Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2012

Μήπως ο Παύλος έκαψε τη Ρώμη;


Πράκτορας των Ρωμαίων και εμπρηστής ο απόστολος Παύλος;

Θ. Ρηγινιώτης

Τα αρχαία πρόσωπα και γεγονότα, καθώς και τα αρχαία κείμενα, μπορούν να ερμηνευτούν όπως βολεύει τον καθένα, παίρνοντας ακόμη και τις πιο αντιφατικές ερμηνείες, ανάλογα με τις ιδεολογικές προϋποθέσεις και τις επιδιώξεις κάθε μελετητή. Έτσι, ο απόστολος Παύλος κατά καιρούς έχει συκοφαντηθεί ως πράκτορας των Εβραίων (του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ) που διέδωσε το χριστιανισμό, ώστε να κυριαρχήσει παγκόσμια το «εβραϊκό πνεύμα» που δήθεν αυτός εκφράζει, ενώ τώρα βλέπουμε να κατηγορείται ως πράκτορας των Ρωμαίων που κατ’ ουσίαν εξαπάτησε και τους Εβραίους (στους οποίους αρχικά προσχώρησε) και τους χριστιανούς.
Επίσης έχει διατυπωθεί η άποψη, σε νεότερη «μελέτη», ότι ο Παύλος …δεν υπήρξε καν, αλλά ήταν ο ίδιος ο Ιησούς, που μεταμφιέστηκε και άλλαξε ταυτότητα για να αποφύγει την «αληθινή εκτέλεσή του», αφού κατά την άποψη αυτή φυσικά η ανάστασή Του ήταν απλά μύθος.
Επειδή η λεπτομερής αναίρεση της ιδέας περί του Παύλου ως …Ρωμαίου πράκτορα και των συνοδευτικών ιδεών απαιτεί πολύ χρόνο και εκτενές κείμενο, θα σχολιάσω ολίγα δίνοντας αφορμή σε ειλικρινείς μελετητές να ερευνήσουν τα υπόλοιπα.
Ο «πατέρας του χριστιανισμού»;

Κατ’ αρχάς, ο Παύλος κατά κανένα τρόπο δεν υπήρξε «πατέρας του χριστιανισμού», όπως αρέσκονται να διατείνονται διάφοροι. Από τις αρχαίες πηγές φαίνεται ότι ο Παύλος δεν επηρέασε καθόλου το χριστιανισμό, εκτός από την ώθηση που έδωσε για την απομάκρυνσή του από τον ιουδαϊσμό, με τη μη τήρηση του Νόμου από τους εξ εθνικών χριστιανούς (που επέφερε την κατάργηση του Νόμου στους χριστιανούς γενικότερα), η οποία και πάλι α) είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία του Χριστού, ο οποίος δίνει την «καινήν εντολήν» της αγάπης και αφήνει παραγγελίες για βάπτισμα και θεία Μετάληψη, και όχι για θυσίες και καθαρμούς κ.τ.λ., και β) αποφασίστηκε από την αποστολική σύνοδο και όχι από τον ίδιο τον Παύλο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, πριν καν την ανάληψη αποστολικής δράσης από τον Παύλο, ο άγιος διάκονος Φίλιππος είχε βαφτίσει τον Αιθίοπα ευνούχο και ο Πέτρος τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, στην περίπτωση του οποίου συνέβη και το περίφημο όραμα, που έδειξε στον Πέτρο ότι ο χριστιανισμός δεν πρέπει να περιοριστεί στους Εβραίους, όραμα που επικαλέστηκε ο Πέτρος ενώπιον των ιουδαιοχριστιανών που αντιδρούσαν (όπως αντέδρασαν αργότερα, εναντίον του Παύλου) αλλά και κατά την αποστολική σύνοδο (βλ. Πράξεις, κεφ. 10, 11 και 15).
Μια ανάγνωση των ευαγγελίων και των επιστολών που έγραψαν άλλοι απόστολοι φανερώνει ότι δεν υπάρχει καμιά διαφωνία ανάμεσα στη διδασκαλία του Χριστού, των λοιπών αποστόλων και του Παύλου. Σύμφωνα με ολόκληρη την Καινή Διαθήκη ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο Μεσσίας που προαναγγέλθηκε από τους προφήτες, σταυρώθηκε για τη σωτηρία του κόσμου, ίδρυσε την Εκκλησία, κάλεσε τους ανθρώπους να ενωθούν με Αυτόν με την ένταξή τους στην Εκκλησία (η οποία γίνεται με το βάπτισμα), άφησε την εντολή της αγάπης, παρέδωσε τη θεία Μετάληψη και θα επανέλθει ως κριτής κατά την «Ημέρα του Κυρίου», που θα είναι η μέρα της ανάστασης των νεκρών. Ένα μικρό δείγμα της χριστιανικής διδασκαλίας όπως την παραδίδει ο απόστολος Πέτρος βλ.εδώ.
Ο Παύλος εξάλλου δε θα μπορούσε να αλλάξει το χριστιανισμό και να τον μετατρέψει σε αυτό που ξέρουμε, γιατί ήταν ένας έναντι όλων των υπόλοιπων (δεκάδων) αποστόλων. Στα μέρη όπου δίδαξε ο ίδιος, δίδαξαν και άλλοι απόστολοι, όπως ο Πέτρος, ο Ανδρέας και ο Ιωάννης (ο Ιωάννης πιθανόν δεν ήταν στην Έφεσο τον ίδιο καιρό με τον Παύλο –δεν ξέρουμε πότε πήγε, αλλά ο Παύλος πήγε αδιαμφισβήτητα, αφού μαρτυρίες σαν των Πράξεων κεφ. 19 αποκλείεται να είναι φανταστικές– γι’ αυτό και δεν αναφέρεται συνάντησή τους εκεί), πώς λοιπόν ο Παύλος, ένας «άσχετος» κατά τους συκοφάντες του, ακύρωσε τους πάντες και «επέβαλε» ως χριστιανισμό «αυτό που ήθελε»;
Απόδειξη ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη είναι ότι δε θ’ αλλάξει καθόλου ο χριστιανισμός, αν αφαιρέσουμε από την Καινή Διαθήκη ολόκληρη τη διδασκαλία του Παύλου, όπως εκφράζεται είτε στις επιστολές του είτε στις Πράξεις των Αποστόλων.
Η αξιοπιστία των Πράξεων – Άρειος Πάγος
Οι Πράξεις των Αποστόλων είναι αδύνατο να περιέχουν φανταστικές διηγήσεις. Ο χρόνος συγγραφής τους πρέπει να τοποθετηθεί πριν το 65 μ.Χ., αφού η αφήγηση διακόπτεται απότομα και δεν κάνει λόγο για το διωγμό του Νέρωνα και τα γεγονότα γύρω απ’ αυτόν. Γράφονται λοιπόν ενώ όλοι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων είναι ζωντανοί. Αφηγήσεις επεισοδίων όπου ολόκληρες πόλεις αναστατώνονται, συμμετέχουν Ρωμαίοι, τοπικοί άρχοντες κ.τ.λ., δε μπορεί να είναι φανταστικές, γιατί κανένα δε θα έπειθαν, αφού η καταγραφή είναι σχεδόν σύγχρονη των γεγονότων.
Είναι εξαιρετικά ακραία η σκέψη ότι ολόκληρη η Καινή Διαθήκη περιέχει κατασκευασμένες διηγήσεις, οι οποίες εντούτοις κατόρθωσαν να γίνουν πιστευτές ως αληθινές, να επηρεάσουν τόσο πολύ κόσμο, όλων των κοινωνικών στρωμάτων, να οδηγήσουν χιλιάδες ανθρώπους κάθε ηλικίας, φύλου και κοινωνικής τάξης να προτιμήσουν βασανιστήρια και θάνατο από το να αρνηθούν το Χριστό (ή μήπως ΚΑΙ αυτό είναι «ψέμα»;) και με τον ισχυρισμό φυσικά ότι γίνονται άγιοι και έχουν προσωπική επαφή με το Χριστό και ένωση με αυτόν. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις Πράξεις και είναι γνωστά από την ιερά παράδοση, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, προφανώς είναι αληθινά. Η αναφορά των Πράξεων δεν έχει γίνει αιώνες μετά, η δε ιερά παράδοση αποτελεί επίσης ιστορική πηγή, άσχετα αν αυτό δεν αρέσει σε ανθρώπους ιδεολογικά προκατειλημμένους ενάντια στο χριστιανισμό.
Για το Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη συγκεκριμένα, ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος μεταφέρει την πληροφορία: 
«μαρτυρείται επί τούτοις και τον Αρεοπαγίτην εκείνον, Διονύσιος όνομα αυτώ, ον εν ταις Πράξεσι μετά την εν Αρείω Πάγω προς Αθηναίους Παύλου δημηγορίαν πρώτον πιστεύσαι ανέγραψεν ο Λουκάς, της εν Αθήναις εκκλησίας πρώτον επίσκοπον αρχαίων τις έτερος Διονύσιος, της Κορινθίων παροικίας ποιμήν, γεγονέναι ιστορεί» (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 14, 10).
Οι ομιλίες που περιέχουν οι Πράξεις προφανώς είναι καταγεγραμμένες κατά το νόημα, όχι κατά λέξη, όπως όλες οι ομιλίες στα ιστορικά έργα της αρχαιότητας (γνωστό το φιλολογικό πρόβλημα για τις δημηγορίες στο έργο του Θουκυδίδη). Γι’ αυτό π.χ. στην ομιλία του απ. Παύλου στην Αθήνα δεν αναφέρεται το όνομα του Ιησού Χριστού, ενώ δε μπορεί ο Παύλος να μην το ανέφερε, ούτε είναι δυνατόν να μίλησε τόσο λίγη ώρα, όση διαρκούν τα λόγια που καταγράφει ο Λουκάς. Σημειωτέον ότι, η εικόνα της επίσκεψης του Παύλου στην Αθήνα και γενικά η εικόνα του, όπως δίνεται από τον ευαγγελιστή Λουκά, κάθε άλλο παρά εξιδανικευμένη είναι, πράγμα που συνηγορεί πάρα πολύ υπέρ της αξιοπιστίας της.
Για το θέμα της ιστορικής αξιοπιστίας των Πράξεων και γενικά της Κ. Διαθήκης παραπέμπω τον πραγματικά ενδιαφερόμενο στη μελέτη του Ν. Βασιλειάδη «Αρχαιολογία και Αγία Γραφή», εκδ. Σωτήρ, και στο άρθρο «Η αδιανόητη πίστη» του James Patrick Hoiding, που δημοσιεύεται εδώ.
Για χρονολογικές ενδείξεις της Κ.Δ. βλ. και εδώ.
Για το ζήτημα της ομιλίας του Παύλου στον Άρειο Πάγο παραθέτω τα εξής ενδιαφέροντα από την Ελληνική Βικιπαίδεια: 
«Ο Απόστολος Παύλος οδηγήθηκε στον Άρειο Πάγο, γύρω στο 51 μ.Χ., μετά από διάλογο που είχε με τους Στωικούς και τους Επικουρείους στην αγορά της Αθήνας, έναν από τους τόπους όπου κήρυττε εκτός από την τοπική ιουδαϊκή συναγωγή. Ωστόσο, είναι δύσκολο να διευκρινιστεί αν ο «Άρειος Πάγος» που αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων ήταν ο γνωστός λόφος ή το σεβαστό δικαστικό σώμα. Αμφότερες οι εκδοχές έχουν τα επιχειρήματά τους.
Το ότι ο Παύλος δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο είναι κάτι που μαρτυρούν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Επιπλέον, έχει σχολιαστεί ότι το πρωτότυπο κείμενο της αφήγησης δίνει την αίσθηση πως ο Άρειος Πάγος ήταν όντως το δικαστικό σώμα («Σταθείς δε ο Παύλος εν μέσω του Αρείου Πάγου έφη [...] Και ούτως ο Παύλος εξήλθεν εκ μέσου αυτών», Πράξεις 17:22, 33). Το γεγονός, επίσης, ότι οι επικριτές του Παύλου υποστήριζαν πως κήρυττε «ξένα δαιμόνια» μπορεί να συσχετιστεί με τις αρμοδιότητες του δικαστικού σώματος του Αρείου Πάγου, μεταξύ των οποίων ήταν η προάσπιση της θρησκείας και των ηθών των Αθηνών. Μάλιστα, η περίπτωση του Παύλου φαίνεται να μοιάζει με αυτήν του Σωκράτη, καθώς ο τελευταίος είχε προσαχθεί στον Άρειο Πάγο με την κατηγορία ότι διέφθειρε τους νέους, αμελούσε τα παραδοσιακά θρησκευτικά καθήκοντα και εισήγε θρησκευτικούς νεωτερισμούς. Αν ωστόσο ο Παύλος όντως δικάστηκε, τότε πιθανότατα αυτό έγινε στη Βασιλική Στοά, που βρισκόταν στην αγορά, διότι θεωρείται ότι εκείνη την εποχή στον χώρο του λόφου γίνονταν δίκες μόνο για ανθρωποκτονίες. Δεδομένης της εκδοχής της δίκης, η υπόθεση του Παύλου θεωρήθηκε ανάξια περαιτέρω εξέτασης λόγω της αναφοράς του στην ανάσταση των νεκρών. 
Στον αντίποδα των επιχειρημάτων επισημαίνεται πως στην ομιλία του Παύλου στον Άρειο Πάγο υπήρχε αρκετός κόσμος, συμπεριλαμβανομένων και γυναικών, γεγονός που ίσως δεν θα συνέβαινε αν γινόταν κανονική δίκη. Επιπλέον, η αφήγηση του συμβάντος στις Πράξεις των Αποστόλων δεν περιέχει κάποια δικαστική διαδικασία. Αν επομένως δεν έγινε δίκη, τότε ο Παύλος οδηγήθηκε στον λόφο του Αρείου Πάγου, με σκοπό να τον ακούσουν οι παριστάμενοι, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για φιλοσοφική συζήτηση.—Βλ. Πράξεις 17:21. Σύμφωνα με μια τρίτη άποψη, η οποία προσπαθεί να συνδυάσει τα επιχειρήματα των άλλων δύο, ο Παύλος παρουσιάστηκε ενώπιον του σώματος του Αρείου Πάγου αλλά όχι για δίκη. Επρόκειτο απλώς για μια ακροαματική διαδικασία, προκειμένου οι άρχοντες να κρίνουν αν το κήρυγμα του Παύλου εγκυμονούσε πνευματικούς κινδύνους για τους Αθηναίους.» (Τέλος του παραθέματος).  
Το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η ασάφεια δε σημαίνει φυσικά ότι η ιστορία είναι φανταστική, αλλά ότι για τον αναγνώστη της εποχής εκείνης τα πράγματα ήταν σαφή – γι’ αυτό άλλωστε το επεισόδιο με τον Άρειο Πάγο δεν αμφισβητήθηκε στην αρχαιότητα λόγω, υποτίθεται, αναρμοδιότητας του χώρου για τέτοια δραστηριότητα. Ο Λουκάς κατά κοινή ομολογία είναι ένας πολύ προσεκτικός ιστορικός ερευνητής, τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα που αναφέρει επιβεβαιώνονται από τις υπόλοιπες πηγές (βλ. Βασιλειάδη, ό.π.). Τα περαιτέρω αφήνω να τα κρίνει ο αναγνώστης του παρόντος – ας του δείξουμε και λίγη εμπιστοσύνη. 

Παύλος και Εβραίοι

Αν ο Παύλος ήταν όντως Ιουδαίος που μεταστράφηκε, και μάλιστα σημαντικός Ιουδαίος, οι πρώην ομόθρησκοί του επιχείρησαν να τον θανατώσουν;
Φυσικά, αυτό αναφέρεται καθαρά στις Πράξεις των Αποστόλων. Το προσπάθησαν και στη Δαμασκό και αργότερα, όταν ήρθε στην Ιερουσαλήμ και άρχισε να διηγείται τη μεταστροφή του (Πράξεις, 9, 22-30).
Γι’ αυτό οι χριστιανοί τον φυγάδευσαν στην Καισάρεια και κατόπιν στην πατρίδα του, την Ταρσώ (ό.π.). Εκεί, στην Ταρσώ, πήγε και τον βρήκε ο άγιος απόστολος Βαρνάβας και τον έφερε στην Αντιόχεια (Πράξεις 11, 25), πράγμα που επιβεβαιώνει φυσικά την καταγωγή του από εκεί.
Αν δεν τον ξεσήκωνε ο Βαρνάβας, ο Παύλος δε φαίνεται να είχε πρόθεση να αναλάβει αποστολική δράση στο χριστιανισμό. Στην Αντιόχεια, κατά τη διάρκεια λειτουργίας, παρουσία σημαντικών και αγίων χριστιανών (όπως οι «Συμεών ο επικαλούμενος Νίγερ, και Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου του τετράρχου σύντροφος»), ο Βαρνάβας και ο Παύλος προσκλήθηκαν από το Άγιο Πνεύμα να αναλάβουν αποστολική δράση και έτσι άρχισαν οι περιοδείες τους (Πράξεις, αρχή κεφ. 13). Η πρόσκληση αυτή δεν ήταν ένα «κόλπο του Παύλου», που «ξεγέλασε τους χριστιανούς», όπως φαίνεται από την αναφορά σ’ αυτές τις σημαντικές προσωπικότητες της Εκκλησίας.
Στη συνέχεια ο Παύλος εξακολούθησε να καταδιώκεται από τους Ιουδαίους (βλ. π.χ. Πράξεις κεφ. 17 και κεφ. 20, 3). Και χρόνια αργότερα, όταν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, έπεσε θύμα νέας απόπειρας των Ιουδαίων εναντίον του, από την οποία και σώθηκε επειδή ο Ρωμαίος χιλίαρχος τον συνέλαβε ως επαναστάτη, σώθηκε δε από τους Ρωμαίους επικαλούμενος την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη (Πράξ. 21, 27 κ.εξ., και κεφ. 22). Και όταν κάποιοι Ιουδαίοι ορκίστηκαν να τον δολοφονήσουν, οι Ρωμαίοι τον οδήγησαν στην Καισάρεια, προς τον ηγεμόνα, με μεγάλη στρατιωτική δύναμη (Πράξεις 23, 12 κ.εξ.) Γιατί τον προστάτευσαν τόσο; Μήπως ήταν πράκτοράς τους;
Όχι, αλλά γιατί ήταν ένας Ρωμαίος απειλούμενος από τους Ιουδαίους. Αν ήταν αφύσικη η προστασία του δε θα μπορούσε να κρυφτεί το γεγονός. Και, αν ο Λουκάς ήθελε να αποσιωπήσει στοιχεία από την όλη δράση του Παύλου, δε θα έγραφε κάτι τόσο «προδοτικό» της δήθεν μυστικής του ιδιότητας.
Ομοίως, από την παραμονή του Παύλου στη φυλακή και τις συζητήσεις του με τους ηγεμόνες Φήλικα και Φήστο και τον Ηρώδη Αγρίππα (από κεφ. 24 και κάτω) δεν συνάγεται καμιά ιδιότητά του ως πράκτορα. Συνάγεται μόνο ότι ήταν ένας εξαιρετικά μορφωμένος και αξιόπιστος άνθρωπος, όχι δηλαδή ένας «ημιμαθής βάρβαρος», όπως τον χαρακτηρίζει παρακάτω ο συντάκτης του εν λόγω άρθρου.
Τέλος, αν αναφέρουμε ότι ο Παύλος είπε προς το πλήθος των Ιουδαίων: «εγώ μεν ειμί ανήρ Ιουδαίος, γεγεννημένος εν Ταρσώ της Κιλικίας, ανατεθραμμένος δε εν τη πόλει ταύτη παρά τους πόδας Γαμαλιήλ» (Πράξ. 22, 3). Αν δεν ήταν μαθητής του Γαμαλιήλ, όπως κατηγορείται, δε θα μπορούσε να πει ένα τέτοιο ψέμα στο συναγμένο πλήθος των Ιεροσολύμων.
Ωστόσο, αν και η απουσία εξωχριστιανικών μαρτυριών για μαθητεία του Παύλου στο Γαμαλιήλ κάνει κάποιους να το θεωρήσουν ψεύδος, δε φαίνεται να συγκινούνται από την απουσία πηγών που να υποστηρίζουν ότι οι χριστιανοί πυρπόλησαν τη Ρώμη και ότι γενικά ασκούσαν «τρομοκρατία», όπως διατείνονται με ζήλο διάφοροι νεόκοποι «μελετητές»…
Αλλά ξεχάσατε να μας πείτε, αδελφοί, τι κέρδισε ο Παύλος με όλα αυτά. Να σας πω εγώ: απογοητεύσεις, συκοφαντίες (μέχρι την εποχή μας), κινδύνους, ξύλο, φυλακίσεις και τελικά αποκεφαλισμό. Μα θα έπρεπε να είναι το μεγαλύτερο κορόιδο κι όχι «πονηρός πράκτορας». Πλούτο κέρδισε; Πού είναι; Μήπως εξουσία; Πού είναι, όταν συνεχώς γύριζε από τόπο σε τόπο, εισπράττοντας ύβρεις και ραβδισμούς, για να κηρύσσει όχι τον εαυτό του, αλλά ένα διωγμένο, «νικημένο» και σταυρωμένο Μεσσία, «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν» (Α΄ Κορινθ. 1, 23); Αρνήθηκε και να γίνει ηγέτης χριστιανικής μερίδας, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, αντιτείνοντας: «Μήπως ο Παύλος σταυρώθηκε για σας; Ή στο όνομα του Παύλου βαφτιστήκατε;» (Α΄ Κορινθ. 1, 10 κ.εξ.).
Θέλεις να δεις ένα πραγματικό ψευδαπόστολο; Δες το Μωάμεθ: ο «Θεός» έδωσε εντολή στους ανθρώπους να υποτάσσονται «στον παντοδύναμο Θεό και στον προφήτη του» (όπως αναφέρεται στο Κοράνι), έγινε ηγέτης μιας αυτοκρατορίας και εξάπλωσε τη διδασκαλία του με το ξίφος, παίρνοντας δούλους, γυναίκες και λάφυρα. Συγκρίνεται με τον Παύλο, που όλη η ζωή του ήταν μόνο ταλαιπωρίες;
Νέρων, χριστιανοί και εμπρησμός της Ρώμης

Η συκοφαντία ότι ο Παύλος έκαψε τη Ρώμη (κατ’ εντολήν, υποτίθεται, του συνωμότη Σενέκα) απαντάται εκτενέστατα εδώ, για όποιον ενδιαφέρεται για την ιστορική αλήθεια. Εδώ ας αναφέρουμε μόνον ότι:
Α) Η υποτιθέμενη «αλληλογραφία Σενέκα και Παύλου» αφορά μόνο σε θεολογικά ζητήματα και καθόλου σε πολιτικά. Δεν ενοχοποιεί τον Παύλο σε τίποτα (και, αν τον ενοχοποιούσε, δε θα γίνονταν αναφορές σ’ αυτήν από Ιερώνυμο και Αυγουστίνο). Εξάλλου, στην επιστολή 11 γίνεται αναφορά στην πυρκαγιά της Ρώμης με έκφραση συμπαράστασης στους χριστιανούς που «τιμωρούνται, ενώ είναι αθώοι», και σαφή υπαινιγμό στην ενοχή του αυτοκράτορα: «Η πηγή των συχνών εμπρησμών που η Ρώμη υφίσταται είναι ολοφάνερη. Αλλά εάν επέτρεπαν στους απλούς ανθρώπους να πουν την αιτία, και εάν ήταν επιτρεπτό να μιλήσει κάποιος ακίνδυνα σε αυτούς τους δύστυχους καιρούς, όλα τώρα θα ήταν ξεκάθαρα για όλους. Χριστιανοί και Εβραίοι, που κατηγορούνται ως εμπρηστές –αλίμονο!– θανατώνονται, όπως συνηθίζεται σε αυτή την περίπτωση…» (βλ. Ιω. Δ. Καραβιδόπουλος, Απόκρυφα χριστιανικά κείμενα,  Β΄, Απόκρυφες Πράξεις, Επιστολές, Αποκαλύψεις, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 383-393). Επιπλέον, η αλληλογραφία αυτή είναι πλαστή («η συγγραφή των επιστολών τοποθετείται στον 4ο αιώνα», Καραβιδόπουλος, σελ. 384), γι’ αυτό και δεν περιλαμβάνεται στην Καινή Διαθήκη.
Β) Το να υποθέσουμε ότι οι χριστιανοί πυρπόλησαν τη Ρώμη μάς υποχρεώνει να πιστέψουμε ότι ήταν μια οργάνωση εξτρεμιστών, που μπορούσαν να επιδοθούν σε φόνους και εμπρησμούς, αλλά που ΔΕ μιλούσαν ποτέ για τα πραγματικά πιστεύω, τους πολιτικούς σκοπούς και τις πράξεις τους, ούτε στα έγγραφα που προορίζονταν να διαβαστούν μόνον από χριστιανούς, όπως τα ευαγγέλια και οι επιστολές του Παύλου και των λοιπόν αποστόλων! Αλλά, αντίθετα, κηρύσσουν μόνον αγάπη και συγχώρεση των εχθρών, προβάλλοντας τη συμπονετική στάση του Ιησού προς τους αμαρτωλούς, τους αλλόθρησκους (π.χ. Σαμαρείτες) κ.τ.λ., σε τέτοιο απόλυτο βαθμό, ώστε να μην έχουμε καθόλου πηγές που να μαρτυρούν το αντίθετο!...
Ας αναφέρω εδώ ότι οι λόγοι του Ιησού «ήρθα να βάλω φωτιά στη γη…» (Λουκ. 12, 49) και «δεν ήρθα να φέρω ειρήνη, αλλά μαχαίρι» (Ματθ. 10, 34) σημαίνουν ο μεν πρώτος την πυρπόληση των ψυχών, ο δε δεύτερος (όπως φαίνεται σε όλο το κεφάλαιο) τη θανάτωση των χριστιανών από τους δικούς τους ανθρώπους κατά τους διωγμούς. Αλλιώς, εξάλλου, θα υπήρχε αντίφαση με την τόσο εμφατική διδασκαλία του Χριστού περί αγάπης και αυτή η αντίφαση ούτε θα έπειθε τον κόσμο να αποδεχτεί το χριστιανισμό, ούτε θα περνούσε απαρατήρητη.
Επιπλέον, γιατί αυτοί οι «τρομοκράτες» δεν πολέμησαν ποτέ εναντίον των Ρωμαίων κατά τη διάρκεια των διωγμών, αλλά πήγαιναν σαν πρόβατα επί σφαγή; Γιατί η άρνηση της πίστης αυτόματα σήμαινε αθώωση του χριστιανού (άρα κανείς δεν είχε διαπράξει πραγματικά αδικήματα); Και γιατί δεν διώχθηκαν οι χριστιανοί (αν είχαν βρεθεί ένοχοι ανατρεπτικών και εγκληματικών ενεργειών) από τους μετά το Νέρωνα αυτοκράτορες, αλλά ο επόμενος διωγμός έγινε μόνο από το Δομιτιανό;
Αν τέλος ο Παύλος είχε οργανώσει τον εμπρησμό ερήμην της Εκκλησίας, και γι’ αυτό δήθεν γράφει (Β΄ Τιμ. 1, 15-16) ότι όλοι τον εγκατέλειψαν στην Ασία, ενώ η οικογένεια του Ονησιφόρου δε ντράπηκε για τις αλυσίδες του, τότε είναι παράλογο ένας τέτοιος «προδότης» να τιμάται τόσο πολύ από τους χριστιανούς και μάλιστα ΑΜΕΣΩΣ, αφού ήδη οι αποστολικοί Πατέρες (π.χ. Κλήμης Ρώμης, Ιγνάτιος Αντιοχείας, Πολύκαρπος Σμύρνης, όλοι τέλη 1ου και αρχές 2ου αι.) τιμούσαν τον ίδιο και γνώριζαν τις επιστολές του, τις θεωρούσαν ιερά κείμενα, ενώ κανείς δεν τον κατηγόρησε για ενέργειες σαν αυτές που συζητάμε εδώ. Βλ.  εδώ.
Μήπως οι μαρτυρίες για τον εμπρησμό της Ρώμης από το Νέρωνα (όχι από τον ίδιο προφανώς, ο οποίος απουσίαζε, όπως επαναλαμβάνουνε συνεχώς οι αντίθετοι προς το χριστιανισμό, αλλά από τους ανθρώπους του) είναι κατασκευασμένες από τους «εχθρούς του»;
Όχι, γιατί αναφέρουν την ενοχή του Νέρωνα ως ΓΝΩΣΤΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ κατά την εποχή τους. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που οι χριστιανοί Απολογητές, που απαντούν στις τότε κατηγορίες κατά των χριστιανών, δεν αναφέρονται καθόλου στο θέμα του εμπρησμού της Ρώμης: ότι όλοι γνώριζαν πως οι χριστιανοί ήταν αθώοι για την πράξη αυτή. Ας δούμε τι λένε οι (ειδωλολάτρες και όχι χριστιανοί) Ρωμαίοι ιστορικοί, από το ανωτέρω άρθρο περί Παύλου και Ρώμης:

Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23 ή 24 μ.Χ. – 79 μ.Χ., δηλ. λίγα χρόνια μετά την πυρκαγιά) Historia Naturalis XVII. 1: «Θα πρόσθετα, ότι υπήρχαν εδώ (τα δέντρα) από την περίοδο που ο Αυτοκράτορας Νέρωνας έβαλε φωτιά στην πόλη, εκατόν ογδόντα χρόνια μετά τον καιρό του Κράσσου».
Σουετώνιος (γράφει περί το 110-120 μ.Χ., ενώ δηλ. έχουν γίνει ήδη κι άλλοι διωγμοί και όταν ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος πηγαίνει για τα λιοντάρια – προς ικανοποίηση φυσικά ορισμένων «μελετητών» της εποχής μας), De Vita Caesarum, Nero XXXVIII: «Αλλά [ο Νέρων] δεν έδειξε περισσότερο οίκτο στους ανθρώπους ή στα τείχη της πόλης του. Όταν κάποιος σε μια γενική συζήτηση είπε: «Όταν θα είμαι νεκρός, ας αναλωθεί η γη από την φωτιά», πρόσθεσε «Όχι, καλύτερα ενώσω ζω», και η πράξη του ήταν πλήρως σύμφωνη. Με το πρόσχημα της δυσαρέσκειας για τα παλαιά κτίρια και τους στενούς, στριφτούς δρόμους, έθεσε φωτιά στην πόλη τόσο φανερά που διάφοροι πρώην-πρόξενοι δεν αποτόλμησαν να βάλουν τα χέρια στους αρχιθαλαμηπόλους του αν και τους έπιασαν στα κτήματά τους με στουπιά και με δαυλούς, ενώ μερικοί σιτοβολώνες κοντά στο «χρυσό σπίτι», του οποίου το χώρο επιθύμησε ιδιαιτέρως, κατεδαφίστηκαν από τις πολιορκητικές μηχανές του πολέμου και κατόπιν τους έθεσαν πυρκαγιά, επειδή οι τοίχοι τους ήταν πέτρινοι. Για έξι ημέρες και επτά νύχτες η καταστροφή οργίασε, ενώ οι άνθρωποι οδηγήθηκαν για καταφύγιο σε μνημεία και τάφους. Εκείνη την περίοδο, εκτός από έναν απέραντο αριθμό κατοικιών, τα σπίτια των παλαιών ηγετών κάηκαν, που ακόμα ήταν στολισμένα με τα τρόπαια της νίκης, και οι ναοί των θεών που ορκίστηκαν και που αφιερώθηκαν από τους βασιλιάδες και αργότερα στους Καρχηδονικούς και γαλλικούς πολέμους, και οτιδήποτε άλλο ενδιαφέρον και αξιοσημείωτο είχε επιζήσει από την αρχαιότητα. Βλέποντας την πυρκαγιά από τον πύργο Μαικήνα, και ενθουσιασμένος, καθώς έλεγε, «με την ομορφιά των φλογών», τραγουδούσε ολάκερη την ώρα τη «λεηλασία της Τροίας», φορώντας το κανονικό θεατρικό κοστούμι του. Επιπλέον, για να κερδίσει από αυτήν την καταστροφή επίσης όλα την λεία και τα λάφυρα, υποσχόμενος την απομάκρυνση των συντριμμιών και των νεκρών σωμάτων χωρίς κόστος, δεν  επέτρεψε σε κανένα για να πλησιάσει τα συντρίμμια της ιδιοκτησίας του· και από τις συνεισφορές που όχι μόνο έλαβε, αλλά ακόμη που απαίτησες, οδήγησε σχεδόν τις επαρχίες σε πτώχευση και εξάντλησε τους πόρους των πολιτών».
Γάιος Κορνήλιος Τάκιτος (50-120 μ.Χ. – γράφει ίδια εποχή με τον προηγούμενο), Χρονικά XV. 44: «Έτσι για να αποφύγει αυτή την φήμη, ο Νέρωνας κατασκεύασε ως ένοχους και τιμώρησε με τον πιο απώτατο ορισμό της σκληρότητας μια κατηγορία ανθρώπων που μισείται για τις απέχθειές τους, που κοινά αποκαλούνται Χριστιανοί. Οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του Νέρωνα (οι Χριστιανοί) ήταν η τέλεια επιλογή επειδή ανακούφισε προσωρινά την πίεση των διάφορων φημών που πηγαινοέρχονταν στην Ρώμη. Ο Χριστός, από τον οποίο το όνομά τους προέρχεται, εκτελέσθηκε στα χέρια  του έπαρχου Πόντιου Πιλάτου επί της βασιλείας του Τιβέριου. Ελεγχόμενη για μια στιγμή, αυτή η ολέθρια δεισιδαιμονία ξέσπασε πάλι, όχι μόνο μέσα  στην Ιουδαία, την πηγή του κακού, αλλά ακόμη και στη Ρώμη... Συνεπώς, η σύλληψη έγινε αρχικά με εκείνους που ομολόγησαν· κατόπιν, με δικούς τους ισχυρισμούς, ένα απέραντο πλήθος καταδικάστηκε, όχι τόσο πολύ επί της κατηγορίας του εμπρησμού αλλά εξαιτίας της έχθρας [τους] για την ανθρώπινη φυλή. Εξάλλου η καταδίκη τους σε θάνατο έγινε για να χρησιμεύσουν ως αντικείμενα διασκέδασης· ντύθηκαν παριστάνοντας τα κτήνη και ξεσχίστηκαν στο θάνατο από σκύλους· άλλοι σταυρώθηκαν, άλλοι τέθηκαν σε φωτιά ώστε να χρησιμεύσουν φωτίζοντας τη νύχτα καθώς το φως της ημέρας έπεφτε. Ο Νέρωνας είχε ανοίξει χώρο για την επίδειξη, και έβαλε σε μια παράσταση στην αρένα, όπου ανακατεύτηκε με τους ανθρώπους φορώντας το φόρεμα ενός ηνιόχου ή περίπου οδηγούσε στο άρμα του. Όλο αυτό προκάλεσε ένα συναίσθημα οίκτου, ακόμη και προς τα άτομα των οποίων η ενοχή άξιζε την πιο υποδειγματική τιμωρία· γιατί θεωρήθηκε ότι καταστρέφονταν, όχι για το δημόσιο αγαθό, αλλά για να ικανοποιηθεί η σκληρότητα ενός ατόμου».
Δίων ο Κάσσιος (Περ. 155-235 μ.Χ.), συγγραφέας της Ιστορίας της Ρώμης (LXII. 16 - 18): «Ο Νέρωνας είχε την επιθυμία, ή καλύτερα είχε μόνιμο σκοπό του, να βάλει ένα τέλος στην πόλη κατά την διάρκεια της ζωής του. Ο Πρίαμος θεωρούταν εξαιρετικά ευτυχής που είχε δει την Τροία να χάνεται κατά την στιγμή που η αρχή επί αυτής χάνονταν. Ομοίως, ο Νέρωνας έστειλε έξω άνδρες σε διαφορετικά σημεία να προσποιούνται τους μεθυσμένους, και σαν αρχή ξεκίνησε λίγες φωτιές ήσυχα και σε διαφορετικές συνοικίες· οι άνθρωποι, ασφαλώς, βρέθηκαν σε εξαιρετική σύγχυση, μη μπορώντας να βρουν είτε το αίτιο ή το πρόβλημα ή να το τερματίσουν· στο μεταξύ συνάντησαν πολλές παράξενες εικόνες και ήχους. Έτρεχαν σαν αποπροσανατολισμένοι, και μερικοί έτρεχαν προς ένα μέρος, άλλοι σε άλλο. Κατά την διάρκεια που βοηθούσαν τους γείτονές τους, άνθρωποι μάθαινα ότι τα δικά τους σπίτια φλέγονταν. Άλλοι μάθαιναν, για πρώτη φορά, ότι η περιουσία τους είχε πιάσει φωτιά, με την είδηση ότι αυτή κάηκε ολοσχερώς. Οι άνθρωποι έτρεχαν από τα σπίτια τους στα μονοπάτια, με την ελπίδα να βοηθήσουν από έξω, ή άλλοτε έτρεχαν μέσα στα σπίτια από τον δρόμο, νομίζοντας πως μπορούσαν να κάνουν κάτι από μέσα. Οι φωνές και τα ουρλιαχτά των παιδιών, γυναικών και ανδρών, και γέρων ανακατεύονταν μαζί ακατάπαυστα· και μεταξύ του καπνού και των κραυγών κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι. […]
»Η καταστροφή εις την οποία η πόλη υποβλήθηκε, δεν είχε παράλληλο εκτός της εισβολής των Γαλατών. Ολάκερος ο λόφος του Παλατίνου, το θέατρο του Ταύρου, και σχεδόν τα 2/3 της πόλης κάηκαν. Αναρίθμητος κόσμος χάθηκε. Ο λαός επικαλέστηκε τις πληγές επάνω στο Νέρωνα χωρίς διακοπή, χωρίς να αναφέρουν το όνομά του, αλλά απλά δίνοντας κατάρες σε «εκείνους που έβαλαν φωτιά»· και όλα αυτά ακόμη περισσότερο επειδή ενοχλήθηκαν από την ανάμνηση του χρησμού που ανάγεται στα χρόνια του Τιβέριου, για αυτό το γεγονός: «Μετά από τρεις φορές τριακόσια έτη σε αστική σύγκρουση η ρώμη εξαφανίζεται».
»Και όταν ο Νέρωνας για να τους εμψυχώσει δήλωσε πως αυτοί οι στίχοι δεν υπάρχουν πουθενά, άλλαξαν και άρχισαν να επαναλαμβάνουν ένα άλλο χρησμό -που λέγονταν πως ήταν αυθεντικός της Σίβυλλας: «Όταν η μητροκτονία βασιλέψει στην Ρώμη τότε τελειώνει και η φυλή του Αινεία».
» Και έτσι έγινε πραγματικότητα, είτε διότι το αποκάλυψε νωρίτερα κάποια θεότητα, είτε γιατί ο πληθυσμός τώρα για πρώτη φορά του έδωσε μια μορφή μιας ιερής φράσης που προσαρμόστηκε στις καταστάσεις. Για τον Νέρωνα ήταν πράγματι το τέλος της Ιουλιανής γραμμής, που κατάγονταν από τον Αινεία.
»Ο Νέρωνας άρχισε να συλλέγει τεράστια ποσά τόσο από ιδιώτες και έθνη, πολλές φορές χρησιμοποιώντας  ευθύ εξαναγκασμό, με την πυρκαγιά ως δικαιολογία, πολλές φορές επιτυγχάνοντας πηγές από «εθελοντικές» προσφορές. Όσο αφορά τις μάζες της Ρώμης, τους αποσύρθηκε το κεφάλαιο των εφοδίων για την τροφή τους».
Μια εκτενή ανάλυση των αντιρρήσεων για την αξιοπιστία του Τάκιτου βλ. στη μελέτη του Απ. Γλαβίνα «Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην προκωνσταντίνεια εποχή», και συγκεκριμένα εδώ. Από εκεί αρκούμαι να παραθέσω ένα απόσπασμα:
«Η τέταρτη παράγραφος του 44 κεφαλαίου των «Χρονικών» αρχίζει με το igiturprimum correpti qui fatebantur (έτσι λοιπόν συνέλαβε πρώτα αυτούς που ομολόγησαν). Εδώ πρέπει να διακριβωθεί τι σημαίνει το correpti, εάν δηλαδή ο Τάκιτος το χρησιμοποιεί με τη σημασία του συλλαμβάνω, φυλακίζω ή με τη σημασία του κατηγορώ, εγκαλώ. Οπωσδήποτε η πρώτη έννοια είναι η πιο πιθανή. Ο Τάκιτος δέχεται ότι η σύλληψη γινόταν σε δυο στάδια· στην αρχή συνελήφθησαν όσοι ομολόγησαν και ύστερα, με βάση τις δηλώσεις τους, συνελήφθησαν πλήθος Χριστιανών. Κατά τη διαδικασία υποδείχτηκαν, από τους πρώτους συλληφθέντες, ως εμπρηστές οι Χριστιανοί· αυτό δηλώνει η φράση του Τακίτου indicio eorum (με τις πληροφορίες τους, τις δηλώσεις τους). Οι πρώτοι, λοιπόν, συλληφθέντες ως εμπρηστές, που ήταν πιθανώς Ιουδαίοι (και Ιουδαιο-Χριστιανοί;) υπέδειξαν τους Χριστιανούς ως ενόχους. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης των Χριστιανών αποδείχτηκε ότι ανήκουν σε μη επιτρεπόμενη θρησκεία. 
»Ο πόλεμος των Ιουδαίων εναντίον των Χριστιανών από καιρό είχε μεταφερθεί και έξω από τα στενά όρια της Παλαιστίνης. Αυτή ήταν, όπως είπαμε, η αιτία να διώξει ο Κλαύδιος τους Ιουδαίους από τη Ρώμη το 49. Τώρα, την εποχή του Νέρωνα, η ευκαιρία για τους Ιουδαίους να τροφοδοτήσουν την πολιτική εξουσία με υλικό εύφλεκτο εναντίον των Χριστιανών είναι μεγάλη και ο Νέρωνας είναι όχι μόνο έτοιμος αλλά και ζητάει να εύρει τη δικαιολογία που θα τον οδηγήσει να απαλλαγεί από τη φήμη που περιέτρεχε τη Ρώμη ότι αυτός ευθυνόταν για την πυρκαϊά.
»Ισχυρό μέσο διαβολής ήταν η προσήλυτη στον Ιουδαϊσμό Ποππαία, που ήταν σύζυγος του Νέρωνα και αποτελούσε τον απόλυτο κυρίαρχο του έκφυλου αυτοκράτορα. Οι Ιουδαίοι δεν ολιγόρησαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία αυτή και να δώσουν στο Νέρωνα την ευκαιρία να στραφεί εναντίον των Χριστιανών.
»Η μετάφραση του fateri (fatebantur = ομολόγησαν) με την έννοια της ομολογίας, μας επιτρέπει διάφορες μεταφράσεις: ή ότι οι κατηγορούμενοι ομολόγησαν τη Χριστιανική τους πίστη ή δεν απέκρουσαν την κατηγορία ότι αυτοί ήταν υπεύθυνοι της πυρκαϊάς ή ότι ο Τάκιτος αφήνει στον αναγνώστη να βγάλει μόνος του το συμπέρασμα. Η πρώτη άποψη είναι η πιο αποδεκτή από τους ερευνητές. Η δεύτερη άποψη δεν μπορεί να ευσταθήσει γιατί ο ίδιος ο Τάκιτος είναι βέβαιος για την ανευθυνότητα των Χριστιανών. Έτσι, αφού ο Τάκιτος αναφέρει στην αρχή τη φήμη που κυκλοφόρησε, ότι δηλαδή οι Χριστιανοί είναι υπεύθυνοι για την πυρκαϊά, και η οποία αποτέλεσε την αφορμή για τις συλλήψεις, στη συνέχεια αναφέρει την πραγματική αιτία του διωγμού, ότι δηλαδή οι Χριστιανοί διώχτηκαν όχι για την πυρκαϊά αλλά επειδή ομολόγησαν ότι είναι Χριστιανοί· με βάση αυτή την ομολογία θεωρήθηκαν μισάνθρωποι και σαν τέτοιοι έπρεπε να τιμωρηθούν».
Από το άρθρο Ποιος έκαψε τη Ρώμη;
Παύλος, αγάπη, δουλεία κ.τ.λ.

Για το χαρακτήρα και την ηθική διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, καθώς και τις θέσεις του περί δουλείας, παραπέμπω απλώς σε σχετικό άρθρο μου.
Η ιδέα ότι οι χριστιανοί «υποκρινόμαστε» μιλώντας περί αγάπης και ότι έχει διαστρεβλωθεί ολόκληρη η ιστορία της αρχαιότητας – ήδη στα αρχαία χρόνια – για να κρυφτεί ότι ήταν στην πραγματικότητα εξτρεμιστές και τρομοκράτες, και μάλιστα ότι αυτή η διαστρέβλωση και η υποκρισία συνεχίστηκε και μετά το Μ. Κωνσταντίνο, όταν η Εκκλησία αφέθηκε ελεύθερη (και αμέσως μετά, όταν οι διάδοχοι του Κων/νου, αν και χριστιανοί, δίωξαν απηνώς τους ομοθρήσκους τους χριστιανούς για να επιβάλουν τον αρειανισμό, κι όμως ούτε τότε δεν αναφέρθηκε ότι ο χριστιανισμός είναι μια διδασκαλία εξτρεμιστική), και μάλιστα ότι κοροϊδευόμασταν και μεταξύ μας μιλώντας για αγάπη, αγάπη, αγάπη (βλ. σχετικά εδώ), η ιδέα λοιπόν αυτή δεν είναι μόνον αυθαίρετη αλλά και παράλογη.
Ομοίως παράλογο είναι ότι οι πραγματικά καλοί, έντιμοι και ειλικρινείς άνθρωποι που έζησαν και έδρασαν στον αρχαίο και βυζαντινό χριστιανισμό (που ακόμη και οι άθεοι κατ’ ανάγκην παραδέχονται ότι «υπήρξαν κάποιοι») «εξαπατήθηκαν» όλοι και ΚΑΝΕΙΣ δε είδε την «αλήθεια» πίσω από την «υποκρισία».
Φυσικά, επαναλαμβάνω ότι την αρχαιότητα μπορεί κανείς να τη διαβάσει και να την ερμηνεύσει όσο αυθαίρετα θέλει, γι’ αυτό και γράφονται τόσο αντιφατικές θεωρίες από τους ευφάνταστους σεναρίστες όλων των παρατάξεων.

Τὰ ἔξω καὶ τὰ ἔσω Ἅγιος Αὐγουστῖνος




«Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω».

Ὅποιος διψάει, ἄς τρέξει. Πῶς θά τρέξει; Ὄχι μέ τά πόδια. Ὄχι μέ κάποια μετακίνηση ἐξωτερική, σωματική. Ἀλλά μέ μιά κίνηση ἐσωτερική· μέ μιά κίνηση τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Ἀλλιῶς κάνομε μιά μετακίνηση μέ τό σῶμα· καί ἀλλιῶς μέ τήν καρδιά.

Μετακινεῖται σωματικά ἐκεῖνος πού μέ μιά κίνηση ἀλλάζει θέση. Μετακινεῖται ψυχικά, ἐκεῖνος πού μέ μιά κίνηση τῆς καρδιᾶς, ἀλλάζει ἐσωτερική διάθεση. Τό βλέπεις λοιπόν; Ἄν κάτι ἄλλο ἀγαποῦσες μέχρι τώρα, καί ἄλλο ἀγαπᾶς τώρα, δέν εἶσαι πιά ἐκεῖ πού ἤσουν· ἔχεις ἀλλάξει θέση καί διάθεση.
 
* * *

Ἔχομε δίψα ἐξωτερική· καί δίψα ἐσωτερική. Ἡ δίψα ἡ ἐξωτερική φαίνεται· ἡ ἐσωτερική δέν φαίνεται. Ναί· δέν φαίνεται· ἀλλά ἔχει πολύ πιό μεγάλη ἀξία ἀπό ἐκείνη πού φαίνεται. Γιατί γενικά ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἔχει πολύ πιό μεγάλη ἀξία ἀπό τόν ἔξω.

Θέλεις παράδειγμα;

Λέμε γιά κάποιον: «Αὐτός ζεῖ ἄσχημα». Τό λέμε γιά ἐκεῖνον, πού ἀδιαφορώντας γιά τίς ἐπιταγές τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, κάνει ὅ,τι τοῦ ζητάει ὁ ἔξω ἄνθρωπος, τό σῶμα!

Καί πάλι λέμε: «Αὐτός ζεῖ καλά». Καί ἐννοῦμε, ὅτι ὑπακούοντας στίς ἐπιταγές τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, παραμερίζει ἀπό τήν ζωή του μερικές ἀπαιτήσεις τοῦ ἔξω ἀνθρώπου.

Θά εἰπεῖ κανείς: Καί λοιπόν, θά στερηθῶ ἐγώ κάθε χαρά καί κάθε ἡδονή, πού εἶναι τόσο γλυκειά, γιά ἕνα τίποτε;

Λάθος. Ὁ ἄνθρωπος δέν στερεῖται τίποτε περπατώντας στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα· παίρνει πιό πολλή χαρά ἀπό τόν ἐσωτερικό του κόσμο, ἀπό ὅ,τι μπορεῖ νά πάρει ἀπό τόν ἐξωτερικό, ἀπό τό σῶμα του!
 
* * *

Ἔχεις προσέξει κάτι; Τό ἔχεις παρατηρήσει; Καί στόν ἄλλο, στόν κάθε φίλο μας καί ἀγαπητό μας, πιό πολύ μᾶς ἀρέσει ἡ ψυχή του, παρά τό σῶμα του.

Τί ἀγαπᾶς στόν φίλο σου; Τό σῶμα του, ἤ τήν ψυχή του; Γιατί τόν ἀγαπᾶς; Γιά τό σῶμα του, ἤ γιά τόν ἐσωτερικό του κόσμο; Γιά τίς ἀρχές του! Γιά τήν καλή του καρδιά. Γιά τόν ψυχικό του κόσμο. Γιά τόν ἔσω ἄνθρωπο. Μή μοῦ εἰπεῖς, ὅτι τόν ἀγαπᾶς μόνο καί μόνο, ἐπειδή εἶναι ὄμορφος, ἤ ἐπειδή εἶναι ἔξυπνος! Τόν ἀγαπᾶς, γιατί σέ ἀγαπάει.

Ἀκόμη καί οἱ πιό ἐρωτευμένοι, ἀκόμη καί ἐκεῖνοι πού τό διακηρύττουν ὅτι ἔχουν γοητευθῆ ἀπό τήν σωματική ὀμορφιά τοῦ ἰνδάλματός τους, ὅταν εὑρίσκουν στήν ἀγάπη τους ἀνταπόκριση, τά αἰσθήματά τους βαθαίνουν! Καί ἀντίθετα, ὅταν δέν εὑρίσκουν, ὀργίζονται, θυμώνουν, βρίζουν, βράζουν, μισοῦν!

Γιατί;

Γιατί ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἔχει πάντοτε καί σέ ὅλα προτεραιότητα ἔναντι τοῦ ἔξω ἀνθρώπου!
 
* * *

Ἄν λοιπόν ἐκεῖνοι πού φαίνονται ὅτι ζητοῦν κατά προτεραιότητα τήν γλύκα τοῦ ἔξω ἀνθρώπου, σέ τελική ἀνάλυση ζητοῦν κατά προτεραιότητα τήν γλύκα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, φαντασθῆτε, πόση ἀξία ἔχει (σέ ὅλα· καί γιά ὅλη μας τήν ζωή!) ὁ ἔσω ἄνθρωπος.


 
Μετάφραση: Μητροπολίτης Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης

Οἱ Ἱστορικὲς Ἀντινομίες



Τὸ κύριο ἔργο τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ἀναγγέλλει τὴν Καλὴ Ἀγγελία. Κάνοντάς το αὐτό, ἀναπόφευκτα προφέρει μιὰ κρίση γιὰ τὸν κόσμο. Τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι μιὰ κρίση καὶ μιὰ καταδίκη. Ἐπισύρει τὴν προσοχὴ στὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. 

Ἀνάμεσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸν κόσμο ὑπάρχει ἀκραία ἔνταση, ἀντίθεση καὶ ἐναντιότητα, διότι τὸ Εὐαγγέλιο «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», εἶναι ἡ διακήρυξη ἑνὸς κόσμου ποὺ «πρόκειται νὰ ἔρθει». Ἡ Ἐκκλησία δίνει μαρτυρία γιὰ τὴ νέα αὐτὴ ζωή, ποὺ φανερώθηκε καὶ ἀποκαλύφθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος. Τὸ κάνει δὲ αὐτὸ ταυτόχρονα μὲ λόγο καὶ πράξη, διότι ἡ ἀληθινὴ ἀγγελία τοῦ εὐαγγελίου ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν ἐφαρμογὴ τῆς νέας ζωῆς, στὴν ἀπόδειξη τῆς πίστης μὲ τὰ ἔργα.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰ ἕνωση ἱεροκηρύκων ἢ μιὰ ἐκπαιδευτικὴ ἑταιρεία, ἢ ἕναν ἱεραποστολικὸ κύκλο. Ἔργο της εἶναι ὄχι μόνο νὰ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς εἰσάγει (νὰ τοὺς μυεῖ) στὴ νέα αὐτὴ ζωὴ γιὰ τὴν ὁποία δίνει μαρτυρία, διότι τὴν κατέχει αὐτὴ τὴ ζωή. Εἶναι πράγματι ἕνα ἱεραποστολικὸ σῶμα καὶ πεδίο δράσεώς της εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος. 

Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ἱεραποστολικῆς της δραστηριότητας δὲν εἶναι νὰ μεταφέρει στοὺς ἀνθρώπους κάποιες πεποιθήσεις ἢ ἰδέες, οὔτε νὰ τοὺς ἐπιβάλλει μιὰ καθορισμένη πειθαρχία ἢ ἕνα κανόνα ζωῆς, ἀλλὰ πρὶν καὶ πάνω ἀπ' ὅλα νὰ τοὺς εἰσάγει στὴ νέα αὐτὴ πραγματικότητα, νὰ τοὺς μεταστρέφει, νὰ τοὺς ὁδηγεῖ μέσω τῆς πίστης καὶ τῆς μετάνοιας στὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ ὥστε νὰ γεννηθοῦν ἐκ νέου ἐν Αὐτῷ, «δι' ὕδατος καὶ Πνεύματος Ἁγίου». Ἔτσι ἡ διακονία τοῦ Λόγου ὁλοκληρώνεται στὴ διακονία τῶν μυστηρίων.

Ἡ «μεταστροφὴ» εἶναι ἕνα καινούργιο ξεκίνημα, ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀκολουθήσει μιὰ μακρὰ καὶ συνεχὴς πορεία. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ὀργανώνει τὴ νέα ζωὴ ὅσων μεταστράφηκαν. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει, ἂς ποῦμε, νὰ δείχνει τὸ νέο τύπο ὑπάρξεως, τὸ νέο τρόπο ζωῆς, τὸν τρόπο τοῦ «κόσμου ποὺ θὰ ἔρθει». Ὁ Θεὸς διεκδικεῖ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ Ἐκκλησία δίνει μαρτυρία γιὰ τὴν «ὁλοκληρωτικὴ» αὐτὴ διεκδίκηση τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀποκαλύφθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ἕνα «καινούργιο δημιούργημα -καινὴ κτίσις». Γι' αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του μιὰ σταθερὴ θέση μέσα στὰ ὅρια τοῦ «παλαιοῦ κόσμου». Μ' αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἡ χριστιανικὴ στάση εἶναι, θὰ λέγαμε, πάντοτε «ἐπαναστατικὴ» σὲ σχέση μὲ τὸ «παλαιὸ καθεστὼς» αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καθὼς δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι «ἐν τῷ κόσμῳ» παρὰ σὲ διαρκῆ ἀντίθεση, ἔστω καὶ ἂν ζητάει μόνο τὴ μεταρρύθμιση ἢ τὴν ἀναγέννηση τῆς ὑπάρχουσας τάξης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ πρέπει νὰ εἶναι ριζοσπαστικὸ καὶ ὁλικό.

Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν ἱστορία εἶναι βαθιὰ ἀντινομικὰ κι αὐτὴ ἡ ἀντινομία ποτὲ δὲν θὰ ἐπιλυθεῖ καὶ δὲν θὰ ξεπεραστεῖ στὸ ἱστορικὸ ἐπίπεδο. Ἡ ἀντινομία αὐτὴ ἐκδηλώνεται στὸ πρακτικὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ὑποχρεοῦται νὰ ἀντιμετωπίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς πορείας της μέσα στὴν ἱστορία: Ἡ Ἐκκλησία ἢ θὰ ὀργανωθεῖ σὰν μιὰ κοινωνία κλειστὴ καὶ «ὁλοκληρωτικὴ-αὐταρχική», προσπαθώντας νὰ ἱκανοποιήσει ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, τόσο τὶς «ἐγκόσμιες» ὅσο καὶ τὶς «πνευματικές», χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπ' ὄψιν τὴν ὑπάρχουσα τάξη καὶ χωρὶς νὰ θυσιάζει τίποτε στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, πράγμα ποὺ σημαίνει τέλειο χωρισμὸ ἀπὸ τὸν κόσμο, φυγὴ ἔξω ἀπ' αὐτὸν καὶ ριζικὴ ἄρνηση κάθε ἐξωτερικῆς ἐξουσίας, ἢ θὰ προσπαθήσει νὰ ἐκχριστιανίσει τὸν κόσμο βάζοντάς τον στοὺς κόλπους της, ὑποτάσσοντας ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τούτου τοῦ κόσμου στὸ χριστιανικὸ νόμο καὶ τὴ χριστιανικὴ ἐξουσία, γιὰ νὰ μεταρρυθμίσει καὶ ἀναδιοργανώσει τὴ ζωὴ τοῦ αἰῶνος τους σύμφωνα μὲ τὶς χριστιανικὲς ἀρχές, γιὰ νὰ χτίσει τὴ χριστιανικὴ πολιτεία.

Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας βρίσκουμε τὶς δύο αὐτὲς ἀντίθετες λύσεις: τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο καὶ τὴν οἰκοδόμηση τῆς χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ πρώτη ἐφαρμόστηκε κυρίως ἀπὸ τοὺς μοναχούς, γιατὶ ἕνα μοναστήρι δὲν εἶναι κοινωνία καθαρὰ θρησκευτική, ἀλλὰ μᾶλλον μιὰ πλήρης κοινότητα ποὺ διεκδικεῖ καὶ ὀργανώνει ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τῶν μελῶν της. Μερικὲς φορὲς ὁ μοναχισμὸς ἐκκοσμικεύτηκε, κατὰ κανόνα ὅμως παραμένει, ἀκόμη καὶ σήμερα, μιὰ προσπάθεια χριστιανικοῦ μαξιμαλισμοῦ: μιὰ κοινωνία ἀνεξάρτητη, ἀντιτιθέμενη σὲ τοῦτο τὸν κόσμο (πρβλ. π.χ. τὴ «μοναστικὴ δημοκρατία» τοῦ Ἁγίου Ὅρους). 

Ἡ δεύτερη λύση ὑπῆρξε πολὺ γενικότερη στὴν Ἐκκλησία, τόσο στὴν Ἀνατολὴ ὅσο καὶ στὴ Δύση, μέχρις ὅτου ἦρθε ἡ στρατευμένη ἐκκοσμίκευση, ἂν καί, ἀκόμη καὶ στὶς μέρες μας, ἡ λύση αὐτὴ δὲν ἔχασε τὴν ἑλκυστικότητά της γιὰ τοὺς περισσότερους χριστιανούς. Οἱ θεοκρατικὲς αὐτοκρατορίες τῆς Ἀνατολῆς, τὸ Βυζάντιο καὶ ἡ μοσχοβίτικη Ρωσία, ἀποτελοῦν τὰ μεγάλα παραδείγματα αὐτῆς τῆς λύσης: κατ' ἀρχὴν ἐπιχείρησαν νὰ ἐκχριστιανίσουν ὁλόκληρη τὴ ζωή, νὰ πραγματοποιήσουν τὸ χριστιανικὸ ἰδεῶδες.

Ξέρουμε πολὺ καλὰ ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη λύση ἀποδείχθηκαν ἀτυχεῖς, διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ πᾶνε ὅλοι στὴν ἔρημο, ὁ δὲ ἐκχριστιανισμὸς τῶν αὐτοκρατοριῶν ποτὲ δὲν ἔγινε παρὰ κατ' ὄνομα. Καθένα ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ προγράμματα εἶναι ἀντιφατικὸ καθεαυτό. Τὸ πρῶτο φέρει μέσα του τὸν πειρασμό, ποὺ εἶναι ἐγγενὴς στὶς σέκτες (αἱρετικὲς ὁμάδες) - δηλαδὴ ὁ «καθολικὸς» χαρακτήρας τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος καὶ σκοποῦ ἐπισκιάζεται ἢ ἀκόμη καὶ ἀπορρίπτεται. (Λησμονοῦμε πολὺ συχνὰ τὸν προσωρινὸ χαρακτήρα τοῦ μοναχισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁμολογοῦσε ὅτι τὰ μοναστήρια εἶναι ἀπαραίτητα, διότι ὁ κόσμος δὲν εἶναι χριστιανικός. Ἂς τὸν κάμουμε νὰ μεταστραφεῖ καὶ τότε θὰ δοῦμε ὅτι ἡ ἀνάγκη ἑνὸς μοναστικοῦ χωρισμοῦ θὰ ἐκλείψει.)


Ἐξ ἄλλου ὅλες οἱ ἀπόπειρες ἑνὸς ἄμεσου ἐκχριστιανισμοῦ τοῦ κόσμου, μὲ τὴ μορφὴ χριστιανικοῦ κράτους ἢ αὐτοκρατορίας, εἴτε παγκόσμιου (ὅπως ἦταν κατ' ἀρχὴν ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία), εἴτε ἐθνικοῦ (ὅπως ἡ Ρωσία, ἡ ὁποία ὅμως ἰσχυριζόταν ὅτι εἶναι ἡ «τρίτη Ρώμη», δηλαδὴ μιὰ παγκόσμια αὐτοκρατορία), ὁδήγησαν τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία σὲ μιὰ λιγότερο ἢ περισσότερο ὀξεία ἐκκοσμίκευση. 

Πρέπει ἐν τούτοις νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἀτομιστικὴ θρησκεία ποὺ θὰ ἀσχολοῦνταν μόνον μὲ «τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς». Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ μιὰ κοινότητα, ὁ νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ τὴ συλλογικὴ ζωή του σύμφωνα μὲ τὶς δικές του ἀρχές. Αὐτὴ δὲ ἡ ζωὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίζεται σὲ τμήματα, τῶν ὁποίων μερικὰ θὰ μποροῦσαν νὰ διέπονται ἀπὸ ὁποιεσδήποτε ἄλλες ἑτερογενεῖς ἀρχές. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπηρετοῦμε δύο κυρίους, ἡ διπλὴ πιστότητα εἶναι μιὰ θλιβερὴ λύση. 

Ἔχουν ἐπίσης ἐπιζητηθεῖ λύσεις μικτές, συμβιβασμοί: δηλαδή, ἢ μεταβάλαμε τὸ χριστιανισμὸ σὲ μιὰ ἁπλὴ ἀτομιστικὴ εὐσέβεια καὶ στὴν Ἐκκλησία δὲν ἀναζητήσαμε παρὰ μόνο τὴν παρηγοριὰ -στὴν περίπτωση ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον τὸ Κράτος ποὺ χωρίζουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τῆς πίστης ἐκφυλίζεται καὶ μεταβάλλεται σὲ ὀνειροπόλο εὐσεβισμό. Ἢ ἀκόμη θρυμματίζουμε τὴν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ ἰδεώδους, χωρίζουμε τὶς συμβουλὲς (consilia) ἀπὸ τὶς ἐντολὲς (praecepta). Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νομιμοποιοῦμε μιὰ διπλὴ ἠθική: τὴ μιὰ γιὰ τοὺς ἀσκητές, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν τελειότητα, καὶ τὴν ἄλλη γιὰ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ δὲν ἀποβλέπουν καθόλου σ' αὐτήν.

Οἱ ἱστορικὲς αὐτὲς ἀποτυχίες τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν πρέπει ἐντούτοις νὰ κρύψουν τὸν ἀπόλυτο καὶ ἀποφασιστικὸ χαρακτήρα τοῦ χριστιανικοῦ ἰδεώδους, τὸ ὁποῖο προσβλέπει σὲ ἕναν κόσμο ἐξ ὁλόκληρου χριστιανικό. Τὸ πρόβλημα ὅμως αὐτὸ δὲν ἔχει λύση στὴν ἱστορία, διότι τὸ ἰδεῶδες τῆς τελειότητας εἶναι κατ' οὐσίαν ἰδεῶδες ἐσχατολογικό. Σὲ ἱστορικὸ ἐπίπεδο μποροῦμε νὰ δώσουμε μιὰ ρυθμιστικὴ ἀρχή, ποτὲ ὅμως μιὰ «καταστατικὴ» ἀρχή: μιὰ ἀρχὴ «διαφοροποίησης» ὄχι μιὰ ἀρχὴ οἰκοδομῆς. Αὐτὸ δὲν εἶναι χριστιανικὴ ἡττοπάθεια. Ἀντίθετα εἶναι ὁ πιὸ συνεπὴς μαξιμαλισμός. 

Δὲν εἶναι δυνατόν, στὴν ἐποχή μας, νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἐνδεχόμενο τῆς μεταστροφῆς ὅλων σ' ἕναν παγκόσμιο μοναχισμό, οὔτε, πολὺ περισσότερο, τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἐπανίδρυσης ἑνὸς Κράτους ὄντως χριστιανικοῦ καὶ παγκόσμιου. Ἡ Ἐκκλησία μένει «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ» ὡς ἕνα σῶμα ἑτερογενὲς καὶ ἡ ἔνταση εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε, καὶ τὴν ἀμφισημία τῆς κατάστασης τὴν αἰσθάνεται ὀδυνηρὰ ὁ καθένας μέσα στὴν Ἐκκλησία. 

Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ καταστρώσουμε ἕνα πρακτικὸ πρόγραμμα γιὰ τὸν παρόντα χρόνο, παρὰ μόνον ἐφ' ὅσον ξαναβροῦμε τὸ νόημα τῆς φύσης καὶ τῆς οὐσίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ χρεωκοπία ὅλων τῶν οὐτοπικῶν ἐλπίδων δὲν μπορεῖ νὰ ἐπισκιάσει τὸ χριστιανικὸ μήνυμα καὶ τὴ χριστιανικὴ ἐλπίδα. Ὁ βασιλιὰς ἦλθε, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, καὶ ἡ Βασιλεία του θὰ ἔλθει.

Ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν προσευχή Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov





Ἡ προσευχὴ ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξει ἡ σωστὴ προετοιμασία πρὶν ἀπὸ αὐτὴν - ὅπως λέει καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη: «Προετοιμάσου πρὶν προσευχηθεῖς καὶ μὴν γίνεσαι σὰν ἕνας ποὺ πειράζει τὸν Κύριο».

«Ὅταν θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν βασιλέα καὶ Θεό μας γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί Του», λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, «ἂς μὴν βιαστοῦμε νὰ τὸ κάνουμε χωρὶς προετοιμασία μήπως καὶ μᾶς δεῖ ἀπὸ μακρυὰ νὰ μὴν ἔχουμε τὰ ὅπλα καὶ τὴν στολὴ ποὺ ἁρμόζουν γιὰ τὴν παρουσίαση ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ διατάξει τοὺς ὑπηρέτες καὶ δούλους Του νὰ μᾶς δέσουν καὶ νὰ μᾶς ἐξορίσουν μακρυὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπό Του καὶ τὶς δεήσεις μας νὰ τὶς σχίσουν καὶ νὰ τὶς πετάξουν στὸ πρόσωπό μας».

Ἡ πρώτη προετοιμασία συνίσταται στὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἡ πικρία καὶ ἡ κατάκριση γιὰ τὸν πλησίον. Αὐτὴ ἡ προετοιμασία διατάσσεται ἀπὸ τὸν Κύριόν μας. «Καὶ ὅταν στήκητε προσευχόμενοι ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατὰ τινὸς ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφῇ ὑμῶν τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Εἰ δε ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν».

Ἡ περαιτέρω προετοιμασία περιλαμβάνει τὴν ἐκδίωξη τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστης στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν δύναμη τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς παράδοσης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς προσωπικῆς ἁμαρτωλότητος ποὺ ἔχει σὰν ἐπακόλουθο τὴν συντριβὴ καὶ ταπείνωση τοῦ πνεύματος. «Ἂν ἐπιθυμοῦσες θυσίες θὰ σοῦ τὶς πρόσφερα» λέει ὁ προφήτης Δαυὶδ στὸν Θεὸ ἐκ μέρους ὁποιουδήποτε ποὺ ἔπεσε καὶ παραμένει στὴν πτώση. Ὄχι μόνο μιὰ μερικὴ θυσία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς ἀλλὰ καὶ πλήρη «...ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».

Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἐπαναλαμβάνει τὸ ἀπόφθεγμα ἑνὸς ἄλλου ἁγίου: « Ἐὰν ἕνας δὲν ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό του ὡς ἁμαρτωλὸ ἡ προσευχή του δὲν εἶναι δεκτὴ στὸν Θεό».

Θὰ πρέπει νὰ στέκεται ἕνας μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεὸ σὰν νὰ Τὸν βλέπει καὶ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι τὸν βλέπει καὶ τὸν ἀκούει προσεκτικά. Θὰ πρέπει νὰ στέκεται ἕνας μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεό, ἀκριβῶς ὅπως ἕνας ἔνοχος ἐγκληματίας ποὺ εἶναι καταδικασμένος γιὰ ἀναρίθμητα ἐγκλήματα σὲ θάνατο στέκεται μπροστὰ σ’ ἕνα αὐστηρὸ καὶ ἀμερόληπτο δικαστή. Ἀκριβῶς! Στέκεται μπροστὰ στὸν Κυρίαρχο Δεσπότη καὶ Κριτή του, μπροστὰ στὸν Δικαστὴ στὸ βλέμμα τοῦ Ὁποίου καμμιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ δὲν θὰ δικαιωθεῖ• ὁ Ὁποῖος πάντα δικαιώνεται στὶς κρίσεις Του• ὁ Ὁποῖος, δὲν καταδικάζει παρὰ μόνον ὅταν μέσα στὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη Του συγχωρεῖ κάποιου τὶς ἁμαρτίες του καὶ δὲν εἰσέρχεται εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Του.

Νοιώθοντας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ αἰσθανόμενος ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόβο τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἕνας προσεύχεται θὰ δεῖ -χωρὶς νὰ βλέπει - μὲ μιὰ πνευματικὴ αἴσθηση, Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀόρατος, θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ νὰ στέκεται μὲ συναίσθηση ὅτι βρίσκεται μπροστὰ στὴν φοβερὴ κρίση τοῦ Θεοῦ.

Στάσου στὴν προσευχὴ μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ καὶ τὰ πόδια ἀλύγιστα καὶ ἀκίνητα• βοήθησε τὴν προσευχή σου μὲ συντριβὴ τῆς καρδίας μὲ ἀναστεναγμοὺς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ ἄφθονα δάκρυα. Μία εὐλαβικὴ ἐξωτερικὴ στάση στὴν προσευχὴ εἶναι πολὺ βοηθητικὴ γιὰ ὅλους ποὺ παλεύουν στὴν κονίστρα τῆς προσευχῆς, ἰδίως στοὺς ἀρχαρίους στοὺς ὁποίους ἡ διάθεση τῆς ψυχῆς συμμορφώνεται σὲ μεγάλο βαθμὸ μὲ τὴ στάση τοῦ σώματος.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει εὐχαριστίες ὅταν προσευχόμαστε: «Τῇ προσευχῇ προσκαρτερεῖτε, γρηγοροῦντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ.» Ὁ Ἀπόστολος λέει ἀκόμη ὅτι τὴν εὐχαριστία τὴν προστάζει ὁ ἴδιος ὁ Θεός: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε• ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε• τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς».

Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τῆς εὐχαριστίας; Εἶναι ὅτι δίνει εὐχαριστίες στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἄπειρές Του εὐλογίες ποὺ ξεχύνονται σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ στὸν καθένα. Μὲ μία τέτοια εὐχαριστία ἡ ψυχὴ γεμίζει μὲ μιὰ θαυμάσια εἰρήνη• καὶ γεμίζει μὲ εἰρήνη παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι λύπες τὴν περιζώνουν ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρές. Μὲ τὴν εὐχαριστία ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ μία ζωντανὴ πίστη ἔτσι ὥστε νὰ ἀπορρίπτει κάθε ἀνησυχία γιὰ τὸν ἑαυτό του, καταπατᾶ τὸν φόβο τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν δαιμόνων καὶ παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Μιὰ τέτοια διάθεση τῆς ψυχῆς εἶναι μιὰ θαυμάσια προδιάθεση καὶ προετοιμασία γιὰ προσευχή. Λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Ὡς οὖν παρελάβετε τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριον, ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε, ἐρριζωμένοι ἐν αὐτῷ καὶ βεβαιούμενοι ἐν τῇ πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ» - δηλαδὴ μέσω τῆς εὐχαριστίας λαμβάνεται μία πληρότης πίστεως. «Χαίρετε ἐν Κυρίω πάντοτε• πάλιν ἐρῶ, χαίρετε... ὁ Κύριος ἐγγύς• μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ’ ἐν παντὶ τῆ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν».

Ἡ σημασία τῆς πνευματικῆς προσπάθειας τῆς εὐχαριστίας ἐξηγεῖται μὲ ἰδιαίτερη πληρότητα ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη στὸ ἔργο τους «Καθοδήγηση στὴν πνευματικὴ ζωή».

Ἀραβική Προσευχή


Θεέ μου, μήν μ΄ἀφήσεις νά γίνω ὁ δήμιος πού σφάζει τά πρόβατα οὔτε πρόβατο στά χέρια τῶν ἐκτελεστῶν.


Βοήθησε μέ τό νά λέω πάντα ἀλήθεια ἐνώπιον τῶν δυνατῶν καί νά μήν λέω ποτέ ψέματα γιά νά κερδίσω τήν ἐπιδοκιμασία τῶν ἀδυνάτων.


Θεέ μου, ἐάν μοῦ δώσεις περιουσία, μήν μοῦ ἀφαιρέσεις τήν εὐτυχία.


Ἄν μοῦ δώσεις δύναμη, μήν μοῦ ἀφαιρέσεις τή σύνεση.


Ἐάν μοῦ ἐπιτρέψεις νά εὐημερήσω, μή μοῦ ἐπιτρέψεις νά χάσω τήν ταπεινοφροσύνη μου καί νά διατηρήσω ἁπλῶς τήν ἔπαρση τοῦ κύρους.


Βοήθησέ με νά ἐκτιμῶ τήν ἄλλη ὄψη τῶν πραγμάτων, ὥστε νά μήν κατηγορῶ τούς ἀντιπάλους μου μέ μεγαλύτερη αὐστηρότητα ἀπ΄ ὅτι τόν ἴδιό μου τόν ἑαυτό.


Μήν ἀφήσεις τήν ψευδαίσθηση τῆς δόξας νά μέ παρασύρει, ὅταν ἐπιτυγχάνω, οὔτε καί τήν ἀπελπισία νά μέ κατακλύζει, ὅταν ἡττῶμαι.


Νά μοῦ θυμίζεις ὅτι ἡ ἐμπειρία μιᾶς πτώσης μπορεῖ νά μέ κάνει νά δῶ τόν κόσμο μέ ἄλλο μάτι. Ὦ Θεέ μου!


Κάνε με νά νιώσω ὅτι ἡ συγχώρεση δείχνει δύναμη καί ὅτι ἡ ἐκδίκηση εἶναι δεῖγμα ἀδυναμίας.


Ἄν μοῦ πάρεις τήν τύχη, ἄφησέ μου τήν ἐλπίδα .


Ἄν μου λείψει ἡ ὑγεία, παρηγόρησέ με μέ τή χάρη τῆς πίστης.


Καί ὅταν μέ πληγώνουν ἡ ἀχαριστία καί ἡ ἔλλειψη κατανόησης τῶν ὁμοίων μου,
 νά γεννᾶς στήν ψυχή μου τή δύναμη τῆς συγγνώμης καί τῆς συγχώρεσης.


Τέλος, Κύριε, ἐάν ἐγώ Σέ ξεχάσω, Σέ ἱκετεύω Ἐσύ νά μήν μέ ξεχάσεις ποτέ.

Τὸ διαζύγιο ὡς ρῆγμα..... Κορναράκης 'Ιωάννης






Τὸ διαζύγιο ὡς ρῆγμα στὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου


Τὸ διαζύγιο, ὡς γεγονὸς διαρρήξεως μιᾶς, πρωταρχικῆς σημασίας γιὰ τὴν ὑπαρξιακὴ καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου, συζυγικῆς διαπροσωπικῆς σχέσεως, πλήττει τὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, σὲ μία σειρὰ ἁλυσιδωτῶν σχέσεων ἀτόμων ἐμπλεκομένων, οὕτως ἢ ἄλλως, συγγενικῶς μὲ τοὺς ἀρχικοὺς συντελεστὲς τῆς διαρρήξεως αὐτῆς!


Στὸ μυστήριο τοῦ γάμου πραγματώνεται μυστηριακῶς ὁ σκοπὸς τῆς θείας οἰκονομίας, ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, στὴν ἀρχικὴ προπτωτική του εἰκόνα. Τὸ ἀνδρόγυνο, στὸ γάμο, ἐξεικονίζει τὴν τέλεια ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ ἐν λόγῳ σκοποῦ, ἀνθρώπινη διαπροσωπικὴ ἑνότητα στὴ μονάδα δύο προσώπων! Μὲ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὴν ὀντολογικὴ πληρότητα τῆς ἀρχικῆς του εἰκόνας, ἐφόσον, μὲ τὸ μυστήριο αὐτό, ὁ ἄνθρωπος ὑποστασιάζεται πλέον ὡς «μονὰς» («καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν») στὴ δυάδα τῶν συζυγικῶν προσώπων γίνεται «ἀνδρὸγυνος»! Οἱ σύζυγοι ἑνώνονται, στὸ μυστήριο τοῦ γάμου εἰς ἀνδρόγυνο!


Στὴν περίπτωση αὐτή, ὁ μεταπτωτικὸς Ἀδὰμ ἐπιστρέφει στὴν ἑνότητα τοῦ ἑαυτοῦ του, μέσω τῆς ἀναπλασθείσης διὰ τῶν δημιουργικῶν χειρῶν τοῦ Θεοῦ, πλευρᾶς του καὶ συμπληρώνεται, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, τὸ κενό, τὸ ὁποῖο κατέλυσε ἡ ἀποσπασθεῖσα αὐτὴ πλευρά του, μὲ τὸ θεῖο δῶρο τῆς θεραπείας τῆς μοναξιᾶς του («Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον»)• τὴ γυναίκα!


Ἐξάλλου, ἀτενίζοντας τὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας ὁ μεταπτωτικὸς Ἀδὰμ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτὸ του («τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου»), καὶ ἀποδέχεται τὴν ἀλήθεια τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου, ὅτι «Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναίκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. Ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναίκα ἑαυτὸν ἀγαπᾶ»! (Ἐφεσ. ε’ 28) Ἡ ἑνότητα αὐτὴ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, στὸ μυστήριο τοῦ γάμου, σημειοδοτεῖ τὴν χαρισματικὴ ἢ μυστηριακὴ ὀντολογικὴ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γενικῶς προσώπου. Ὁ γάμος καταφάσκει τὴν μυστηριακὴ σχέση τῶν δύο συζύγων, ὡς ἀπόδειξη τῆς πραγματώσεως τοῦ σχεδίου τῆς θείας οἰκονομίας, στὸ κεφάλαιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου διὰ τοῦ γάμου!


Ἀλλὰ τὸ διαζύγιο δὲν διασπᾶ μόνο τὴ συζυγικὴ ἑνότητα καὶ τὴ σχέση δύο μόνον προσώπων. Τὸ διαζύγιο μπορεῖ νὰ γίνει αἰτία καὶ πηγὴ πολλῶν μελλοντικῶν, συνεχῶν, διασπάσεων, καὶ ἐκλύσεων ψυχικῶν διαταραχῶν σὲ ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως θὰ ἐμπλακοῦν, οὕτως ἢ ἄλλως, στὸ μεγάλο κύκλο ἀνθρωπίνων, διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀπορρεουσῶν ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἀφετηρία δύο διαζευγμένων γονέων.


Ἐὰν δηλ. ὁ ἕνας πρώην σύζυγος ἢ καὶ ἀμφότεροι, προχωρήσουν σὲ νέο γάμο μὲ ἄλλα πρόσωπα, τότε οἱ ἀρνητικὲς ποικίλες συνέπειες τῆς ἀρχικῆς συζυγικῆς διαστάσεως, θὰ περάσουν ἀσφαλῶς στὶς νέες συγγενικὲς σχέσεις, ἐξ αἵματος ἢ ἐξ ἀγχιστείας, οἱ ὁποῖες θὰ δημιουργηθοῦν ἐνδεχομένως μὲ τοὺς νέους αὐτοὺς γάμους. Λ. χ. ἐνδεχομένως, μὲ νέους γάμους τῶν ἤδη διαζευγμένων συζύγων, θὰ προκύψουν ἴσως πατριοὶ καὶ μητρυιὲς καὶ ἑτεροθαλεῖς ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνουν ἀποδέκτες τῶν ἀρνητικῶν συνεπειῶν τοῦ ἀρχικοῦ διαζυγίου.


Ἔπειτα εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ παιδιὰ διαζευγμένων γονέων μὲ ψυχικὰ τραύματα ἀπὸ τὶς σχέσεις τῶν γονέων τους καὶ κυρίως ἀπὸ τὸ διαζύγιο, θὰ μεταφέρουν ἀργότερα στὴ δική τους συζυγικὴ σχέση, τὶς ἐμπειρίες τῶν τραυμάτων αὐτῶν, μὲ ἀποτέλεσμα ὄχι λίγες φορές, τὶς διαταράξεις καὶ τῆς δικῆς τους συζυγικῆς σχέσεως! Γενικῶς ὅμως εἶναι συνήθως ἀπρόβλεπτες οἱ καταστροφικὲς συνέπειες ἑνὸς διαζυγίου, στὸν μέλλοντα χρόνο, ποὺ ὁ κύκλος τῶν συγγενικῶν προσώπων, θὰ διευρύνεται μὲ νέους ἐπιγόνους, σχετιζομένους μὲ τοὺς συντελεστὲς τοῦ ἀρχικοῦ-πατρογονικοῦ διαζυγίου!


Ἡ πτώση τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου στὴν τραγωδία τοῦ διαζυγίου καὶ τῆς διασπάσεως τοῦ συζυγικοῦ ζεύγους σὲ μονάδες, σημαίνει ἀσφαλῶς διάλυση καὶ ἀπώλεια τῆς ἀρχέγονης θεουργικῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου στὴν εἰκόνα τοῦ ἑνός!


Ἐξάλλου οἱ διαστάσεις τῆς τραγωδίας αὐτῆς ὁριοθετοῦνται σίγουρα στὴν ἀναίρεση, μὲ τὸ διαζύγιο, ὄχι μόνο τῆς μυστηριακῆς ἀναπλάσεως τῆς ἐν λόγῳ εἰκόνας διὰ τοῦ γάμου ἀλλὰ καὶ τῆς διὰ τῆς «ἀρχιτεκτονίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητὴς) οἰκοδομηθείσης «κατ’ οἶκον ἐκκλησίας»!


Ἕνα διαζύγιο συντρίβει μίαν ἐκκλησία! «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν»; (Α’ Κορ. γ’ 16).

Μέγας Βασίλειος- Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου




ΠΟΙΟΝ ΑΔΙΚΩ, λέει ο πλούσιος, προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;

Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει; Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου;
Δεν ήρθες στον κόσμο γυμνός; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Που τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ τον Θεό, πες μου για ποιο λόγο στα έδωσε;
Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός; Όχι γι' άλλο λόγο παρά για να ανταμοιφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.

Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά;

Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος άρπαγας; Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων.

Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία; 

Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα 'χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.


ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Εύρεση των Τιμίων Λειψάνων των Αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου

Εύρεση των Τιμίων Λειψάνων των Αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου
Ὀστᾶ φανέντα Μαρτύρων Ἀναργύρων,
Βλύζουσι κρουνοὺς θαυμάτων ἀναργύρως.
Εἰκάδι ὀγδοάτῃ Κῦρος φάνη ἠδ' ὁμόαθλος.

Αγωνίσθηκαν και οι δύο στα χρόνια του Διοκλητιανού (292 μ.Χ.).

Ο Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και ο Ιωάννης από την Έδεσσα. Άριστα καταρτισμένοι στην ιατρική επιστήμη, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αφιλοκερδώς στους φτωχότερους συνανθρώπους τους. Και όχι μόνο δεν έπαιρναν χρήματα από κανένα, αλλά και οι ίδιοι έδιναν τα δικά τους, μέχρι που έμειναν φτωχοί. Γι' αυτό και επονομάστηκαν Ανάργυροι. Μαζί με την ιατρική βοήθεια που προσέφεραν στους πάσχοντες, μετέδιδαν σ' αυτούς και τη σωτήρια αλήθεια του Ευαγγελίου. Τα λόγια τους έδωσαν φως του Χριστού σε πολλούς ειδωλολάτρες.

Άλλα η δράση τους καταγγέλθηκε στις αρχές, με αποτέλεσμα να τους αποκεφαλίσουν και άξια να πάρουν το στεφάνι του μαρτυρίου. Τότε οι χριστιανοί τους έθαψαν κρυφά, και όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αρκάδιος και Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας ο Θεόφιλος (400 μ.Χ.), τα άγια λείψανα τους βρέθηκαν και με πανηγυρικό τρόπο έγινε η ανακομιδή τους. Πολλοί, μάλιστα, ασθενείς που άγγιξαν αυτά, θεραπεύθηκαν. Έτσι, επιβεβαιώνεται ότι οι «δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζώσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὃ μισθὸς αὐτῶν» (Σοφία Σολομώντος, ε' 15). Οι δίκαιοι δηλαδή, ζουν αιώνια, και η ανταμοιβή που αρμόζει σ' αυτούς βρίσκεται στα χέρια του Κυρίου.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, τὴ ἐνεργεῖα, ἀναβλύζοντα, θαυμάτων ρεῖθρα, ἀναργύρως τὰ σεπτὰ ὑμῶν λείψανα, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς κόσμω ἔλαμψαν, Κῦρε θεόφρον, Ἰωάννη τὲ ἔνδοξε, ὅθεν ἅπαντες, τὴν τούτων τιμῶντες εὕρεσιν, αἰτοῦμεν δι' ὑμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’.
Τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων σου Μαρτύρων, τεῖχος ἀκαταμάχητον ἡμῖν δωρησάμενος, Χριστὲ ὁ Θεός, ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, βουλὰς ἐθνῶν διασκέδασον, τῆς βασιλείας τὰ σκῆπτρα κραταίωσον, ὡς μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐκ τῆς θείας χάριτος, τὴν δωρεὰν τῶν θαυμάτων, εἰληφότες, Ἅγιοι, θαυματουργεῖτε ἐν κόσμῳ, ἄπαντα, ἡμῶν τὰ πάθη τῇ χειρουργίᾳ, τέμνετε, τῇ ἀοράτῳ Κῦρε θεόφρον, σὺν τῷ θείῳ Ἰωάννῃ, ὑμεῖς γὰρ θεῖοι, ἰατροὶ ὑπάρχετε.




Οπτικοακουστικό Υλικό
media
Ακούστε το απολυτίκιο!




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Άγιος Κύρος ο Ανάργυρος
Άγιος Κύρος ο Ανάργυρος

Άγιος Κύρος ο Ανάργυρος
Άγιος Κύρος ο Ανάργυρος

Άγιος Ιωάννης ο Ανάργυρος
Άγιος Ιωάννης ο Ανάργυρος

Άγιος Ιωάννης ο Ανάργυρος
Άγιος Ιωάννης ο Ανάργυρος

Άγιοι Κύρος και Ιωάννης οι Ανάργυροι
Άγιοι Κύρος και Ιωάννης οι Ανάργυροι

Άγιος Παππίας




Tον Παππίαν δε πώς παρέλθω τω λόγω,
Mάρτυρα όντα ανδρικόν του Kυρίου;

Υπήρξε και αυτός ολοκαύτωμα στην πολυάριθμη σειρά των επί Διοκλητιανού και Mαξιμιανού (301 μ.Χ.) μαρτυρικών θυμάτων. Μόνο δια το ότι πίστεψε στον Χριστό και δεν θέλησε ν' αρνηθεί την πίστη του, φυλακίστηκε και βασανίστηκε για μέρες ολόκληρες. Επειδή όμως έμεινε αμετάθετος στην πίστη του, αποκεφαλίστηκε και ανέβηκε νικηφόρος στα ουράνια. 

Αγιος Σεργιος Ο Δικαιος Ο Μαγιστρος


Άγιος Σέργιος ο δίκαιος ο Μάγιστρος
O Σέργιος μάγιστρος ων πριν εν βίω,
Θεού μάγιστρος νυν δέδεικται εν πόλω.

Ο Άγιος και δίκαιος Σέργιος, καταγόταν από την κωμόπολη Νικήτια της Αμάστρισου, του Εύξεινου Πόντου. Η οικογένεια του ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και συνδεόταν με συγγενικούς δεσμούς με εκείνη της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Έκανε λαμπρές σπουδές και γρήγορα έφθασε σε υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα. Αν και ο Θεόφιλος ήταν θερμός υποστηρικτής των εικονομάχων, ο Σέργιος παρέμεινε πιστός στην ορθόδοξη πίστη και κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αναστύλωση των Ιερών Εικόνων. Αναδείχθηκε δε και προστάτης πολλών υπερασπιστών των αγίων εικόνων, κατά τον από του Θεόφιλου διωγμό. Μετά δε το θάνατο του Θεόφιλου, συνετέλεσε τα μέγιστα και εξάντλησε όλη την επιρροή του για να ενισχυθεί η γνώμη της Θεοδώρας για τη σύγκληση Οικουμενικης Συνόδου, για την αναστύλωση των Εικόνων. Εκοιμήθη ειρηνικά στην Κρήτη και ετάφη στη μονή του Μαγίστρου. Αργότερα τα άγια λείψανά του μετακομίσθηκαν με μεγάλες τιμές και ετάφησαν στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου την οποία έκτισε ο ίδιος στον κόλπο της Νικομήδειας, η οποία λεγόταν του Νικητιάνου επειδή ο κτήτοράς της καταγόταν από την κωμόπολη Νικήτια.


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες


Άγιοι Εβδομήντα Μάρτυρες οι εν Σκυθοπόλει


ίχες μαθητάς επτάκις Σώτερ δέκα,
Έχεις αθλητάς και τοσούτους εκ ξίφους.

Όλοι αυτοί οι Άγιοι μαρτύρησαν δια ξίφους.

Ένας από αυτούς, ο Άγιος Βασίλειος τιμάται και στις 6 Ιουλίου.

Αγιοι Τρεις Μαρτυρες Απο Τη Γαλατια


Tρεις άνδρες ημείς, αλλά συμπνοίας λόγω,
Ως είς ιδού χωρούμεν οι τρεις προς ξίφος.

Οι Άγιοι Τρεις Μάρτυρες από τη Γαλατία μαρτύρησαν δια ξίφους

Ο Όσιος Μάγνος


Eν τη προσευχή θείος εκπνεύσας Mάγνος,
Yπήρξε δήλος λήξιν αιτήσας βίου.

Ο Όσιος Μάγνος απεβίωσε ειρηνικά προσευχόμενος.

Όσιοι Σέργιος και Γερμανός οι θαυματουργοί οι εν Βαλάμη



Οι Όσιοι Σέργιος και Γερμανός εγκαταστάθηκαν στη νήσο Βαλάμη το 1329 μ.Χ. και προσπάθησαν να διαδώσουν τον Χριστιανισμό κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Οι Όσιοι Σέργιος και Γερμανός κοιμήθηκαν περί το 1353 μ.Χ.

Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο των Οσίων.


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Όσιος Σέργιος ο θαυματουργός ο εν Βαλάμη
Όσιος Σέργιος ο θαυματουργός ο εν Βαλάμη

Όσιος Γερμανός ο θαυματουργός ο εν Βαλάμη
Όσιος Γερμανός ο θαυματουργός ο εν Βαλάμη

Όσιοι Σέργιος και Γερμανός οι θαυματουργοί οι εν Βαλάμη
Όσιοι Σέργιος και Γερμανός οι θαυματουργοί οι εν Βαλάμη

Όσιοι Σέργιος και Γερμανός οι θαυματουργοί οι εν Βαλάμη
Όσιοι Σέργιος και Γερμανός οι θαυματουργοί οι εν Βαλάμη

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...