Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ἡ τάξις τῶν δακρύων




Σὲ προηγούμενο γραπτό μας, ἐξετάζοντας τὴν ἀξία ποὺ ἔχει ἡ θλίψη στὴν ἀνθρώπινη ζωή, ἀναφερθήκαμε καὶ στοὺς ποικίλους πειρασμοὺς ποὺ τὴν προκαλοῦν, καὶ στὰ δάκρυα ποὺ συχνὰ τὴν συνοδεύουν. Ἔτσι εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ δοῦμε, στὰ σύντομα, καὶ τὴν θετικὴ -τὴν εὐεργετικὴ θάπρεπε νὰ ποῦμε- ὄψη κάποιων δεδομένων τοῦ παρόντος κόσμου, ποὺ κατὰ τὴν τρέχουσα λογικὴ θεωροῦνται, ἐκ πρώτης ὄψεως, ἀρνητικὰ καὶ ἀπευκταῖα.

Ἐνῶ ὅμως εἴπαμε τὰ ἀπαραίτητα γιὰ θλίψη καὶ πειρασμούς, εἴχαμε ἐπιφυλαχθεῖ νὰ μιλήσουμε ἐδῶ διεξοδικά, σὲ ἰδιαίτερο ἄρθρο, γιὰ τὰ δάκρυα. Κι' αὐτό, ὄχι μόνο γιατί ὑπάρχει μία τεράστια ποικιλία δακρύων, ὅπως θὰ δοῦμε πιὸ κάτω, ἀλλὰ πρὸ πάντων γιατί τὰ δάκρυα τοποθετοῦνται ἀπὸ τοὺς «νηπτικοὺς Πατέρας» τῆς ἐρήμου στὴν κορυφὴ τῶν «ἀγαθῶν» τοῦ παρόντος κόσμου. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι, στὴν κατανυκτικότερη στιγμὴ τῆς προσευχῆς των, δὲν ζήτησαν ποτὲ ἀπὸ τὸν Θεὸ μήτε σοφία, μήτε καρτερία καὶ θάρρος, μήτε ἀκόμη καὶ ἁγιότητα. Κορυφαῖο αἴτημά τους ἦταν πάντα, στερεοτύπως, τὸ «δάκρυά μοι δὸς ὁ Θεός, δάκρυα μετανοίας». Αὐτὸ καὶ μόνο εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς βάλει σὲ σκέψεις βαθύτερες, καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει νὰ μελετήσουμε δύο κυρίως ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὰ δάκρυα. Πρῶτον, τὴν φύση καὶ προέλευση τῶν δακρύων, τὴν ἀξία τους γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.

Εἶναι προφανὲς ὅτι τὰ δύο αὐτὰ ἐρωτήματα συνδέονται βαθιά, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ τὰ δύο ἀναφέρονται στὰ δάκρυα. Ἡ σχέση τους εἶναι πολὺ πιὸ οὐσιαστική. Τὸ δεύτερο ἐξαρτᾶται τελείως ἀπὸ τὸ πρῶτο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἀξία τῶν δακρύων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ τί εἴδους εἶναι. Ἔτσι πρέπει νὰ βάλουμε καὶ τὰ δάκρυα σὲ μία σειρά, Νὰ τὰ διακρίνουμε σὲ κατηγορίες καὶ νὰ τὰ ἱεραρχήσουμε ἀνάλογα. Μιλοῦμε γιὰ «τάξη δακρύων», ὅπως θὰ λέγαμε σύστημα δακρύων. Ἔτσι ἄλλωστε δὲν μιλοῦμε γιὰ συστήματα καὶ τάξεις ἀγγέλων, ἀνθρώπων, ὑδάτων κ.α.;

Τὸ κυριότερο στοιχεῖο τῶν δακρύων δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε τὸ ὑγρὸ ποὺ ἀναβλύζει κάποια στιγμὴ ἀπὸ τὰ μάτια. Αὐτὸ σ' ὅλες τὶς περιπτώσεις ἀσφαλῶς ἔχει τὴν ἴδια χημικὴ σύνθεση. Ὅμως, ἀνάλογα μὲ τὴν αἰτία ποὺ τὸ προκάλεσε σὲ κάθε περίπτωση, ἔχουμε καὶ ἄλλη ποιότητα καὶ κατηγορία δακρύων. Κυριότερες εἶναι ἴσως οἱ ἀκόλουθες:

Δάκρυα μετανοίας / Δάκρυα φόβου Θεοῦ / Δάκρυα κατανύξεως


***

Δάκρυα συγκινήσεως / Δάκρυα χαρᾶς / Δάκρυα πόνου καὶ τρόμου / Δάκρυα ἀγανακτήσεως


***

Δάκρυα ὑποκρισίας

Ὅταν οἱ Πατέρες καὶ μεγάλοι ἀσκητὲς μιλοῦν γιὰ δάκρυα, ἐννοοῦν πάντα τὰ δάκρυα τῆς πρώτης τριάδας. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πιὸ συγκλονιστικὸ θαῦμα καὶ βίωμα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πιὸ ὁλοκληρωτικὴ καὶ βίαιη πράξη του. Ριζικὸ ξήλωμα ὅλων τῶν στοιχείων τῆς προηγούμενης ζωῆς.

Ἔτσι, ποὺ τίποτα νὰ μὴ μένει ὄρθιον κατὰ κόσμον. Κυριολεκτικὰ «τὰ πάνω κάτω». Νὰ τὰ νιώσεις ὅλα νὰ γυρνᾶνε πίσω. Ὅλα νὰ ἀμφισβητοῦνται. Νὰ ἀνατρέπονται. Νὰ ματαιώνονται. Νὰ μηδενίζονται διὰ παντός. Αὐτὸ θὰ πεῖ «μετάνοια». Εἶναι δυνατὸν μία τέτοια ἀνασκολόπιση ψυχῆς καὶ πνεύματος νὰ μὴ φέρει δάκρυα, νὰ μὴ προξενήσει πόνο;

Ρίζα λοιπὸν τῶν δακρύων, πρωταρχικὴ καὶ ἀκένωτη πηγὴ των, ἡ μετάνοια. Ἀπ' αὐτὴν γεννιέται πρῶτος καὶ κύριος καρπὸς ὁ «φόβος» τοῦ Θεοῦ. Ἕνας φόβος ποὺ ἀπὸ τὴ Γραφὴ χαρακτηρίζεται ὡς «ἀρχὴ σοφίας» (Ψαλμ. 110, 10.) Ὅσο ὁ ἄνθρωπος «σοφίζεται» ἐν φόβῳ Θεοῦ, τόσο βαθύτερα βλέπει καὶ νιώθει τὰ θαύματα μέσα καὶ γύρω του. Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι θαῦμα, ἂν κάποιος δὲν τὸ θαύμασε σ' ὅλο του τὸ βάθος. Θαύμασμα λοιπὸν εἶναι τὸ θαῦμα.

Γι' αὐτὸ καὶ μόνο ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο. Γιὰ νὰ θαυμάζει καὶ νὰ ἀνακαλύπτει συνεχῶς, διὰ βίου, ὅλο καὶ βαθύτερες πτυχὲς τῆς ἀλήθειας, δηλαδὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Νὰ λοιπὸν ἀκόμη μία καινούργια ἔννοια τοῦ βιβλικοῦ λόγου «ὁ προστιθεὶς γνῶσιν προσθήσει ἄλγημα» (Ἐκκλησιαστὴς 1, 18), ποὺ εἶναι ἡ πιὸ μυστικὴ ἐξίσωση στὴν ἀνθρώπινη ζωή.

Εἶναι φυσικό, ὕστερα ἀπὸ μία τέτοια βαθειὰ κατάδυση στὰ μυστήρια τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, νὰ αἰσθάνεται ὁ πιστὸς ὅλο καὶ περισσότερο προνομιοῦχος μεταξὺ τῶν ἄλλων κτισμάτων. Εἶναι προνόμιο ἀνυπέρβλητο τὸ νὰ μετέχεις στὸ βαθύτερο ρυθμὸ τοῦ κόσμου, ἀνακαλύπτοντας ἀπὸ πρῶτο χέρι τὴν ἄμετρή τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπία. Μόνη ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου σ' αὐτὴ τὴ «μύηση», ποὺ κορυφώνεται στὴν «μέθεξη», γιὰ νὰ καταλήξει στὴ «θέωση», ἂν ὁ Θεὸς «εὐδοκήσει», εἶναι τὰ δάκρυα. Δάκρυα κατανύξεως, συντριβῆς καὶ εὐγνωμοσύνης, ποὺ γι' αὐτὸ ἀκριβῶς γίνονται «δάκρυα παρακλητικά», καθὼς λυτρώνουν ἀπ' ὅλες τὶς κατὰ κόσμον ἀβεβαιότητες καὶ «ἀμφι-βολίες».

Σ' ἕνα τέτοιο ἀκριβῶς συσχετισμὸ φόβου Θεοῦ καὶ δακρύων μετανοίας, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει: «δὲν ἔχω καρδίαν θλιβομένην πρὸς ἀναζήτησίν σου, δὲν ἔχω μετάνοιαν, δὲν ἔχω κατάνυξιν, οὐδὲ δάκρυα, τὰ ὁποῖα ἐπαναφέρουσι τὰ τέκνα εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν πατρίδα. Δὲν ἔχω, δέσποτα, δάκρυον παρακλητικόν· ἐσκοτίσθη ὁ νοῦς μου ἀπὸ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου, καὶ δὲν δύναται ν' ἀτενίση πρὸς σὲ μετὰ πόνου· ἐψυχράνθη ἡ καρδία μου ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πειρασμῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ θερμανθῆ διὰ τῶν δακρύων τῆς πρὸς σὲ ἀγάπης. Ἀλλὰ σύ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, δώρησαί μοι τελείαν μετάνοιαν καὶ καρδίαν ἐπίπονον, ἵνα ὁλοψύχως ἐξέλθω εἰς ἀναζήτησίν σου• διότι ἄνευ σοῦ θέλω ἀποξενωθῆ ἀπὸ παντὸς ἀγαθοῦ» (Λόγος β', Περὶ ἀπαρνήσεως κόσμου κλπ.)

Καὶ μόνο μία φράση ἂν ἀπομονώσουμε καὶ ὑπογραμμίσουμε ἀπὸ τὸ κατανυκτικότατο αὐτὸ χωρίο, ἔχουμε πλήρη τὴν ἀξία ποὺ ὁ Ἅγιος ἀναγνωρίζει στὰ δάκρυα, ὅταν παρατηρεῖ ὅτι αὐτὰ καὶ μόνον εἶναι «τὰ ὁποῖα ἐπαναφέρουσι τὰ τέκνα εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν πατρίδα».

Ὅλα τὰ πιὸ πάνω ἀναφέρονται λοιπόν, ὅπως εἶναι φανερό, μόνο στὰ κατὰ Θεὸν δάκρυα. Αὐτὰ εἶναι ποὺ οἱ Πατέρες ὀνόμασαν ὕψιστο «ἀγαθό» τοῦ παρόντος κόσμου. Γιατί εἶναι φυσικό, ἀφοῦ ἀναβλύζουν ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μετάνοια, νὰ ὁδηγοῦν κατ' εὐθείαν μόνο στὸν ἴδιο τὸ Θεό, κατὰ τὴ χάρη Του. Ἔτσι συμπίπτει ἀπολύτως ὁ χαρακτήρας μὲ τὴν ἀξία τῶν δακρύων.

Ἡ δεύτερη ὁμάδα τῶν δακρύων εἶναι καὶ ἀξιολογικὰ δεύτερη. Γιατί περιορίζεται, κατ’ ἀρχήν, στὶς ἀξίες τοῦ παρόντος κόσμου, ποὺ τὶς θρηνεῖ ἢ τὶς πανηγυρίζει ἀναλόγως. Πρόκειται γιὰ τὴν τετράδα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν προηγηθεῖσα τριάδα. Εἶναι δάκρυα πόνου καὶ τρόμου ἢ χαρᾶς ἀφ' ἑνός, ἀγανακτήσεως ἤ συγκινήσεως ἀφ' ἑτέρου. Κι' αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν παύουν νάχουν κάποια ἀξία, ἐφ' ὅσον εἶναι δάκρυα εἰλικρινείας, δηλαδὴ αὐθόρμητα. Μποροῦν μάλιστα, καλλιεργώντας καὶ ἐξευγενίζοντας τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσουν κάποια στιγμὴ στὴν μετάνοια, δηλαδὴ στὸν Θεό. Ὁπότε εἰσερχόμαστε «διὰ τῆς πλαγίας» στὴν μυστικὴ διαδικασία τῶν κατὰ Θεὸν δακρύων, ὅπως ἤδη τὴν περιγράψαμε. Γι' αὐτὸ μποροῦσε ἀκόμη κι ἕνας ἄνθρωπος τοῦ κόσμου, ὅπως ἦταν ὁ Βίκτωρ Οὐγκώ, νὰ δηλώνει πὼς «δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ τὸν Θεό, παρὰ μόνο μὲ μάτια δακρυσμένα».

Κατακλείοντας αὐτὴ τὴ σύντομη ἀναφορὰ στὴν τάξη τῶν δακρύων, πρέπει νὰ ποῦμε, ὅτι ἂν ὑπάρχουν κάποια δάκρυα ποὺ εἶναι τελείως μάταια καὶ δὲν μποροῦν νάχουν καμμιὰ σχέση μὲ τὴν καλλιέργεια καὶ τὴν μοίρα τῆς ψυχῆς, εἶναι τὰ δάκρυα τῆς ὑποκρισίας. Αὐτά, ὡς δάκρυα σκοπιμότητος, μπορεῖ νὰ εἶναι χρήσιμα μονάχα στοὺς ἠθοποιούς, ἐπαγγελματικά. Κι ἀκόμη πιὸ πολὺ στοὺς κροκόδειλους, ποὺ γίνονται μέσον νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν τροφή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου