Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Μεταξὺ ἀλήθειας καὶ ἀρετῆς



Ἕνα βασικὸ καὶ οὐσιαστικὸ κριτήριο τῆς γνησιότητας τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου εἶναι πάντοτε ἡ σχέση του ἢ καλύτερα τὸ εἶδος τῆς σχέσεώς του μὲ τὶς δύο αὐτὲς εὐαγγελικὲς ἀξίες· τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀρετή!

Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητο ὅτι κάθε συνειδητὸς χριστιανὸς βρίσκεται πάντοτε μεταξὺ ἀλήθειας καὶ ἀρετῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ πνευματική του ζωὴ ἀποτελεῖ προσπάθεια συμμορφώσεώς του μὲ τὶς δύο βασικὲς ἐντολές· α) «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» καὶ β) «ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστι».

Οἱ δύο αὐτὲς ἐντολὲς εἶναι ὄντως βασικές, ἐπειδὴ ἐφαρμοζόμενες μὲ «νοῦν Χριστοῦ» συμπίπτουν στὸ ἴδιο πάντοτε ἀποτέλεσμα: στὴν αὐθεντικὴ καὶ θεοφιλῆ βίωση τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τελειότητας.

Πράγματι στὶς δύο αὐτὲς ἐντολὲς συμπυκνώνεται ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἐφ’ ὅσον τελειότητα, στὸ Εὐαγγέλιο σημαίνει νὰ φθάσει ὁ χριστιανὸς στὴν «ἐπίγνωσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».

Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα τῆς σχέσεως τοῦ χριστιανοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀρετὴ καταντᾶ ὑπαρξιακὸ γιὰ τὴν πνευματική του ζωή, δηλ. ἀποβαίνει οὐσιαστικὸ κριτήριο τῆς γνησιότητας τῆς χριστιανικῆς του αὐτοσυνειδησίας, ἐπειδὴ ἡ μεγάλη δυσκολία τῆς βιώσεως τῶν δύο αὐτῶν εὐαγγελικῶν ἀξιῶν βρίσκεται κυρίως στὴ δυνατότητα ποὺ ἔχει ἢ δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ ἐπιλέγει σταθερὰ καὶ ἀμετακίνητα μεταξύ τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀρετῆς, ὡς πρωταρχικὸ κριτήριο αὐθεντικῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὴν ἀλήθεια!

Τὸ πρόβλημα τῆς σχέσεως τοῦ Χριστιανοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀρετὴ τὸ διευκρίνισε ὁ Κύριος καὶ τὸ παρουσίασε μὲ ἐξαιρετικὴ σαφήνεια ἰδιαίτερα μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Φαρισαίου. Τὸ βασικὸ μήνυμα αὐτῆς τῆς παραβολῆς σὲ σχέση μὲ τὴ γνησιότητα τῆς χριστιανικῆς αὐτοσυνειδησίας εἶναι ὅτι ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος, ποὺ στερεῖται ταπεινώσεως (καὶ ἄρα αὐθεντικῆς αὐτογνωσίας), τείνει σταθερὰ στὴν ἐπιδίωξη τῆς ἀρετῆς, ἐπειδὴ ἡ ἀρετὴ εἶναι συνήθως ἡ φανερὴ, ἡ ἐξωτερικὴ βεβαίωση (ἐπίδειξη) τελειότητας ἢ τουλάχιστον πορείας πρὸς τὴν τελειότητα.

Ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς τὴν ἀνάγκη νὰ θέσει στὸ σημεῖο τοῦτο εἶναι· γιατί ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος ἐπιδιώκει τὴν ἐξωτερικὴ ἐπίδειξη τῆς ἀρετῆς του;

Σύγχρονες γνώσεις γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο λειτουργεῖ ὁ ἀνθρώπινος ψυχισμὸς σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση, μᾶς βοηθοῦν νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἐπιλέγει τὴν «ἀρετὴ» ὡς βασικὸ βίωμα, ἐπειδὴ τὸ βίωμα αὐτὸ ἱκανοποιεῖ σὲ ὁρισμένο μέτρο καὶ κατασιγάζει σὲ κάποιο βάθος ἐσωτερικὲς ψυχικὲς ἀνάγκες γιὰ αὐτοβεβαίωση καὶ αὐτοδικαίωση ἀπέναντι στὸν ἑαυτὸ ἀλλὰ καὶ στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ κοινωνικοῦ χώρου. Ἀλλὰ σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση ἡ «ἀρετὴ» λειτουργεῖ ὡς «προσωπεῖο», ἐπειδὴ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο ψυχισμὸ ὡς ψυχολογικὴ ἀναπλήρωση βιωματικῶν ἐλλείψεων καὶ κενῶν στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πραγματικὴ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὅταν, δηλ, ἡ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ δὲν ἱκανοποιεῖ, λόγω τραυματικῶν ἐμπειριῶν αἰσθημάτων μειονεξίας καὶ κατωτερότητας, ὁ ἀνθρώπινος ψυχισμὸς ἀντιδρᾶ μὲ τὴ δημιουργία μιᾶς πλασματικῆς εἰκόνας τοῦ ἑαυτοῦ, ποὺ λειτουργεῖ πλέον ὡς μάσκα, ὡς προσωπεῖο. Ἡ «ἀρετὴ» ἑπομένως ὡς προσωπεῖο, χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν ψυχικὲς ἀνάγκες γιὰ αὐτοβεβαίωση καὶ κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Γι’ αὐτὸ ὁ Φαρισαῖος ἐπικαλεῖται τὶς ἐξωτερικὲς ἀρετές του· «νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου. ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Οἱ θρησκευτικὲς ἀρετὲς του συνθέτουν τὸ θρησκευτικό του προσωπεῖο, τὸ ὁποῖο ὑψώνει ὡς λάβαρο ὑπεροχῆς καὶ μεγαλείου σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων»!

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ προτίμηση τῆς «ἀρετῆς συνεπάγεται μοιραίως «ἀπώθηση» τῆς ἀλήθειας στὸ περιθώριο τῆς προσωπικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως. Ἐφ’ ὅσον ὁ «ἐνάρετος» κερδίζει κοινωνικά, προτιμῶ τὴν «ἀρετὴ» καὶ τὴν ὑψώνω μέσα μου ὡς τὴν πρωταρχικὴ πυξίδα τῆς πορείας τῆς ζωῆς μου. Μία τέτοια ὅμως ἐμμονὴ στὴν πρωταρχικὴ ἀξία τῆς «ἀρετῆς» μὲ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παραποίηση ἢ τὴν ἄρνηση τῆς ἀλήθειας. Ἔτσι συμβαίνει πολλοὶ ἀπὸ μᾶς τοὺς χριστιανούς, «ἐνάρετοι» κατὰ τὰ ἄλλα, νὰ ἀδικοῦμε τὴν ἀλήθεια. Νὰ τὴ χρησιμοποιοῦμε γιὰ νὰ στηρίξουμε τὴν «ἀρετή» μας (τὸ προσωπεῖο μας), στὴν περίπτωση λ.χ. ποὺ ἡ μισὴ ἀλήθεια μᾶς ἐξυπηρετεῖ ἢ νὰ τὴν ἀθετοῦμε καὶ νὰ τὴν ἀρνούμεθα στὴν περίπτωση ποὺ ὁ σεβασμὸς μας σ’ αὐτὴ ζημιώνει τὸ προσωπεῖο μας ἢ γενικότερα τὰ συμφέροντά μας!

Στὸ ἐρώτημα· σὲ ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο ἀξίες ἀνήκει πρῶτα-πρῶτα ὁ σεβασμός, στὴν ἀλήθεια ἢ στὴν ἀρετή, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς σημειώνει ἐπιγραμματικά:

«διὰ τὴν ἀλήθειαν ἐστὶν ἡ ἀρετή, ἀλλ’ οὐ διὰ τὴν ἀρετὴν ἡ ἀλήθεια».

Καὶ στὴ συνέχεια ἐπεξηγεῖ τὶς συνέπειες τοῦ πρωτείου τῆς ἀλήθειας ἢ τοῦ πρωτείου τῆς ἀρετῆς.

«Ὅθεν ὁ διὰ τὴν ἀλήθειαν πράττων τὴν ἀρετὴν κενοδοξίας οὐ τιτρώσκεται βέλεσιν·

Ὁ δὲ τὴν ἀλήθειαν ἀρετῆς ἕνεκεν ἐπιτηδεύων σύνοικον ἔχει τῆς κενοδοξίας τὴν οἴησιν».

Τὸ πατερικὸ ἀξίωμα· «Γιὰ τὴν ἀλήθεια βιώνεται ἡ ἀρετὴ καὶ ὄχι ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἀρετὴ» ἀποτελεῖ (πρέπει νὰ ἀποτελεῖ) τὴ λυδία λίθο τῆς γνησιότητας τῆς χριστιανικῆς μας αὐτοσυνειδησίας. Τὸ νὰ ζοῦμε «ἐν ἀληθείᾳ» σημαίνει ἀγώνα, πόνους, δάκρυα, θλίψη, ὀνειδισμὸ καὶ ἀτίμωση, ἀφοῦ ἡ ἀλήθεια ποτὲ δὲν βιώνεται χωρὶς πόνους καὶ χωρὶς σταυρό. Ἡ ἀρετὴ ὅμως ποὺ δὲν γεννιέται καὶ δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ παθήματα γιὰ τὴν ἀλήθεια, εἶναι μόνο κενοδοξία καὶ ἀλαζονεία, δηλ. «προσωπεῖο».

Νὰ λοιπὸν τὸ πρόβλημά μας· ποιὸ εἶναι ἄραγε τὸ πρώτιστο κριτήριο καὶ κίνητρο τῶν πράξεών μας καὶ τοῦ βίου μας γενικά; Ἡ ἀλήθεια (ὁ Χριστὸς) ἢ ἡ φαντασίωση τῆς πρωτοκαθεδρίας μας στὸ πλευρὸ ἑνὸς Χριστοῦ τῆς ἀρεσκείας τῶν ἀδυναμιῶν μας;

Ὄντως, σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας βρισκόμαστε μεταξὺ ἀλήθειας καὶ ἀρετῆς! Ποιὰ εἶναι ἡ πρώτη ἐπιλογή μας;
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου