Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2011

Κυριακή Β. Λουκά – η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ., ομιλία Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά εις το, Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι.

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Κεφ. Στ. 31 – 36.
Είπεν ο Κύριος: καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως. Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί? Και γάρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί? Και γάρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. Και εάν δανείζητε παρ’ ών ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί? Και γάρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. Πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών, και αγαθοποιείτε και δανείζετε, μηδέν απελπίζοντες. Και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι Αυτός χρηστός εστίν επι τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ούν οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ υμών οικτίρμων εστί.
Απόδοση.
Είπεν ο Κύριος: « Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σ’ αυτούς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Κι αν κάνετε καλό σ’ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ’ όσους ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους ομοίους τους για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτα. Έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω, και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας».
Επιμέλεια κειμένου, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.
Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, εις το: «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Αυτός που έπλασε μόνος τις καρδιές μας και παρατηρεί όλα τα έργα μας, αυτός ο οποίος ενεφανίσθη σε εμάς με σάρκα και μας ηξίωσε να γίνει διδάσκαλός μας, ζητεί τώρα από εμάς αυτά που παρεφθάρησαν, για να τα αναπλάσει, εκείνα ακριβώς που ενέβαλε στις ψυχές μας όταν στην αρχή μας έπλασε. Διότι απ’ αρχής μας έπλασε καταλλήλους για τη μέλλουσα διδασκαλία, και ύστερα έδωσε τη διδασκαλία την κατάλληλη προς την αρχικήν πλάση. Δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ανακαθάρει την ωραιότητα του πλάσματος, που είχεν αμαυρωθεί με την πρόσληψη της αμαρτίας. Αυτό δεικνύει με τον καλλίτερο τρόπον η σήμερα αναγινωσκομένη, και προβαλλομένη από εμάς προς ερμηνείαν περικοπή του Ευαγγελίου: «Καθώς θέλετε», λέγει, «ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Καλώς προείπεν ο Προφήτης Ησαίας ότι «λόγον συντετμημένον δώσει Κύριος επί της γης». Πράγματι, σε αυτόν τον ένα και σύντομο λόγο συμπεριέλαβε κάθε αρετήν, κάθε εντολήν, σχεδόν κάθε καλήν πράξη και γνώμη. Γι’ αυτό και κατά τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον, αφού προέταξε αυτό ο Κύριος, προσέθεσε «ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται». Πράγματι, σε άλλο σημείον, συγκεφαλαιώνοντας, είπεν ότι σε δύο εντολές, στην προς τον Θεόν και προς τον πλησίον αγάπη «κρέμανται όλος ο νόμος και οι προφήται».
Τώρα όμως συνήγαγε τα πάντα σε ένα, και συμπεριέλαβε όχι μόνον την κατά τον νόμον και τους προφήτες αρετήν, αλλά και κάθε αγαθοεργίαν γενικώς μεταξύ των ανθρώπων. Διότι τώρα νομοθετεί όχι σε ένα γένος μόνον, αλλά σε όλη την οικουμένη, ή μάλλον σε όσους συνδέονται με αυτόν δια της πίστεως, από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανόν.
Και μάλιστα, όχι μόνο συμπεριέλαβε, αλλά και έδειξε ότι κάθε μία από τις εντολές που εδόθησαν από Αυτόν υπάρχει έμφυτος μέσα μας. Πράγματι, αυτό είναι που και ο αδελφόθεος Ιάκωβος μας παραγγέλλει λέγοντας: «αποθέμενοι πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας, εν πραότητι δέξασθε τον έμφυτον λόγον τον δυνάμενον σώσαι τας ψυχάς υμών». Αυτό μας το είχε διακηρύξει ο Θεός και με τον Προφήτην Ιερεμία, λέγοντας: «διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην καινήν, διδούς νόμους μου εις διάνοιαν αυτών». Διότι το να έχωμε εκουσίαν γνώμην είναι ιδιότης της διανοίας. Αφού λοιπόν ο Κύριος έδειξε ότι κατ’ αυτόν τον έμφυτον νόμον έχουν αναγραφεί τώρα όλα τα ευαγγελικά παραγγέλματα, προστάζει και νομοθετεί να πολιτευώμεθα σύμφωνα με αυτά, διότι ενέβαλε την γνώση του πρακτέου μέσα στη φύση μας, ως φιλάγαθος και φιλάνθρωπος που είναι. Μάλιστα ο Κύριος, με την κεφαλαιώδη αυτήν παραίνεση, το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», έδειξεν ότι κάθε ευαγγελική εντολή είναι όχι μόνον έμφυτος αλλά και δικαία και εύκολος και συμφέρουσα, και επίσης εύληπτος σε όλους και ευνόητος από μόνη της.
Τι δηλαδή, δεν γνωρίζεις ότι το να οργίζεσαι εναντίον του αδελφού και να τον προσβάλλεις και μάλιστα χωρίς λόγον είναι κακόν; Και πώς εσύ δεν θέλεις να υποστείς την οργήν και την προσβολήν του, και ούτε καν μετά από σκέψη φθάνεις σ’ αυτήν την γνώμην, αλλά αμέσως δυσανασχετείς προς την εναντίον σου κινουμένην οργήν και προσβολήν, και με κάθε τρόπον την αποφεύγεις μη καταδεχόμενος αυτήν, οπωσδήποτε ως κακήν, ως άθεσμον, ως ασύμφορον; Έτσι θεωρείς και την προς την σύζυγό σου εμπαθή και περίεργον θέαν από κάποιον άλλον. Έτσι επίσης, όχι μόνον το εναντίον σου, αλλά και το προς εσέ για οποιονδήποτε λεγόμενον ψεύδος. Και γενικώς, αυτήν την εσωτερικήν στάση κρατούμε απέναντι σε κάθε τι απηγορευμένον από την ευαγγελικήν εντολήν. Τι πρέπει να ειπούμε περί όλων των αμαρτωλών πράξεων που έχουν προαπαγορευθεί από τον παλαιόν νόμον, του φόνου, της μοιχείας, της επιορκίας, της αδικίας και των ομοίων; Ακόμη δε και περί των αντιθέτων από αυτά αρετών, και πώς μας αρέσουν αυτοί που τις χρησιμοποιούν υπέρ ημών; Βλέπεις ότι και γνωρίζεις από μόνος σου κάθε εντολήν, και την κρίνεις ως δικαίαν και συμφέρουσα; Και όχι μόνον αυτό αλλά και ως ευχερή; Διότι δεν θα θεωρούσες πολύ αξιόμεμπτον αυτόν που θυμώνει ή ψεύδεται εναντίον σου ή σε επιβουλεύεται με άλλον τρόπο, εάν ενόμιζες ότι είναι δυσκατόρθωτον ή αδύνατον το να απέχει εκείνος από αυτά.
Μη λοιπόν, όταν μεν εσύ κακοπαθείς από άλλον, όταν υβρίζεσαι, εξαπατάσαι ή ζημιώνεσαι, συνηγορείς υπέρ του εαυτού σου, ενώ όταν συ ο ίδιος υβρίζεις και αδικείς και επιχειρείς να εξαπατήσεις τον πλησίον σου, τον καταδικάζεις μη εξάγοντας την ιδίαν απόφαση για τα ίδια πράγματα. Αλλά να είσαι αντικειμενικός κριτής, και εκείνα μεν που δεν θέλεις να παθαίνεις από άλλον ως κακά, με κανέναν τρόπο να μην τα κάνεις στον άλλον, εκείνα δε τα αγαθά που ποθείς εσύ να σου γίνωνται από τον άλλον, αυτά να του κάνεις και συ. Ζητείς κάτι από κάποιον, βοήθειαν ίσως ή κάποιαν άλλην εξυπηρέτηση, και θέλεις οπωσδήποτε να την λάβεις, επειδή το θεωρείς καλόν; Γιατί όχι; Όταν λοιπόν κάποιος άλλος σου ζητεί κάτι, σπεύσε να του φερθείς φιλικώς, και να θεωρείς καλόν το να λάβει και εκείνος κάτι εμπράκτως από σε. Αλλά ζητεί εκείνος από σε κάτι περισσότερον από όσα έχεις; Δείξε με όσα έχεις ότι και αν είχες περισσότερα, θα του τα παρείχες. Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγνώμης, και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκριση, βλέπε κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου, και έτσι να αποφασίζεις και να ενεργείς, με αυτήν την διάθεση. Γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού, λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, να αγαθοποιούμε φιμώνοντας την αγνωσίαν των αφρόνων ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως, και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι, πώς δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ίδια φύση, αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίση, μολονότι ενυπάρχουν σ’ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωνε καλήν διάθεση προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σε εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ’ εικόνα Του Αγαθού. Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών, την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν.
Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύση μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς Του νόμους, κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», και: «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι. Και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα». Αμαρτωλούς εδώ ονομάζει όσους δεν φέρουν το όνομά Του, και όσους δεν πολιτεύονται σύμφωνα με το Ευαγγέλιόν Του. Τους απεκάλεσε όλους αυτούς με ένα όνομα, δεικνύοντας με τον τρόπον αυτόν ότι δεν προκύπτει κανένα όφελος από το να λεγώμεθα χριστιανοί, εάν με τα έργα μας δεν διαφέρωμε από τους εθνικούς. Όπως δηλαδή έλεγεν ο μέγας Παύλος προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί, εάν νόμον πράττεις. Εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν», έτσι και τώρα ο Χριστός λέγει σ’ εμάς δια του Ευαγγελίου, ότι σε σας τους ιδικούς μου θα υπάρχει η χάρις που ενώνει με εμέ, εάν τηρήτε τις εντολές μου. Εάν όμως πράττετε τα έργα των αμαρτωλών και τίποτε περισσότερον, Εάν λοιπόν αγαπάτε δηλαδή αυτούς που σας αγαπούν και ευεργετήτε αυτούς που σας ευεργετούν, δεν θα αποκτήσετε από αυτά καμμίαν παρρησία προς εμέ.
Και δεν τα λέγει αυτά αποτρέποντάς μας από το να αγαπούμε αυτούς που μας αγαπούν, και από το να ευεργετούμε αυτούς που μας ευεργετούν, και από το να δανείζωμε σε αυτούς που πρόκειται να μας τα επιστρέψουν, αλλά φανερώνει ότι κανένα από αυτά δεν έχει μισθόν, επειδή λαμβάνει εδώ την ανταπόδοση, και δεν φέρνει καμμίαν χάρη στην ψυχήν ούτε την καθαρίζει από την αμαρτίαν που την έχει κηλιδώσει. Δεν προξενούν λοιπόν αυτά, όταν υπάρχουν, κανένα κέρδος, καμμίαν ιδιαιτέραν χάρη στην ψυχήν ως αιωνίαν ανταπόδοσιν, όταν όμως απουσιάζουν προξενούν πολλήν κατάκρισιν και ζημίαν. Διότι αυτοί που δεν ανταγαπούν ούτε εκείνους που τους αγαπούν και τους φροντίζουν, είναι χειρότεροι και από τους τελώνες και τους αμαρτωλούς. Εκείνοι δε που με έργα και λόγους τους ανταμείβουν με τα αντίθετα, πόσον περισσότερο κατακρίνονται; Τοιούτοι είναι και όσοι αφηνιάζουν προς τους άρχοντες της πόλεως, μολονότι εκείνοι καθημερινώς καταβάλλουν γι’ αυτούς σημαντικές φροντίδες, όσοι δεν αποδίδουν την εύνοιαν που αρμόζει στους βασιλείς οι οποίοι ετάχθησαν από τον Θεόν, όσοι δεν ταπεινώνονται κάτω από την κραταιάν χείρα του Θεού, αλλά απειθούν στην Εκκλησίαν του Χριστού, και αγανακτούν ματαίως κατά των προστατών της Εκκλησίας, και μάλιστα την στιγμή που εκείνοι καταβάλλουν τόσην προσπάθεια για το καλό τους, και θέλουν και εύχονται και πράττουν με όλην τους την δύναμη κάθε αγαθόν και ωφέλιμο γι’ αυτούς.
Αλλά και εκείνοι που δεν δανείζουν στους υποσχομένους να ανταποδώσουν τα ίσα και εγκαίρως, αλλά απαιτούν τόκους και μάλιστα βαρείς και χωρίς αυτούς ούτε καν να εμφανισθεί επιτρέπουν ο κήνσος και το αργύριον, είναι σχεδόν άνομοι και χειρότεροι από τους αμαρτωλούς, αφού ούτε στον παλαιό νόμο πείθονται ούτε στην νέαν Διαθήκην. Από αυτά, η μεν Διαθήκη μας προτρέπει να δανείζωμε και σε εκείνους οι οποίοι δεν υπάρχει ελπίς να μας επιστρέψουν το δάνειον, ο δε παλαιός νόμος λέγει «ουκ εκτοκιείς (να μην τοκίσεις δηλαδή) το αργύριόν σου», και επαινεί αυτόν που δεν δίδει τα χρήματά του με τόκο. Επίσης συνιστά να αποφεύγωμε την πόλη, στις πλατείες της οποίας, δηλαδή φανερά, συνάπτονται δάνεια με τόκον και δόλον. Βλέπετε ότι ο τοκογλύφος αφαιρεί όχι μόνον της ψυχής του, αλλά και της πολιτείας την δόξα, διότι της προσάπτει κατηγορίαν απανθρωπίας, και την αδικεί ολοκληρωτικά και σοβαρά; Διότι ενώ είναι ιδικός της πολίτης, και όσα έχει τα απέκτησε από αυτήν, δεν τα χρησιμοποιεί προς όφελός της. Σ’ αυτούς που δεν έχουν δεν θέλει να δανείζει, ενώ σε αυτούς που έχουν, αλλά ολίγα, δίδει με τόκον, ώστε μαζί με το επάγγελμά τους να τους αφαιρέσει και εκείνα τα ολίγα που έχουν.
Σπεύδει λοιπόν να πλουτίσει ο τοκιστής όχι τόσον με χρήματα όσον με αμαρτήματα, καταστρέφοντας έτσι και την περιουσία του δανειζομένου, και την ιδικήν του ψυχήν. Διότι οι τόκοι είναι σαν γεννήματα εχιδνών, τα οποία φωλιάζουν στους κόλπους των φιλαργύρων, και προδηλώνουν ότι δεν θα διαφύγουν τους ακοιμήτους σκώληκες που απειλούνται για τον μέλλοντα αιώνα. Εάν δε κάποιος από αυτούς λέγει ότι, αφού δεν μου επιτρέπεις να λαμβάνω τόκους, θα κρατήσω κοντά μου το αργύριον που μου περισσεύει, και δεν θα το διαθέσω σε όσους χρειάζονται δανεικά, αυτός ας γνωρίζει ότι έχει μέσα του τις μητέρες των εχιδνών οι οποίες θα του γίνουν μητέρες και των ακοιμήτων εκείνων σκωλήκων.
Γι’ αυτούς λοιπόν τους λόγους ο Κύριος, θέλοντας με κάθε τρόπον να μας απομακρύνει από όλα αυτά τα κακά, παραγγέλλει να αγαπούμε και να αγαθοποιούμε και τους εχθρούς και να δανείζωμε σ’ εκείνους που δεν έχουν να μας ανταποδώσουν, χωρίς να αποβλέπωμε σε τίποτε, διότι, λέγει, «έστω, ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Μη νομίζεις, λέγει, ότι επειδή αγαθοποιείς αυτούς που σου φέρονται άσχημα, και δίδεις σ’ εκείνους που δεν ανταποδίδουν, θα χάσεις τα ιδικά σου. Διότι τώρα είναι καιρός σποράς και αγαθοεργίας, ο δε καιρός του καταλλήλου θερισμού είναι ο μέλλων αιών.
Μην απελπισθείς λοιπόν για τον χρόνον που έχει ορισθεί μεταξύ σποράς και θερισμού, αλλά γνώριζε ότι θα συγκομίσεις τα αγαθά σου πολλαπλάσια, όπως απεναντίας και οι εδώ κακοποιούντες θα συγκομίσουν τα κακά που τους αρμόζουν. Διότι ό,τι σπείρει κανείς εδώ, τα ανάλογα θα θερίσει εκεί, αλλά με μεγάλην προσθήκη.
Εάν λοιπόν εδώ ομοιώσεις τον εαυτόν σου δια των έργων με τον Υιόν του Θεού, και αποδείξεις ότι είσαι καλός με όλους, όπως και Εκείνος είναι προς όλους αγαθός, θα λάβεις εκεί με επαύξηση την προς Αυτόν ομοίωση, περιλαμπόμενος με το φως της δόξης του Υψίστου, και συζών αιωνίως με εκείνους για τους οποίους ο Χριστός θα είναι «ο Θεός εν μέσω θεών», και θα διαμοιράζει τα αξιώματα της αϊδίου μακαριότητος. Διότι αυτό εδήλωσε με την προσθήκη: «και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Πράγματι, γι’ αυτό και ο Υιός του Θεού, αφού έκλινεν ουρανούς, κατήλθε στην γη και έγινεν υιός ανθρώπου και είπε και έπραξε όλα αυτά, και τέλος αφού έπαθεν απέθανεν υπέρ ημών και ανέστη και ανήλθε πάλι στους ουρανούς για να μας κάνει ουρανίους και αθανάτους και υιούς Θεού. Ώστε αυτά που απαιτεί τώρα από εμάς, το να αγαπούμε τους εχθρούς, να αγαθοποιούμε, να δανείζωμε σε εκείνους που δεν έχουν να μας ανταποδώσουν, δεν είναι μόνον οφειλόμενα και συμφέροντα για μας, όπως προαπεδείχθη, αλλά και μικρά είναι συγκρινόμενα με όσα δίδονται από Εκείνον. Διότι αυτός μεν έδωσε τον εαυτόν του υπέρ ημών, οι οποίοι όχι μόνον δεν είχαμε τίποτε να του ανταποδώσωμε, αλλά και είχαμε φανεί με πολλούς τρόπους αχάριστοι και πονηροί προηγουμένως. Εμάς όμως μας προτρέπει να δανείζωμε από το περίσσευμα, και να αγαθοποιούμε από όσα έχουμε στην διάθεσή μας. Ποία και πόσα; Και για αυτά ακόμη τα μικρά μας ανταποδίδει την προς αυτόν ομοιότητα και την υψίστην υιοθεσία και τους ουρανίους μισθούς, λέγοντας: «γίνεσθε οικτίρμονες ότι και ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς οικτίρμων εστί». Μεθ’ ου αυτώ πρέπει δόξα συν αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 311 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλά

Ο Χρυσούς Κανών - Κυριακή Β' Λουκά π.Γερασιμάγγελος Στανίτσας

http://agiabarbarapatras.blogspot.com/

Ο Χρυσούς Κανών

Το αρχαίο ρητό «ὅ συ μισεῖς ἑτέρῷ μή ποιήσεις» εάν συγκριθεί με το ευαγγελικό « καθώς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὅμοίως» πείθει αμέσως για την ανωτερότητα του δευτέρου.
Το να μη βλάπτω τον άλλον κι αυτός εμένα, όπως τα ήμερα ζώα, που συμβιώνουν με απάθεια, δεν αρκεί. Ο άνθρωπος, ζώο κοινωνικό, έχει ανάγκη να «κοινωνεί» διαρκώς με τον συνάνθρωπο και τον κόσμο. Τα αισθήματα αυτά, που υπαινίσσεται ο χρυσός κανόνας, ανακρίνει και καθορίζει το σημερινό ευαγγέλιο με το βάθος της Θείας αγάπης.
Το παρακάτω σχόλιο σχετικά με τις εξαγγελλόμενες αλήθειες θα μπορούσε ίσως να συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόησή τους από τον σύγχρονο άνθρωπο.
Πρώτα απ’ όλα, η φράση «καί εἰ ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπώντας ὑμᾶς ποία ὑμῶν χάρις ἐστί» δεν υποτιμά την αγάπη μεταξύ των συγγενών και των φίλων. Συγκρίνει όμως την ανταποδοτική αγάπη, όπου το στοιχείο της ιδιοτέλειας εγγίζει ακόμα και τον έρωτα με την αγάπη προς τους εχθρούς και όσους με αυτό ή τον άλλο τρόπο μας υπονομεύουν.
Η εκκλησία εύχεται ιδιαίτερα «ὑπέρ ταῶν μισούντων καί διωκώντων ἡμᾶς» και πιστεύει πως η αγάπη προς αυτούς, όταν είναι έμπρακτη, μπορεί να συγκριθεί με την αγάπη και την συγγνώμη που πρόσφερε ο Χριστός «ἐπί τοῦ Σταυροῦ» αρχίζοντας από τους εχθρούς Του.
Και για να έλθουμε στον «χρυσό κανόνα». Ποιος δεν θα ένοιωθε ευτυχέστερος των ανθρώπων έχοντας συγκεντρώσει στο πρόσωπό του την αγάπη και την εμπιστοσύνη των άλλων; Ποιος θα έμενε ασυγκίνητος βλέποντας εκείνους που αδίκησε να τον συγχωρούν προσφέροντας ανυπόκριτη αγάπη αντί του μίσους και της εκδίκησης;
Κάτι τέτοιο όμως, που θα σήμαινε πλήρη κατάφαση στο θέλημα του Θεού, φαίνεται τόσο δύσκολο να πραγματοποιηθεί στις ανθρώπινες κοινωνίες. Κι ενώ το αντίθετο απειλεί να τις μεταβάλει σε ζούγκλα, η αντίδρασή μας στον αποχρωματισμό της αγάπης που εκπηγάζει από τον Θεό και ταυτίζεται με τη χριστοποίηση της ανθρώπινης φύσης, μοιάζει άτονη.
Η πολιτεία για λόγους δικούς της φαίνεται να συμμερίζεται την υποβάθμιση ακόμη και του ρόλου της Εκκλησίας. Προβάλλοντας το κοσμοείδωλο του οικονομικού ανθρώπου και του υλιστικού ωφελισμού επιχειρεί στο όνομα ενός αλλοτριωτικού συγχρονισμού να περικόψει κοινές ρίζες, της εκκλησιαστικής και εθνικής παράδοσης.
Τέλος η αλληλεγγύη ως βάση των κοινωνικών σχέσεων, σύμφωνα με τον «χρυσό κανόνα» υποκαθίσταται από ένα λεγόμενο «κοινωνικό κράτος» που υπόσχεται λύση των κοινωνικών προβλημάτων, εννοώντας τις ανάγκες της σάρκας και αγνοώντας τις ανάγκες της ψυχής.
Όμως, όσο κι αν οι δομές της σύγχρονης κοινωνίας αναπτύσσονται στον αντίποδα της εντολής «καθώς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὅμοίως», όσο κι αν ο άνθρωπος παραδίδεται όλο και περισσότερο στο κοσμοείδωλο που εισήγαγε η ηλεκτρονική τεχνολογία, ο Χριστός μολονότι αγνοημένος, ήλθε και παραμένει στην εκκλησία «πλήρης χάριτος καί ἀληθείας».
Ήλθε και παραμένει για να επαναφέρει τον πλανώμενο άνθρωπο. Να ανακαινίσει την ερειπωμένη εικόνα του και να την εξομοιώσει με τη Θεία Φύση Του. Εμείς ως μέλη της εκκλησίας οφείλουμε να παραμείνουμε ελεύθεροι από τα δεσμά του κόσμου και «μή πάλιν ζυγῷ δουλείας» (Γαλ. 5,11)
Σ’ αυτήν την απόφαση μας θα εναντιωθούν πολλοί και πολλά. Κανείς όμως δεν έχει την δύναμη να την ακυρώσει χωρίς τη δική μας θέληση. Αρκεί να υπομείνουμε για την αγάπη Του ως το τέλος, καθώς μας βεβαιώνει ότι: « ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται» (Ματθ. 10,22).

Κυριακή Β' Λουκά-Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής,η απόδοσή τους στην νεοελληνική και κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

Κυριακή Β΄ Λουκά
Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής
η απόδοσή τους στην νεοελληνική
και κήρυγμα επί του Ευαγγελίου.

***

Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο
Κεφ. 6, χωρία 31 έως 36

ΣΤ΄\ Είπεν ο Κύριος, 31 καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33 καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Όπως θέλετε να σας φέρνονται οι άλλοι άνθρωποι, έτσι να τους φέρεσθε κι εσείς. Και αν αγαπάτε εκείνους πού σας αγαπούν, τι τάχα σπουδαίο κάνετε; Και οι κακοί αγαπούν εκείνους πού τους αγαπούν. Και αν κάνετε καλό σε εκείνους πού σας κάνουν καλό, τι τάχα σπουδαίο κάνετε; Και οι κακοί το ίδιο κάνουν.

Και αν δανείζετε σε εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να τα ξαναπάρετε, τι τάχα σπουδαίο κάνετε; Γιατί και οι αμαρτωλοί δανείζουν τους αμαρτωλούς για να πάρουν πίσω το ίσο ποσό. Εσείς όμως να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε καλό και να δανείζετε και με κανένα τρόπο να μην φέρνετε τους ανθρώπους σε απελπισία. Και θα είναι πολύς ό μισθός σας. Έτσι θα είσθε παιδιά του Υψίστου, επειδή και Εκείνος είναι καλός σε όλους τους αχάριστους και τους πονηρούς. Να είσθε λοιπόν συμπονετικοί, καθώς και o Πατέρας σας είναι συμπονετικός.

***

Από την Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου
Κεφ. 11, χωρία 31 έως 33
και Κεφ. 12, χωρία 1 έως 9

ΙΑ΄\ Αδελφοί, 31 ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. 32 ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης ᾿Αρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, 33 καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ.

ΙΒ´\ 1 ΚΑΥΧΑΣΘΑΙ δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. 2 οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. 3 καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· 4 ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. 5 ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. 6 ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. 7 Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. 8 ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· 9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Αδελφοί, ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που είναι ευλογητός στους αιώνας ξέρει καλά, πώς δεν λέγω ψέματα.

Στη Δαμασκό ο διοικητής του βασιλέα Αρέτα φύλαγε την πόλη, θέλοντας να με πιάσει. Και με σχοινί μέσα σ' ένα καλάθι με κατέβασαν από ένα παράθυρο του κάστρου και γλύτωσα από τα χέρια του.

Δεν με συμφέρει να καυχώμαι, γιατί θα φθάσω να πω για οράματα και για αποκαλύψεις, πού μου έκαμε ο Κύριος. Ξέρω έναν άνθρωπο του Χριστού πού πριν από δεκατέσσαρα χρόνια (αν ήταν με το σώμα δεν ξέρω· κι αν ήταν χωρίς το σώμα, δεν ξέρω· ο Θεός ξέρει) αρπάχτηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό. Και ξέρω πώς αυτός ο άνθρωπος (μα με το σώμα, μα χωρίς το σώμα, δεν ξέρω- ο Θεός ξέρει) αρπάχτηκε στον παράδεισο κι άκουσε λόγια, πού δεν μπορεί να λεχθούν και πού δεν επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος.

Γι' αυτόν τον άνθρωπο θα καυχηθώ και για τον εαυτό μου δεν θα καυχηθώ παρά μόνο για τις αδυναμίες μου. Κι αν θελήσω βέβαια να καυχηθώ, δεν θα είμαι ανόητος γιατί θα πω την αλήθεια· όμως φοβούμαι μήπως και βάλει κανείς στο λογισμό του για μένα παραπάνω απ' ό,τι με βλέπει και με ακούει.

Και για να μην υπερηφανεύομαι για τις πολλές αποκαλύψεις, μου δόθηκε σαράκι στο κορμί, πνεύμα σατανικό, να με ραπίζει για να μην υπερηφανεύομαι. Για το σαράκι αυτό τρεις φορές πα­ρεκάλεσα τον Κύριο για να φύγει από πάνω μου. Κι εκείνος μου είπε· ο δύναμη μου φαίνεται σ' όλη της την τελειότητα μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία. Με μεγάλη μου, λοιπόν ευχαρί­στηση θα καυχηθώ, όχι για τις αποκαλύψεις, αλλά μάλλον για τις αδυναμίες μου, για να έλθει και να μείνει επάνω μου η δύναμη του Χριστού.

***

Κυριακή Β' Λουκά
(Λουκ. στ’, 31-36)
κήρυγμα επί του Ευαγγελίου

του Ιωάννη Δήμου
Θεολόγου - Φιλολόγου

από την ιστοσελίδα του: www.sostikalogia.com

Όπως τα φωτεινά σήματα αποτελούν τους γνώμονες τους οποίους πρέπει να υπολογίζουν και να προσέχουν τόσο οι πεζοί όσο και οι οδηγοί των τροχοφόρων για να συμβάλουν στην αποφυγή των δυστυχημάτων, έτσι και κατά πολύ περισσότερο χρειάζονται οι άνθρωποι υποδείξεις και κανόνες στον ηθικό τομέα της καθημερινής ζωής τους. Τους ηθικούς αυτούς κανόνες, όταν τους σέβεται ο άνθρωπος θα αποφύγει την προστριβή και τη σύγκρουση προς τους συνανθρώπους του στην καθημερινή ζωή του μέσα στην κοινωνία. Η προσπάθεια όλων των νομοθετών ανέκαθεν σ' αυτό απέβλεπε, να εξασφαλίσει την ομαλή διαβίωση των ανθρώπων και γι' αυτό κατέβαλαν κάθε δυνατή φροντίδα να φθάσουν στο σκοπό τους με την ψήφιση των απαραίτητων κάθε φορά νόμων. Μοναδικός όμως νομοθέτης του Οποίου οι νόμοι έχουν αιώνιο κύρος και φθάνουν όχι απλώς στην ακοή αλλά και στο βάθος της ανθρώπινης καρδιάς είναι ο Χριστός. Η νομοθεσία του είναι απλή και καταληπτή όχι μόνο από τους γραμματισμένους, αλλά και από αυτούς ακόμη τους αγράμματους ανθρώπους όλων των εποχών.
Τους προειδοποιεί ότι, εάν επιθυμούν πράγματι ομαλή καθημερινή ζωή, να μη εισέρχονται στο έδαφος της δικαιοδοσίας των άλλων ανθρώπων, όπως δε θα ήθελαν να υπεισέρχονται οι άλλοι στα δικά τους εδάφη. Ο γνώμονας τον οποίον δίνει ο Κύριος στους ανθρώπους είναι απλός και ολιγόλογος και απευθύνεται προς όλους με τις γνωστές εκείνες λέξεις, «καθώς θέλετε, ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Όπως λοιπόν θέλετε να συμπεριφέρονται οι άλλοι άνθρωποι απέναντι σας, κατά τον ίδιο τρόπο να φέρεσθε και σεις προς εκείνους.
Το παράγγελμα δίνεται προς κάθε άνθρωπο και τον πληροφορεί ότι στον ίδιο δρόμο βαδίζουν και τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Του συνιστά ότι όχι μόνο δεν πρέπει να αγνοεί την παρουσία τους, αλλά αντίθετα πρέπει να τους λαμβάνει υπ' όψη και να ρυθμίζει τις καθημερινές ενέργειες του συμμεριζόμενος τη θέση και την παρουσία τους. Η εντολή αυτή αποτελεί το μεγάλο κανάλι από το οποίο οφείλουν να πλεύσουν τα ατομικά σκάφη όλων των ανθρώπων εφόσον θέλουν να διατηρηθεί η κοινωνική γαλήνη. Οποιαδήποτε παρεκτροπή και παρέκκλιση από τη γραμμή την οποία διαγράφει ο Χριστός θα επιφέρει συγκρούσεις και θλιβερά κοινωνικά ναυάγια.
Βασικό ζήτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι, εάν θέλουμε να κάνουν οι άλλοι προς ημάς αυτό που σκεφτόμαστε, να είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε και εμείς σ’ αυτούς το ίδιο. Αν αδιαφορούμε γι’ αυτό, τότε ερχόμαστε σε αντίθεση με τους λόγους του Κυρίου που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να παρεκκλίνει από τη γραμμή του καθήκοντος και να κρίνει τις πράξεις του με το μέτρο του ατομικού συμφέροντος, γιατί θα διαταράξει την εσωτερική του ηρεμία, αλλά και το περιβάλλον του. Γι' αυτό το παράγγελμα και το μέτρο που δίνει ο Χριστός ισχύει για όλους τους ανθρώπους, και έχει την εφαρμογή του σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Ισχύει μεταξύ των μελών της οικογένειας, μεταξύ συναδέλφων του ίδιου επαγγέλματος και άλλα.
Εάν πράγματι θέλουν να βασιλεύσει η κοινωνική γαλήνη και να αποφευχθεί η ακαταστασία και τα κοινωνικά ναυάγια, τότε οφείλουν όλα τα μέλη της κοινωνίας να έχουν ως μέτρο της καθημερινής συμπεριφοράς τους το παραπάνω παράγγελμα του Κυρίου. Ας το επαναλάβουμε, «καθώς θέλετε, ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Όπως θέλετε να συμπεριφέρονται σε σας οι άνθρωποι, κατά τον ίδιο τρόπο να συμπεριφέρεστε και σεις προς αυτούς. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΛΟΥΚΑ (Ι.Μ.Μεσογαίας και Λαυρεωτικής)

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ Λουκ. 6, 31-36)



Στεκόμενοι στὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, ἀντιλαμβανόμαστε πὼς ὁ Χριστὸς μᾶς προσκαλεῖ νὰ γίνουμε εὐσπλαγχνικοὶ καὶ πονετικοί. Νὰ τί λέγει ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτό.
«Νὰ γίνετε λοιπὸν σπλαχνικοὶ πρὸς τὸν πλησίον καὶ συμπονετικοὶ στὶς δυστυχίες του καὶ στὶς ἀνάγκες του, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας σας εἶναι εὐσπλαγχνικὸς πρὸς ὅλους».
Πρέπει δὲ νὰ ποῦμε πὼς τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ εἰπώθηκαν σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὁ οἶκτος καὶ ἡ εὐσπλαγχνία ἦσαν σὲ πολὺ μικρὴ ἐκτίμηση. Βρισκόμαστε βέβαια στὴν ἐποχὴ τῆς δουλείας, ὅπου ἡ ἀνθρώπινη ἀξία εἶναι φοβερὰ ὑποτιμημένη. Οἱ ἀρετὲς τοῦ ἐλέους καὶ τοῦ οἴκτου ἔχουν ἀσήμαντη ἀξία καὶ θὰ λέγαμε ἀκόμη πὼς θεωροῦνται ὡς ἀδυναμίες.
Διαβάζοντας δὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἰδιαιτέρως στὸν 102 Ψαλμὸ τοῦ Δαυΐδ, βλέπουμε πὼς ἡ εὐσπλαγχνία καὶ τὸ ἔλεός Του εἶναι βασικὲς ἐνέργειές Του. Γιατὶ μονάχα μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ Θεὸς λειτουργεῖ, καὶ ἔτσι θεμελιώνει τὶς σχέσεις Του μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
«Εἶναι οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος» γράφει ὁ Ψαλμός, «μακρόθυμος καὶ πολυέλεος. Δὲν παρατείνεται διηνεκῶς καὶ ἀπαύστως ἡ κατὰ τῶν ἁμαρτιῶν μας ὀργή Του, οὔτε μνησικακεῖ κατὰ τῶν παρεκτοπῶν μας αἰωνίως».
Καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ συγκεκριμένα στὴν ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου καὶ ἀδελφοθέου Ἰακώβου ὑπογραμμίζονται μὲ σαφήνεια τὰ ἀκόλουθα: «ὁ Κύριος εἶναι πολυεύσπλαγχνος καὶ οἰκτίρμων καὶ μὲ συμπάθεια πολλὴ δοκιμάζει τὰ παιδιά του».
Ἡ Ἐκκλησία δὲ παίρνοντας τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὀφείλουμε νὰ γίνουμε εὐσπλαγχνικοὶ ὅπως ὁ οὐράνιος Πατέρας μας, τὸ κάνει κανόνα ζωῆς καὶ ζητεῖ οἱ Χριστιανοὶ νὰ κατανοήσουν τὴν ἀξία του. Ἔτσι ἡ εὐσπλαγχνία καὶ τὸ ἔλεος ἀνοίγουν νέους ὁρίζοντες καὶ καταγράφουν νέες προοπτικὲς ἤθους καὶ πνεύματος.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, μιλώντας γι᾿ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὑπογραμμίζει τὴν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου, μὰ καὶ τὸ καθῆκον του νὰ εἶναι εὔσπλαγχνος καὶ οἰκτίρμονας· ἔτσι θὰ μοιάζει μὲ τὸ Θεό.
«Τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἀξιοῦται ὁ ἄνθρωπος, νὰ ὁμοιάσῃ στὸ Θεὸ εἰς τὸ νὰ ἐλεῇ καὶ νὰ οἰκτείρῃ... Γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶπε, ἐὰν νηστεύετε, θὰ εἶστε ὅμοιοι μὲ τὸν Πατέρας σας· δὲν εἶπε, ἐὰν ζεῖτε ἐν παρθενία, δὲν εἶπε ἐὰν προσεύχεσθε, ὅμοιοι θὰ γίνετε μὲ τὸν Πατέρα σας. Ἀλλὰ τί ἀκριβῶς; Νὰ γίνετε οἰκτίρμονες!...».
Δηλαδὴ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ μοιάσει στὸ Θεό ὡς πρὸς τὶς ἐνέργειές Του. Ἐτοῦτο ὅμως τὸ γεγονὸς δὲν τὸ πολυκαταλαβαίνει. Γιατὶ, μπορεῖ νὰ θαυμάζει τὸ Θεὸ γιὰ τὴν σοφία Του· μπορεῖ νὰ ἔχει δέος γιὰ τὴ δύναμή Του, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴν καλωσύνη καὶ τὴν εὐσπλαγχνία Του. «Εἶναι τόσο μεγάλη καὶ πλατειὰ ἡ θεία καλωσύνη, ποὺ φαίνεται ἀπίστευτη στὸν ἄνθρωπο».
Αὐτὴ δὲ ἡ καλωσύνη καὶ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἕνα μονάχα σκοπό· νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ μετάνοια. Νὰ κατανικήσει τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν μικρότητά του καὶ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι στὸ χέρι του νὰ τὸ κάνει.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁ Θεὸς δίδει προθεσμία καὶ πίστωση χρόνου στὸν ἄνθρωπο.. Ἀναβάλλει κάθε καταδίκη, γιατὶ ὁ Ἴδιος τὸ λέει ξεκάθαρα: «δὲν θέλω νὰ πεθάνει ὁ ἁμαρτωλός. Θέλω καὶ περιμένω νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ζήσει!».
Ὁ Θεὸς περιμένει καὶ ἐμεῖς ἀργοποροῦμε. Ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσουμε, καὶ ἐμεῖς μὲ τὴν πρακτική μας ξεθεμελιώνουμε τὴ ζωή! Δίδει πίστωση χρόνου καὶ ἀναβάλλει κάθε τιμωρία, καὶ ἐμεῖς ξοδεύουμε τὸν χρόνο Του μὲ ἐπιπολαιότητα καὶ ἀβελτηρία!
Μέχρι πότε θὰ μποροῦμε νὰ περπατᾶμε μόνοι στὴν μοναξιά μας; Πότε θὰ νοιώσουμε τὴν ἀνάγκη τῆς κοινωνίας μὲ τὸ Θεό; Καὶ πότε θὰ καταλάβουμε πὼς ἡ εὐσπλαγχνία καὶ τὸ ἔλεός Του εἶναι τόσο πλούσια καὶ μεγάλα, ποὺ μποροῦν νὰ συγχωροῦνε καὶ τὴ δική μας ἀδιαφορία καὶ φυγή;
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ ἔχουμε ἆραγε σκεφτεῖ πὼς τὸν κόσμο μας δὲν τὸν κρατάει ἡ τυχὸν ἁγιωσύνη μας, ποὺ κι αὐτὴ δὲν ὑπάρχει, μὰ ἡ εὐσπλαχνία καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Καὶ τὸ ἔχουμε κατανοήσει πὼς καλούμαστε νὰ μοιάσουμε μὲ τὸ Θεό, ὅπως καὶ πιὸ πάνω εἴπαμε, ὄχι στὴ σοφία, ποὺ δὲν μποροῦμε, μήτε στὴ δύναμη Του, ποὺ μᾶς εἶναι ἀπλησίαστη, μὰ καλούμαστε νὰ τοῦ μοιάσουμε στὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὸ ἔλεος;
Ὁ Χριστὸς εἶναι εὔσπλαγχνος, γεμᾶτος ἀπὸ τὸ ἔλεος καὶ τὸν οἰκτιρμὸ γιὰ ὅλους μας. Μὲ τὸ δικό Του οἰκτιρμὸ καὶ τὸ ἔλεος στέκεται, βρίσκεται καὶ πορεύεται ὁ κόσμος.
«Καλοὶ καὶ πονετικοὶ νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς μεταξύ μας, γιὰ νὰ στέκεται καὶ νὰ οἰκοδομῆται ἡ ζωή μας». Καὶ τότε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ θά ᾿ρθει νὰ συμπληρώσει τὶς δικές μας ἀδυναμίες καὶ νὰ ἀναπληρώσει τὶς δικές μας ἐλλείψεις. Μὰ πρῶτα πρέπει ἐμεῖς νὰ κάνουμε τὸ πρῶτο βῆμα. Αὐτὸ τὸ δικό μας βῆμα ὁ Χριστὸς ἐνισχύει καὶ στερεώνει.
Πηγή: www.imml.gr

Κυριακή Β' Λουκά Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως,Τραιανουπόλεως και Σαμοθράκης κκ Άνθιμου


ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΛΟΥΚΑ
(Λουκά στ' 31-36)
Αγαπητοί μου χριστιανοί,
Εγκαινιάζουμε από σήμερα στους Ναούς της Επαρχίας μας, αυτήν την επικοινωνία με τη μορφή του γραπτού κηρύγματος το οποίο θα σας διαβάζεται από τους ιερείς, είτε μετά την απαγγελία του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, είτε στο «κοινωνικό», είτε πριν το «δι’ ευχών».
Θα σας ομιλεί ο Μητροπολίτης σας και σήμερα απευθύνομαι σε σας, προκειμένου να σας εκφράσω την αγωνία μου σχετικά με την πορεία της Κατηχητικής Παιδείας στον τόπο μας. Σήμερα το απόγευμα θα αρχίσουμε τις εποικοδομητικές ομιλίες στην Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου της Ιεράς Μητροπόλεώς μας και απο τις επόμενες Κυριακές στις άλλες δύο αίθουσες, του Κέντρου Νεότητος και της Χριστιανικής Εστίας. Αυτές τις ημέρες θα αρχίσουν τα Κατηχητικά Σχολεία για τα παιδιά των Δημοτικών Σχολείων, των Γυμνασίων και των Λυκείων της πόλεώς μας. Θα αρχίσουν ακόμη και οι Συνάξεις των νέων και των ωρίμων σε ηλικία, με την ευλογία της Εκκλησίας μας και με ελεγμένα τα θέματα που συζητιούνται σ’αυτές.
Βαραίνει επάνω μας η εντολή του Χριστού «μαθητεύσατε». Τόσο οι κληρικοί όσο και οι λαϊκοί, έχουμε υποχρέωση να μάθουμε το περιεχόμενο της Πίστεώς μας. Οι άνθρωποι σήμερα δεν ακούμε ευχάριστα τη λέξη «υποχρέωση». Όμως, η υποχρέωσή μας να μάθουμε την Πίστη μας, είναι στην πραγματικότητα «δικαίωμά» μας. Ο σύνολος ευρωπαϊκός πολιτισμός γύρω μας, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι διαποτισμένος από το Ευαγγελικό Πνεύμα. Αν θέλουμε να τον κατανοήσουμε, οφείλουμε να ξέρουμε την χριστιανική του καταβολή. Και όταν τον γνωρίσουμε, έπειτα ας προβληματισθούμε κατα πόσο θα τον αποδεχτούμε και θα τον πιστέψουμε.
Σ
την Πατρίδα μας η έννοια της Κατηχήσεως έχει διαβληθεί και παρεξηγηθεί πολύ, με αποτέλεσμα οι Έλληνες σήμερα να μην γνωρίζουμε την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη μας. Σκόρπιες φράσεις, λαθεμένες αντιλήψεις, λειψές παροιμίες, κινηματογραφικές αποδώ-σεις, συγκροτούν τις γνώσεις πολλών χριστιανών μας για το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία μας. Είμαστε βαπτισμένοι αλλά αυτό δεν φτάνει. Η προίκα που πήραμε με το βάπτισμά μας, χρειάζεται να καλλιεργηθεί, να ποτισθεί και να ξεχερσωθεί, για να αυξηθεί και να αποδώσει τους καρπούς. Αυτό μπορεί να γίνει με την ακριβή μελέτη των ιερών κειμένων της Εκκλησίας μας, με την συστηματική διερεύνηση των Μυστηρίων μας και με την προσπάθεια να αφουγκρασθούμε τι λέει το Πνεύμα του Θεού σε μας, σήμερα.
Συνήθως λέμε: «τα ξέρουμε»! Υπάρχουν όμως πολλά που δεν γνωρίζουμε και περισσότερα που ξέρουμε λάθος. Να σας πω παραδείγματα; Η Εύα στον Παράδεισο δεν έδωσε μήλο στον Αδάμ. Τα Ευαγγέλια δεν είναι 12. Ο άγγελος δεν έδωσε στην Παναγία κρίνο. Η Μαρία η Μαγδαλινή δεν ήταν πόρνη. Το «πίστευε και μη ερεύνα» δεν το λέει το λέει η Αγία Γραφή. Το ερώτημα που απευθύνω είναι απλό: Πόσοι διαβάσαμε την Καινή Διαθήκη η οποία μάλιστα είναι γραμμένη στη γλώσσα μας και κυκλοφορούν δεκάδες μεταφράσεις της; Αν δεν το κάναμε, αν δεν ερευνάμε την Πίστη μας κινδυνεύουμε να ξεπέσουμε είτε σε δεισιδαιμονίες, είτε σε φοβίες, είτε σε απιστία.
Και όμως, η Πίστη μας είναι λογική και οδηγεί σε ελευθερία πνεύματος. Κάθε τι που σας διδάσκεται και δεν είναι λογικό, μήτε σας απελευθερώνει πνευματικά, αυτό δεν είναι ορθόδοξο χριστιανικό. Όμως πρέπει να το ξέρουμε για να μπορούμε να το συγκρίνουμε και να το διακρίνουμε.
Ε
πειτα θα ακολουθήσει ένας άλλος προσωπικός αγώνας του καθενός μας για να εφαρμόσουμε τα όσα λέει το Ευαγγέλιο και η Πίστη μας. Δεν είναι εύκολος αυτός ο αγώνας. Τις εντολές του Χριστού δεν είναι δύσκολο να τις κατανοήσουμε. Είναι δύσκολο να τις αποδεχτούμε. Χρειάζεται πρώτα να εμπιστευθούμε το Χριστό που μας βεβαιώνει ότι οι εντολές του δεν είναι βαρειές. Και τότε θα καταλάβουμε ότι δεν είμαστε εμεις που αγωνιζόμαστε να εφαρμόσουμε το θέλημα του Θεού, αλλά είναι ο Θεός που πασχίζει να αναπαύει τον άνθρωπο. Για παράδειγμα∙ σήμερα ο Χριστός μας είπε: «Να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε το καλό και να δανείζετε χωρίς τίποτε να ελπίζετε∙ και θά’ναι η αμοιβή σας μεγάλη, και θα είσαστε παιδιά του Υψίστου∙ επειδή κι αυτός είναι καλός στους αχάριστους και πονηρούς. Να είσαστε μεταξύ σας πονετικοί, καθώς και ο πατέρας σας είναι πονετικός». Αυτά τα λόγια του Χριστού, τα καταλαβαίνουμε∙ όμως είναι δύσκολο να τα αποδεχτούμε και να τα εφαρμόσουμε, όταν δεν εμπιστευόμαστε αυτόν που μας τα είπε. Και όμως, τα λόγα αυτά του Κυρίου μας είναι ο μόνος τρόπος να βγούμε από την κοινωνική αναταραχή που βασανίζει τον πλανήτη μας. Ο άλλος τρόπος είναι η (διαφαινόμενη στον πρόσφατο ορίζοντα) πάλη των επαγγελματικών τάξεων και οι επαναστάσεις. Κι αυτό που μας προτείνει ο Χριστός, επανάσταση ειναι, αλλά επανάσταση πνευματική. Αν δεν εμπιστευθούμε το Χριστό και δεν εφαρμόσουμε τα παραπάνω λόγια, τότε θα βιώσουμε κοινωνική ανατροπή, εκδίκηση και μίσος. Αν δεν εμπιστευθούμε το Χριστό και δεν εφαρμόσουμε τα παραπάνω λόγια, τότε θα συμβεί αυτό που γράφει ο Απόστολος Παύλος∙ «εαν μεταξύ σας δαγκώνεσθε και τρώγεσθε, προσέξτε, γιατί μόνοι σας θα εξολοθρευθείτε».
Η πρόσφατη οικονομική κρίση, που με φρίκη αναλογιζόμαστε τις συνέπειές της, απέδειξε ότι τελικά ο άνθρωπος δεν είναι άτομο με οικονομική και κοινωνική αξία∙ είναι πρόσωπο με αξία πνευματική και ηθική. Αλλά είναι φυσικό να μην μπορούμε να βρούμε τον άνθρωπο, όταν έχουμε χάσει το Θεό.
Σ’ αυτήν την προσπάθεια κατατείνει η Κατήχηση της Εκκλησίας μας. Στο να βρούμε το Θεό ώστε στη συνέχεια να συναντήσουμε τον συνάνθρωπό μας. Γι’ αυτό σας προτείνω και σας προτρέπω να μην αγνοήσετε τις εφετινές ομιλίες που θα αναπτυχθούν στις τρεις αίθουσές μας, στο Πνευματικό Κέντρο, στο Κέντρο Νεότητος και στη Χριστιανική Εστία. Θα αναλύσουμε όλες τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου με τη σειρά. Ειπώθηκε, ότι οι Επιστολές του Παύλου αποτελούν «το Σύνταγμα της Εκκλησίας». Δεν είναι εύκολα κείμενα. Δύσκολα αποφασίζει ο άνθρωπος να παλέψει μ’ αυτά. Όταν το κάνει όμως, ελπίζει να νικηθεί απ’αυτά. Και τότε απολαμβάνει ο άνθρωπος την πορεία του στην «κατα Χριστόν» ζωή του. Κάθε Κυριακή θα σας ανακοινώνουμε σε ποιά αίθουσα θα γίνει η ομιλία, ποιός θα είναι ομιλητής και ποιό τό θέμα. Σχεδιάγραμμα της Επιστολής που θα αναλύεται κάθε Κυριακή απόγευμα στην κάθε αίθουσα, θα σας διανέμεται δωρεάν το πρωΐ κάθε Κυριακής στους Ναούς. Ώστε στο τέλος της Κατηχητικής περιόδου, τον Απρίλιο του 2011, να κρατάτε στα χέρια σας, έναν πλήρη οδηγό των θεμάτων των Επιστολών του μεγάλου Αποστόλου Παύλου.
Εκείνο που χρειάζεται είναι η διάθεσή σας να εντρυφήσετε στα Ιερά μας Κείμενα. Να μελετήσουμε όλοι μας τα θεόπνευστα λόγια των Αποστόλων, ώστε να ρυθμίσουμε σωστότερα τη σχέση μας με τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Για να είμαστε χριστιανοί, όχι επειδή έτσι μας βάπτισαν, αλλά επειδή αυτό είναι το πνευματικό μας συμφέρον. Για να γνωρίζουμε το Θεό απ’ ευθείας και καταπρόσωπο. Για να μην μπορεί κανείς να μας ξεγελάσει στην Πίστη μας. Για να μην μπορεί να τρομοκρατήσει κανείς την ψυχή μας. Για να αναπνέουμε στην ελευθερία του πνεύματος του Χριστού.
Σας εύχομαι Καλή να είναι και ευλογημένη η εφετινή Κατηχητική χρονιά στην Επαρχία μας.
Ο Μητροπολίτης σας
✥ Ο Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος

Οι προυποθέσεις για την Χριστοζωή (Κυριακή Β΄ Λούκα)

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα, την Κυριακή Β΄Λουκά, θέτει τις προϋποθέσεις της συμμετοχής μας στη ζωή του Χριστού. Αυτές είναι: η συγχώρεση, η άφεση, η συμφιλίωση, η ειρήνη, η αγάπη. Η αληθινή και ανεξάντλητη αγάπη είναι από το Θεό και κατά το Θεόν. Αν αγαπούμε, όχι μόνο δεν μισούμε, αλλά ούτε και κρίνουμε ή κατακρίνουμε. Η αγάπη είναι αναίρεση ή άρνηση του πειρασμού της κρίσεως και κυρίως της κατακρίσεως των άλλων των αδελφών μας, των πλησίον μας. Το έργο της κρίσεως ή της κατακρίσεως των άλλων ανήκει στην Οικονομία του Θεού, του Δημιουργού και Σωτήρα μας, ένα έργο που είναι εγκληματικό να περιορίζεται στα όρια της ανθρώπινης δικαιοσύνης, όταν οι σχέσεις μας με τον Θεό δεν είναι νομικές ή δικανικές, αλλά αγαπητικές ή υιικές, και όταν προπαντός στην κρίση του Θεού για τα ανθρώπινα πράγματα δεν βαρύνει η δικαιοσύνη, αλλά η αγαθότητα Του. είναι εωσφορικό οι άνθρωποι, αντί να δέονται με συνήγορο την Υπεραγία Θεοτόκο για την σωτηρία όλων, να αρπάζουν την κρίση ή την κατάκριση από τον Θεό. Και είναι εωσφορική αυτή η αρπαγή, γιατί μαρτυρεί φρόνημα αυθάδειας, απουσία προσοχής και σεβασμού στους άλλους, έλλειψη συγνώμης και αγάπης. Το να ασχολούμαστε συνεχώς με τους άλλους και όχι με τον εαυτό μας είναι φαρισαϊσμός, υποκρισία, άρνηση ή άγνοια της τελειότητας, αφού τελειότητα είναι «το πλησίον εαυτού δοξάζειν υπέρ εαυτόν». Το βάρος, σύμφωνα με την διδασκαλία του Ευαγγελίου, πέφτει στο να βλέπουμε τα δικά μας πταίσματα και να μην κατακρίνουμε τους αδελφούς μας. το πρωταρχικό είναι η αίσθηση και η επίγνωση των δικών μας αμαρτιών και αδυναμιών, ως προϋπόθεση του θαύματος της μεταμορφώσεως και της αναστάσεως μας. με μια λέξη, πρωταρχικό είναι η αυτομεμψία, που είναι η αφανής αλλά σταθερή προκοπή μας, η δίψα και η ελπίδα της σωτηρίας μας. αλλά η αυτομεμψία για να μην περιοριστεί ή εκφυλιστεί σε ψευδοϋπεριφάνεια ή επιφανειακή ευσέβεια οφείλει να συμπορεύεται με την άρνηση κάθε πειρασμού να κρίνουμε ή να κατακρίνουμε τους άλλους, να αφήνουμε δηλαδή τις αμαρτίες μας και να καταπιανόμαστε με τις αμαρτίες των άλλων. Γιατί όποιος πραγματικά ανυπόκριτα αγαπά τον Θεό για κάθε άνθρωπο έχει καλούς λογισμούς. Οφείλουμε να αρνούμαστε το θέλημα μας και να θεωρούμε ανάγκη πνευματική το να ταπεινώνουμε τους εαυτούς μας ενώπιον των αδελφών μας. και ταπείνωση θα πει να; Μη βλάπτουμε και να μην προσβάλουμε, να μην κακοποιούμε και να μην κατακρίνουμε, γιατί έτσι μόνο μπορούμε να σωθούμε ή να νικήσουμε τους δαιμονικούς πειρασμούς. Σύμφωνα με την ασκητική εμπειρία του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, «οι Δαίμονες μας εκβιάζουν ή να αμαρτήσουμε, ή όταν δεν αμαρτήσουμε να κρίνουμε τους συνανθρώπους μας». η κρίση και η κατάκριση των άλλων είναι δαιμονική έμπνευση και εργασία, που προσβάλλει και εναντιώνεται στον Θεό και αποτελεί όλεθρο της ψυχής. «Τι είναι αγαπώσα καρδιά;» Ερωτά ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. «Είναι» λέει, «μια καρδιά που φλογίζεται από αγάπη για ολόκληρη τη δημιουργία, για τους ανθρώπους, για τα πουλιά, για τα ζώα, για όλα τα δημιουργήματα, και αυτό από την πολλή ελεημοσύνη που κινείται στην καρδιά του αμέτρως καθ’ ομοιότητα του Θεού». Έτσι ο Χριστιανός δεν καταδικάζει κανέναν, αγαπά και τιμά του πάντες χωρίς καμιά διάκριση, διότι «πάντας ανθρώπους ως Θεόν μετά Θεόν λογίζεται» (Άγιος Ευάγριος). Η εγγύηση για να κάνουμε πράξη τα λόγια που ακούμε στην ευαγγελική περικοπή του κατά Λουκά Ευαγγελίου δεν είναι ανθρώπινη. Ι Χριστός είναι ανάμεσά μας. όσο πλησιάζουμε τον Χριστό, τόσο οι αποστάσεις μικραίνουν μεταξύ μας. ένας από τους Πατέρες της Ερήμου, δίνει μια ωραία και σαφή εικόνα της σωτηρίας υπό μορφήν ενός κύκλου. Το κέντρο του κύκλου είναι ο Θεός και όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται στην περιφέρεια. Προχωρώντας προς τον Θεό, καθένας ακολουθεί μια ακτίνα του κύκλου, και όσο πιο πολύ πλησιάζει προς το κέντρο του κύκλου τόσο οι ακτίνες πλησιάζουν μεταξύ τους. Έτσι, η πιο μικρή απόσταση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο περνά από τον πλησίον. Μόνο έτσι αν ζήσουμε, μπορούμε να αγαπάμε τους εχθρού μας, να είμαστε υιοί του Υψίστου. Να Είμαστε οικτίρμονες προς όλους, καθώς και ο Πατέρας μας ο επουράνιος Αμην

Στις κορυφογραμμές της αγάπης (Κυριακή Β΄Λουκά)


«Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως»
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκά στ΄ 31-36
Με τη σημερινή ευαγγελική περικοπή που είναι παρμένη από την επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου μας, η μητέρα μας Εκκλησία μας βοηθά να προσεγγίσουμε μια σπουδαία αλήθεια, η οποία μπορεί να διαποτίζει όλες τις δραστηριότητες της καθημερινής μας ζωής. Η αλήθεια που αποκαλύπτεται ως πραγματικότητα και δυνατότητα αληθινής ζωής, είναι ότι κριτήριο της αγάπης μας στο Θεό είναι το πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας.
Ακούσαμε κατ΄ αρχήν τον Κύριο να μας λέει σήμερα: «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Δηλαδή όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι έτσι να φέρεστε κι εσείς σ΄ αυτούς.
Η δικαιοσύνη
Μπορούμε να πούμε ότι η απόδοση των ίσων συνιστά και την αρχή της δικαιοσύνης. Με απλά λόγια όταν θέλουμε να μας αγαπούν οι άλλοι έτσι και εμείς θα πρέπει να αγαπούμε τους συνανθρώπους μας. Εάν δεν θέλουμε να μας αδικούν ούτε κι εμείς πρέπει να τους αδικούμε. Αυτή την αρχή τη συναντούμε στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης.
Η υπέρβαση της αγάπης
Ο Χριστός όμως μέσα από την όλη παιδαγωγική του προσέγγιση προχωρεί πολύ πιο πέρα τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της αγάπης. Και ακριβώς μέσα από την αλήθεια του Ευαγγελίου μας μπορούμε να διαπιστώσουμε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η αγάπη είναι εκείνη που υπερβαίνει την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Με τη δυναμική της φθάνουμε σε τέτοια ύψη όπου μπορούμε να αγαπούμε ακόμη και τους εχθρούς μας. Όταν μισούμε αυτόν που μας αγαπά αυτό μπορεί να θεωρηθεί σαν μια παρά φύσιν κατάσταση. Όταν αγαπούμε αυτόν που μας αγαπά αυτό εντάσσεται μέσα στη σφαίρα του φυσικού. Το να αγαπούμε όμως αυτόν που μας εχθρεύεται και μας καταδιώκει και μας κυνηγά αυτό μπορεί να θεωρείται σαν μια υπέρ φύσιν ζωή. Σ΄ αυτή λοιπόν τη ζωή μας οδηγεί η αγάπη του Κυρίου μας. Ο ίδιος ο Χριστός τονίζει: «Και αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν τί σπουδαίο κάνετε; Και οι κακοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Και αν κάνετε το καλό σ΄ εκείνους που σας κάνουν καλό τί σπουδαίο κάνετε; Και οι κακοί το ίδιο κάνουν». Στη συνέχεια τονίζει ότι πρέπει να μοιάζουμε στο Θεό Πατέρα μας που είναι Οικτίρμων και αγαπά όλους τους ανθρώπους.
Επομένως η δικαιοσύνη του Θεού ξεπερνά εκείνη των ανθρώπων και ταυτίζεται με την αγάπη και τη φιλανθρωπία. Την ταύτιση αυτή τονίζει πολύ εμφαντικά ο μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας μας Νικόλαος Καβάσιλας ο οποίος αναφέρει ότι «δικαιοσύνην λέγοντες (εννοούμεν) την ενθεωρουμένην τοις μυστηρίοις σοφίαν του Θεού και φιλανθρωπίαν...». Αυτήν την δικαιοσύνη του Θεού εγκολπώθηκαν στη ζωή τους οι Άγιοι της Εκκλησίας μας που λάμπουν τώρα στο Ορθόδοξο Χριστιανικό στερέωμα και καθοδηγούν με ασφάλεια τη ζωή μας. Σήμερα μπορούμε να θυμηθούμε και την Άγια μορφή που τιμά η Εκκλησία μας. Πρόκειται για τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Με το ισχυρό παράδειγμά του μας δίνει τη δυνατότητα να ιχνηλατήσουμε διόδους αληθινής ζωής που παραπέμπουν στην αιώνια αγάπη του Κυρίου και Θεού μας.
Αγαπητοί αδελφοί, με τα επαναστατικά μηνύματα που μας αποκαλύπτει η σημερινή περικοπή τροφοδοτείται η ψυχή του ανθρώπου για να ακολουθήσει την πραγματική δικαιοσύνη του Θεού και όχι εκείνη των ανθρώπων που ιδιαίτερα σήμερα βλέπουμε να μας οδηγεί σε χρεοκοπίες και πνευματικά ελλείμματα. Στην προοπτική αυτή η αναζήτηση της δικαιοσύνης κινείται στις συχνότητες της εντολής του Κυρίου μας «αγαπάτε τους εχθρούς υμών».
Εκκλησία Κύπρου - Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Η Δαιμονοκίνητη Μαγεία Κυριακή Β' Λουκά -Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος και Αλμυρού

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ (2/10/2011)

Αγίων Μαρτύρων Κυπριανού και Ιουστίνης

Η μνήμη των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, που τιμά σήμερα

η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, μάς μεταφέρει στην Αντιόχεια του 3
ου

αιώνα. Ο Κυπριανός ήταν φιλόσοφος και καταρτισμένος στις τέχνες

της μαγείας. Την ίδια εποχή, στην Αντιόχεια ζούσε μία εκθαμβωτικού

κάλλους νεαρή γυναίκα, η Ιούστα, κόρη ειδωλολάτρη ιερέα. Η Ιούστα,

ακούγοντας το κήρυγμα του Ευαγγελίου από Διάκονο της Εκκλησίας

της Αντιοχείας, εγκατέλειψε την πίστη των ειδώλων, πίστεψε στον

Χριστό και βαπτίσθηκε Χριστιανή.

Ένας νεαρός ειδωλολάτρης πόθησε την Ιούστα, αλλά οι

προσπάθειες να την προσεγγίσει έπεφταν διαρκώς στο κενό. Γι’ αυτό

επικαλέστηκε την βοήθεια του μάγου Κυπριανού, προκειμένου,

εκείνος, με την μαγική του τέχνη, να ανάψει μέσα της την ερωτική

επιθυμία.
«Τίποτα, όμως, δε στάθηκε δυνατό να προκαλέσει λάγνο πόθο

στην κόρη. Τόσο ένθερμος ήταν ο έρως της για τον ουράνιο νυμφίο.

Τρεις φορές έστειλε τα δαιμόνια στην Ιούστα και τις τρεις ηττήθηκαν

από την χάρη του Χριστού και το σημείο του Σταυρού…»
1
Η εξέλιξη

αυτή έπεισε τον μάγο Κυπριανό ότι η πίστη των Χριστιανών ήταν η

μόνη αληθινή και σωτήρια, γι’ αυτό εγκατέλειψε την μαγεία,

βαπτίσθηκε και, στη συνέχεια, έγινε Επίσκοπος και χειροτόνησε την

Ιούστα Διακόνισσα της Εκκλησίας της Αντιοχείας, δίδοντάς της το

όνομα Ιουστίνη. Και οι δύο μαρτύρησαν για την αγάπη του Χριστού

στην Νικομήδεια, με διαταγή του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Δεκίου.

Το συναξάρι των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, μάς παρέχει

την ευκαιρία να καταγράψουμε την διδασκαλία της Εκκλησίας μας

περί της μαντείας και της μαγείας, των νοσηρών, δηλ. εκείνων

καταστάσεων, που, δυστυχώς και στις μέρες μας, με διάφορες μορφές,

ευδοκιμούν στις τάξεις των αφελών, συχνά δε και των επιπόλαιων

Χριστιανών.

Η μαντεία είναι δαιμονοκίνητη ενέργεια και οι εκφραστές της

όργανα του διαβόλου, που σκοπό έχουν να οδηγήσουν τους ανθρώπους

στον πνευματικό μαρασμό και θάνατο. Είναι καρπός της εισόδου της

αμαρτίας στην ανθρώπινη ζωή, η οποία είναι
«μία δαιμονική δύναμη

που εισέβαλε στον κόσμο με την παρακοή του Αδάμ και εγκατέστησε

μέσα σ’ αυτόν τη βασιλεία της, στην οποία υποτάχθηκε ο άνθρωπος ως

δούλος και υπήκοος…»
2
Γι’ αυτό και η Εκκλησίας μας στέκεται

1
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 2ος, σελ. 24-25

2
Ιωάννης Καραβιδόπουλος, «Μελέτες ερμηνείας», σελ. 134

απέναντι στο φαινόμενο με σοβαρότητα και υπευθυνότητα,

διδάσκοντας την πλήρη αποχή των Χριστιανών από τέτοιους είδους

δραστηριότητες και επαφές με τα όργανα του διαβόλου που

αναλαμβάνουν να παραπλανήσουν, επ’ αμοιβή πάντοτε, τα εύπιστα

θύματά τους. Και τα όργανα αυτά είναι οι κάθε λογής μάγοι, μάντεις,

χαρτορίχτρες, καφετζούδες, αστρολόγοι, μέντιουμ κ.άλ., οι οποίοι,

δυστυχώς, βρίσκουν εύκολη πρόσβαση στα ανεύθυνα Μέσα Μαζικής

Ενημέρωσης, δηλητηριάζοντας τις συνειδήσεις των ανθρώπων που δε

διαθέτουν τα πνευματικά αισθητήρια για να εντοπίσουν την

δαιμονική επιρροή και πέφτουν στην παγίδα, είτε από άγνοια, είτε

από περιέργεια και καταστροφική αφέλεια.

Μεταξύ των δαιμονοκίνητων οργάνων της μαγείας και μαντείας

και των θυμάτων τους, τα οποία κινδυνεύουν να δαιμονιστούν, αν

συνεχίσουν τις επαφές και εισέλθουν στα ενδότερα της επικίνδυνης

αυτής δραστηριότητας, η Εκκλησία μας κάνει σαφή διάκριση.

«Συγκρίνοντας ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τους δαιμονισμένους με

αυτούς που εκούσια υποδουλώθηκαν στο σατανά, βρίσκει τους δεύτερους

κατά πολύ αθλιότερους, παρότι διαφεύγουν από το αισθητήριο και την

προσοχή των πολλών. Γιατί οι δαιμονισμένοι μόνο σωματική βλάβη

μπορούν να προξενήσουν στον εαυτό τους ή καμιά φορά, σ’ εκείνους που

τους πλησιάζουν. Ενώ οι «αφομοιωμένοι τω αρχεκάκω εχθρώ», με τις

πονηρές επιθυμίες και πράξεις τους, διαφθείρουν την ψυχή τους και τις

ψυχές εκείνων που απρόσεκτα τους συναναστρέφονται. Γιατί οι

δαιμονισμένοι κάποτε, με το θάνατο του σώματος, αποβάλουν και την

επήρεια των δαιμόνων, ενώ όσοι αμετανόητα αμαρτάνουν φέρνουν μαζί

τους και την πνευματική κάκωση, μόνιμη και αναπόβλητη»
3

Απέναντι σ’ αυτή τη νοσηρή και δαιμονική δράση της μαντείας

και της μαγείας στην εποχή μας οφείλουμε, αδελφοί μου, να

επιδεικνύουμε αμείλικτη άρνηση και απόλυτη αποχή, γιατί η

υποτίμηση των δυνάμεων του διαβόλου μπορεί ν’ αποβεί

καταστροφική. Έχουμε, όμως, τρόπους προστασίας από τον διάβολο

και τα όργανά του, τους οποίους πρέπει να χρησιμοποιούμε διαρκώς

στην πνευματική μας ζωή. Και οι τρόποι αυτοί δεν είναι άλλοι από

την προσήλωση στην ζωή του Χριστού, όπως αυτή βιώνεται μέσα στην

Αγία Του Εκκλησία. Με την συμμετοχή στη Μυστηριακή εμπειρία,

την διαρκή μετάνοια, την συχνή εξομολόγηση και προσέλευση στην

Θεία Κοινωνία, με την νηστεία και την καρδιακή προσευχή. Αυτά

είναι τα ανίκητα όπλα κατά του διαβόλου, τα οποία ο Χριστός μάς

χάρισε, ικανά να μάς καταστήσουν άτρωτους από τις δαιμονικές

δυνάμεις και πνευματικά ελεύθερους από κάθε είδους νοσηρές

εξαρτήσεις και πτώσεις. Απέναντί τους ο διάβολος κατατροπώνεται και

τα όργανά του εξευτελίζονται και εκμηδενίζονται. Με αυτά να

3
Ανέστης Κεσελόπουλος, «Πάθη και αρετές», σελ. 76

πορευόμαστε στη ζωή, νιώθοντας την ασφάλεια και την δύναμη του

Θεού μέσα μας. ΑΜΗΝ!

Αρχιμ. Ε.Ο.

Η αγάπη μας κάνει θεούς! - Κυριακή Β΄ Λουκά

Αγάπη προς τους εχθρούς

Ο Κύριος στο όρος της Γαλιλαίας παραδίδει στους μαθητές του τον τέλειο νόμο της Καινής Διαθήκης με την «επί του όρους ομιλία» του. Και συγκεφαλαιώνει μέσα σε λίγες λέξεις το πνεύμα του νέου νόμου του λέγοντας: Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι να τους συμπεριφέρεσθε κι εσείς. Και εξηγεί την τόσο περιεκτική αυτή εντολή του. Εάν αγαπάτε μόνον εκείνους που σας αγαπούν, ποια αμοιβή σας ανήκει από τον Θεό; Καμία. Διότι και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Και εάν κάνετε το καλό σ’ εκείνους πού σας ευεργετούν, ποια ανταμοιβή μπορεί να έχετε από τον Θεό; Καμία. Διότι και οι αμαρτωλοί έτσι ενεργούν. Και εάν δανείζετε σ’ εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε πίσω τα δανεικά, ποια ανταπόδοση από τον Θεό σας ανήκει; Καμία. Διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε άλλους αμαρτωλούς για να πάρουν πίσω ολόκληρο το ποσό που δάνεισαν ή και σε καιρό ανάγκης να πάρουν κι αυτοί ίσα δάνεια. Εσείς όμως να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους ευεργετείτε και να τους δανείζετε, χωρίς να περιμένετε καμία ανταπόδοση από αυτούς.
Στο τμήμα αυτό της «επί του όρους ομιλίας» του ο Κύριος κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στην ψεύτικη αγάπη του κόσμου και στην πραγματική αγάπη που πρέπει να έχουν οι μαθητές του. Και ζητά την ανιδιοτελή αγάπη, και όχι την ψεύτικη συμφεροντολογική αγάπη του κόσμου, η οποία δεν έχει πνευματική αξία. Διότι ποια αξία έχει να κάνεις το καλό επειδή περιμένεις ανταπόδοση; Η αγάπη αξίζει µόνο όταν την κάνεις για τον Θεό, χωρίς να υπολογίζεις ποιος είναι ο αποδέκτης της αγάπης σου. Η αγάπη που ζητά ο Χριστός πρέπει να αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους δύστροπους, τους άδικους, τους εχθρούς.
Βέβαια µία τέτοια αγάπη προς τους εχθρούς µας φαίνεται δύσκολη ή και ακατόρθωτη. Πώς να αγαπήσουμε και να ευεργετούμε κι αυτούς ακόμη που µας πληγώνουν, µας αδικούν, µας βρίζουν, µας πολεμούν;
Όμως αυτό είναι το μέτρο της αληθινής αγάπης, το μέτρο της τελειότητας. Σ’ αυτήν την υψηλή κορυφή της αγιότητας μας καλεί ο Κύριος. Και δεν είναι αυτό εξωπραγματικό. Τέτοια αγάπη έδειξαν άγιοι και πιστοί της Εκκλησίας μας. Η αγάπη τους αυτή ήταν που εντυπωσίασε τον κόσμο και άλλαξε τον κόσμο· ήταν η σφραγίδα της γνησιότητάς τους. Τέτοια αγάπη μας έδειξε ο Κύριος, ο Οποίος σταυρώθηκε για μας που ήμασταν αποστάτες και εχθροί του και από το σταυρό του συγχώρησε τους σταυρωτές του.
Βέβαια η αγάπη προς τους εχθρούς δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα. Είναι δώρο Θεού και μόνο με τη δική του Χάρη αποκτάται. Είναι μια κατάσταση υπερκόσμια, άγια, ανώτερη και αληθινή. Αν θέλουμε λοιπόν κι εμείς να την αποκτήσουμε, θα πρέπει να το ζητάμε αυτό καθημερινά από τον Θεό και εμείς ταυτόχρονα να αγωνιζόμαστε να γίνουμε άνθρωποι της αγάπης.

Όμοιοι με τον Θεό

Εάν έχετε μια τέτοια αγάπη, λέει ο Κύριος, θα είναι μεγάλη η αμοιβή σας από τον Θεό. Θα γίνετε στη Βασιλεία των ουρανών παιδιά του υψίστου Θεού, με τον Οποίο θα μοιάζετε πνευματικώς. Διότι κι Αυτός είναι ευεργετικός στους ανθρώπους, οι οποίοι είναι πονηροί και δείχνουν αχαριστία στις τόσες ευεργεσίες του. Να γίνεσθε λοιπόν σπλαχνικοί προς τον πλησίον και συμπονετικοί στις δυστυχίες του και τις ανάγκες του, όπως και ο ουράνιος πατέρας σας είναι εύσπλαχνος και ελεήμων προς όλους.
Στο ιερό κείμενο ο Κύριος μας λέει ποια είναι η αμοιβή και η δωρεά αυτών που θα δείχνουν μια τέτοια αγάπη και ευσπλαχνία προς όλους τους συνανθρώπους τους. Σε άλλους Μακαρισμούς ο Κύριος υπόσχεται τη Βασιλεία του, την κληρονομία της γης και του ουρανού, τα ουράνια αγαθά του. Εδώ όμως ο Κύριος δίνει τη μεγαλύτερη δωρεά. Όποιος μπορεί να αγαπά τους εχθρούς του και να τους ευεργετεί, θα αποκτήσει τη μεγαλύτερη χάρη, θα φθάσει στο σημείο που μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Ποιο είναι αυτό; Με την αγάπη αυτή ο άνθρωπος θα γίνει κατά χάριν θεός, υιός του υψίστου Θεού. Θα αποκτήσει τα θεϊκά χαρακτηριστικά. Και εξηγούν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας: Καμία άλλη αρετή δεν μας κάνει τόσο όμοιους με τον Θεό όσο η αγάπη και η συμπάθεια και η ευσπλαχνία προς τους εχθρούς μας, προς τους πονηρούς και αχάριστους ανθρώπους. Αυτή η αγάπη μάς προσδίδει τα χαρακτηριστικά του Θεού. Μας κάνει κατά χάριν θεούς. Μπορούμε να το εννοήσουμε αυτό; Θα γίνουμε κάποια μέρα όμοιοι με τον Θεό. Βέβαια όμοιοι στην ουσία του Θεού δεν μπορούμε να γίνουμε. Θα γίνουμε όμως όμοιοι κατά χάριν στα θεϊκά του ιδιώματα. Θα μας πλουτίσει ο Θεός με τα δικά του χαρακτηριστικά. Τι μεγαλύτερο μπορούμε να ποθήσουμε άραγε; Τι αγιότερο, τι υψηλότερο; Ας μάθουμε λοιπόν να αγαπάμε, και η αγάπη αυτή θα μας αγιάσει, θα μας σώσει και θα μας δοξάσει.
Ο Σωτήρ, 1985

Η αληθινή αγάπη (Κυριακή Β’ Λουκά)-Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος και Αλμυρού

undefined

Ευαγγέλιο: Λουκ. στ΄ 31 – 36

Η αληθινή αγάπη

Το ιδανικό της αληθινής αγάπης αναλύει στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή ο Κύριός μας. Τοποθετεί, μάλιστα, τα πράγματα στη σωστή τους θέση, προκειμένου να μην αυταπατώνται εκείνοι που δε μπορούν να διακρίνουν την όντως αγάπη, την προερχόμενη από την πίστη στο Θεό, από τη συμβατική αγάπη, που λειτουργεί κυρίως σαν ανταπόδοση μιας υποχρέωσης, παρά σαν κίνηση κένωσης για την αγάπη του αδελφού.

Λέγει, μάλιστα χαρακτηριστικά ότι το ν’ αγαπά κανείς ή να κάνει το καλό σε εκείνον που ομοίως τον αγαπά και τον ευεργετεί δεν ελκύει την χάρη του Θεού, καθότι και οι αμαρτωλοί ενεργούν με τον ίδιο τρόπο. Και ο δανεισμός, επίσης, προς εκείνον από τον οποίο αναμένεται η επιστροφή των δανεικών, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη αξία. Η όντως αγάπη απευθύνεται ακόμη και στους εχθρούς και το καλό πρέπει να γίνεται προς όλους, ανεξαρτήτως ανταποδόσεως ή όχι.

Η ιδεατή αυτή εικόνα που παρουσιάζει ο Κύριος προέρχεται από την αγάπη που χαρακτηρίζει την σχέση του ιδίου προς τα δύο άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, μια σχέση που χαρακτηρίζεται από αγαπητική κοινωνία, αλληλοπεριχώρηση, δικαιοσύνη, έλλειψη της παραμικρής ιδιοτέλειας και του όποιου ευτελούς προσωπικού συμφέροντος. Χαρακτηρίζει δε και την σχέση του Κυρίου προς το αγαπημένο Του δημιούργημα, τον άνθρωπο, από αγάπη προς τον οποίο εκκένωσε εαυτόν, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι αυτού γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος, εσταυρώθη και εκών ετάφη.

Αυτή η κοινωνία της αγάπης, όπως την ευαγγελίσθηκε ο ίδιος ο Κύριος γίνεται πραγματικότητα ή μπορεί να πραγματωθεί, για να είμαστε ακριβέστεροι, εντός της Εκκλησίας, η οποία είναι Σώμα Χριστού, εντός του οποίου οφείλουμε τα βαπτισμένα μέλη Της να ζούμε και να συμπεριφερόμαστε κατά το θέλημά Του. Παρόλα αυτά η επίτευξη αυτού του ιδανικού, κυρίως στην εποχή μας, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Και αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε παρεξηγήσει και παρερμηνεύσει την περί αγάπης εντολή του Χριστού, προβάλλοντας σχεδόν πάντα στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους το συμφέρον, την ιδιοτέλεια και τον εγωκεντρισμό. Το πνεύμα και το κλίμα που έχουμε διαμορφώσει γύρω μας ενισχύει τον ατομισμό, τον περιορισμό στα εντός και επί τα αυτά των προσωπικών ή έστω, των οικογενειακών μας αναγκών, καθώς και την αδιαφορία για τις ανάγκες και τα προβλήματα των άλλων. Έχοντας λησμονήσει το πρότυπο της αγάπης του Ιησού Χριστού, έχουμε σχηματίσει γύρω μας μια κοινωνία τσιμεντοποιημένης μοναξιάς, από την οποία απουσιάζει το έλεος, η ευσπλαχνία, η ανθρωπιά.

Εμείς που δηλώνουμε μέλη της Εκκλησίας του Χριστού και υπεραμυνόμαστε της αγάπης μας προς Εκείνον, οφείλουμε να έχουμε υπόψιν ότι ο αγαπών τον Θεόν ου δύναται μη και πάντα άνθρωπον ως εαυτόν αγαπήσαι1 , κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Ας μη λησμονούμε, επίσης και την διδαχή του Αγίου Διαδόχου, ο οποίος έλεγε: «Όταν κανείς αρχίζει να αισθάνεται την αγάπη του Θεού και να πλημμυρίζει η ψυχή του από αυτήν, τότε αρχίζει να αγαπά και τον πλησίον του με τρόπον πνευματικόν. Διότι μόνον αυτή είναι η πνευματική αγάπη περί της οποίας αναφέρουν όλες οι Ιερές Γραφές. Διότι η άλλη, η φιλία, που συνδέει μόνο εξωτερικώς τους ανθρώπους, πολύ εύκολα διαλύεται από ασήμαντη, συνήθως, αφορμή. Αυτό δε συμβαίνει, διότι ο σύνδεσμος της εξωτερικής φιλίας δεν είναι πνευματικός, αλλ’ υλικός, κοσμικός και, ως εκ τούτου, εύθραυστος»2

Τέλος, προς όλους εκείνους που περιορίζουν την θρησκευτικότητά τους στην τήρηση μεμονωμένων θρησκευτικών τύπων και συμβατικών υποχρεώσεων, διδακτικός ας ηχήσει ο λόγος ενός σύγχρονου Ορθοδόξου Ιεράρχου: «Στην έσχατη κρίση δεν θα ερωτηθώ πόσες θρησκευτικές διαλέξεις παρακολούθησα, πόσες μετάνοιες έκανα στην προσευχή μου, πόσο αυστηρά νήστεψα, μα θα ερωτηθώ: έδωσα τροφή στους πεινασμένους, ρούχα στους γυμνούς, φρόντισα τους αρρώστους, επισκέφθηκα τους φυλακισμένους; Αυτά είναι όλα που θα ερωτηθώ. Ο δρόμος για τον Θεό βρίσκεται μέσα από την αγάπη για τους άλλους ανθρώπους και δεν υπάρχει άλλος δρόμος»3

Αρχιμ. Ε.Ο.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ



1. PG 96, 964B΄

2. Ευεργετινός, τόμος 3, σελ. 70

3. Κάλλιστος Γουέαρ, Μητροπολίτης Διοκλείας

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...