Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Για το πρωτείο του πάπα

Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἱερεμία
Ὁ Χριστός ἐν δόξῃ καί οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι, Κωνσταντινούπολη, μέσα 14ου αἰ.
Μοῦ ἐζητήθη νά γράψω ὀλίγα λόγια γιά τό «πρωτεῖο» τοῦ πάπα, γιά τό ὅτι, δηλαδή, ὁ πάπας θέλει νά ἄρχει ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν. Τό κάνω αὐτό μέ τό παρόν σύντομο καί ἁπλό ἄρθρο.
1. Ἀρχικά θά ἔλεγα ὅτι Χριστός καί πρωτεῖα εἶναι ἄκρως ἀντίθετα. Ὅποιος πιστεύει στόν Ἰησοῦ Χριστό καί μάλιστα θέλει νά Τόν ὑπηρετήσει καί νά εἶναι ἀντιπρόσωπός Του, πρέπει νά ἔχει τό ἴδιο φρόνημα μέ Αὐτόν, φρόνημα ἀνιδιοτελείας καί αὐτοθυσίας. Γιατί ὁ Χριστός μας, ἄν καί ἦταν Θεός, ὅμως «ἐκένωσεν ἑαυτόν μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος… Ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου», καί τί θανάτου; «Θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλιπ. 2,6- 8)! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πάλι εἶπε καθαρά στούς μαθητές Του ὅτι, «ἐκεῖνος πού θέλει νά εἶναι μεγάλος μεταξύ σας, νά εἶναι ὑπηρέτης σας, καί ἐκεῖνος πού θέλει νά εἶναι μεταξύ σας πρῶτος («πρωτεῖο») θά εἶναι δοῦλος ὅλων»! Καί τό παράδειγμα αὐτό μᾶς τό ἔδωσε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν» (Μάρκ. 10,42-45)! Ἀλλά καί ἄλλοτε ὁ Χριστός εἶπε καθαρά πάλι στού μαθητές Του: «Ἐάν κανείς θέλει νά εἶναι πρῶτος – ὁ πάπας θέλει νά εἶναι πρῶτος καί ζητάει «πρωτεῖο»! – πρέπει νά εἶναι ὁ τελευταῖος ὅλων καί ὑπηρέτης ὅλων» (Μάρκ. 9,35)!
Ὕστερα ἀπό αὐτούς τούς λόγους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τό δικό Του μάλιστα ταπεινό καί δουλικό παράδειγμα, εἶναι πραγματικά ἐντροπή γιά ἕναν ἱερέα καί ἀρχιερέα καί ἀντιπρόσωπο Χριστοῦ νά ζητάει «πρωτεῖα». Ναί, εἶναι ἐντροπή του!… Δέν εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ αὐτός.
2. Θά γράψω τώρα ἁπλᾶ πάλι, πῶς «κατήντησε» ὁ πάπας καί ζητάει «πρωτεῖο». Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέ τούς παπικούς πρῶτα εἴμεθα ἑνωμένοι, ἀποτελούσαμε μέ αὐτούς μία Ἐκκλησία. Καί ἦταν πολύ καλή τότε ἡ Ρωμαϊκή Ἐκκλησία. Ἔδινε καλό παράδειγμα σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες· παράδειγμα ὀρθῆς πίστεως καί καλῶν ἔργων, ἔργων ἀγάπης. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος προβάλλει τήν τότε Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ὡς πρότυπο πίστεως καί ἐμμονῆς στήν παράδοση περισσότερο ἀπό ὅλες τίς ἀποστολικές Ἐκκλησίες. Καί ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος καλεῖ τήν Ἐκκλησία αὐτή «προκαθημένη τῆς ἀγάπης», «προκαθημένη» σέ χριστιανικά ἔργα. Ἔχουμε ἁγίους πᾶπες τήν ἐποχή αὐτή, ὁ δέ λαός, ἀλλά καί οἱ ἱερεῖς καί ὅλοι, ἑλκύονται πολύ ἀπό τήν ἁγιότητα καί τρέχουν πρός τόν ἅγιο. Ἔτσι, λοιπόν, τήν παλαιά αὐτή ἐποχή κατέφευγαν ὅλοι στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, στούς πᾶπες, καί ζητοῦσαν συμβουλή καί προστασία καί διευθέτηση διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων (γιά τήν ἔριδα περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, γιά παράδειγμα). Ὅπως βλέπουμε, ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπέδιδε στήν ἀρχή «πρωτεῖο» στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀλλά τό πρωτεῖο αὐτό ἦταν πρωτεῖο τιμῆς καί ἀληθείας καί ὄχι πρωτεῖο ἐξουσίας. Μάλιστα καί ἐκ πολιτικῶν λόγων, γιά τό ὅτι δηλαδή πρόκειται γιά τήν Ἐκκλησία τῆς παλαιᾶς Ρώμης, ἡ Β´ Οἰκουμενική Σύνοδος (381 μ.Χ.), μέ τόν 3ο Κανόνα της, ἔδωσε στήν Ἐκκλησία αὐτή τήν πρώτη θέση μεταξύ ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἐκεῖνο ὅμως πού κάνει μεγάλη ζημιά, καί ἰδιαίτερα στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο, εἶναι ὁ ἐγωϊσμός. Οἱ πᾶπες, λοιπόν, ἄρχισαν νά ὑπερηφανεύονται γιά τήν τιμή τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν πρός αὐτούς, γιά τό «πρωτεῖο» τιμῆς, ὅπως τό εἴπαμε, πού ἀπελάμβαναν, καί τό ζητοῦσαν στήν συνέχεια νά τούς γίνει «πρωτεῖο» ἐξουσίας καί δυνάμεως καί δικαιωμάτων. Ἐδῶ ἔχουμε σειρά παπῶν (Στέφανος, Δάμασος, Ἰννοκέντιος Α´, Βονιφάτιος Α´, Λέων Α´, Κελεστῖνος Α´ κ.ἄ.), οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης νά ἀναγνωρίζεται ὡς «κεφαλή» ὅλων τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν καί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Φθάνουν μάλιστα μέχρι τό σημεῖο νά ποῦν ὅτι ὅποιος δέν ἔχει κοινωνία μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης εἶναι αἱρετικός· καί ὅτι ἡ γνώμη καί ἡ κρίση τοῦ πάπα εἶναι ἀπόλυτη καί ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ πᾶμε γιά τό «ἀλάθητο» τοῦ πάπα!…
Τώρα ἀρχίζει καί ὁ ἀγώνας τῶν παπικῶν νά κατοχυρώσουν καί ἁγιογραφικῶς τό «πρωτεῖο» τους. Ἄς προσέξουμε: Πρῶτα γεννήθηκε τό παπικό πρωτεῖο ὡς ἐπιθυμία δόξης καί ἐπιβουλῆς καί μετά ζητήθηκαν στηρίγματα καί μαρτυρίες τάχα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή γιά τήν κατοχύρωσή του. Τώρα οἱ παπικοί ζητοῦν νά ἀποδείξουν ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἱδρύθηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος γι᾽ αὐτούς εἶναι ἡ κορυφή ὅλων τῶν Ἀποστόλων, καί ἐπί τοῦ ὁποίου ὁ Χριστός ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία. Ἄρα αὐτοί, οἱ διάδοχοι τοῦ Πέτρου ἔχουν ἐξουσία ἐφ᾽ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Τούς ἁρμόζει δηλαδή τό «πρωτεῖο». Αὐτά ὅμως πού θέλουν οἱ παπικοί δέν τούς τά προσφέρει ἡ Ἁγία Γραφή μέ τήν σωστή ὁμαλή ἑρμηνεία της. Παρά ταῦτα ὅμως αὐτοί ἐκβιάζουν τό ἱερό κείμενο, καί τό καταθλίβουν γιά νά «ἀποδείξει» τό «πρωτεῖο» τους. Σαφῶς ὅμως λέγουμε ὅτι ἀπό τήν Καινή Διαθήκη δέν κατοχυρώνεται τό «πρωτεῖο» τοῦ παπισμοῦ.
Οἱ ἀπαιτήσεις τῶν παπῶν προχώρησαν στήν συνέχεια μέ μεγαλύτερη ἑωσφορική ὁρμή. Ὁ πάπας θέλει νά γίνει ὄχι μόνο ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἀλλά καί ἡ ἀνωτάτη ἐξουσία στόν κόσμο. Ὁ πάπας Νικόλαος ὁ Α´ (858-867) θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ὡς τήν ὑψίστη νομοθετική καί δικαστική ἀρχή καί ὅτι μόνος αὐτός δικαιοῦται νά ἐκδίδει κανόνες στήν Ἐκκλησία. Ὁ δέ πάπας Γρηγόριος ὁ Ζ´ (1073-1085) εἶπε τό χειρότερο, ὅτι μόνο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἱδρύθη ἀπό τόν Κύριο καί ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά σωθεῖ κάποιος ἄν δέν ὑπακούει στόν πάπα! Ἡ κορύφωση δέ τῆς τρέλας τοῦ «πρωτείου» τοῦ παπισμοῦ εἶναι ἡ ἀνακήρυξη τοῦ «ἀλαθήτου» στήν 20η «οἰκουμενική» σύνοδό τους (!…) τό 1870 ἀπό τόν πάπα Πίο Θ´. Κατά τήν σύνοδο αὐτή τῶν παπικῶν ὑπῆρξαν πολλές ἀντιδράσεις γιά τό νέο αὐτό «δόγμα» καί πολλοί «ἐπίσκοποί» τους εἶπαν στόν πάπα ὅτι αὐτό δέν φέρεται στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά ὁ πάπας ἀπήντησε: «Ἡ παράδοση εἶμαι ἐγώ» (La traditio sono io)!…
6. Ἐπειδή δέν ὑπάρχουν πολλά περιθώρια χώρου στό περιοδικό μας ἀποκρούοντες μέ πολύ ἀποτροπιασμό τό «πρωτεῖο» τῶν παπικῶν ἀναφέρουμε τέλος τά παρακάτω δύο μόνο ἐπιχειρήματα ἐναντίον του:
(α) Δογματικῶς πιστεύουμε ὅτι ΜΙΑ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά ἡ ΜΙΑ αὐτή Ἐκκλησία ἐκφράζεται σέ πολλές κατά τόπους Ἐκκλησίες. Οἱ τοπικές αὐτές Ἐκκλησίες δέν μπορεῖ νά ἐπιβληθοῦν στήν ΜΙΑ, τήν καθ᾽ ὅλου Ἐκκλησία, ἀλλά, ἀντίθετα, ἡ καθ᾽ ὅλου (Καθολική) Ἐκκλησία ἐπεμβαίνει καί ἐπιβάλλεται στίς τοπικές Ἐκκλησίες. Αὐτό εἶναι μία γενική ἐκκλησιολογική ἀρχή, ἡ ὁποία τηρεῖται διά παντός στήν Ἐκκλησία μας. Στή περίπτωση τοῦ πρωτείου τῶν παπικῶν ἀνατρέπεται ἡ χρυσή αὐτή βάση τῆς ἐκκλησιολογίας μας καί μία τοπική Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης θέλει νά ἄρχει ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, δηλαδή θέλει νά ἐπιβληθεῖ στήν καθ᾽ ὅλου Ἐκκλησία!…
(β) Τό «πρωτεῖο» τοῦ πάπα ἔρχεται ἀντίθετα πρός αὐτήν τήν πίστη μας, τήν πίστη στόν Θεό μας. Ὁ Θεός μας λέγεται «Ἁγία Τριάδα»: Πιστεύουμε τρία Πρόσωπα, τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί τά τρία αὐτά Πρόσωπα εἶναι ἰσότιμα. Τρία Πρόσωπα, ἀλλά μία θεία οὐσία. Ἔτσι ἔχουμε Τριάδα στήν Μονάδα καί Μονάδα στήν Τριάδα. Τά τρία Πρόσωπα ἔχουν κοινωνία ἀγάπης μεταξύ τους καί «περιχωροῦν» τό ἕνα τό ἄλλο. Ὁ Πατέρας μέσα στόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσα στόν Πατέρα καί τόν Υἱό κ.λπ. Αὑτό σημαίνει «περιχώρηση». Γιά τήν Ἁγία Τριάδα, τόν Θεό μας, πιστεύουμε ὅτι ὁ Πατέρας εἶναι «πρῶτος» ἔναντι τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι «πρῶτος» ὄχι κατά τήν δύναμη ἤ τήν ἐξουσία, ἀλλά μόνο κατά τήν αἰτία, γιατί ἀπό τόν Πατέρα γεννᾶται ὁ Υἱός καί ἀπό τόν Πατέρα πάλι ἐκπορεύεται τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τήν «ὑποταγή» τοῦ ἑνός προσώπου στό ἄλλο τήν ἀπέρριψε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς αἵρεση.
Ἡ πίστη μας αὐτή στήν Ἁγία Τριάδα, ἡ «Τριαδολογία», ὅπως λέγεται, ρυθμίζει καί τήν «᾽Εκκλησιολογία», τήν ζωή μας, δηλαδή, μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὅλοι μας στήν Ἐκκλησία εἴμαστε ἰσότιμοι καί ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καί μεταξύ μας. Στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει – δέν πρέπει νά ὑπάρχει – ὑποταγή μερικῶν μελῶν σέ ἄλλα, ἀλλά πρέπει νά ὑπάρχει κοινωνία καί περιχώρηση μεταξύ μας, μέ ἔργα ἀγάπης, γιατί ἔχουμε τήν ἴδια πίστη. Καί ὅσοι ἔχουμε ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα, ὅσοι, δηλαδή, εἴμαστε ἱερεῖς ἤ ἐπίσκοποι, πρέπει νά γνωρίζουμε καλά ὅτι τά ἀξιώματά μας στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι κυριαρχικά καί ὑπεροπτικά, ἀλλά διακονικά καί ὑπηρετικά γιά τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας χριστιανῶν.
Ὁ πάπας μέ τό «πρωτεῖο», μέ τό ὁποῖο θέλει νά κυριαρχεῖ καί νά ἐξουσιάζει ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, φέρνει ἄνω-κάτω αὐτή τήν ὡραία ἐκκλησιολογία, πού φτιάχνει μία τέλεια κοινωνία, βασιζόμενη στήν ἀγαπητική σχέση τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ μας. Τό «πρωτεῖο» λοιπόν τῶν Καθολικῶν προσβάλλει τήν ὀρθόδοξη Τριαδολογία καί Ἐκκλησιολογία καί κατασκευάζει μία στυγνή δικτατορία, στήν ὁποία κυβερνᾶ ὁ ρωμαῖος ποντίφηκας, ὁ πάπας.
7. Τέλος, θέλουμε νά γράφουμε μία ἀλήθεια, ἡ ὁποία παρακαλοῦμε νά προσεχθεῖ, γιατί εἶναι πολύ σοβαρή: Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ὑπάρχει πρωτεῖο! Ὄχι ὅμως πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀλλά «πρωτεῖο ΑΛΗΘΕΙΑΣ». Καί βεβαίως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἐπειδή ἔχει – μόνη αὐτή – τήν ὅλη ἀλήθεια δικαιοῦται αὐτή καί μόνο νά ἔχει τό «πρωτεῖον τιμῆς», διότι ἔχει τό «πρωτεῖον ἀληθείας». Πέρα ὅμως ἀπό αὐτήν τήν γενική ἔννοια περί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, λέγουμε ὅτι καί ἕνας ἁπλός μοναχός στήν Ἐκκλησία μας, ἀλλά ἅγιος, σάν τόν ἅγιο Νικόδημο τόν ἁγιορείτη γιά παράδειγμα, ἤ σάν τόν ἅγιο Παΐσιο τόν ἁγιορείτη πάλι, ἔχουν καί αὐτοί, σάν ἰδιαίτερα πρόσωπα ὁ καθένας, ἔχουν «πρωτεῖον ἀληθείας». Αὐτό τό παρατηροῦμε ἤδη στόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο καί στόν ἅγιο Διονύσιο, ἐπίσκοπο Κορίνθου, ἔπειτα ἤ στόν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, ἀκόμη μετέπειτα. Στόν ἅγιο Διονύσιο Κορίνθου τό αἴσθημα τοῦ πρωτείου τῆς ἀληθείας, πού ἔχει γιά τόν ἑαυτό του, τοῦ δημιουργεῖ αἴσθημα γενικῆς εὐθύνης καί τόν κάνει ὄχι νά συμβουλεύει ἁπλῶς, ἀλλά νά «προστάττῃ» (βλ. Εὐσεβίου Ἐκκλησιαστική ἱστορ. Δ´ 23,6) νά δεχθοῦν καί νά ἐφαρμόσουν οἱ παραλῆπτες του τά παραγγελλόμενα. Καί σ᾽ αὐτό (στήν ὑπακοή στά λεγόμενά του) δέν ἐξαιρεῖται οὔτε ὁ ἰσχυρός ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης Σωτήρ, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ διαφωνοῦσε ἀρχικά μέ τόν Διονύσιο, ὑπεχώρησε ἔπειτα καί συνεφώνησε μέ τίς ἀπόψεις του. Ὅποιος στήν Ἐκκλησία μας ἐπίσκοπος ἤ καί ἁπλός ἱερεύς (σάν τόν πατέρα Ἐπιφάνιο τόν Θεοδωρόπουλο) ἤ καί λαϊκός (σάν τόν Καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα), λόγῳ ἁγιότητος καί γνώσεως τῆς θεολογίας, ἔχει – νοιώθει μέσα του αὐτό τό αἴσθημα τοῦ «πρωτείου ἀληθείας», αὐτός ἐκφράζει γνησιώτερα καί βαθύτερα καί ζωηρότερα ἀπό ὅσο οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι, ἱερεῖς ἤ λαϊκοί, τήν θεία ἀλήθεια σχετικά μέ τά προβλήματα πού ἀφοροῦν τήν σωτηρία καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ὅμως τό αἴσθημα τοῦ ἔχοντος τό «πρωτεῖο ἀληθείας», πού τόν κάνει νά «προστάττῃ», ὅπως εἴπαμε γιά τόν ἅγιο Διονύσιο Κορίνθου, τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό «πρωτεῖο ἐξουσίας» τοῦ πάπα, ἀλλά «οὐσιαστικά καί τό ἀναιρεῖ», ὅπως λέγει ὡραῖα ὁ μακαριστός πατρολόγος Καθηγητής, μακαριστός μοναχός Γεράσιμος (Στυλιανός) Παπαδόπουλος (βλ. Πατρολογία του, τόμ. Α´, σ. 268. 269).
Ἀπό αὐτό τό αἴσθημα, τοῦ πρωτείου ἀληθείας κινήθηκε καί ὁ ἅγιος Κλήμης ὁ Ρώμης νά γράψει ἐπιστολή πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου συμβουλεύοντας γιά τήν εἰρήνευσή της, καί ὄχι ἀπό τό πρωτεῖο ἐξουσίας ὡς Ρώμης, ὅπως ἐσφαλμένως ἰσχρυρίζονται καθολικοί συγγραφεῖς πατρολογικῶν ἐγχειριδίων.
Περιοδικὸ «Ἐρῶ», τεύχος 25ο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου