μελετῶν του φαίνεται ἡ νηπτικὴ ἐργασία καὶ ἡ δυνατὴ ἔφεση ποὺ εἶχε στὰ βάθη του γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἡ δίψα του γιὰ τὴν τελειότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Ἀπὸ πολὺ νωρὶς συγκεκριμενοποίησε τὸν οὐράνιο πόθο του καὶ τὸν ταύτισε μὲ τὴ μοναχικὴ ζωή. Τὸ 1876 ἐκάρη μοναχὸς στὴ Νέα Μονὴ τῆς Χίου μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος ἀπὸ Ἀναστάσιος Κεφαλᾶς. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς φαίνεται καθαρὰ ὅτι ἔμεινε τρία χρόνια πραγματικά, ἀσκούμενος στὴ μοναχικὴ καὶ μοναδικὴ, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες μας, πολιτεία. Ἡ ἄσκηση τοῦ παρθενικοῦ βίου τὸν ἔκανε προσηνῆ ἐπειδὴ συνδύασε τὴν τραχύτητα τῆς ἀσκήσεως μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωση. Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἀγαπητὸς ἀπὸ τὴ λοιπὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα, προτάθηκε γιὰ χειροτονία καὶ προχειρίσθηκε διάκονος τὸ 1877 σὲ ἡλικία ὥριμη καὶ σύμφωνη μὲ τοὺς Θεοπνεύστους ἱεροὺς κανόνες,τριάντα ἑνὸς δηλαδὴ ἐτῶν, μὲ τὸ ὄνομα Νεκτάριος. Μὲ ἄδεια καὶ εὐλογία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς μετανοίας του συμπληρώνει τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς στὴν Ἀθήνα, κατόπιν στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, κοντὰ στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα, ὅπου μετὰ ἀπὸ εὐδόκιμες θεολογικὲς σπουδὲς τὸ 1885 ἐκατατάχθηκε στοὺς πτυχιούχους τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς ὁποίας ὑπῆρξε καὶ ὑπότροφος. Τὸ ἑπόμενο ἔτος 1886 χειροτονεῖται πρεσβύτερος καὶ Ἀρχιμανδρίτης στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο, κοντὰ στὸν ὁποῖο ὑπηρέτησε σὰν ἱεροκήρυκας καὶ γραμματέας τοῦ Πατριαρχείου καὶ Πατριαρχικὸς ἐπίτροπος στὸ Κάϊρο. Ἕνα χρόνο ἀργότερα τὸ 1889 χειροτονεῖται Μητροπολίτης τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο.
Αὐτὴ τὴν ἐπέτειο τῶν ἑκατὸ χρόνων ἀπὸ τῆς χειροτονίας του σὲ ἐπίσκοπο τιμᾶμε καὶ γιορτάζουμε σήμερα.
Γιατί ἰδιαίτερα αὐτὴν τὴν ἐπέτειο ἐξαίρουμε;
Γιατὶ καὶ ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καὶ ὁ μεγάλος Θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ ζωντανὸς φορέας ὅλης της Χριστιανικῆς Παραδόσεως.Ἴσως σὲ μερικὲς περιπτώσεις ἀμφιβάλλουμε γιὰ τὰ ὑποστηριζόμενα ἀπὸ τοὺς ἁγίους, γιατὶ δὲν βλέπουμε πάντοτε σαρκωμένες αὐτὲς τὶς ἀρετὲς στὰ Ἐπισκοπικὰ πρόσωπα. Στὴν περίπτωση ὅμως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ταυτίσθηκε ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ καὶ τὸ ποιμαντικὸ ἀρχέτυπο μὲ τὸ πρόσωπό του. Οἱ λειτουργίες του, τὰ κηρύγματά του, ἡ φροντίδα του γιὰ τὴν εὐπρέπεια καὶ διακόσμηση τῶν Ἱερῶν Ναῶν, τὸ προσωπικό, ποιμαντικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ ἐνδιαφέρον, ἡ συμπάθεια στοὺς καχεκτικοὺς στὴν πίστη καὶ στὴν ἠθικὴ, οἱ διοικητικές του ἱκανότητες καὶ ἰδιαίτατα ὁ ἄμεμπτος βίος κατάφερναν νὰ συγκρατοῦν τὸ θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ λογικὰ πρόβατα στὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ποιότητα τῆς Χριστιανικῆς ψυχῆς του καὶ ἡ Χριστιανικὴ διαύγεια τῶν φρονημάτων τοῦ φαίνεται ὁλοκάθαρα στοὺς ἄδικους διωγμούς του. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» δὲν εἶπε ὁ Κύριος; Ἀφανεῖς ἀντίχριστες δυνάμεις κατάφεραν νὰ μεθοδεύσουν ἔτσι κάποιες συκοφαντίες, ὥστε νὰ ἀπολυθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ νὰ παυθεῖ ἀπὸ τὴ θέση του. Καμιὰ σαφὴς κατηγορία ἀλλὰ καὶ καμιὰ ἀκύρωση τῶν συκοφαντιῶν. Σὰν ἐλεύθερος ἄνθρωπος καὶ ἀθῷος διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀδικία ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιστολὲς –διαμαρτυρίες πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιο, λίγο ἀργότερα πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Φώτιο καὶ πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸν Γ´ εἶναι γεμάτες ἐκκλησιαστικὸ ἦθος ποὺ σπάνια συναντᾶμε.
Ἄνθρωπος ψημένος στὴ μοναχικὴ ἄσκηση καὶ στοὺς κανόνες ταπεινοφροσύνης, δὲν μποροῦσε παρὰ αὐτὸ τὸ ἦθος νὰ ἀποκτήσει τῶν Μεγάλων Πατέρων, ποὺ εἴτε τοὺς ἔβριζαν εἴτε τοὺς ἐγκωμίαζαν, τὸ ἴδιο αἰσθάνονταν καὶ ἀνεξίκακα ἀντιδροῦσαν.
Οὐδεὶς ἀδοκίμαστος εὐδόκιμος.
Ἀξίζει κανεὶς νὰ διαβάσει καὶ μόνο αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς γιὰ νὰ προσεγγίσει αὐτὸν τὸν πολύτιμο ἀδάμαντα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μικρὲς ἐπιστολὲς γραμμένες μὲ σαφήνεια, γλωσσικὴ ἀρτιότητα, τέλεια νοήματα, λέξεις ἱεροπρεπεῖς καὶ κατάμεστες ἀπὸ σεβασμὸ στὸ πρόσωπο ποὺ ἀπευθύνεται καὶ τὸ ὁποῖο τὸν ἀδίκησε. Δὲν βρίσκεις ἴχνος δηκτικότητας νὰ ὑπολανθάνει. Κρατᾷ τὸν πόνο του σὲ καθαρὰ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Αὐτὲς οἱ ἐπιστολὲς ἀποπνέουν τὸ ἄρωμα τῆς ἀπαθοῦς καὶ χαριτωμένης ψυχῆς του, ποὺ προετοιμάζεται ἔκδηλα ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο γιὰ τὴ μέλλουσα τιμὴ καὶ παγκόσμια δόξα ποὺ τοῦ χάρισε. Ἡ ποιότητα τῆς ψυχικῆς καλλιεργείας του ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ποιμαντικὸ ἔργο του στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀνάλογη ποιμαντικὴ ἐν Χριστῷ ἀγωγή, ποὺ τοὺς προσέφερε.
Πάνω ἀπὸ ἐννιακόσιοι πιστοὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Καΐρου συνέταξαν μία διαμαρτυρία καὶ συνάμα ἀποχαιρετιστήριο γράμμα πρὸς τὸν Ἅγιο Πενταπόλεως ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Μεταρρύθμισις» τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ γράμμα φαίνεται γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀπὸ ἄλλη σκοπιὰ, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν λαϊκῶν, ὁ πραότατος καὶ εἰρηνικὸς χαρακτῆρας τοῦ Ἁγίου. Στὸ δημοσίευμα αὐτὸ δὲν ὑποφώσκει ἴχνος ἐμπαθείας ἢ φανατισμοῦ κατὰ τῶν ἀδικησάντων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν τὸν Ἅγιο Πενταπόλεως.
Πόσο ταπεινὰ καὶ χριστοκεντρικὰ θὰ εἶχε ἐργασθεῖ ὁ Ἅγιος στὴν Ἄμπελο τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ μεταφυτεύει καὶ στοὺς ἄλλους τὸν ἀληθινὸ τρόπο Χριστιανικῆς ζωῆς, τῆς Θεανθρώπινης ζωῆς ποὺ ὁ ἴδιος βίωνε.
Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τῶν λαϊκῶν του Καίρου φαίνεται ἡ μεγάλη ἐν Χριστῷ ἀγάπη ποὺ τοῦ εἶχαν, φαίνεται διάφανα ἡ ἐν Χριστῷ ἡγετικὴ φυσιογνωμία τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ τελικὰ ἡ ὑπακοὴ (αὐτὸ εἶναι τὸ γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ χριστιανικὸ φρόνημα) καὶ τοῦ Ἁγίου καὶ τῶν πνευματικῶν του τέκνων στὶς ἀποφάσεις τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας. Ἦταν βαθὺς καὶ ὄχι ἐπιπόλαιος καὶ ὑποπτευόταν ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδικία κρύβονται μεγαλεπίβολα, μὰ ἀνεξιχνίαστα θεϊκὰ σχέδια. Καὶ κατάφερε αὐτήν του τὴ νοοτροπία νὰ μεταβιβάσει ζωντανὰ στὸ λαὸ τοῦ Καΐρου, πρᾶγμα ποὺ διακρίνεται μὲ ἐνάργεια πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς–διαμαρτυρίας.
Ἴσως οἱ βουλὲς τοῦ Θεοῦ ἔχουν διαφορετικὲς προοπτικές.
Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐπιμείνω λίγο ἀκόμη σ᾿ αὐτὴν τὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς του. Ἂν ὁ Ἅγιος ἔπαιρνε κάποια ἄλλη διαφορετικὴ στάση, καταλάβαινε μὲ τὸν σώφρονα λογισμὸ ποὺ τοῦ εἶχε χαρίσει ἡ Ὀρθόδοξη μοναχικὴ νηπτικὴ ἄσκηση, καταλάβαινε ὅτι κατάστρεφε ὅ,τι ὡραιότερο, ὅ,τι πιὸ θεανθρώπινο εἶχε μεταγγίσει στὶς ψυχὲς τῶν πνευματικῶν τοῦ τέκνων.
Σὰν ἀληθινὸς Λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου προτιμᾷ νὰ ἀδικεῖται παρὰ νὰ καταστρέψει στὰ μάτια καὶ στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν τὴν εἰκόνα τῆς Ἀρχιερωσύνης, χτυπώντας τοὺς ἄλλους ἀρχιερεῖς ποὺ τὸν ἀδίκησαν.
Παρακαλῶ πολὺ ὅλους μας νὰ ἐγκύψουμε μὲ πολλὴ εὐλάβεια σ᾿ αὐτὴν τὴν πτυχὴ τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Πενταπόλεως καὶ στὴν θεανδρικὴ στάση του γιατὶ καθένας μας ἔχει ἢ ἐνδέχεται νὰ ἔχει πικρίες συκοφαντικὲς στὸ μετερίζι ἀπὸ τὸ ὁποῖο μάχεται.
Στὴ συνέχεια γιὰ ἕνα ἔτος ταλαιπωρήθηκε «φυτοζωῶν», λέει ὁ βιογράφος του ἅγιος πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, ζητώντας στὴν Ἀθήνα ἐργασία καὶ μὴ βρίσκοντας. Ἐπὶ τέλους στὶς 15 Φεβρουαρίου 1891 διορίσθηκε ἱεροκήρυκας τοῦ Νομοῦ Εὐβοίας, σπάνιο φαινόμενο στὰ χρονικὰ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ Ἐπίσκοπος νὰ διορίζεται ἁπλὸς ἱεροκήρυκας. Ὅμως δέχθηκε καὶ ἐργάσθηκε διόμιση χρόνια ἀκάματα πνευματικά, ἀγάπησε τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγαπήθηκε. Πάλι δυσκολίες καὶ μετάθεση στὸ Νομὸ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Ἀξίζει καὶ πάλι νὰ τονισθεῖ ἡ κρυστάλλινη ποιότητα τοῦ ποιμαντικοῦ του λειτουργήματος ποὺ ἐκφράζει τὸ ἀποχαιρετιστήριο γράμμα τοῦ Δημάρχου Κυμαίων Καρυστίας πρὸς τὸν Ἅγιο.
Ὁ Κύριος ὅμως ἀφοῦ τὸν προετοίμασε μὲ τὴν θλίψη καὶ τὸν διωγμό, ἀφοῦ τοῦ ἔκλεισε τὶς ἄλλες πόρτες, τοῦ ἄνοιξε τὴν ὑψηλὴ καὶ μεγάλη προοπτικὴ τοῦ Διευθυντῆ τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς. Μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα διορίσθηκε τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1894 καὶ ἔμεινε σ᾿ αὐτὴν τὴν περίοπτη θέση μέχρι τὸ 1908, ἀπὸ τὴν ὁποία παραιτήθηκε, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει στὴν αἴτησή του πρὸς τὸ Δ.Σ. γιὰ λόγους ὑγείας.
Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια ἐργάσθηκε συστηματικὰ ὁ Ἅγιος στὸ θερμοκήπιο τῶν Ἱερατικῶν κλήσεων. Ὅ,τι ἱερότερο, ὅ,τι θεανθρωπινότερο, ὅ,τι χριστοευγενέστερο, ὅ,τι οὐράνιο εἶχε κατακτήσει μὲ τὴν ἄσκησή του καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ πολὺ ζῆλο τὸ ἀποτύπωσε στὶς ψυχὲς τῶν Ἱεροσπουδαστῶν του. Πίστευε ὅτι τὸ νεοσύστατο μετὰ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ ἔθνος θὰ μπορέσει νὰ ὀρθοποδήσει καὶ πνευματικὰ νὰ μεγαλουργήσει, ἂν οἱ ποιμένες αὐτοῦ τοῦ τόπου τραφοῦν μὲ τὸν ἐπιούσιο Ἄρτο τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ ποτισθοῦν μὲ τὰ ἀστείρευτα νάματα τῆς Ὀρθοδόξου Εὐσεβείας. Πετύχαινε πραγματικὰ νὰ μεταλαμπαδεύσει στὶς ψυχὲς τῶν Ἱεροσπουδαστῶν ὅλη τὴν χριστοφλόγα τῆς ψυχῆς του, μὲ τὸν πιὸ ἐκλεκτὸ τρόπο, τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ φίλτρο. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συγκινήσει τὸ νέο καὶ νὰ βάλει σὲ συναγερμὸ καὶ κινητοποίηση ὅλα τὰ ψυχοδυναμικά του γιὰ ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια δημιουργία.
Ὁ πρωτοπρεσβύτερος παπα-Νικόλας Μυλωνᾶς καὶ ὁ Οἰκονόμος Θεμιστοκλῆς Παπακωνσταντίνου ποὺ τὸν εἶχαν δάσκαλο ἐπαληθεύουν τὴν ἄριστα παιδαγωγικὴ συμπεριφορά του πρὸς τὰ νεαρὰ βλαστάρια. Ποτὲ δὲν εἴχαμε δεῖ τὸ εἰρηνικὸ καὶ χαρίεν πρόσωπό του νὰ ἀλλοιώνεται ἀπὸ τὶς νεανικὲς ἀταξίες.
Εἶχε μία ἀπεριόριστη ἐσωτερικὴ ἀνεκτικότητα καὶ μεγαλοψυχιὰ λέγουν, μὲ τὴν ὁποία κατόρθωσε νὰ διορθώσει τὶς ἀνωριμότητες τῶν νέων χωρὶς νὰ τραυματίσει τὸ ψυχολογικὸ πεδίο. Καὶ κάποιος ἄλλος μαθητής του ἔλεγε μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸν Ἅγιο, ὅτι ἀνεχόταν ἀκόμη καὶ νὰ κοροϊδεύεται μερικες φορὲς καὶ μολονότι διαισθανόταν πὼς τοῦ λένε ψέμματα δὲν ἐπενέβαινε βίαια, αὐταρχικά, πιεστικά, γιὰ νὰ διορθώσει τὸν ἁμαρτάνοντα. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐκτίμηση πρὸς τὰ ἀνώριμα ἀκόμα παιδιὰ, τὰ ἔφερνε λίγο ἀργότερα σὲ αὐτοσυναίσθηση τοῦ σφάλματος, σὲ μετάνοια καὶ ὁριστικὴ καὶ εἰλικρινῆ διόρθωση. Ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς τριετοῦς μοναστικῆς ἀσκήσεώς του στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς χώρας τῆς Χίου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν περισσὴ ἐμπειρία του ἀπὸ τὴν διακονία του στὸ λεπτὸ καὶ εὐαίσθητο ἔργο τοῦ πνευματικοῦ εἶχε διαπιστώσει πόσο εὔθραυστος εἶναι ὁ ψυχολογικὸς παράγοντας σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ πόσο ἀποφασιστικὸ ρόλο παίζει στὴν ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητας καὶ στὸν ἁγιασμό της. Εἶχε κατέβει, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακος, εἶχε κατέβει στὰ βάθη τῆς ψυχῆς, γνώριζε πολὺ καλὰ τὶς ἀντιδράσεις της καὶ ἰδιαίτερα τὴν καταστροφὴ ποὺ προξενοῦν τὰ πάθη καὶ οἱ κακίες τῶν μεγαλυτέρων στὴν ἀνέλιξη καὶ ἀνάπτυξη τῶν νεωτέρων.Καὶ ἤθελε αὐτὸς ὁ μακάριος ἄνδρας, νὰ μὴν πληγώσει, νὰ μὴν τσαλαπατήσει, νὰ μὴν σταυρώσει μὲ τιμωρίες τὰ παιδιά του ἀλλὰ νὰ τὰ ἀνυψώσει, νὰ τὰ ἀναπτερώσει, νὰ τὰ ἐμψυχώσει μὲ τὴ μέθη τῆς δικῆς του ἐν Χριστῷ ἀγάπης. Εἶχε βιώσει βέβαια αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ πρύτανις τῶν ἀσκητῶν πατέρων ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι μέθη ψυχῇς καὶ ἔχει τὴν δύναμη νὰ μεθύσει καὶ τοὺς γύρω.
Κάποιος ἄλλος μαθητής του, ὁ Ν. Λούβαρης, θυμᾶται ὅτι προτιμοῦσε ὁ ἴδιος νὰ ὑποβάλλεται σὲ ἀσκήσεις, γιὰ παράδειγμα σὲ νηστεία, γιὰ νὰ μὴν τιμωρήσει τὸ ἀνώριμο εὔθραυστο βλαστάρι, τὸν ἱερὸ σπουδαστή του, ὅταν ἡ διάκριση, ποὺ ἄφθονη εἶχε, τὸν πληροφοροῦσε, ὅτι ἡ τιμωρία θὰ δημιουργήσει ἀπωθημένη ἐμπάθεια ἢ ψυχολογικὰ τραύματα. Καὶ δὲν πρέπει ἕνας ποιμένας, ἕνας ταγὸς νὰ κατατρύχεται ἀπὸ ψυχολογικὰ προβλήματα, ποὺ μπερδεύουν τοὺς γύρω του, καὶ ἐξουθενώνουν τὶς ψυχὲς καὶ δὲν τὶς ὁδηγοῦν στὴν ἐλευθερία «ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε». Ἀνελάμβανε ὁ ἅγιος του Θεοῦ, ὁ θεόπνευστος αὐτὸς παιδαγωγὸς πάνω του τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας τῶν παιδῶν του, γιὰ νὰ ἀνοίγει μπροστὰ τοὺς ὁ δρόμος τῆς προκοπῆς καὶ τῆς δημιουργίας καὶ ὄχι τῆς μιζέριας καὶ τῆς μικροψυχίας.
Πιθανῶς νὰ ὑπῆρξαν καὶ περιπτώσεις ποὺ ὁ ἅγιος νὰ μεταχειρίσθηκε καὶ τὴν παιδαγωγικὴ μέθοδο τῆς αὐστηρότητας, ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτοῦσαν. Κυριαρχοῦσε πάνω ἀπὸ ὅλα ἡ Ποιμαντική της ἀγάπης, τῆς καλωσύνης καὶ τῆς πατρικῆς ἐπισκοπῇς, θὰ λέγαμε γενναιοψυχίας.
Ὁ Ἰ. Φ. Κωνστανταράκης, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἀναφέρει ὅτι οἱ ἱεροσπουδαστὲς εἶχαν νύχτα καὶ μέρα ἐνώπιόν τους ἕνα ἀρχέτυπο τελείου καὶ ὁλοκληρωμένου ἀνθρώπου.
Ἦταν φίλεργος καὶ πολυγραφότατος.
Ἔγραφε θεολογικὲς μελέτες.
Συνέθετε ὕμνους στὴν Κυρία Θεοτόκο ποὺ ὅταν τοὺς ἔψαλε, μεταρσιωνόταν καὶ μετέφερε πνευματικὸ ἐνθουσιασμὸ στοὺς μαθητές του.
Τὸ κήρυγμά του ἦταν πολὺ ἐποικοδομητικὸ καὶ στὸ ναὸ τῆς Σχολῆς καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους ποὺ τὸν καλοῦσαν.
Ἡ Λειτουργία του ἦταν μυσταγωγία καὶ συναγερμὸς ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος πρὸς τὸν ἐν Τριάδι Κύριο.
Πρὸς τοὺς ἑτερόδοξους συμπεριφερόταν μὲ εὐγένεια καὶ καλωσύνη χωρὶς νὰ κρύβει κανένα σημεῖο τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας του.
Παράλληλα σημειώνει ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὁ μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ποὺ τὸν διαδέχθηκε στὴν Διεύθυνση τῆς Σχολῆς, ἐνδιαφέρθηκε ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιὰ τὸν κῆπο τῆς Σχολῆς, γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία ὅλων τῶν συνεργείων της, γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη Διεύθυνση καὶ τὸ ὅλο πολιτιστικὸ κλίμα της. Δὲν ἦταν δυνατὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ταξινομήσει παραδεισιακὰ τὰ ἐσωτερικὰ πνευματικά του ζητήματα, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν ἐκφράσει αὐτήν του τὴν ἐσωτερική του χριστοαρμονία καὶ νὰ μήν τὴν ἀπεικονίσει ταπεινὰ ἀπὸ ὅλα του τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα, σ᾿ ὅλα τὰ πράγματα γύρω του καὶ σ᾿ ὅ,τι ἄγγιζε.
Ἀποκορύφωμα καὶ ἀποκρυστάλλωμα τῆς ὅλης του ποιμαντικῆς δραστηριότητας ὑπῆρξε ἡ ἀνασύσταση τῆς Γυναικείας Ι. Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, στὴν Αἴγινα. Ὅλο του τὸν μισθὸ ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Ῥιζάρειο τὸν διέθετε γιὰ νὰ κτισθεῖ ἡ ἐρειπωμένη Ἱερὰ Μονὴ καὶ γιὰ νὰ συντηροῦνται οἱ μοναχὲς τῆς ἀδελφότητας.
Ἐνδιαφερόταν νὰ γίνει ἕνα ὡραῖο ἐκκλησιαστικὸ οἰκοδόμημα, ὅπως καὶ ἔγινε, γιὰ νὰ στεγάσει ἕνα ἱερὸ ἡσυχαστήριο καὶ φροντιστήριο Ὀρθοδόξου μοναστικῆς εὐσεβείας. Εἶχε ἀγαπήσει μὲ πάθος ἀπαθὲς, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, τὴν φιλανθρωπία καὶ χαιρόταν νὰ ξοδεύει τὸν μισθό του, τόσο γι᾿ αὐτὸ τὸν σκοπὸ ὅσο καὶ γιὰ περιπτώσεις φτωχῶν ἀνθρώπων, ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια. Ἦταν ἀχόρταγος στὸ νὰ δίνει, τόσο ποὺ μερικὲς φορὲς δὲν εἶχε τὰ ναῦλα του, γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ παρακολουθοῦσε πνευματικὰ καὶ τὴν καθοδηγοῦσε, ἐνῷ παράλληλα ἦταν διευθυντὴς στὴ Ριζάρειο.
Τὶς ἡμέρες τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα, τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ καλοκαιριοῦ ἔμενε στὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ προσπαθοῦσε ἐφαρμόζοντας τοὺς αὐστηροὺς ἀσκητικοὺς ὅρους τοῦ Μ. Βασιλείου, νὰ ὀργανώσει φιλόθεα καὶ φιλάνθρωπα τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς ἀδελφότητας.
Εὐτυχῶς ποὺ μᾶς ἔχουν διασωθεῖ 136 ἐπιστολὲς τοῦ Ἁγίου, ποὺ ἔστελνε ἀπὸ τὴν Ριζάρειο στὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέσα σὲ αὐτὴ διακρίνεται ἡ λαμπρότητα καὶ ἡ ὡραιότητα τοῦ παρθενικοῦ του χαρίσματος ποὺ αὔξησε ὁ Χριστὸς ἑκατονταπλάσια μέσα του μὲ σύμφωνη τὴν ἀγαθὴ προαίρεσή του.
Ἐπίσης διακρίνεται ἡ πνευματικὴ, ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη τοῦ ἁγίου πρὸς τὰ πνευματικά του τέκνα, τὶς μοναχές, μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ὁποίων, ὅπως ὁ θεῖος Παῦλος, θέλησε νὰ μορφώσει τὸν Χριστὸ καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Πρότυπό του στὴ φιλανθρωπία εἶχε τὸν ἅγιο Νικόλαο ποὺ ἀπὸ μικρὸς εἶχε ἀγαπήσει καὶ τὸν εἶχε προστάτη του.
Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τονίζει στὸ ὡραιότατο βιβλίο του «ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός» ὅτι μέσα στὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς φαίνεται ἡ μεγάλη διάκριση ποὺ εἶχε ὁ ἅγιος. Σὲ κάθε μιὰ μοναχὴ δίνει τὶς κατάλληλες γι᾿ αὐτὴν ὁδηγίες, σεβόμενος τὰ προσωπικὰ ὅρια ἀντοχῆς της καὶ ἀνοίγοντάς της τὸν κατάλληλο δρόμο ποὺ θὰ ὁδηγήσει αὐτὴν πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστό, χωρὶς νὰ ἰσοπεδώνει τὸ πρόσωπο.
Ἤξερε πολὺ καλὰ αὐτὸς ὁ βαθυνούστατος ἐπίσκοπος πόσο σημαντικὸς εἶναι ὁ ρόλος τῆς γυναίκας μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ χωρὶς νὰ ὑποτιμᾷ τὸ Μέγα Μυστήριο τοῦ γάμου, λέγει ὁ π. Θεόκλητος, ὅμως προσπαθεῖ νὰ καταρτίσει ἄριστα τὴ γυναικεία προσωπικότητα στὴν εὐσέβεια καὶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωή, γιὰ νὰ ἔχει ἡ κοινωνία, τὰ δείγματα ἔστω, τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς ζωῆς, σαρκωμένης στὰ πρόσωπα τῶν μοναζουσῶν. Μέσα σε αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς μποροῦν καὶ οἱ σημερινὲς Χριστιανὲς νὰ σπουδάσουν τὸ γνήσιο χριστιανικὸ φεμινιστικὸ κίνημα, ποὺ συνοψίζεται στὴν ἐν Χριστῷ ὑπακοή, στὸ ὑπάκουο κλίμα της καὶ στὴν ἀτμόσφαιρά της.
Καὶ στ᾿ ἀλήθεια πέτυχε ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ νὰ φυτεύσει καὶ μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴν Ριζάρειο, μένοντας κοντά τους, νὰ καταρτίσει τὴ μοναστικὴ αὐτὴ ἄμπελο τῆς ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀκτινοβολία της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1898 ἔκανε περιοδεία προσκυνηματικὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πῆρε εὐλογίες ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, ἔδωσε ὅμως καὶ ἀπὸ τὸ ταμεῖο τῶν δικῶν του θησαυρῶν στοὺς μοναχοὺς ποὺ μὲ πολλὴ χαρὰ τὸν καλοδέχθηκαν καὶ ξεχωριστὰ τίμησαν ἐπίσημα τὸν ταπεινόφρονα ἱεράρχη. Ἡ ἐπικοινωνία του μὲ ἁγίους μοναχοὺς, ὅπως τὸν π. Δανιὴλ Κατουνακιώτη, τὸν συνέδεσε πνευματικὰ μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔτσι ὥστε ἐπιστρέφοντας στὸν κόσμο, νὰ εἶναι ἕνας ἁγιορείτης ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους καὶ μέσα στὴν ὑπακοὴ τῆς δικῆς του, ἂς ποῦμε δικῆς του, μονῆς.
Ἀφήσαμε μία πτυχὴ τῆς ζωῆς του τελευταία. Σκόπιμα. Γιὰ νὰ τὴν τονίσουμε. Βέβαια ἀπὸ ὅσα μέχρι τώρα ἔχουμε ἀναφέρει διαφαίνεται ὁλοκάθαρα.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἦταν ἕνας χαρισματοῦχος πνευματικός.
Αὐτόπτης μάρτυς μοῦ ἀνέφερε ὅτι τὸν εἶδε νὰ εἰσέρχεται στὸ ἱερὸ βῆμα, νὰ φορᾷ τὸ πετραχῆλι του καὶ νὰ πηγαίνει νὰ κατασπάζεται τὸν ἐσταυρωμένο καὶ νὰ κλαίει. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴ μυσταγωγικὴ καὶ κατανυκτικὴ προετοιμασία προσφερόταν νὰ βοηθήσει στὸ Μυστήριο τῆς Ἱ. Ἐξομολογήσεως ὄχι μόνο τὶς μοναχὲς ποὺ πρωτύτερα ἀναφέραμε, ὄχι μόνο τους ἱεροσπουδαστές του, ἀλλὰ καὶ τὸν κοσμάκη ποὺ συνέρρεε γιὰ νὰ ἀποθέσει τὸν βαρὺ κλοιὸ καὶ φόρτο τῆς ἁμαρτίας.
Ἰκανότατος στὸν ποιμαντικὸ διάλογο, ἀμέσως ἀποσποῦσε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἐξομολογουμένου. Πρόσωπο μὲ πρόσωπο ὁ πνευματικὸς πατέρας μὲ τὸν πνευματικὸ υἱὸ ἢ τὴν πνευματικὴ θυγατέρα, μποροῦσε μὲ τὴν δύναμη τοῦ Τελεταρχικοῦ καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος καὶ μὲ τὴν ἀπάθεια τῆς ἄσπιλης καὶ ἀμόλυντης ψυχῆς του, νὰ ἀνασπᾷ ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τὸ ναυαγημένο καράβι, ὅπως σοφότατα περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης. Μέσα στὸ κλίμα τῆς ἐν Χριστῷ θερμῆς καὶ ἁπλῆς ἀγάπης, μποροῦσε μοναδικὰ νὰ ἐκφρασθεῖ καὶ εἰλικρινὰ νὰ ἐξαγορευθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ φιλόστοργα νὰ ἐμφυσήσει τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν ἄφεση ὁ χαρισματοῦχος πνευματικὸς Πατήρ.
Τέλος ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε ἔτσι τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ὥστε παραιτούμενος ἀπὸ τὴν Ριζάρειο νὰ ἀποσυρθεῖ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, νὰ βοηθήσει ἀποφασιστικὰ στὴν ὀργάνωση τοῦ Κοινοβίου τῆς μέχρι τὸ 1920 ὁπότε καὶ παρέδωσε νικηφόρα τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο.
Μὲ μία τόσο πλούσια καὶ ἐκλεκτὴ ποιμαντικὴ προσφορὰ μάνιασε ὁ δαίμονας τῆς συκοφαντίας. Ἄνθρωποι μικρόψυχοι, ἐξ ἰδίων κρίνοντες τὰ ἀλλότρια, κολλημένοι σὰ στρείδια στὰ πάθη τῆς ἀνηθικότητας, πρόβαλαν τὸν ἀβυσσαλέο ψυχικὸ ρύπο τοὺς στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου. Τοὺς ἦταν ἀδιανόητος ὁ παρθενικὸς τρόπος ζωῆς, ὁ τρόπος ποὺ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐγκαινίασε μὲ τὸ παρθενικὸ πρόσωπό του στὴ νέα δική του δημιουργία, στὴν Ἐκκλησία του. Ἔπλασαν λοιπὸν μύθους, ἀπὸ τὸ βορβορῶδες ὑλικὸ ποὺ τοὺς χορήγησε ὁ μισόκαλλος καὶ προσπάθησαν νὰ σπιλώσουν, τὸν ἄσπιλο. Μαζί τους μπλέχθηκαν καὶ κάποιοι ἄλλοι «ἐκκλησιαστικοὶ ταγοί» ποὺ σὰν ἀφελεῖς καὶ ἀδόκιμοι στὴν κατὰ Χριστὸ ζωὴ, παρασύρθηκαν στὶς δεινὲς συκοφαντίες.
Ἀρνητικὸ ἦταν καὶ τὸ κοινωνικὸ-πολιτικὸ κλίμα τῆς ἐποχῆς ποὺ μισοῦσε τὰ μοναστήρια, ἐπηρεασμένο ἀπὸ βαυαρικὸ ἐπιτελεῖο ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὴν Ἑλλάδα καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὴν «ἐκπολιτίσει». Δὲν μποροῦσαν μὲ κανένα τρόπο νὰ χωνέψουν πὼς ὁ Διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου καταντᾷ στὸν καλογερικὸ τρόπο ζωῆς. Ἑβδομήντα δυὸ χρονῶν ἄνθρωπος πλέον ὁ Ἅγιος καὶ συκοφαντεῖται ἄσχημα. «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται», λέγει ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιὰ τὸν Κύριό μας. Τὰ ἴδια συμβαίνουν καὶ στὸν Ἅγιο.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ ἀφορητότερο μαρτύριο γιὰ ἕναν ἀθῷο εἶναι ἡ συκοφαντία. Καὶ τὴν ἐπιτρέπει ὁ Κύριος στοὺς δικούς του γιὰ μείζονα τελείωση καὶ οὐράνια δόξα.
«Ὡστόσο ἡ χάρη πληθαίνει πάνω του καὶ ἐπαληθεύεται μὲ τὰ ποικίλα θαύματα ποὺ τελοῦνται μὲ τὰ ἁγιασμένα χέρια του καὶ τὶς διάπυρες εὐχές του. Ὁ ἴδιος ὅμως σωματικὰ κάμπτεται. Μία χρόνια προστατίτιδα ποὺ εἶχε, ἐπιδεινώνεται, γιὰ λίγο θεραπεύεται ἀπὸ τὴν Παναγία τὴν Χρυσολεόντισσα στὴν Αἴγινα ποὺ προσκύνησε, ἀλλὰ καὶ πάλι βάρυνε. Μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα, στὸ νοσοκομεῖο Ἀρεταίειο, σὰν ἁπλὸς μοναχός, ἔμεινε δυὸ μῆνες καὶ ἐνῷ τὸν ἑτοίμαζαν οἱ γιατροὶ γιὰ ἐγχείρηση, παρέδωσε τὸ πνεῦμα τοῦ τὴ νύχτα στὶς 8 Νοεμβρίου 1920.
Ὁ Ἅγιος τοῦ αἰῶνα μας, ὅπως πετυχημένα τὸν ἀπεκάλεσε ὁ λογοτέχνης Σῶτος Χονδρόπουλος, στὰ τελευταῖα του ρίζωσε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος σάν Ἐλαία κατάκαρπος καὶ σὰν τὸ δένδρο τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει.
Καὶ ἔδωσε ἀναρρίθμητους καρποὺς στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ ἔθνος μας. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μεταπήδησε στὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ τόσο εἶχε λαχταρήσει.
Κάποιοι ὀνομάζουν τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, Χρυσόστομο τοῦ αἰῶνα μας, τόσο γιὰ τὴν πολυσχιδῆ προσωπικότητά του, ὅσο καὶ γιὰ τὸ πλούσιο καὶ πολύμορφο ἔργο του.
Δὲν εἶναι καθόλου ὑπερβολικὸ νὰ συμφωνήσουμε μὲ αὐτὸν τὸν ὑψηλὸ χαρακτηρισμὸ καὶ τὴν ἐκλεκτὴ παρομοίωση, γιατὶ πράγματι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁλοκληρώθηκε σὲ μία καθολικὴ προσωπικότητα. Μολονότι μοναχὸς ἀρχικὰ καὶ ἀσκητής, μὲ αὐστηροὺς περιορισμοὺς καὶ μοναστικοὺς κανόνες, ὅμως τόσο πολὺ διευθύνθηκε ἡ προσωπικότητά του, ὥστε νὰ φθάσει στὰ μέτρα τῶν Μεγάλων Ἁγίων καὶ μάλιστα τὰ Χρυσοστομικά.
Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἔλυσε ὁριστικὰ τὸ ὑπαρξιακό του πρόβλημα ἀνοίχθηκε μὲ τὴν σῴζουσα χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ στὸν μεγάλο γάμο τῆς Ἐκκλησίας. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸν Μοναχισμὸ ἔφθασε στὸν τελικὸ προορισμό, Θεανθρώπινο προορισμὸ ποὺ εἶναι ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα.
Κατάκτησε χαρακτηριστικὰ καὶ βίωσε τὸν μυστικὸ Γάμο τῆς ψυχῆς του μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία καὶ ὁλόψυχα καὶ ἀφιερώθηκε.
Λειτουργὸς μὲ φλόγα πύρινη, φιλοστοργικότατος καὶ διακριτικότατος πνευματικὸς Πατὴρ, ὑψιπέτης Θεολόγος, συγγραφέας ὄχι κοινός, θεόπνευστος,ἱεροκήρυκας, παιδαγωγὸς ἄριστος, θαυματουργὸς καὶ ἐν ζωῇ καὶ μετὰ θάνατον, κοινωνικὸς ἐργάτης καὶ βαθὺς καὶ ἀκαταπόνητος. Καλλιεργητὴς ἱερατικῶν κλήσεων καὶ τὸ κυριώτερο, θεόπτης τοῦ ἀκτίστου θαβωρίου φωτός, προσέφερε ἄπειρες εὐεργεσίες στὸ Ὀρθόδοξο Νεοελληνικὸ ἔθνος μας. Δυνατὸ πρότυπο γιὰ ὅλους μας, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καθηγητὲς καὶ ἱεροσπουδαστὲς, τὸν τιμᾶμε, Αὐτὸν τὸν ἔνθεο θεράποντα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐξαιτούμεθα τὶς διάπυρες εὐχές του πρὸς τὸν Κύριο.
Γιὰ νὰ δώσει προφητικὴ καὶ Τριαδικὴ Ἱερωσύνη κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου, Λαὸ μὲ φωτόμορφα καὶ θεοφώτιστα τέκνα τῆς ζωντανῆς Ἑλληνορθοδόξου Ἐκκλησίας.
Καὶ τὸ κυριώτερο, τὴ νέα γενιὰ παραλαμβάνουσα μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ ἀγάπης, τὴν ὁλοζώντανή μας Θεανθρώπινη παράδοση, μὲ τὶς πανάγιες εὐχὲς τοῦ ἐν ἁγίοις ἐνδόξου πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ.

Στη Σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και όλων των Επουρανίων Δυνάμεων Ομιλία του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Αντινόης, κ.κ. Παντελεήμονα

ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ
8 Νοεμβρίου
Ομιλία του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Αντινόης, κ.κ. Παντελεήμονα 
Ο άνθρωπος της εποχής μας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, επιδιώκει την εφαρμογή των αρχών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Αναζητεί την αναγνώρισή του ως άτομο αξίας. Ο κόσμος είναι κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τις ακατάπαυστες διαμάχες και εκμεταλλεύσεις των κοσμικών δυνάμεων, οι οποίες αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνον στο προσωπικό τους συμφέρο και στην εκμετάλλευση του ανθρώπου. Η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, έχει παραμερισθεί, διότι, όπου κυριαρχεί το συμφέρον, εκεί καταπατείται ο άνθρωπος.
Μέσα απ’ αυτή την απρόσωπη και ψυχρή κοινωνία, καλούμεθα εμείς οι Ορθόδοξοι να μεταλλαμπαδεύσουμε το φως της Ορθόδοξης Πίστεως και να λάμψουμε με την έμπρακτη και ζωντανή μαρτυρία της χριστιανικής μας ζωής και πολιτείας. Διότι, η Ορθοδοξία είναι η μόνη οδός, που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωστή θεώρηση περί του Θεού, περί της ζωής και περί τα του εαυτού του. Είναι η μοναδική δύναμις, που αγκαλιάζει την σκληρή από την αμαρτία ψυχή και εμφυτεύει μέσα της την μετάνοια. Είναι η μόνη, που οδηγεί τον αμαρτωλό άνθρωπο από την λάσπη της αμαρτίας στην αγιότητα και τον αποκαθιστά στην υιοθεσία της Χάριτος του Θεού.
Ο άνθρωπος, που ζει μακρυά από τον Θεό, είναι επόμενο να βιώνει την κυριαρχία ενός σκότους που δεν του επιτρέπει να δει και να αντιλαμβάνεται ορθά τα διάφορα προβλήματα της ζωής. Το θρησκευτικό δόγμα παίζει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο στη ζωή του ατόμου. Βάσει του ορθού ή μη δόγματος διαμορφώνεται ο όλος βίος του ανθρώπου. Γι’ αυτό μέσα στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας οι Άγιοι Ταξιάρχες έχουν ιδιαίτερη θέση και αξία.
Εκείνο που χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο χριστιανό, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος αποχωρίζεται από την αγάπη προς την αμαρτία, την αμαρτωλή ζωή και τα αμαρτωλά πάθη, και αφοσιώνεται πλήρως στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του. Χωρίζεται από τον κόσμο, αλλ’ ουδέποτε απομακρύνεται από τον συνάνθρωπό του. Θέλει την επικοινωνία με τον Θεό, αλλά κοινωνεί με τους συνανθρώπους του. Ζει αγγελική πολιτεία, μιμούμενος την φωτοφόρο ζωή των Αγγέλων, αλλά γίνεται ταυτόχρονα φως και παράδειγμα για τους γύρω του, τους εγγύς και τους μακράν διαβιούντας.
Στην σύγχρονη εποχή, εμείς οι οποίοι αξιωθήκαμε από τη θεία Χάρη να λάβουμε τον θείο φωτισμό, έχομε χρέος να διατηρήσουμε το φως της Ορθοδοξίας αναμένο μέσα στις λυχνίες της καρδιάς μας, τροφοδοτούντες αυτό διαρκώς με καινούργιο λάδι που εκπηγάζει από τις αρετές και τα καλα έργα. Η θεία Χάρις του Θεού δόθηκε. Χρέος μας είναι να προσθέτουμε στις αρχικές θείες ενέργειες τις δικές μας καλές πράξεις, τα έργα πίστεως, ώστε τα μηνύματα του Ευαγγελίου να ενσωματωθούν πλήρως με την όλη προσωπικότητά μας. Μ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνυόμεθα άτομα αναγεννημένα, υιοί φωτός, άξιοι του ονόματος και της κλήσεώς μας ως τέκνα Θεού.
Ολοι οφείλομε μετ’ αυταπαρνήσεως και εθελοθυσίας να υπηρετήσουμε τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας. Οι κοινωνίες μικρές και μεγάλες, περιμένουν με την ανατολή του 21ου αιώνα την εμφάνιση της Ορθοδοξίας, του πραγματικού Χριστιανισμού, για να ιλαρύνει με την παρουσία της, να φωτίσει με τη διδασκαλία της, να καθοδηγήσει με το παράδειγμά της και να ηθικοποιήσει με τη ηθική της όλες εκείνες τις ψυχές, που ο ισχυρός άνεμος της αμαρτίας προσπαθεί να βυθίσει στο απύθμενο βυθό της αγνωσίας.
Οι σημερινοί εορταζόμενοι Άγιοι Ταξιάρχες, είναι το υπόδειγμα για τον κάθε Χριστιανό, διότι ως λύχνοι καιόμενοι και ως λαμπάδες τηκόμενες υπηρετούν με πίστη και αφοσίωση το θείο θέλημα, αναδεικνυόμενοι προστάτες και βοηθοί των ανθρώπων που με ελπίδα καταφεύγουν σ’ αυτούς και με πίστη επιζητούν την Χάρη τους. Ως πολύφωτοι αστέρες μέσα στο λαμπρό στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού, διαχέουν το φως της αγγελικής πολιτείας σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.
Το σημαντικό σημείο, που μας υπενθυμίζει η σημερινή εορτή των Ταξιαρχών, είναι το εάν ο λύχνος της χριστιανικής μας υπάρξεως φέγγει επί του λυχνοστάτου, εάν οι χριστιανικές μας αρχές σελαγίζουν από οποιαδήποτε κοινωνική θέση κι αν κατέχουμε, εάν χύνει στους  γύρω του το παρήγορο και ιλαρώτατο φως της Πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης.
Οι Άγιοι Ταξιάρχες αναδείχθηκαν με την αφοσίωση τους στον Ένα Αληθινό Θεό κανόνες της ορθής πίστεως. Υπήρξαν οι προστάτες και οι υπερασπιστές όλων εκείνων που χειμάζονται από τα ποικιλόμορφα προβλήματα της καθημερινότητας.
Τα παιδιά και οι άνθρωποι, που πεθαίνουν καθημερινά από την μάστιγα της πείνας, δεν πρέπει να μας αφήνουν αδιάφορους και ασυγκίνητους, επειδή οι συγκαιρίες μας βοήθησαν να έχουμε κάποια οικονομική άνεση και μιά καλύτερη ζωή. Οι αρρώστιες, που θερίζουν τους αδελφούς μας, πρέπει να ανάψουν την συμπόνια μέσα στην χριστιανική μας ψυχή. Στη σκέψη μας πρέπει να κυριαρχούν τα λόγια του Κυρίου, ο οποίος μας δίδαξε, ότι δεν πρέπει να θυσαυρίζουμε θυσαυρούς επάνω στη γη, αλλά, να θυσαυρίζουμε θυσαυρούς στην ουράνια και πνευματική τράπεζα του θείου Ελέους. Διότι, “μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται”.
Η σημερινή γιορτή των Ταξιαρχών μας δίδει την αφορμή να κάνουμε μια ανασκόπηση του εαυτού μας. Να εξετάσουμε, κατά πόσο εφαρμόζουμε τις θείες εντολές του Κυρίου, κατά πόσο είμεθα πιστοί στον Σωτήρα μας, κατά πόσο επιβλέπουμε στις ανάγκες των φτωχών, κατά πόσο ανακουφίζουμε τον πόνο των ασθενών. Και από τα βάθη της καρδιάς μας, ας του ζητήσουμε να μας αξιώσει να γίνουμε και εμείς “φως Χρίστού” . Να ζήσουμε μια αγγελική πολιτεία, μιμούμενοι τους δύο Παμμεγίστους Ταξιάρχας Μιχαήλ και Γαβριήλ. Και τέλος, να διασκορπίζουμε, με την παραδειγματική μας ζωή, τα μηνύματα της ελπίδας για μια καλλύτερη κοινωνία απηλλαγμένη από τις συμφορές του βίου, τον πόνο και την δυστυχία.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...