Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 25, 2013

Κουφός, μουγκός και τυφλός ο θεματοφύλακας του Έθνους Ανύπαρκτος και «διακοσμητικός» ο ρόλος του προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια


Ποιοί λόγοι και ποιές πράξεις του καθιστούν πλέον αναγκαία την παραίτησή του

Του Διονύση Μακρή
Είχα σχηματίσει την εντύπωση -αρχικά διατυπωνόταν ως απλή υποψία- από τις πρώτες κιόλας ημέρες που ανέλαβε το ανώτατο πολιτικό αξίωμα της χώρας, ο νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, ότι ο θεωρούμενος θεματοφύλακας του συντάγματος, πάσχει από τις βαρύτατες ασθένειες της τύφλωσης και της κώφωσης! Από τότε λοιπόν αναρωτιόμουν γιατί οι πολιτικοί άρχοντες της χώρας επέλεξαν ως θεματοφύλακα του συντάγματος, ως πρόεδρο δηλαδή της Δημοκρατίας έναν κουφό και τυφλό για να ηγηθεί ουσιαστικά της μεγάλης οικογένειας του ελληνικού έθνους και να υπηρετεί έναν θεσμό που παρά τα όποια προβλήματα παρουσιάζει, παραμένει σεβαστός από όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες, ανεξαρτήτως πολιτικής παρατάξεως.
Εύλογα καλοί μου Χριστιανοί θα αναρωτιέστε πως κατέληξα στο συμπέρασμα τούτο για τον ανώτατο πολιτικό άρχοντα της Ελλάδας. Προκειμένου λοιπόν να λύσω της απορία σας θα καταγράψω εν συντομία τις παρατηρήσεις μου σε μία μικρή ιστορική αναδρομή αφήνοντας σε εσάς να κρίνετε εάν συμμερίζεστε τελικά την αρχική υποψία μου για τον κ. Παπούλια, η οποία με τα χρόνια κατέληξε να γίνει σταθερή διαπίστωση και βεβαιότητα...
Όπως λοιπόν οι περισσότεροι Έλληνες παρακολούθησα την ανάδειξη του κ. Παπούλια στο αξίωμα τούτο κατά την πρώτη θητεία του! Είχαν τότε ενθυμούμαι μεταβεί πάρα πολλοί πολιτικοί για να τον συγχαρούν, ενώ τα ΜΜΕ είχαν επιμελώς φροντίσει, και καλώς έπραξαν, να διαλύσουν σκιές και σύννεφα από την πολιτική του σταδιοδρομία ως υπουργού κυρίως Εξωτερικών. Και λέω καλώς έπραξαν γιατί ο εκάστοτε πρόεδρος της Δημοκρατίας, επειδή από ψυχολογικής απόψεως, έχει και ρόλο πατέρα του έθνους πρέπει να είναι άμεμπτος, δίκαιος, ένθερμος θιασώτης της αλήθειας, ακλόνητο στήριγμα της Δημοκρατίας, όπως αυτή αναλύεται και περιγράφεται εκ των συνταγματικών διατάξεων, γνήσιος υποστηρικτής και εκφραστής της διαφάνειας και της νομιμότητας κ.ο.κ. Και επιπλέον εκτός αυτών η έννοια του θεματοφύλακα του συντάγματος και της Δημοκρατίας εμπεριέχει αρετές, όπως λ.χ. το ήθος, τη γενναιότητα, την ανδρεία, την ειλικρίνεια, την ευθύτητα και εν γένει ο,τι περιλαμβάνει η ετυμολογική ερμηνεία του ηρωισμού...
Με ιδιαίτερη λοιπόν προσοχή παρατηρούσα το χαμόγελό του, τις εκφράσεις του, τις απαντήσεις που έδιδε σ’ αυτούς που μετέβησαν να τον συγχαρούν. «Καλός άνθρωπος, ήπιος, έξυπνος, καλοσυνάτος» σκεπτόμουν. Αλήθεια αυτή τη γνώμη είχα σχηματίσει για τον νυν πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια μέχρι τη στιγμή που μπροστά του στάθηκε για να τον συγχαρεί η κ. Άννα Ψαρούδα -Μπενάκη, που έφερε τότε το αξίωμα της προέδρου της Βουλής. Εκείνη τότε με την ευφράδεια λόγου που την χαρακτηρίζει του ανακοίνωσε θα λέγαμε ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρόεδρος της Δημοκρατίας θα βιώσει την απώλεια μέρους της εθνικής κυριαρχίας της χώρας και τη συρρίκνωση των ελληνικών συνόρων!!! Στο άκουσμα των λεγομένων της αξιοσέβαστης κυρίας Μπενάκη πετάχτηκα στην κυριολεξία από την πολυθρόνα μου. Γνωρίζοντας καλώς πως η εν λόγω πολιτικός δεν φλέρταρε με τη γνωστή μόδα της εποχής, της μαντείας και επιπλέον μετρούσε πάντοτε τα όσα έλεγε ανησύχησα. Το πρώτο που σκέφτηκα είναι πως κάτι θα γνωρίζει από τη λεγομένη μυστική διπλωματία. Περίμενα να δω την αντίδραση του προέδρου της Δημοκρατίας. Δεν σας κρύβω πως θα επιθυμούσα να ακούσω να της λέει: «Τι λες καλή μου κυρία; Πως θα γίνουν αυτά που ισχυρίζεστε;...» Εκείνος όμως αντί απαντήσεως χαμογέλασε! Μάλλον θα έχει πρόβλημα με τα αυτιά του σκέφτηκα και δεν άκουσε τι ακριβώς του είπε. Ίσως γι’ αυτό και δεν αντέδρασε. Την επόμενη ημέρα η εφημερίδα «Καθημερινή» σχολίασε το γεγονός ζητώντας εμμέσως εξηγήσεις. Η κ. Μπενάκη απάντησε σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να δικαιολογήσει τα όσα της ξέφυγαν. Μάταια όμως, κατά την προσωπική μου γνώμη, τα έκανε χειρότερα. Κατόπιν αυτών έτρεφα την πεποίθηση ότι ο καλός πρόεδρος και θεματοφύλακας του ελληνισμού θα ζητούσε εξηγήσεις. Όμως, αποδείχθηκε εκτός από κουφός και τυφλός, αφού δεν μπόρεσε να αναγνώσει το δημοσίευμα!!! Ίσως η καρέκλα της εξουσίας να είναι τόσο γλυκιά που προκαλεί διαβήτη (ζάγχαρο) και επιφέρει την τύφλωση εκτός από την κώφωση, ασθένεια που παρατηρείται συνήθως σε ανθρώπους κάποιας ηλικίας.
Η αρχική τότε διαπίστωση για τον νυν άρχοντα -βασιλιά του προεδρικού Μεγάρου ήρθε να καταστεί γεγονός αδιαμφισβήτητο τα τελευταία χρόνια, όπου η χώρα βιώνει μία πρωτοφανή πνευματική πρωτίστως και οικονομική δευτερευόντως κρίση. Οι ελληνικές κυβερνήσεις σε αλλεπάλληλες συνειδητές αντισυνταγματικές αποφάσεις παραχώρησαν μεγάλο μέρος της εθνικής κυριαρχίας. Η πολιτική εξουσία της χώρας σύρθηκε από τα θηρία και τους λήσταρχους της παγκόσμιας οικονομίας σε ένα χορό που μοιάζει κατά πολύ μ’ αυτόν του Ζαλόγγου! Το σύνταγμα μας κονιορτοποιήθηκε και αποτελεί σήμερα διακοσμητικό στοιχείο προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι δανειστές και να υλοποιηθούν τα μύχια συμφέροντά τους! Την ίδια στιγμή ξευτιλίζονται συστηματικά από τους ντόπιους και αλλοδαπούς εκφραστές του μυστηρίου της ανομίας:
1. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου υβρίζεται συστηματικά και ανοικτά ο Χριστός( βλ. παράσταση Corpus Christi). Οι πολιτικοί άρχοντες έχουν βαλθεί να γκρεμίσουν ο,τι θυμίζει Ορθοδοξία. Καταργούν την αργία της Κυριακής, υποβαθμίζουν και μετατρέπουν σταδιακά σε ένα, μεθοδευμένο και σχεδιασμένο στις τεκτονικές στοές, σχέδιο το μάθημα των θρησκευτικών σε μάθημα θρησκειολογίας. Επιχειρούν να μετατρέψουν την χώρα σε ένα αδιάφορο -άθεο κράτος, αγνοώντας τα πιστεύματα του ελληνικού λαού! Κι όλα αυτά τα επιβάλλουν ετσιθελικά με δικτατορικό τρόπο που δείχνει πρωτοφανή φασιστική νοοτροπία που φέρει περιτύλιγμα «δημοκρατίας». Την ίδια στιγμή τα ελεγχόμενα από τη σιωνιστική λαίλαπα ελληνικά ΜΜΕ προπαγανδίζουν με γκεμπελικές μεθόδους τις αντισυνταγματικές παράνομες ολοσχερώς αποφάσεις, που εξυπηρετούν μύχιες επιδιώξεις ανόμων... Φυσικά και πάλι ο αξιότιμος κ. Κάρολος Παπούλιας σφυρίζει αδιάφορα σε ρυθμούς Ηπειρώτη τσέλιγκα...
2. Η ελληνική οικογένεια δέχεται το μεγαλύτερο στα χρονικά πλήγμα που της προκαλεί τεράστια αδιέξοδα. Πλήττεται από την ανεργία, ασφυκτιά από τους αντισυνταγματικούς στο σύνολο τους αναδρομικούς κυρίως φόρους. Τα διαζύγια αυξάνουν γεωμετρικά και εξυπηρετούνται από νέους νόμους που ψηφίζονται στη βάση της Συνθήκης της Λισσαβόνας (Ευρωπαϊκό Σύνταγμα). Ο γάμος και τα μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας υποβαθμίζονται απ’ αυτούς που θα έπρεπε να τα τηρούν... Η ελληνική οικογένεια θρηνεί χιλιάδες θύματα, που κυριεύτηκαν από την απόγνωση και την απογοήτευση, στοιχεία που καλλιεργούν συστηματικά οι σύγχρονες Κασσάνδρες (βλ. ΜΜΕ) και οδηγήθηκαν στην αυτοχειρία (αυτοκτονία)... Ο εκλεκτός άρχοντας του τόπου Κάρολος Παπούλιας αν και διαδραματίζει, από ψυχολογικής άποψης, ρόλο πατέρα στην μεγάλη ελληνική οικογένεια όχι μόνο παραμένει κουφός και δεν αφουγκράζεται τον πόνο, όχι μόνο παραμένει τυφλός και δεν βλέπει το πέπλο της δυστυχίας που απλώνεται σε όλη την επικράτεια αλλά γίνεται και υποστηρικτής και θιασώτης αυτής της πολιτικής που συρρικνώνει το έθνος σιγοντάροντας και ενισχύοντας με αλλεπάλληλες υψηλές διασκέψεις πολιτικούς άνδρες που ξεπέρασαν στην προδοσία τον Πήλιο Γούση και τον Εφιάλτη...
3. Η ένδοξη πατρίδα το τρίτο κατά σειρά θεμέλιο του Έθνους κλονίζεται. Η Ελλάδα ρεζιλεύεται παγκοσμίως για αποφάσεις και πράξεις της δημοκρατικά -υποτίθεται- εκλεγμένης πολιτικής εξουσίας, η οποία έχει το προνόμιο να έχει σχεδόν πάντοτε πρωθυπουργούς μέλη και όργανα της μιαρής λέσχης του Μπίλντεμπεργκ. Τα σύνορά μας άρχισαν να συρρικνώνονται ( βλ. απόφαση ανακήρυξης της νήσου Στρογγύλης σε αρχαιολογικό χώρο), ο πλούτος της χώρας να δεσμεύεται και να ξεπουλιέται αντί πινακίου φακής από αλλότρια προς τον τόπο συμφέροντα... Θα μπορούσαμε στη βάση τούτη να αναφερθούμε σε χιλιάδες παραδείγματα όπου η ελληνική λεβεντιά και η αξιοπρέπεια ξευτιλίζονται στο βωμό της πολιτικής και της ψευτο-δημοκρατίας. Αρκεί να αναφερθούμε μόνο σε ένα που αφορά την καρατόμηση ικανότατων ανωτάτων αξιωματικών του ελληνικού στρατού από τον συνειδητά οσφυοκάμπτη στους ξένους τ. πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου προκειμένου να πείσει τους Ευρωπαίους για το ενδεχόμενο στρατιωτικής εξέγερσης, την οποία πρόλαβε!!! Και πάλι ο εκλεκτός πρόεδρος- βασιλιάς του ελληνικού λαού σφύριζε κλέφτικα καλυπτόμενος πίσω από τον ανώτατο θεσμό.
4. Η κατ’ εξοχήν δημοκρατική ελληνική κοινωνία τέλος οδηγήθηκε, λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων, που είχαν να κάνουν με την αντιμετώπιση του φαινομένου των αγανακτισμένων, στην αποδοχή φασιστικών -παγανιστικών κινημάτων. Οι πολιτικοί άρχοντες με τις αποφάσεις τους και την έντεχνη προπαγάνδα τους οδήγησαν πολλούς Έλληνες στην Χρυσή Αυγή, κόμμα που απορρόφησε την αγανάκτηση, εξυπηρετώντας στην ουσία τις κυβερνήσεις των μνημονίων και το σαθρό πολιτικό αντιδημοκρατικό στη βάση του σύστημα. Και τώρα που το θεριό που οι ίδιοι εξέθρεψαν απειλεί τις καρέκλες της εξουσίας στις οποίες έχουν θρονιάσει σκέφτηκαν να το βγάλουν εκτός νόμου, παραβιάζοντας και πάλι το σύνταγμα!!! Και ο ανώτατος άρχων του τόπου που καυχιέται πως πολέμησε τον ναζισμό αλλά ταυτόχρονα αποδέχθηκε τις τραγικές συνέπειες αυτού μη τολμώντας να ηγηθεί της δικαίας αξίωσης των πολεμικών αποζημιώσεων -ίσως γιατί δεν ήθελε να διαταραχθούν οι σχέσεις του με τη Γερμανία λόγω της γερμανικής καταγωγής της συζύγου του-συνηγορεί και πάλι στο σαθρό σύστημα μη λαμβάνοντας υπόψη το ότι οι πολιτικές σκοπιμότητες μπορεί να οδηγήσουν σε εμφύλια σύρραξη.
Το θεριό που εξέθρεψαν απέβλεπε ακόμη να τους εξυπηρετήσει, έτσι ώστε να καταλύσουν πέρα ως πέρα της ελευθερία του λόγου που κατοχυρώνεται συνταγματικά προωθώντας με το πρόσχημα του δήθεν αντιρατσιστικού νομοσχεδίου την κατάργησή της!!! Και αυτό το νομοσχέδιο ο νυν πρόεδρος ούτε το άκουσε ούτε το είδε...
Καλοί μου Ορθόδοξοι Χριστιανοί αν και αποτελείτε την συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού του ευλογημένου, από τον Θεό, αυτού τόπου, σας έχουν βάλει ετσιθελικά στο σβέρκο, υπό τη μορφή διακοσμητικού (ξηραμένου όμως) φυτού έναν παντελώς ανίκανο, τυφλό και κουφό, όπως αποδεικνύεται εκ των ανωτέρω πολιτικό ανώτατο άρχοντα! Μέχρι πότε όμως θα ανέχεστε και θα χρηματοδοτείτε την συνειδητή μουγκαμάρα με χιλιάδες ευρώ ετησίως; Αναδείξατε μέσω της Βουλής τον πρόεδρο για να είναι θεματοφύλακας των ιδανικών και των αξιών της φυλής μας. Απεδείχθη όμως πολύ κατώτερος των περιστάσεων για τον ελληνικό λαό αλλά ικανότατος για τη στήριξη της πολιτικής των μνημονίων και των δανειστών. Και τώρα ακόμη παρουσιάζεται παντελώς ανίκανος να αντιδράσει υποβάλλοντας, σε μία γενναία ύστατη ιστορική πράξη, την παραίτησή του και οδηγώντας την χώρα σε εθνικές εκλογές, οι οποίες πιθανόν να βοηθήσουν να διατηρήσει ο λαός την αξιοπρέπεια, που κάποιοι συνειδητοί οσφυοκάμπτες στους εκφραστές του μυστηρίου της ανομίας θέλουν με την φοροεισπρακτική τους αντισυνταγματική πολιτική να του αφαιρέσουν. Μία τέτοια παραίτηση εξάλλου θα γλύτωνε την χώρα από έναν πιθανό πλέον εμφύλιο σπαραγμό και μία ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη. 
Μία τέτοια παραίτηση θέλει όμως να έχεις κότσια, τα οποία διαθέτουν μόνο δυνατές προσωπικότητες. Θα μπορούσε λοιπόν ο νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας να σταματήσει το «κρυφτούλι» που του επιβάλλουν οι πολιτικές σκοπιμότητες και η πραγματική κυβέρνηση του τόπου, δηλαδή, η τρόϊκα και οι δανειστές, και να φέρει τα πάνω -κάτω για να κλείσουν τα στόματα αυτών που υποστηρίζουν ότι το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι. 
ΠΗΓΗ: www.orthodoxia.gr


Συντάκτης: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΚΡΗΣ
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2013

Γέννησε το γιο της ενώ βρισκόταν σε κώμα και ξύπνησε όταν άκουσε τη φωνή του

Τώρα εκείνος μασά την τροφή της και την ταΐζει στο στόμα - Δείτε τις φωτογραφίες

Δεν είναι σπάνια εικόνα στο ζωικό βασίλειο οι γονείς να μασούν την τροφή και να την περνούν, στόμα με στόμα, στα μικρά τους. Μια μητέρα και ο γιος της, από την Κίνα, αποτελούν ένα σπάνιο παράδειγμα της ίδιας πρακτικής στον κόσμο των ανθρώπων, και μάλιστα αντίστροφα. 

Η Zhang Rongxiang έπεσε σε κώμα έπειτα από τροχαίο ατύχημα πριν από τρία χρόνια. Οι γιατροί ενημέρωσαν τον σύζυγό της Gao Dejin πως δεν θα συνέλθει ποτέ και λίγη ώρα αργότερα διαπίστωσαν πως η γυναίκα ήταν έγκυος και πως, σαν από θαύμα, το μωρό είχε επιβιώσει. 

Τους πέντε μήνες που ακολούθησαν ο Gao Dejin φρόντιζε με συνέπεια τη γυναίκα του και το αγέννητο παιδί του, μέχρι οι γιατροί να μπορούν να κάνουν καισαρική τομή και να πάρουν το μωρό. 

Έτσι γεννήθηκε ο Gao Qianbo. Το σώμα της μητέρας του, παρότι η ίδια ήταν σε κώμα, φρόντισε το αγοράκι να αναπτυχθεί ούτως ώστε να μπορεί να γεννηθεί. Και από τότε εκείνος δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό της. 

Η έκπληξη των γιατρών για την εγκυμοσύνη της μητέρας δεν ήταν η μόνη καθώς πέρσι το Μάιο έμειναν άφωνοι ξανά: η νεαρή γυναίκα ξύπνησε από το κώμα στο άκουσμα της φωνής του γιου της! 

Έτσι, μητέρα και γιος βρέθηκαν ξανά μαζί. 

Παρότι η γυναίκα μπορεί να καταπιεί, δεν μπορεί να μασήσει το φαγητό της. Και προκειμένου να αποφύγει τα αλεσμένα γεύματα του νοσοκομείου, ο μικρός Gao Qianbo μασά την τροφή για εκείνη και της τη δίνει στο στόμα.

Το θέμα αναδεικνύει η Daily Mail επικαλούμενη την εφημερίδα Yangtze Evening Post, σύμφωνα με την οποία η οικογένεια επιβίωσε χάρη στη στοιχειώδη στήριξη από την κυβέρνηση και τη βοήθεια κάποιων συγγενών και φίλων.

Δείτε τις φωτογραφίες...






πηγή /αντιγραφή

ΤΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΝ ΗΛΘΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ !

Ἡ μεγάλη δικαίωσις τοῦ μακαριστοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Π.Ο.Ε. καὶ τοῦ «Ο.Τ.» Χαραλάμπους Βασιλοπούλου, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη μὲ τὸ θέμα καὶ ἔγραψε καὶ σχετικὸν βιβλίον μετὰ ἑρμηνευτικῶν σχολίων.

Ὅποιος μελετήσει τὰ πρωτόκολλα τῶν σοφῶν τῆς Σιών, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν πρὶν ἀπὸ ἑκατὸν δέκα ἔτη θὰ διαπιστώση ὅτι αὐτὰ εὑρίσκουν πλήρη ἐπιβεβαίωσιν εἰς τὰς ἡμέρας μας.
 Ἡ ἐπιβεβαίωσις ὅμως δικαιώνει καὶ τὸν ἱδρυτὴν τῆς Πανελληνίου Ὀρθοδόξου Ἑνώσεως (Π.Ο.Ε.) καὶ τοῦ «Ο.Τ.».
Εἰς αὐτὰ περιγράφεται ἡ σημερινὴ συμπεριφορὰ τοῦ τύπου, ἡ διάβρωσις τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τοῦ Σιωνισμοῦ μέσῳ τοῦ ἑβραιομασωνισμοῦ, ἡ πρόκλησις οἰκονομικῶν κρίσεων εἰς τὰ Χριστιανικὰ κράτη καὶ ἡ συγκέντρωσις τοῦ χρυσοῦ ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τοῦ σιωνισμοῦ, ἡ ἀποκτήνωσις – ἀποβλάκωσις τῆς νεολαίας οὕτως ὥστε αὕτη νὰ μὴ ἀντιδρᾶ εἰς κρίσιμα ζητήματα.
Θὰ παραθέσωμεν ὡρισμένα ἀποσπάσματα ἐκ τῶν πρωτοκόλλων μὲ τὴν προτροπὴν νὰ προμηθευτῆτε ἀπὸ τὴν Π.Ο.Ε. τὸ σχετικὸν βιβλίον τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Χαραλάμπους Βασιλοπούλου. Τὴν γνησιότητα τῶν πρωτοκόλλων ἀμφισβητεῖ τὸ κεντρικὸν ἰσραηλιτικὸν συμβούλιον. Τὰ ὅσα περιγράφονται ὅμως εἰς αὐτὰ ἀνταποκρίνονται πλήρως εἰς τὴν σημερινὴν πραγματικότητα.

Ὀ ρόλος τοῦ τύπου
Διὰ τὸν ρόλον τοῦ τύπου ἀναγράφονται εἰς αὐτὰ τὰ ἀκόλουθα: «ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XII …ποιὸς εἶναι ὁ σημερινὸς ρόλος τοῦ τύπου; Χρησιμεύει νὰ ἐξάπτη τὰ πάθη τῶν μαζῶν καὶ νὰ συντηρῆ τὶς ἐγωϊστικὲς ἐπιδιώξεις τῶν κομμάτων.
Σήμερα δὲν ὑποστηρίζει τὸ δίκαιο, διαστρεβλώνει μὲ χίλιες ψευτιὲς τὴν ἀλήθεια καὶ κολακεύει τὶς ματαιοδοξίες. Γιὰ τὴν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων δὲν χρησιμεύει σὲ τίποτε. Ἐμεῖς θὰ τοῦ περάσουμε δυνατὰ χαλινάρια· τὸ ἴδιο θὰ κάνουμε καὶ στὰ ἄλλα ἔντυπα... θὰ μεταβάλλουμε τὴν Δημοσιότητα. ...σὲ μία μεγάλη πηγὴ προσόδων γιὰ τὸ κράτος μας. ... ἀνάμεσα στὰ ἔντυπα, ποὺ θὰ μᾶς ἐπικρίνουν, θὰ ὑπάρχουν καὶ μερικά, ποὺ θὰ τὰ ἐκδίδουμε καὶ θὰ τὰ κατευθύνουμε ἐμεῖς καὶ ποὺ θὰ ἐπικρίνουν καταστάσεις, ποὺ θὰ ἐπιδιώκουμε τὴν ἀλλαγή τους. Μὲ λίγα λόγια: Τίποτε δὲν θὰ ἀνακοινώνεται στὸ κοινό, χωρὶς τὸν ἔλεγχό μας. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο, τὸ ἔχουμε — σ᾽ ἕνα μεγάλο ποσοστὸ — πετύχει καὶ σήμερα, μὲ τὰ διάφορα εἰδησεογραφικὰ Πρακτορεῖα, ποὺ συγκεντρώνουν ἀπ᾽ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, τὶς διάφορες εἰδήσεις καὶ τὰ νέα. Τότε, ποὺ ὅλα αὐτὰ τὰ Πρακτορεῖα θὰ βρίσκονται μόνον στὰ δικά μας χέρια, δὲν πρόκειται νὰ δίνουν στὴν δημοσιότητα, παρὰ αὐτά, ποὺ θὰ θέλαμε ἐμεῖς. ... (τὸν τύπο) θὰ τὸν κτυπήσουμε ἀνελέητα — ὅπως καὶ κάθε ἔντυπο —μὲ κάθε εἴδους δασμοὺς καὶ ἐπιβαρύνσεις, ποὺ θὰ αὐξάνονται στὸ μέτρο, ποὺ θὰ αὐξάνεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν φύλλων κυκλοφορίας του... ἔτσι, οἱ φόροι, οἱ δασμοὶ καὶ οἱ διάφορες ἐπιβαρύνσεις, θὰ καταπραΰνουν τὶς φλογερὲς καὶ κούφιες ἐπιθυμίες τῶν ματαιόδοξων συγγραφέων καὶ ὁ φόβος τῆς τιμωρίας τους θὰ τοὺς ὑποχρεώσει νὰ μποῦν στὴν ὑπηρεσία μας…».

Διὰ τὸν ἐπιούσιον τῶν Χριστιανῶν
Εἰς τὸ κεφάλαιον XIII γράφονται μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἀνάγκη τῶν Χριστιανῶν γιὰ τὸν ἐπιούσιο, θὰ τοὺς ὑποχρεώση νὰ παρακολουθοῦν σιωπηλοὶ τὰ γεγονότα καὶ θὰ τοὺς κάνη ταπεινοὺς ὑπηρέτες μας... Μερικοὶ ἀνόητοι, ποὺ φαντάζονται τὸν ἑαυτό τους σὰν ὄργανα τοῦ πεπρωμένου, θὰ ριχτοῦν τότε μὲ πάθος πάνω στὰ “νέα” αὐτὰ προβλήματα, χωρὶς νὰ ὑποψιαστοῦν οὔτε τὸ γιατί, οὔτε τὸ πῶς ξεφύτρωσαν. Τὰ μεγάλα ζητήματα, τὰ ζητήματα δηλαδὴ καὶ τὰ μυστικὰ τῆς Πολιτικῆς, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προσιτὰ καὶ κατανοητὰ παρὰ μόνο ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ τὴν ἐφεῦραν καὶ τὴν ἀνέπτυξαν πρὶν ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες καὶ τὴν κατευθύνουν ὡς τὰ σήμερα. Θὰ στρέψουμε καὶ αὐτῶν (τῶν λαϊκῶν μαζῶν) ἀλλοῦ τὴν προσοχὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους. Θὰ τὶς κατευθύνουμε πρὸς τὶς διασκεδάσεις, τὶς γιορτές, τὴν πορνεία, τὰ τυχερὰ παιχνίδια, καὶ κάθε εἴδους ἀπολαύσεις.
Πολὺ σύντομα, ὅπως θὰ διαπιστώσετε, θὰ εἰσηγηθοῦμε, διὰ τοῦ τύπου, τὴν καθιέρωσι κάθε εἴδους διαγωνισμῶν, ἐκθέσεων καὶ ἐπιδείξεων στὸν τομέα τῆς τέχνης, τῶν σπὸρ κ.λπ. Τὸ ἐνδιαφέρον τους γι᾽ αὐτὰ τὰ μηδαμινὰ πράγματα, θὰ τοὺς κάνη ν᾽ ἀποτραβήξουν τὶς σκέψεις τους ἀπὸ φλέγοντα ζητήματα καί ἔτσι νὰ ἀναθέσουν σὲ μᾶς, νὰ καταπιαστοῦμε μ᾽ αὐτά. Πάντως ὁ ρόλος ὅλων αὐτῶν τῶν οὐτοπιστῶν τοῦ φιλελευθερισμοῦ, θὰ τελειώση ὁριστικά, μόνον τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἀναγνωρισθῆ τὸ καθεστώς. Ὡς τὴν ἡμέρα ὅμως ἐκείνη ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀεροβάτες μᾶς εἶναι χρήσιμοι, μᾶς προσφέρουν ἄπειρες καὶ πολύτιμες ὑπηρεσίες, ὅπως ἔχουμε ἀποδείξει. Ὡς τὴν ἡμέρα ἐκείνη, δὲν πρέπει νὰ σταματήσουμε, οὔτε γιὰ μία στιγμή, νὰ παρακινοῦμε τὰ πνεύματα νὰ ἐπινοοῦν καὶ ἄλλες, πιὸ πολλές, πιὸ νέες, πιὸ ἀνεδαφικὲς καὶ πιὸ παράλογες, κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικὲς κ.λπ. θεωρίες, ποὺ ἐμεῖς θὰ τὶς χειροκροτοῦμε καὶ θὰ τὶς προβάλλουμε μὲ τὰ ὄργανά μας σὰν ἕνα ἅλμα, σὰν μία Πρόοδο τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος.

Πρόοδος! 
Νὰ μία λεξούλα, ποὺ κρύβει τόση μαγεία καὶ τέτοιο μυστήριο, ὅσο καμία ἄλλη. Μ᾽ αὐτὴ τὴν τόσο μικρὴ λεξούλα ἐμεῖς καταφέραμε τόσα πολλὰ καὶ τόσα μεγάλα! Ὁδηγήσαμε τὴν ἀνθρωπίνη σκέψι σὲ τόση σύγχυσι, σὲ τέτοιο σκοτεινὸ ἀδιέξοδο καὶ σπρώξαμε τὴν ἀνθρωπότητα νὰ κυνηγᾶ τέτοιες χίμαιρες, πού... δὲν βρέθηκε οὔτε ἕνα, ἀπ᾽ αὐτὰ τὰ “μεγάλα πνεύματα”, οὔτε ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς θεότυφλους καὶ ἠλιθίους χριστιανοὺς “σοφούς”, νὰ ὑποψιαστῆ ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν τόσο ἠχηρὴ αὐτὴ λέξι, κρύβεται μία τεράστια πλάνη, μία ἀπάτη μεγάλης ὁλκῆς, σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις καὶ ἐκδηλώσεις τῆς ἀτομικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς…».

 Πῶς θὰ ἐκμηδενίσουν τὸ Χριστιανικὸν ἱερατεῖον
 Εἰς τὸ κεφάλαιον XVII γράφουν: «Ἔχουμε προνοήσει καὶ ἔχουμε πάρει ἀπὸ καιρὸ μέτρα ... νὰ ἐκμηδενίσουμε τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Χριστιανικοῦ Ἱερατείου πάνω στοὺς λαούς, προκαλώντας τὴν ἀποτυχία τῆς ἀποστολῆς του, ποὺ καὶ τώρα ἀκόμη ἀποτελεῖ σοβαρὸ ἐμπόδιο, στὴν ἐκπλήρωσι τῶν σχεδίων μας... Λίγα χρόνια μᾶς μένουν ἀκόμη, γιὰ νὰ δοῦμε τὴν πλήρη χρεωκοπία τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας. Μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες δὲν ἔχουμε ἀσχοληθεῖ ἀκόμα. Αὐτὲς θὰ ἐξαφανιστοῦν εὐκολώτερα ἀπὸ τὴν Χριστιανική, ὅταν θὰ ἔρθη ἡ κατάλληλη ὥρα…».

Αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις καὶ ἡ ἀπόσυρσις τοῦ χρυσοῦ
Εἰς τὸ κεφάλαιον XΧ γράφουν: «Προκαλέσαμε στὰ χριστιανικὰ κράτη πολλὲς οἰκονομικὲς κρίσεις, μὲ τὸν σκοπὸ νὰ ἀποσύρουμε ἀπὸ τὴν κυκλοφορία τὸ χρυσὸ καὶ νὰ τὸν κλείσουμε στὰ χρηματοκιβώτιά μας ἢ στὶς τράπεζές μας. Ὅλα αὐτὰ τὰ τεράστια κεφάλαια, ποὺ στὴν πορεία τους, πρὸς τὶς τράπεζές μας, παρέσυραν καὶ τὰ ἀποθεματικὰ τῶν κρατῶν, παρέμεναν στάσιμα καὶ καραδοκοῦσαν τὴν κατάλληλη εὐκαιρία. Τὰ κράτη, μὴ μπορώντας νὰ ἀντλήσουν ἔσοδα ἀπὸ τὴν δική τους οἰκονομία καὶ πιεζόμενα νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ ἐπείγοντα προβλήματά τους, βρέθηκαν στὴν ἀνάγκη νὰ προσφύγουν σὲ δάνεια, δηλαδὴ στὶς τράπεζές μας. Ὅμως αὐτὰ τὰ δάνεια — ὅπως κάθε δάνειο — ἐπεβάρυναν τὰ οἰκονομικά τους μὲ πρόσθετες δαπάνες, μὲ τὴν πληρωμὴ δηλαδὴ τόκων. Ἔτσι τὰ κράτη ὑποδουλώθηκαν στὸ κεφάλαιο. Ἀπὸ τὴν στιγμή, ποὺ ἐμεῖς ἔχουμε ἀποσύρει ἀπὸ τὴν κυκλοφορία τὴν πιὸ μεγάλη ποσότητα χρυσοῦ, ὁ ὑπόλοιπος ποὺ βρίσκεται στὴν διάθεσι τῶν κρατῶν, δὲν φτάνει νὰ καλύψη τὶς τεράστιες ποσότητες χαρτονομίσματος, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ νὰ κινηθῆ ἡ ἀγορά. Ἂς μὴ ἔχουμε αὐταπάτες!...
Τὰ δάνεια, τὰ ὁποιαδήποτε δάνεια, ἀποδεικνύουν τὴν ἀδυναμία τῶν κρατῶν, καὶ ἀποτελοῦν τὴν “Δαμόκλεια σπάθη”, ποὺ κρέμεται πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν κυβερνήσεων, ποὺ ἀντὶ νὰ καταφύγουν σὲ μία πρόσκαιρη φορολογικὴ ἐπιβάρυνσι τῶν ὑπηκόων τους, ἔρχονται μὲ ἁπλωμένα χέρια νὰ ζητήσουν ἐλε- ημοσύνην ἀπὸ τοὺς τραπεζίτες μας. Τὰ δάνεια εἶναι βδέλλες, ποὺ δὲν ξεκολλᾶνε εὔκολα ἀπὸ τὰ σώματα τῶν κρατῶν. ... κι αὐτὰ γιατί οἱ κυβερνῆτες τους ἔχουν συμφέρον νὰ προσφεύγουν στὰ δάνεια, ἐφόσον, μὲ τὶς προμήθειες ποὺ παίρνουν ἀπὸ τὴν σύναψί τους, ἐξυπηρετοῦν καὶ τὰ προσωπικά τους συμφέροντα. Ἐφόσον τὰ δάνεια ἦσαν ἀκόμα ἐσωτερικά, τὰ χριστιανικὰ κράτη, δὲν ἔκαναν τίποτ᾽ ἄλλο παρὰ νὰ μεταφέρουν τὸ χρῆμα ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν πτωχῶν στὰ θυλάκια τῶν πλουσίων. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ὅμως, ποὺ βρήκαμε καὶ ἐξαγοράσαμε τὰ πρόσωπα, ποὺ χρειαζόμαστε, γιὰ νὰ μεταφέρουμε τὰ δάνεια πάνω σὲ ξένα ἐδάφη, δηλαδὴ στοὺς τραπεζίτες μας, τότε ὅλος ὁ πλοῦτος τῶν κρατῶν διωχετεύτηκε στὰ θησαυροφυλάκιά μας καὶ ὅλοι οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ ἄρχισαν νὰ πληρώνουν σὲ μᾶς “φόρον ὑποτελείας”.

Τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια
 Εἰς τὸ κεφάλαιον XΧI γράφουν: «Ἀναφορικὰ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια, ... ἐνῶ ὡς τώρα ἐχρησίμευσαν, γιὰ νὰ γεμίζουν τὰ χρηματοκιβώτιά μας μὲ τὰ χρήματα τῶν χριστιανικῶν ἐθνῶν, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἐπικρατήση τὸ δικό μας παγκόσμιο καθεστώς, τὸ ἕνα καὶ ἑνιαῖο κράτος μας, δὲν θὰ ὑπάρχη πιὰ ξένο, ἐξωτερικό. Ἐμεῖς ἐκμεταλλευόμαστε τὴν διαφθορὰ καὶ τὴν ἀδιαφορία τῶν χριστιανῶν καὶ εἰσπράττουμε διπλάσιο καὶ τριπλάσιο χρῆμα ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ δίνουμε σὰν δάνειο στὰ κράτη τους. Ὅταν ὅμως τελειώση ἡ κωμωδία, τότε διαπιστώνουν ὅτι τὸ δάνειο κατέληξε σὲ παθητικό, μεγάλο παθητικὸ μάλιστα.
Τὸ δάνειο ἔχει κιόλας ἐπιβαρυνθεῖ μὲ τόκους, πού, γιὰ νὰ πληρωθοῦν, χρειάζονται καινούργια δάνεια, ποὺ μεγαλώνουν τὰ κρατικὰ χρέη, καὶ φτάνουν νὰ ἔχουν προορισμὸ νὰ καλύπτουν μόνον τοὺς τόκους καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα τοῦ δανείου. Τότε ἐπι- βάλλεται καινούργια φορολογία, ποὺ μποροῦμε νὰ τὴν χαρακτηρίσουμε παθητική, ἀφοῦ τὰ ἔσοδά της χρησιμοποιοῦνται ὄχι γιὰ ἔργα ἢ ἄλλες κρατικὲς λειτουργίες, ἄλλα γιὰ νὰ καλυφθῆ τὸ παθητικό, ποὺ ἄφησε τὸ δάνειο στὸν Κρατικὸ προϋπολογισμό».

Καὶ πάλιν διὰ τὸν χρυσόν
Εἰς τὸ κεφάλαιον XΧII γράφουν: «Κρατᾶμε στὰ χέρια μας τὴν μεγαλύτερη δύναμι τοῦ σημερινοῦ κόσμου: τὸν χρυσό. Εἴμαστε σὲ θέσι, μέσα σὲ δύο μέρες, νὰ βγάλουμε ἀπὸ τὶς κάσσες μας ὁποιαδήποτε ποσότητα ἀπὸ αὐτόν, θελήσουμε.
Μὲ ποιὸ ἄλλο λοιπὸν μέσον, θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποδείξουμε τὴν παντοδυναμία μας, κι ἀκόμη, ὅτι ὁ Θεὸς διάλεξε τὴν δική μας φυλή, γιὰ νὰ κυριαρχήση στὸν κόσμο;».
Εἰς τὸ βιβλίον τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Χαραλάμπους Βασιλοπούλου δημοσιεύονται, ὡς εἴπομεν,ἀποσπάσματα ἐκ τῶν πρωτοκόλλων μετὰ ἑρμηνευτικῶν σχολίων. Εἰς αὐτὰ θὰ εὕρητε καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν Σιωνιστῶν διὰ τὴν ἀκίνητον περιουσίαν τῶν Χριστιανῶν καὶ πολλὰ ἄλλα ἐνδιαφέροντα.

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1988  6 Σεπτεμβρίου 2013

Πῶς νά ἀγαπήσουμε τόν ἐχθρό μας;……τοῦ Ἱερομονάχου Γρηγορίου τοῦ Ἀθωνίτου


Πώς να αγαπήσουμε τον εχθρό μας;
Πολλές φορές θέλοντας να δικαιώσουμε τον εαυτό μας θέτουμε το ερώτημα: Είναι πραγματικά δυνατόν νά συγχωρούμε καί, ακόμη περισσότερο, νά αγαπούμε τους εχθρούς μας; Ή απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι: Ναί! Και αυτό πρώτος «το δίδαξε και το απέδειξε μέ τήν ζωή Του ό Χριστός, που φανέρωσε τήν αγάπη του Πατέρα Του και τήν δική Του, υπακούοντας μέχρι θανάτου γιά χάρη εχθρών, και όχι φίλων, όπως βεβαιώνει ό απόστολος Παύλος λέγοντας: «Ό Θεός δείχνει τήν αγάπη Του σε μάς μέ το γεγονός ότι, ενώ ακόμη ήμασταν αμαρτωλοί, ό Χριστός θυσιάστηκε γιά χάρη μας»… Δεν θά είχε δώσει βέβαια εντολή ό αγαθός και δίκαιος Θεός νά αγαπούμε τους εχθρούς μας, εάν δεν μάς είχε χαρίσει την δύναμη νά την εκτελέσουμε».
 Η ζωή όλων των Αγίων είναι μία ακόμη απόδειξη ότι με την χάρι του Χριστού 




είναι δυνατόν νά αγαπήσουμε τους εχθρούς μας. Ο απόστολος Παύλος, γιά παράδειγμα, αγάπησε τόσο τους εχθρούς του, όσο εμείς δεν αγαπούμε τους φίλους μας. Διότι ποιος από μάς θά έδινε τήν ζωή του, ή ακόμη περισσότερο, θά προτιμούσε νά πάη στην κόλαση γιά χάρη των φίλων του;Ό Απόστολος όμως, πού αγαπούσε τον Χριστό όσο κανένας άλλος, ευχόταν νά χωρισθή από τον Χριστό, αρκεί νά σώζονταν εκείνοι πού τον μαστίγωναν και τον λιθοβολούσαν! 


Ό Ιερός Χρυσόστομος μάς υποδεικνύει έναν πρακτικό τρόπο γιά νά μπορούμε νά συγχωρούμε εύκολώτερα τους αδελφούς μας: Νά βλέπουμε τις δικές μας αμαρτίες και νά κατηγορούμε τον εαυτό μας γι’ αυτές. Εφαρμόζοντας τή μέθοδο αυτή, βρίσκουμε ελαφρυντικά γιά τους άλλους και επιπλέον διορθώνουμε τον εαυτό μας. ‘Ακόμη, νά σκεφτώμαστε ότι ό άνθρωπος πού μάς κάνει κακό οδηγείται στις πράξεις του από τον Διάβολο: «Όταν κάποιος σου κάνη κακό, μη βλέπης αυτόν άλλα τον δαίμονα πού τον κινεί. «Όλη την οργή σου στρέψε την σ’ αυτόν, ενώ τον άνθρωπο πού κινείται απ’ αυτόν πρέπει και να τον σπλαγχνισθής». Ό άγιος Σιλουανός ό Αθωνίτης γράφει άπό την πείρα του για την αγάπη προς τους εχθρούς: «Στην αρχή βίαζε τήν καρδιά σου ν’ αγαπά τους εχθρούς, και ό Κύριος, βλέποντας τήν αγαθή σου προαίρεση, θα σοΰ δώση κάθε βοήθεια… Χωρίς τήν χάρι του Θεού δεν μπορούμε ν’ αγαπούμε τους εχθρούς».

Κάποιος άγιος Γέροντας είπε: «Αν ακούσης για κάποιον ότι σε μισεί και σε βρίζει, στείλε του κάποιο δώρο, ώστε να έχεις θάρρος στον Χριστό κατά τήν ώρα της Κρίσεως». Διότι, «τίποτε δεν εξευμενίζει τόσο τον Θεό, όσο το νά αγαπούμε τους εχθρούς μας και νά ευεργετούμε εκείνους πού μάς βλάπτουν» Ρώτησαν κάποτε τον αββά Ζωσιμά: «Πώς μπορεί κανείς, όταν τον εξευτελίζουν ή τον κακολογούν ορισμένοι, νά μή θυμώνη;».
Και αποκρίθηκε: «Αν θεωρή κάνεις τον εαυτό του τιποτένιο, δεν ταράζεται».
Ό δσιος Αμμωνάς μάς συνιστά για παρόμοιες περιπτώσεις: «Πρόσεχε με ακρίβεια τον εαυτό σου, ώστε, άν κάποιος σε πικράνη σε ό,τιδήποτε, να μην πής το παραμικρό. Σώπαινε, μέχρι να ηρέμηση ή καρδιά σου με την αδιάλειπτη προσευχή, και τότε βοήθησε τον αδελφό που σε έθλιψε».

Ή καλύτερη βοήθεια για τον αδελφό πού μάς θλίβει και μάς άδικη είναι ή άνεξίκακη συμπεριφορά μας και ή προσευχή μας γι’ αυτόν. «Τί κόπο έχει ή προσευχή υπέρ των εχθρών;», ρωτά ό όσιος Ζωσιμάς. «Μήπως είναι σκάψιμο; Μήπως όδοιπορία; Μήπως ζημιά οικονομική; Νά είσαι ευχαριστημένος πού εξευτελίζεσαι. Διότι έτσι γίνεσαι μαθητής τών αγίων Αποστόλων, πού επορεύοντο χαίροντες, ότι κατηξιώθησαν υπέρ του ονόματος του Χριστού ατιμασθήναι. Κι εκείνοι βέβαια, σάν καθαροί και άγιοι, υπέμεναν ατιμίες γιά το όνομα τοϋ Χριστού… Ένώ εμείς πρέπει νά κινούμαστε με ευγνωμοσύνη και νά ομολογούμε ότι δίκαια ατιμαζόμαστε γιά τις φαύλες πράξεις μας. Και όμως, ή άθλια ψυχή, άν και γνωρίζει πώς άξια παθαίνει ό,τι παθαίνει, κάθεται και διαστρέφει τη συνείδηση της και πλέκει λογισμούς και λέγει «μα μου είπε», «μ’ εξευτέλισε», «με κορόιδεψε», κι έτσι επιβουλεύεται τον εαυτό της, παίρνοντας ή ίδια τη θέση των δαιμόνων… Τί ευκολότερο άπό το να αγαπάς όλους και να σ’ άγαπούν όλοι; Πόση ανάπαυση δεν προσφέρουν οι εντολές του Χριστού; Και όμως, ή προαίρεση μας δεν βάζει αρχή. Διότι αν έβαζε, όλα θα της ήταν εύκολα, με τήν χάρι τοῦ Θεοῦ».
Οι «Αγιοι βλέπουν με τα μάτια της αγάπης κάθε άνθρωπο, ακόμη και εκείνον πού τους επιβουλεύεται
Κάποια μέρα πού ό γέροντας Παίσιος καθόταν στην αυλή του φτωχικού του ξεροκάλυβου αντιλήφθηκε κάποιον κρυμμένον στο δάσος να τον παρακολουθή. Έδινε τήν εντύπωση ανθρώπου πού ψάχνει ευκαιρία να κλέψη.
Ό Γέροντας σκέφθηκε: » Ό καημένος θα έχη ανάγκη». Έφυγε αμέσως, αφήνοντας τήν πόρτα της καλύβας του ανοιχτή. Ό κλέφτης μπήκε ανενόχλητος μέσα, δεν βρήκε όμως τίποτε αξιόλογο να πάρη… Αυτό τον συγκίνησε και μετανοημένος ζήτησε συγχώρηση, την ο ποία ο ανεξίκακος Γέροντας έδωσε με όλη του την καρδιά»

Τονίζει ό Ιερός Χρυσόστομος: «Μη μισής όποιον σου κάνη κακό… Μην καταριέσαι αυτόν πού σε βλάπτει, διαφορετικά, και την βλάβη υπέστης και τον καρπό έχασες… Θα πης «Πώς είναι δυνατόν;» Είδες τον Θεό να γίνεται άνθρωπος και να δείχνη τόση συγκατάβαση και να πάσχη τόσα προς χάρη σου, και σύ ρωτάς ακόμη και αμφιβάλλεις πώς είναι δυνατόν να συγχώρησης τους συνδούλους σου για τις αδικίες πού σου κάνουν; Δεν Τον ακούς που λέγει πάνω στον Σταυρό: «Άφες αυτοίς, ον γαρ οίδασι τι ποιούσι;»
απόσπασμα από το Βιβλίο του Ιερομονάχου Γρηγορίου Αγιορείτου «‘Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» 
Πρώτη έκδοση, 2008 ISBN 978-960-89067-5-4 © ‘Ιερομόναχος Γρηγόριος ‘Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον «Αγιος ‘Ιωάννης ό Θεολόγος Ταχυδρ. Θυρίς 13 630 86 Καρυές «Αγιον «Ορος
πηγή

Ἡ μοναδικότητα τῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας Φώτης Κόντογλου




(Ἀπάντησις σὲ ἀρχιμανδρίτην τῶν Ἀθηνῶν)

Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».

Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.

Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.

Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.

Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.

Ἀλλά, τοῦτοι οἱ καταργητές, αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν ἱερὴ παράδοση, (ποὺ ὁ θρίαμβός της εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας), θέλουν νὰ διδάξουν τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία στὰ τέκνα τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ τοῦτοι οἱ πονηροὶ καθηγηταὶ εἶναι χειροτονημένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδοξώτατους Προτεστάντες δασκάλους τους! Ἀπ᾿ αὐτοὺς διδαχθήκανε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, κι ὄχι ἡ πεπαλαιωμένη κείνη Ὀρθοδοξία ποὺ διδάξανε οἱ Πατέρες ποὺ μᾶς τὴν παραδώσανε, καὶ ποὺ βεβαιώσανε τὴ διδασκαλία τους μὲ τὴν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς τους.

Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ, γιὰ νὰ φέρουνε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὸν λαὸ ποὺ τὸ κήρυξε στὰ ἔθνη, αὐτοὶ ποὺ ἀφήσανε τὰ ἡφαίστεια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πυρπολήσανε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ πήγανε στὰ παγόβουνα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀπιστίας, γιὰ νὰ φέρουνε σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ μᾶς ἔθρεψε ἐπὶ αἰῶνες τὸ μάνα τῆς παράδοσης, τὴν ψύχρα τῆς πονηρῆς γνώσης. Αὐτοὶ μιλοῦν γιὰ Ὀρθοδοξία ἐν ὀνόματι τῶν ἁγίων Πατέρων Χάρνακ, Στράους, Ρενὰν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς ἁγιασάντων!!

Τόσο ἀφιονισθήκανε, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τῆς Δύσης, ὥστε νὰ γίνουνται μαθητὲς κι ἀκροατὲς σὲ τέτοιους δασκάλους, ποὺ διαφημίζουνε πὼς τοὺς φέρνουνε μιὰ Εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία, μαζὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ σπίτια, μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα καὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ πλυντήρια;

Αὐτοὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ θεολόγοι καὶ νεορθόδοξοι δὲν θὰ εἶναι παράξενο νὰ ὑποστηρίζουνε κάποτε, ἐπιστημονικῶς, πὼς κατὰ λάθος γράφηκε ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ διδάξανε στὸν κόσμο τὸν Χριστιανισμὸ γεννηθήκανε ἐδῶ στὴν Ἀνατολή, καὶ πὼς κατόπιν τῶν νέων ἐρευνῶν τῆς ἐπιστήμης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ μὲν Βασίλειος γεννήθηκε στὴν σεπτὴν Φραγκφούρτη, ὁ Χρυσόστομος στὴν ἁγίαν πόλιν τοῦ Μονάχου, τὴν νέαν Σιών, ὁ Γρηγόριος στὸ ἱερὸν Ἀμβοῦργον, ὁ Ἀντώνιος πὼς ἀσκήτεψε παρὰ τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν, κ.λπ.

Ὅσον γιὰ τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σῦρο, ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ποῦ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ τὸν γράψουνε στὰ σοφὰ συγγράμματά τους, ἕναν ἄξεστον καὶ ἀπαίδευτον τουρκοκαλόγηρον, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν περιορισμένη διάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Βαρσανούφιος, Νεῖλος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθᾶτος, Γρηγόριος Σιναΐτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καὶ μισαλλόδοξοι ἀνατολίτες.

Ἡ σημερινὴ «θεολογικὴ ἐπιστήμη», λένε οἱ ἐξ Ἑσπερίας φωτοδόται, ἐσυγχρονίσθη εἰς τὰς πολιτισμένας χώρας, καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἔρευνάν της ὑπὸ τῶν πορισμάτων τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, τῆς βιολογίας, γεωλογίας, τῆς ἀστρονομίας κ.λπ. Ζῶμεν εἰς τὸν αἰῶνα τῶν ἐπιστημονικῶν θαυμάτων, τῶν πυραύλων, τῶν σπούτνικ. Εἰς τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τί εἶναι εἰς θέσιν ν᾿ ἀπαντήσουν οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι γέροντες τῆς ἐρήμου, οἱ ζήσαντες ἐν σπηλαίοις ὡς οἱ τρωγλοδῦται, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν καθ᾿ ἣν ἐβασίλευεν ἡ βαρβαρότης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ νοσηρὰ δεισιδαιμονία;

Ποιὰ θρησκεία λοιπὸν παραμορφώθηκε σὲ τέτοιον ἀπίστευτον βαθμό; Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἀλήθεια, ἁπλή, καθαρὴ σὰν κρύσταλλο, καὶ ποὺ γλύτωσε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀπὸ τὴν πολύπλοκη καὶ μπερδεμένη ψευτιὰ τῆς γνώσης, αὐτὴ ἡ θρησκεία ἔπεσε πάλι στὰ πονηρὰ συστήματα ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς εἶναι κλέφτες καὶ ληστὲς ποὺ ληστεύουνε τὶς ψυχές.

Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες.

Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι τοῦτοι οἱ λαοπλάνοι, ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀπιστίας, βαστώντας στὰ χέρια τους διπλώματα καὶ πιστοποιητικὰ τῆς θεολογίας, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία γιατρικὴ ἢ χημεία, καὶ χαλᾶνε μὲ τὴν πονηρὴ διδασκαλία τους τὰ ἁπλοϊκὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς τους πὼς ἡ πίστη τους εἶναι δεισιδαιμονία καὶ τυπολατρεία, καὶ πὼς ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ μποδίζει νὰ συγχρονισθῆ, δηλαδὴ νὰ γίνει σὰν τὴ Χριστιανικὴ ἀθεΐα ποὺ λέγεται Προτεσταντισμός.

Ναί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κλέφτες κι οἱ ληστὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πὼς ἀνεβαίνουνε ἀπ᾿ ἀλλοῦ καὶ μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπαίνουνε ἀπὸ τὴ θύρα, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ θέλουνε νὰ ξεγελάσουνε τὰ ἀθῶα τὰ πρόβατα ποὺ ζοῦνε μὲ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ ποὺ γνωρίζουνε καλὰ τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει.

Μίλησα γιὰ τὶς ξένες χῶρες ποὺ σπουδάζουνε οἱ θεολόγοι μας. Αὐτοὶ οἱ λαοὶ εἶναι ἀγαθὴ γῆ καὶ καλοδεχτική, γιὰ νὰ φυτρώσει μέσα τους ὁ σπόρος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλὰ οἱ δικοί μας ποὺ πηγαίνουνε νὰ σπουδάσουνε ἐκεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀντὶ νὰ μεταλαμπαδεύουνε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ κεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τοῦ Προτεσταντικοῦ ὀρθολογισμοῦ, φέρνουν ἀπὸ κεῖ σὲ μᾶς, στὴ φυλὴ ποὺ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, τὸν παραμορφωμένον ἐκεῖνον Χριστιανισμό, πιθηκίζοντας τὰ ξένα κι ἀποθεώνοντάς τα, ὅπως ὁ Παυσανίας ὁ Περιηγητὴς λέγει, πὼς κάνανε οἱ Ἕλληνες τῆς παρακμῆς στὸν καιρό του: «Ἕλληνες ἐν θαύματι τιθέασι τ᾿ ἀλλότρια, ἢ τὰ οἰκεῖα».

«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὅντες μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ´, 39).

«Ἦλθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, λέγει ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοῦνε τὸ φῶς ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε, καὶ γιὰ νὰ τυφλωθοῦνε ὅσοι βλέπουνε».

«Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε» εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουνε τὴν ὑπερήφανη ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ τῆς θρησκείας, ὅπως ἡμεῖς ποὺ πιστεύουμε μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ σὲ ὅσα μᾶς παραδώσανε οἱ Πατέρες, διατηρώντας μὲ εὐλάβεια ὀλότελα ἀνάλλαχτον τὸν χαρακτήρα τῆς λατρείας, καὶ θεωρώντας πὼς εἶναι ἀσέβεια τὸ νὰ βάζουμε τὰ τῆς θρησκείας μας κάτω ἀπὸ τὴ δική μας κρίση. Ἤμαστε τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, κι ὅπως τὰ πρόβατα ἐμπιστεύουνται στὸν τσομπάνη, κι ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε στὸν ἀρχιποιμένα τὸν Χριστὸ καὶ στοὺς ποιμένας ποὺ διώρισε Ἐκεῖνος νὰ φροντίζουνε γιὰ τὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, ἤγουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Καί «ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουνε» εἶναι ὅσοι ἔχουνε τὴν περιφανῆ ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ θρησκευτικὰ πράγματα, ἐπειδὴ σπουδάσανε σὲ κάποια μεγάλα σχολεῖα τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ ποὺ διδάσκουνε ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ τὴ θεολογία, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία μιὰ κοσμικὴ γνώση, ὅπως εἶναι ἡ γιατρική, ἡ μηχανικὴ κ.λπ.

Αὐτοὶ λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἐρευνοῦνε καὶ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας, κι ἄλλα παραδέχουνται, ἄλλα δὲν τὰ παραδέχουνται, ἐπειδή, κατὰ τὴν κρίση τους, δὲν εἶναι σωστὰ ἀλλὰ εἶναι γεννήματα τῆς ἀμάθειας, κι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πρέπει ν᾿ ἀλλάξουνε, γιατὶ παληώσανε, μὴν πιστεύοντας πὼς εἶναι ἀνάλλαχτα κι αἰώνια, ἐπειδὴ δὲν πιστεύουνε πὼς προέρχουνται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τοῦτοι λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἤγουν «οἱ οἰόμενοι βλέπειν», τυφλώνουνται, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, σὲ καιρὸ ποὺ κάνουνε τὸν καθηγητὴ καὶ τὸν ὁδηγό. Κι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά τους, κοιτάζουνε «τοὺς μὴ βλέποντας», δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ παραδίνουνται σὰν τὸν τυφλὸ νὰ τοὺς χειροκροτήσει ἡ ἀμετασάλευτη πίστη τους στὴν ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς κοιτάζουνε λοιπὸν μὲ περιφρόνηση σὰν ἀμαθεῖς τυπολάτρες ποὺ ἔχουνε στενὴ ἀντίληψι τῆς θρησκείας.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ξενοσπουδασμένους θεολόγους, ἔβγαλε λόγο σὲ μιὰ ἐκκλησιά, κατὰ τὴ λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ γίνεται σὲ ἀνάμνησιν τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς νεωτεριστές. Φαντάσου λοιπόν, ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεωτεριστὲς νὰ γιορτάζει, πρῶτος καὶ καλίτερος, γιὰ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς ὁμοίους του, καὶ νὰ βγάζει καὶ λόγο, γεραίροντας αὐτὸν τὸν θρίαμβο.

Ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε τότε κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῶν εἰκονομάχων, καταδικαστήκανε ὅλοι μαζὶ οἱ ἀνίεροι νεωτεριστές, ποὺ ἐπιχειρήσανε κι ἐπιχειροῦνε νὰ ξεσχίσουν τὸν ἄρραφο κι ἀκομμάτιαστον χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡστόσο, ὁ καλόβουλος αὐτὸς θεολόγος, ποὺ εἶναι κι ἱερωμένος, συμβίβασε τὴν Ὀρθοδοξία με τοὺς νεωτερισμούς. Στὴν ἐκκλησία ποὺ λειτούργησε καὶ κήρυξε ὁ νεωτεριστὴς Ὀρθόδοξος, οἱ εἰκόνες κι ἡ μουσικὴ ἤτανε εὐρωπαϊκές, ἀντιορθόδοξες. Κι ἡ λειτουργία, σὲ πολλὰ παραμορφωμένη ἐπὶ τὸ νεωτεριστικώτερο, τὸ ὕφος δυτικό, ἡ ἀτμόσφαιρα χωρὶς τίποτα σχεδὸν Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο.

Ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος, πρόθυμα, θὰ ἔβγαζε πολλὰ περιττὰ ἀπὸ τὴ λειτουργία, θὰ ἔκοβε τὰ γένειά του, θὰ ἄλλαζε τὰ ἄμφιά του μὲ πολιτικὰ ροῦχα, θὰ καταργοῦσε τὰ κεριά, τὸ λιβάνι, τὰ καντήλια, τὰ πάντα, «ὡς ἐπουσιώδη», ὅπως συμπεραίνει κανεὶς ἀπὸ τὸν λόγο του.

Κατὰ βάθος ἴσως νὰ ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα καὶ τοὺς Πατέρας ποὺ θεσπίσανε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ θὰ τὄλεγε, ἂν δὲν φοβότανε τὸν «ὄχλο». Γιατὶ, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε ἡ νίκη τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς δεισιδαιμονίας κατὰ τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐρείας ἀντιλήψεως τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία, κατ᾿ αὐτόν, εὑρίσκεται μέσα στὰ κεφάλια τῶν καθηγητῶν ποὺ εἶχε στὴν Εὐρώπη.

Γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὅμοιούς του δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μακάριζε τὶς ἁπλὲς ψυχές, λέγοντας στοὺς Ἀποστόλους πὼς εἶναι μακάριοι γιατὶ ἀξιωθήκανε, αὐτοὶ οἱ ψαράδες, νὰ δοῦνε καὶ νὰ νοιώσουνε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ θελήσανε νὰ τὰ δοῦνε σοφοὶ καὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν μπορέσανε γιατὶ τὰ ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεός. Ναί, τὰ ἔκρυψε, γιατὶ δὲν ἤτανε ἄξιοι νὰ τὰ δοῦνε, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν ψεύτικη σοφία τους.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν ἁπλῶν ψυχῶν κι ὄχι τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων, δηλ. ἐκκλησία ὅπως τὴ θέλησε ὁ Χριστός. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας δὲν χρειάζεται σπουδασμένους θεολόγους, ἀλλὰ ἱερεῖς ποὺ νὰ ὑπηρετοῦνε τὸν Θεὸ «ἐν ἀφελότητι καρδίας». Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἔγραφα σ᾿ ἕνα βιβλίο μου τὰ παρακάτω λόγια: «Τοῦτο τὸ γραΐδιο ποὺ κάνει τὸν σταυρό του καὶ στέκεται σὰν κουρούνα μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα, εἶναι ψυχὴ χιλιάδων χρονῶν καὶ ξέρει ἀπὸ ποῦ βαστᾶ καὶ ποῦ πάει, καλίτερα ἀπὸ τὸν κάθε λιμοκοντόρο ποὺ σπουδάζει στὰ Παρίσια» (Ταξίδια, ΜΗΛΟΣ). Ὁ εὐσεβὴς λαός μας διψᾶ γιὰ ἁγιότητα, κι ὄχι γιὰ ἐπιστημονικὲς θεολογίες.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἔζησε πάντα μέσα στὴν ἁπλότητα ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, ἐνῶ οἱ εὐρωπαϊκὲς ὀργανώσεις ποὺ λέγουνται Ἐκκλησίες, ξεπέσανε στὰ πολύπλοκα συστήματα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἰδοὺ τί ἔγραφε γιὰ τοὺς παπιστὲς ἕνας Πατριάρχης, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς κακούργους δυτικούς: «Ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (δηλαδὴ κοσμική, θύραθεν), ἔχομεν, χάριτι Χριστοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν Ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας καὶ εἰς τὸ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ ἀγάπην, τὴν πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἂν εἶχε βασιλεύση ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα τριακόσιους χρόνους εὑρίσκεται, καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν των, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω ὀμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Ἄκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».

Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθοδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ τοὺς ὀνομάζεις ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου τυπολάτρες καὶ στενοκέφαλους. Αὐτοὺς λοιπόν, ποὺ δὲν εἶναι σὰν κι ἐσένα «μαθόντες» στὰ Πανεπιστήμια, ἀλλὰ ποὺ εἶναι «παθόντες τὰ θεῖα», κατὰ τὸν θεωρητικότατον ἅγιον Διονύσιον, αὐτοὺς ποὺ δὲν χωρίζουνε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν τῦπο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ τὴν ζοῦνε σὰν ἕνα πράγμα ἀτόφιο, αὐτοὺς ἔρχεσαι νὰ διδάξεις, ἀντὶ νὰ διδαχθεῖς ἐσὺ ἀπ᾿ αὐτούς;

Πλέκεις ἕνα ρητορικὸ ἐγκώμιο τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τυποποιημένο ὕφος ποὺ ἔχουνε οἱ παρόμοιες ὁμιλίες, καὶ ἐξυμνεῖς «τὰ χρυσορρήμονα στόματα», «τὴν ζωοποιὸν δύναμιν τοῦ λαοῦ μας», «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας». Ἀλλά, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ρίχνεις καὶ τὸ ὕπουλο καὶ φαρμακερὸ σύνθημα, λέγοντας: «Προσοχὴ ὅμως! Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγήσωμεν τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας οὔτε νὰ ὑποβαθμίσωμεν τὴν ἀξίαν Της. Ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας μας δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῆς καθορισμένης τεχνοτροπίας, οὔτε μὲ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ποιότητα μουσικῶν ἤχων, μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς».

Μὲ ἄλλα λόγια θέλεις νὰ πεῖς πὼς τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἄσχετο μὲ τὰ ἔργα τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἐπὶ αἰῶνες. Πὼς αὐτὰ εἶναι κάποια συμβατικὰ στολίδια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀλλάξουμε, δηλαδὴ κάποιο φόρεμα ποὺ πάλιωσε, καὶ πὼς πρέπει νὰ τῆς φορέσουμε ἄλλο, καινούργιο.

Ἀληθινά, μοναχὰ ἕνας «ἐπιστημονικός» θεολόγος μπορεῖ νὰ ἔχει τόσο λίγη εὐαισθησία καὶ τόση ψυχικὴ ἀμορφοσιά, μ᾿ ὅλα τὰ πτυχία τῆς Εὐρώπης, γιὰ νὰ λέγει τέτοια ἀσύστατα πράγματα! Μοναχὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ἡ θερμὴ αἴσθηση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ποὺ τὴν ἔχει ξεράνει ὁ χιονιᾶς τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ψυχὴ ποὺ τὴν στέγνωσε ἡ πρακτικὴ βορεινὴ μεθοδολογία, καὶ γιὰ νὰ πῶ μ᾿ ἕναν σύντομο λόγο, ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ὁλότελα ἡ βλογημένη καὶ δροσερὴ πνοὴ ποὺ λέγεται ποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἡ κατάνυξη ποὺ τὴν μεθᾶ μὲ τὸν οὐράνιον οἶνον, μιὰ τέτοια ψυχὴ μοναχὰ μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ νὰ γράψει παρόμοια λόγια.

Ἀλλά, πρῶτα-πρῶτα, τί γνωρίζεις Πανοσιολογιώτατε, ἀπὸ τέχνη, καὶ μιλᾶς μὲ τέτοια κατηγορηματικότητα γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γιὰ τὰ ἔργα της; Ξέρουμε πὼς ἐσὺ καὶ οἱ ὅμοιοί σου δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς λιθογραφίες ποὺ κρέμουνται στὰ κορνιζοπωλεῖα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, κι ἀπὸ τὶς ἐλεεινὲς χαλκομανίες... Μὲ ἄλλα λόγια, πὼς βρισκόσαστε στὸ νηπιαγωγεῖο τῆς ζωγραφικῆς.

Τὸ ἴδιο καὶ στὴ μουσική. Μ᾿ ὅλο ποὺ κάνετε τοὺς μοντέρνους καὶ τοὺς συγχρονισμένους, δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς ζακυνθινὲς βαρκαρόλες καὶ τὰ πρίμα-σεγκόντα τῆς Πλάκας. Τὸ πολὺ-πολύ, νὰ ἐνθουσιασθῆτε ἀπὸ τὴν αἰσθηματικὴ γεροντοκόρη Νόρμα τοῦ Μπελλίνι.

Μ᾿ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σπουδαῖα ἐφόδια, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὴ τὴν παιδαριώδη καὶ οἰκτρὴ αἰσθηματολογία, ἐπιχειρεῖς νὰ κρίνεις τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ποὺ ἔχουνε καταπλήξει σήμερα τὸν κόσμο; Κι ἡ τεχνικὴ κατάρτισή σου εἶναι τόσο μεγάλη, ποὺ νὰ μιλᾶς τόσο ἄπρεπα γι᾿ αὐτά; λέγοντάς τα «συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας;».

Ὡστόσο, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα προσκυνούσανε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Φώτιος, ὁ Παλαμᾶς, κι ἀπ᾿ αὐτὰ φούντωνε μέσα τους ἡ φλόγα τῆς πίστης. Αὐτὰ τὰ ἔργα κάνανε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Νύσσης, τὸν ἄξιο ἀδελφὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νὰ χύνει δάκρυα κατανύξεως, καὶ τὸν Χρυσόστομο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ νὰ προσευχηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει κρεμασμένο στὸ κελλί του τὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Παύλου, ποὺ τὸ ἀσπαζότανε κι ἔκλαιγε. Αὐτὰ τὰ ἔργα ἔβλεπε ὁ Μέγας Φώτιος νὰ καταστολίζουνε τὴν Ἁγία Σοφία, καὶ σκιρτοῦσε ἀπὸ θεῖον οἶστρο, καὶ τὰ ἐγκωμίαζε στὶς ὁμιλίες του. Ναί, αὐτὰ τὰ ἔργα μᾶς παραδώσανε, μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστη, οἱ μεγάλοι Πατέρες, γιὰ νὰ τὰ προσκυνοῦμε στὸν αἰῶνα, ὅσο θὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γιατὶ δὲν εἶναι ἕνα φόρεμα φθαρτό, ποὺ τῆς τὸ φορέσαμε μιὰ φορὰ καὶ ποὺ πάλιωσε, καὶ ποὺ θέλετε ἐσεῖς οἱ νεωτεριστὲς νὰ τ᾿ ἀλλάξετε, ἀλλὰ εἶναι στολὴ ἄφθαρτη, ποὺ μ᾿ αὐτὴ θὰ ὑπάρχει στολισμένη στὴν αἰωνιότητα. Εἶναι περισσότερο ἀπὸ στολὴ ἄφθαρτη. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἁγιασμένο σῶμα της, ποὺ τὸ φόρεσε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὸ δικό του, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὴ δοῦμε «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ» με τὰ σαρκικὰ μάτια μας, καὶ ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή της μὲ τὰ σαρκικὰ αὐτιά μας.

Κι ἐσύ, ὁ ἱερεύς, ἀντὶ νὰ σκύψεις καὶ νὰ προσκυνήσεις τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Ὀρθοδοξίας, σήμερα ποὺ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀναστήλωσή τους, καὶ νὰ παρακινήσεις καὶ τοὺς ἄλλους, σὰν ἱερωμένος, νὰ τὶς ἀσπασθοῦνε, σήμερα, αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ σείσθηκε ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κι ἔκλαψε ἀπὸ χαρὰ γιατὶ οἱ περιπόθητες εἰκόνες ρίξανε πάλι τὴ λάμψη τους στὶς καρδιὲς τῶν Ὀρθοδοξων, σήμερα βρῆκες τὴν εὐκαιρία νὰ ρίξεις τὸ δηλητήριο, λέγοντας πὼς αὐτὰ περάσανε, πὼς αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἔργα εἶναι «μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς», πὼς πρέπει δηλ. νὰ τὰ κατεβάσουμε, (σήμερα, ποὺ γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωσή τους!), καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση τους ἄλλα, μοντέρνα, φράγκικα, τῆς ἀρεσκείας σου.

Ἀλλά, καλίτερα νὰ ἔλεγες νὰ μὴ βάλουμε τίποτα. Τουλάχιστον θὰ ἤσουνα ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, μ᾿ ὅλον ποὺ θὰ ἤσουνα ὁ χειρότερος, γιατὶ διάλεξες τὴν Κυριακή της Ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων γιὰ νὰ κάνεις τὸ ὕπουλο κήρυγμα τῆς νέας εἰκονομαχίας. Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία. Εἶναι εἰκονομαχία κρυμμένη κάτω ἀπὸ τη ψεύτικη εἰκονολατρευτικὴ προσωπίδα.

Σ᾿ ἕνα ἐξαίσιο βιβλίο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴ σημασία τῆς Εἰκόνας ὁ ὀρθοδοξώτατος καὶ εὐσεβέστατος Λεωνίδας Οὐσπένσκης, καθηγητὴς τῆς εἰκονογραφίας στὸ Ὀρθόδοξο Ρωσσικὸ Ἰνστιτοῦτο τῆς Γαλλίας (τέτοιοι καθηγητὲς εἶναι σεβαστοί, γιατὶ εἶναι ἐχθροὶ τῶν ὑπόπτων νεωτεριστῶν), λέγει τὰ παρακάτω λόγια: «Τὸν καιρὸ τῶν εἰκονομάχων, κατὰ τὸν η´ καὶ θ´ αἰῶνα, μέσα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή της, ἡ Ἐκκλησία ὑπερασπίσθηκε τὸ δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ «Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος». Σήμερα κινδυνεύει ὁ σκοπὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ «ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός». Ἡ σημερινὴ εἰκονομαχία, ποὺ δὲν τὴν ὑποπτεύουνται οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κάνουν, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἄρνηση τῆς Εἰκόνας, ἀλλὰ περισσότερο ἡ παραμόρφωσή της, μάλιστα ἡ παραφθορά της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουνε πιὰ τὴ δογματικὴ καὶ διδακτικὴ σημασία της. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὴν Εἰκόνα τὴν θεωροῦνε σὰν κάποιο πράγμα δευτερεῦον. Μοναχὰ ὁ λόγος, τὸ κήρυγμα, κρίνεται πὼς εἶναι ἀρκετὸ ὅπως κάνουνε οἱ Προτεστάντες. Ξεχνᾶνε πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ Εἰκὼν τοῦ Πατρός... Ἡ Εἰκόνα, γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, δὲν εἶναι ἕνα ἀντικείμενο ποὺ μᾶς δίνει μιὰ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἢ μᾶς κινεῖ τὴν ἐπιστημονικὴ περιέργεια, ἀλλὰ ἔχει μιὰ θεολογικὴ ἔννοια. Ὅπως ἡ κοσμικὴ τέχνη παριστάνει τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τὴν βλέπει κάθε τεχνίτης, ἡ Εἰκόνα παριστάνει τὴν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».

Βλέπει λοιπὸν κανείς, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, πόσα πράγματα σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεγγίζουν μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ μὲ δέος τὰ ἔργα της, καὶ μὲ πόσον ζῆλο ἀγωνίζονται γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἱερῆς παράδοσης, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πόση ἀμάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουνε κάποιοι, ποὺ μὲ ἐλαφρὴ κι ἀνύποπτη συνείδηση, ἀποφθέγγονται γι᾿ αὐτά, ὡς ἀπὸ τρίποδος, καὶ μολονότι εἶναι θεόγυμνοι ἀπὸ κάθε ἰδέα τέχνης, καὶ βρίσκουνται σὲ πρωτόγονη κατάσταση, ἔχουνε τὸ θράσος, συνεργούσης καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποταγῆς στὰ θεότυφλα Πανεπιστήμια ποὺ τοὺς δώσανε τὰ διπλώματα, ἔχουνε λοιπὸν τὸ θράσος νὰ δογματίζουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς «ἐπιστημονικῆς θεολογίας», καὶ νὰ ὑποδεικνύουν μὲ τί ἔργα πρέπει νὰ στολισθοῦν οἱ ναοί μας, γιὰ νὰ εἶναι συγχρονισμένοι, γιὰ νὰ μοιάζουνε δηλαδὴ μὲ τὰ ἀρχοντοχωριάτικα σπίτια τους, ποὺ φανερώνουνε τὴν πιὸ φρικτὴ ἀκαλαισθησία. Ἀφοῦ δὲν ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μήτε τὴν συνηθισμένη εὐαισθησία, στὰ σπίτια τους, στὰ γραφεῖα τους, στὰ βιβλία τους, σὲ ὅλα τους, ποὺ βασιλεύει ἐπιδεικτικὰ ἡ πιὸ ἀηδιαστικὴ ἀκαλαισθησία, θέλουνε νὰ γίνουνε οἱ ὁδηγοὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ποὺ εἶναι ἄβυσσοι μυστηρίου κι οἱ πιὸ ἀποκαλυπτικοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἀξιώθηκε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνέκφραστο. Καὶ μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ ἰκανοποιοῦνται μὲ τὶς κοκκινοπράσινες λιθογραφίες καὶ μὲ τὰ ἰταλικὰ ναπολιτάνικα τραγούδια, ξεστομίζουν πὼς εἶναι ἄτεχνες καὶ κατώτερες ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀπαιτήσεις των (!!) οἱ βυζαντινὲς εἰκόνες μὲ τὴν βαθύτατη ἱερατικότητα, καθὼς καὶ τὰ ἀριστουργήματα τῆς μυστικῆς μουσικῆς, ποὺ κάνουν ν᾿ ἀπορήσουν ὅσους ἔχουν πνευματικὲς κεραῖες γιὰ νὰ τ᾿ ἀντιληφθοῦν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφουνται αὐτὰ ποὺ γράφω, ἐκτιμοῦν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴ γνώμη τῶν Εὐρωπαίων γιὰ τὰ δικά μας πράγματα, ἀναφέρω πὼς ὁ μέγας μουσικὸς SΑΙΝΤ SΑΕΝS κι ὁ διάσημος συγγραφεὺς Ἀλέξανδρος Δουμᾶς, ἐγκωμιάσανε τὴ βυζαντινὴ μουσική μας.

Ἀλλά, τί νὰ νοιώσει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὲς τὶς κεραῖες, ποὺ δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴν παντογνωστικὴ δύναμη ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση, κι ἡ βλογημένη ταπείνωση, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ στήσει τὸ θέλημά της ἀπάνω ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παράδοση; Πῶς νὰ ὑψωθεῖ στὴν ὑπερούσια γνώση, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ταπεινώθηκε ἀληθινά; Πῶς νὰ ἀξιωθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ἰδεῖ τὰ μυστήρια της, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρνήθηκε, μαζὶ μὲ τὰ αἰσθητὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ γνώση, «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ», μαζὶ μὲ τὴν οἴηση ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ γνώση, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος; «Τὰ γὰρ μυστήρια τοῖς ταπεινόφροσιν ἀποκαλύπτεται». Ἀλλά, ἂς κρίνουμε τὰ γραφόμενα τοῦ ἱερωμένου ποὺ ἔγραψε κι εἶπε αὐτὴ τὴν ὁμιλία μὲ τὸν παραπλανητικὸ τίτλο «Θεματοφύλακες τοῦ Θριάμβου», ἂς κρίνουμε λοιπὸν τὰ λεγόμενα αὐτοῦ τοῦ «θεματοφύλακος» ποὺ ἐκτιμᾶ τόσο λίγο αὐτὰ ποὺ λέγει πὼς φυλάγει, ἂς τὸν κρίνουμε μὲ κάποια μέτρα ποὺ εἶναι πιὸ χεροπιαστὰ καὶ ποὺ τὰ νοιώθει ὁ καθένας:

Ἐνῶ, ὅπως εἴπαμε, πλέκει τὸν ὕμνο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐγκωμιάζει «τὴν κληρονομίαν τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον» (Α´ Πέτρ. α´, 4), μὲ τὴν ὁποίαν «ἐγαλουχήθησαν αἱ γενεαὶ τῶν Πατέρων μας», καθὼς καὶ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας» (τῆς Ὀρθοδοξίας), μαζὶ μ᾿ αὐτά, τὴν ἴδια στιγμή, λέγει πὼς κάποια ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας εἶναι μαραμένα καὶ ξερά, ἐννοώντας τὴ θεοδώρητη λειτουργικὴ εἰκονογραφία γιὰ τὴν ὁποία λέγει πὼς εἶναι «συνδυασμὸς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας», καθὼς καὶ γιὰ τὰ ἐξαίσια ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας, ποὺ γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὁμοίους του ἄξεστους φραγκολάτρες εἶναι: «ποικιλία καὶ ποιότης μουσικῶν ἤχων μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση εἰκονογραφία καὶ μουσικὴ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦν, γιατὶ τὰ ἔργα τους εἶναι βάναυσα κι ἀνυπόφορα γιὰ ἀνθρώπους σοφοὺς κι εὐρωπαϊσμένους, ποὺ ἔχουνε γιὰ ἀριστουργήματα τὰ παιδιακίσια κάρτ-ποστάλ, ποὺ τὰ λένε οἱ Γάλλοι SAINT SULPICE, (ἐπειδὴ τὰ πουλᾶνε στὴν πλατεία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας), καθὼς καὶ τὰ ἀνάλατα μουσικὰ κατασκευάσματα, τύπου «Ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς», φτάνει νὰ λέγουνται μὲ πρίμο καὶ μὲ σεγκόντο! Ὤ! Ἀληθινά, μοναχὰ οἱ σοφοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ ποῦν τέτοιες ἐπιστημονικὲς ἀνοησίες. Κι ἀντὶ νὰ κρύψουνε τὴν ἀμάθειά τους, οἱ τέτοιοι φωστῆρες, θέλουν νὰ κάνουνε καὶ τὸν προφέσορα!

Ἂς μᾶς ἐξηγήσει λοιπὸν ὁ προκείμενος δύσκολος κριτὴς τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς, ποὺ δὲν ἔχει κἂν ἰδέαν ἀπὸ τὸ τί θὰ πεῖ λειτουργικὴ καὶ τί μὴ λειτουργικὴ τέχνη, ἂς μᾶς ἐξηγήσει ποιὰ εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὰ «ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λειτουργίας», καὶ ποιὰ εἶναι τὰ μαραμένα. Μήπως «τὰ ἀμάραντα» εἶναι, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώμη του, μοναχὰ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων, ποὺ θὰ τὶς ἐκτιμᾶ σὰν ρητορεῖες, καὶ ἡ ὑμνολογία, χωρὶς ὅμως τὴ μουσική, ἐπειδὴ τὸν θαμπώνει τὸ κλασικὸν κάλλος τῶν ἰάμβων, ἀπὸ προγονοπληξία; Γιατὶ, τί ἄλλο μποροῦνε νὰ εἶναι «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς λατρείας»;

Ὥστε ἔχουμε μέν, κατὰ τὸν γλαφυρὸν ὁμιλητὴν τῶν κοινοτοπιῶν τοῦ ἄμβωνος, «ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ κρατήσουμε γυμνὰ ἀπὸ τὴν μουσική τους, ἐπειδή, κατὰ τὴ γνώμη του αὐτὴ ἡ μουσικὴ εἶναι «μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Σάμπως τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας δὲν εἶναι μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὰ ντύσουμε, αὐτὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας, μὲ ἄλλο μουσικὸ φόρεμα τῆς ἐποχῆς μας, ἤγουν μὲ τὴν ἀνθισμένην ἀμυγδαλιά, μὲ βαρκαρόλες, καὶ τὰ παρόμοια. Δηλαδή, ἔχουμε κι ἐδῶ ἕναν ἄλλον Σοῦτσο ποὺ ἔλεγε γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ πὼς ἤτανε «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», κι ἤθελε νὰ τὸν πάρει κοντά του ὁ Σολωμὸς νὰ ράβει αὐτὸς τὰ πλούσια ροῦχα γιὰ νὰ ντύνει τὶς ἰδέες τοῦ Σολωμοῦ. Ἐδῶ μάλιστα, ὁ προκείμενος ἐπιδιορθωτὴς τῆς ὑμνωδίας μας εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν Σοῦτσο, γιατὶ θέλει νὰ ντύσει τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας μας, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἢ τὸ ἰαμβικὸ «Ἰμερτὸν ἐξέφηνε σὺν πανολβίῳ ἤχῳ Πατήρ, ὃν γαστρὶ ἐξηρεύξατο», μὲ μουσικὴν τῆς Νόρμας τοῦ Μπελλίνι ἢ τῆς Τραβιάτας τοῦ Βέρντι! Λοιπόν, βλέποντες πόσο ἀνώτερος εἶναι ὁ συγγραφεὺς τῶν «Θεματοφυλάκων τοῦ Θριάμβου» ἀπὸ τὸν ποιητὴν Σοῦτσον, μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε· «Ἰδού, πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε! Ἰδού, πλεῖον Σολομῶντος ὧδε!»

Ἂν ὁ συγγραφεὺς δὲν ἐννοεῖ τὴν ὑμνολογία, γράφοντας γιὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας», τότε τί ἄλλο μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ; Μήπως τὴν τελετουργικὴ διάταξη; Μὰ καὶ κείνη θέλει ἀλλαγὴ καὶ διόρθωμα, κατὰ τὸν συγγραφέα καὶ τοὺς ὁμοίους του. Ἢ ἐννοεῖ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων; Μὰ αὐτὰ δὰ εἶναι ποὺ δὲν τὰ φέρνει ποτὲ στὸ στόμα του ὁ συγγραφεὺς κι οἱ ὅμοιοί του, ὡς πεπαλαιωμένα, ἐνῶ μεταφράζει τὸν Χόλτσνερ καὶ κάποια ἄλλα ψυχολογικὰ δοκίμια, σὲ καιρὸ ποὺ ἡ φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ τ᾿ ἄλλα Ὀρθόδοξα πατερικὰ συγγράμματα μεταφράζουνται στὶς ξένες γλῶσσες, καὶ γίνουνται πνευματικὴ τροφὴ τῶν λαῶν ποὺ προσκυνᾶνε οἱ δικοί μας νεωτεριστές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσική. Μήπως ἀκόμα γιὰ «ἀμάραντα ἄνθη» ἐννοεῖ ὁ ὁμιλητὴς τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ μικροτεχνία, ἡ ποικιλτική; Ἀλλὰ κι ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν νοιώθει περισσότερο ἀπ᾿ ὅτι νοιώθει ἀπὸ εἰκονογραφία κι ἀπὸ ψαλμωδία, καὶ θὰ τὰ νομίζει κι αὐτὰ ὁλότελα συμβατικά, ἀσήμαντα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ χρήζοντα ἀλλαγῆς.

Μὲ λίγα λόγια, τὸ συμπέρασμα ἀπ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἀνιαρὴ ἀνάλυση τῆς ὁμιλίας τοῦ καθηγητοῦ, εἶναι, ἂν κατάλαβα καλά, πὼς χτυπᾶ μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰ στὸ πέταλο, χωρὶς νὰ γνοιασθεῖ καθόλου ἂν συμφωνοῦν μεταξύ τους αὐτὰ ποὺ λέγει. Ἐκτὸς ἂν παραλογίζεται ἄθελά του.

Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὰ λεγόμενά του φαίνεται πὼς ἐπιχειρεῖ πολὺ ἀδέξια νὰ κρύψει τὴν ἀντιπάθειά του πρὸς τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, θέλοντας νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, τὴν Ὀρθοδοξία με τὶς ἀντιορθόδοξες καινοτομίες, παρουσιάζοντας ἔτσι ἕνα τερατῶδες κατασκεύασμα. Ἀλλά, δὲν ἀκούει τί λέγει ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, ποὺ τὸν συχνοαναφέρει στὰ γραφόμενά του, ἀπὸ προτεσταντικὴ μίμηση, ὅπως φαίνεται: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες... Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ;»

Δὲν πιστεύω πὼς ἀδικῶ τὸν πανοσιολογιώτατον καθηγητήν. Μακάρι νὰ ἤτανε ἄλλη ἡ ἀλήθεια. Θὰ χαιρόμουνα πολὺ νἄβγαινα ψεύτης. Μὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ νεωτεριστές, μαρτυροῦν ἀπὸ τὰ λόγια τους αὐτὸ τὸ ἀλλοπρόσαλλο κατάντημά τους: Οἱ ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες εἶναι προϊστάμενοι δὲν ἔχουνε τίποτα ποὺ νὰ εἶναι ὀρθόδοξο. Εἶναι ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὸν θερμὸ ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους. Ἡ ἁγιογραφία, ἡ μουσική, τὰ σκεύη, τὰ κηρύγματα, ἀκόμα, σὲ πολλά, κι ἡ ἀκολουθία, μυρίζουν προτεσταντικὴ μούχλα. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ψυχροσχολαστική, ἀκατάνυκτη, χωρὶς ἐκείνη τὴ ζεστὴ μυστικοπάθεια ποὺ ἔχουνε οἱ γνήσιες ἐκκλησίες μας. Ἀκόμα καὶ τὰ κεριά, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἁπλό, κι ἴσως τὸ πιὸ πνευματικὸ σύμβολο τῆς ψυχῆς ποὺ προσεύχεται μὲ ταπείνωση, ἀκόμα καὶ τὸ θυμίαμα ποὺ προσφέρνεται «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς», κι αὐτὰ ἀκόμα ἔχουνε καταργηθεῖ σὲ κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες ποὺ εἶπα. Ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρό τους, ἐκεῖ μέσα, τὸν κάνουνε πολὺ ἀραιά, μὲ πολλὴ οἰκονομία, ἢ καθόλου, παπάδες κι ἐκκλησιαζόμενοι. Ὅ,τι ποιητικὸ στοιχεῖο συντείνει στὸ νὰ νοιώσει κατάνυξη ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν τὸ θέλουνε ἐκεῖνες οἱ παγωμένες καρδιές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τῆς σχολαστικῆς καὶ τῆς στενόψυχης ἠθικῆς. Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα κατάξερο ἠθικὸ σύστημα, κατάλληλο γιὰ πρακτικὲς καὶ μικρολόγες σκοπιμότητες. Οὔτε ἀποκάλυψη φρικτῶν μυστηρίων, οὔτε εὐωδία τοῦ καινοῦ ἀέρος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ εὐφροσύνη, οὔτε πυρπόλησις τῆς καρδίας, οὔτε μέθη ἀπὸ τὸν πνευματικὸν οἶνον, οὔτε χαρμολύπη, οὔτε δάκρυον κατανύξεως, οὔτε συντριβή, οὔτε κοινωνία τοῦ Παρακλήτου, οὔτε μυστικὴ ὅρασις καὶ ἀκοή, οὔτε ὑπὲρ αἴσθησιν αἴσθησις. Τίποτα!

Πῶς νὰ μὴν εἶναι λοιπὸν τόσο ψυχρὲς κι ἀκατάνυκτες οἱ ἐκκλησίες τους, ἀφοῦ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, «ἡ καρδία ἔσωθεν ὁμοίως τοῖς ἐξωτέροις σχήμασιν ἐνδιατυποῦται»;

Τί σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἀνέκφραστα τραγούδια ποὺ ἀκούονται ἐκεῖ μέσα, μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, μὲ τὴν ἱερατικὴ γλώσσα τῆς ὑμνολογίας, μὲ τὸν σοβαρὸ χαρακτήρα τῆς προγονικῆς μας εὐσέβειας;

Ὤ! Τί βεβήλωση εἶναι αὐτή, νὰ μπαίνουνε οἱ μίμοι καὶ νὰ ἀσχημονοῦν μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιες φωνὲς ποὺ γαργαλίζουν τὴ σάρκα τους; Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία σας, νὰ μὴν ἔχει ὁ ναὸς τίποτα ὀρθόδοξο; Ἡ πνευματικὴ γεύση σας τόσο πολὺ χάλασε, ὥστε κάθε τί ποὺ στάθηκε γιὰ τοὺς Ἁγίους ὁ οὐράνιος ἄρτος κι ὁ ὑπερούσιος οἶνος, νὰ σᾶς φαίνεται στυφὸ καὶ πικρό; Τὰ ἁγιασμένα ὁράματα καὶ ἀκούσματα, ποὺ εὐφράνανε μυριάδες εὐλαβεῖς ψυχές, ἐσεῖς δὲν τὰ κρίνετε ἄξια νὰ τὰ διατηρήσουμε, ἀλλὰ θέλετε νὰ τὰ ἀλλάξετε, καὶ νὰ βάλετε στὴ θέση τους τὰ μουγκρίσματα τῶν ζώων, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐκφυλισμένη ἐποχή μας;

Λέτε πὼς σεβόσαστε καὶ τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους. Ἀλλὰ ποιοί μᾶς παρέδωσαν, μαζὶ μὲ τὴν πίστη, τὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες; Δὲν μᾶς τὰ παραδώσανε οἱ Πατέρες; Γιατί λοιπὸν δὲν τὰ σεβόσαστε καὶ δὲν τὰ τιμᾶτε;

Ἰδιαίτερα δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ μουσική της ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ ἡ μόνη ἱερατικὴ χριστιανικὴ μουσική. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔψελνε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους κι ὑμνοῦσε τὸν Θεό: «Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Καὶ μὲ τί εἴδους μουσικῆς ἄραγε ὕμνησαν; Ρωτῶ νὰ μοῦ πεῖς. Μήπως μὲ τὴ θεατρικὴ μουσικὴ ποὺ εἰσάγεις στὶς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μ᾿ αὐτή, λέγω τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία, ἢ μὲ τὴν ἱεροπρεπῆ ἀνατολικὴ μουσικὴ ποὺ δὲν τὴν θέλεις, ποὺ τὴν θεωρεῖς βάρβαρη, ἐσὺ ὁ βάρβαρος καὶ βλάσφημος;

Ναί! Ἐδῶ δὲν εἶναι θολὲς καὶ ὀμιχλώδεις θεωρίες, σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἄκουσες στὰ μουχλιασμένα Πανεπιστήμια. Ἐδῶ εἶναι καθαρὰ καὶ ἁπλὰ πράγματα: Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν Ἀνατολή, καὶ δὲν γεννήθηκε, ὅπως θἄθελες, στὸ Παρίσι ἢ στὴ Στοκχόλμη ἢ στὴ Λόντρα. Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα φτωχοχώρι τῆς Ἰουδαίας. Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε ἤτανε Ἀνατολίτικη. Κι ἡ μουσική, ποὺ μ᾿ αὐτὴ ὑμνοῦσε τὸν Θεό, ἤτανε κι αὐτὴ Ἀνατολίτικη, ἢ τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις.

Λοιπόν, γιατί δὲν τὴ καταδέχεσαι αὐτὴ τὴ μουσική, ἐσὺ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ τὴ μουσικὴ ποὺ τὴν ἁγίασε ὁ Χριστός; Ἐγὼ φρίττω, δακρύζω, καταπλήττομαι, μόνο ποὺ συλλογίζουμαι πὼς μ᾿ αὐτὴ τὴ μουσικὴ ἔψελνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ πὼς ἀξιονόμαστε κι ἐμεῖς νὰ τὴ ψέλνουμε ὅπως Ἐκεῖνος! Κι ἐσύ, ἀντὶ νὰ ἀγάλλεσαι, ἀντὶ νὰ νοιώθεις πνοὴ ἀθανασίας ἀπάνω σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θεαγάπητη μουσική, ποὺ μᾶς κληροδοτήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια δῶρα ὁποὺ βρίσκουνται φυλαγμένα μέσα στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς γεραρᾶς παραδόσεώς μας, ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, τὴν ἀπεχθάνεσαι, τὴν λὲς τούρκικη, δὲν τὴ νομίζεις ἄξια γιὰ τὰ ἁμαρτωλὰ στόματά μας!

Τέτοια τύφλωση, λοιπόν, παθαίνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὴ ματαιότητα καὶ ζητᾶ τὸ ψεῦδος.

Ὁ Θεὸς ἂς μὲ συγχωρήσει γιὰ ὅσα ἀναγκάσθηκα νὰ πῶ γιὰ ἕναν ὑπηρέτη του.

Κύριε, νά, εἶμαι μπροστά σου, καὶ κρίνε με. Ἐσὺ εἶσαι καρδιογνώστης καὶ ξέρεις τὴν πίκρα τῆς καρδιᾶς μου γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ παθαίνουν οἱ ἅγιες ἐκκλησίες σου. Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με. Ἐσὺ ποὺ ἐπέτρεψες στὸν Προφήτη Ἠλία, νὰ ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὸν πύρινο ζῆλο ποὺ τὸν ἔκαιγε, Ἐσὺ ποὺ τὸν συγχώρεσες γιὰ τὴ φοβερὴ ἁμαρτία ποὺ ἔκανε νὰ σφάξει τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, ἐπειδὴ εἶδες πὼς ἤτανε ὁ μονώτατος δοῦλος σου ποὺ πίστευε σὲ Σένα, καὶ τὸν στεφάνωσες μὲ τὸν ἀμάραντον στέφανο, καὶ τὸν ἅρπαξες ἀπάνω σ᾿ ἕνα ἁμάξι πύρινο καὶ τὸν πῆρες κοντά Σου μὲ τὸ σάρκινο κορμί του, δίχως νὰ δοκιμάσει θάνατο, Ἐσύ, Κύριε, εὔσπλαχνε καὶ δίκαιε, συγχώρεσε κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. Γιατὶ Ἐσὺ ἄνοιξες τὸ στόμα μου, ὅπως ἄνοιξες τὸ στόμα τῆς ὄνου τοῦ Βαλαάμ, γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὴ βεβήλωση τοῦ οἴκου σου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ματαιότητας.

Φώτισε, Κύριε, τὶς σκοτισμένες διάνοιές μας. Ἐλευθέρωσέ τες ἀπὸ τὰ φιλόσαρκα φρονήματα. Γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ τὴν πανευφρόσυνη λύπη σου. Γιατὶ μ᾿ αὐτὴ βρίσκουμε τὸν μυστικὸ δρόμο ποὺ μᾶς φέρνει σὲ Σένα, κι ὄχι μὲ τὶς ἀπατηλὲς σοφίες τοῦ κόσμου τούτου.

Ἡ λύπη τῆς διανοίας εἶναι θυμίαμα εὔοσμο, ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν θρόνο σου. Αὐτὴ ἀνοίγει τὴν κλεισμένη πύλη, γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ψυχή μας στὴ χώρα τῶν μυστηρίων Σου. Γιὰ τοῦτο εἶπες· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».
Φώτης Κόντογλου,
Μεγάλη Παρασκευή, 1960

Γιὰ τοὺς -Ἁγίους Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης





«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει ὁ Κύριος (πρβλ. Παρ. η’ 17, Α’ Βασιλ. β’ 30).

Ὁ Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας. Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας. Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων. Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία. Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους. Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου. Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα - ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με». Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου. Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο. Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...