Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 29, 2013

Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή μετά την Χριστού Γέννηση Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη

Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
 
«Ἐγερθείς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αὐτοῦ καί φεῦγε εἰς Αἲγυπτον».
Πολλές φορές βλέπουμε διάφορους πειρασμούς και κινδύνους να απειλούν τον άνθρωπο και διερωτόμαστε· δεν θα μπορούσε ο παντοδύναμος και πάνσοφος Θεός να τα προλάβει πριν γίνουν;
Βλέπουμε κακούς ανθρώπους να προοδεύουν, αδίστακτοι στα μοχθηρά τους έργα, να καταδιώκουν τον δίκαιο και λέμε, γιατί τους αφήνει ο Θεός να ενεργούν κατά ένα τέτοιο τρόπο;
Ο εγκληματίας και φαύλος Ηρώδης, όπως ακούσαμε στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής μετά την Χριστού Γέννηση, είχε πάρει απόφαση να θανατώσει τον Ιησού, φοβούμενος την εγκόσμια βασιλεία του. Ο Κύριος όμως δια του αγγέλου του λέει προς τον δίκαιο Ιωσήφ· «Ἐγερθείς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αὐτοῦ καί φεῦγε εἰς Αἲγυπτον».
Όταν ο δίκαιος και πιστός Ιωσήφ, ο προστάτης της Παναγίας και του μικρού Ιησού, άκουσε το λόγο αυτό του αγγέλου και έλαβε την εντολή αυτή, θα ήταν πολύ φυσικό να αρχίσει να συλλογίζεται πολύ φυσιολογικά και ανθρώπινα. Όλο αυτό το διάστημα ζούμε μέσα σε ένα θαύμα. Έβλεπε οφθαλμοφανώς τις παρεμβάσεις του Θεού στη ζωή του. Είχε καταπληκτικές αποκαλύψεις από τους αγγέλους σχετικά με τον Ιησού και την Μητέρα του. Αυτό το παιδί ήταν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Το Πανάγιο Πνεύμα δηλαδή κατά ένα υπερφυσικό, μυστηριώδη και ακατάληπτο για την ανθρώπινη διάνοια τρόπο θα συνεργούσε στην εκ Παρθένου γέννηση του Παιδιού. Αυτό θα ονομαζόταν και θα ήταν «υἱός Θεοῦ», όχι όπως όλοι οι ενάρετοι άνθρωποι αλλά κάτω από μια ιδιαίτερη σημασία. Θα έπαιρνε επαξίως το όνομα Ιησούς που σημαίνει «Θεός – Σωτήρ», ότι δηλαδή αυτός θα ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο Θεός που θα γινόταν άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο. «Αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν», είχε πει ο άγγελος Κυρίου.
Και τώρα βλέπουμε τον ίδιο τον Ιησού να έχει ανάγκη σωτηρίας από τα φονικά χέρια του Ηρώδη. Ο Λυτρωτής έχει ανάγκη από προστασία για να σωθεί από τη φονική μανία του βασιλιά Ηρώδη. Ο άγγελος λοιπόν διέτασσε τον Ιωσήφ να πάρει το παιδί και την μητέρα του και να καταφύγει για προστασία στην Αίγυπτο. Και θα ήταν πολύ λογικό να σκεφθεί: Δεν μπορούσε αμέσως ο Θεός να ματαιώσει την ανθρωποκτόνο βουλή του Ηρώδη ή να σώσει με ένα θαύμα τον Ιησού; Και, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, θα μπορούσε ο Ιωσήφ να πει: «αἲνιγμα τό πρᾶγμά ἐστιν· οὐ πρώην ἒλεγες, ὃτι σώσει τόν λαόν αὐτοῦ; Καί νῦν οὐδέ ἑαυτόν σώζει, ἀλλά φυγῆς ἡμῖν χρεία καί ἀποδημίας καί μακρᾶς μεταστάσεως (εγκαταστάσεως σε άλλο τόπο). Ἐναντίᾳ τῇ ὑποσχέσει τά γινόμενα». 
Αλλά ο δίκαιος Ιωσήφ τίποτε απ’ αυτά δεν λέει και δεν σκέπτεται. Πειθαρχεί στην εντολή του Θεού. Υποβάλλεται σε κόπους και ταλαιπωρίες, εφ’ όσον έτσι θα συνεργούσε κι αυτός, κατά το ανθρώπινο, στη σωτηρία του νηπίου. Ούτε καν ρωτά τον άγγελο πόσο καιρό θα παρέμενε στην Αίγυπτο. Και όταν αργότερα επέστρεψε στην Παλαιστίνη, κατόπιν οράματος, δεν ρώτησε σε ποια περιοχή να κατοικήσει. Μόνος του σκέπτεται και αποφασίζει και προτιμά την Ναζαρέτ, ως την ασφαλέστερη πόλη για την ζωή του Ιησού. Βλέπουμε εδώ την θαυμαστή και τιμητική για τον Ιωσήφ συνεργασία του Θεού μ’ αυτόν. Εκεί που είναι ανάγκη και δεν μπορεί να ενεργήσει ο άνθρωπος, επεμβαίνει ο Θεός. Αφήνει όμως ο Θεός στην ανθρώπινη πρωτοβουλία και ενέργεια περιθώρια για έργα, που μπορεί να τα κάνει ο άνθρωπος.
Ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο πολλά και πολύτιμα πλεονεκτήματα, πνευματικά, νοητικά και σωματικά. Χάρις στη λογική του ο άνθρωπος παρατηρεί, ερευνά, συγκρίνει, συλλογίζεται, καταλήγει σε συμπεράσματα, ξεχωρίζει το ψεύτικο από το αληθινό, το σωστό από το απρεπές, το καθήκον του τι πρέπει να κάνει και τι πρέπει να αποφύγει. Χάρις στην ελευθερία της βούλησης του έχει την δυνατότητα με ελευθερία και υπευθυνότητα να επιλέξει αυτό που πρέπει ή όχι. Και με την ικανότητά του για δράση μπορεί να προχωρήσει στην πραγματοποίηση αυτού που επέλεξε.
Αυτά λοιπόν τα πολύτιμα πλεονεκτήματα, που ο ίδιος ο Θεός τα έδωσε, πρώτος αυτός τα σέβεται και δεν θέλει να τα παραβιάζει, αλλά θέλει και ζητάει από τον άνθρωπο να τα χρησιμοποιεί πάντοτε για το αγαθό. Βεβαίως χάρις σ’ αυτά μπορεί πολλά καλά έργα να κάνει ο άνθρωπος, όχι όμως όλα. Αλλά εκεί που δεν μπορεί να προχωρήσει μόνος – και αυτό συμβαίνει πολύ συχνά – έρχεται ο Θεός βοηθός.
Δεν είπε σταυρώστε τα χέρια, διότι εγώ θα κάνω τα πάντα, αλλά ότι κι εσείς με την δική μου βοήθεια «πάντα δύνασθε ποεῖν». Ο Απόστολος Παύλος έλεγε με ταπείνωση, ότι είναι ένα τίποτε. Παράλληλα όμως διακήρυσσε: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» .
Αυτά ακριβώς μαρτυρούν, ότι στις δοκιμασίες της ζωής, στις θλίψεις και τις περιπέτειες, στους πειρασμούς και τους κινδύνους πρέπει να επιστρατεύει ο άνθρωπος και τις δικές του πνευματικές δυνάμεις, ώστε να εξακριβώνει τι πρέπει να κάνει και να προχωρήσει σ’ αυτό που πρέπει. Παράλληλα είναι όμως ανάγκη να επικαλείται πάντοτε τον φωτισμό και την δύναμη του Θεού, του Χριστού, ο οποίος είναι ο φίλος μας και συμπαραστάτης  σε κάθε βήμα της ζωής μας.
Έτσι το καλό, είτε αποφυγή του κινδύνου είναι, είτε πραγματοποίηση του αγαθού, θα είναι πάντοτε αποτέλεσμα δύο παραγόντων, του Θεού κατά πρώτο και κύριο λόγο και του ανθρώπου δεύτερον.
Εδώ ακριβώς έχει εφαρμογή ο θεόπνευστος λόγος του Αποστόλου Παύλου· «Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί» . Είμαστε συνεργάτες του Θεού όχι όμως με την έννοια της ισοτιμίας. Αλλά ότι ο Θεός προσφέρει το μέγιστο και εμείς το ελάχιστο. Αυτό όμως το ελάχιστο είναι ανάγκη να το προσφέρομε.

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος +Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος




Σήμερα, 29 τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ἑορτάζουμε καὶ τιμοῦμε τὴν ἱερὴ μνήμη τοῦ ὁσίου Μαρκέλλου, ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων. Ὁ ὅσιος Μάρκελλος γεννήθηκε στὰ 459 κοντὰ στὴν Ἀπάμεια· ἡ Ἀπάμεια ἦταν μία σημαντικὴ ἀρχαία πόλη τῆς Συρίας κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια. Οἱ χριστιανοὶ γονεῖς του ἦσαν πλούσιοι καὶ εὐγενεῖς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ ὅσιος Μάρκελλος κληρονόμησε μεγάλη περιουσία. Ὠρφάνεψε πολὺ νωρὶς ἀπὸ πατέρα, κι ἀντὶ νὰ μείνη διαχειριστὴς τῆς μεγάλης περιουσίας του ἤ νὰ παρασυρθῆ σὲ σπατάλες καὶ διασκεδάσεις, ὅπως κάνουν ὅσοι τὰ βρίσκουν ἕτοιμα ἀπὸ τοὺς γονεῖς των, ὁ ὅσιος Μάρκελλος ἔφυγε καὶ πῆγε νὰ σπουδάση στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ πραγματικὰ σπούδασε καλὰ τὴν ἔξω παιδεία καὶ φιλοσοφία.

Ὁ ὅσιος Μάρκελλος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔκαμε καλὲς σπουδές, εἶδε καὶ κατάλαβε πὼς δὲν τοῦ ἔφτανε ἡ ἔξω παιδεία, γιὰ νὰ θεωρῆ τὸν ἑαυτὸ του ἱκανοποιημένο καὶ γεμάτο ἐσωτερικά. Ζητοῦσε κάτι περισσότερο, γιὰ νὰ ξεδιψάση τὴν ψυχή του. Ξέκαμε λοιπὸν καὶ διαμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς πένητες, καθὼς τὸ λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο, καὶ πῆγε στὴ Ἔφεσο· ἔλπιζε πὼς ἐκεῖ θὰ βρῆ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μάθη τὰ ἱερὰ γράμματα, τὰ «δυνάμενα σοφίσαι εἰς σωτηρίαν», καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος. Στὴν Ἔφεσο ὁ ὅσιος Μάρκελλος βρῆκε πραγματικὰ σοφὸ καὶ ἅγιο δάσκαλο, ἕναν δοῦλο ποὺ τὸν ἔλεγαν Πρώμοτο, μὲ τὴν ὁδηγία τοῦ ὁποίου μελέτησε κι ἔμαθε τὴ θεία Γραφή, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς σοφίας.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν δεξιὰ ἀκτὴ τοῦ Βοσπόρου πρὸς τὸν Εὔξεινο Πόντο, ἦταν τὸ περίφημο μοναστήρι τῶν Ἀκοιμήτων. Στὸ μοναστήρι αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ἦσαν χωρισμένοι σὲ ὁμάδες καὶ ἡ ἱερὴ ἀκολουθία καὶ ψαλμωδία δὲν σταματοῦσε ποτὲ νύχτα μέρα. Ἡ μία ὁμάδα διαδεχότανε τὴν ἄλλη καὶ ἦσαν σὰν καὶ στὸν οὐρανό, ὅπου οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι, ὅπως λέμε στὴν εὐχὴ τῆς θείας Λειτουργίας, «ἀκαταπαύστοις στόμασιν, ἀσιγήτοις δοξολογίαις» ὑμνοῦν τὸ Θεὸ καὶ ψάλλουν τὸν ἐπινίκιο ὕμνο· «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ...». Τὸ μοναστήρι δηλαδὴ τῶν Ἀκοίμητων ἦταν μία ἀγγελομίμητη πολιτεία, γι’ αὐτὸ κι ἀπὸ παντοῦ ἔτρεχαν ἐκεῖ ὅσοι ποθοῦσαν ἀληθινὰ τὸ μοναχικὸ βίο.

Ἄκουσε λοιπὸν ὁ ὅσιος Μάρκελλος γιὰ τὸ περίφημο αὐτὸ μοναστήρι καὶ γιὰ τὸν ἡγούμενό του Ἀλέξανδρο κι ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ἔφυγε καὶ πῆγε ἐκεῖ. Ἔγινε δεκτὸς στὴν ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν καὶ σὲ λίγο καιρὸ τοὺς ξεπέρασε ὅλους στὴν ἁγιωσύνη. Ὅταν ἀρρώστησε ὁ ἡγούμενος Ἀλέξανδρος, ὁ ὅσιος Μάξιμος φοβήθηκε μήπως καὶ θελήσουνε νὰ τὸν ἐκλέξουν ἡγούμενο, γι’ αὐτὸ κι ἔφυγε καὶ ξαναγύρισε στὸ μοναστήρι, ὅταν μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἡ ἀδελφότητα ἐξέλεξε ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἰωάννη. Ὁ νέος ἡγούμενος Ἰωάννης πῆρε κοντὰ του τὸν ὅσιο Μάρκελλο, ποὺ τοῦ ἦταν πολὺ χρήσιμος γιὰ τὴν παιδεία του καὶ γιὰ τὴν ἀρετή του.

Γιὰ νὰ δοῦμε πόση ἦταν ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ὑπακοὴ τοῦ ὁσίου Μαρκέλλου, παρόλο ποὺ ἦταν ἄνθρωπος πολὺ διαβασμένος καὶ σοφός, ἀξίζει νὰ διηγηθοῦμε τὸ ἐξῆς.

Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τὸν κατηγόρησαν, ὅταν ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὅτι τὸ ἔκαμε ἐπειδὴ ἔβλεπε πὼς θὰ ἔχανε τὴν ἐκλογὴ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἡγουμένου Ἀλεξάνδρου. Ὁ νέος λοιπὸν ἡγούμενος Ἰωάννης, γιὰ νὰ δείξη στὴν ἀδελφότητα τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ Μαρκέλλου, τοῦ ὥρισε διακονία νὰ περιποιῆται τὸν ὄνο, ποὺ εἶχαν καὶ γύριζε τὸ μύλο τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ ὅσιος Μάρκελλος ἀδιαμαρτύρητα κι ὁλοπρόθυμα γιὰ χρόνια ὑπηρετοῦσε καὶ φρόντιζε τὸ ὑποζύγιο, ποὺ δούλευε γιὰ τὸ ψωμὶ τῆς ἀδελφότητας καὶ τῶν ξένων ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ τὸ μοναστήρι.

Ὅταν κοιμήθηκε ὁ ἡγούμενος Ἰωάννης, ὅλοι οἱ ἀδελφοί τῆς μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων ζήτησαν κι ἔκαμαν ἡγούμενο τὸν ὅσιο Μάρκελλο. Ἡ θέση τοῦ ἡγουμένου ἦταν ὑψηλὴ καὶ οἱ εὐθύνες του ἦσαν μεγάλες, γιατί ἕνα μοναστήρι τότε, σὰν τὸ μοναστήρι τῶν Ἀκοίμητων, ἦταν μία ὁλόκληρη πολιτεία ὑποδειγματικὰ ὠργανωμένη. Καὶ στὰ χρόνια τοῦ ὁσίου Μαρκέλλου ἡ μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων ἔφτασε στὴ μεγαλύτερή της ἀκμὴ κι ἔγινε φυτώριο μοναχισμοῦ. Πολλοὶ πλούσιοι κι ἄλλοι ἀνώτεροι πολιτικοὶ ἄφηναν τὸν κόσμο καὶ πήγαιναν στὴ μονὴ τῶν Ἀκοιμήτων. Ἄνθρωποι τῆς μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων ὓστερ’ ἀπὸ λίγα χρόνια, ἦσαν οἱ κτίτορες τῆς μεγάλης καὶ ἱστορικῆς μονῆς τοῦ Στουδίου στὴν Κωνσταντινούπολη. Καρπὸς δηλαδὴ τῆς πνευματικῆς σπορᾶς τοῦ ὁσίου Μαρκέλλου. Ἀμήν.

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής Μετά την Γέννηση




                                                 








Ματθ. 2,13



ναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό.
Ματθ. 2,13Οταν δε αυτοί ανεχώρησαν, ιδού άγγελος Κυρίου εφάνηκε δι' ονείρου στον Ιωσήφ και του είπε· “σήκω αμέσως χωρίς αναβολήν και πάρε το παιδίον και την μητέρα του και φύγε εις την Αίγυπτον, και μένε εκεί, μέχρις ότου πάλιν εγώ σου είπω· διότι ο Ηρώδης θα αναζητήση το παιδίον, δια να το θανατώση”.

        
 
Ματθ. 2,14Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον,
Ματθ. 2,14Και ο Ιωσήφ εσηκώθηκε αμέσως, παρέλαβε νύκτα το παιδίον και την μητέρα αυτού και έφυγεν εις την Αίγυπτον.
 
Ματθ. 2,15καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου.
Ματθ. 2,15Και έμενε εκεί, έως ότου απέθανε ο Ηρώδης και έτσι εξεπληρώθη και επραγματοποιήθη πλήρως εκείνο, που είχε λεχθή από τον Κυριον δια του προφήτου, ο οποίος είπε· “από την Αίγυπτον εκάλεσα τον υιόν μου”.
                                                
Ματθ. 2,16Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων.
Ματθ. 2,16Τοτε ο Ηρώδης, όταν είδε ότι οι Μαγοι τον εξεγέλασαν, ωργίσθη παρά πολύ, και επάνω εις την φονικήν οργήν του έστειλε δημίους και έσφαξε όλα τα παιδιά, που ήσαν εις την Βηθλεέμ και εις τα περίχωρα αυτής από ηλικίας δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με τον χρόνον, τον οποίον είχε εξακριβώσει από τους μάγους.
 
Ματθ. 2,17τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·
Ματθ. 2,17Τοτε εξεπληρώθη εκείνο που είχε λεχθή από τον προφήτην Ιερεμίαν, ο οποίος είχε προφητεύσει·
 
Ματθ. 2,18Φωνὴ ἐν Ῥαμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.
Ματθ. 2,18“Κραυγή πόνου και σπαραγμού ηκούσθη εις την περιοχήν Ραμά· θρήνος μεγάλος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· όλαι αι μητέρες της περιοχής, απόγονοι της συζύγου του Ιακώβ Ραχήλ (η οποία είχε ταφή εκεί) έκλαιαν και εκόπτοντο δια τα φονευθέντα τέκνα των και δεν ήθελαν με κανένα τρόπον να παρηγορηθούν, διότι τα αθώα αυτά πλάσματα δεν υπάρχουν πλέον”.
 
Ματθ. 2,19Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ
Ματθ. 2,19Οταν δε απέθανε ο Ηρώδης, ιδού άγγελος πάλιν Κυρίου εφάνη δι' ονείρου στον Ιωσήφ, που έμενε εις την Αίγυπτον
 
Ματθ. 2,20λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.
Ματθ. 2,20και του είπε· “σήκω, πάρε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πήγαινε, χωρίς φόβον, εις την χώραν των Ισραηλιτών. Διότι έχουν πλέον αποθάνει εκείνοι, που εζητούσαν να αφαιρέσουν την ζωήν του παιδίου”.
 
Ματθ. 2,21ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ.
Ματθ. 2,21Αυτός δε εσηκώθη, επήρε το παιδίον και την μητέρα του και επανήλθεν εις την Παλαιστίνην.
 
Ματθ. 2,22ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας,
Ματθ. 2,22Οταν όμως ήκουσε ότι εις την Ιουδαίαν βασιλεύει αντί του Ηρώδου του πατρός του ο Αρχέλαος (μοχθηρός επίσης ηγεμών) εφοβήθη να μεταβή εκεί. Λαβών δε οδηγίας από τον Θεόν στο όνειρόν του ανεχώρησε και επήγε εις τα μέρη της Γαλιλαίας (όπου ηγεμόνευεν ο Ηρώδης Αντίπας, ολιγώτερον σκληρός από τον αδελφόν του Αρχέλαον).
 
Ματθ. 2,23καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.
Ματθ. 2,23Και αφού ήλθεν εκεί, εγκατεστάθη εις την πόλιν ονομαζομένην Ναζαρέτ· και έτσι εξεπληρώθη αυτό που είχε προαναγγελθή από τους προφήτας, ότι δηλαδή ο Ιησούς “θα ονομασθή (περιφρονητικώς από τους εχθρούς του) Ναζωραίος”.

Το Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής

                                                                         
Γαλ. 1,11Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον·
Γαλ. 1,11Σας καθιστώ δε γνωστόν, αδελφοί, ότι το Ευαγγέλιον, το οποίον εγώ εκήρυξα εις σας δεν είναι έργον ανθρώπου και δεν εκφράζει σκέψεις ανθρώπων.
 
Γαλ. 1,12οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γαλ. 1,12Διότι εγώ-όπως άλλωστε και οι άλλοι Απόστολοι-δεν έχω παραλάβει αυτό από άνθρωπον ούτε το εδιδάχθην από άνθρωπον, αλλά το παρέλαβα κατ' ευθείαν δι' αποκαλύψεων, τας οποίας ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μου εφανέρωσε.
 
Γαλ. 1,13Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν,
Γαλ. 1,13Βεβαίως και σεις οι ίδιοι έχετε πληροφορηθή την ζωήν και συμπεριφοράν που είχα, όταν έμενα πιστός εις την θρησκείαν των Εβραίων και ακολουθούσα όσα ο Ιουδαϊσμός εδίδασκε. Εχετε δηλαδή πληροφορηθή ότι, επηρεασμένος βαθύτατα από τας παλαιάς διδασκαλίας του Νομου και τα έθιμα των Ιουδαίων, κατεδίωκα με πολύν φανατισμόν και σκληρότητα την Εκκλησίαν του Χριστού και προσπαθούσα να την ερημώσω και αφανίσω.
 
Γαλ. 1,14καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων.
Γαλ. 1,14Χαρις δε στον φανατισμόν μου αυτόν προώδευα στον Ιουδαϊσμόν παραπάνω από πολλούς ομοεθνείς συνομήλικάς μου, διότι εδείκνυα περισσότερον από αυτούς ζήλον δια τας πατροπαραδότους παραδόσεις μας.
 
Γαλ. 1,15Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ
Γαλ. 1,15Οταν δε ευδόκησεν ο πανάγαθος Θεός, ο οποίος με είχε ξεχωρίσει και προορίσει από την κοιλίαν ακόμη της μητρός μου, και με εκάλεσε δια της χάριτος του
 
Γαλ. 1,16ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι,
Γαλ. 1,16να αποκαλύψη εις την καρδίαν και την ψυχήν μου τον Υιόν αυτού, δια να τον κηρύττω ως Σωτήρα εις τα έθνη, αμέσως δεν εζήτησα από κανένα άνθρωπον συμβουλήν και καθοδήγησιν δια την μεγάλην αυτήν κλήσιν.
 
Γαλ. 1,17οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν.
Γαλ. 1,17Ούτε ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και συμβουλευθώ τους Αποστόλους, που είχαν κληθή προ εμού στο αποστολικόν έργον, αλλ' ανεχώρησα εις τα μέρη της Αραβίας και πάλιν επέστρεψα εις Δαμασκόν.
 
Γαλ. 1,18Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε·
Γαλ. 1,18Επειτα, τρία έτη μετά την ημέραν που εκλήθην από τον Χριστόν, ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και γνωρίσω προσωπικώς τον Πετρον και έμεινα κοντά του δεκαπέντε μόνον ημέρας.
 
Γαλ. 1,19ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.
Γαλ. 1,19Αλλον δε από τους Αποστόλους δεν είδα, παρά μόνον τον Ιάκωβον, τον αδελφόν του Κυρίου.
 

Τὰ ἅγια Νήπια (περίπου 14.000) ποὺ ἐσφάγισαν μὲ διαταγὴ τοῦ Ἡρῴδη



Ὅταν οἱ Μάγοι δὲν ἐπέστρεψαν στὸν Ἡρῴδη νὰ τοῦ ποῦν ποῦ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ πονηρὸς αὐτὸς βασιλιὰς μηχανεύθηκε ἄλλο σχέδιο γιὰ νὰ ἐξοντώσει τὸ Θεῖο Βρέφος.

Εἶχε ἀκούσει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές, τόπος γέννησης τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν ἡ Βηθλεέμ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, ἂν βρισκόταν μέσα στὴ Βηθλεὲμ ἢ στὰ περίχωρά της καὶ ἐπειδὴ συμπέρανε ὅτι τὸ παιδὶ θὰ ἦταν κάτω ἀπὸ δυὸ χρονῶν, ἔδωσε διαταγὴ νὰ σφαγοῦν ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της, μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δυὸ ἐτῶν. Ἡ σφαγὴ ἔγινε ξαφνικά, ὥστε νὰ μὴ μπορέσουν οἱ οἰκογένειες νὰ ἀπομακρυνθοῦν μὲ τὰ βρέφη τους. Καὶ οἱ δυστυχισμένες μητέρες εἶδαν νὰ σφάζονται τὰ παιδιὰ τοὺς μέσα στις ἴδιες τὶς ἀγκαλιές τους.

Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, πολὺ σωστὰ ἀνακήρυξε Ἅγια τὰ σφαγιασθέντα αὐτὰ παιδιά, διότι πέθαναν σὲ μία ἀθῴα ἡλικία καὶ ὑπῆρξαν κατὰ κάποιο τρόπο οἱ πρῶτοι μάρτυρες τοῦ χριστιανισμοῦ.Μπορεῖ βέβαια νὰ μὴ βαπτίσθηκαν ἐν ὕδατι, βαπτίσθηκαν ὅμως, μέσα στὸ ἴδιο εὐλογημένο αἷμα τοῦ μαρτυρίου τους.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος ἅ’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς θύματα δεκτά, ὡς νεοδρεπτα ρόδα καὶ θεία ἀπαρχή, καὶ νεοθυτοι ἄρνες, Χριστῷ τῷ ὥσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, ἁγνὰ Νήπια, τὴν τοῦ Ἡρῴδου κακίαν, στηλιτεύοντα καὶ δυσωπούντα ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀστὴρ Μάγους ἔπεμψε, πρὸς τὸν τεχθέντα, καὶ Ἡρῴδης ἄδικον, στρατὸν ἀπέστειλε κενῶς, φονοκτονῆσαι οἰόμενος, τὸν ἐν τὴ φάτνη ὡς Νήπιον κείμενον.

Μνήμη πάντων τῶν Χριστιανῶν ποὺ πέθαναν μαρτυρικὰ γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ πείνα, δίψα, κρύο καὶ μαχαῖρι

Αὐτὴν τὴν ἡμέρα ἡ Ἐκκλησία μας ὅρισε νὰ γιορτάζουμε τὴν μνήμη ὅλων τῶν χριστιανῶν, ποὺ μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ὀνόματά τους δὲν μᾶς εἶναι γνωστά. 

Ἡ γιορτὴ αὐτὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὅμοιο μὲ τοῦ ἀνθρώπου. Διότι οἱ ἄνθρωποι, συνήθως δοξάζουν καὶ τιμοῦν αὐτοὺς ποὺ γίνονται γνωστοὶ καὶ διάσημοι, ἐνῷ ὁ Θεὸς βλέπει γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, διάσημους καὶ ἄσημους, ἀρκεῖ ὅλοι νὰ πράττουν εὐσυνείδητα τὸ θέλημά του.
 
Ἔτσι καὶ ὁ μικρότερος τῶν χριστιανῶν αὐτῶν, θὰ λάμψει ἀσύγκριτα περισσότερο ἀπὸ τοὺς πιὸ φαντασμένους καὶ ἀστραφτεροὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα τῆς τελικῆς δικαίωσης.

Συναξαριστής της 29ης Δεκεμβρίου

Τὰ ἅγια Νήπια (περίπου 14.000) ποὺ ἐσφάγισαν μὲ διαταγὴ τοῦ Ἡρῴδη

 


Ὅταν οἱ Μάγοι δὲν ἐπέστρεψαν στὸν Ἡρῴδη νὰ τοῦ ποῦν ποῦ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ πονηρὸς αὐτὸς βασιλιὰς μηχανεύθηκε ἄλλο σχέδιο γιὰ νὰ ἐξοντώσει τὸ Θεῖο Βρέφος.

Εἶχε ἀκούσει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές, τόπος γέννησης τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν ἡ Βηθλεέμ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, ἂν βρισκόταν μέσα στὴ Βηθλεὲμ ἢ στὰ περίχωρά της καὶ ἐπειδὴ συμπέρανε ὅτι τὸ παιδὶ θὰ ἦταν κάτω ἀπὸ δυὸ χρονῶν, ἔδωσε διαταγὴ νὰ σφαγοῦν ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της, μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δυὸ ἐτῶν. Ἡ σφαγὴ ἔγινε ξαφνικά, ὥστε νὰ μὴ μπορέσουν οἱ οἰκογένειες νὰ ἀπομακρυνθοῦν μὲ τὰ βρέφη τους. Καὶ οἱ δυστυχισμένες μητέρες εἶδαν νὰ σφάζονται τὰ παιδιὰ τοὺς μέσα στις ἴδιες τὶς ἀγκαλιές τους.

Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, πολὺ σωστὰ ἀνακήρυξε Ἅγια τὰ σφαγιασθέντα αὐτὰ παιδιά, διότι πέθαναν σὲ μία ἀθῴα ἡλικία καὶ ὑπῆρξαν κατὰ κάποιο τρόπο οἱ πρῶτοι μάρτυρες τοῦ χριστιανισμοῦ.Μπορεῖ βέβαια νὰ μὴ βαπτίσθηκαν ἐν ὕδατι, βαπτίσθηκαν ὅμως, μέσα στὸ ἴδιο εὐλογημένο αἷμα τοῦ μαρτυρίου τους.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος ἅ’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς θύματα δεκτά, ὡς νεοδρεπτα ρόδα καὶ θεία ἀπαρχή, καὶ νεοθυτοι ἄρνες, Χριστῷ τῷ ὥσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, ἁγνὰ Νήπια, τὴν τοῦ Ἡρῴδου κακίαν, στηλιτεύοντα καὶ δυσωπούντα ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀστὴρ Μάγους ἔπεμψε, πρὸς τὸν τεχθέντα, καὶ Ἡρῴδης ἄδικον, στρατὸν ἀπέστειλε κενῶς, φονοκτονῆσαι οἰόμενος, τὸν ἐν τὴ φάτνη ὡς Νήπιον κείμενον.

 

 
Μνήμη πάντων τῶν Χριστιανῶν ποὺ πέθαναν μαρτυρικὰ γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ πείνα, δίψα, κρύο καὶ μαχαῖρι

Αὐτὴν τὴν ἡμέρα ἡ Ἐκκλησία μας ὅρισε νὰ γιορτάζουμε τὴν μνήμη ὅλων τῶν χριστιανῶν, ποὺ μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ὀνόματά τους δὲν μᾶς εἶναι γνωστά.

Ἡ γιορτὴ αὐτὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὅμοιο μὲ τοῦ ἀνθρώπου. Διότι οἱ ἄνθρωποι, συνήθως δοξάζουν καὶ τιμοῦν αὐτοὺς ποὺ γίνονται γνωστοὶ καὶ διάσημοι, ἐνῷ ὁ Θεὸς βλέπει γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, διάσημους καὶ ἄσημους, ἀρκεῖ ὅλοι νὰ πράττουν εὐσυνείδητα τὸ θέλημά του.

Ἔτσι καὶ ὁ μικρότερος τῶν χριστιανῶν αὐτῶν, θὰ λάμψει ἀσύγκριτα περισσότερο ἀπὸ τοὺς πιὸ φαντασμένους καὶ ἀστραφτεροὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα τῆς τελικῆς δικαίωσης.

 

 
Ὁ Ὅσιος Μάρκελλος

 


Πέτυχε στὴ ζωή του διότι μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ κατάλαβε ὅτι οἱ κοσμικὲς λαμπρότητες φαίνονται καὶ ἀφανίζονται ὅπως τὰ ἄνθη. Καὶ εἶχε τὴν πεποίθεση ὅτι ζωὴ ἀληθινὴ καὶ κερδισμένη εἶναι μόνο ἐκείνη, ποὺ ἀφιερώνεται στὴν ὑπηρεσία τοῦ καλοῦ, ἐπάνω στὸ δρόμο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Μάρκελλος ἔζησε τὸν 5ο αἰῶνα, ἐπὶ πατριαρχείας Γενναδίου τοῦ Α´ (458-471) καὶ βασιλέως τοῦ Λέοντα Α´ τοῦ Μακέλλη. Ἡ καταγωγὴ τοῦ Μάρκελλου ἦταν ἀπὸ τὴν Συρία καὶ ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἀρκετὰ πλούσια. Ἐπειδὴ οἱ γονεῖς του ἀγαποῦσαν τὰ γράμματα, στόλισαν τὸ γιό τους μὲ πολλὴ παιδεία.

Ἀλλ᾿ ἡ καρδιὰ τοῦ νέου, εἶχε μέσα της ζωηρὴ καὶ ἀκοίμητη τὴν φλόγα τῆς εὐσέβειας. Τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα δὲν τὸν ἐνδιέφεραν. Μὲ τέτοιες διαθέσεις πῆγε στὴν Ἔφεσο, ὅπου μπῆκε σὲ μοναστήρι καὶ ἔγινε μοναχός. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴ Μονὴ Ἀκοίμητων, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος. Ἐκεῖ, γρήγορα διακρίθηκε γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ ἀγαπήθηκε πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς, γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη ποὺ διατηροῦσε, ἂν καὶ ἦταν ἄνθρωπος μελέτης καὶ μεγάλης διανοητικῆς ἀξίας.

Ἀφοῦ πέθανε ὁ ἡγούμενος Ἀλέξανδρος καὶ ὕστερα ὁ διάδοχός του Ἰάκωβος, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐκτίμηση τῶν ἀδελφῶν, ἀνέδειξε ἡγούμενο τὸν Μάρκελλο. Ἡ διοίκησή του ἦταν ἄριστη. Σύμφωνα μὲ ἄλλη γνώμη, τὴ μονὴ Ἀκοιμήτων εἶχε κτίσει αὐτὸς ὁ Ὅσιος Μάρκελλος, πιθανῶς στὴ θέση τοῦ σημερινοῦ Τσιμπουκλί. Ἔτσι μὲ αὐτὴν τὴ θεία καὶ ὁσία ζωή του κοιμήθηκε καὶ ἀναπαύτηκε ὁ Μάρκελλος στὴ Μονή του.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Ὕμνον ἄληκτον, Θεῶ προσφέρων, νοῦν ἀκοίμητον, προσφόρως ἔσχες, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν θείων προστάξεων ὅθεν κανὼν ἀρετῆς ἐχρημάτισας καὶ Μοναστῶν ποδηγέτῃς θεοσοφός. Πάτερ Μάρκελλε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, διαρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

 

 
Ὁ Ὅσιος Θαδδαῖος ὁ Ὁμολογητής

Ἦταν Σκύθης καὶ ὑπηρέτης τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη, στὴ Μονὴ τοῦ ὁποίου ὁ Θαδδαῖος ἔγινε μοναχὸς καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση.

Κάποτε λοιπόν, ὅταν συνόδευε στ᾿ ἀνάκτορα τὸν ἡγούμενό του Θεόδωρο, ἤλεγξε τὸν βασιλιὰ Μιχαὴλ (820-829) (ὁ Μ. Γαλανὸς ἀναφέρει τὸν Λέοντα τὸν Ε´) μπροστὰ στὴ σύγκλητο γιὰ τὴν ἀσέβειά του ἀπέναντι στὶς ἱερὲς εἰκόνες. Τότε ὁ Βασιλιὰς τὸν ἐξανάγκαζε νὰ ποδοπατήσει τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, πρᾶγμα ποὺ ὁ Ὅσιος ὄχι μόνο δὲν ἔπραξε, ἀλλὰ ἀποκάλεσε τὸν βασιλιᾶ πληρωμένο τύραννο καὶ ἀκάθαρτο. Τότε βασανίστηκε σκληρά, σύρθηκε ἀπὸ τὰ πόδια στοὺς δρόμους τῆς πόλης, ὁπότε μετὰ τρεῖς μέρες πέθανε.

 

 
Ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα

«πλησίον τοῦ Χαλκοῦ Τετραπύλου».

 

 
Ὁ Ὅσιος Βενιαμίν

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Ἅγιος Νικόδημος, ἀναφέρει ὅτι πέθανε ἀπὸ ὑδρωπικία καὶ ὅτι στὸν Εὐεργετινὸ ὑπάρχει ἀπόφθεγμά του.

 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀθηνόδωρος

Στὸν Κώδικα 1578 τῶν Παρισίων, ὁ Ἀθηνόδωρος συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ἄλλους ὁσίους πατέρες, τοὺς Βαβύλα καὶ Βενιαμίν. Πάντως ἦταν ἀσκητής, (ἄγνωστο πού) καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 

 
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἐπίσκοπος Νικομήδειας ποιητὴς ἀσματικῶν Κανόνων καὶ Τροπαρίων

Ἔζησε στὴ θορυβώδη καὶ μεγάλη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἐποχὴ τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου (857-891), μὲ τὸν ὁποῖο καὶ διατηροῦσε ἀλληλογραφία. Σύνθεσε δυὸ ἐγκώμια στὴ γιορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καὶ μελοποίησε τὴν Ἀκολουθία τους. Μελοποίησε ἐπίσης τὸν προεόρτιο Κανόνα στὸν Εὐαγγελισμό, καθὼς καὶ ἄλλους Κανόνες στὴ Θεοτόκο. Συνέγραψε μάλιστα καὶ πανηγυρικοὺς λόγους, ὅπως στὰ Εἰσόδια, στὴ σύλληψη τῆς Ἁγίας Ἄννας καὶ στὸ «Εἰστήκεισαν παρὰ τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ».

(Στοιχεῖα τῆς βιογραφίας του συγχέονται μ᾿ αὐτὰ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπισκ. Ἀμάστριδος, κυρίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποίηση τῶν ἀσματικῶν Κανόνων. Ἴσως βέβαια, νὰ συμβαίνει καὶ τὸ ἀντίθετο).

Εγκόλπια και Οικουμενισμός

Η αιρετική (Παπική) απεικόνιση της  "Αγίας Οικογένειας", ο  Οικουμενισμός και ταεγκόλπια μερικών επισκόπων. 

Τρείς αληθινές ιστορίες Ορθοδόξων Χριστιανών πού συνεχώς προσηύχοντο κι αγρυπνούσαν

photoΣήμερα χριστιανοί μου θα κάνουμε ένα διαφορετικό κήρυγμα από όσα μέχρι τώρα συνηθίζουμε να λέμε. Θα πούμε τρείς μικρές ιστορίες, από τις οποίες θα βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις μεγάλες γιορτές που έρχονται μεθαύριο. Βέβαια τις δύο τις είπα και σε μία βραδινή Λειτουργία, θα τις επαναλάβουμε με τις σωστές της λεπτομέρειες.

Μια κυρία μου διηγείτο, όταν ήτο επτά χρονών περίπου, συνέβη κάτι το συνταρακτικό την παραμονή των Χριστουγέννων.
Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.
Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης.
Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, - δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά.
Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς.
Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει:
- Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται!
Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν:
- Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά.
Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του:
- Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν ηπροσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία.
«Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας:
«Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία».
Και η κυρία αναλύθηκε σε λυγμούς.

Και τώρα να σας ρωτήσω χριστιανοί μου.
Ποιος άραγε από μας τους σημερινούς χριστιανούς, περιμένει τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά το βράδυ με προσευχή;
Πόσοι και πόσοι από τους σημερινούς παππούδες και γιαγιάδες, σηκώνονται για να προσευχηθούν κατά την διάρκειαν της νύχτας; Να ανάψουν το καντήλι και να θυμιατίσουν;
Πόσοι γονείς και πόσοι πατέρες και μητέρες αγρυπνούν την νύχτα για να κάνουν μετάνοιες, σταυρωτά κομποσχοίνια, να κλάψουν, να συντριβούν και να προσευχηθούν πολύ;
Αλήθεια, πόσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς που έχουν άλλοι παιδιά, και άλλοι παιδιά και εγγόνια, πονάνε, κλαίνε και αγρυπνούν, έστω για μια ώρα, για το ηθικό κατρακύλισμα των παιδιών μας, για την διαφθορά και τις εκτρώσεις, για την αναρχία και τα ναρκωτικά, για τα εύκολα διαζύγια, και τα νόθα παιδιά, για τις αιρέσεις και τα σκάνδαλα, που κλονίζουν κάθε τόσο χιλιάδες αδύνατες ψυχούλες;
Πόσοι αλήθεια χριστιανοί αγρυπνούν σήμερα;
Όχι αδελφοί μου. Δυστυχώς σήμερα οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν προσεύχονται. Και όμως περνούν ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, όλοι χαζεύουν και αποβλακώνονται και διαστρέφονται μπροστά σ’ αυτό το διαβολοκούτι. Έτσι όχι μόνον δεν προσεύχονται και δεν αγρυπνούν οι Νεοέλληνες σήμερα Ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά ούτε και εγκρατεύονται. Δεν νηστεύουν! Και αν δεν μπορούν λόγω υγείας, δεν νηστεύουν τουλάχιστον στις αισθήσεις τους. Δε νηστεύουν με τη γλώσσα τους. Δε θυμιατίζουν το σπίτι πρωί και βράδυ, δεν μελετάνε Αγία Γραφή, δεν κάνουν προσευχή στο τραπέζι, δεν εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή τουλάχιστον ένας από κάθε οικογένεια. Δεν εξομολογούνται. Δε συμμετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Δεν σέβονται τις παραδόσεις. Δεν τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές και δεν πολεμούν τα πάθη και τόσα άλλα.
Και επειδή ακριβώς δεν σηκώνουμε τα χέρια μας κάθε βράδυ στο Χριστό με καθαρή καρδιά, γι’ αυτό και βλέπουμε τόσα ερείπια και τόσα ηθικά ναυάγια να συσσωρεύονται γύρω μας.
Πάμε δυστυχώς κάθε μέρα απ’ το κακό στο χειρότερο…
Ο Θεός να μας λυπηθεί.

Η δεύτερη ιστορία από την ίδια κυρία.
Η γιαγιά και ο παππούς όπως και οι γονείς των ήσαν πολύ ελεήμονες. Ελεούσαν τους πάντες, όσους ζητούσαν βοήθεια, στα μαύρα εκείνα χρόνια της Κατοχής. Ήσαν φτωχοί. Αλλά ελεούσαν όμως, όπως και όσο μπορούσαν.
Κάποτε πέρασαν από την γειτονιά τους δυο τρείς ρακένδυτοι ζητιάνοι. Φαινόντουσαν όμως πολύ καθαρά ότι ήσαν και άρρωστοι. Τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπό τους, ήταν γεμάτο πληγές και πύον. Ήσαν μάλλον λεπροί. Γι’ αυτό και όλοι τους έκλειναν τις πόρτες. Όπως και στη γειτονιά τους.
Εκείνη την ώρα έφτανε ο παππούς που ήταν κάπου έξω, και είδε και είχε ακούσει τι είχε γίνει. Τους φώναξε, τους έβαλε στην αυλή γιατί ήταν καλοκαίρι, και με τη βοήθεια της γυναίκας του, της γιαγιάς, έπλεναν τις πληγές και το πύον, κατόπιν τους τάισαν, με ψωμί και ελιές και τους έδωσαν και το λίγο τυράκι που είχε απομείνει. Φεύγοντας τους έδωσαν και ένα μπουκάλι λάδι, το τελευταίο που υπήρχε απομείνει στο φτωχό ράφι της κουζίνας.
Τα παιδιά του βέβαια μουρμούριζαν όλα. Τα παντρεμένα παιδιά εννοώ.
- Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα ταΐσουμε τα μωρά μας; Τι θα δώσουμε στα παιδιά μας;
Και η απάντησις του παππού.
- Έχει ο Θεός!... Έχει ο Θεός.
«Έχει ο Θεός». Το πίστευε αυτό. Εμείς το λέμε αλλά δεν το πιστεύουμε.
Και ξεπροβόδησε τους τρείς αυτούς λεπρούς.
Οι γείτονες βγήκαν στις πόρτες, και άρχισαν να τον κακίζουν και να τον κατηγορούν. Όχι μόνον για την αδιακρισία του, όπως έλεγαν, αλλά γιατί μπορούσε και αυτός να κολλήσει αρρώστιες …
- Και μας θα μας κολλήσεις, του έλεγαν συνεχώς. Φτάνει που θα αφήσεις και τα παιδιά σου νηστικά.
Μπροστά σ’ αυτή τη διαγωγή, και του παππού βέβαια, και της γιαγιάς, όλοι είχαν μείνει, όλοι, με ανοιχτό το στόμα. Ο παππούς δεν είπε τίποτα. Έκανε το σταυρό του και μπήκε μέσα στο σπίτι.
Και σε λίγο βγήκε τρέχοντας! Τρέχοντας και φωνάζοντας:
- Τρέξτε παιδιά μου, τρέξτε γείτονες! Όλα τα ράφια είναι γεμάτα και από ψωμιά!, και από τυρί!, και λάδια! … Ο Θεός έκανε το θαύμα Του. Ο Θεός ελεεί τους πιστούς του δούλους Του. Ελάτε να πάρετε όλοι σας.

Ναι χριστιανοί μου. Ο Θεός, έκαμε το θαύμα του, όπως το κάνει και κάθε μέρα σε όλους εκείνους που ελεούν με όλη τους την καρδιά. «Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός». Και άλλωστε βεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριος ότι μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται.
Και τώρα σας ρωτώ χριστιανοί μου:
Είμαστε εμείς ελεήμονες; Δυστυχώς οι περισσότεροι από τους Νεοέλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς δεν είναι. Ελεήμονες σαν τον παππού και σαν τη γιαγιά, με αυτόν τον τρόπο εννοώ ελεήμονες. Δυστυχώς εμείς είμαστε οι κασιάρηδες. Άκαρδοι, άσπλαχνοι και τσιγκούνηδες. Και δεν ήσαν μόνο τα γερόντια αυτά, άνθρωποι της προσευχής, της αγρυπνίας και της ελεημοσύνης, αλλά ήσαν και σωστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, διότι τηρούσαν τις αργίες και τις νηστείες, έστω και στα γερατιά τους. Εκκλησιάζονταν κάθε Κυριακή και τις μεγάλες γιορτές. Εξομολογούντο και κοινωνούσαν των θείων μυστηρίων τακτικά. Έκαμαν πνευματικό αγώνα τη νύχτα και είχαν φόβον Θεού και πολλή αγάπη.

Τρίτη ιστορία από την ίδια κυρία.
Ο χειμώνας βαρύς. Το χιόνι πολύ, και το κρύο τσουχτερό. Τα περισσότερα σπίτια ήσαν παγωμένα από την έλλειψη φωτιάς – και αυτό το έζησα παιδί.
Στο σπίτι για το οποίο μιλάμε είχε πέσει μεγάλη αρρώστια. Αφενός μεν από δυσεντερία, αφετέρου δε από ελονοσία. Μικροί και μεγάλοι στρωματσάδα, οι μόνοι όρθιοι που είχαν μείνει ήταν ο παππούς και η γιαγιά.
Ένα πρωί λέγει ο παππούς:
- Θα πάω να φέρω ξύλα από το απέναντι δάσος.
- Που θα πας ευλογημένε, του λέει η γιαγιά, γέρος άνθρωπος; Το δάσος απέχει δύο ώρες, εσύ θα κάνεις τρείς. Και πόσα ξύλα μπορείς να φέρεις εσύ, γέρος άνθρωπος; Ύστερα θα σε πιάσουν και οι Βούλγαροι.. Πού πάς;
- Όχι, θα πάω.
Έκανε την προσευχή του, αφού την είχε κάνει και όλη τη νύχτα. Έκανε το σταυρό του, και ξεκίνησε.
Πέρασε το μεσημέρι, κόντευε έτσι απόγευμα, τρείς – τέσσερεις, και δεν είχε φανεί. Έβγαινε η γιαγιά κάθε τόσο και κοίταζε στο βάθος του χωραφόδρομου.
Σε λίγο περνάει ένας γείτονας φορτωμένος στην πλάτη με λίγα ξύλα.
- Έρχεται, της λέγει, ο μπάρμπα Μήτσος. Τον βοήθησε πολύ και ένας ξένος.
Τελικά βλέπει η γιαγιά τον παππού μαζί με τον ξένο, να σέρνουν με σχοινιά δυο μεγάλα δένδρα.
Πώς τα είχαν κόψει; Μάλλον ο ξένος θα τάκοψε.
Πλησίασαν, τα έβαλαν εκεί έξω από την αυλή, τους καλωσόρισε η γιαγιά και τους κάλεσε μέσα. Εκείνη θα έκοβε μερικά κλαδιά και θα άναβε την σόμπα, για να ζεσταθούν, και οι άρρωστοι, και ο ξένος, και ο κατάκοπος παππούς.
Μπήκε μέσα ο παππούς, έκατσε σε ένα σκαμνί και λέγει:
- Άντε βρε γυναίκα κάνε λίγο τσάι ζεστό και φέρε λίγο ψωμί.
-Περίμενε, του λέει, ώσπου νάρθει ο ξένος.
- Ποιος ξένος;
- Να, αυτός που έσερνε μαζί σου τα δένδρα.
- Κανένας ξένος δεν ήταν μαζί μου. Μόνος μου έσερνα τα δένδρα.
- Πώς δεν ήταν, του λέει. Αφού σε είδε ο γείτονας. Και μάλιστα να κόβει τα δένδρα. Να τα φορτώνεται μαζί σου, να τα σέρνετε μαζί. Μα σε είδα και γω. Και τον καλωσόρισα και έξω απ’ την αυλή.
- Τι λές βρέ γυναίκα. Μόνος μου ήμουνα.
Και στάθηκε για λίγο.
Ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και φωνάζει:
- Άγγελος θα ήταν γυναίκα! Άγγελος θα ήταν! Γι’ αυτό λοιπόν τόσο γρήγορα τα τελείωσα και τάσερνα λές και ήταν πούπουλα. Άγγελος θα ήταν! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Έλα τώρα γυναίκα να κάνουμε και εκατό μετάνοιες για να ευχαριστήσουμε τον Θεόν.
Και εκατό μετάνοιες, για να πουν ευχαριστώ στο Θεό. Μάλιστα.
Αυτές είναι οι ζωντανές ιστορίες των αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών.
Αυτή ήταν η Τρίτη ιστορία.
Ιστορίες γεμάτο πίστη! Και αγάπη, και προσφορά και θυσία αλλά και σκέπη αγία του Αγίου μας Θεού.

Χριστιανοί μου, ο Θεός τα πιστά Του παιδιά δεν τα εγκαταλείπει. Τα βοηθάει ποικιλοτρόπως. Τα βοηθάει κάθε μέρα με θαύματα ανεξήγητα. Άλλη φορά φανερά και άλλη φορά κρυφά. Διότι Αυτός είναι η σκέπη μας, η βοήθειά μας, το καταφύγιό μας. Αυτός είναι το φώς, είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι η Ανάστασις. Αυτός είναι ο Άρτος της Ζωής ο εκ του Ουρανού καταβάς. Αυτός είναι το Ύδωρ το ζον, που ξεδιψάει τη διψασμένη ψυχή μας. Αυτός είναι ο Πλάστης και Δημιουργός μας. Αυτός είναι ο Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός, ο Σωτήρας του καθενός από μας χωριστά, ο οποίος εγεννήθη εν Βηθλεέμ τη πόλη για την ημών σωτηρία. Τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι λοιπόν που μας τρέφει με το Σώμα Του και το Αίμα Του. Αυτός που συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Κάθε φορά που αμαρτάνουμε αλλά και μετανοούμε, που μας ελεεί, που μας αγαπά μέχρι Σταυρού.
Και που θα Τον βρούμε αυτόν τον Χριστόν; Που θα Τον βρούμε; Μα στην Εκκλησία! Στην Ορθόδοξη πίστη, στον εκκλησιασμό και στην Θεία Κοινωνία, στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση. Στην Ιερά Εξομολόγηση και στα υπόλοιπα των Αγίων Μυστηρίων. Στην προσευχή, στις Ευαγγελικές εντολές, στην ελεημοσύνη, στην αγάπη προς τους εχθρούς, στην ήσυχη συνείδηση, στην ήρεμη καρδιά… Ναι, τον Χριστό θα Τον βρούμε μέσα στις καρδιές μας, διότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.

Χριστιανοί μου, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Να ψάξουμε όλοι μας να βρούμε τον Χριστόν, γιατί χωρίς Χριστόν, Χριστούγεννα και Πάσχα και κάθε άλλη γιορτή ΔΕΝ μπορούμε να γιορτάσουμε. Όχι λοιπόν στα μοντέρνα Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν!
Αλλά ναι, στα Ορθόδοξα Χριστούγεννα, με καθαρές καρδιές, με δάκρυα χαράς και μετανοίας, με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία, με προσευχή στα χείλη, με Δοξολογία στην καρδιά,
-
Αμήν!
πηγή  -  αντιγραφή

ΙΚΕΣΙΑ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ...

1"Προσευχή εστίν ομολογία προς Θεόν, αμαρτημάτων καθάρσιον, νοσημάτων ιατήριον, δαιμόνων φυγαδευτήριον. Και τι δεί μοι λέγειν πολλά περί της καλλονής αυτής;

Προσευχή εστί παντός κακού απαλλαγή και λιμήν των χειμαζομένων, και ο ταύτην προσευχόμενος ου πτοηθήσεται ουδέν πονηρόν" 
Θεέ μου, λυπήσου με τον αμαρτωλό, που δεν έκανα κανένα καλό μπροστά Σου .Γλύτωσε με από τον πονηρό και αξίωσε με ακατάκριτα ν' ανοίγω το ανάξιο στόμα μου και ν' ανυμνώ το Πανάγιο Όνομα Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Συγχώρησε μου, Κύριε, κάθε της καρδιάς μου άτοπη επιθυμία, Συ που ξέρεις καλά τις καρδιές των ανθρώπων. Συγχώρησε με που έρχομαι ανάξια κοντά Σου, γιατί Σε πόθησα και σε ποθώ. Συγχώρησε τον αμαρτωλό, τον πονηρό, τον ψεύτη, τον ανυπόμονο, τον ολιγόψυχο, τον αμελή στις θείες εντολές Σου, εμένα που αμάρτησα στη γη και στη θάλασσα και σε κάθε τόπο. Μπροστά στα αλάθητα μάτια Σου δεν έπαψα να εργάζομαι το πονηρό γιατί ο πονηρός δεν έπαψε να με μπλέκει στα δίχτυα του με γαστριμαργίες και ηδονές και πονηρές επιθυμίες, με δόλους και κενοδοξίες και βλασφημίες. Αλλά Συ Κύριε, που είσαι ο μόνος ελεήμων και πανάγαθος, βοήθησε με και σώσε με όπως έσωσες τον άσωτο, τον τελώνη, την πόρνη και τον ληστή.

Ναι, φιλάνθρωπε Δέσποτα, μη με αποστραφείς τον αμαρτωλό και αχρείο, με τις πρεσβείες της Παναγία Δέσποινας και όλων των Αγίων, διότι είσαι ευλογητός στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν. 
πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...