Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2015

Η απόλυση της Θείας Λειτουργίας

                                       αγρυπνία θεία λειτουργία άγιο όρος

Η απόλυση της Θείας Λειτουργίας

Επιστέγασμα της αναίμακτης ιερουργίας αποτελεί η απόλυση, δηλαδή το παράγγελμα του λειτουργού, με το οποίο δηλώνεται η περάτωση της Θείας Λειτουργίας και η προτροπή προς αποχώρηση των πιστών από τον ναό.
Ο όρος απόλυση είναι σύνθετος και προέρχεται από την πρόθεση από και το ρήμα λύω. Στους αρχαιοπρεπείς λειτουργικούς τύπους, όπως του Ιακώβου του Αδελφοθέου ή Γρηγορίου του Θεολόγου, η λήξη της Θείας Ευχαριστίας δηλωνόταν με το διακονικό παράγγελμα «Ἀπολύεσθαι ἐν εἰρήνῃ». Η απόλυση της σύναξης έκτοτε μεταβλήθηκε, λαμβάνοντας σταδιακά, ιδίως στους βυζαντινούς λειτουργικούς τύπους (Ιω. Χρυσοστόμου, Μ. Βασιλείου), τη σύγχρονη τελετουργική δομή.
Στη σύγχρονη λειτουργική πρακτική η Θεία Λειτουργία περαιώνεται με την εκφώνηση  «Δι´ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς», ως κατακλείδα της αγιολογικής επίκλησης που εκφωνεί ο λειτουργός. Η περαίωση της ακολουθίας με τη φράση αυτή είναι κατά πολύ μεταγενέστερη και εντάχθηκε στο τέλος όλων των ιερών ακολουθιών με επίδραση από την μοναστική παράδοση. Η ένταξη της εκφώνησης στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ορίζεται χρονικά μετά την Αναστήλωση των Εικόνων (843) και την ταυτόχρονη επικράτηση του μοναχισμού, η οποία επέφερε στο ενοριακό τυπικό μία σειρά αλλοιώσεων, βασισμένες στις τυπικές διατάξεις του μοναστικού τυπικού.
Η εκφώνηση αυτή είναι καθαρά μοναστηριακής επίδρασης, καθώς αναφέρει ρητά την επίκληση των πατέρων της μονής που παρίστανται συμπροσευχόμενοι τη στιγμή εκείνη στο καθολικό. Κατά τον π. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, θα ήταν σωστό στην ενοριακή πράξη να λέγεται αντί για τη φράση αυτή η παλαιότερη εκφώνηση: «Ἡ Ἁγία Τριὰς φυλάξει καὶ σώσει πάντας ἠμᾶς», η οποία εκφωνείται αμέσως μετά την απόλυση της σύναξης διά του «Δι’ εὐχῶν».
Εξετάζοντας τις δύο εκφωνήσεις, δεν φαίνεται να αποδίδεται στη Θεία Λειτουργία ένα οριστικό και ρητό τέλος, καθώς περικλείουν μόνο το αίτημα για την εκ Θεού σωτηρία του ανθρώπου και το θείο έλεος. Η ανυπαρξία ρητής απόλυσης δηλώνει την εσχατολογική πορεία του λειτουργικού χρόνου. Ο εκκλησιαστικός λειτουργικός χρόνος δεν είναι ούτε ευθύς, με αρχή και τέλος, ούτε κυκλικός με αιώνια ανακύκληση των ιδίων γεγονότων, όπως θεωρούν οι προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Κατά τον π. Γεώργιο Μεταλληνό, ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας είναι ένα αιώνιο παρόν που συγκεφαλαιώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον στην αμεσότητα της μετοχής στη θεία παρουσία. Αυτό δηλώνει ότι ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος, καθώς έχουν ως αφετηρία τους την απεραντοσύνη του Θεού. Η πορεία του χρόνου έχει ως σταθμό – στόχο τα Έσχατα, αλλά δεν έχει τέλος, αφού η συν Θεώ ζωή είναι ατελεύτητη.
Η Θεία Λειτουργία τελείται σε χρόνο εσχατολογικό, ατελεύτητο και αιώνιο, έξω από την κοσμική έννοια του χρόνου, ως πρόγευση των Εσχάτων. Άλλωστε, είναι μία και ενιαία, όπως το Σώμα του Χριστού, ο οποίος θυσιάζεται και μεταδίδεται στους πιστούς κάθε φορά που αυτή τελείται. Η τέλεση της Θείας Λειτουργίας σε καθημερινή βάση δεν δηλώνει ότι υπάρχουν πολλές ‘’Θείες Λειτουργίες’’, αλλά μόνο μία, όπως μόνο ένας και ανεπανάληπτος ήταν ο Μυστικός Δείπνος. Η έλλειψη ρητής απόλυσης δηλώνει την συνέχεια και την ενότητα της Θείας Λατρείας στο εσχατολογικό παρόν.
Η απόλυση της Θείας Λειτουργίας συνοδεύεται πολλές φορές από την υπέρ του λειτουργού επευφημία του λαού, ιδίως όταν χοροστατεί αρχιερέας. Η ευφημία του λειτουργού δια της φράσης «Τὸν εὐλογοῦντα καὶ ἁγιάζοντα ἠμᾶς, Κύριε, φύλαττε εἰς πολλὰ ἔτη» αναλογεί κατ’ ακρίβεια στην αρχιερατική Θεία Λειτουργία. Η μετάδοση της ευλογίας και του αγιασμού είναι αποκλειστικό αρχιερατικό δικαίωμα. Κατά τον Συμεών Θεσσαλονίκης, ο αρχιερέας, μόνος από όλο τον κλήρο, έχει  το ιδίωμα του φωτιστικού και μεταδοτικού της Θείας Χάρης, χαρίσματα τα οποία απέκτησε με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της χειροτονίας του. Ο πρεσβύτερος επευφημείται από τον λαό ως λειτουργός των Αχράντων Μυστηρίων ύστερα από κανονική εκχώρηση και συγκατάθεση  από τον επιχώριο ιεράρχη.
Η επευφημία του λαού υπέρ του λειτουργού ζητά από τον Κύριο να τον διαφυλάξει πολυχρόνιο, δηλαδή να ζήσει επί πολλά έτη, ακολουθώντας το θείο θέλημα. Ο λαός ζητά από τον Θεό να μακροημερεύσει ο λειτουργός όχι μόνο στα έτη της επίγειας ζωής, αλλά και στην ιερατική διακονία του.
Σὲ περίπτωση τέλεσης αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας, η επευφημία του λαού μεταβάλλεται σε «Τὸν Δεσπότην καὶ Ἀρχιερέα ἠμῶν, Κύριε, φύλαττε· εἰς πολλὰ ἔτη Δέσποτα», επαναλαμβάνοντας τρεις φορές τη φράση  «εἰς πολλὰ ἔτη Δέσποτα». Η επευφημία αυτή είναι σύνθετη και η προέλευσή της ανάγεται στο Βυζάντιο, καθώς προέρχεται από τα πατριαρχικά συλλείτουργα στον ναό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, στα οποία παρευρισκόταν και ο αυτοκράτορας. Ως Δεσπότης ορίζεται εδώ ο βυζαντινός αυτοκράτορας και ως αρχιερέας ο Πατριάρχης. Ο λαός ευφημεί και παρακαλεί τον Κύριο για την μακροημέρευση και φιλόθεη διακονία και των δύο. Παρακαλεί, αφενός, τον Κύριο να φυλάσσει και να ενδυναμώνει τον κοσμικό άρχοντα στα διοικητικά έργα του, ενώ, αφετέρου, δέεται για την ενδυνάμωση των έργων του αρχιερέα και την ακώλυτη τέλεση της ιερουργίας ως το τέλος της αρχιερατικής διακονίας του.
Με την πτώση της Αυτοκρατορίας στους Οθωμανούς (1453), η παρουσία του αυτοκράτορα εκλείπει. Η ευφημία, όμως, του λαού παρέμεινε σε λειτουργική χρήση, απευθυνόμενη πλέον μόνο υπέρ του αρχιερέα, ο οποίος χοροστατεί στη Θεία Λειτουργία. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης παραθέτει ερμηνεία της φράσης «Εἰς πολλὰ ἔτη Δέσποτα». Κατά τον Συμεών, ο πολυχρονισμός απευθύνεται στον Χριστό, τον Μεγάλο Βασιλέα- Δεσπότη και Αρχιερέα, ο οποίος θεμελίωσε και κατέστησε την επίγεια βασιλεία και την αρχιερωσύνη. Ο αρχιερέας επευφημείται από τον λαό, καθώς φέρει χαρισματικά την αρχιερωσύνη του Χριστού. Τελικός αποδέκτης της αρχιερατικής ευφημίας είναι ο ίδιος ο Χριστός, στον οποίο πρέπει να ανάγεται κάθε λατρευτική επίκληση της ευχαριστιακής σύναξης.
πηγή

Λόγος για την ομοφυλοφιλία (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Το κείμενον του Ιερού Χρυσο­στόμου κατά μετάφρασιν έχει ως εξής:

«Αλλ' ακόμη δεν ανέφερα το αποκορύφωμα των κακών, ούτε το κυριώτερον μέρος της συμφοράς απεκάλυψα, διότι πολλάκις, που ητοιμάσθην να το ειπώ εκοκκίνησα, πολλάκις δε εντράπηκα. Ποίον λοι­πόν είναι αυτό; Διότι πρέπει πλέον να το αποτολμήσωμεν να το είπωμεν. Αλλωστε θα ήτο μεγάλη ανανδρία, ενώ πρόκειται να εκριζώσωμεν κάτι κακόν, να μη τολμώμεν ούτε καν να ομιλήσωμεν δι' αυτό, ωσάν να πρόκειται η σιωπή να ιατρεύση αφ' εαυτής την ασθένειαν. Δεν θα σιωπήσωμεν λοιπόν, και αν ακόμη πρόκειται μυριάκις να εντραπώμεν και να κοκκινίσωμεν. Διότι και ο ιατρός, προκειμένου να καθαρίση την μολυσμένην πληγήν, θα παραιτηθή από του να χρησιμο­ποίηση τον σίδηρον, και να βυθίση τα δάκτυλά του εις τον πυθμένα του τραύματος; Λοιπόν, ούτε και ημείς πρόκειται να σταματήσωμεν τον λόγον αυτόν, καθ' όσον η μόλυνσις είναι χειροτέρα. Ποίον λοιπόν είναι το κακόν; Κάποιος παράδοξος και παράνομος πόθος εισήλθεν εις την ζωήν μας. Επέπεσεν ασθένεια βαρεία και αθερά­πευτος και ενέσκηψε πανώλης χει­ροτέρα όλων’ επενοήθη κάποια νέα και φοβερά παρανομία, διότι ανατρέπονται όχι μόνον οι ανθρώ­πινοι, αλλά και οι φυσικοί νόμοι. Κατήντησε λοιπόν μικρόν πράγμα η πορνεία θεωρουμένη ως συνήθης ασέλγεια. Και όπως εις τας οδύνας, το τυραννικώτερον πάθος, όταν επέλθη, καλύπτει την εντύπωσιν του προηγουμένου, έτσι και το υπερβολικόν μέγεθος αυτής της ύβρεως κάμνει το ανυπόφορον, να μη φαίνεται πλέον ως ανυπόφορον, δηλαδή την ακολασίαν περί την γυναίκα.Διότι φαίνεται ότι είναι ευχάριστον το να ημπορέση να διαφύγη κανείς από τα δίκτυα αυτά και κινδυνεύει εις το εξής να γίνη περιττόν το γυναικείον φύλον, εφ' όσον οι νέοι αναπληρώνουν αντί εκεί­νων, όλα τα εις εκείνας ανήκοντα. Και δεν είναι μόνον αυτό το κακόν, αλλ' ότι με πολλήν ελευθερίαν αποτολμάται τοιαύτη ακολασία και ενομιμοποιήθη η παρανομία. Κανείς λοιπόν δεν φοβείται και δεν τρέμει. Κανείς δεν εντρέπεται ούτε κοκκι­νίζει, αλλά και υπερηφανεύεταιδια την γελοίαν αυτήν πράξιν και θεω­ρούνται παράφρονες οι σώφρονες και ότι δήθεν παραπλανώνται οι νουθετούντες’ και αν μεν τύχη να είναι κατώτεροι σωματικώς, δέρονται, αν δε είναι ισχυρότεροι χλευ­άζονται, καταγελώνται, περιλούο­νται με μυριάδας εμπαιγμούς. Εις τίποτε δεν ωφελούν τα δικαστήρια, ούτε οι νόμοι, ούτε οι παιδαγωγοί, ούτε οι πατέρες, ούτε οι υπηρέται, ούτε οι διδάσκαλοι.
Διότι άλλους μεν κατώρθωσαν να διαφθείρουν δια χρημάτων, αυ­τοί δε ενδιαφέρονται πως να απο­κτήσουν μισθόν. Εξ εκείνων δε που είναι φρονιμώτεροι και φροντί­ζουν δια την σωτηρίαν αυτών, που τους έχουν εμπιστευθή, άλλοι μεν πολύ ευκόλως αποκοιμίζονται και εξαπατώνται, άλλοι δε φοβούνται την δύναμιν των ανηθίκων. Αλλω­στε ευκολώτερον θα ηδύνατο να γλυτώση κάποιος, ο οποίος έχει γί­νει ύποπτος ότι εποφθαλμιά το βασιλικόν αξίωμα, παρά να ξεφύγη από τα χέρια των μιαρών εκείνων, αν προσπαθήση να αρπάξη από αυτούς τα παιδιά. Ετσι, ωσάν εις μεγάλην ερημίαν, μέσα εις τας πό­λεις οι αρσενικοί με αρσενικούς διαπράττουν την ακολασίαν. Εάν δε μερικοί έχουν ξεφύγει τας παγί­δας αυτάς, δυσκόλως θα αποφύ­γουν όμως την κακήν φήμην αυ­τών, οι οποίοι διαπράττουν τας α­σχήμιας αυτάς. Πρώτον μεν, διότι είναι πάρα πολύ ολίγοι και κατ' αυ­τόν τον τρόπον ευκόλως θα ημπο­ρούσαν να κρύπτωνται ανάμεσα εις το πλήθος των κακών, δεύτε­ρον δε, διότι και οι ίδιοι οι μιαροί και οι μολυσμένοι εκείνοι δαίμονες, επειδή δεν ημπορούν κατ' άλλον τρόπον να βλάψουν αυτούς οι ο­ποίοι τους περιεφρόνησαν, προ­σπαθούν να τους τιμωρήσουν δια του τρόπου αυτού. Διότι, αφού δεν ημπόρεσαν να τους πλήξουν θανασίμως ούτε να εγγίσουν την ιδίαν την ψυχήν των, επιχειρούν λοιπόν να πληγώσουν τουλάχιστον τον διάκοσμον της σωφροσύνης των, τον οποίον λαμβάνουν από την κοινωνίαν και να καταστρέψουν την καλήν υπόληψίν των.
Διά τούτο και ήκουσα ότι πολλοί παραξενεύονται, πως ακόμη και σήμερον δεν έβρεξε άλλην πυρίνην βροχήν, πως δεν έπαθεν η πόλις μας αυτά, που έπαθον τα Σόδο­μα ενώ είναι αξία διά πολύ σκληροτέραν τιμωρίαν, καθόσον δεν εσωφρονίσθη ούτε με τα κακά εκεί­νων; Αλλά μολονότι λοιπόν η χώρα εκείνη επί δύο χιλιάδες έτη βοά δια της όψεώς της λαμπρότερον και από φωνήν, προς όλην την οικουμένην, δια να μη αποτολμήση παρόμοιον αμάρτημα, όχι μόνον δε εμειώθη η τάσις των δια την αμαρτίαν αυτήν, αλλά και περισσότερον αυθάδεις έγιναν, ωσάν να φιλονεικούν και μάχωνται με τον Θεόν και προσπαθούν να αποδείξουν εμ­πράκτως ότι τόσον περισσότερον θα είναι προσκεκολλημένοι εις τα κακά αυτά, όσον περισσότερον τους απειλεί. Πώς λοιπόν δεν έγινε τίποτε τέτοιο, ενώ τα μεν Σοδομιτικά αμαρτήματα διαπράττονται, όμως, δεν επιβάλλονται αι τιμωρίαι των Σοδόμων; Επειδή τους αναμέ­νει άλλο πυρ καυστικώτερον και τι­μωρία ατελεύτητος. Αλλωστε και εκείνοι, ενώ διέπραξαν πολύ βαρύ­τερα αμαρτήματα από τους καταστραφέντας δια του κατακλυσμού, εννοώ τους μετέπειτα, καμμία τέ­τοια ραγδαία βροχή, δεν έγινε μετά από εκείνον.
Και εδώ πάλιν ο λόγος είναι ο ίδιος. Διατί τάχα οι πρώτοι άνθρω­ποι, όταν ούτε δικαστήρια υπήρχον, ούτε φόβος υπήρχε από τους άρχοντας, ούτε νόμος να τους α­πειλή, ούτε όμιλος προφητών δια να τους επαναφέρη εις τάξιν, ούτε φόβος κολάσεως, ούτε ελπίς βασι­λείας αιωνίου, ούτε άλλη γνώσις αληθείας, ούτε και τα θαύματα, που ημπορούν να αναστήσουν και τους λίθους, πώς λοιπόν αυτοί, που δεν απήλαυσαν τίποτε από αυτά, ετιμωρήθησαν τόσον αυστηρά διά τας αμαρτίας των και αυτοί, που έχουν συμμετάσχει εις όλα αυτά και ζουν μέσα εις τόσον φόβον και θείων και ανθρωπίνων δικαστη­ρίων, δεν ετιμωρήθησαν ακόμη μέ­χρι σήμερον με τας αυτάς τιμω­ρίας, ενώ είναι άξιοι σκληροτέρας τιμωρίας; Αρα, δεν είναι ευνόητον και εις ένα παιδί, ότι τους επιφυ­λάσσεται αυστηροτέρα τιμωρία; Διότι, εάν εμείς οργιζώμεθα έτσι και αγανακτώμεν, ο Θεός, που φρο­ντίζει δι' όλα και ιδιαιτέρως δια το ανθρώπινον γένος και αποστρέφε­ται και μισεί σφοδρώς την κακίαν, πώς θα ηνείχετο να αποτολμώνται αυτά χωρίς τιμωρίαν;
Δέν είναι έτσι, όχι! Αλλά θα επιφέρη επ' αυτών την παντοδύναμον χείρα του και την αφόρητον πληγήν και την οδύνην των βασανιστη­ρίων εκείνων, που είναι τόσον φο­βερά, ώστε αι συμφοραί των Σοδό­μων συγκρινόμενοι προς αυτά, θα θεωρούνται αστείαι. Διότι ποίους βαρβάρους δεν εξεπέρασαν, ποίον γένος θηρίων, δια της μιαράς αυ­τής σαρκικής μίξεως; Υπάρχει εις μερικά από τα άλογα ζώα μεγάλη γενετήσιος ορμή και επιθυμία ασυ­γκράτητος, που δεν διαφέρει κα­θόλου από την τρέλλαν. Αλλ' ό­μως, δεν γνωρίζουν τον έρωτα αυ­τόν του αρσενικού προς το αρσενικόν, αλλά στέκονται εις τα όρια, που έθεσεν η φύσις. Και αν ακόμη μυριάκις κοχλάζει μέσα των το πά­θος, όμως, δεν ανατρέπουν τους νόμους της φύσεως. Οι δήθεν, ό­μως, λογικοί, που εγνώρισαν την θείαν διδασκαλίαν και διδάσκουν εις άλλους τι πρέπει και τι δεν πρέ­πει να κάμνουν και ήκουσαν Γραφάς, που κατήλθον από τον ουρανόν, συνάπτουν σχέσεις όχι τόσον ελευθέρως με τας πόρνας, όσον με τους νέους. Ωσάν να μη είναι ακριβώς άνθρωποι, μήτε να υπάρχη η πρόνοια του Θεού, η οποία τιμωρή τας παρανομίας, αλλά ωσάν σκότος, που κατέλαβε τα πάντα και κανείς πλέον ούτε βλέπει αυτά ούτε τα ακούει, τοιουτοτρόπως αποτολμούν τα πάντα, και μάλιστα με τόσην μεγάλην μανίαν. Οι δε πα­τέρες των διαφθειρομένων παι­διών υπομένουν αυτά σιωπηλώς και δεν εξαφανίζονται μαζί με αυτά, ούτε σκέπτονται καμμίαν διόρθωσιν του κακού.
Διότι και εάν έπρεπε να μεταφέ­ρουν τα παιδιά των εξορία εις ξένην χώραν εξ αιτίας του πάθους αυτού, είτε εις την θάλασσαν, είτε εις τας νήσους, είτε εις απάτητον γην, είτε εις την υπεράνω ημών οικουμένην, δεν θα έπρεπε να κάνουν το παν και να προσπαθήσουν, ώστε να μη συρ­θούν αυταί αι αισχρότητες; Και αν υπάρχη κάπου ένα χωρίον προσβληθέν από ασθένειαν και μάλι­στα χολέραν, δεν θα μεταφέρωμεν από εκεί τους υιούς και αν ακόμη πρόκειται να κερδίσουν εκεί πολλά και η υγεία των είναι αρίστη; Τώρα δε, όμως, που τόση διαφθορά υπάρ­χει παντού, όχι μόνον σύρομεν αυτούς προς τα βάραθρα αυτά, αλλά απομακρύνομεν και αυτούς, που θέλουν να τους απαλλάξουν, ωσάν καταστροφείς. Και πόσης οργής άξια δεν είναι αυτά και πό­σων κεραυνών, όταν το μεν λεκτικόν αυτών προσπαθούμεν να το διορθώσωμεν και να τα καθαρίσωμεν δια της κοσμικής σοφίας, την δε ψυχήν, που κείται μέσα εις τον βόρβορον της ασελγείας και σαπί­ζει διαρκώς, όχι μόνον παραμελούμεν, αλλά και όταν θέλη να ανορθωθή, την εμποδίζωμεν;
Ακόμη λοιπόν θα τολμήση να ειπή κανείς ότι είναι δυνατόν αυ­τοί, που είναι τόσον βυθισμένοι εις τοιαύτας αμαρτίας να σωθούν; Από πού; Διότι αυτοί, που διέφυγον την μανίαν των ακολάστων (εί­ναι δε ολίγοι αυτοί), τους τυραννι­κούς εκείνους έρωτας, που δια­φθείρουν τα πάντα, όμως, δεν διαφεύγουν τον πόθον του πλούτου και της δόξης. Οι περισσότεροι, όμως, και από τα ίδια αυτά πάθη και από τα πάθη της ασελγείας κατα­λαμβάνονται με μεγαλυτέραν ορμήν. Επειτα θέλοντες να τους καλλιεργήσωμεν την ευγλωττίαν, δεν απορρίπτομεν μόνον τα εμποδίζοντα την παίδευσιν, αλλά δημιουργούμεν και τα συντελούντα διορίζοντες και παιδαγωγούς και διδασκάλους και χρήματα δαπανώντες και απαλλάσσοντες αυ­τούς από τας άλλας ασχολίας και τονίζοντες εις αυτούς τακτικώτερον απ' όσον οι παιδοτρίβαι εις τους Ολυμπιακούς αγώνας αφ' ενός μεν δε την πενίαν λόγω της απαιδευσίας και αφ' ετέρου τον πλούτον, που αποκτά κανείς από την μόρφωσιν και πράττοντες και λέγοντες το παν και μόνοι μας και με άλλους, ώστε να τους οδηγήσωμεν εις το τέλος της εν λόγω παιδείας και παρά ταύτα πολλάκις ούτε έτσι το επιτυγχάνομεν.
Νομίζομεν δε ότι θα προκύψη καλλιέργεια συμπεριφοράς και ορθότητος αρίστου βίου, ενώ υπάρχουν τόσον πολλά, που την διακόπτουν; Και τί χειρότερον θα ηδύνατο να γίνη από τον παραλογισμόν αυτόν; Το μεν ευκολώτερον δηλαδή να γίνεται αντικείμενον τόσον μεγάλης τιμής και επιμελείας, ωσάν να μη είναι δυ­νατόν χωρίς αυτήν να κατορθωθή ποτέ αυτό, εκείνο δε που είναι δυσκολώτερον, τούτο να νομίζωμεν ότι θα μας έλθη ενώ κοιμούμεθα, ως να ήτο κάτι από τα ευτελή και μηδαμινά; Διότι η παίδευσις της ψυχής είναι έργον τόσον δυσκολώτερον και επιπλέ­ον, όσον το να πράττη κανείς από το να λέγη και όσον τα έργα είναι κοπιαστικώτερα των λόγων.
Και ποίαν ανάγκην έχουν τα παιδιά μας, λέγει, από την φιλοσοφίαν και ορθότητα βίου; Πράγ­ματι αυτό είναι· αυτό είναι εκείνο, που κατέστρεψε τα πάντα, ότι δη­λαδή πράγμα τόσον αναγκαίον, που συγκρατεί την ζωήν μας, θε­ωρείται περιττόν και πάρεργον. Κανείς δεν θα έλεγε, εάν έβλεπε τον υιόν του να ασθενή κατά το σώμα, ποίαν ανάγκην έχει από καθαράν και ακριβή υγείαν;


(«Απαντα Χρυσοστόμου», 13ος τόμος, έκδοση «Ωφελίμου βιβλίου»)



(Πηγή: «Ορθόδοξος Τύπος», 15/2/2008)
το  είδαμε εδώ

Ἡ πίστη ποὺ σώζει ... Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov



Εἶναι λυπηρό. Ὁμως σήμερα ὑπάρχουν χριστιανοί, πού ἁπλά δέν γνωρίζουν τί σημαίνει νά πιστεύεις στό Χριστό, ἀλλά καί ἔχουν μία ἐντελῶς συγκεχυμένη ἀντίληψη γιά τήν πίστη στόν Ἕνα καί μοναδικό Σωτήρα καί Θεό, τόν Χριστό.

Λένε:

-Γιατί ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπιμένετε ὅτι ἔχετε τήν ἀποκλειστικότητα τῆς ἀληθείας;

- Γιατί τάχα, μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι θά σωθοῦν;

- Ἀνάμεσά μας ὑπάρχουν τόσοι καλοί ἄνθρωποι! Καί Μωαμεθανοί, καί Βουδδιστές, καί χριστιανοί ἄλλων ὁμολογιῶν, ἀκόμη καί ἄθεοι.

- Στέκει νά θέλεις νά τούς στείλεις ὅλους αὐτούς στήν κόλαση;
 

* * *
 
Μία τέτοια σκέψη, φαίνεται να εἶναι καί σωστή· καί τετραγωνικά λογική. Εἶναι ὅμως;

Ἄς τό ἐξηγήσωμε μέ λόγια ἁπλᾶ. Γιατί, ἐπάνω σέ ἕνα τέτοιο σοβαρό θέμα δέν πρέπει νά ἔχωμε συγκεχυμένες ἰδέες. Λοιπόν. Σημασία δέν ἔχει, τί λέει ὁ καθένας, ἀλλά τί λέει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία .

Χριστιανοί! Προσέξτε! Κάνετε ὡραῖες σκέψεις καί συλλογισμούς! Ἀλλά χωρίς νά ξέρετε, τί εἶναι ἡ σωτηρία· γιατί εἶναι ἀπαραίτητη ἡ σωτηρία· καί γιατί ἡ μόνη ὁδός πρός τόν Θεό καί τήν σωτηρία εἶναι ὁ Χριστός· μόνο ὁ Χριστός!

Σωτηρία εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό· ἡ ἀποκατάσταση ἐπικοινωνίας μαζί Του. Ἡ σωτηρία εἶναι κάτι πού μάς ἐνδιαφέρει ὅλους. Ὅλους τούς λαούς· ὅλους τούς ἀνθρώπους· ἐνάρετους καί ἁμαρτωλούς! Ὁ Πατριάρχης Ἰακώβ μιλώντας γιά τόν ἑαυτό του, λέγει: «θά κατεβῶ στό παιδί μου στόν Ἅδη». Το λέγει γιατί τότε, πρίν ἔλθει ὁ Χριστός, ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, μετά τό ἐπίγειο ταξίδι τους, κατέληγαν στόν Ἅδη. Τόσο λίγη ἀξία εἶχαν τότε τά «καλά» τους ἔργα! Μόνα τους χωρίς τήν χάρη πού παίρνουμε, ἀπό τό βάπτισμα καί ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Γι᾿ αὐτό, ὅταν κάποτε οἱ Ἰουδαῖοι ρώτησαν τόν Χριστό: «τί πρέπει νά κάνουμε, γιά νά ἐκτελοῦμε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ»; Καί ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Το μεγαλύτερο ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι νά πιστεύετε σέ Ἐκεῖνον, πού ὁ Θεός Πατέρας μᾶς ἔστειλε»(Ἰω. 6,28-29). Δηλαδή:

Ἡ μόνη ἐγγύηση, ἡ μοναδική ὁδός γιά τήν σωτηρία εἶναι ἡ σωστή πίστη σέ Ἐκεῖνον, πού ὁ Θεός ἔστειλε στόν κόσμο δηλαδή, τόν Υἱόν - τόν Χριστό.

Δέν ἀρκεῖ λοιπόν, νά εἴμαστε «καλοί» ἄνθρωποι. Καί ἄν ἄνθρωποι μεγάλοι καί φωτισμένοι, κατέβαιναν τότε στόν Ἅδη, πῶς εἶναι δυνατό ἐσύ, νά θέλεις νά σωθῆς χωρίς πίστη καί ἐπικοινωνία μέ τόν Χριστό; Και πώς τολμᾶς καί ψάχνεις νά βρεῖς, ἄν καί οἱ μουσουλμάνοι θά σωθοῦν; Ἐπειδή ἁπλά σοῦ φαίνονται «καλοί»; Χωρίς ποτέ, νά ἔχουν πιστεύσει στόν Ἕνα καί Μοναδικό Σωτήρα καί Λυτρωτή;

 
* * *
 
Ἄς κάμουμε, λοιπόν, φροντίδα μας νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Γιατί σωτηρία χωρίς Αὐτόν, μόνο χάρη σέ μερικές «καλές» πράξεις, Δεν γίνεται.

(Ἐπιστολή 238)

Μετ: Ἀρχιμ.Α.Μ

πηγή

Ακολουθία του Αποστόλου Ιούδα, του Θαδδαίου ή Λεββαίου

Επί τη ημέρα μνήμης του Αγίου Αποστόλου Ιούδα, του αποκαλουμένου και Θαδδαίου ή Λεββαίου, δημοσιεύουμε μία πλήρη Ακολουθία προς τιμήν του, συντεθειμένη από το Μέγα Υμνογράφο της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, Δρ Χαράλαμπο Μπούσια.
Η Ακολουθία βρίσκεται στον παρακάτω σύνδεσμο:
Άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος, Saint Judas Thaddeus, Святой Иуда Фаддей
Πηγή: diakonima.gr

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας

Αυτός ήταν από τους Δώδεκα Αποστόλους και στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, (κεφ. 6,16), παρόμοια και στις Πράξεις (κεφ. 1,13), ονομά­ζεται Ιούδας Ιακώβου, δηλαδή αδελφός του Ιακώβου του αδελφοθέου. Στο κατά Ματθαίον όμως Ευαγγέλιο, ονομάζεται Θαδδαίος και Λευαίος, (κεφ. 10,3) ο οποίος έγραψε και την Καθολική Επιστολή, την φωτιστική εκείνη και δογματική σε όλους τους Χριστιανούς, που πίστεψαν.
Πηγή:http://dieyxontonagion.blogspot.gr/
Πηγή:http://dieyxontonagion.blogspot.gr/
Ήταν δε κατά σάρκα αδελφός νομιζόμενος του Κυρίου, διότι ή­ταν υιός του Μνήστορα Ιωσήφ, σύμφωνα με τον Επιφάνιο (Αιρέσ. οη΄) και υπηρέτης του φρικτού Μυ­στηρίου της υπέρλογης ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Αυτός λοιπόν αφού στάλθηκε στον κό­σμο από τον ίδιο τον Χριστό, ως αδελφός αυτού και μυσταγωγός και ως άνθρακας, που άναψε με τις λαμπρότητές του κάθε πλάνη κατάφλεξε και φώτισε αυτούς, που ήταν σκοτισμένοι. Διότι αυτός, σέρνοντας τον ζυγό του Σωτήρα και ανοίγοντας τον αύλακα και σπέρνοντας τον σπόρο της ευσέβειας στην οικουμένη, αύξησε τον καρπό και, αφού στήριξε πολλούς στην αληθινή πίστη, τους έπεισε να περιπαίζουν και να περιγελούν τα των Ελλήνων είδωλα. Επειδή λοιπόν εκείνοι, που λάτρευαν τους ψεύτικους θεούς, δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τις ανίατες ασθένειες, γι’ αυτό κατέφευγαν στον Ά­γιο αυτόν Απόστολο και έτσι δέχονταν διπλή την θεραπεία, δηλαδή σώματος και ψυχής. Διότι η θεραπεία των ασθενειών του σώματος γινόταν οδηγός στους άπιστους προς την πίστη του Χριστού.
Πηγαίνοντας λοιπόν ο θείος αυτός Ιούδας στην Μεσοποταμία και στα εκεί πλησιόχωρα μέρη, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού και φώτισε τα έθνη που βρίσκονταν εκεί. Πήγε και στην πόλη Έδεσσα και προς τον τοπάρχη Αύγαρο, τον οποίο θεράπευσε από την λέπρα (εάν αυτός, δηλαδή, υποτεθεί, ότι είναι ο Θαδδαίος). Στην συνέχεια πήγε στην πόλη Αραρά και εκεί αφού κρεμάσθηκε από τους άπιστους και με βέλη αφού κτυπήθηκε, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού και έλαβε από αυτόν τον του μαρτυρίου αμαράντινο στέφανο.
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής  τ. Ε΄, έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη-Άγιον Όρος, σ.299-300)

Το όνομα του Χριστού έχει τεράστια δύναμη


Το όνομα του Χριστού έχει τεράστια δύναμη

Υπάρχουν σε μας, υπάρχουν ξόρκια πνευματικά, το όνομα του Κυρίου μας, και η δύναμις του σταυρού.
Αυτό το ξόρκι όχι μόνον βγάζει το φίδι από τη φωλιά του και το ρίχνει στη φωτιά, αλλά θεραπεύει και τα τραύματα.
Αν όμως υπάρχουν και πολλοί που λέγουν ότι δεν θεραπεύτηκαν, αυτό συνέβη από την ολιγοπιστία τους, όχι από την αδυναμία εκείνου που αναφέραμε.
Διότι και τον Ιησού άλλοι τον έσπρωχναν και τον συνέθλιβαν από παν-τού και δεν κέρδιζαν τίποτε˙ η γυναίκα όμως που έπασχε από αιμορραγία, χωρίς να αγγίση το σώμα Του, αλλά μόνο την άκρη του ενδύματός Του, σταμάτησε χρόνιες πληγές αιμάτων ( Ματθ. 9, 20-22 και Λουκ. 8, 43-48 ).
Αυτό το Όνομα είναι φοβερό και στους δαίμονες και στα πάθη και στις ασθένειες.
Για το Όνομα λοιπόν αυτό ας καμαρώνουμε, με αυτό ας οχυρώνουμε τον εαυτό μας. Με αυτό τον τρόπο και ο Παύλος έγινε μεγάλος μολονότι είχε την ίδια φύσι με εμάς˙ όμως η πίστις τον έκανε εντελώς διαφορετικό˙ και τόσο μεγάλη ήταν η υπεροχή της δυνάμεώς του, ώστε και τα ενδύματά του να έχουν πολλή δύναμι ( Πραξ. 19,12).
Για ποια απολογία λοιπόν θα είμαστε άξιοι, όταν και οι σκιές και τα ενδύματα εκείνων έδιωχναν τον θάνατο, ενώ οι δικές μας προσευχές δε σταματούν ούτε τα πάθη; Ποια είναι η αιτία; Είναι η μεγάλη διαφορά της διαθέσεως.
Τα φυσικά βέβαια δώρα είναι ίσα και κοινά, αφού όμοια με μας και γεννήθηκε και μεγάλωσε και έζησε στη γη και ανέπνευσε αέρα˙ ενώ στα άλλα ήταν πολύ μεγαλύτερος και καλλίτερος από εμάς, δηλαδή στην προθυμία , στην πίστι, στην αγάπη.
"Χρυσοστομικός Άμβων Ε΄ - Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ - Τα νεύρα της ψυχής"

Ποιός είναι άρρωστος; Αυτός που μισεί ή αυτός που μισείται;




Ας αποφεύγουμε λοιπόν να πολεμάμε άλλους και ας καταστρέφουμε τη ρίζα αυτών, την κενοδοξία και την φιλαργυρία. Διότι ή για χρήματα είναι κανείς εχθρός ή για μάταιη δόξα. Εάν όμως είμαστε ανώτεροι από αυτά, θα γίνουμε ανώτεροι και του να κυριευόμαστε από την έχθρα. Και αν λοιπόν ακόμη σε υβρίσει, υπόφερέ το γενναία· διότι τον εαυτό του έβρισε, όχι εσένα. Και αν ακόμη σε κτυπήσει, μην ανταποδώσεις το κτύπημα· διότι αυτός είναι εκείνος που δέχεται το κτύπημα, όταν κτυπά εσένα μεν με το χέρι, τον εαυτόν του δε με τον θυμό, και αποκτά πάρα πολύ κακή φήμη.
 
Εάν δε νομίζεις ότι αυτά είναι δύσκολα, σκέψου, ότι εάν κάποιος μανιακός ξέσχιζε το ένδυμα σου, ποιός θα έλεγες ότι κακοπάσχει; εσύ πού έπαθες αυτό, ή εκείνος που έκαμε αυτό; Είναι ολοφάνερο ότι εκείνος. Έπειτα, στην περίπτωση μεν που σχίζεται το ένδυμα ο δράστης έπαθε χειρότερα από τον παθόντα, στην περίπτωση δε που ξεσχίζεται ή καρδία, διότι ο θυμός αυτό προξενεί, δεν νομίζεις ότι εκείνος παθαίνει μεγαλύτερα κακά από σένα, που δεν έπαθες τίποτε παρόμοιο;  Μη, βέβαια, μου ειπείς αυτό, ότι ξέσχισε το ένδυμα σου, άλλα ότι πρώτα ξέσχισε την καρδιά του. Διότι όπως ακριβώς δεν θα ημπορούσε να ύπαρξη ίκτερος εάν δεν σπάσει ή χολή και διαπεράσει τα όριά της, έτσι δεν θα μπορούσε να υπάρξει θυμός υπερβολικός, εάν δεν σκιστεί ή καρδία. Όπως ακριβώς λοιπόν αν δεις κάποιον να πάσχει από ίκτερο, και αν ακόμη σου προξενήσει αμέτρητα κακά, δεν θα επιθυμούσες να έλθει εις εσένα το νόσημα. έτσι και με τον θυμό.

ΕΠΕ Χρυσοστόμου, τ.  5 , σελ. 313.   
πηγή
το είδαμε εδώ

Στερήσαμε οἱ ἰδιοι τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας

                           535ae__273062ddcc724f677b0de7916c816614_M

Στερήσαμε οἱ ἰδιοι τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας

Θεέ μου! Εμάς τους ασήμαντους, τους αδύναμους, τους αμαρτωλούς, μας ονομάζεις φίλους Σου Εσύ, ο μεγάλος, ο παντοδύναμος, ο αναμάρτητος Θεός, ο Δημιουργός και Κύριος του σύμπαντος.
Τι δεν πρέπει, λοιπόν, πρόθυμα να υπομείνουμε για μια τέτοια φιλία, όταν για φιλία ανθρώπινη πολλές φορές διακινδυνεύουμε και τη ζωή μας;
Και όμως, τίποτα δεν υπομένουμε, καθόλου δεν αγωνιζόμαστε, καμιάν εντολή του Χριστού δεν εκτελούμε.
Πραγματικά, πρέπει να κλαίμε και να πενθούμε για το κατάντημά μας. Στερήσαμε οι ίδιοι τον εαυτό μας από την ελπίδα της σωτηρίας.
Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό , μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη. Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της τιμής που μας έκανε. Ύστερ’ από τις τόσες ευεργεσίες Του, φανήκαμε αχάριστοι αλλά και ασύνετοι. Αφήσαμε τον διάβολο να μας γυμνώσει από’ όλες τις θεϊκές δωρεές.
Κι έτσι, εμείς, που αξιωθήκαμε να είμαστε παιδιά και αδέλφια και κληρονόμοι του Θεού ,δεν ξεχωρίζουμε καθόλου από τους εχθρούς Του, που χλευάζουν τη  μεγαλοσύνη Του και καταπατούν τον νόμο Του. «Αλλοίμονο, ψυχή μου!», αναφωνώ μαζί με τον προφήτη. «Χάθηκε η ευσέβεια από τη γη».
Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος
 πηγή

Η Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου





Ἅγιος Κύριλλος 
Ἱεροσολύμων


Ὅταν θά ἔρθει», λέει, «ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου μέ ὅλη τή δόξα Του, ὅλοι οἱ Ἄγγελοι θά εἶναι μαζί Του» (Ματθ. 25, 31). 

Κοίτα, ἄνθρωπε, μπροστά σέ πόσο πλῆθος θά βγεῖς νά κριθεῖς. Σύμπαν τό γένος τῶν ἀνθρώπων τότε θά παρίσταται. Ἀναλογίσου λοιπόν πόσο πολυάριθμος εἶναι ἠ φυλή τῶν Ρωμαίων, ἀπό πόσα πλήθη ἀποτελοῦνται οἱ βάρβαρες φυλές πού τώρα ζοῦν καί πόσες ἀπό αὐτές τίς βάρβαρες φυλές ἔχουν πεθάνει ἐδῶ καί ἑκατό χρόνια. Λογάριασε πόσοι θάφτηκαν μέσα σέ χίλια χρόνια ἀπό ὅλες αὐτές τίς φυλές καί τόσες ἄλλες. Λογάριασε ὅλους, ὅσοι ἔζησαν στή γῆ ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι σήμερα. 

Εἶναι πραγματικά ἀπειροπληθεῖς ἀλλά, παρόλα αὐτά, μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὅτι εἶναι καί λίγοι, ἄν τούς συγκρίνουμε μέ τούς Ἀγγέλους, πού σίγουρα εἶναι κατά πολύ περισσότεροι. Ἐκεῖνοι εἶναι τά ἐνενήντα ἐννέα πρόβατα, ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μόνο τό ἕνα. Σύμφωνα μέ τό μέγεθος τῶν τόπων πρέπει νά ὑπολογίζουμε καί τό πλῆθος τῶν κατοίκων τους. Ἡ γῆ πού κατοικεῖται ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, σύμπασα ἡ οἰκουμένη, ἔτσι ὅπως βρίσκεται στό μέσον τοῦ οὐρανοῦ πού τήν περιβάλλει, εἶναι μόνο τό κέντρο ἑνός κύκλου καί ὅμως βαστάζει πάνω της τόσα πλήθη.

Σκεφτεῖτε λοιπόν ὁ οὐρανός πού τήν περιβάλλει σάν κύκλος, πόσο πιό ὑπερμεγέθης εἶναι ἀπό αὐτήν. Καί σκεφτεῖτε ὅτι ὑπάρχουν ἄπειροι ἄλλοι οὐρανοί, πού δέν μποροῦμε οὔτε κάν νά φανταστοῦμε τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων πού τούς κατοικοῦν. Διότι ἔχει γραφεῖ: «Χίλιες χιλιάδες Τόν ὑπηρετοῦσαν καί μύριες μυριάδες ἔστεκαν μέ δέος μπροστά Του». Καί ὄχι βέβαια πώς εἶναι μόνο τόσο τό πλῆθος τῶν Ἀγγέλων, ἀλλά περισσότερο ἀπ᾽ αὐτό δέν μποροῦσε νά μᾶς παραστήσει ὁ Προφήτης. Θά εἶναι παρών λοιπόν τότε στήν Κρίση ὁ Θεός, ὁ Πατέρας ὅλων, θά παρακάθεται καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα θά παρευρίσκεται καί Αὐτό. Ἀγγελική σάλπιγγα θά προσκαλέσει ὅλους ἐμᾶς, πού ἔχουμε σάν ἔνδυμά μας ὅλα μας τά ἔργα.

Μήπως λοιπόν καί μόνο μ᾽ αὐτή τήν εἰκόνα, δέν εἶναι φυσικό ἀπό τώρα νά ἔχουμε κάποια αἴσθηση ἀγωνίας; Μήν τό θεωρήσεις, ἄνθρωπε, ὅτι εἶναι μικρή καταδίκη, ἀκόμα καί τότε πού δέν θά κολαστεῖς αἰώνια, τό νά ἔρθουν στό φῶς ὅλα τά κρυφά καί φανερά ἔργα σου, μπροστά στά ἄπειρα πλήθη ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ὅλων τῶν Ἀγγέλων. Μήπως δέν ἔρχονται στιγμές στή ζωή μας πού προτιμᾶμε νά πεθάνουμε πολλούς θανάτους, παρά νά μάθουν κάποιοι φίλοι μας τά μυστικά μας, γιά τά ὁποῖα θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀποδοκιμάσουν.

Κάτω ἀπό τή συναίσθηση αὐτῆς τῆς τόσο κρίσιμης περιστάσεως, ἀδελφοί μου, ἄς φροντίσουμε μέ ζῆλο νά μή μᾶς ἀποδοκιμάσει καί καταδικάσει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος δέν χρειάζεται νά διενεργήσει καμιά ἐξέταση καί κανένα ἔλεγχο, προκειμένου νά γνωρίσει ἐμᾶς καί τά ἔργα μας. Μήν πεῖς ὅτι νύχτα ἔπεσα σέ πορνεία ἤ ἔκανα μαγεῖες ἤ ἔπραξα κάτι ἄλλο καί ἄνθρωπος δέν βρισκόταν ἐκεῖ. Ἀπό τή συνείδησή σου κρίνεσαι, ἀπό τούς λογισμούς σου. 

Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τότε πού θά κρίνει ὁ Θεός τά κρυφά ἔργα τῶν ἀνθρώπων, οἱ λογισμοί τοῦ ἀνθρώπου μέσα στή συνείδησή του θά λειτουργοῦν σάν μάρτυρες κατηγορίας ἤ σάν μάρτυρες ὑπερασπίσεως. Σέ ἀναγκάζει νά πεῖς τήν ἀλήθεια τό Πρόσωπο τοῦ Κριτῆ-Θεοῦ, πού σοῦ ἐμπνέει τό δέος. Καί ἀκόμα πιό ἔντονα, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι σέ ἐλέγχει ἀκόμα καί τότε πού ἐσύ δέν θά φανερώσεις τήν ἀλήθεια. Γιατί, ὅπως εἴπαμε, θά ἀναστηθεῖς καί θά παρουσιαστεῖς στόν Κριτή, σάν νά εἶσαι ντυμένος μέ τίς ἁμαρτίες σου ἤ, ἄν ἔχεις βέβαια, καί μέ κάποιες καλές καί ἐνάρετες πράξεις σου.

Καί τό δήλωσε τοῦτο ὁ Κριτής ‒ διότι ὁ Χριστός θά εἶναι Ἐκεῖνος πού θά κρίνει‒ λέγοντας: «Ἐπειδή δέν δικάζει ὁ Πατέρας κανέναν, ἀλλά τήν κρίση τήν ἄφησε στόν Υἱό». Καί αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἀποξενώνεται ἀπό τήν ἐξουσία Του, ἀλλά ὅτι κρίνει «διά τοῦ Υἱοῦ». 

Βέβαια ὁ Υἱός κρίνει μέ τή συγκατάνευση τοῦ Πατέρα. Καί ἀσφαλῶς ἡ κρίση καί ἡ ἀπόφαση τοῦ Υἱοῦ εἶναι ἴδια μέ τήν κρίση καί τήν ἀπόφαση τοῦ Πατέρα, γιατί Πατέρας καί Υἱός ἔχουν μία καί τήν αὐτή γνώμη. Τί λέει ὅμως ὁ Κριτής γιά τό ἄν ἀποτελοῦν ἤ ὄχι τό ἔνδυμά σου οἱ πράξεις σου καί τά βιώματά σου; «Καί θά συναχθοῦν μπροστά Του πάντα τά ἔθνη». Διότι πρέπει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ νά γονατίσουν καί τά ἐπουράνια καί τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια . Καί θά χωρίσει τούς μέν ἀπό τούς δέ, «ὅπως χωρίζει ὁ βοσκός τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια».

Πῶς τά χωρίζει ὁ βοσκός; Ἄραγε τά ἐξετάζει βάσει κανενός βιβλίου, γιά νά δεῖ ποιό εἶναι πρόβατο καί ποιό κατσίκι; Ἤ τά διακρίνει ἀπό τήν ἐμφάνιση; Δέν εἶναι τό σγουρό καί ἀφράτο μαλλί πού φανερώνει τό πρόβατο καί τό σκληρό καί ἄγριο τρίχωμα πού φανερώνει τό κατσίκι; Ἔτσι εἶναι καί μόλις καθαριστεῖς ἀπό τίς ἁμαρτίες σου. Ἔχεις στό ἑξῆς τό μαλλί καθαρό καί μένει ἡ στολή σου ἀμόλυντη καί λές πάντοτε:

«Ξεντύθηκα τό χιτώνα τῆς ἁμαρτίας, πῶς νά τόν ξαναβάλλω;». Ἀπό τό ἔνδυμα γνωρίζεσαι σάν πρόβατο, ἄν ὅμως βρεθεῖς τριχωτός σάν τόν Ἡσαῦ, πού ἦταν πυκνότριχος καί ἐλαφρόμυαλος, πού ἔχασε τά πρωτοτόκια γιά τό φαΐ καί πούλησε τό ἀξίωμά του, θά πᾶς στά ἀριστερά τοῦ Κυρίου.
Ἄς μή γίνει κανείς νά χάσει τή Χάρη, οὔτε μέ τά ἄδικά του ἔργα νά βρεθεῖ στά ἀριστερά τάγματα τῶν ἁμαρτωλῶν.



Ἀπό τό βιβλίο: “Κατηχήσεις”,
Ἐκδόσεις “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ”, 
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα
το είδαμε εδώ

Τὰ ὄνειρα - Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov


 



Οἱ δαίμονες χρησιμοποιοῦν τὰ ὄνειρα γιὰ νὰ ἐνοχλήσουν καὶ νὰ πληγώσουν τὶς ἀνθρώπινες ψυχές. Μὲ παρόμοιο τρόπο οἱ ἄπειροι στὸν πνευματικὸ ἀγώνα Χριστιανοὶ ποὺ δίδουν σημασία στὰ ὄνειρα κάνουν κακὸ στὸν ἑαυτό τους. Εἶναι, ἔτσι, σημαντικὸ νὰ διακρίνουμε τὴν ἀκριβῆ σημασία τῶν ὀνείρων σὲ κάποιο πρόσωπο ποὺ ἡ φύση του δὲν ἔχει ἀνανεωθεῖ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου ἡ κατάσταση ἑνὸς κοιμωμένου προσώπου εἶναι τέτοια ὥστε ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος χάνει τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς ὑπάρξεώς του καὶ εἶναι σὲ μία κατάσταση λήθης. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου ὅλες οἱ ἑκούσιες δραστηριότητες καὶ ἐργασίες σταματοῦν.

Συνεχίζει μόνο αὐτὴ ἡ δραστηριότητα ποὺ εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σταματήσει. Στὸ σῶμα τὸ αἷμα συνεχίζει τὴν κυκλοφορία του, τὸ στομάχι χωνεύει τὴν τροφή, οἱ πνεύμονες διατηροῦν τὴν ἀναπνοή, τὸ δέρμα ἐφιδρώνει. Στὴν ψυχὴ οἱ σκέψεις, οἱ φαντασίες καὶ οἱ αἰσθήσεις συνεχίζουν νὰ παράγονται, χωρίς, ὅμως, τὴν ἐξάρτηση τῆς θελήσεως καὶ τῆς λογικῆς ἀλλὰ μὲ τὴ δράση τῆς ὑποσυνείδητης φύσεώς μας.

Ἕνα ὄνειρο ἀποτελεῖται ἀπὸ τέτοιες φαντασίες συνοδευόμενες ἀπὸ παράξενες σκέψεις καὶ αἰσθήματα. Συχνὰ φαίνεται παράξενο ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὶς θεληματικὲς καὶ ἐν ἐπιγνώσει σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα παρουσιάζονται ξαφνικὰ καὶ παράδοξα σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους καὶ ἀπαιτήσεις τῆς φύσεως. Συχνὰ ἕνα ὄνειρο ἔχει μία χωρὶς συνοχὴ ἐντύπωση τῶν ἑκουσίων σκέψεων καὶ ἐπιθυμιῶν ἐνῶ ἄλλες εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ἰδιαίτερα ἠθικῆς καταστάσεως τοῦ λογικοῦ.

Ἔτσι ἕνα ὄνειρο δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει καθ’ αὐτὸ νὰ ἔχει ὁποιαδήποτε σημασία. Ἡ ἐπιθυμία μερικῶν ἀνθρώπων νὰ δοῦν στὰ παραληρήματα τῶν ὀνείρων τους πρόβλεψη γιὰ τὸ μέλλον τους ἤ τὸ μέλλον ἄλλων ἀνθρώπων ἤ κάποιο ἄλλο νόημα εἶναι ἀνόητη καὶ παράλογη.

Πῶς μπορεῖ αὐτὸ νὰ εἶναι ἔτσι, αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει αἰτία ὑπάρξεως; Οἱ δαίμονες ποὺ ἔχουν πρόσβαση στὶς ψυχές μας κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὡρῶν ποὺ εἴμαστε ξύπνιοι ἔχουν ἐπίσης πρόσβαση σ’ αὐτὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἐπίσης κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου μᾶς πειράζουν στὸ νὰ ἁμαρτήσουμε μὲ τὸ νὰ ἀναμιγνύουν τὴ δική τους φαντασία μὲ τὴ δική μας. Ἀκόμη ὅταν δοῦν μέσα μας ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ ὄνειρα προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὰ ὄνειρά μας. Σιγὰ - σιγὰ μάλιστα μᾶς πείθουν νὰ τὰ ἐμπιστευόμαστε. Μία τέτοια ἐμπιστοσύνη συνοδεύεται πάντα ἀπὸ πλάνη καὶ ἡ πλάνη κάνει τὶς διανοητικές μας ἀπόψεις γιὰ τὸν ἑαυτό μας νὰ λανθάνονται, ὁπότε ὅλη μας ἡ ἐνεργητικότητα γίνεται σαθρή. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλουν καὶ οἱ δαίμονες.

Σ' αὐτοὺς ποὺ εἶναι προχωρημένοι σ' αὐτὴ τὴν ἐγωιστικὴ αὐτοθεώρηση οἱ δαίμονες ἀρχίζουν νὰ παρουσιάζονται σὰν ἄγγελοι φωτὸς στὴ μορφὴ μαρτύρων καὶ ἁγίων ἀκόμη καὶ αὐτῆς τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Χαίρονται μὲ τὸν τρόπο ποὺ ζοῦν αὐτοὶ οἱ πλανεμένοι, τοὺς ὑπόσχονται οὐράνια στέμματα καὶ μ' αὐτὸ τὸν τρόπο τοὺς ὁδηγοῦν σὲ μεγάλο ὕψος αὐτοεκτιμήσεως καὶ ὑπερηφάνειας. Αὐτὸ τὸ ὕψος εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ἄβυσσος τοῦ ὀλέθρου τους.

Πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ἀναμφίβολα στὴν παροῦσα μας κατάσταση, ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχει ἀνανεωθεῖ μὲ τὴ χάρη, δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δοῦμε ἄλλα ὄνειρα ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὕπουλα ἑτοιμάζουν γιὰ μᾶς οἱ δαίμονες. Ὅπως κατὰ τὴ διάρκεια ποὺ εἴμαστε ξύπνιοι ξεσηκώνονται μέσα ἀπὸ τὴν πεπτωκυία φύση μας ἤ προκαλοῦνται ἀπὸ δαίμονες σκέψεις καὶ ἐπιθυμίες — ἔτσι συμβαίνει καὶ ὅταν κοιμόμαστε. Ὅπως καὶ ὅταν εἴμαστε ξύπνιοι νοιώθουμε θεία παρηγοριὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ κατάνυξη (λόγω τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, τῆς μνήμης θανάτου καὶ τῆς Τελικῆς Κρίσεως). Μόνο αὐτὲς οἱ σκέψεις ἐμφανίζονται μέσα ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ φυτεύτηκε μέσα μας μὲ τὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ μᾶς μεταφέρονται μέσα μας σὲ ἀναλογία μὲ τὴ μετάνοιά μας. Ἔτσι μὲ παρόμοιο τρόπο πολὺ σπάνια καὶ σὲ ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀπεικονίζουν ἤ μᾶς παρουσιάζουν τὸ τέλος μας ἤ τὰ βάσανα τῆς κολάσεως ἤ τὴν Τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ πέραν τοῦ Τάφου. Ἀπὸ τέτοια ὄνειρα ἐρχόμαστε σὲ συναίσθηση καὶ φόβο Θεοῦ σὲ κατάνυξη, σὲ μετάνοια. Ἀλλὰ τέτοια ὄνειρα δίδονται πολὺ σπάνια σὲ ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη σὲ ἁγιασμένες ψυχὲς ἀλλὰ καὶ σὲ πολὺ ἁμαρτωλοὺς σύμφωνα μὲ τὴν ἀνεξιχνίαστη καὶ εἰδικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Δίδονται ἐξαιρετικὰ σπάνια ὄχι λόγω τῆς «τσιγγουνιᾶς» τῆς Θείας Χάρης — ὄχι! Ἀλλὰ διότι ὅ,τι γίνεται σὲ μᾶς ἔξω ἀπὸ τὴ ρουτίνα μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοεκτίμηση καὶ ὑποσκάπτει τὴν ταπείνωσή μας ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐκπλήρωση τοῦ ὁποίου ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐκφρασθεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ τόσο καθαρά, τόσο δυναμικὰ καὶ μὲ τόση λεπτομέρεια οὕτως ὥστε εἶναι ἐντελῶς περιττὸ τὸ νὰ βοηθεῖται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ νὰ διασπᾶται ἡ συνηθισμένη ὁδὸς τῶν πραγμάτων.

Σ' αὐτὸν ποὺ ζητοῦσε τὴν ἀνάσταση ἑνὸς νεκροῦ ἀνθρώπου ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποσταλεῖ καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς ἀδελφούς του εἰπώθηκε: «ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν οὐχὶ πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ' ἐὰν τὶς ἀπὸ νεκρῶν πορευθῆ πρὸς αὐτοὺς μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐὰν τὶς ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ', 27-31).

Ἡ πείρα ἔχει δείξει ὅτι πολλοὶ ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε νὰ δοῦν στὸν ὕπνο τους ὁράματα βασάνων — συγκλονίστηκαν ἀπὸ τὸ ὅραμα γιὰ λίγο καὶ μετὰ ὅμως ξεχάστηκαν καὶ μαζὶ ξέχασαν ὅ,τι εἶδαν καὶ ζοῦσαν μιὰ ἀπρόσεκτη πνευματικὰ ζωή.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν ὁποιαδήποτε ὁράματα ἀλλὰ προσεκτικὰ μελετοῦσαν τὸ θεῖο Νόμο, σταδιακὰ ὁδηγήθηκαν στὸ φόβο Θεοῦ, ἀπέκτησαν πνευματικὴ δύναμη καὶ νίκη καὶ μὲ χαρὰ ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴν οἰκειοποίηση τῆς σωτηρίας πέρασαν ἀπὸ τὸ ἐπίγειο πέπλο τῶν θλίψεων στὴν εὐλογημένη αἰωνιότητα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος συζητᾶ τὸ ρόλο ποὺ παίζεται ἀπὸ τοὺς δαίμονες στὰ ὄνειρα μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: «... Ἀφοῦ ἐγκαταλείψουμε γιὰ τὸν Κύριον τὰ σπίτια μας καὶ τοὺς οἰκείους μας καὶ μὲ τὴν ξενιτεία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πωλήσουμε τὸν ἑαυτό μας, τότε οἱ δαίμονες ἐπιχειροῦν νὰ μᾶς ταράζουν μὲ ὄνειρα. Παρουσιάζουν δὲ σ’ αὐτὰ τοὺς ἰδικούς μας ὅτι θρηνοῦν, πεθαίνουν, καταστενοχωροῦνται καὶ βασανίζονται ἐξ αἰτίας μας. Ἐκεῖνος, λοιπόν, ποὺ πιστεύει στὰ ὄνειρα ὁμοιάζει μ’ αὐτὸν ποὺ κυνηγᾶ τὴ σκιὰ του καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴν πιάσει» (Σοφ. Σειρὰχ λδ', 2).
Οἱ δαίμονες τῆς κενοδοξίας ἐμφανίζονται στὸν ὕπνο μας σὰν προφῆτες. Συμπεραίνουν, σὰν πανοῦργοι ποὺ εἶναι, μερικὰ ἀπὸ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν καὶ νὰ μᾶς τὰ προαναγγέλουν. Καὶ ὅταν αὐτὰ πραγματοποιηθοῦν ἐμεῖς μένουμε ἔκθαμβοι καὶ ὑπερηφανεύεται ὁ λογισμός μας μὲ τὴν ἰδέα ὅτι πλησιάσαμε στὸ προορατικὸ χάρισμα». (Κεφ. Γ', 38 - 39).

Ὁ ἅγιος Κασσιανὸς διηγεῖται γιὰ ἕνα μοναχὸ στὴ Μεσοποταμία ποὺ ζοῦσε μία πάρα πολὺ ἐρημικὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωὴ ἀλλὰ ἀπώλεσε τὴν ψυχή του, διότι πλανήθηκε ἀπὸ διαβολικὰ ὄνειρα. Παρατήρησε ὅτι ὁ μοναχὸς δὲν πολυπρόσεχε τὴν πνευματική του πρόοδο ἀλλὰ ἐνδιαφερόταν μόνο γιὰ τοὺς σωματικοὺς κόπους γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ αἰσθανόταν περήφανος. Ὁ διάβολος τότε, λοιπόν, ἄρχισε νὰ τοῦ παρουσιάζει ὄνειρα ποὺ μὲ τὴ διαβολικὴ πονηρία του ἄρχισαν νὰ ἐπαληθεύονται. Ὅταν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ μοναχοῦ στὰ ὄνειρα καὶ στὸν ἑαυτὸ του ἐνισχύθηκε, ὁ διάβολος τοῦ παρουσίασε μπροστά του ἕνα θαυμάσιο ὄνειρο: Ἑβραίους νὰ ἀπολαμβάνουν τὶς ὀμορφιὲς τοῦ Παραδείσου — ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ νὰ τυραννιοῦνται μὲ τὰ βάσανα τῆς κολάσεως.

Τότε ὁ διάβολος (ντυμένος σὰν Ἄγγελος φωτὸς) συμβούλεψε τὸ μοναχὸ νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Ἰουδαϊσμὸ ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ἔχει ἕνα μερίδιο ἀπὸ τὴν εὐτυχία τῶν Ἰουδαίων. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ μοναχὸς χωρὶς τὸν παραμικρὸ δισταγμό.

Συνεπῶς ἀρκετὰ ἔχουν εἰπωθεῖ, γιὰ νὰ ἐξηγήσουν στοὺς ἀγαπητούς μας ἀδελφοὺς Χριστιανούς, πόσο ἀνόητο εἶναι νὰ δίνουν σημασία στὰ ὄνειρα καὶ ἀκόμη περισσότερο νὰ τὰ πιστεύουν καὶ νὰ τὰ ἐμπιστεύονται. Ἀπὸ τὴν προσοχὴ στὰ ὄνειρα ὁπωσδήποτε θὰ μπεῖ μέσα στὴν ψυχή μας ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτά. Συνεπῶς ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἀκόμη καὶ τὸ νὰ προσέχουμε στὰ ὄνειρα.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀνανεωμένη μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κυβερνᾶται ἀπὸ ἐντελῶς διαφορετικοὺς νόμους ἀπὸ τὴν πεπτωκυία φύση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει στὴν ἁμαρτωλὴ κατάσταση.

Ὁ κυβερνήτης τοῦ ἀναγεννημένου ἀνθρώπου εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. «Ἡ χάρη τοῦ Θείου Πνεύματος τοὺς φωτίζει» λέει ὁ Μέγας Μακάριος, «καὶ κατακάθεται στὰ βάθη τοῦ νοῦ τους». Καὶ ἔτσι εἴτε ξύπνιοι εἶναι ἤ κοιμοῦνται ἡ ψυχὴ τους παραμένει μὲ τὸν Κύριο χωρὶς ἁμαρτία, χωρὶς γήινες ἤ σαρκικὲς ἀπολαύσεις καὶ φαντασίες. Οἱ σκέψεις καὶ οἱ φαντασίες ποὺ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου εἶναι ἐκτός τοῦ ἐλέγχου τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς καὶ θελήσεως, καὶ ποὺ ἐνεργοῦν ὑποσυνείδητα στὶς ἀπαιτήσεις τῆς φύσεως, δροῦν μέσα τους κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὰ ὄνειρα τέτοιων ἀνθρώπων ἔχουν πνευματικὴ σπουδαιότητα. Ἔτσι ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ ἔμαθε ἀπὸ ἕνα ὄνειρο τὸ μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θείου Λόγου. Μ’ ἕνα ὄνειρο διατάχθηκε νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο καὶ σ' ἄλλο νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἰσραήλ. Τὰ ὄνειρα ποὺ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ Θεὸ φέρνουν μαζί τους μιὰ ἀναμφισβήτητη πειθὼ ἤ βεβαιότητα. Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους του Θεοῦ ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀκόμη ἀγωνίζονται κατὰ τῶν παθῶν τους.

Μετάφραση: Πρεσβύτερος Ἀναστάσιος Τελεβάντος

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...