Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Ἡ ἐπιστροφὴ τῆς πόρνης



Πολλὲς φορὲς στὴν προσευχή μου ζητοῦσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ μὲ φωτίσει νὰ καταλάβω πῶς εἶναι ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια, γιατί ἒνιωθα καὶ καταλάβαινα πὼς ἡ δική μου ἡ μετάνοια, δὲν ἦταν αὐτὴ ποὺ ἤθελε ὁ Θεός.
Κάποιο πρωινό, λοιπόν, πρὶν ἀρκετὰ χρόνια, γύρω στὸ 1996-97, εἶχα πάρει μία κοπέλα στὸ ταξί μου γιὰ νὰ τὴ μεταφέρω στὸν προορισμό της. Στὸν δρόμο μὲ ρώτησε τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἀκούγαμε.
Τῆς εἶπα πὼς εἶναι μία κασέτα ἀπὸ ἕνα κήρυγμα περὶ μετανοίας καὶ ἀφοῦ ἄκουσε λίγο, πιὸ κάτω πάλι μὲ ρώτησε:
Ἀλήθεια, τί εἶναι μετάνοια;
Μετάνοια εἶναι, γλυκιά μου, ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ ξέρω, νὰ συναισθανθεῖ κανεὶς τὴν ἁμαρτωλότητά του, νὰ καταλάβει πὼς εἶναι ἄρρωστος ψυχικὰ καὶ πὼς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ θεραπεία καὶ πρῶτος ἐγὼ πού σοῦ μιλάω. Βλέποντας, ὅμως, τὴν κοπέλα ἀπὸ τὸν καθρέφτη, καθὼς τῆς μιλοῦσα, εἶδα λίγο τὰ μάτια της γυαλισμένα ἀπὸ συγκίνηση ποὺ μάταια προσπαθοῦσε νὰ κρύψει, ἀλλὰ καὶ πάλι μὲ ρωτάει:
Καὶ πῶς ἔρχεται αὐτὴ ἡ θεραπεία;
Ὅταν πάρουμε τὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση νὰ πᾶμε νὰ καταγγείλουμε τὸν ἑαυτό μας, ὄχι τὸν γείτονα, γιατί τὸν γείτονα εὔκολα τὸν καταγγέλλουμε καὶ μάλιστα μὲ πολλὴ ὄρεξη, ἀλλὰ τὸν ἑαυτό μας, συντρίβοντας τὸν παχυλὸ ἐγωισμό μας, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν κενοδοξία, τὴν ἀλαζονεία, τὴν ἔπαρση, τὴν οἴηση, γιατί ἡ ἁμαρτία, πλέον, ἔχει γίνει κατάσταση μέσα μας καὶ τὰ πάθη τώρα εἶναι ριζωμένα σὰν πλατάνια καὶ χρειάζεται κάθαρση. Καὶ ἡ κάθαρση ἔρχεται ὅταν ἡ ψυχὴ κουρνιάσει στὸ πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ ἀρχίσει νὰ ἐξομολογεῖται τὰ κρίματά της, γιὰ νὰ πάρει αὐτὴν τὴν εὐλογημένη ἄφεση ἁμαρτιῶν, γιὰ νὰ μπορεῖ μετὰ νὰ κοινωνάει Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Καὶ τότε, πίστεψέ με, γλυκιά μου, ἔρχονται στιγμὲς ποὺ πᾶς νὰ κάνεις τὸ ἀπόδειπνο καὶ τὰ δάκρυα φτάνουν στὸν ἀστράγαλο, ὄχι στὸ μάγουλο. Ἀπ’ τὸν ἀστράγαλο τὰ σκουπίζεις καὶ λές: «Γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, τί ἔκανα τόσα χρόνια; Ποῦ ἔβοσκα; Τί φιλοσοφίες καὶ θεωρίες ἔλεγα; Ἔκανα καὶ τὸν ἔξυπνο. Γιατί τόσα χρόνια χαμένα; Γιατί; Γιατί;». Καὶ ὅπως λέει καὶ ὁ γέροντας Παΐσιος, «ἐὰν οἱ νέοι γευθοῦν μιὰ φορὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ γερανὸ νὰ τοὺς τραβᾶς ἀπὸ τὴν ἐκκλησία δὲν θὰ φεύγουν».
Ἕνας ἄλλος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, κι αὐτὸ τὸ λέω σὲ σᾶς, ἀδελφοί μου, τώρα, ὅταν γονάτιζε νὰ προσευχηθεῖ ἔλεγε: «Χριστέ μου, σὲ παρακαλῶ μὴ μοῦ δίνεις ἄλλη χαρὰ γιατί θὰ σπάσει ἡ καρδιά μου». Ποπό! Ὄχι δῶσ’ μου, σταμάτα, Κύριε. Καὶ λένε οἱ πατέρες ἔλιωνε ἀπὸ γλύκα, ἀπὸ οὐράνια αὔρα, ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Βλέπετε, ἀδελφοί μου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βάλει ἀρχὴ μετανοίας, σὲ τί μέτρα ἁγιότητας μπορεῖ νὰ φθάσει! Πάντοτε, βέβαια, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ νὰ μὴν τὸ ξεχάσουμε ποτέ.
Ἀλλὰ ὅση ὥρα προσπαθοῦσα νὰ τῆς ἐξηγήσω, κοιτάζοντάς την ἀπὸ τὸν καθρέφτη, πρώτη φορὰ εἶδα ἄνθρωπο σὲ τέτοια κατάνυξη ποὺ τὰ δάκρυα πηδοῦσαν, στὴν κυριολεξία, πηδοῦσαν ἀπὸ τὰ μάτια της, ἄλλα σκουπίζοντας ἀπὸ τὰ μάγουλα καὶ ἄλλα ἔτρεχαν μὲς στὰ στήθια της. Ἀφοῦ σκούπισε καὶ ξανασκούπισε τὰ δάκρυά της μὲ ρώτησε:
Ὁ Χριστὸς συγχωρεῖ καὶ δέχεται καὶ τὶς πόρνες;
Καὶ ἔβαλε τὰ χεράκια της στὸ πρόσωπό της καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει μὲ λυγμοὺς καὶ ἀναφιλητά.
Μὰ καὶ βέβαια, γλυκιά μου, γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἦρθε ὁ Χριστός. Ξέρεις γιατί τὰ χεράκια του εἶναι ἀνοιγμένα πάνω στὸν Σταυρό; Γιὰ νὰ ἀγκαλιάσει κάθε μετανοοῦντα καὶ κάθε ἁμαρτωλὸ καὶ πρῶτο πρῶτο ἐμένα πού σοῦ μιλάω. Γιὰ θυμήσου τί εἶπε ὁ Χριστός μας: «οὒ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλ’ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. 9, 13)· Ἀλλὰ μιὰ στιγμή. Ὅταν λὲς πόρνη τί ἐννοεῖς; Δουλεύεις σὲ κάποια πάμπ, σὲ κάποιο μπαράκι;
Ὄχι, ὄχι κύριε Θανάση, ἀλλὰ πόρνη κανονική, μὲ πληρωμὴ σὲ σπίτι καὶ μάλιστα ἀρκετὰ χρόνια. Ἀλλὰ πίστεψέ με, ἄλλοι μὲ σπρώξανε σ’ αὐτὴν τὴ δουλειά.
Καὶ πάλι ἄρχισε νὰ κλαίει μὲ λυγμούς.
Ὄχι, γλυκιά μου, ὄχι, καὶ ἂν ἀκόμη ἔτσι ἔγιναν ὅπως τὰ λές, δὲ συμφέρει στὴν ψυχή μας νὰ ρίχνουμε καὶ τὴ δική μας προσωπικὴ εὐθύνη στοὺς ἄλλους, γιατί ἔτσι φεύγουμε ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ πᾶμε στὴν αὐτοδικαίωση. Ἄλλωστε, ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως δὲν θὰ μᾶς πεῖ ὁ Χριστὸς «γιατί ἁμαρτήσατε»· ὄχι, γιατί ὅλοι ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε, ἀλλὰ «γιατί δὲν μετανοήσατε;». Καὶ τότε, θὰ μείνουμε ἀναπολόγητοι. Τί κρίμα!
Θὰ σοῦ πῶ κάτι ποὺ ἔχει μεταφορικὴ ἔννοια. Ἐὰν ὁ Χριστὸς μας φύγει ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ πάει στὴν κόλαση καὶ πεῖ σὲ ὅλους τοὺς κολασμένους ἐκεῖ: «Θέλω νὰ σᾶς κάνω ἕνα δῶρο, τί δῶρο θέλετε; Ἔτσι, ἕνα δῶρο θέλω νὰ σᾶς κάνω», ὅλοι μαζὶ θὰ φωνάξουν μὲ ἕνα στόμα:
«Νὰ μᾶς δώσεις πέντε λεπτά, Κύριε».
«Μὰ τί νὰ τὰ κάνετε;».
«Νὰ μετανοήσουμε, Κύριε».
«Καλά, ἐγὼ σᾶς ἔδωσα ἑξήντα, ἑβδομήντα, ὀγδόντα χρόνια, δὲν βρήκατε πέντε λεπτὰ καιρὸ νὰ πᾶτε σὲ ἕναν πνευματικὸ νὰ ἀνοίξετε τὴν καρδιά σας, νὰ πεῖτε τὰ κρίματά σας; Τόσα χρόνια σᾶς περίμενα, τί κάνατε;».
Εἴπαμε ὅτι εἶναι μεταφορικὴ ἡ ἔννοια. Ἂν πάρει τὸ βιβλιάριο ἀσθενείας ποὺ ἔχουμε ὅλοι μας καὶ τὸ ἀνοίξει ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ δεῖ μέσα σφραγίδα καρδιολόγου, πνευμονολόγου, χειρουργοῦ, ὀδοντίατρου, ὀφθαλμίατρου, παθολόγου -γεμάτο σφραγίδες εἶναι καὶ τὸ δικό μου καὶ τὸ δικό σου- καὶ μὲ ρωτήσει ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ μοῦ πεῖ: «Καλὰ Θανάση μου, ἡ σφραγίδα τοῦ πνευματικοῦ σου ποῦ εἶναι; Γιὰ τὸ σῶμα σου ἔτρεξες καὶ καλὰ ἔκανες, ἀλλὰ γιὰ τὴν ψυχή σου τί ἔκανες ἐδῶ κάτω στὴ γῆ;», ποπό! τί νὰ τοῦ πῶ καὶ τί νὰ δικαιολογηθῶ, πές μου σὲ παρακαλῶ;
Καὶ ἀμέσως, θυμᾶμαι, ἀπάντησε ἡ κοπέλα:
Ἐγὼ φταίω, κύριε Θανάση, καὶ κανεὶς ἄλλος. Νὰ ἤξερες πόσο σιχαίνομαι τὸν ἑαυτό μου, πόσο ἀηδία αἰσθάνομαι μέσα μου, ἀλλὰ πίστεψέ με, δὲν πρόκειται νὰ ξαναπάω σ’ αὐτὴν τὴ δουλειά. Νά, τὰ κλειδιὰ αὐτὰ ποὺ κρατάω στὰ χέρια μου δὲν θὰ ξανανοίξουν τὴν πόρτα αὐτὴν ποτὲ πιὰ ξανά.
Ἄρχισε καὶ πάλι νὰ κλαίει μὲ λυγμοὺς ζητώντας συνέχεια συγγνώμη. Ἀπὸ τὰ πολλὰ τὰ δάκρυα ἔφυγαν οἱ μπογιὲς καὶ τὰ κραγιὸν καὶ τὸ προσωπάκι της εἶχε γίνει χάλια τῆς καημένης.
Γλυκιά μου, τῆς λέω, μὴν στεναχωριέσαι καὶ μὴν ντρέπεσαι, δὲ χρειάζεται νὰ ζητᾶς συγγνώμη. Ἄλλωστε, αὐτὰ τὰ δάκρυα εἶναι τὰ πιὸ ὄμορφα δάκρυα, εἶναι τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, γιατί μόνο αὐτὰ μποροῦν νὰ ξεπλύνουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ τότε, θυμᾶμαι, μονολόγησα μέσα μου: «Χριστέ μου, ἂς εἶχα κι ἐγὼ ἕνα τέτοιο δάκρυ ἀπ’ αὐτῆς τῆς κοπέλας».
Κύριε Θανάση, σὲ παρακαλῶ, πήγαινέ με ἐὰν ξέρεις τώρα σὲ ἕναν πνευματικὸ νὰ βγάλω ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔχω μέσα μου γιατί μὲ βαραίνουν τόσο πολύ.
Εἶσαι σίγουρη, γλυκιά μου;
Γιὰ τὸ μόνο ποὺ εἶμαι σίγουρη.
Κοίταξε, ἐδῶ ποὺ βρισκόμαστε, λίγο πιὸ πάνω στὴν Ἑπταπυργίου, εἶναι ὁ δικός μου πνευματικός, ἕνας παππούλης πράος καὶ ταπεινός, γεμάτος ἀγάπη· ἔχουν ἐξομολογηθεῖ χιλιάδες ψυχὲς στὸ πετραχήλι του, τί λές, πᾶμε;
Πᾶμε, κύριε Θανάση, καὶ σὲ παρακαλῶ κάνε λίγο γρήγορα.
Στὸν δρόμο, στὰ λίγα λεπτὰ ὥσπου νὰ φθάσουμε, ἀδελφοί μου, τὰ εἶχα γιὰ λίγο χαμένα· προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω τί γινόταν, τί πρωινὸ ἦταν αὐτό. Προσευχόμουν ἀπὸ μέσα μου καὶ ἔλεγα: «Χριστέ μου, σὲ παρακαλῶ, τί νὰ κάνω; Φώτισέ με, ἐλέησόν με».
Ὅταν φθάσαμε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, γύρισα καὶ τὴν κοίταξα στὰ μάτια, λέγοντάς της γιὰ τελευταία φορά:
Εἶσαι σίγουρη, γλυκιά μου;
Καὶ μὲ τὰ δάκρυα νὰ τρέχουν μέχρι κάτω, μοῦ εἶπε:
Σὲ παρακαλῶ, πὲς στὸν πατέρα νὰ μὲ δεχθεῖ.
Τότε κατάλαβα ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶχε ἐπισκεφθεῖ αὐτὴν τὴν ψυχὴ καὶ πὼς δὲ χρειαζόταν ἄλλη καθυστέρηση.
Μπαίνοντας, λοιπόν, στὸ σπίτι, εἶδα τὸ γιό του καὶ τὸν ρώτησα:
Ποῦ εἶναι ὁ πάτερ;
Δὲν εἶναι ἐδῶ.
Ποῦ εἶναι;
Εἶναι στὴν Καλλικράτεια.
Ὄχι τώρα, ὄχι τώρα.
Ἀλλά μοῦ ἔδωσε τὸ τηλέφωνο καὶ πῆρα ἀμέσως.
Πάτερ μου, αὐτὸ κι αὐτὸ συμβαίνει, τί νὰ κάνω; Σκέφτομαι νὰ πῶ στὴν κοπέλα νὰ ἔρθουμε ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν θὰ τῆς πάρω οὔτε μία δραχμή.
Καλά, πὲς της ἐὰν θέλει, ἀλλὰ μὴν πιέζεις καταστάσεις.
Ὄχι, πάτερ μου, ὄχι.
Ὅταν βγῆκα ἔξω στὸ ταξὶ καὶ τῆς εἶπα πὼς ὁ πάτερ δὲν εἶναι ἐδῶ ἀλλὰ εἶναι στὴν Καλλικράτεια, στεναχωρέθηκε πολύ.
Μποροῦμε νὰ πᾶμε ὅμως, τῆς εἶπα, ἐὰν θέλεις κι ἐγώ, πίστεψέ με, δὲν θέλω οὔτε μία δραχμή.
Δὲν εἶναι τὰ χρήματα, κύριε Θανάση, ἀπ’ αὐτὰ ἔχω μπόλικα, ἀλλὰ γιὰ πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἐδῶ κοντὰ δὲν ὑπάρχει καμία ἐκκλησία;
Πῶς, ἐδῶ πιὸ κάτω εἶναι οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ μάλιστα πιστεύω πὼς τέτοια ὥρα οἱ πατέρες θὰ εἶναι ἀκόμα ἐκεῖ.
Φαίνεται πὼς ἔτσι ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν φθάσαμε στὴν ἐκκλησία, λίγο πρὶν ἀποχωρισθοῦμε, μοῦ εἶπε:
Ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς, κύριε Θανάση, θὰ μὲ βλέπεις κάθε Κυριακὴ σ’ αὐτὴν τὴν ἐκκλησία.
Μόνο ποὺ ἐγώ, γλυκιά μου, δὲν ἐκκλησιάζομαι σ’ αὐτὴν τὴν ἐκκλησία ἀλλὰ τί σημασία ἔχει ἐὰν σὲ βλέπω ἐγώ, σημασία ἔχει ὅτι θὰ σὲ βλέπει ὁ Χριστός μας καὶ θὰ χαίρεται, ἀλλὰ καὶ ἐσὺ θὰ χαίρεσαι, ὅταν θὰ μπαίνεις μὲς στὴν ἐκκλησιά. Θὰ βλέπεις τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ θὰ λὲς μυστικὰ ἀπὸ μέσα σου: «Χριστέ μου, ἦρθα, γιὰ σένα ἦρθα, γιατί μὲ ἀγαπᾶς καὶ σὲ ἀγαπάω». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ὅταν ἔχει μία μικρὴ θυσία τόση δά, μία ὥρα. Τώρα ὅμως, θέλω νὰ κάνεις κάτι καὶ ἐσὺ γιὰ μένα.
Ὅ,τι θέλεις, κύριε Θανάση.
Τώρα ποὺ θὰ ἐξομολογηθεῖς, θέλω νὰ προσεύχεσαι γιὰ ὅλους τοὺς ὁδηγούς, γιατί ἔτσι θὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ μέσα.
Κατεβαίνοντας ἀπ’ τὸ ταξί, ἦρθε νὰ μοῦ σφίξει τὸ χέρι, ἀλλὰ ἦταν τόσο συγκινημένη ποὺ τὰ δάκρυα, αὐτὰ τὰ τόσα πολλὰ δάκρυα, ἀδελφοί μου, θυμᾶμαι, ἔπεφταν ζεστὰ πάνω στὴ χειραψία καὶ μὲ πολλὴ δυσκολία, ἴσα ἴσα ποὺ τὴν κατάλαβα τί μοῦ εἶπε, ἦταν τὰ τελευταῖα λόγια της: «Φίλε, δὲν θὰ σὲ ξεχάσω ποτέ», καὶ ἔτρεξε γρήγορα ἀνεβαίνοντας τὰ σκαλιὰ τῆς ἐκκλησίας.
Σκούπισα τὰ μάτια μου, εὐχαρίστησα τὸν Θεὸ καὶ ἔβαλα μπρὸς γιὰ τὸ ἑπόμενο ἀγώι. Δὲν πρόλαβα, ὅμως, νὰ πάω ἑκατὸ μέτρα πιὸ κάτω καὶ θυμήθηκα τὴν προσευχὴ ποὺ εἶχα κάνει στὸν Χριστό μας, νὰ μοῦ φανερώσει πῶς θέλει τὴν πραγματική, τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ἀληθινὴ μετάνοια. Καὶ τώρα, μέσα μου, μυστικά, εἶχα τὴν ἀπάντηση: «Νά, ἔτσι τὴ θέλω τὴ μετάνοια».
Ἀπὸ τότε τὴν κοπέλα αὐτὴ δὲν τὴν ξαναεῖδα, ἂν καὶ θὰ ἤθελα νὰ τὴν ξαναδῶ, γιὰ νὰ τὴ σφίξω στὴν ἀγκαλιά μου καὶ νὰ τῆς πῶ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ, γιατί μοῦ ἔδειξε στὴν πράξη τί σημαίνει μετάνοια, τί σημαίνει ἐπιστροφὴ στὸν Θεό. Νὰ τὴν ἔχει καλὰ ὁ Θεὸς ὅπου κι ἂν βρίσκεται καὶ τῆς εὔχομαι ἀπὸ καρδιᾶς, καλὸ παράδεισο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου