Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 05, 2014

ΑΝ ΦΘΕΙΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΓΙΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΙΕΡΕΑΣ

prosforoἹερεύς τιςἦτον εἰς τήν ἐπαρχίαν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καθαρός καί χρήσιμος, ὁ δέ παμπόνηρος διάβολος, ὅπου φθονεῖ πάντοτε τούς δούλους τοῦ Θεοῦ, τί ποιεῖ; Ἦτο τόν καιρόν ἐκεῖνονσιμά εἰς τό σπῆτι τοῦ Ἱερέως μία γυνή μοιχαλίς, καί ὅλως διόλου εἰς τήν διαβολικήν ἀγάπην τῆς μοιχείας παραδεδομένη καί τί ποιεῖ; Παρακινεῖ αὐτήν ὁ διάβολος εἰς ἔρωτα, νά κάμνη αἰσχράν μίξιν μέ τόν δοῦλο τοῦ Θεοῦ τόν Ἱερέα ἐκεῖνον, καί πολύν καιρόν ἐπείραξεν αὐτόν, ὁ δέ Ἱερεύς, ὅταν εἶδεν αὐτήν παντελῶς νικημένην ὑπό τοῦ διαβόλου, φοβούμενος τόν Θεόν, δέν ἔστερξε ποτέ νά συντύχη μέ ἐκείνην.
Καίὅτανεἶδεν  μισόκαλος  διάβολος  τήν ὑπομονήν τοῦ Ἱερέωςτ ίποιεῖ;  ἔφθασεν ἡ Ἑορτή τῶν Γενεθλίων τοῦ Χριστοῦ καί ἕνας χριστιανός καλέσας αὐτόν εἰς τήν τράπεζάν του, νά τόν φιλεύση,ὁ Ἱερεύς ἔπιεν οἶνον πολύν, καί ἐμέθυσε παραπολύ.  Ὅταν ἐπέρασε πολλή νύκτα, ἐσηκώθη ὁ Ἱερεύς καί ὑπῆγεν σπῆτι του καί ὅταν ἔφθασεν ἔκρουσε τήν θύραν καί δέν ἤκουσε τινάς, διότι ἡ πρεσβυτέρα του ἔτυχε τότε καί ἐκοιμάτο βαρέως, ἡ δέ πονηρά ἐκείνη μοιχαλίς γυνή, ὡς ἤκουσεν αὐτόν ἐχάρη παραπολύ.
Ὁ δέ Ἱερεύς, ἐπειδή ἦτον πολύ μεθυσμένος, ἔπεσεν ἐμπρός εἰς τήν θύραν τοῦ σπιτιοῦ του, καί ἐκοιμήθη.  Τότε ἐκείνη ἡ κακότροπος γυνή ἦλθε, καί ἔπεσε σιμά εἰς αὐτόν, καί αὐτός, ἀπό τήν πολλήν μέθην, ἐνομισεν ὅτι εἶναι ἡ πρεσβυτέρα του, καί ἐποίησεν (ἀλοίμονον) τήν πονηράν ἐκείνηνπράξιν τῆς ἁμαρτίας.
Μετά δέ ταῦτα ἐλησμόνησε τήν τόσην μεγίστην ἁμαρτίαν καί ἀφ΄ οὗ ἐπέρασαν ἡμέραις, ὑπῆγε νά λειτουργήση, καί ἐκεῖ ὅπου ἐλειτούργει μέσα εἰς τό ἅγιον Θυσιαστήριον (ὤ τοῦ θαύματος)τόν εἶδεν ἡ πρεσβυτέρα του ὡσάν ἀράπην μαῦρον, διότι προτήτερα ὅταν ἐλειτούργει, τόν ἔβλεπεν ὅπου ἔλαμπεν σάν τόν ἥλιον.
Λοιπόν ἡ πρεσβυτέρα αὐτοῦ ὅταν εἶδε τό τοιοῦτον μυστήριον, ἔλεγε μετά κλαυθμοῦ ἀλοίμονον, τί ἔπαθα ἡ ταλαίπωρος;τίς ἐξηπάτησε τόν ἄνδρα μου, καί δέν εἶναι δεκτός μέσα εἰς τόν Θεῖον Ναόν, ἐσιώπησεν ὅμως ἕως οὗ ἐτελείωσε τήν Θείαν Λειτουργίαν. Καί ἀφοῦ ἐτελείωσε καί ὑπῆγαν εἰς τό σπῆτι τους, λεγει πρός αὐτόν μετά δακρύων.
-Ἀλοίμονον εἰς ἐσένα, ἀλοίμονον, ποῖος ἤσουν πρῶτα, καί πῶς κατήντησες τώρα.  Ἀλοίμονον καί εἰς ἐμένα, διότι πρῶτα ἤσουν Ἄγγελος, τώρα ἔγινες διάβολος.
Λέγει της ὁ Ἱερεύς.
Τί λέγεις, ὦ ταλαίπωρη; πόθεν μέ γνωρίζεις ὅτι ἤμην Ἄγγελος, καί τώρα ἔγεινα διάβολος;
Λέγει του ἡ πρεσβυτέρα:
-ὅταν ἐλειτούργεις προτήτερα, εἶχες χάριν ἐκ Θεοῦ, καί ἔλαμπε τό πρόσωπόν σου ὡσάν τόν ἥλιον, τώρα δέ ἐλειτούργεις, καί ἐστεκόσουν μέσα εἰς τόν ναόν ὡσάν ἀράπης.
Τότε, ὁ Ἱερεύς μόλις ἐκατανόησε κί ἐνθυμήθη, ὅτι μή θέλων ἔκαμε τήν ἁμαρτίαν, ἐπειδή καί ἐκείνη ἡ κακότροπος γυνή τό ἔλεγε φανερά εἰς ὅλην τήν χώραν.
Τότε ὁ Ἱερεύς ἔλαβε τήν Πρεσβυτέραν του, καίὑπῆγαν εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον καί ἐξωμολογήθηκανκαί ὁ Ἅγιος θέλοντας νά τούςθεραπεύση,τούς ἐκανόνισε νά κάμουν ἕνα χρόνον ξηροφαγίαν καί μετανοίας χιλίας πᾶσαν ἑσπέραν.
Τότε λέγει πρός αὐτούς, σύρετε, Τέκνα μου, καί ὅταν σωθῆ ὁ χρόνος, πάλιν νά ἐλθῆτε ἐδῶ,διά νά σοῦ συγχωρήσω νά λειτουργῆς.  Καί ὡσάν ἦλθεν ὁ χρόνος ὑπῆγεν ὁ Ἱερεύς μετά τῆς συζύγου αὐτοῦ εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον καί πάλιν ὁ Ἅγιος, ὡς καλός Πατήρ καί διδάσκαλος ἐνουθέτησεν αὐτούς, καί τούς ἐπαρακάλεσε πολλά,νά κάμουν τόν αὐτόν κανόνα καί ἄλλον ἕνα χρόνον ἀκόμη.  Καί αὐτοί πάλιν ἐδέχθησαν τόν λόγον τοῦ Ἁγίου μετά χαρᾶς, καί ὑπῆγαν.
Καί ὡσάν ἐτελείωσαν καί ἐκεῖνον τόν χρόνον, ἦλθον πάλιν εἰς τόν Ἅγιον καί αὐτός μετά χαρᾶς τούς ἐδέχθη καί μέ πολλαῖς διδαχαῖς καί νουθεσίαςτούς ἐπαρακάλεσε νά κάμνουν καί ἄλλον χρόνον.
Καί ὡσάν ἐτελείωσαν καί ἐκεῖνον τόν χρόνον καί ἔγειναν τρεῖς χρόνοι, πάλιν ἦλθον εἰς τόν Ἅγιον, και ἔτυχε τήν ἡμέραν ἐκείνην, καί ἀπέθανεν ἕνας χριστιανός σιμά εἰς τήν Μητρόπολιν.  Ἦτον δέ μέγας ὁ Ἄρχων ἐκεῖνος, καί ἔκραξε καί τόν Μέγαν Βασίλειον μέ τούς κληρικούς του ὅλουςὁ δέ Ἅγιος ἔκραξε καί τοῦτον τόν Ἱερέα, τόν ποτέ ἀνάξιον, καί λέγει του:
-    σύρε, ὦ ἀδελφέ, καί λάβε καί σύ τό Ἐπιτραχήλιόν σου καί ἔλα εἰς τόν νεκρόν. 
Ὑπῆγε λοιπόν, καί ἐπῆρε τό Ἐπιτραχήλιόν του, καθώς τοῦ εἶπε ὁ  Ἅγιος, καί ὑπῆγε καί ηὗρε τούς Ἱερεῖς, ὅπου ἔψαλλαν τό λείψανον.  Καί πρῶτον μέν ὁ Ἀρχιερεύς εἶπε τήν εὐχήν ἐπάνω εἰς τό λείψανον, εἶτα, οἱ έπίλοιποι αὐτός δέ ὁ Ἱερεύς ἐφοβεῖτο διά τήν ἀναξιότητά του, καί ὅτι ὑπῆρχε καί ἐξ’ εὐτελοῦς Χωρίου, ἀπορρίψας ὅμως πάντα φόβον,ὑπῆγε καί αὐτός σιμά εἰς τόν νεκρόν καί λαβών τό θυμιατόν ἤρχισεν νά λέγη τήν εὐχήν.
Καί ὦ τοῦ θαύματος, ὅταν εἶπενὍτι σύ εἶ ἡ Ἀνάστασις, καί τά λοιπά τῆς εὐχῆς,εὐθέως ἀνέστη ὁ νεκρός, καί ἐκάθισε, καί ὅλοι ἄρχισαν καί ἔλεγαν, τό Κύριε ἐλέησον, καί ἐδόξασαν τόν Θεόν, ὅπου δίδει τοιαύτην ἐξουσίαν τοῖς ἀνθρώποις.
Ἄνθρωπος, ὅπου ἦτον ἀκόμη εἰς τήν ἁμαρτίαν, νά ἀναστήση νεκρόν;  Δόξα τῆ αὐτοῦ φιλανθρωπία καί εὐσπλαχνία.  Ἀφ’ οὗ δέ ἐκάθισεν ὁ νεκρός λέγει μεγαλοφώνως καί μετά παρρησίας μεγάλης πρός τόν Ἱερέα.
-  Τί οὖν ὦ Ἱερεύ; εἰ καί νεκρόν μέ ἀνέστησες, ἀλλά δέν εἶναι βολετόν νά λειτουργήσης, ούδέ νά ἐπιχειρησθῆς πλέον τά Θεία Μυστήρια, διότι ἐάν καί μέ ἀνέστησες, ἀλλά διά τόν πολύν μόχθον καί κόπον, καί ταῖς νηστείαις, καί ταῖς προσευχαῖς, καί ταῖς ξηροφαγίαις καί ἀγρυπνίαις, ὅπου ἐποίησας τούς τρεῖς χρόνους, παρακαλῶντας τόν Θεόν, διά τοῦτο δέν παρεῖδεν ὁ Κύριος, τήν δέησίν σου. 
Τότε ὁ ταπεινός ἐκεῖνος Ἱερεύς, λαβών την ἀπόφασιν, ἐπορεύθη εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ, χαίρων καί εὐλογῶν τόν Θεόν.
Βλέπετε,ἀδελφοί,πῶς ἐάντις φθείρη τήν παρθενίαν του,δέν ἡμπορεῖ νά ἱερωθῆ,ἤ νά λειτουργῆ;νά γένη  Ἅγιος καί θαυματουργός δύναται,ἀλλά εἰς τόν βαθμόν τῆς Ἱερωσύνης δέν ἡμπορή νά ἔλθη.  Λοιπόν, ἀδελφοί, ἄς φύγωμεν τήν μέθην, ὅτι ἡ μέθη ἐποίησε τήν ἁμαρτίαν τοῦ Ἱερέως, καί ἄλλους πολλούς ἔκαμεν ἡ μέθη, καί ὄχι μόνον ἐποίησε ἁμαρτίαν, ἀλλά καί ἄλλα μύρια κακά ἔκαμαν, ὅπου δέν ἔχουν ἀριθμόν.  Διά τοῦτο, Ἀδελφοί,ὅσοι ἐμίαναν τόνβαθμόν τῆς Ἱερωσύνης, διά τῆς μέθης, ἤ διά ἑτέρου πάθους,ἄς παύσουν τῆς Λειτουργίας, διά νά μή πέσουν εἰς πάθη ἀτιμίας, καί ἐμπαίξωσιν αὐτούς οἱ δαίμονες, καθώς καί τινες ἔπαθον.  Καί ὄχι μόνον ἐδῶπαραδίδονται τῶ σατανᾶ, ἀλλά καί ἐκεῖ ἐν τῆ μελλούση διαγωγῆ θέλουν ἀκούσει,ἄπελθε ἀπ’ ἑμοῦ, λέγω σοι οὐκ οἶδασεκαί ἀπελεύσεται εἰς τόν τόπον τῆς βασάνου.  Ταῦτα ἡμεῖς, Ἀδελφοί, ἀκούοντες, ἄς ποιήσωμεν ἀγαθά, ἵνα ἀξιωθῶμεν τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ τῶ Κυρίω ἡμῶν, ὧ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
Η δακτυλογράφηση του κειμένου έγινε από την Πρεσβυτέρα Μαρία Σ. για το Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
  • Πηγή το βιβλίο: Μαργαρίται.: Ήτοι λόγοι διάφοροι του εν αγίοις πατρός ημών Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Χρυσοστόμου, Και ετέρων Αγίων Πατέρων, παρά Διαφόρων Διδασκάλων πεζευθέντες εις απλήν γλώσσαν, προς κοινήν των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών ωφέλειαν / Συλλεχθέτες Παρά του οσιωτάτου εν Μοναχοίς, Κυρίου, Παχωμίου του εκ της Πόλεως Τουρνάβου, ήτοι εκ της Μητροπόλεως Λαρίσσης, του εν τω Αγίω Όρει μονάζοντος. Νυν δε μετ’ επιμελείας μετατυπωθέντες. (1675) Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο στηνΑΝΕΜΗ

"ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΑ ..."


1000 ΣΕΙΣΜΟΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ.
ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΑ ΔΙΑΛΥΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ ...



ΟΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΛΗΓΕΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΕ ΤΡΙΤΗ ΜΟΙΡΑ, ΚΑΘΟΣΟΝ ΠΡΟΕΧΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΤΥΠΟ", ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΚΑΙ ΜΗ, Η ΑΓΩΝΙΑ ΑΝ ΑΠΟΛΟΓΗΘΗΚΕ Ο ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΚΗ ΑΝ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ, Η ΑΝ Η ΤΡΟΙΚΑ ΘΑ ΠΙΕΣΕΙ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ...  
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΟΥΤΕ ΑΝ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΠΛΗΓΕΝΤΕΣ ΤΟ ΧΑΡΑΤΣΙ ...
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΚΑΙ Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝ ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΑΝΗΜΠΟΡΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΥΠΙΣΕΙ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙ ΕΝΑΝ ΠΑΡΗΓΟΡΟ ΛΟΓΟ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΩΣΕΙ ΜΙΑ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΖΕΣΤΑΝΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΩΣΕΙ ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΑΘΑΡΟ ΝΕΡΟ ...
Η ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΠΛΩΘΟΥΝ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΟΥΝ ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΕΣ ΕΣΤΙΕΣ ...
Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΑΓΩΝΙΑ ΑΝ ΚΡΥΩΝΟΥΝ, ΠΕΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΔΙΨΟΥΝ ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ΣΑΣ ...
ΤΟ ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΧΑΡΑΤΣΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΘΕΜΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΩΝ ΔΥΣΤΥΧΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ ΚΑΙ ΜΗ ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΘΑ ΠΑΡΗΓΟΡΗΘΟΥΝ ΑΝ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΕΣΕΙΣ, Η ΟΙ ΑΛΛΟΙ ...
ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΝΕ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΒΕΒΑΙΩΘΟΥΝ ΑΝ ΟΙ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ, ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ ΑΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΓΙΑΤΙ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ... 
ΟΛΟΙ ΒΕΒΑΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΤΑ ΚΟΝΤΕΙΝΕΡ ΝΑ ΔΟΘΟΥΝ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΑΛΑΙΠΩΡΗΜΕΝΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΟΙ ΜΕΝ ΣΕ ΣΚΗΝΕΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΗ ΖΕΣΤΑΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΟ ΑΙΡΚΟΝΤΙΣΙΟΝ ΤΩΝ ΑΥΤΟΛΥΟΜΕΝΩΝ ΧΩΡΩΝ ...
ΚΑΙ ΣΑΣ ΡΩΤΩ ΚΥΡΙΟΙ, ΑΝ ΔΕΝ ΣΑΣ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΟ ΧΑΡΑΤΣΙ ΤΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΕΤΕ;
ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΕΤΕ ΜΗΠΩΣ ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ Η ΘΑ ΤΟΥΣ ΚΟΨΕΤΕ ΤΟ ΡΕΥΜΑ Η ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ;
ΚΑΙ ΣΑΣ ΡΩΤΩ ΑΚΟΜΑ ΚΑΤΙ, ΑΝ Ο ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΕΤΕ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΠΛΗΡΩΘΟΥΝ ΟΙ ΦΟΡΟΙ ΠΟΥ ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΑΤΕ ΣΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ Η ΠΩΣ ΘΑ ΖΗΣΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΑΣ;
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΔΕΝ ΣΥΜΜΕΡΙΖΕΤΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΑΣ ΓΙΑΤΙ ΕΧΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΘΕΙ !!!   

«Νέο Σχολείο»: Το τέλος της μόρφωσης, της μάθησης και της γνώσης


Το Νέο σχολείο έτσι όπως παρουσιάζεται μέχρι σήμερα από το Υπουργείο Παιδείας και ειδικά μέσα από την πρόταση «Νέο σχολείο: Πρώτα ο μαθητής» δεν περιλαμβάνει νέες αρχές και σκοπούς της εκπαίδευσης, αλλά διαμορφώνει ένα σύστημα διεκπεραίωσης και αναπαραγωγής της πληροφορίας.

Η νέα πρόταση επεξεργάζεται συνολικά ένα μηχανισμό ηλεκτρονικού τύπου, ψηφιακό, ο οποίος καταργεί σε μεγάλο βαθμό τη σχέση του μαθητή με τη μάθηση, το στοχασμό και τη γνώση, τη συνείδηση, τη κατανόηση και τη συλλογικότητα. Ευαγγελίζεται δηλαδή, μια συλλογικότητα συμπληρωματικού τύπου, όπου το άτομο-μονάδα εμφανίζεται ως αριθμός στην ανταγωνιστική αγορά και πρέπει να είναι συμβατός με:

1. Την επιλεκτικότητα
2. Την εναλλακτικότητα
3. Την αποσπασματικότητα
4. Την διεκπεραίωση και διαχείριση της πληροφορίας
5. Τη χρήση μόνο της τεχνολογίας σε αντίθεση με τη σκέψη και το στοχασμό. 

Οι διαδικασίες αυτές βρίσκονται σε αντίθεση ακόμη και με προηγούμενα συστήματα, που εφαρμόστηκαν κατά καιρούς στην της εκπαίδευσης και, τα οποία διατηρούσαν χαρακτηριστικά συνολικής προσέγγισης των γνωστικών αντικειμένων και παρείχαν μορφές μάθησης, γνώσης και δυνατότητα στοχασμού. Ο μαθητής δεν εντάσσονταν υποχρεωτικά σε μηχανισμούς ηλεκτρονικής αναπαραγωγής της πληροφορίας στο πλαίσιο μιας γενικής επιλεκτικής παιδείας, όπως συμβαίνει τώρα, αλλά σε μορφές γενικής υποχρεωτικής παιδείας.
Η επιλεκτικότητα προωθεί την πίστη σε μια αντιεπιστημονική αντίληψη ότι υπάρχει ελευθερία επιλογής σε προκαθορισμένα γνωστικά αντικείμενα, θεματικά προσδιορισμένα με τη μορφή διδακτικών ενοτήτων και λυμένα θέματα. Στην πραγματικότητα καταργείται η καθολική σκέψη και επιστημονική μεθοδολογία και ενισχύεται η αντίληψη ότι η διδασκαλία προωθείται με διοικητικές εντολές.
Η εναλλακτικότητα εκδηλώνεται ως ένας εθισμός στην αντίληψη της πιθανής ή ενδεχόμενης ισοδυναμίας των γνωστικών αντικειμένων ή διδακτικών ενοτήτων για την παραπέρα πορεία του μαθητή. Ισοδυναμία των αντικειμένων στην κοινωνική πραγματικότητα δεν υπάρχει, παρά μόνο η ποικιλομορφία, η πολυμορφία και η συνθετική διαδικασία. Η αντίληψη περί εναλλακτικότητας τείνει να συνδεθεί με τις επαγγελματικές εφαρμογές και τις ειδικότητες στην αγορά, όπου καμία θεωρητική και πρακτική διάσταση δεν μπορεί να οδηγήσει σε παραγωγικά αποτελεσματικότητα και κυνηγάει την αβεβαιότητα. Μια διάσταση της εναλλακτικότητας είναι «η δια βίου μάθηση», που προσανατολίζεται στην αλλαγή του επαγγέλματος και στη συνέχεια σε αλλαγή του γνωστικού αντικειμένου ή αλλαγή του γνωστικού αντικειμένου και στη συνέχεια του επαγγέλματος.
Η αποσπασματικότητα της γνώσης και η διαχείριση της πληροφορίας οδηγούν το μαθητή στη σύνδεση με την επιχειρηματικότητα και την αγορά . Έτσι δεν μπορεί να στοχαστεί ελεύθερα, υπεύθυνα και χειραφετητικά, γιατί μεταφέρει κατασκευασμένες-επιλεγμένες πληροφορίες κυρίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Στις φυσικές, μαθηματικές και τεχνολογικές επιστήμες δεν αποκτά κριτική, αλλά απομνημονευτική και αναπαραγωγική ικανότητα εφαρμογών.
Με πρόσχημα ότι είναι ξεπερασμένη η σκέψη για αναζήτηση μιας ενιαίας αντίληψης ερμηνείας και εξήγησης στα επιστημονικά αντικείμενα καταργείται η δημιουργική και κριτική σκέψη.
Οι προτάσεις του υπουργείου επιστρέφουν σε θεωρίες των αρχών του 20ου αιώνα για τη μάθηση και την αναπαραγωγή της πληροφορίας, όπως ο μπιχαβιορισμός (ερέθισμα-αντίδραση). Επιπλέον, οι θέσεις για τις μεθόδους διδασκαλίας ταυτίζονται με τον τρόπο πρόσληψης της πληροφορίας. Δεν διαμορφώνεται καμιά μέθοδος μάθησης και κατανόησης ακόμη και στο επίπεδο της επεξεργασίας της πληροφορίας, πόσο μάλλον της γνώσης. Το μυαλό του μαθητή κατευθύνεται προς μια ηλεκτρονική γλώσσα, στην οποία ο σκοπός και το μέσο ταυτίζονται. Με την ηλεκτρονική γλώσσα αρχίζει να χάνεται η αντιστοίχηση με την βιολογική, τη φυσική και την κοινωνική πραγματικότητα.. Υπερισχύει σήμερα στους μαθητές η εξάρτηση και η αναπαραγωγή, που οδηγούν μόνο σε μια ατομική και υποκειμενική διαδικασία.
Ο μαθητής μικρός διανοούμενος: Μια θέση του προγράμματος για το “νέο σχολείο” είναι ότι ο μαθητής γίνεται μικρός διανοούμενος. Ταυτίζεται η έννοια του διανοούμενου αποκλειστικά με την ικανότητα και άνεση στη χρήση προφορικού και γραπτού λόγου. Εμείς γνωρίζουμε ότι αυτή η ικανότητα εμφανίζεται στη ρητορική και επικοινωνιακή διαδικασία με την κατασκευή του επιχειρήματος. Η βασική ιδιότητα του διανοούμενου είναι η θεωρητική, ιστορική σκέψη, η εννοιολογική και μεθοδολογική διείσδυση στο αντικείμενο, πράγμα το οποίο δεν αναφέρεται πουθενά.. Παρόλα αυτά εμείς επιμένουμε ότι ο μαθητής δεν θα γίνει μικρός διανοούμενος, αλλά ο στόχος είναι να μάθει και να γνωρίσει το αντικείμενο της διδασκαλίας κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής.
Μικρός επιστήμονας: Ο μαθητής κατ’ αρχάς δεν μπορεί να γίνει μικρός επιστήμονας. Η έννοια του επιστήμονα, κατά τη γνώμη μας, δεν έχει διαβαθμίσεις ηλικιακές, μικρός-μεγάλος. Ο μαθητής στο σχολείο δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου που έχει παρακολουθήσει και ολοκληρώσει ένα πρόγραμμα ή φάση σπουδών. Σε άλλο σημείο των προτάσεων αναφέρεται ότι «ο μαθητής αποκτά γνωστική επάρκεια στο χειρισμό των μαθηματικών εννοιών, την εφαρμογή τους στην καθημερινή ζωή και παράλληλη ανάπτυξη της μαθηματικής λογικής και αφαιρετικής ικανότητας». Διαφωνούμε με την αντίληψη ότι η αφαιρετική ικανότητα συνδέεται αποκλειστικά με τη μαθηματική λογική. Η αφαίρεση είναι μια εννοιολογική και μεθοδολογική διαδικασία, η οποία συνδέεται με τις κοινωνικές, ιστορικές, φυσικές και μαθηματικές επιστήμες και διαμορφώνεται στο πεδίο της πρότασης, του συλλογισμού, του επιχειρήματος, του κανόνα, του νόμου και της σχέσης.
Μικρός ερευνητής: Η αναφορά στην έννοια του ερευνητή δεν αντέχει σε καμιά κριτική. Η πρόταση του υπουργείου συνδέει τον ερευνητή με την «επάρκεια στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας, ώστε με κριτική ικανότητα να μπορεί να επιλέγει μέσα από την πληθώρα πληροφοριών και γνώσεων». Εμείς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο ερευνητής προσδιορίζει το πεδίο έρευνας με την παρατήρηση και την επεξεργασία πληροφοριών που συλλέγονται από τον αντικειμενικό κόσμο (φύση και κοινωνία). Διαμορφώνει έτσι τα προβλήματα και τις υποθέσεις της έρευνας μέσα από ένα σύνολο μεθοδολογικών αρχών και γνώσεων και ειδικά στις φυσικές επιστήμες διατυπώνει τους όρους του νέου πειράματος και επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα. Συμπερασματικά, δεν ζητάμε από το μαθητή να γίνεται ερευνητής και να εξοικειώνεται αποκλειστικά και μόνο με τις αρχές της μαθηματικής λογικής και να τις συνδέει με την υποτιθέμενη έρευνα στο σχολείο. Αυτό είναι μια εντελώς αυθαίρετη και απαράδεκτη προσέγγιση της αντίληψης της επιστήμης, της έρευνας, της μάθησης και της διδασκαλίας. Το σχολείο φροντίζει να κατευθύνει το μαθητή στη μάθηση και τη γνώση των αντικειμένων και τη σταδιακή ολοκλήρωση των επιστημονικών μεθόδων. Ας μάθει και ας κατανοήσει ο μαθητής αυτό που διδάσκεται από τους εκπαιδευτικούς, που έχουν γνώσεις και εμπειρίες και τις έχουν καταθέσει σε πρακτικές εφαρμογές στο σχολείο και την αντίστοιχη βιβλιογραφία και αυτό είναι επαρκές. Σήμερα είναι δύσκολο να μπει ο μαθητής σε μια τέτοια αντίληψη και νοοτροπία, αφού διαχέεται σε πολλά αντικείμενα που προτείνονται μέσα από τις διαρκώς επαναλαμβανόμενες μεταρρυθμίσεις. Για παράδειγμα το project, μια διάσταση του “νέου σχολείου”, κατευθύνεται προς μια επιπόλαια διάχυση πληροφοριών χωρίς μεθοδολογικές αρχές.
Η πρόταση του υπουργείου αναφέρεται σε στρατηγικούς στόχους, τρόπους, διαδικασίες, κοινωνικές δραστηριότητες, δεξιότητες και επιχειρηματικό πνεύμα, χωρίς καμιά αναφορά στο περιεχόμενο της γνώσης μέσω των αναλυτικών προγραμμάτων πράγμα που είναι απαράδεκτο.
Ψηφιακό σχολείο: Το σύνολο των σκοπών του νέου σχολείου βασίζεται σε άξονες λειτουργικούς και όχι άξονες περιεχομένου. Αυτό θα πει ότι ο σκοπός της διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων δεν είναι η μάθηση αλλά, η δυνατότητα επεξεργασίας της πληροφορίας μέσα από τις δικτυακές λειτουργίες. Είναι φανερό ότι εντάσσεται ο εκπαιδευτικός και ο μαθητής στη δικτυακή- ηλεκτρονική-ψηφιακή λειτουργία. σαν να συμμετέχει σε ένα video game. Ο εκπαιδευτικός δεν έχει το ρόλο του εκπαιδευτή-καθοδηγητή στη γνώση, αλλά το ρόλο του διαχειριστή -χρήστη, όπως αναφέρεται στη σελίδα 14 της πρότασης του Υπουργείου: «εξασφαλίζεται δυνατότητα αποτίμησης και αξιολόγησης των υπηρεσιών εκπαίδευσης μέσω της επεξεργασία των στοιχείων που θα συλλέγονται από το σύστημα». Η αναφορά σε νέα μέσα και νέα προγράμματα συνδέεται με απροσδιόριστες ιδέες για νέες διδακτικές σε συνεργασία με τα νέα ψηφιακά περιβάλλοντα. Αυτό σημαίνει ότι αναγκαία και ικανή συνθήκη είναι η τεχνολογία, ενώ στην πραγματικότητα είναι το περιεχόμενο των επιστημών, των πρακτικών εφαρμογών και αισθητικών δραστηριοτήτων, όπως περιλαμβάνονται στα βιβλία που μελετά ο μαθητής με τη βοήθεια του χαρτιού και του μολυβιού. Για να γράφει και να στοχάζεται πάνω στο πρόβλημα, και όχι απλώς να μεταφέρει πληροφορίες διαμεσολαβητικά.
Αυτοαξιολόγηση-αξιολόγηση: Ο μηχανισμός της αξιολόγησης-αυτοαξιολόγησης που διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από το λεγόμενο “νέο σχολείο” διαχέεται σε μεγάλο βαθμό σε όλους τους παράγοντες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Συμπεριφέρεται και λειτουργεί ως διοικητικός μηχανισμός συρρίκνωσης της επιστημονικής γνώσης, εξάρτησης, καταστολής και ιδεολογικής χειραγώγησης. Η αυτοαξιολόγηση στρέφεται σε ετερόκλητες διαφορετικής τάξης σχέσεις ελέγχου, που φαινομενικά είναι “ποιοτικές”, αλλά στην πραγματικότητα είναι ισοπεδωτικές, ποσοτικές κλίμακες βαθμολόγησης. Επιδιώκεται να διαμορφωθούν κοινοί κανόνες προσαρμογής στον τρόπο προσέγγισης του πληροφοριακού υλικού και παράλληλα ανταγωνιστικές ομάδες, ανώτερα και κατώτερα σχολεία. Έτσι δεν αξιολογείται η πορεία και η εξέλιξη της διδακτικής διαδικασίας, αλλά τα αποτελέσματά της, όπως τα εννοούν οι εμπνευστές του Προγράμματος και κριτές . Δημιουργείται ένα ιεραρχικό, εξεταστικό σύστημα διαφορετικών επιπέδων όπου πραγματοποιείται ασφυκτικός έλεγχος και συνήθως απειλές ακύρωσης της δημιουργικής διαδικασίας.
Προωθείται η διδασκαλία των θεματικών ενοτήτων σε όλο το φάσμα των γνωστικών αντικειμένων με αποτέλεσμα να διδάσκονται αυτόνομα και ανεξάρτητα-αποσπασματικά σε σχέση με το σύνολο της επιστημονικής γνώσης με στόχο:
1. Να μην υπάρχει γενική και καθολική ολόπλευρη γνώση της επιστήμης στο σχολείο και η αντιστοίχησής της με την αντικειμενική φυσική και κοινωνική πραγματικότητα.
2. Να εντάσσεται το περιεχόμενο των θεματικών ενοτήτων σε ένα πρόγραμμα αξιολογικό με ερωτήσεις και απαντήσεις μετρήσιμων αποτελεσμάτων.
Αυτή η πραγματικότητα αναγνωρίζεται σε ολόκληρη τη διαδικασία της ηλεκτρονικής και ψηφιακής διδασκαλίας των αντικειμένων, όπου είναι συμβατή η αποσπασματικότητα και η θεματικότητα με την επεξεργασία της πληροφορίας. Εμείς πιστεύουμε ότι ο πραγματικός στόχος της εκπαίδευσης είναι η μάθηση και η γνώση του αντικειμένου. Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής πρέπει να αντιλαμβάνεται να κατανοεί και να προσλαμβάνει το σύνολο του περιεχομένου με εννοιολογικές προκείμενες και ταυτόχρονα να το επεξεργάζεται νοηματικά, σημασιολογικά και ερμηνευτικά και όχι αποσπασματικά.
Η διδασκαλία δεν είναι ποσοτική μετρική διαδικασία, αλλά απελευθέρωση μορφών της γνώσης σε σχέση με την υλική, νοητική και συνειδητή πραγματικότητα.
Στην πρόταση του Υπουργείου, σ. 22-24, παρουσιάζονται Οι στόχοι του προγράμματος σπουδών, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από απροσδιοριστία και μεγάλη ασάφεια.. Χρησιμοποιούνται οι έννοιες «ανοικτό και ευέλικτο, έτσι ώστε να συμμετέχουν και να παρεμβαίνουν όλοι οι εκπαιδευτικοί στο περιεχόμενο και τη μέθοδο διδασκαλίας». Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του “νέου σχολείου” είναι η αντίληψη ότι καθοριστικό ρόλο παίζει η διαχείριση και επεξεργασία του μέσου και του τρόπου διδασκαλίας. Αυτό εκδηλώνεται με τεχνικές και μεθόδους διδασκαλίας και επικοινωνιακές-βιωματικές πρακτικές, που απορροφούν το σκοπό και το περιεχόμενο, το οποίο παραμένει το ίδιο καταναγκαστικό με το παρελθόν χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητείται.
Παρουσιάζεται ως “νέο σχολείο”, ενώ στην πραγματικότητα είναι παλιό αλλά με νέο περιτύλιγμα, καθόλου απελευθερωτικό, που επιδιώκει να κινηθεί στο πλαίσιο μιας μαθηματικολογικής γλώσσας, που ακραία λογική της συνέπεια που είναι ο παραλογισμός. Οι στόχοι που τίθενται για το πρόγραμμα σπουδών εναρμονίζονται με τους στόχους για το “νέο σχολείο. Οι στόχοι αυτοί περιέχουν μια ισοπεδωτική αντίληψη ότι υπάρχει ελευθερία και ευελιξία στις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και τις ομάδες που συμμετέχουν σε ένα κοινό σκοπό, δηλαδή την “ανάπτυξη βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων για την ένταξη στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία γενικά”. Στις προτάσεις περιγράφεται ένα πρόγραμμα σπουδών “ανοικτό και ευέλικτο ως προς τον εκπαιδευτικό ο οποίος θα έχει την δυνατότητα παρέμβασης και αυτενέργειας του εκπαιδευτικού και του μαθητή στο περιεχόμενο και τη μέθοδο διδασκαλίας”, πράγμα που δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Δεν ασχολούνται καθόλου με το αντικείμενο των επιστημών που θα διδαχθούν (εννοιολογικά, μεθοδολογικά και ερμηνευτικά), τη μόρφωση, τη γνώση και την απελευθέρωση της σκέψης.
Οι θέσεις για το “νέο σχολείο” αναφέρονται επίσης και σε ένα στοχοκεντρικό πρόγραμμα, το οποίο κατά την άποψή μας συνδέεται μόνο με εμπειρικές διαδικασίες, τεχνικές και λύσεις όπου διαχέεται ασαφώς η αντίληψη περί γνώσεων και δεξιοτήτων. Κυριαρχεί σε αυτό το πρόγραμμα η επιλεκτικότητα και κατά προέκταση η συγκρότηση θεματικών ενοτήτων ευέλικτων, με εσωτερική λογική συνέπεια και τεχνικές απαντήσεων και λύσεων. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το στοχοκεντρικό πρόγραμμα επαγωγικό και εμπειρικό από το οποίο λείπει η διάσταση των αρχών και σκοπών της διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων. Το στοχοκεντρικό πρόγραμμα σπουδών είναι διεκπεραιωτικό και εφαρμοστικό γιατί συνδέει άμεσα χωρίς άλλα στάδια διδακτικής διαδικασίας το αντικείμενο με το τελικό αποτέλεσμα. Δεν ορίζονται αρχές και σκοποί που να βασίζονται σε θεμελιώδεις έννοιες και γνώσεις-προτάσεις αλλά μόνο διαδικαστικές δραστηριότητες. Το “ενιαίο και συνεκτικό” πρόγραμμα είναι μια απλή συμβατική κατάσταση που δεν εκφράζει την ουσία της επιστημονικής και σχολικής πραγματικότητας.
Η διαχείριση, χρήση και διεκπεραίωση των γνώσεων υπό μορφή συσσωρευμένων πληροφοριών ομαδοποιημένων και συνεκτικά εκφρασμένων σε κλειστά συστήματα αποκλίνει από τους πραγματικούς σκοπούς της εκπαίδευσης και της σχολικής διαδικασίας και κατά κανένα τρόπο δεν προσανατολίζει το μαθητή προς τη μάθηση. Ο σκοπός του σχολείου είναι η στοχαστική, ενεργητική, δημιουργική επεξεργασία των γνώσεων μέσα από το λόγο και τη γλωσσική επεξεργασία σε πεδία των διαφορετικών επιστημών και διαφορετικών μεθόδων, οι οποίες μπορούν να κατευθύνονται σε μια συνθετική μεθοδολογία γενικής αποδοχής και όχι σε μια συμβατική γλώσσα . Το ζητούμενο είναι η ουσιαστική και όχι η συμβατική προσέγγιση των γνώσεων, τέτοια που να κατοχυρώνει την ετεροκαθορισμένη γνώση, την ποικιλομορφία και πολυμορφία, αποφεύγοντας την τελική αναγωγή, δηλαδή ένα στείρο αναγωγισμό, που καταλήγει σε τελεολογισμό.
Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα είναι καταναγκαστικό, αυταρχικό, ολοκληρωτικό και δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελευθερίας στο δάσκαλο και στο μαθητή. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο ουσιαστικού διαλόγου, δημιουργικής και ιστορικής σκέψης στην τάξη και γενικά στις συλλογικές διαδικασίες παρά μόνο συμβατικού διαλόγου. Το εκπαιδευτικό σύστημα που προτείνεται είναι ετερόφωτο και αναπαραγωγικό, γιατί ζητάει από το μαθητή επιλεκτικά, εναλλακτικά και αποσπασματικά να ανασύρει γνώσεις και πληροφορίες από το διαδίκτυο και να τις αναπαράγει.
Δεν προσανατολίζει το μαθητή στην αγάπη προς το βιβλίο με τις διαφορετικές αισθητικές διαστάσεις και ευαισθησίες αλλά στις μετρήσιμες πληροφοριακές μονάδες, κινήσεις και συναισθήματα. Το αποτέλεσμα είναι η ποσοτική μέτρηση των πάντων καθηγητών και μαθητών.
Των Μιχάλη Δουλκέρη, Παντελή Τέντε, Σπύρου Τουλιάτου 
Πηγή

Όσοι Έλληνες, όσοι ζωντανοί, αντισταθείτε…

«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία και η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στη σημερινή Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις…»
Γ. Σεφέρης «Πολιτικό ημερολόγιο», 1945
Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός 
Δάσκαλος, Κιλκίς 


Άφησαν το σκοπιανό υποκείμενο «να ξερνάει», μες στη Βουλή των Ελλήνων, τις αθλιότητες περί Μακεδονίας και… «αφωνότεροι των ιχθύων και απραγέστεροι των βατράχων» οι ασήμαντοι της σήμερον. Άρα είναι έτοιμοι να υπογράψουν, με χέρια και ποδάρια, το ξεπούλημά μας. Διάβασα την είδηση και… «κάπνισαν τα μάτια μου». Αν μου αφαιρέσουν, μου καταστρέψουν, μου εξευτελίσουν εμένα τον Μακεδόνα-γεννήθηκα στην Πιερία-το έσχατο καταφύγιο της αξιοπρέπειάς μου, την ιστορία μου, την ιθαγένειά μου, την μνήμη μου, τότε να γνωρίζουν ότι:

Πρώτον: Θα αντιμετωπίσουν, σε περίπτωση υπογραφής της προδοσίας, ό,τι αντιμετώπισαν οι παπόδουλοι επίσκοποι, όταν γύρισαν στην Κωνσταντινούπολη το 1438, μετά την ψευτοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Υπέγραψαν ένωση-υποταγή της Ορθοδοξίας-των Εκκλησιών και φτάνοντας στην Πόλη τους ανέμεναν οι πιστοί… Όταν μαθεύτηκε ότι λατινοφρόνησαν και υπέκυψαν στα «φλωρία» του Πάπα, ο ευσεβής λαός τους προπηλάκισε και δεν έμεινε μόνο στον πηλό… έπεσαν και καρπαζιές. Ταραγμένοι και μετανιωμένοι ψέλλιζαν οι ταλαίπωροι: «Πεπράκαμεν (πουλήσαμε) την πίστην ημών, αντηλλάξαμεν τη ασεβεία την ευσέβειαν, προδόντες την καθαράν θυσίαν (την Ορθοδοξία), αζυμώται (παπικοί) γεγόναμεν. Κόψατε την δεξιάν ημών την υπογράψασαν (κόψτε το χέρι που υπέγραψε), εκριζώσατε την γλώσσαν ημών την τοιαύτα ομολογήσασαν». (Δ.Παναγόπουλου, «Εις έναντι μυρίων»). Χέρι που θα υπογράψει και γλώσσα που θα ομολογήσει «Βόρεια, Άνω ή Νέα Μακεδονία» θέλουν κόψιμο ή ξερίζωμα. Τελεία και παύλα. Σε θέματα πατρίδος και πίστεως δεν χωρεί συγκατάβασις.

Δεύτερον: Η στάση μας στο θέμα της Μακεδονίας είναι η λυδία λίθος για το σύνολο της εξωτερικής μας πολιτικής. Αν υποκύψουμε στους ωμούς εκβιασμούς και παραδώσουμε αμαχητί το όνομα, ανοίγει ο ασκός του Αιόλου. Πέραν της διεθνούς ανυποληψίας και περιφρόνησης, δημιουργείται κακό προηγούμενο. Όλοι θα απαιτούν και εμείς θα επαιτούμε την σύμπραξη ανύπαρκτων συμμάχων. Ως γνωστόν οι μεγάλες δυνάμεις συναγάγουν συμπεράσματα για την πολιτική τους, όχι με κριτήριο την «ετοιμότητα υποκλίσεων», αλλά με κριτήριο την ισχύ των κρατών στις περιφέρειες, την ικανότητα-αποφασιστικότητα των κυβερνήσεών τους να υπερασπίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα και το ειδικό γεωπολιτικό βάρος, που αναπτύσσουν στους περιφερειακούς συσχετισμούς ισχύος. Έλεγε, ο Παπαρρηγόπουλος στον πρόλογο της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους»: «Ουδέν έθνος υποχρεούται να είναι μεγαλοφυές. Αλλ’ ουδέν έθνος δύναται να υπάρξει άνευ κοινού νοός. Κοινός δε νούς των εθνών είναι η κυβέρνησις». Ο κοινός νους φρονεί ότι στην παρούσα συγκυρία και μέχρι να εκπαραθυρωθούν οι Τρόικες και τα ημέτερα πειθήνια ενεργουμενά τους, δεν πρέπει ο λαός να υποκύψει σε κανέναν εκβιασμό. Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί και κυρίως οι 8.500 νεκροί αξιωματικοί και στρατιώτες που έπεσαν στο Κιλκίς, και οι χιλιάδες ήρωες στα πεδία των μαχών.

Τρίτον, σε συνάφεια με τα προηγούμενα. Όλα δείχνουν πως οι Σκοπιανοί κατανοούν πως ευνοϊκή απόληξη του ζητήματος θα πετύχουν μόνο επί της νυν μνημονιακής τάχα και κυβέρνησης. Άρα οδεύουμε προς ατιμωτική συναλλαγή. Αν συμβεί το απευκταίο είναι σίγουρο πως οι κλεφτοσκοπιανοί ευθύς θα καταπατήσουν τις υπογραφές τους και θα θέσουν, από θέσεως ισχύος πλέον, όλα τα συμπαρομαρτούντα με το σκοπιανό ζητήματα: αλυτρωτισμός, περιουσίες, ονοματοδοσία προϊόντων, τοπονυμίων, αεροδρομίων, «μακεδονική» εκκλησία, ιστορική κληρονομιά. Μας αναμένει, δεν έχει σημασία αν είναι το εγγύς ή το απώτερο μέλλον, το μακεδονικό Κόσοβο. Και τότε θα ερωτηθούμε εμείς οι Μακεδόνες, οι γηγενείς. «Είστε Έλληνες ή Μακεδόνες; Όσοι Έλληνες κάτω από τον Όλυμπο… η Μακεδονία ανήκει στους Μακεδόνες».

Τέταρτον: «Την δε την Πόλιν σοι δούναι ούτ’εμόν εστί ούτ’άλλου των κατοικούντων εν αυτή…». Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο ηρωικός αυτοκράτορας, διδάσκει ες αεί. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πουλήσει πατρίδα. Στην πατρίδα ανήκουμε και δεν μας ανήκει. Αυτό που κερδήθηκε με αίμα δεν μπορεί κανείς να το περιφέρει σε συνέδρια παρανόμων, να το διαγράψει με το μελάνι μιας υπογραφής. 
Κάποιοι θέλουν να «ρευστοποιήσουν», κόκαλα ιερά, σε σταδιοδρομίες, αξιώματα, έδρανα πρωθυπουργικά. «Παίζουνε πασιέντζες το έθνος ολάκερο για να ικανοποιήσουν τις μωροφιλοδοξίες τους», όπως έλεγε ο Πάν. Κολοκοτρώνης. Ματαιοπονούν. Πολλές φορές σταυρώθηκε ο Ελληνισμός από ξένους και βαρβάρους, πολιτισμένους και απολίτιστους, πολλές φορές και από τους δικούς μας, τους εφιάλτες και μηδίζοντες, παλαιούς και νέους, αλλά, «ιδού ζώμεν». «Τρώνε από μας και μένει και μαγιά». Και άλλη φορά η Μακεδονία χάθηκε με το μελάνι της υπογραφής. Το 1878 η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου την παραχωρούσε σχεδόν εξ ολοκλήρου στη Βουλγαρία. Εις μάτην. 
Κατέπεσε μέσα σε λίγους μήνες το ψεύδος και η αδικία. Η συνθήκη του Βερολίνου αποκατέστησε την τότε τάξη των πραγμάτων. Σ’ αυτά τα ζητήματα λειτουργούν και πνευματικοί νόμοι. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή». (Ψαλμός, ΚΔ’).

Πέμπτον: Τυχόν υπογραφή σε κείμενο καταισχύνης και διασυρμού, που θα αναγνωρίζει κράτος με το όνομα της Μακεδονίας, θα τινάξει στον αέρα την ελληνική εκπαίδευση. Θα παρουσιαστούμε, εμείς οι δάσκαλοι, ενώπιον των μαθητών μας ψεύτες, υποκριτές, με έλλειψη φιλοπατρίας, αφού τόσα χρόνια διδάσκουμε μία και μοναδική Μακεδονία, αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνισμού. Ελεγχόμαστε έτσι για την πνευματική μας εντιμότητα, για την παιδαγωγική μας ειλικρίνεια. Όταν αντικρίσουν οι μαθητές μας στις οθόνες τους Σκοπιανούς να πανηγυρίζουν για την υποκλοπή, και τους χάρτες να εμφανίζουν «Βόρεια ή Άνω Μακεδονία», τι θα τους πούμε το άλλο πρωί; Πώς ο φιλότιμος και ευαίσθητος Έλληνας δάσκαλος θα ατενίσει το βλέμμα των μαθητών του; Πώς θα αντέξουμε την ντροπή; Θα μας τοξεύει αλύπητα η απορία, η ειρωνεία, η αγωνία των παιδιών για την δειλία μας, για την επερχόμενη θύελλα.

Κλείνω μ’ ένα «επεισόδιο» το οποίο περιέχεται στο βιβλίο «Το εθνικό μας τραγούδι», του Βασίλη Περσείδη, εκδ. «Τ. Πιτσίλος», Αθήνα 1983, σελίδα 32.
«Όταν ο Ελληνικός Στρατός μπήκε στα Σέρβια ελευθερωτής το 1912, βρήκε σφαγμένους από τους Τούρκους τους 115 πρόκριτους της πόλης, που τους είχαν κρατήσει για όμηρους. Την άλλη μέρα γινόταν μνημόσυνο των μαρτύρων αυτών σε πάνδημη συγκέντρωση λαού και στρατού. Ο παπάς άρχισε να απαγγέλει την επιμνημόσυνον ακολουθίαν, όταν μία βροντερή φωνή ακούσθηκε: Στάσου παπά!
Ήταν η φωνή του ιδρυτού του Λευκού Σταυρού Σπύρου Ματσούκα. Και το αυτοσχέδιον τραγούδι που έκαμε τον παπά να σιγήση και 3.500 στρατιώτες και άλλους τόσους πολίτας να γονατίσουν και ν’ αναλυθούν εις δάκρυα έλεγε:
«Ξυπνάτε από τα μνήματα, αδικοσκοτωμένοι,
να ιδήτε την Πατρίδα σας, ελευθερωμένη.
Ξυπνάτε κι αναστήσαμε, δεν είστε πια ραγιάδες
Ξυπνάτε κι ήρθε Πασχαλιά, χαθήκαν οι αγάδες».
Αν υπογράψουν, να πάνε στα μνήματα, που αναπαύονται τα ιερά κόκκαλα των αδικοσκοτωμένων και να τους πουν:
«Ξανακοιμηθείτε, είστε και πάλι ραγιάδες…»
Όσοι Έλληνες, όσοι ζωντανοί, αντισταθείτε…
πηγή

«ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ», ΑΛΛΑ Κ’ ΕΜΕΙΣ Ν’ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥΜΕ

 ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΜΑΧΗΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

Aπο το βιβλίο του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
«ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ», εκδοση Β΄, 2008, σελ.95-99

Η ΧΡΙΣΤΟΣ-Ή ΧΑΟΣ-ιντΔεν κάλεσα στην συγκέντρωση μας αυτή όλη την πόλη, κάλεσα εσάς, γιατί μου είπαν οι ιερείς σας, ότι εκκλησιάζεστε, ότι εξομολογήστε, ότι κοινωνείτε και έχετε ενδιαφέρον εκκλησιαστικόν. Λοιπόν, αυτό το ενδιαφέρον να το χρησιμοποιήσουμε και να γίνετε μαχητικοί Χριστιανοί, μιας Εκκλησίας αγωνιζόμενης με όλα «τα όπλα του φωτός».
Πάλι σας ερωτώ Είστε σύμφωνοι;

«Έχει ο Θεός», αλλά κ’ εμείς ν’ αγωνιστούμε

Μερικοί ίσως θα πούνε, «Έχει ο Θεός…».
Έχει ο Θεός ασφαλώς. Δεν γίνεται τίποτα πάνω στη γή αν δεν θέλει ο Θεός. Ο Θεός όμως θέλει πάνω στη γή να είμαστε αγωνισταί.
Στα μαρτυρολόγια, που διαβάζουμε ότι κρεμούσαν τους Χριστιανούς μπροστά σε αυτοκράτορες και τους καίγανε, μένει κανείς κατάπληκτος βλέποντας την ανδρεία των. Ξέρετε, ότι εμφανίζονταν οι Χριστιανοί μπροστά στους αυτοκράτορες και τους τυράννους και φώναζαν, «Αίσχος, ντροπή σας, απάνθρωποι και σκληροί…». Διεμαρτύροντο, ήλεγχαν, και τότε τους πιάσανε και μαρτυρούσαν. «Εισπήδησις» λεγόταν αυτό. Τέτοιοι ζωντανοί Χριστιανοί ήταν εκείνοι.
Αυτό που σας λέω το πιστεύω ότι μία μαχητική ομάδα άθεων μπορεί να διαλύσει την ενορία. Και έχουν σύστημα αυτοί, για να γκρεμίσουν την Εκκλησία του Χριστού. Γι’ αυτό και εμείς πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υπερασπίσουμε τα ιερά και τα όσια. Και να μη λέμε μόνο «Έχει ο Θεός…» και «πύλαι αδού ου κατίσχύσουσιν αυτής».
Ασφαλώς, δε θα σβήσει η Εκκλησία από τον κόσμο αλλά μπορεί να σβήσει από την Ελλάδα, όπως έσβησε από τη Μικρά Ασία. Που είναι η εκκλησία της Μικρά Ασίας; Που είναι οι πενήντα μητροπόλεις, που είναι οι άλλες εκκλησίες της, που είναι τα μοναστήρια της, που είναι τα προσκυνήματα της, που είναι τα λείψανα της, που.., που…, που…; Δεν φανήκαμε αντάξιοι και ήρθε η μοιραία στιγμή της μικρασιατικής καταστροφής, έτσι θα έρθει και η μοιραία στιγμή της που ο Θεός θα δώσει κλώστο και θα μας πετάξει και θα πάει ο χριστιανισμός κάτω στην Αφρική. Θα αλλάξει τόπο. Θα φύγει μακριά. Θα πάει αλλού, μέσα στις Ινδίες, μέσα στην Κίνα θα πάει. Εμείς θα είμεθα ανάξιοι.
Εγώ τους είπα, Βρέ παιδιά προσέξτε, ο κίνδυνος της Ελλάδος είναι εκ των αιρέσεων. Τρακόσες αιρέσεις υπάρχουν. Εξέλεξαν την Ελλάδα ως τόπον όλων των αιρέσεων. Είναι η μόνη γωνιά του πλανήτου που τοιαύτη ελευθερία εδόθη. Συνεπώς και ο κίνδυνος εκ της αθεΐας δεν είναι μικρός. Καθ’ ην στιγμή στη Ρωσία κλονίζεται ο υλισμός, εδώ εμείς πάντοτε οπισθοδρομικοί, θα είμεθα τελευταίοι που θα απαλλαγούμε από αυτό το μικρόβιο. Μεγάλος είναι ο κίνδυνος της αθεΐας και των αιρέσεων.

Τα εγκλήματα των πνευματικών

Ακούτε, τώρα τα εγκλήματα των πνευματικών.
Στην Αθήνα κάτω, παιδιά σπουδαία, που διαμαρτυρηθήκανε για τα αίσχη και μπήκαν στην φυλακή και κακοποιηθήκανε, πήγαν στους πνευματικούς των – δεν θέλω να αναφέρω ονόματα – και εξομολογήθηκαν τις αμαρτίες των. Μετά ρωτούσε να μάθει ο πνευματικός, αν κάνανε τίποτε άλλο.
   – Να. Λένε τα λεβέντικα παιδιά, πήγαμε εκεί κάτω με τον Καντιώτη και φωνάξαμε «αίσχος».
  – Τι κάνατε; Τι είναι αυτά τα πράγματα, που κάνατε! Δεν τα θέλει αυτά ο Θεός!… και τους έβαλε ένα χρόνο μακριά από τη θεία κοινωνία.
Λοιπόν σας ειδοποιώ, να μην επηρεάζεστε από τέτοιες θεωρίες αλλά να δίνετε το παρών σε όλα τα προσκλητήρια, που με σάλπιγγα Χριστού θα σας καλέσει ο επίσκοπος.

Το κεχρί!

Θα σας αναφέρω ένα σχετικό ανέκδοτο και τελειώνω με αυτό.
Στην Τουρκία ένας χότζας, ελεεινός και τρισάθλιος, πήγαινε στο σπίτι ενός χωρικού και ατίμαζε τη γυναίκα του ταλαίπωρου μουσουλμάνου. Είχε σχέσεις παρανόμους ο χότζας και όμως ανέβαινε πάνω στο μιναρέ και έλεγε «Αλλάχ, Αλλάχ, Αλλάχ…». Η γυναίκα είχε ένα παιδί, που έβλεπε την κατάσταση αυτή και δεν μπορούσε να την ανεχθεί. Είπε λοιπόν το παιδί στον πατέρα του.
  – Πατέρα, είναι ντροπή να έρχεται ο χότζας μέσα στο σπίτι μας και να ατιμάζει τη μάνα.
  – Σώπα, παιδί μου, έχει ο Αλλάχ, έχει ο Αλλάχ, είπε ο πατέρας.
Το κακό όμως συνεχίζονταν. Πάλι το παιδί λέει στον πατέρα του.
  – Μα, πατέρα πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας.
  – Παιδί μου, σώπα ο Αλλάχ βλέπει και θα τον τιμωρήσει.
Μα ο χότζας δεν σταματούσε τις αθλιότητες.
Μια μέρα λοιπόν, που ο χότζας ανέβηκε πάνω στο μιναρέ για να πεί πάλι το τραγούδι του «Αλλάχ, Αλλάχ, Αλλάχ…», όταν πήγε να κατέβει γλιστράει από κει πάνω και πέφτει κάτω και σκοτώνεται. Τότε λέει ο πατέρας στο παιδί.
  – Παιδί μου, βλέπεις, Πάει ο χότζας, σκοτώθηκε τον τιμώρησε ο Αλλάχ.
Ο υιός απαντά
  – Ναι, πατέρα, τον τιμώρησε ο Αλλάχ αλλά και το κεχρί;…
Τα έχασε ο πατέρας και ρωτά
  – Τι θα πει κεχρί;
  – Αμ, λέει το παιδί, να σου πω τι έκανα. Ένα χρόνο μου έλεγες « έχει ο Αλλάχ, έχει ο Αλλάχ…» και έκανα υπομονή. Τώρα λοιπόν, όταν ο παλιάνθρωπος ανέβηκε στο μιναρέ, πήρα ένα σακί κεχρί και το σκόρπισα σε όλα τα σκαλιά. Κατεβαίνοντας το πάτησε, γλίστρησε και τελείωσε η ιστορία.
 

Ήλεγξα την κατάσταση

Δεν θέλω να χρησιμοποιήσομε εμείς τέτοια μέσα. Όχι τέτοια μέσα, απαγορεύονται. Αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις και το «κεχρί» χρειάζεται. «Κεχρί» είναι η φωνή μας, είναι ο αγώνας μας. Πρέπει να ομολογήσω ότι, αν παραμένω επίσκοπος Φλωρίνης, συνέβαλε και αυτό. Θα είχα φύγει από το 1968 το πρώτο έτος που ήρθα στη μητρόπολη, εάν δεν υπήρχε το αγωνιστικό αυτό πνεύμα. Διότι τώρα η αστυνομία είναι απαθής θεατής, τότε όμως δεν ήταν απαθής θεατής αλλά εχθρική. Κινδύνευσα, επειδή ήλεγξα την κατάσταση. Τώρα γινήκανε όλοι αντιστασιακοί. Τα πράγματα βοούν, ότι διαφώνησα τότε επάνω σε σοβαρά εκκλησιαστικά θέματα, δεν επέτρεψα να εκφωνούνε λόγους πολιτικούς μέσα εις τον ναό και τους έδιωξα. Γι’ αυτό έπνεαν μένεα εναντίον μου και έστειλαν επάνω στη Φλώρινα γιατρούς – ψυχιάτρους. Τα θυμάστε αυτά; Ήρθαν στη μητρόπολη και με περικυκλώσανε με στρατιώτας και χωροφύλακας και όλοι μαζί με παρακολουθούσαν.
- Τώρα τι γίνεται; Λέω.

Μου’ δωσε ο Θεός θάρρος

Μου έδωσε ο Θεός θάρρος, τόλμη, δύναμη. Και τι έκανα, έφυγα από τη μητρόπολη και πήγα στο ναό, στον Άγιο Παντελεήμονα. Χτύπησα την καμπάνα, μαζεύτηκε ο λαός, και τους είπα το ιστορικό. Ο λαός εξεμάνει και φώναζε «Όχι, δε θα φύγεις, θα μείνεις εδώ κοντά μας!…».
Ήτανε τόλμη αυτό. Απ’ έξω ήτανε αξιωματικοί και παρακολουθούσαν. Φεύγω από’ κει και έρχομαι εδώ στην Πτολεμαΐδα, πιο δυναμικά. Όσοι ήσασταν στην Αγία Τριάδα θα το θυμάστε αυτό.
Η ιστορική ομιλία στο ναό του Αγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης, στις 6-4-1968 στο επόμενο

Πῶς νὰ προσέχει ὅποιος ζεῖ στὸν κόσμο Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov




Πῶς πρέπει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του ὅποιος ζεῖ μέσα στὸν κόσμο (1)


Ψυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὁπότε καμιὰ φορά, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.

Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μας ὅσο καὶ μέσα στὸν θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ.

Στὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς πολὺ συμβάλλει ἡ συνετὴ μετρίαση τῆς τροφῆς, ποὺ μειώνει τὴ θέρμη τοῦ αἵματος. Ἡ αὔξηση αὐτῆς τῆς θέρμης ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, ἀπὸ τὴν ἔντονη σωματικὴ δραστηριότητα, ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς ὀργῆς, ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς κενοδοξίας καὶ ἀπὸ ἄλλες αἰτίες προκαλεῖ πολλοὺς λογισμοὺς καὶ φαντασιώσεις, δηλαδὴ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι πατέρες σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του συστήνουν πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μετρημένη, διακριτικὴ καὶ διαρκῆ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφὲς (2).

Ὅταν σηκώνεσαι ἀπὸ τὸν ὕπνο πρόκειται γιὰ μιὰ προεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ περιμένει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους—, νὰ κατευθύνεις τὶς σκέψεις σου στὸν Θεό. Νὰ προσφέρεις σὰν θυσία σ’ Ἐκεῖνον τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ σου, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκόμα προσλάβει καμιὰ μάταιη ἐντύπωση.

Ἀφοῦ ἱκανοποιήσεις ὅλες τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος, ὅπως κάθε ἄνθρωπος ποὺ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, διάβασε μὲ ἡσυχία καὶ αὐτοσυγκέντρωση τὸν συνηθισμένο προσευχητικό σου κανόνα. Φρόντισε ὄχι τόσο γιὰ τὴν ποσότητα ὅσο γιὰ τὴν ποιότητα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ σημαίνει νὰ προσεύχεσαι μὲ ἀπόλυτη προσοχή. Ἔτσι θὰ φωτιστεῖ καὶ θὰ ζωογονηθεῖ ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ θεία παρηγοριά.

Μετὰ τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς, προσπαθώντας πάλι μ’ ὅλες σου τὶς δυνάμεις γιὰ τὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς, νὰ διαβάζεις τὴν Καινὴ Διαθήκη, κυρίως τὸ Εὐαγγέλιο. Διαβάζοντας, νὰ σημειώνεις μὲ ἐπιμέλεια τὶς παραγγελίες καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ κατευθύνεις σύμφωνα μ’ αὐτὲς ὅλες σου τὶς πράξεις τῆς ἡμέρας, φανερὲς καὶ κρυφές.

Ἡ ποσότητα τῆς μελέτης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου καὶ ἀπὸ τὶς περιστάσεις. Δὲν πρέπει νὰ βαραίνεις τὸν νοῦ σου μὲ ὑπέρμετρη ἀνάγνωση προσευχῶν ἤ τῆς Γραφῆς. Δὲν πρέπει, ἐπίσης, νὰ παραμελεῖς τὶς ὑποχρεώσεις σου γιὰ νὰ προσευχηθεῖς ἤ νὰ μελετήσεις περισσότερο. Ὅπως ἡ ἄμετρη χρήση ὑλικῆς τροφῆς προκαλεῖ διαταραχὲς στὸ στομάχι καὶ τὸ ἐξασθενίζει, ἔτσι καὶ ἡ ἄμετρη χρήση πνευματικῆς τροφῆς ἐξασθενίζει τὸν νοῦ, τοῦ προκαλεῖ ἀποστροφὴ πρὸς τὶς εὐσεβεῖς ἀσκήσεις καὶ τοῦ φέρνει ἀθυμία (3).

Στὸν ἀρχάριο οἱ ἅγιοι πατέρες συστήνουν νὰ προσεύχεται συχνὰ ἀλλὰ σύντομα. Ὅταν ὁ νοῦς ὡριμάσει πνευματικὰ καὶ δυναμώσει, τότε θὰ μπορεῖ νὰ προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Σὲ τέτοιους χριστιανούς, ποὺ ἔχουν γίνει ὥριμοι, φτάνοντας στὰ μέτρα τῆς τελειότητας τοῦ Χριστοῦ (4), ἀναφέρονται τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπιθυμῶ νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο καὶ νὰ σηκώνουν στὸν οὐρανὸ χέρια καθαρὰ (ἀπὸ κάθε μολυσμό), δίχως ὀργὴ καὶ λογισμοὺς» (5), δηλαδὴ δίχως ἐμπάθεια, περισπασμὸ ἤ μετεωρισμό. Γιατί αὐτὸ ποὺ εἶναι φυσικὸ γιὰ ἕναν ἄνδρα, δὲν εἶναι ἀκόμα φυσικὸ γιὰ ἕνα νήπιο.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος φωτιστεῖ ἀπὸ τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μέσω τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μελέτης, μπορεῖ νὰ ἐπιδοθεῖ στὶς καθημερινές του ἀσχολίες, προσέχοντας ὥστε σ’ ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια του, σ’ ὅλη τὴν ὕπαρξή του νὰ κυριαρχεῖ καὶ νὰ ἐνεργεῖ τὸ πανάγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸ ἀποκαλύφθηκε καὶ ἐξηγήθηκε στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.

Ἂν στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας ὑπάρχουν ἐλεύθερες στιγμές, χρησιμοποίησέ τες γιὰ νὰ διαβάσεις μὲ προσοχὴ μερικὲς ἐπιλεγμένες προσευχὲς ἤ περικοπὲς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνισχύοντας ἔτσι τὶς ψυχικές σου δυνάμεις, ποὺ ἔχουν ἐξασθενήσει ἀπὸ τὶς διάφορες δραστηριότητες μέσα στὸν πρόσκαιρο κόσμο. Ἂν τέτοιες χρυσὲς στιγμὲς δὲν ὑπάρχουν, νὰ λυπᾶσαι γι’ αὐτό, ὅπως ἂν εἶχες χάσει θησαυρό. Ὅ,τι χάθηκε σήμερα δὲν πρέπει νὰ χαθεῖ καὶ αὔριο, γιατί ἡ καρδιὰ μας εὔκολα παραδίνεται στὴ ραθυμία καὶ τὴ λήθη. Ἀπ’ αὐτές, πάλι, γεννιέται ἡ σκοτεινὴ ἄγνοια, ποὺ καταστρέφει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου (6).

Ἂν συμβεῖ νὰ πεῖς ἤ νὰ κάνεις κάτι ποὺ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε χωρὶς καθυστέρηση διόρθωσε τὸ σφάλμα σου μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ τὴ μετάνοια νὰ ἐπιστρέφεις πάντα στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ξεφεύγεις ἀπ’ αὐτόν, καταφρονώντας τὸ θεῖο θέλημα. Μὴ μένεις γιὰ πολὺ ἔξω ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ! Στὶς ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ φαντασιώσεις καὶ στὰ ἐμπαθῆ αἰσθήματα νὰ ἀντιπαραθέτεις μὲ πίστη καὶ ταπείνωση τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο πατριάρχη Ἰωσήφ: «Πῶς μπορῶ νὰ κάνω αὐτὸ τὸ κακὸ καὶ ν’ ἁμαρτήσω μπροστὰ στὸν Θεό;» (7).

Ὅποιος προσέχει τὸν ἑαυτὸ του πρέπει ν’ ἀπαρνηθεῖ γενικὰ κάθε φαντασίωση, ὅσο ἑλκυστικὴ καὶ εὔσχημη κι ἂν φαίνεται αὐτή. Κάθε φαντασίωση εἶναι περιπλάνηση τοῦ νοῦ ὄχι στὴν περιοχὴ τῆς ἀλήθειας ἀλλὰ στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων, ποὺ δὲν ὑπάρχουν οὔτε πρόκειται νὰ ὑπάρξουν καὶ ποὺ πλανοῦν τὸν νοῦ, ἐμπαίζοντάς τον. Συνέπειες τῶν φαντασιώσεων εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς προσοχῆς, ὁ σκορπισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἔτσι ἀρχίζει ἡ διαταραχὴ τῆς ψυχῆς.

Τὸ βράδυ, ὅταν πηγαίνεις γιὰ ὕπνο —πού, μετὰ τὴν ἐγρήγορση τῆς ἡμέρας καὶ σὲ σύγκριση μ’ αὐτήν, προεικονίζει τὸν θάνατο—, νὰ ἐξετάζεις τὶς πράξεις ποὺ ἔκανες ὅσο ἤσουνα ξύπνιος. Ἕνας τέτοιος αὐτοέλεγχος δὲν εἶναι δύσκολος γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ προσεκτικά. Γιατί ἡ προσοχὴ ἐξαφανίζει τὴ λήθη, ποὺ εἶναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο σ’ ὅποιον ἔχει περισπασμούς. Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ θυμηθεῖς ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανες στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, εἴτε μὲ πράξεις εἴτε μὲ λόγια εἴτε μὲ σκέψεις, ἐγκάρδια πρόσφερε γι’ αὐτὲς τὴ μετάνοιά σου στὸν Θεό, ἔχοντας τὴ διάθεση τῆς διορθώσεως. Μετὰ διάβασε τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς σου. Τέλος, κλεῖσε τὴν ἡμέρα σου ὅπως τὴν ἄρχισες, δηλαδὴ μὲ θεϊκοὺς λογισμούς.

Τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, ποῦ πᾶνε ὅλες οἱ σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματά του; Τί μυστικὴ κατάσταση εἶναι αὐτὴ τοῦ ὕπνου, κατὰ τὴν ὁποία τόσο ἡ ψυχὴ ὅσο καὶ τὸ σῶμα ζοῦν καὶ συνάμα δὲν ζοῦν, ἀποξενωμένα καθὼς εἶναι ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ζωῆς, σὰν νεκρά; Ἀκατανόητος εἶναι ὁ ὕπνος, ὅπως καὶ ὁ θάνατος. Ὅπως στὴν αἰώνια ἀνάπαυση, ἔτσι καὶ στὴν πρόσκαιρη τοῦ ὕπνου ἡ ψυχὴ ξεχνάει ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μεγάλες πίκρες, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ φοβερὲς ἐπίγειες συμφορές.

Καὶ τὸ σῶμα;!... Ἀφοῦ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, ὁπωσδήποτε θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.

Ὁ μεγάλος ἀββὰς Ἀγάθων εἶπε: «Εἶναι ἀδύνατο νὰ προκόψουμε στὴν ἀρετή, ἂν δὲν προσέχουμε ἄγρυπνα τὸν ἑαυτὸ μας» (8). Ἀμήν.






1. Συντάχθηκε γιὰ ἕναν εὐσεβῆ λαϊκὸ ποὺ ἤθελε νὰ ζεῖ προσεκτικὰ μέσα στὸν κόσμο.

2. Βλ Ὁσίου Φιλόθεού του Σιναΐτου, Νηπτικὰ κεφάλαια Μ', γ'. ιε'.

3. Πρβλ. Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ἀσκητικοί, ΚΓ', 16-17.

4. Πρβλ. Ἐφ. 4:13.

5. Α' Τιμ. 2:8.

6. Πρβλ. Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ. Ἐπιστολὴ πρὸς Νικόλαον μονάζοντα Ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Βιβλίον Α', Περὶ ἐμπράκτου γνώσεως.

7. Γεν. 39:9

8. Πρβλ Τὸ Γεροντικόν, Ἀββᾶς Ἀγάθων, ἀπόφθεγμα η'.


πηγή

Ὁ ρόλος τοῦ μοναχισμοῦ στὴν τάξη τῆς λατρείας π.Alexander Schmemann



Γιά νά κατανοήσουμε τό μοναδικό ρόλο πού ἔπαιξε ὁ μοναχισμός στήν ἱστορία τῆς λατρείας, εἶναι ἀπαραίτητο πρῶτα νά θυμηθοῦμε τή γενική ἐκκλησιαστική σημασία τοῦ μοναχισμοῦ, τή θέση καί τή σημασία του κατά τήν ἐποχή πού ἐμφανίστηκε. Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ ἀπαρχές τῆς μοναστικῆς κίνησης ἀναζητοῦνται σέ ποικίλες αἰτίες, ἀλλ' ἡ ἐποχή πού οἱ μελετητές ἐνθουσιάζονταν ἀπ' αὐτές τίς φανταστικές ὑποθέσεις εὐτυχῶς ἔχει περάσει. Ἡ στενή σχέση τοῦ βασικοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους πρός τό ἰδεῶδες καί τήν ἔναντι τοῦ κόσμου στάση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ὅπως καί ἡ προέλευση τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ ἀπό τόν ἠθικό καί πνευματικό μαξιμαλισμό τῆς ἐποχῆς, πρίν ἀπό τή σύνοδο τῆς Νίκαιας, θά πρέπει νά θεωρηθοῦν σάν δεδομένες καί ἀποδεδειγμένες. Ἡ θεμελιακή αὐτή σχέση δέν ἀποκλείει, φυσικά, οὔτε τήν πρωτοτυπία μερικῶν μορφῶν ζωῆς καί ἀσκητισμοῦ πού υἱοθέτησε ὁ μοναχισμός, οὔτε τή δυνατότητα ἐξωτερικῶν ἐπιδράσεων πού ἀσκήθηκαν κατά τή διάρκεια αὐτῆς τῆς ἐξέλιξης, οὔτε ἀκόμη τόν σωστά ὀνομαζόμενο πλουραλισμό τῶν μοναχικῶν "ἰδεολογιῶν", πού ἀφορᾶ τό σκοπό καί τήν πορεία αὐτῆς τῆς ἐξέλιξης.

Γενικά ὑπάρχει μία ἀναντίλεκτη σχέση πρός τήν ἀρχαία χριστιανική κλήση ὅτι "ἑνός ἐστι χρεία" (Λουκ. 10, 42). Κι αὐτή ἀκριβῶς ἡ βαθιά σχέση μεταξύ μοναχισμοῦ καί πρωτοχριστιανικοῦ κηρύγματος εἶναι ἐκείνη πού ἐξηγεῖ τήν ἐξαιρετική καί γρήγορη ἐπιτυχία του ἀπό τά σχεδόν πρῶτα-πρῶτα χρόνια της ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας. Πολύ γρήγορα ὁ μοναχισμός ἔγινε ἕνα εἶδος κέντρου ἕλξης στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας ἀπό τούς μεγάλους πόλους τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Φαίνεται πώς ἔχει δίκαιο ὁ Bouyer ὅταν ἀναζητεῖ τή φύση καί τήν ἐπιτυχία τοῦ μοναχισμοῦ στόν ἐσχατολογικό του χαρακτήρα, στό ὅτι, δηλαδή, ἐνσάρκωνε τήν ἐξωκόσμια οὐσία τοῦ Εὐαγγελίου, τή στιγμή μάλιστα πού ἡ Ἐκκλησία κινδύνευε νά ἐκφυλιστεῖ σέ μία "φυσική" τάξη καί νά ξεχάσει ὅτι ἀνῆκε στόν αἰώνα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ (1).

Ὁ μοναχισμός ξεπρόβαλλε σάν μιὰ σχεδόν ἀσυνείδητη καί ἐνστικτώδης ἀντίδραση στήν ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας -ὄχι μόνο μέ τήν ἔννοια τῆς ἔκπτωσης τῶν ἠθικῶν της ἰδανικῶν καί τοῦ πάθους γιά ἁγιότητα, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια τῆς εἰσόδου της, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, στή "διακονία τοῦ κόσμου", τοῦ κράτους, τῆς κοινωνίας, τῶν φυσικῶν ἀξιῶν στή διακονία καθενός πού (μετά τήν πτώση τῆς εἰδωλολατρίας) περίμενε νά πάρει ἀπό τό χριστιανισμό μία θρησκευτική "ἐπικύρωση" καί "καθιέρωση". "Στήν κυριολεξία", γράφει ὁ L. Βοuyer, "ὁ μοναχισμός δέν ἔφερε τίποτε τό οὐσιαστικά καινούριο στήν Ἐκκλησία. Ἀποτελοῦσε μόνο ἔκφραση, μέ νέα μορφή ὅπως ἀπαιτοῦσαν οἱ περιστάσεις, τοῦ ἐσχατολογικοῦ χαρακτήρα τοῦ χριστιανισμοῦ, πού τόσο ἔντονα ζοῦσαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί καί τοῦ ὁποίου ἐνσάρκωση ἀποτελοῦσε τό μαρτύριο» (2).

Ἐάν στό μοναχισμό ἡ ἀπάρνηση τοῦ κόσμου ἔπαιρνε τέτοιες ριζικές μορφές, ὥστε σχεδόν νά ἐξαφανίζεται τό ἀρχικό κοσμικό στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστης καί μερικές φορές νά γίνεται ἄρνηση τῶν ἀξιῶν τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ, τουλάχιστον μερικῶς, ἀπό τό φόβο ἐκκοσμίκευσης τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Καί εἶναι δυνατό νά ὑπολογίσουμε τήν ἔκταση αὐτῆς τῆς ἐκκοσμίκευσης, διαβάζοντας τά ὁμιλητικά κείμενα τῆς βυζαντινῆς περιόδου πού σώθηκαν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀρχίζουμε νά καταλαβαίνουμε αὐτή τήν de facto συμφωνία πού ἔγινε μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας καί μοναχισμοῦ, πού στό Βυζάντιο ὁδήγησε στόν τελικό ἔλεγχο τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς μοναχούς. Ἡ ἐπίδραση τοῦ μοναχισμοῦ στή λειτουργική ἐξέλιξη αὐτῆς τῆς περιόδου θά πρέπει λοιπόν νά ἐξηγηθεῖ κάτω ἀπό τό φῶς αὐτῆς τῆς βασικῆς σχέσης μοναχικῆς κίνησης καί νέας θέσης τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο.

Διάφορες περίοδοι μποροῦν νά διακριθοῦν στήν ἱστορία τοῦ μοναχισμοῦ. Οἱ περίοδοι αὐτές ἀναφέρονται πρῶτ' ἀπ' ὅλα στήν ἀμοιβαία σχέση μοναχισμοῦ καί Ἐκκλησίας ὡς ὅλου καί, δεύτερο, στήν ἐξέλιξη καί ἀποκρυστάλλωση τοῦ μοναχισμοῦ σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἴδια τή φύση καί τό σκοπό του. Καί οἱ δύο αὐτές διαδικασίες καθορίζουν, σέ μεγάλο βαθμό, τό ρόλο πού ἔπαιξε ὁ μοναχισμός στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Θά πρέπει καταρχήν νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ μοναχισμός ἄρχισε σάν μία κίνηση λαϊκῶν ἰδιωτικοῦ χαρακτήρα. Κανένας ἀπό τούς θεμελιωτές τοῦ ὀργανωμένου μοναχισμοῦ -Μέγας Ἀντώνιος καί ἅγιος Παχώμιος- δέν ἀνῆκε στήν ἱερατική τάξη. Διότι καί οἱ δύο θεωροῦσαν τήν ἱερωσύνη ὡς ἀσυμβίβαστη μέ τή μοναχική κλήση. Ὁ πρῶτος μοναχισμός θά πρέπει νά θεωρηθεῖ "ἰδιωτικός", μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ἄρχισε ὡς καθίδρυμα ἤ θεσμός τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν κάτι στοιχειῶδες καί σποραδικό. Δέν ἦταν μόνο μία ἀναχώρηση ἀπό τόν "κόσμο", ἀλλ' ἐπίσης, κατά κάποιο τρόπο καί μία ἀναχώρηση ἀπό τήν ὀργανωμένη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χαρακτηρίζοντας τώρα αὐτή τήν ἀναχώρηση θά λέγαμε ὅτι δέν ἦταν οὔτε ἀντίθεση πρός τήν Ἐκκλησία οὔτε διαμαρτυρία ἐναντίον της. Δέν ὑπῆρχε ἐπίσης ἴχνος μοντανισμοῦ ἤ "καθαρισμοῦ" στόν ἀρχαῖο μοναχισμό. Δογματικά ὁ μοναχισμός ὄχι μόνο ἔνιωθε τόν ἑαυτό του ὡς τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί θεωροῦσε ἐπίσης τό δρόμο αὐτό σάν πραγμάτωση ἑνός ἰδανικοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ὡστόσο ὁ ἀναχωρητισμός αὐτός ἦταν τό πραγματικά νέο στοιχεῖο τοῦ μοναχισμοῦ, ὅπως ἀναπτύχθηκε ἀπό τίς ἀρχές τοῦ τέταρτου αἰώνα καί ἑξῆς. Δέν εἶχε προηγούμενο στή ζωή καί τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Κι ἄν λάβουμε ὑπόψη τόν "ἐκκλησιοκεντρισμό" τῆς ἀρχαίας χριστιανικῆς λατρείας, τή σημασία της ὡς φανέρωσης καί "πραγμάτωσης" τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀδυναμία χωρισμοῦ της ἀπό τήν ἰδέα τῆς σύναξης τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τότε γίνεται φανερό ὅτι ἡ "λειτουργική κατάσταση" τοῦ μοναχισμοῦ κατά τό πρῶτο, βασικό καί καθοριστικό στάδιο τῆς ἐξέλιξής του ἦταν κάτι τό ριζικά νέο.



Ἡ λατρεία καί ὁ κανόνας τῆς προσευχῆς 

Μερικοί ἱστορικοί ὁμιλοῦν γιά μία "λειτουργική ἐπανάσταση" πού ἔφερε ὁ μοναχισμός. Ὁ Skaballanovich ἀποδίδει στό μοναχισμό τήν ἀπόπειρα ἑνός νέου τύπου λατρείας, μιᾶς νέας μορφῆς λατρείας, πού "ἀρνιόταν νά συμφιλιωθεῖ μέ ὅ,τι σχετικό ὑπῆρχε μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη" (3). Ἐκτός ἀπό τή νέα λειτουργική κατάσταση πού δημιουργήθηκε μέ τό διαχωρισμό τοῦ μοναχισμοῦ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, προέκυψε καί μία συνειδητή μεταρρύθμιση τῆς λατρείας πού ὀφειλόταν στήν ἀντίθεση τοῦ μοναχισμοῦ πρός τήν Ἐκκλησία καί τή λατρευτική της ζωή καί παράδοση. Νομίζουμε ὅμως ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ προσέγγιση καί τά συμπεράσματα πού προκύπτουν ἀπ' αὐτήν εἶναι ἐσφαλμένα. Καί τό σφάλμα ἔγκειται στή λανθασμένη ἱστορική προοπτική. Διότι ἀποδίδεται στό μοναχισμό ἕνα εἶδος λειτουργικῆς θεολογίας καί ἀντίληψης περί λατρείας, πού ποτέ στήν πράξη δέν εἶχε. Ἄν οἱ ἀσκητικοί κανόνες καί τά "τυπικά" τοῦ μοναχισμοῦ ἀργότερα "διατυπώθηκαν", αὐτό δέν ἦταν ἀποτέλεσμα ἑνός συγκεκριμένου σχεδίου, ἤ μιᾶς προσπάθειας γιά παραγωγή λειτουργικοῦ προγράμματος, ἤ δημιουργίας μιᾶς καινούριας λατρείας στή θέση μιᾶς παλαιᾶς. Ἀλλά μᾶλλον ἡ ἐξέλιξη τοῦ ἴδιου τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ μεταμόρφωσή του σ' ἕνα θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, γιά τόν ὁποῖο θά ποῦμε περισσότερα στή συνέχεια. Θεωροῦμε ὡς ἐσφαλμένη κάθε προσπάθεια ν' ἀποδοθεῖ στό μοναχισμό μιὰ εἰδική λειτουργική ἰδεολογία. Αὐτό δέν μποροῦσε νά γίνει, διότι ὁ μοναχισμός ἦταν μία "λαϊκή" κίνηση καί σέ καμιά περίπτωση δέν ὑπῆρξε ἀντιεκκλησιαστικός. Ἄν ἦταν μία αἵρεση, θά εἶχε σίγουρα δημιουργήσει τή δική του λατρεία, σάν ἔκφραση τῆς δικῆς του πίστης καί λατρείας. Ἀλλ' ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας παρέμεινε ἡ μόνη νόμιμη λατρεία τοῦ μοναχισμοῦ καί ἡ μοναχική λατρεία δέν ὑπῆρξε ποτέ ὕποπτη γιά τήν Ἐκκλησία. Στίς ἀρχές ὁ μοναχισμός δέ θεώρησε ποτέ τόν ἑαυτό του σάν ἕνα εἰδικό τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ στήν πρώτη του ἔκφραση -τόν ἐρημιτικό βίο-, κατά τό μεγαλύτερο μέρος, ἦταν ξένος πρός κάθε εἴδους συλλογική συνείδηση. Ἐνῶ στή δεύτερή του ἔκδοση -τόν κοινοβιακό βίο- ἔκλινε περισσότερο στό νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ὡς πραγμάτωση τῆς "ἰδανικῆς Ἐκκλησίας", ὡς μία ἐπιστροφή στήν ἀρχαία χριστιανική κοινότητα παρά ὡς ἕναν εἰδικό "θεσμό".

Ὅλ' αὐτά σημαίνουν ὅτι ὁ μοναχισμός δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ σάν μία λειτουργική κίνηση. Τό καινούριο στοιχεῖο πού χαρακτηρίζει τή λειτουργική του κατάσταση ἔγκειται στό γεγονός ὅτι σέ μεγάλο βαθμό ἦταν ἀποκομμένος ἀπό τήν κοινή ἐκκλησιαστική λατρεία, ἡ ὁποία παρέμενε πάντοτε τό μόνο σταθερό καί αὐτονόητο πρότυπο γιά τό μοναχισμό. Ὁ μοναχισμός δέ σκέφτηκε ποτέ κανενός εἴδους ἀντικατάσταση τῆς παλαιᾶς λατρείας, δέν εἶχε εἰδικό λειτουργικό πρόγραμμα. Τήν πραγματική σημασία τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ γιά τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει λοιπόν νά τή δοῦμε ὄχι σέ κάποια φανταστική "λειτουργική θεολογία", ἀλλά σ' ἐκεῖνα τά μοτίβα πού ἀνάγκασαν τούς μοναχούς νά προτιμήσουν τόν ἀναχωρητικό βίο ἀπό τή συμμετοχή τους στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καί τό γενικό "ἐκκλησιοκεντρισμό" τοῦ ἀρχαίου χριστιανισμοῦ. Τά μοτίβα αὐτά ἔχουν προσδιοριστεῖ μέ ἀρκετή σαφήνεια ἀπό τίς σύγχρονες μελέτες περί μοναχισμοῦ. Καί περιλαμβάνουν, πρῶτ' ἄπ' ὅλα, μία πεῖνα γιά ἠθική τελειότητα καί μία νοσταλγία γιά τό μαξιμαλισμό τοῦ ἀρχαίου χριστιανισμοῦ, πού ἄρχισε νά ἐξασθενίζει στίς συγκριτικά "ἐκκοσμικευμένες" ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ἀπό τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ τρίτου αἰώνα καί ἑξῆς. Ἐξ ἄλλου αὐτή ἦταν ἡ ἀρχαία χριστιανική ἀντίληψη γιά τή ζωή τοῦ πιστοῦ, δηλαδή ἕνας ἀγώνας μέ "τόν ἄρχοντα αὐτοῦ τοῦ κόσμου", μέ "τά πνεύματα τοῦ κακοῦ σ' αὐτό τόν κόσμο", πράγμα πού ὑποκινοῦσε τούς χριστιανούς, πού ἔκλιναν πρός τό μαξιμαλισμό, νά θέλουν νά "ἐξουδετερώσουν" τό διάβολο καί σ' αὐτό τό ἔσχατο καταφύγιό του -τήν ἔρημο.

Ἡ μοναδικότητα καί ἡ ὅλη παραδοξότητα τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ ἔγκειται ἀκριβῶς στή συνειδητοποίηση τοῦ γεγονότος ὅτι γιά τήν ἐπίτευξη αὐτοῦ του σκοποῦ καί τήν πραγμάτωση τοῦ ἐσχατολογικοῦ μαξιμαλισμοῦ πού σχετίζεται μ' αὐτόν, ἦταν ἀπαραίτητο ν' ἀπομακρύνεται κανείς ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, χωρίς ὅμως ν' ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτήν ἤ νά τήν καταδικάζει. Ἐδῶ σ' αὐτό τό κεντρικό νεῦρο καί μοτίβο τοῦ μοναχικοῦ "ἀναχωρητισμοῦ" μποροῦμε ν' ἀνακαλύψουμε πῶς διαμορφώθηκε πραγματικά ἡ σχέση αὐτή τοῦ μοναχισμοῦ πρός τή λατρεία.

Πρέπει νά διακρίνουμε δύο στοιχεῖα. Ἀπό τή μία πλευρά, ὅπως εἴπαμε, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιά τήν πλήρη ἀποδοχή τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν ἀρχαῖο μοναχισμό - ὡς κανόνα καί ἰδανικοῦ, ἀκόμη καί ὅταν δέν μποροῦσε νά ἐκπληρωθεῖ. Ὅλα τ' ἀρχαῖα μοναχικά κείμενα, γιά παράδειγμα, ὑπογραμμίζουν τή συμμετοχή τῶν μοναχῶν στήν εὐχαριστία κατά τίς τακτές λειτουργικές ἥμερες τῆς Ἐκκλησίας: τό Σάββατο καί τήν Κυριακή (4 ). Πολύ χαρακτηριστικός εἶναι ὁ τονισμός καί τῶν δύο αὐτῶν ἡμερῶν, ὄχι μόνο τῆς μίας, πού δείχνει τήν ὑποταγή στόν εὐχαριστιακό ρυθμό τῆς Ἐκκλησίας, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ μοναχοί ἔπρεπε νά διανύσουν σημαντικές ἀποστάσεις γιά τό σκοπό αὐτό. Ἐπιπλέον, ἄν καί ἡ νηστεία ἦταν μία ἀπό τίς κύριες καί σταθερές ἀρχές πειθαρχίας τῶν μοναχῶν, αἰσθάνονταν ὑποχρεωμένοι νά τηροῦν μέ ηὐξημένη αὐστηρότητα τίς περιόδους νηστείας τῆς γενικῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Εἰρηναῖος, περιγράφοντας τά αἰγυπτιακά κοινόβια, παρατηρεῖ ὅτι ἄν καί ἡ νηστεία ἦταν γι' αὐτούς ἡ ἴδια, καθ' ὅλη τή διάρκεια τοῦ χρόνου, ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ ἄλλαζε "μετά τήν παραμονή τῆς Πεντηκοστῆς, γιά νά τηρηθεῖ μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας" (5). Ὁ προσωπικός κανόνας γινόταν ἐπίσης αὐστηρότερος καί στίς ἄλλες ἡμέρες νηστείας. Τελικά οἱ πιό ἀρχαῖες περιγραφές τῶν εἰδικῶν κανόνων τῆς μοναχικῆς λατρείας δέν ἀφήνουν ἀμφιβολία ὅτι στηρίζονταν στήν κοινή Τάξη καί δομή, πού ἦταν γνωστή ἀπό τίς ἀρχαῖες προμοναχικές πηγές, οἱ ὁποῖες, σέ τελευταία ἀνάλυση, μποροῦν ν' ἀναχθοῦν, ὅπως γνωρίζουμε, στόν κανόνα προσευχῆς τοῦ ἀρχαίου ἰουδαιοχριστιανισμοῦ.

Τό δεύτερο σημεῖο πού πρέπει νά διακρίνουμε εἶναι ἡ ἔμφαση τήν ὁποία ἔδωσε ὁ μοναχισμός στήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία. "Ἡ ἀγάπη γιά τήν ψαλμωδία γέννησε τό μοναχισμό", λέγει κάπου ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος. Ἡ ἐντολή γιά συνεχῆ προσευχή δέν ἐμφανίζεται φυσικά γιά πρώτη φορά μέ τό μοναχισμό στό χριστιανισμό -"ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε" (Α' Θεσ. 5, 17). Ἔξαλλου ὁ μοναχισμός ἀποτέλεσε τή συνέχεια τῆς ἀρχαίας χριστιανικῆς παράδοσης. Ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ νέο στήν περίπτωση αὐτή ἦταν ἡ ἰδέα γιά τήν προσευχή ὡς μοναδικοῦ περιεχομένου τῆς ζωῆς, ὡς ἑνός σκοποῦ πού ἀπαιτοῦσε χωρισμό ἀπό τόν κόσμο καί ἀπόρριψη ὅλης της μέριμνάς του. Σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία χριστιανική ἀντίληψη, ἡ προσευχή δέν ἦταν ἀντίθετη πρός τή ζωή καί τίς μέριμνές της, ἀφοῦ τή διαπερνοῦσε ὁλόκληρη. Ἡ ἀξία της συνίστατο πάνω ἀπ' ὅλα στήν καινούρια ἀντίληψη γιά τή ζωή καί τίς μέριμνές της, στή συσχέτιση τῆς ζωῆς μέ τό κεντρικό ἀντικείμενο τῆς πίστης -τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν Ἐκκλησία. "Καί πᾶν ὅ,τι ἐάν ποιῆτε, ἐκ ψυχῆς ἐργάζεσθε, ὡς τῷ Κυρίῳ καί οὐκ ἀνθρώποις" (Κολ. 3, 23). "Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Τοῦ γάρ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς" (Α' Κορ. 10, 26.31). "Προσευχόμενοι ἐν παντί καιρῷ ἐν πνεύματι" ('Ἐφ. 6, 18). Ἡ ἐργασία ἐλέγχεται, φωτίζεται καί κρίνεται ἀπό τήν προσευχή, δέν ἀντιτίθεται πρός αὐτήν. Κι ὅμως ὁ μοναχισμός ἦταν μία ἀναχώρηση ἔξω ἀπό τή ζωή καί τά ἔργα της γιά χάρη τῆς προσευχῆς. Διότι στηριζόταν στήν ἐμπειρία τοῦ χρόνου, ὅταν ἡ ἀρχική ἐκείνη ἐσχατολογική προσδοκία τῶν χριστιανῶν, πού ἔκανε δυνατή τή γενική συσχέτιση ὅλων τῶν ἔργων μέ τήν "ἡμέρα Κυρίου", διαφοροποιήθηκε ἀπό τίς διάφορες ἐπιφυλάξεις πού προέκυψαν στή συνέχεια.

Δέν ἔχει σημασία πόσο παράξενο θά μποροῦσε αὐτό νά φανεῖ, ἄν τό δοῦμε μέ τό πρίσμα τῆς σύγχρονης χριστιανικῆς σκέψης. Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι ἀκριβῶς αὐτή ἡ διαφοροποίηση ἀνάμεσα στούς δύο αἰῶνες -τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τή μία πλευρά καί τοῦ "κόσμου τούτου" ἀπό τήν ἄλλη- ἦταν ἐκείνη πού ἔκανε τή στάση τῶν πρώτων χριστιανῶν ἀπέναντι στή ζωή "ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ" τόσο ἁπλῆ. Ἡ σχέση τους μέ τήν Ἐκκλησία καί ἡ συμμετοχή τους στήν ἡμέρα Κυρίου ὅριζε ἁπλούστατα τήν ἀξία καί ἔννοια ὅλων τῶν ἔργων καί σχέσεων αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καί "προσευχή ἐν πνεύματι" σημαίνει, πάνω ἀπ' ὅλα, μία συνεχῆ ἀνάμνηση αὐτῆς τῆς συσχέτισης καί ὑποταγῆς ὅλης αὐτῆς τῆς ζωῆς στήν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας, πού φανερώθηκε στόν κόσμο.

Ἡ ἀλλαγή στή χριστιανική συνείδηση, συμπτώματα τῆς ὁποίας παρατηροῦνται ἀπό τά τέλη τοῦ δεύτερου αἰώνα καί πού γίνονται ὅμως φανερά μόνο πρός τά τέλη τοῦ τρίτου, συνίσταται σέ μία σχεδόν ἀπαρατήρητη, ὑποσυνείδητη μεταβολή στήν ἱεραρχία τῶν ἀξιῶν, στή βαθμιαία, δηλαδή, "ὑποταγή" τῆς θρησκείας (πίστη, λατρεία, προσευχή) στή ζωή καί τίς ἀπαιτήσεις της. Ἡ ἔμφαση μετατίθεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὡς πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, στήν Ἐκκλησία ὡς ἕνα μυστηριακά ἱεραρχικό καθίδρυμα, πού "ὑπηρετεῖ" τόν κόσμο καί τή ζωή μέσα σ' αὐτόν, σ' ὅλες της τίς ἐκφάνσεις, πού τόν ἐφοδιάζει μ' ἕνα θρησκευτικό καί ἠθικό νόμο, μέ τόν ὁποῖο καί τόν καθιερώνει.

Δέν ὑπάρχει καλύτερη ἀπόδειξη γιά τήν ἀλλαγή αὐτή ἀπό τήν προοδευτική ἐξαφάνιση στή χριστιανική κοινότητα τῆς ἐσχατολογικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπ' τήν ἀντικατάσταση τῆς ἀρχαίας χριστιανικῆς ἐσχατολογίας μέ μία νέα ἀτομικιστική καί μελλοντολογική ἐσχατολογία. "Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ", ἡ σωτηρία καί ἡ κόλαση ἔφθασαν πλέον νά θεωροῦνται σάν ἀτομική κυρίως ἀμοιβή ἤ ποινή, πού ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν κανείς τηρεῖ τό νόμο σ' αὐτό τόν κόσμο. "Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ" ἡ αἰώνια ζωή, πού ἔγινε "δική μας" ἐν Χριστῷ, ἀρχίζει νά ξεθωριάζει στήν ἀντίληψη τοῦ πιστοῦ (φυσικά ὄχι δογματικά, ἀλλά ψυχολογικά) καί δέν ἐμφανίζεται πλέον ὡς ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐλπίδων, ὡς τό χαρούμενο τέλος ὅλων τῶν πόθων καί ἐνδιαφερόντων, ἀλλ' ἁπλῶς σάν μία ἀμοιβή. Ἔχασε τό ἀνεξάρτητο, αὐτόνομο, καθολικό καί μεταφυσικό της περιεχόμενο πρός τό ὁποῖο τείνουν ὅλα τά πράγματα: "ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου". Προηγουμένως "ὁ κόσμος" αὐτός ἀποκτοῦσε νόημα καί ἀξία ἀπό τή σχέση του πρός τήν Ἐκκλησία καί τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τώρα ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Βασιλεία ἄρχισαν νά βιώνονται σέ σχέση μέ τόν κόσμο καί τή ζωή αὐτή. Αὐτό δέν σημαίνει μείωση τῆς σημασίας τους ἤ ἐξασθένιση τῆς πίστης σ' αὐτές τίς πραγματικότητες. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει, ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τό κέντρο τοῦ κόσμου, ἀλλά τώρα σάν προστασία καί κατάφασή του, σάν κριτής καί νόμος του, σάν πηγή τῆς ἁγιότητας καί τῆς σωτηρίας του καί ὄχι ὡς ἀποκάλυψη τῆς Βασιλείας πού ἔρχεται "ἐν δυνάμει" κι ἐξασφαλίζει στόν κόσμο αὐτό (τοῦ ὁποίου τό σχῆμα παράγει - Α' Κορ. 7, 31) κοινωνία μέ τόν "ἐρχόμενο αἰώνα" καί τήν "ἡμέρα Κυρίου".

Ὁ μοναχισμός ἐμφανίζεται ὡς μία ἀντίδραση ἐνάντια σ' αὐτή τήν ἀλλαγή, σ' αὐτή τήν ὑποσυνείδητη "χρησιμοποίηση" τοῦ χριστιανισμοῦ. Καί μ' αὐτή ἀκριβῶς τήν ἔννοια θά πρέπει νά τόν δοῦμε ὡς μία ἐσχατολογική κίνηση. Ἦταν μιὰ ἐπιβεβαίωση τοῦ πρωτείου τῆς Βασιλείας, ὡς τοῦ "ἑνός οὗ ἐστι χρεία", μία ἐπιβεβαίωση τῆς ἀνομοιότητάς της πρός καθετί πού ἀνήκει στόν κόσμο αὐτό. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐσχατολογία ἀπομακρύνθηκε ἐπίσης ἀπό τή θεώρηση τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας ὡς μιᾶς μεταφυσικῆς πραγματικότητας καί μετατράπηκε σέ μία ἀτομική ἐσχατολογία. Ὡστόσο στήν ἄποψή του αὐτή γιά τή σχέση τῆς βασιλείας πρός τόν κόσμο καί τή συνολική θεώρηση τῆς ζωῆς μέσα στήν προοπτική τῶν δύο "αἰώνων", ὁ μοναχισμός ὑπῆρξε, χωρίς καμιά ἀμφιβολία, μία ἀντίδραση ἐνάντια στήν ἠθική καί ψυχολογική "ἐκκοσμίκευση" τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κεντρική σημασία τῆς προσευχῆς στό μοναχικό ἰδεῶδες. Ἄν, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία χριστιανική ἄποψη, κάθε ἐργασία ἔπρεπε νά γίνει προσευχή, διακονία καί μαρτυρία γιά τή Βασιλεία, στό μοναχισμό γίνεται τώρα ἡ ἴδια ἡ προσευχή τό μοναδικό ἔργο, πού ἀντικαθιστᾶ ὅλα τ' ἄλλα (6). Ἡ ἐργασία, πού προβλεπόταν ἀπό τούς μοναχικούς κανόνες (πλέξιμο καλαθιῶν, κατασκευή σχοινιῶν κ.λπ.), σύμφωνα μέ τήν ἄποψη αὐτή, δέν ἀποτελοῦσε σκοπό. Δέν εἶχε καθαυτή σημασία καί δέν ἀποτελοῦσε διακονία ἤ κλήση. Ἦταν ἀπαραίτητη μόνο σάν ἕνα στήριγμα γιά τό ἔργο τῆς προσευχῆς, σάν ἕνα ἀπό τά μέσα της. Δέν ἔχουμε, δηλαδή, ἐδῶ κάποιο φῶς πού φωτίζει τή ζωή καί τήν ἐργασία, οὔτε κάποιον "ἐν προσευχῇ" σύνδεσμο μεταξύ τους. Οὔτε ἀκόμη μία στροφή τῆς ζωῆς πρός τήν προσευχή, ἀλλά μᾶλλον τήν προσευχή ὡς ζωή ἤ, ἀκόμη πιό καλά, τήν ἀντικατάσταση τῆς ζωῆς ἀπό τήν προσευχή. Ἔτσι ὁ μοναχισμός προέκυψε ἀπό τή συναίσθηση τῆς ἀποτυχίας, ἀπό τήν ἐξασθένιση τῆς ἀρχικῆς φυσικῆς τάξης τῶν πραγμάτων, ἀπό τή συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας νά συμβιβαστοῦν τά δύο μέρη τῆς βασικῆς χριστιανικῆς ἀντινομίας: αὐτό τό ὁποῖο "οὐκ ἔστι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου" κι αὐτό πού εἶναι. Αὐτό ἀκριβῶς τό δεύτερο μέρος, πού εἶναι ἀπό τόν κόσμο, θά πρέπει ἁπλῶς νά παραμεριστεῖ, γιά νά πραγματοποιηθεῖ τό πρῶτο• κι ἔτσι ἔχουμε τόν "ἀναχωρητισμό" -τή φυσική, δηλαδή, καί πνευματική ἀναχώρηση ἀπό τόν κόσμο, τήν παραμονή στήν ἔρημο καί στό μοναστήρι, τή χάραξη μιᾶς διαχωριστικῆς γραμμῆς ἀνάμεσα στόν καθένα καί τόν κόσμο. Ἡ προσευχή ἔγινε μοναδικός σκοπός καί περιεχόμενο τῆς ζωῆς, ἡ πνευματική ἔκφραση τοῦ ἄλλου κόσμου, ἡ κοινωνία μέ τήν πραγματικότητα τῆς θείας Βασιλείας.

Τό ἰδανικό τοῦ μοναχοῦ εἶναι νά προσεύχεται συνεχῶς καί χωρίς διακοπή κι ἐδῶ προσεγγίζουμε τή σημασία πού ἔχει γιά τήν ἱστορία τῆς λατρείας αὐτή ἡ ἄποψη γιά τήν προσευχή. Ἀτομικοί ἀσκητικοί κανόνες καί μία Τάξη προσευχῆς ἐμφανίστηκαν πράγματι στό μοναχισμό (κοινοβιακό καί ἀναχωρητικό) ἀπό τήν πρώτη ἐποχή (7). Ἀλλά γιά τό λειτουργιολόγο εἶναι σπουδαῖο νά κατανοηθεῖ ὅτι οἱ κανόνες αὐτοί δέν ἀναπτύχθηκαν σάν μία Τάξη λατρείας, ἀλλά μέσα σέ κάτι πού θά ἔπρεπε νά τό ἀποκαλέσουμε "παιδαγωγικό" σύστημα. Οἱ κανόνες αὐτοί ἔπρεπε νά ὁδηγήσουν τό μοναχό στό δρόμο του πρός τήν "πνευματική ἐλευθερία". Γι' αὐτό καί προέκυψαν ἐντελῶς διαφορετικά ἀπ' ὅ,τι ἡ λειτουργική Τάξη κι αὐτό πού ὀνομάσαμε lex orandi• τό ὁποῖο εἶναι οὐσιαστικά ἡ ἐνσάρκωση καί πραγμάτωση τοῦ lex orandi, τῆς πίστης καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ σκοπός τῆς λειτουργικῆς Τάξης εἶναι νά κάνει τή λατρεία ἔκφραση τῆς πίστης τῆς Ἐκκλησίας, νά κάνει πραγματικότητα τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία• ὁ σκοπός τῶν μοναχικῶν ἀσκητικῶν κανόνων εἶναι ν' ἀσκήσουν τό μοναχό σέ μία συνεχῆ προσευχή, νά τοῦ ἐμπεδώσουν τόν προσωπικό κανόνα προσευχῆς. Στή λειτουργική Τάξη δέν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς "ἐκτενοῦς" ἤ τῆς "σύντομης" προσευχῆς, μολονότι ἡ σχέση της πρός τίς ἐποχές, τίς ἡμέρες καί τίς ὧρες στηρίζεται σέ μίαν ὁρισμένη ἀντίληψη γι' αὐτές. Στό μοναχισμό, ὡστόσο, οἱ ἡμέρες καί οἱ ὧρες καθεαυτές δέν ἔχουν μεγάλη σημασία. Ὅ,τι εἶναι σπουδαῖο εἶναι νά κατανέμεται ἡ προσευχή κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά γεμίζει ὁλόκληρη τή ζωή• γι' αὐτό καί ἐντάσσεται σ' ἕνα πλαίσιο χρόνου. Ὅμως ὁ χρόνος καθεαυτόν δέν ἔχει ἄλλο νόημα παρά ὡς "χρόνος προσευχῆς". Ὁ μοναχικός κανόνας γνωρίζει μόνο τό ρυθμό τῆς προσευχῆς, πού χάρη στήν "ἀσθένεια τῆς σαρκός" διακόπτεται πότε-πότε γιά τόν ὕπνο καί τή λήψη τροφῆς. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ μεγάλη ποικιλία τῶν ἀτομικῶν ἀσκητικῶν κανόνων, πού ἀναπτύχθηκαν στά διάφορα κέντρα τοῦ μοναχισμοῦ. Μποροῦσαν νά περιλαμβάνουν ὁλόκληρο τό Ψαλτήριο, ἤ ἕναν κανόνα ἀπό ἑξήντα προσευχές τήν ἡμέρα καί ἑξήντα τή νύχτα, ἡ ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου σέ συνδυασμό μέ τή Γραφή ἤ διάφορους ἄλλους κανόνες, πού διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Ἀλλ' εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στήν ἀρχαία μοναχική φιλολογία τονίζεται πάντοτε ἡ πρακτική ἀξία ἑνός δεδομένου κανόνα, ἡ χρησιμότητά του ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἀσκητικῆς προόδου τοῦ μοναχοῦ. Ἔτσι στή διήγηση γιά τήν Τάξη πού παρέδωσε ἕνας ἄγγελος στόν ἅγιο Παχώμιο τό Μέγα, ὁ ἄγγελος, ἀπαντώντας στήν παρατήρηση τοῦ ἁγίου Παχωμίου ὅτι ὁ κανόνας περιέχει πολύ λίγες προσευχές, εἶπε: "Τά κανόνισα ἔτσι, ὥστε καί οἱ ἀδύνατοι νά μποροῦν ἄνετα νά ἐκπληρώσουν τόν κανόνα τους. Ὅσο γιά τούς τελείους, αὐτοί δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό κανόνα, ἀφοῦ μποροῦν μόνοι τους στά κελλιά νά περάσουν ὅλη τή ζωή τους μέ τή θεωρία τοῦ Θεοῦ".

Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ὁ μοναχικός κανόνας προσευχῆς εἶναι ριζικά διαφορετικός κατά τήν ἀρχή, τό σκοπό καί τό περιεχόμενο ἀπό τήν Τάξη τῆς λατρείας, πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἀπό τήν ἀρχή. Διότι δέν ἦταν οὔτε μεταρρύθμιση οὔτε ἀντικατάσταση τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό μία ἄλλη, ὅπως νόμισε ὁ Skaballanovich καί μερικοί ἄλλοι ἱστορικοί. Γι' αὐτό κι ἀπό τή φύση του ἔμεινε ἔξω ἀπό τή σφαίρα τῆς λατρείας. Ἀκόμη κι ὅταν μέρη αὐτοῦ τοῦ ἀτομικοῦ κανόνα μπῆκαν στήν Τάξη τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας (γιά τό ὁποῖο θέμα θά μιλήσουμε ἐκτενέστερα στή συνέχεια), φάνηκε ὅτι δέν εἶχαν καμιά οὐσιαστική σχέση μέ τ' ἄλλα στοιχεῖα τῆς λειτουργικῆς παράδοσης. Ἔτσι τό "Ἀπόδειπνο", τό ὁποῖο θεωρεῖται τυπικά σάν μία ἀπό τίς ἀκολουθίες τοῦ κύκλου τοῦ νυχθημέρου, παραμένει ἀκόμη μία οὐσιαστικά μή "λειτουργική" ἀκολουθία. Μπορεῖ νά ψαλεῖ "ἐν τοῖς κελλίοις", μπορεῖ, δηλαδή, ν' ἀποτελέσει μέρος τοῦ ἀτομικοῦ ἀσκητικοῦ κανόνα• δέν προϋποθέτει "σύναξη τῆς ἐκκλησίας" καί λειτουργό ἱερέα• ἡ δομή του συνίσταται σέ μία ἁπλή ἀκολουθία ἀπό ψαλμούς καί προσευχές, χωρίς κάποιο ὁρισμένο "θέμα"• ἐνῶ τό ἀντίθετο συμβαίνει μέ τίς ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ὄρθρου.

Ἀλλ' ἄν εἶναι ἀδύνατο νά θεωρήσουμε τό μοναχικό "κανόνα μετανοίας" σάν μία ἀπόπειρα δημιουργίας ἑνός νέου εἴδους λατρείας, πού θ' ἀντικαθιστοῦσε τήν παλαιά, εἶναι ἐξίσου ἐσφαλμένο ν' ἀρνιόμαστε τή βαθιά ἐπίδραση πού ἄσκησε στή λατρεία ὁ κανόνας αὐτός καί ἡ ἀντίληψη αὐτή περί προσευχῆς. Μιὰ ἐπίδραση πού ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ἐξέλιξη τῆς Τάξης τῆς λατρείας. Οἱ αἰτίες καί τό ἀναπόφευκτο αὐτῆς τῆς ἐπίδρασης ἀποτυπώθηκαν σ' ἐκείνη τή "λειτουργική κατάσταση", στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἴδιος ὁ μοναχισμός. Ἔχουμε τονίσει ὅτι ὁ μοναχισμός ὄχι μόνο δέν ἀρνήθηκε τή λειτουργική Τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά προσπάθησε μ' ὅλες του τίς δυνάμεις νά τή διατηρήσει. Κι ἀκόμη ὅτι, σάν ἀποτέλεσμα τῆς πραγματικῆς ἀποκοπῆς του ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ὁ μοναχισμός ἀπέκτησε ἀναπόφευκτα νέα καί εἰδικά χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα πάλι δημιούργησαν βαθμιαία μία καινούρια "ἀντίληψη" περί λατρείας ἤ, στή δική μας ὁρολογία, μία καινούρια λειτουργική εὐσέβεια.



Ἡ θέση τῆς Εὐχαριστίας 

Ἡ σχέση τοῦ μοναχισμοῦ μέ τήν κεντρική πράξη τῆς χριστιανικῆς λατρείας -τήν Εὐχαριστία- θά διευκρινίσει αὐτή τήν ἐξέλιξη. Εἴδαμε ὅτι ἀρχικά ὁ κανόνας ἦταν οἱ μοναχοί νά συμμετέχουν στήν Εὐχαριστία τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτόχρονα ὑπάρχουν πολύ ἀρχαῖες μαρτυρίες, πού δείχνουν ὅτι οἱ ἐρημίτες διατηροῦσαν μαζί τους τή θεία κοινωνία καί κοινωνοῦσαν μόνοι τους. "Πάντες γάρ οἱ κατά τάς ἐρήμους μονάζοντες", γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, "ἔνθα μή ἐστιν ἱερεύς, κοινωνίαν οἴκοι κατέχοντες ἀφ' ἑαυτῶν μεταλαμβάνουσιν" (8). Τήν πρακτική τῆς διατήρησης τῆς θείας κοινωνίας στό σπίτι καί τή συνήθεια νά κοινωνοῦν μόνοι τους ἀποδεικνύουν ἀκόμη μαρτυρίες ἀπό τή ζωή τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας• καί πιθανῶς δέν ὑπῆρχε τίποτε τό καινούριο σ' αὐτή τήν πρακτική.

Ὅμως σέ κάθε περίπτωση τά κίνητρα ἦταν ἐντελῶς διαφορετικά. Ἡ "ἰδιωτική" θεία κοινωνία στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἕνα εἶδος ἐπέκτασης τῆς κυριακάτικης θείας κοινωνίας κατά τήν ὥρα τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης τῆς Ἐκκλησίας καί τίς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας. Ἡ "ἐπί τό αὐτό" σύναξη τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν κυριακή ἡμέρα, ἡ θριαμβευτική καί χαρούμενη ἑορτή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ παρέμενε ἡ πρωταρχική καί κύρια ὑποχρέωση. Ἡ εὐσέβεια, ἡ προσευχή καί ὁ ἀσκητισμός δέ θά μποροῦσαν κατά κανένα τρόπο νά γίνουν αἰτία χωρισμοῦ ἀπό τή σύναξη, ἀφοῦ ὅλη ἡ "πνευματικότητα" καί ἡ λειτουργική εὐσέβεια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας θά μποροῦσε νά συνοψισθεῖ στά λόγια του ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας: "Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι... ἐπί τό αὐτό" (9).

Ἡ καινοτομία τῆς ἰδιωτικῆς μοναχικῆς θείας κοινωνίας ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὑπῆρξε ἕνα εἶδος εὐσέβειας ἤ μία ἰδιαίτερη ἀντίληψη γιά τή χριστιανική ζωή πού τήν προκάλεσε. Τά εὐχαριστιακά δῶρα καί ἡ κοινωνία τους ἦταν στό ἑξῆς ὁ ἀπαραίτητος ὅρος αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἀφοῦ τό "δηλητήριο τῶν κακῶν δαιμόνων θανατώνει τούς μοναχούς τῆς ἐρήμου πού περιμένουν μέ ἀνυπομονησία τό Σάββατο καί τήν Κυριακή γιά νά προσέλθουν στίς πηγές τῶν ὑδάτων, δηλαδή στήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, πού τούς ξεπλένει ἀπό τήν ἀκαθαρσία τοῦ Σατανᾶ" (10). Ὅμως ἀσυνείδητα ἡ θεία μετάληψη ὑποτάχτηκε στήν ἰδιωτική εὐσέβεια, ὥστε ἡ εὐσέβεια αὐτή νά μήν προσδιορίζεται πλέον ἀπό τή θεία Εὐχαριστία (ὅπως στήν ἀρχαία Ἐκκλησία). Ἀντίθετα ἡ Εὐχαριστία ἔγινε ἕνα "μέσο" εὐσέβειας, ἕνα στοιχεῖο τοῦ ἀσκητισμοῦ, μία ἐνίσχυση στόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν δαιμόνων κ.λπ.

Λέγουν γιά τόν ἀββᾶ Μάρκο τόν Αἰγύπτιο ὅτι πέρασε τριάντα χρόνια χωρίς νά ἐγκαταλείψει μιὰ φορά τό κελλί του• ἕνας πρεσβύτερος ἐρχόταν πότε-πότε "ποιεῖν αὐτῷ προσφοράν" (11). Αὐτό θά ἦταν ἀδύνατο γιά τή "λειτουργική εὐσέβεια" τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Καί ὅμως ἔγινε, ἄν ὄχι ὁ κανόνας, τουλάχιστον ἕνα φυσιολογικό στοιχεῖο τῆς μοναχικῆς ζωῆς (12). Θά πρέπει ἀκόμη μία φορά νά τονίσουμε μέ ἔμφαση ὅτι ἡ ἀλλαγή αὐτή δέ σήμαινε καθόλου μείωση τῆς θέσης καί τῆς σημασίας τῆς θείας κοινωνίας, ἀλλά ἀλλαγή στόν τρόπο κατανόησης καί βίωσής της. Συμπεριλήφθηκε, δηλαδή, μέσα στό γενικό σχῆμα τοῦ μοναχισμοῦ, σάν μία ἀσκητική πράξη καί μία μορφή προσωπικῆς "αὐτό-οἰκοδομῆς". Μ' αὐτή τήν ἔννοια ἡ Εὐχαριστία, ὡς πραγμάτωση τῆς Ἐκκλησίας (τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ) καί ὡς ἐσχατολογική ἑορτή τῆς Βασιλείας, δέν ἀποτέλεσε ποτέ ἀντικείμενο ἄρνησης ἤ ἀμφιβολίας. Ἁπλῶς ἡ ἔμφαση δίδεται τώρα στή θεία κοινωνία, σάν μία πράξη ὠφέλιμη στήν ἀσκητική ζωή. Ἡ εὐχαριστιακή λειτουργία θεωρεῖται τώρα σάν μία εὐκαιρία γιά ἐνίσχυση πνευματική. Αὐτό ἦταν πράγματι μιὰ ἀλλαγή στή λειτουργική εὐσέβεια.

Ὅπως καί γιά τή λειτουργία τοῦ χρόνου, ἡ ἐπίδραση τῆς "λειτουργικῆς κατάστασης" τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς ἀντίστοιχης εὐσέβειας ἐκφράστηκε, πρῶτ' ἀπ' ὅλα, μέ τή βαθμιαία σύνδεση τοῦ ἀτομικοῦ κανόνα μετανοίας πρός τήν Τάξη τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τή σύνδεση, δηλαδή, δύο στοιχείων, πού ἦταν ἀρχικά ἄσχετα, τόσο στό σκοπό ὅσο καί στό περιεχόμενο. Μέ τά δεδομένα τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἡ διαδικασία αὐτή ἦταν ἀναπόφευκτη. Γνωρίζουμε ὅτι ἀρχικά ὁ μοναχισμός ἐστερεῖτο τῆς κανονικῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, παρότι συνέχιζε νά τή θεωρεῖ σάν αὐτονόητο κανόνα. Ἔτσι σ' ὅλα τά μοναχικά τυπικά ἴσχυαν οἱ ἴδιες ὧρες, πού "ἁγιάζονται ἀπό τήν κοινή λατρεία" στόν κόσμο. Διατηρήθηκε ἡ γενική δομή τῶν τριῶν κύκλων τῆς λειτουργίας τοῦ χρόνου. Ὅ,τι ἦταν δυνατόν νά διατηρηθεῖ σ' αὐτή τή δομή διατηρήθηκε: ψαλμοί, προσευχές, ὕμνοι μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς Τάξη, ὅπως καί στήν κοινή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Τάξη τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας παρέμεινε ἄθικτη -ἄν καί μέ διαφορετικούς τρόπους σέ κάθε περιοχή. Ἀφότου ὅμως ἡ λατρεία αὐτή ἄρχισε συχνά νά τελεῖται χωρίς ἐκκλησιαστική "διατύπωση", δηλαδή χωρίς τήν παρουσία τοῦ κλήρου, καί μερικές φορές ὄχι στό ναό, ἀλλά στά κελλιά, ἦταν φυσικό ἡ ἀκολουθία αὐτή ν' ἀναμειχθεῖ βαθμιαία μέ τόν ἀτομικό κανόνα μετανοίας καί ν' ἀποτελέσει σιγά-σιγά ἕνα μέρος του.

Ἀντιπροσωπευτικό παράδειγμα τῆς ἀνάμειξης αὐτῆς ἀποτελεῖ ὁ σιναϊτικός Ἑσπερινός τοῦ ἀββᾶ Νείλου, ὅπως τόν περιγράφει ὁ καρδινάλιος Pitra στό χειρόγραφο, πού ὁ ἴδιος ἀνακάλυψε (13). Ἐδῶ, τόσο ὁ Ἑσπερινός ὅσο καί ὁ Ὄρθρος ἔχουν, πρόδηλα, μιὰ κοινή ἐκκλησιαστική δομή. Ἀλλά μεταξύ τῶν στοιχείων τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν παρεμβάλλεται ἕνας ἀσκητικός κανόνας, μέ τή μορφή ψαλλόμενων ψαλμῶν (ὁλόκληρο τό ψαλτήριο χωρισμένο σέ τρία μέρη, στά πλαίσια τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἑσπερινοῦ). Ὑπάρχουν πολλοί καί μερικές φορές πολύ διαφορετικοί τρόποι σύνδεσης τῶν δύο αὐτῶν τύπων λατρείας. Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι τό γεγονός τῆς ἀνάμειξης τῆς λειτουργικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μ' ἕναν ἰδιωτικό ἀσκητικό κανόνα. Κι αὐτό ἔχει σημασία, διότι καί τά δύο αὐτά στοιχεῖα ἐπηρεάστηκαν ἀμοιβαία ἀπό τήν ἀνάμειξη αὐτή: Ὁ μέν μοναχικός κανόνας, ἀπό τή στιγμή πού ἐντάχτηκε στήν Τάξη, προσέλαβε ἕνα λειτουργικό χαρακτήρα κι ἄρχισε νά θεωρεῖται σάν ἕνα ἀναπόσπαστο μέρος τῆς λατρείας (πρβλ. τή σημερινή ἀνάγνωση τῶν καθισμάτων καί τή συμπερίληψη τῶν μή λειτουργικῶν ἀκολουθιῶν τοῦ ἀποδείπνου καί τοῦ μεσονυκτικοῦ στόν κύκλο τοῦ νυχθημέρου). Ἐνῶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἄρχισε νά βιώνεται λιγότερο μέ τό εἰδικό της περιεχόμενο καί περισσότερο σάν προσευχή, σάν μία ἀσκητική πράξη καί στά πλαίσια ἑνός ἀσκητικοῦ κανόνα. Ἡ εὐκολία μέ τήν ὁποία σήμερα ὁ Ἑσπερινός μεταφέρεται τό πρωί καί ὁ Ὄρθρος τό βράδυ δείχνει πόσο ἑδραιωμένη εἶναι μέσα στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀντίληψη αὐτή γιά τή λατρεία σάν μία ἀσκητική πράξη, σημαντική περισσότερο ἀπό μόνη της παρά σάν ἔκφραση ἑνός ὁρισμένου σχεδίου ἤ κανόνα προσευχῆς.



Ἡ σημασία τοῦ μοναχισμοῦ στή βυζαντινή λειτουργική σύνθεση 

Καί τά δύο αὐτά παραδείγματα -ἡ ἀλλαγή στάσης ἔναντι τῆς θείας Εὐχαριστίας καί ὁ συνδυασμός τοῦ ἀσκητικοῦ κανόνα μέ τή λειτουργία τοῦ χρόνου- δείχνουν καθαρά ὅτι ὑπῆρξε μία μεταμόρφωση τῆς λειτουργικῆς εὐσέβειας μέσα στό μοναχισμό, αὐτή τή φορά ἀκριβῶς ἀντίθετη ἀπό ἐκείνη πού ἔγινε μέ τήν "ἐκκλησιοποίηση" τῶν μαζῶν. Στό μοναχισμό, αὐτό θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ μία μᾶλλον ἀτομικιστική ἀσκητική ἡ "εὐσεβιστική" μεταμόρφωση παρά "μυστηριολογική". Θά πρέπει καί πάλι νά τονιστεῖ ὅτι, καί στίς δύο περιπτώσεις, δέν ἦταν ἡ Τάξη ἐκείνη πού ἄλλαξε οὔτε ἡ λατρεία στή βασική της δομή καί τό περιεχόμενό της, ἀλλ' ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο αὐτή ἔγινε δεκτή καί κατανοήθηκε. Συνέβη, δηλαδή, ἕνα εἶδος πόλωσης στή λειτουργική εὐσέβεια τῆς Ἐκκλησίας, πάνω στή βάση τῆς μιᾶς λατρείας καί τῆς ἑνιαίας λειτουργικῆς παράδοσης. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ πόλωση ἀποτελεῖ καί τήν πραγματική ἀφετηρία τῆς βυζαντινῆς σύνθεσης καί τοῦ βυζαντινοῦ Τυπικοῦ.

Ἡ σύνθεση αὐτή κατέστη δυνατή σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἐξέλιξης, πρῶτον τῆς θέσης τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἐκκλησία, καί δεύτερον τῆς αὐτοσυνειδησίας καί τῆς θεολογίας του. Μέχρι τώρα μιλήσαμε μόνο γιά τήν πρώτη φάση τῆς Ἱστορίας τοῦ μοναχισμοῦ, γι' αὐτήν τήν περίοδο πού θεωρεῖται σάν ἡ χρυσή ἐποχή μέσα στή μοναχική παράδοση. Ἀξίζει νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι σ' αὐτή τή φάση ὁ μοναχισμός ἦταν μία κίνηση τῶν λαϊκῶν, κι ὅσοι ἀνῆκαν σ' αὐτήν δέν ἀποχωρίζονταν μόνο ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά κατά κάποιο τρόπο κι ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα. Ὅμως τό στάδιο αὐτό δέ διήρκεσε πολύ. Ἤ, μᾶλλον, παράλληλα πρός τήν ἐξέλιξη αὐτή, ἐμφανίζεται καί μία ἄλλη νέα μορφή μοναχισμοῦ, πού θά πρέπει νά θεωρεῖται ὡς τό δεύτερο στάδιο. Ἡ γενική του σημασία ἔγκειται στήν ἐπιστροφή τοῦ μοναχισμοῦ στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα καί ἡ βαθμιαία ἀναγέννησή του σ' ἕναν ἐκκλησιαστικό θεσμό, ἕνα σπουδαῖο πράγματι θεσμό, πού ἀφοροῦσε ὅλες τίς πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Δέν ὑπάρχει λόγος ν' ἀναφερθοῦμε ἐδῶ στίς λεπτομέρειες τῆς μᾶλλον σύνθετης καί πολύμορφης αὐτῆς διαδικασίας.

Μέ τή φυσική αὐτή "ἐπιστροφή" τοῦ μοναχισμοῦ, μέ τήν ἀνέγερση μοναστηριῶν στίς πόλεις (τά κύρια κέντρα "τοῦ κόσμου τούτου") καί, κάπως ἀργότερα, μέ τή μεταμόρφωση τοῦ μοναχισμοῦ σέ μία μοναδική " elite " τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ διαδικασία αὐτή δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ, οὔτε σάν ἐκκοσμίκευση τοῦ μοναχισμοῦ, οὔτε σάν μείωση τοῦ ἀρχικοῦ του μαξιμαλισμοῦ οὔτε ἀκόμη καί σάν ἀλλαγή τῆς βασικῆς του ἀντίθεσης πρός τόν κόσμο. Ἀντίθετα, ἕνα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἦταν ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τοῦ μοναχισμοῦ καί ἡ ἐκκλησιαστική ἀποδοχή τῆς "ἰδεολογίας του", ἡ ἀναγνώριση ὅτι ἡ ἰδεολογία αὐτή ἦταν ἀληθινή καί κατεῖχε σωστική δύναμη.

Αὐτός ὁ παράδοξος συνδυασμός τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος τῆς χριστιανικῆς οἰκουμένης μέ τή βασική μοναχική θέση περί σωτηρίας ὡς ἀπόταξης τοῦ κόσμου, ὡς μιᾶς ἀσκητικῆς ἀναχώρησης ἀπό τόν κόσμο, θά πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς τό πιό βασικό χαρακτηριστικό τῆς βυζαντινῆς περιόδου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Δέν μποροῦν ὅλοι νά γίνουν μοναχοί, μέ τήν πλήρη ἔννοια τοῦ ὅρου -ἔτσι θά μπορούσαμε νά συνοψίσουμε τή βυζαντινή αὐτή θεωρία-, ἀλλ' ὅλοι σώζονται προσεγγίζοντας τή μοναχική ζωή.

Γράψαμε ἤδη γιά τή σημασία τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς νίκης τοῦ μοναχισμοῦ καί τῶν ἰδανικῶν του. Ἐδῶ ἀρκεῖ νά ὑπενθυμίσουμε ἁπλῶς τί συνέβη. Περισώζοντας τό χριστιανικό μαξιμαλισμό, ὁ μοναχισμός τόν ἐπανέφερε στήν Ἐκκλησία μέ τή μορφή πού ἀναπτύχθηκε καί καλλιεργήθηκε. Ἐπρόκειτο γιά μία μεταφορά "τῆς ἐρήμου" στόν κόσμο, γιά μία νίκη τῆς "ἀναχωρητικῆς" ἰδέας, τῆς ἀπόσυρσης καί ἀποταγῆς μέσα στό ἴδιο τό κέντρο τοῦ κόσμου. Τό μοναστήρι στήν πόλη ἔγινε ἕνα εἶδος ἰδανικῆς κοινωνίας, μία μαρτυρία καί κλήση γιά τό χριστιανικό μαξιμαλισμό. Ἦταν φυσικό ἡ ἰδανική αὐτή κοινωνία νά ἀναδειχθεῖ σέ κέντρο ἐπίδρασης πάνω στόν κόσμο καί τήν Ἐκκλησία, τόσο σάν σύνολο ὅσο καί σάν ἐπιμέρους μέλη. Εἶναι πασίγνωστος ὁ ρόλος τόν ὁποῖο ἔπαιξαν οἱ μοναχοί στήν ἐπίλυση τῶν μεγάλων θεολογικῶν προβλημάτων καί στίς οἰκουμενικές συνόδους. Ὄχι μικρότερης σπουδαιότητας ἦταν καί ὁ ρόλος τους ὡς "ὁμολογητῶν" καί θρησκευτικῶν ἡγετῶν τῆς κοινωνίας. Ὅλ' αὐτά βοηθοῦν στήν ἐξήγηση τῆς τρομερῆς ἐπίδρασης πού ἄσκησε ὁ μοναχισμός στήν ἀνάπτυξη καί διαμόρφωση τῆς λατρείας. Σέ τελευταία ἀνάλυση ἡ μοναχική Τάξη λατρείας ἔγινε ἡ ἐκκλησιαστική Τάξη, ἤ μᾶλλον ἡ γενική καί κυρίαρχη μορφή της. Σημαίνει ὅμως αὐτό ὅτι ἀντικατέστησε καί ἐξουδετέρωσε τή λειτουργική εὐσέβεια ποὺ ὀνομάσαμε "μυστηριολογική"; Ἡ ἀπάντησή μας στό ἐρώτημα αὐτό μας ὁδηγεῖ μπροστά στό πρόβλημα τῆς βυζαντινῆς λειτουργικῆς σύνθεσης.

Θά προσπαθήσουμε νά δείξουμε ὅτι, ταυτόχρονα μέ τήν ἐπιστροφή τῶν μοναστηριῶν στόν κόσμο καί τήν ἐγκαθίδρυσή τους στήν Ἐκκλησία, παρατηρήθηκε μία ἐξέλιξη στή μοναχική αὐτοσυνειδησία. Ἤ, γιά νά ἐκφραστοῦμε πιό σωστά, ὁ μοναχισμός υἱοθέτησε μία εἰδική θεολογική ἑρμηνεία τῆς ἴδιας τῆς φύσης του. Μιλήσαμε ἤδη γιά τό "λαϊκό" χαρακτήρα τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ. Θά πρέπει τώρα ν' ἀναφερθοῦμε καί στό μή ἑλληνικό χαρακτήρα του. Ἡ μοναχική κίνηση ἄρχισε στίς μή ἑλληνικές παραμεθόριες περιοχές τῆς αὐτοκρατορίας καί οἱ θεμελιωτές της ἦταν Κόπτες. Ἡ ἀπουσία τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ κατ' αὐτό τό πρῶτο στάδιο ἐξηγεῖ καί τήν ἀπουσία κάθε σχετικῆς θεολογικῆς "διδασκαλίας". Ἦταν ἕνα προθεολογικό στάδιο, πού ἐκφραζόταν περισσότερο μέ κατηγορίες τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων. Ὁ L. Βοyer ἀνέλυσε θαυμάσια τίς κατηγορίες αὐτές στό βιβλίο του γιά τό Μ. Ἀντώνιο. Ἡ ἀρχαία μοναχική φιλολογία ἀναφέρεται περισσότερο στά πρότυπα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, στά μεγάλα παραδείγματα τοῦ ἀσκητισμοῦ παρά στήν ἀνάλυση τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους. Μία τέτοια ἀνάλυση σέ συνδυασμό μέ θεολογική ἑρμηνεία ἔγινε ἀπό τούς Ἕλληνες."Οἱ Ἕλληνες ἐμφανίστηκαν λίγο ἀργότερα στίς τάξεις τῶν ἀναχωρητῶν καί κοινοβιατῶν", γράφει ὁ π. G. Florovsky, "καί ἦταν πρῶτοι οἱ Ἕλληνες πού προχώρησαν σέ μία σύνθεση τοῦ ἀσκητικοῦ βίου, διατύπωσαν τό ἰδεῶδες του καί τό ἐξέφρασαν μέ τίς παλαιές γνωστές κατηγορίες τῆς ἑλληνιστικῆς ψυχολογίας καί τοῦ μυστικισμοῦ. Ἡ ἀσκητική κοσμοθεωρία συνδεόταν ὀργανικά μέ τήν παράδοση τῆς ἀλεξανδρινῆς θεολογίας, μέ τίς θεολογικές θέσεις τοῦ Κλήμεντα καί τοῦ Ὠριγένη" (14). Ἦταν ἡ μυστική ἑρμηνεία τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ ἐξήγησή του μέ ὅρους τῆς θεωρητικῆς παράδοσης καί μέ ὅλους "τοὺς συνειδητούς δανεισμούς ἀπό τή νεοπλατωνική καί μυστηριολογική ὁρολογία". Ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἱστορίας τῆς λατρείας, ἀφοῦ ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἑρμηνεία ἔκανε δυνατή τή βυζαντινή λειτουργική σύνθεση κι ἔστησε μία γέφυρα ἀπό τή μία "λειτουργική εὐσέβεια" στήν ἄλλη.

Δέ χρειάζεται νά ἐξετάσουμε ἐδῶ τό θέμα τῆς γένεσης τῆς μυστικῆς μοναχικῆς παράδοσης. Ἐκεῖνο πού προέχει εἶναι ὅτι αὐτή ἡ "ἑλληνική ἀντίληψη" γιά τό μοναχισμό, πού συνδέεται μέ τά ὀνόματα τοῦ Εὐάγριου τοῦ Ποντικοῦ, τῶν Καππαδοκῶν, τοῦ Ψευδοδιονυσίου κ.ἄ., προσεγγίζει πολύ ἐκείνη τή νέα μυστηριολογική ἑρμηνεία τῆς λατρείας καί τῆς λειτουργικῆς θεολογίας, πού ἀναπτύχθηκε τήν ἴδια ἐποχή κάτω ἀπό παρόμοιες συνθῆκες. Ἡ "μυστηριολογική" ὁρολογία ἔγινε ἕνα εἶδος κοινῆς γλώσσας γιά τήν περιγραφή τῆς ἄνθισης τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς ἁγιαστικῆς ἰδιότητας τῆς λατρείας. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ἀπό τόν 5ο-6ο αἰ. καί ἑξῆς ὁ μοναχισμός εἶναι ὁ μεγάλος ἑρμηνευτής καί σχολιαστής τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα σ' αὐτή τή νέα πνευματική καί μυστική ἀντίληψη ἡ λατρεία ἔγινε ἡ κύρια μέριμνα τοῦ μοναχισμοῦ καί ὁ μοναχισμός ἄρχισε νά βιώνεται ὁ ἴδιος ὡς ἕνα "μυστήριο μύησης" στό μυστικισμό, ἀντίστοιχο πρός τό Βάπτισμα. Ὅ,τι ὀνομάσαμε βυζαντινή σύνθεση καθορίζεται ἀπό τή διασταύρωση αὐτῶν τῶν δύο ρευμάτων, ἀπό τήν ἐξάλειψη τῆς παλαιᾶς λειτουργικῆς "πόλωσης" ἀνάμεσα στό μοναχισμό καί τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα.


-------------------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
(1) l. Bouzer, L'incarnation de l'Eglise corps du Christ dans la theologie de S. Athanase, Paris, Cerf, 1943, 146.

(2) ὅπ. παρ. σελ. 24

(3) Skaballanovich, Tolkovy Typikon, 197.

(4) ὅπ. παρ. σελ. 210.

(5) Κατά παράθεση Skaballanovich, μν. ἔργ. σελ. 237.

(6) Πρβλ. P. Pourrat, La spiritualite chretienne, v. 1, Paris, Gabalda, 1931, 198. Dom Anselme Stolz, L'ascese chretienne, Prieure d'Amay, Chevetogne, 1948, 172.

(7) Skaballanovich, μν. ἔργ. σελ. 208.

(8) Ἐπιστολή 93, Πρός Καισαρείαν Πατρικίαν.

(9) Πρός Ἐφεσίους, ΧΙΙΙ.

(10) Πρβλ. σχετικά κείμενα στό ἔργο τοῦ Δ. Μωραΐτη, Ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων, Θεσσαλονίκη 1955. Πρβλ. καί τή δική μου κριτική τῆς ἐργασίας αὐτῆς στό St. Vladimir's Seminary Quarterly, 1957, n. 2. 31-34. Ἐπίσης τό ἄρθρο τοῦ J. Ziad e Dict. Arch. Chr e t. Lit. XIII, 77-111.

(11) Skaballanovich, μν. ἔργ. σελ. 210.

(12) ὅπ. παρ. σελ. 211.

(13) J. B. Pitra, Hymnographie de l-Eglise de l-Eglise grecque, Rome 1867, 44.

(14) G. Florovsky Vizantiiskye Otsy V- VIII vekov (Βυζαντινοί Πατέρες τοῦ 5ου -8ου αἵ.), Paris 1933, σελ. 144.



πηγή

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...