‘Όπως είναι γνωστό οι παροιμίες και τα γνωμικά είναι αποστάλαγμα της σοφίας του κάθε λαού. Μέσα σε μια πρόταση ο σοφός λαός, σου λέει τόσα πράγματα, που πιθανόν κάποιος για να σου τα αναφέρει θα χρειάζονταν σελίδες ολόκληρες.
Μια λοιπόν από τις πιο γνωστές παροιμίες της σοφίας του λαού μας είναι και η περίφημη «δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά», η οποία υποδηλώνει πως κάτι πιθανόν υπάρχει, όταν ακούγεται μια φήμη για κάποιον – ους ή για κάτι.
Έτσι λοιπόν, πολλές φορές είχαμε γίνει και στο παρελθόν αλλά και στο παρόν κοινωνοί διαφόρων φημών για την άσχημη συμπεριφορά των Μαρτύρων του Ιεχωβά απέναντι στις εικόνες λόγω του μίσους τους προς αυτές, αλλά δεν θέλαμε να τις υιοθετήσουμε και να τις πιστέψουμε, ακόμα και αν προέρχονταν από προσωπικές μαρτυρίες φιλικών προσώπων...
Γιατί πιστεύαμε πως μπορεί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά να μην πιστεύουν στην τιμή των εικόνων και να τις μισούν, αλλά δεν είναι δυνατόν να φέρονται έτσι σε κάτι που τυγχάνει σεβασμού του άλλου ως θρησκευτικό σύμβολο.
Γνωρίζοντας και οι ίδιοι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά τις φήμες που κυκλοφορούσαν και κυκλοφορούν γι’ αυτούς για την συμπεριφορά τους απέναντι στις εικόνες, είχαν και έχουν την ευκαιρία από θύτες να «το παίξουν» θύματα, αφού γνωρίζουν πως δεν είναι δυνατόν να αποδειχτεί κάτι, μόνο από μια προσωπική μαρτυρία ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων.
Έτσι δεν μας έκανε εντύπωση όταν μία κυρία που κατοικεί στην Γερμανία, μας διηγήθηκε πως όταν επισκέφτηκε, κατόπιν πρόσκλησης μιας γνωστής της Μάρτυρος του Ιεχωβά τον τόπο συνάθροισής τους, το πρώτο που της είπε – ειρωνευόμενη μάλιστα – ήταν το εξής: «Βλέπεις πουθενά να έχουμε εικόνες και να τις πατάμε;»
Και βέβαια δεν έχουν εικόνες να τις πατάνε ΓΙΑΤΙ ΑΠΛΟΥΣΤΑΤΑ ΤΙΣ ΚΑΙΝΕ!!!!
Την δήλωσή μας αυτή την κάνουμε με πλήρη επίγνωση των γραφομένων μας.Διότι το δικαίωμα αυτό μας το έδωσε η ίδια η Οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά «Σκοπιά» και δεν την βγάλαμε από το μυαλό μας. Απλώς, στο μυαλό μας δεν χωρούσε όταν διαβάζαμε στο έντυπό της, πως Μάρτυρες του Ιεχωβά κάψανε εικόνες!!!
Αλλά μια άλλη παροιμία του λαού μας είναι, «πως τα πολλά λόγια είναι φτώχεια». Γι’ αυτό λοιπόν και εμείς προχωράμε στην απόδειξη των ισχυρισμών μας.
Στο επίσημο περιοδικό «Σκοπιά» της Οργάνωσης των Μαρτύρων του Ιεχωβά, της 1ηςΟκτωβρίου του 1974 και στις σελίδες 587 – 588 – 589 υπάρχει το άρθρο «Πως η χρήσις των εικόνων μπορεί να σας επηρεάση». Αμέσως γίνεται αντιληπτό, πως το άρθρο ασχολείται με την τιμή και την προσκύνηση των εικόνων που τους αποδίδουμε εμείς, και που βέβαια κατά την «Σκοπιά» θεωρείται ειδωλολατρία. Επ’ αυτού μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει το άρθρο μας «Είναι ειδωλολατρεία η προσκύνηση των εικόνων;»
Στην σελίδα 588 η «Σκοπιά» γίνεται πιο συγκεκριμένη και υποστηρίζει πως η τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες στην πραγματικότητα προσφέρεται στα δαιμόνια και όχι στο Θεό!Και υποστηρίζει, πως αν έχουμε θρησκευτικές εικόνες στο σπίτι μας μπορεί να μας επισκέπτονται και να μας ενοχλούνε τα δαιμόνια!!!
Διηγείται μάλιστα και ένα περιστατικό που συνέβη σε μια κυρία στην Βόρειο Αμερική. Η κυρία αυτή λοιπόν, ήταν άρρωστη όλο το καλοκαίρι χωρίς κάποια προφανή αιτία της αρρώστιας της. Μάλιστα ένα βράδυ την επισκέφτηκε ένας δαίμονας με την μορφή μικρού παιδιού που έκανε βόλτα στο δωμάτιο της και μάλιστα κάθισε και δίπλα της!!!
Όλα αυτά τα διηγήθηκε στην κόρη της και το γαμπρό της οι οποίοι έψαξαν όλο το σπίτι μήπως βρουν την αιτία των γεγονότων αυτών. Και ω του θαύματος την βρήκαν! Και αυτό δεν ήταν άλλο από δυο θρησκευτικές εικόνες που είχε η μάνα της!! Αμέσως αποφάσισαν ΝΑ ΚΑΨΟΥΝ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ!!!!Και πράγματι τις έκαψαν και σταμάτησαν όχι μόνο να έρχονται οι δαίμονες αλλά και η μάνα τους θεραπεύτηκε και «έγινε περδίκι»!!!!
Δημοσιεύουμε ευθύς αμέσως το φοβερό αυτό ντοκουμέντο της καύσης των εικόνων από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, όχι μόνο για τους Ορθόδοξους, αλλά πολύ περισσότερο για τους ίδιους τους Μάρτυρες του Ιεχωβά που πιθανόν να υποστηρίξουν πως τους συκοφαντούμε!:
Περιοδικό των Μαρτύρων του Ιεχωβά «Σκοπιά» της 1ης Οκτωβρίου 1974, σελίδα 588:Μάρτυρες του Ιεχωβά καίνε εικόνες για να σταματήσουν να έρχονται οι δαίμονες!!!!
Και για να μην υπάρξει και καμιά ένσταση από τον οποιοδήποτε Μάρτυρα του Ιεχωβά προς τον Ορθόδοξο πιστό πως είναι κατασκευασμένο αυτό που γράφουμε, δημοσιεύουμε και τις δύο σελίδες του περιοδικού «Σκοπιά» που περιέχουν το θλιβερό αυτό επεισόδιο.
Περιοδικό των Μαρτύρων του Ιεχωβά «Σκοπιά» της 1ης Οκτωβρίου 1974, σελίδες 587 - 588: Ολόκληρο το άρθρο για το κάψιμο των εικόνων από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά
Δέον να ληφθεί υπόψη και το εξής από τον Ορθόδοξο πιστό. Πως το κείμενο δεν μιλάει αόριστα για εικόνες αλλά για ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. Και το επισημαίνουμε αυτό γιατί μπορεί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά να ξεκινήσουν την γνωστή τακτική τους, πως ναι μεν η «Σκοπιά» μιλάει για εικόνες αλλά όχι τις κανονικές κ.λ.π. κ.λ.π. Άλλωστε το συγκεκριμένο άρθρο της «Σκοπιάς» ασχολείται με την προσκύνηση των εικόνων. Ακριβώς και γι’ αυτό το λόγο δημοσιεύουμε σχεδόν ολόκληρο το άρθρο της, εκτός από 10 γραμμές που ακολουθούν στη σελίδα 589 και απλώς επαναλαμβάνουν τα ίδια, πως δηλαδή ο Θεός δεν επιδοκιμάζει την λατρεία των εικόνων γιατί ουσιαστικά αποδίδεται στους δαίμονες από τους οποίους πιθανόν να δεχτούμε και επίθεση!
Άξιον μνείας είναι και το εξής. Πως η καύσης των εικόνων από το ζευγάρι Μαρτύρων του Ιεχωβά το οποίο επαινείται από την «Σκοπιά» σαν διώξιμο των δαιμόνων, δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός αφού πιο κάτω γράφει πως πολλοί Μάρτυρες του Ιεχωβά είχαν παρόμοιες εμπειρίες.
Γι’ αυτό λοιπόν, που να βρουν εικόνες οι Μάρτυρες του Ιεχωβά για να τις πατήσουν, αφού τις έχουν κάψει για να διώξουν τους δαίμονες!
Και εσείς αγαπητοί πιστοί τι κάθεστε έτσι άπραγοι και δεν καίτε τις εικόνες!!! Σας αρέσει η συντροφιά των δαιμόνων;
Πέρα τώρα από το αστείο της υπόθεσης οι εικόνες κάθε άλλο παρά φορείς των δαιμόνων είναι. Και δεν χρειάζεται καμιά βαθυστόχαστη θεολογική ανάλυση, για τον απλούστατο λόγο, πως το γεγονός που έγινε αιτία να κάψουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά τις εικόνες είναι κατασκευασμένογια να έχουν την δικαιολογία για να τις καίνε. Επειδή το κείμενο αυτό έχει αντιφάσεις. Από πού το ξέρουμε; Μα από ποιον άλλον; Από την «αγαπημένη» μας «Σκοπιά». Μας αφήνει ποτέ στο παράπονο;
Στην «Σκοπιά» της 15ης Ιουνίου του 1961 στην σελίδα 367 υπάρχει μια ερώτηση από αναγνώστη της: «με ποια μορφή ή τρόπο επήγε ο Σατανάς να πειράση τον Ιησούν; Μήπως ενεφανίσθη με μορφή ανθρώπου ή ο Ιησούς άκουσε μόνο φωνή;»
Και απαντάει η «Σκοπιά» πως ο Σατανάς και οι δαίμονες δεν μπορούν πλέουν να υλοποιούνται μετά τον Κατακλυσμό. Ορίστε και το σχετικό ντοκουμέντο:
Περιοδικό των Μαρτύρων του Ιεχωβά «Σκοπιά» της 15ης Ιουνίου 1961, σελίδα 367:Ο Σατανάς και οι δαίμονες δεν μπορούν πλέουν να υλοποιούνται μετά τον Κατακλυσμό
Συνεπώς, πως μπόρεσε η εν λόγω κυρία νακαταλάβει πως ο δαίμονας που σύρθηκε δίπλα της ήταν παιδί;Έφτιαξε καφέ και είδε το φλιτζάνι ή πήγε σε κανένα μέντιουμ και της το είπε!!!
Προφανώς λοιπόν όλα αυτά είναι, όπως είπαμε κατασκευασμένα από τη «Σκοπιά», για να μπορούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά να καίνε τις εικόνες αφού άλλωστε τους έχει δοθεί το «πράσινο φως» και η επιδοκιμασία από την ίδια την Οργάνωσή τους.
Όσο για το ποιος υπηρετεί τους δαίμονες θυμίζουμε στην «Σκοπιά» μία ακόμη παροιμία του λαού μας, πως «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί».
Μήπως πιστεύει πως ξεχάσαμε πως επί χρόνια χρησιμοποιούσε ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ ΤΗΣ, την δαιμονική μετάφραση της Αγίας Γραφής του Γιοχάννες Γκρέμπερ, γεγονός που δέχεται και η ίδια;
Ας κοιτάξει λοιπόν να διώξει τους δαίμονες από το δικό της «σπίτι» και μετά ασχολείται και με τα άλλα.
Τώρα λοιπόν ξέρετε σε τι είδους Οργάνωση ανήκουν αυτοί που σας χτυπούν την πόρτα του σπιτιού σας ή σας σταματάνε στον δρόμο να σας δώσουν τα φυλλάδια και τα έντυπά τους.
Σήμερα μίλησα με τον γέροντα όπου μου ζήτησε να μεταφέρω από εδω στον κόσμο τα εξής:
Η σάρκα είναι ωκεανός και η ψυχή το λιμάνι. Ο Έλληνας είναι χαμένος στον ωκεανό της σάρκας της ύλης και της αμαρτίας.
Πρέπει να επιστρέψει στο λιμάνι της ψυχής όπου θα “δέσει” στον Θεό για να προστατευθει.
Φοβάται ο Έλληνας και σκοτίζεται με πολέμους και καταστροφές ενώ δεν βλέπει την αλήθεια. Πως ζει στο σκοτάδι.Ζει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο όπου υπάρχει ο διακόπτης και το φως αλλά λείπει το καλώδιο όπου θα το κάνει να ανάψει.
Και το καλώδιο είναι η προσευχή.Όσο δεν προσεύχεται δεν μπορεί να καταλάβει που βρίσκεται.Δεν μπορεί να βρει την οδό μετανοίας.Κι έτσι ζει όπως ο διάβολος θέλει.
Στο αιώνιο σκοτάδι. Θα καταλάβουμε πως ο Έλληνας μετανόησε όταν όλοι μας ενωθούμε κατά εκείνων που έφεραν την Ελλάδα σε αυτό το χάλι.
Όταν σταματήσουμε να ασχολούμαστε με το ανθρωποκτόνο έργο των ηγετών του κόσμου. Όταν όλοι μας θα αναγνωρίζουμε καθαρά που είναι το φως και που το σκοτάδι. Όπως αναγνωρίζει η μάνα το παιδί της και το παιδί την μάνα του.Τότε μόνον θα έχουμε μετανοήσει και θα χαράξουμε όλοι μας την οδό σωτηρίας με Βασιλεα τον Χριστό.
Όχι με ευχολόγια αλλά με πράξεις.Αν το κάνουμε ο Θεός θα μας βοηθήσει.Μέχρι τότε θα μας δοκιμάζει για να κατανοήσουμε τα λάθη μας. Να μας σώσει θέλει όχι να μας τιμωρήσει.Κάνει τόσα για μας.Ας τον βοηθήσουμε να μας βγάλει από το σκοτάδι.
Ας εισακουσθει από το περιβόλι της Παναγίας στα πέρατα του Ελληνισμού ένα μήνυμα:
Το αγιον ορος θα βουλιάξει απο σεισμο,για να μην εισέλθουν μεσα οι βέβηλοι.. Εσεις οι μοναχοι που θα ζειτε τοτε την εποχη του αντιχριστου,θα βγειτε μονο απο το περιβόλι με το ράσο σας και δεν θα πάρετε τίποτα άλλο… Πριν γίνει αυτο η θεοτοκος θα ελθει ολοζώντανη και θα σας ειδοποίηση,να βγειτε απο το αγιον ορος και να κηρύξετε στους χριστιανούς μετάνοια… Η χερσόνησος θα σχιστεί σε κοματια και ο Αθως σαν Ηφαίστειο θα σφυρίζει και ο ηχος του ανάλογά με τον καιρο θα φτάνει μεχρι την κρητη..
Γιορτάζουμε σήμερα 27 Μαΐου, ημέρα μνήμης του Οσίου Ιωάννου, του Ρώσου.
Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους.
Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.
Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.
Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».
Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους.
Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».
Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.
Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.
Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής.
Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες.
Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ο κατοικών εν βοηθεία τού Υψίστου, εν σκέπη τού Θεού τού ουρανού αυλισθήσεται. Ερεί τώ Κυρίω: αντιλήπτωρ μου εί καί καταφυγή μου, ο Θεός μου καί ελπιώ επ’ Αυτόν. Ότι Αυτός ρύσεταί με εκ παγίδος θηρευτού καί από λόγου ταραχώδους.
Έθεντο με εν λάκκω κατωτάτω, εν σκοτεινοίς καί εν σκιά θανάτου. Εγώ δέ πρός τόν Κύριον εκέκραξα εν τώ θλίβεσθαί με καί εισήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τήν είσοδόν μου καί τήν έξοδόν μου από τού νύν καί έως τού αιώνος. Πρός σέ ήρα τούς οφθαλμούς μου Κύριε, τόν κατοικούντα εν τώ ουρανώ. Ιδού ως οφθαλμοί δούλων εις χείρας τών κυρίων αυτών, ούτως οι οφθαλμοί ημών πρός Κύριον τόν Θεόν ημών, έως ού οικτιρήσαι ημάς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.
Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.
Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του.
Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο Κύριος, «ο ετάζων καρδίας καί νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τονυβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.
Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.
Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία.
Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!».
Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.
Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του.
Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδέν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τά υπερφυή ταύτα σημεία συμβαίνουσι τοίς απλουστέροις τή διανοία καί θερμοτέροις τή ελπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό.
Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.
Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι.
Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας.
Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».
Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.
Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει.
Ο κύριός του και η σύζυγός του τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.
Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.
Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι' αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων.
Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.
Το 1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.
Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β', επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες.
Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα.
Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.
Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο.
Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.
Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.
Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον Οκτώβριο του 1924 μ.Χ μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο.
Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.
Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!
Απολυτίκιο: Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε. Εκ γης ο καλέσας σε προς ουρανίους μονάς, τηρεί και μετά θάνατον αδιαλώβητον το σκήνός σου όσιε. Συ γαρ εν τη Ασία ως αιχμάλωτος ήχθης, ένθα και ωκειώθης τω Χριστώ Ιωάννη. Αυτόν ούν ικέτευε, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Όλη η τέχνη είναι αυτή ακριβώς. Είτε περπατάς είτε κάθεσαι, είτε στέκεσαι, είτε εργάζεσαι, είτε βρίσκεσαι στην εκκλησία, άσε τη προσευχή αυτή να γλιστρήσει από τα χείλη σου “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με” με τη προσευχή αυτή στην καρδιά σου θα βρεις εσωτερική ειρήνη και γαλήνη σώματος και ψυχής ( Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ)
Η ευχή του Ιησού είναι εργασία κοινή των αγγέλων και των ανθρώπων. Με την προσευχή αυτή οι άνθρωποι πλησιάζουν σύντομα την ζωή των αγγέλων. Η ευχή είναι η πηγή όλων των καλών έργων και αρετών και εξορίζει μακριά από τον άνθρωπο τα σκοτεινά πάθη. Σε σύντομο χρόνο κάνει τον άνθρωπο ικανό να αποκτήσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Απόκτησε την, και πριν πεθάνεις θα αποκτήσεις ψυχή Αγγελική. Η ευχή είναι θεϊκή αγαλλίαση. Κανένα άλλο πνευματικό όπλο δε μπορεί να αναχαιτίσει τόσο αποτελεσματικά τους δαίμονες. Τους κατακαίει όπως η φωτιά τα βάτα. (Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ)
Λέγε ακατάπαυστα την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” με τη γλώσσα και με τον νου. Όταν η γλώσσα κουράζεται ας αρχίζει ο νους. Και πάλιν όταν ο νους βαρύνεται, η γλώσσα . Μόνον να μην παύεις. Λοιπόν όταν ευχόμενος κρατάει τον νου του να μην φαντάζεται τίποτα, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής. (Γέρων Ιωσήφ)
Δια της ευχής “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” θα κερδίσεις το παν. Δια της ευχής καθαρίζεται ο άνθρωπος, λαμπρύνεται, αγιάζεται. Η ευχή είναι το σωσίβιο της ψυχής και του σώματος. Η ευχή είναι η βάση της τελειότητας. Θα λεπτυνθείτε και θα πετάτε με την ευχή. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας, καθαρισμού και αγιασμού από την νοερά προσευχή. Αυτή γέμισε τον παράδεισο από άγιους ανθρώπους (Γέροντας Αμφιλόχιος)
Να λέγεις παιδί μου την ευχή . “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” , ημέρα και νύχτα συνέχεια. Η ευχή θα τα φέρει όλα, η ευχή περιέχει τα πάντα: αίτηση, παράκληση, πίστη, ομολογία, θεολογία κλπ. Η ευχή να λέγεται χωρίς διακοπή. Η ευχή θα φέρει ολίγον κατ’ ολίγον ειρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα. Η ειρήνη και η γλυκύτης θα φέρουν περισσότερον ευχή, και η ευχή κατόπιν, περισσοτέραν ειρήνη και γλυκύτητα κ.ο.κ. θα έρθει στιγμή που αν θα σταματάς την ευχή, θα αισθάνεσαι άσχημα. (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Να λέτε την ευχή. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” . Να τη λέτε μια-μια λέξη κατανοητά, καταληπτά. Να μην προχωρείτε στη δεύτερη λέξη , αν δεν καταλάβετε την πρώτη. Να τονίζεται περισσότερο το τελευταίο , δηλ ελέησόν με. Θα σας έρθει τώρα στην αρχή ραθυμία και και ύπνος και μετεωρισμός και αμέλεια αλλά εσείς γρήγορα να συνέρχεστε. ‘Όταν λέτε την ευχή , να θεωρείτε τον εαυτό σας τώρα στην αρχή , ότι είσθε στη κόλαση και να φωνάζετε κλαίοντας, ζητώντας το έλεος του Θεού. Μακριά από την απόγνωση, από την απελπισία και τα όμοια ταύτα. Κατά την ώρα της προσευχής να μην δέχεστε ούτε φαντασία , ούτε μορφή, ούτε εικόνα της Παναγίας και του Χριστού ή άλλου τινός Αγίου, ούτε και τις λέξεις της ευχής να βλέπετε νοερώς” (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Μάθετε να εργάζεσθε το κομποσκοινάκι. Το κομποσκοινάκι θα σας οδηγήσει εκεί που εσείς δεν γνωρίζετε σε ανώτερα επίπεδα θα σας οδηγήσει το κομποσκοινάκι. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”
–Έχετε ένα πρόβλημα; “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”
–Έχετε έναν πειρασμό με τον άλλον, με τον γείτονα σας, με τους φίλους σας κ.ο.κ. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Η ευχή θα σας δώσει τη λύση του προβλήματος σας λύσιν του αδιεξόδου όπου ευρίσκεστε. Το κομποσκοινάκι λοιπόν “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Όλοι οι Άγιοι Πατέρες φωνάζουν την πρώτη θέση στη ζωή του κάθε χριστιανού την κατέχει η προσευχή. Θέλεις να κάνεις κατάσταση; Προσεύχου. Θέλεις να σωθείς; Προσεύχου. ‘Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Απ’ αυτήν τη μικρούλα αλλά παντοδύναμη προσευχή, ξεκίνησαν οι Άγιοι Πατέρες και έγιναν φωστήρες της εκκλησίας. Λέγε συνεχώς όσο μπορείς περισσότερες φορές την ημέρα και τη νύχτα αυτή την ευχούλα και αυτή θα σε διδάξει αυτά που θέλεις, αυτά που δεν γνωρίζεις. Βιάσου σ’ αυτήν την ευχούλα (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)
Η ευχή μας φέρνει κοντά στον Χριστό. Κάποτε μου ήρθε (να εξομολογηθεί) ένας μεγαλόσχημος .
Μου είπε: Έχω φθάσει , Αββά σε απόγνωση. Δεν βλέπω καμιά αλλαγή στο καλύτερο. Πως θα βελτιωθώ; Πώς θα πεθάνω για την αμαρτία; Αισθάνομαι την πλήρη αδυναμία μου. Υπάρχει άραγε ελπίδα σωτηρίας.
Βεβαίως υπάρχει. Λέγε όσο πιο πολύ μπορείς την ευχή. Και άφησε τα πάντα στα χέρια του θεού. Και ποια η ωφέλεια από την ευχή όταν δε συμμετέχει ο νους και η καρδιά; Τεράστια ωφέλεια. Είναι γνωστό ότι η «ευχή» έχει πολλές βαθμίδες: από την απλή προφορά των λέξεων της «ευχής» μέχρι την «ευχή» την θαυματουργική. Μα έστω και στην κατώτατη βαθμίδα να βρισκόμαστε και αυτό για μας είναι ψυχικά πολύ ωφέλιμο και σωτήριο. Από τον άνθρωπο που λέγει την «ευχή» φεύγουν οι δυνάμεις του εχθρού μας. Και ο άνθρωπος αυτός γρήγορα ή αργά οπωσδήποτε θα σωθεί.
Αναστήθηκα! Αναστέναξε ο Μεγαλόσχημος. Από δω και πέρα δεν πρόκειται πια να πέσω σε ακηδία και απόγνωση. Το λέγω λοιπόν και το επαναλαμβάνω: λέτε την «ευχή» .’Έστω και μόνο με το στόμα. Και ο Κύριος δεν θα σας αφήσει (Στάρετς Βαρσανούφιος της Όπτινα)
Δεν πρέπει να αφήνουμε την ευχή. Όταν μας δίνεται η ευκαιρία, να τη λέμε. Να μην τριγυρίζει ο νους μας στα μάταια. Με την ευχή ο νους αναπαύεται και αγάλλεται. Ο νους του ανθρώπου πρέπει να ασχολείται με την ευχή και να μην τρέχει στα μάταια. (Γέροντας Παϊσιος)
Πρέπει συνεχώς αδιαλείπτως να λέμε την ευχή. Μέσα στη καρδιά μας και το νου μας πρέπει να μείνει μόνο το όνομα του Χριστού μας. Γιατί όταν εμείς αφήνουμε την προσευχή, την , την επικοινωνία μας με το Θεό, τότε ο διάβολος με λογισμούς αρχίζει και μας ζαλίζει και δεν ξέρουμε πλέον ούτε τι θέλουμε, ούτε τι λέμε , ούτε τι κάνουμε. (Γέροντας Παϊσιος)
Να λέγωμεν συνεχώς την ευχήν, είτε με το νουν, είτε με το στόμα. Η ευχή, το παντοδύναμον όπλον δεν αφήνει την αμαρτία να εισέλθει. Ο διάβολος καίεται από το όνομα του Ιησού Χριστού, δια τούτο πασχίζει με κάθε τρόπον να σταματήσει την ευχή. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης)
Λέγε την ευχή: αγιάζει το στόμα, αγιάζει ο αέρας, αγιάζει ο τόπος που λέγεται, Οι δαίμονες βάζουν χίλια εμπόδια δια να μην προσευχηθεί ο άνθρωπος, επειδή όλες οι παγίδες , όλα τα δίκτυα των δαιμόνων καταστρέφονται δια της προσευχής. Άπειρες φορές οι δαίμονες δια στόματος δαιμονισμένων ομολόγησαν ότι καίονται από την ενέργεια της ευχής. (Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης)
Η κάτωθι σύντομος προσευχή είναι παντοδύναμο όπλο κάθε χριστιανού: « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς» . Λέγε αδερφέ μου με τα χείλη και με την καρδιά σου συνεχώς τα σωτήρια αυτά λόγια , διότι φωτίζουν τον νου, γαληνεύουν την καρδιά, καίουν την αμαρτία, μαστίζουν και εκδιώκουν τους δαίμονας.
Το κομποσκοίνι δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι κάτι διακοσμητικό, ούτε κάτι που θα μας φέρει γούρι. Αντίθετα, χρειάζεται για να μας θυμίζει τη προσευχή και, σαν τέτοιο, είναι μια άγια και θεία παρουσία στη ζωή μας. Συγκεκριμένα το κομποσκοίνι είναι φτιαγμένο για να κάνουμε την αδιάλειπτη προσευχή, αυτή που λέγεται αδιάκοπα, σύμφωνα με την προτροπή του απ. Παύλου « αδιαλείπτως προσεύχεσθε» . Φυσικά την «ευχή» αυτή μπορούμε να την λέμε και χωρίς κομποσκοίνι., με το νου μας και μάλιστα όσο συχνότερα είναι δυνατό. Η προσευχή, που είναι η συνομιλία με το Θεό, μας χαρίζει ηρεμία , ψυχική γαλήνη και διώχνει το άγχος από τη ζωή μας. ΠΗΓΗ