Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

«Ἐκ πίστεως εἰς πίστιν»


ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-31457[1]

Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου
Ὡς χριστιανοί πιστεύουμε σέ ἕναν προσωπικό καί ζῶντα Θεό καί ὄχι σέ κάποιου εἴδους μακρινό καί ἐγωκεντρικό Θεό, βυθισμένο στή φίλαυτη ἐνατένιση τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἀνίκανο νά εἰσέλθει σέ κοινωνία μέ τά κτιστά ὄντα. Γιά μᾶς ἡ ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐνέργειά Του, ἡ χάρη Του, μέ τήν ὁποία μετέχουμε στή ζωή Του. Ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος ἀμφιβολίες, τό ἄγγιγμα τῆς θείας χάριτος στήν καρδιά τοῦ διασκορπίζει ὅλα τά νέφη καί ἐνεργοποιεῖ μέσα του τή θεία ζωή. Ἡ ζωή αὐτή δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, καί κανένας ἀνθρώπινος συλλογισμός δέν μπορεῖ νά τῆς ἀντιταχθεῖ. Ἡ πρώτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου στρέφει τήν ὕπαρξή του πρός τόν Θεό, ἐνσταλάζει μέσα του τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί αἰχμαλωτίζει τήν καρδιά.
Πράγματι, αὐτός ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ βοηθεῖ τήν καρδιά μας νά ἀναδυθεῖ. Ἡ Γραφή ἀναφέρεται στή «βαθεία καρδία» (Ψαλμ. 62, 7) τοῦ ἀνθρώπου, στήν ὁποία ἀπευθύνεται ἡ ἐπισκοπή τοῦ Θεοῦ ἀπό τό πρωί ὡς τό βράδυ καί ἀπό τό βράδυ ὡς τό πρωί (Ἰώβ 7, 18). Ὅταν ὁ Ἰώβ ρωτᾶ: «τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐμεγάλυνας αὐτόν;» (Ἰώβ 7, 17), ἡ Ἁγία Γραφή δίνει τήν ἀκόλουθη χαρακτηριστική ἀπάντηση: ὁ ἄνθρωπος εἶναι «κατεντευκτής Θεοῦ» (Ἰώβ 7, 20). Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιά ἔχει γίνει στόχος τοῦ Θεοῦ, παρίσταται ἐνώπιόν Του καί συνομιλεῖ μαζί Του ἐπί ἴσοις ὄροις, μεσιτεύοντας γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, γιατί ὁ Θεός τοῦ ἀπένειμε τήν τιμή αὐτή. Ὁ Θεός ποθεῖ αὐτή τήν ἰσότητα ἐπικοινωνίας μέ τόν ἄνθρωπο· δέν τόν θεωρεῖ ὡς ἕνα κτίσμα πού ἁπλῶς τό ἔφερε στό εἶναι, ἀλλά ὡς «εἰκόνα» Του, ὡς κάποιον ἴσο μέ Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά συνδιαλέγεται.
Σέ ὅλη τή Γραφή βρίσκουμε ἀναρίθμητα περιστατικά, ὅπου ὁ Θεός ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο ὡς πρός ἴσο Του: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω καγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθέν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10, 32-33). Ἄν μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός Του εἰσέλθουμε σέ προσωπική σχέση μαζί Του, τότε Τόν ὁμολογοῦμε, ὄχι τόσο μέ λόγια, ὅσο μέ τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του μέσα μας. Γιατί τότε Ἐκεῖνος εἰσδύει στήν καρδιά μας καί ἐκεῖ μαρτυρεῖ τή σωτηρία μας μέ τή χάρη Του. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἐπιβεβαιώνει τήν παράδοξη αὐτή ἀλήθεια, ὅταν λέει ὅτι τό Πνεῦμα μαρτυρεῖ στήν καρδιά μας γιά τή σωτηρία μας .
Ἕνας ἄλλος τρόπος, ὅπου γίνεται φανερό ὅτι ὁ Θεός μᾶς ὁμιλεῖ ἐπί ἴσοις ὄροις, εἶναι ὁ λόγος Του: «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. 6, 14). Ἡ ἰσότητα αὐτή ἐπιβεβαιώνεται περαιτέρω στήν Κυριακή Προσευχή: «Ἅφες ἠμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» (Ματθ. 6, 12). Ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ ἄρνηση τῆς συγχωρήσεως φαίνεται ἴσως αὐστηρή. Ἄν ὅμως λάβουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός καί ἐμεῖς ἁπλῶς τά πλάσματά Του, τότε διαπιστώνουμε ὅτι οἱ ὅροι τῶν λόγων Του εἶναι οἱ πλέον ἄνισοι: ὁ Θεός εἶναι ἀπίστευτα οἰκτίρμων στήν κρίση Του!
Ὁ Θεός στήν ἐπιθυμία Του νά καταστήσει τόν ἄνθρωπο ἀληθινά ἴσο μέ Αὐτόν, ὁμοίωσή Του, κατευθύνει πρός αὐτόν τήν «ἐπισκοπή» Του καί ἀναζητεῖ τή βαθεία καρδία του. Ποθεῖ νά ἀποκτήσει ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου «νοερά καί θεία αἴσθηση» (Παροιμ. 15, 14), δηλαδή ὄχι ἁπλῶς τή λειτουργία τῆς σκέψεως, ἀλλά ἀκριβῶς αὐτή τή μορφή ἐσωτερικῆς ζωῆς πού ἀνυψώνει τήν ὕπαρξή του πάνω ἀπό ἐκείνη τῶν ζώων. Ὁ ὀρθός λόγος μᾶς διαφοροποιεῖ ἀπό αὐτά. Ἄν ὅμως ὑπηρετεῖ μόνο τή φυσική μας εὐζωΐα, τότε ἐλάχιστα ὑπερβαίνουμε τό ἐπίπεδο τῶν αὐτοσυντηρούμενων ζώων. Ἄν ἐπιπλέον ἡ ἐσωτερική μας ζωή ἐκδαπανᾶται στίς μέριμνες τοῦ κόσμου αὐτοῦ, θά καταλήξει σίγουρα στό μνῆμα μαζί μέ τό σῶμα μας. Ὅπως ὅμως προαναφέραμε, ἡ θεία κλήση μας εἶναι πολύ ἀνώτερη. Ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ νά ἐπισκεφθεῖ τή βαθειά καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μέ τή ζωηφόρο, νοερή καί θεία αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει συναίσθηση τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ στήν καρδιά του, τόν ἐπισκιάζει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ.
Μόλις ἡ καρδιά μας αἰχμαλωτισθεῖ ἀπό τό ἱερό αὐτό δέος καί ἀρχίσουμε νά αἰσθανόμαστε τή ζωοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἰσερχόμαστε σέ προσωπική κοινωνία μέ τόν προσωπικό Θεό· Ἐκεῖνον πού ἀποκάλυψε τόν Ἑαυτό Του, τόν Θεό-Πατέρα, τόν Θεό-Υἱό καί τόν Θεό-Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ σχέση αὐτή συνιστᾶ γεγονός πού ὑπερβαίνει κάθε ἀνθρώπινη διάνοια. Κάποιοι ἀλλόθρησκοι ἀντιτείνουν: «Δέν μποροῦμε νά ἐννοήσουμε τόν Χριστιανισμό. Πῶς μπορεῖ νά ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Θεός εἶναι συγχρόνως Τρεῖς καί Ἕνας; Ἡ δική μας θρησκεία εἶναι λογικότερη, γιατί πρεσβεύει ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἕνας, παντοδύναμος, ἔχει αὐτό τό χαρακτηριστικό, αὐτό τό ἰδίωμα κλπ.». Ἀποδίδοντας ὅμως οἱ ἀλλόθρησκοι στόν Χριστιανισμό τό στοιχεῖο τοῦ ὑπέρλογου, ἁπλῶς ἐπιβεβαιώνουν τόν χαρακτήρα τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, πού φέρει ἡ πίστη μας, καί συνεπῶς τήν ἀλήθειά της. Ἡ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια δέν ὑπόκειται στήν ἀνθρώπινη λογική, ἀλλά τήν ὑπερβαίνει. Ἐμπιστεύονται ἕναν ὁρισμό τῆς πίστεως, πού ἀποτελεῖ προϊόν τοῦ ἀνθρώπινου ὀρθολογισμοῦ. Μέ τήν ἐπιμονή στή λογική τῆς πίστεώς τους τελικά τήν ἀπαξιώνουν, καταδεικνύοντας τήν ἀπουσία ἀπό αὐτήν τοῦ ἀληθινοῦ χαρακτήρα τῆς ἀποκαλύψεως, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ κατά πολύ τήν ἀνθρώπινη ἀντίληψη.
Εἰσερχόμενοι σέ κοινωνία μέ τόν προσωπικό Θεό, μέ ἐμπιστοσύνη σέ Αὐτόν, πού ἡ οὐσία καί ἡ φύση Του εἶναι ἀπρόσιτες, ἀσύλληπτες καί ἀψηλάφητες, Τόν ὑποχρεώνει ἡ πίστη μας νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ μέ τήν ἄφθαρτη χάρη Του. Μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του, πού ἀπορρέει ἀπό τό Ἴδιο τό Εἶναι Του, θά γεφυρώσει τό χάσμα ἀνάμεσα στήν προαιώνια καί ἄκτιστη οὐσία Του καί τό περιορισμένο, πλήν ὅμως λογικό, πλάσμα Του.
Ὁ Θεός ἀναζητεῖ ἀκατάπαυστα τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτός ὅμως μέ τήν ἐσφαλμένη χρήση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ὑποδουλώνεται σέ πολλές προσκολλήσεις. Ἔτσι παρεμποδίζει τήν εἴσοδο τῆς θείας χάριτος στήν καρδιά του καί τήν παραμονή της ἐκεῖ. Ἐντούτοις τά ἁμαρτήματά μας εἶναι ὡς μηδαμινά μπροστά στήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Στά μάτια Του φαίνονται σάν ἐπιφανειακή σκόνη πού ἐξαφανίζεται μέ ἕνα ἁπλό φύσημα. Μόλις ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ κυριεύσει τήν καρδιά μας, ἀντιλαμβανόμαστε πόσο ἀνήμποροι εἴμαστε νά καλλιεργήσουμε ἀληθινή σχέση μέ τόν Θεό καί διαπιστώνουμε ὅτι μόνο ἡ χάρη Του μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς γι’ αὐτό.
Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται σέ μία ἀπίστευτα δημιουργική περιπέτεια μέ τόν Θεό. Τώρα κατανοεῖ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ μοναδικός σκοπός γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε· ὅτι αὐτό ὑπῆρξε τό προαιώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τό ἀνθρώπινο γένος καί ὅτι ὁ ἀληθινός καί τελικός προορισμός του εἶναι ἡ ἕνωσή του μέ τόν Θεό. Ἀλλά ἡ σχέση αὐτή μέ τόν Θεό τόν ὑποχρεώνει νά διακινδυνεύσει τήν παραίτησή του ἀπό ὅλα. Ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ παροῦσα κατάστασή του μέ τίς ποικίλες προσκολλήσεις τοῦ ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιά τή διάβασή του στήν ἀπέναντι ὄχθη τοῦ ποταμοῦ. Γνωρίζει ὅτι δέν μπορεῖ ἀκόμη νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, καθώς «οὐ μή εἰσέλθη εἰς τήν Βασιλείαν Αὐτοῦ πᾶν κοινόν» (Ἀποκ. 21, 27). Κατανοεῖ ὅτι, ἄν θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά ἀναλάβει τό ἔργο τοῦ ἐξαγιασμοῦ του, «οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον» (Ἑβρ. 12, 14). Γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἐπενδύει ὁλόκληρο τό τάλαντο τῆς ἐπίγειας αὐτῆς ζωῆς πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, χωρίς νά παρακρατήσει τίποτα, ἔτσι ὥστε νά τό πολλαπλασιάσει ἐπί τριάντα, ἑξήντα ἤ ἑκατό (Μάρκ. 4, 8, 20).
Τότε ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος εἰσάγεται στή γνώση τοῦ δεύτερου εἴδους πίστεως, πού μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς «ἐλπίδα παρ’ ἐλπίδα». Ὅταν, ἀνθρωπίνως μιλώντας, ἐκλείψει μέσα του κάθε ἐλπίδα σωτηρίας, ὁ ἄνθρωπος κρεμᾶ τά πάντα στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί ἐναποθέτει ὅλη τήν ἐμπιστοσύνη του σέ Αὐτόν, τόν μόνο ἱκανό νά ἀνιστᾶ καί τούς νεκρούς (Ρωμ. 4, 17). Γιά παράδειγμα, ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά ἐγγίσει στό κατώφλι τοῦ θανάτου, «γιά νά μήν ἔχει τήν πεποίθηση στόν ἑαυτό του, ἀλλά στόν Θεό πού ζωοποιεῖ ἀκόμη καί τούς νεκρούς» (Β΄ Κορ. 1, 9).
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος διακατέχεται ἀπό αὐτή τήν πίστη πού εἶναι τόσο εὐάρεστη στόν Θεό, μπορεῖ νά προοδεύσει πολύ. Ὁ Θεός ἀνταποκρίνεται, καί ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μαζί Του ἐντείνεται. Μερικοί ψαλμοί καί εὐχές, γιά παράδειγμα στήν Ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, περιλαμβάνουν τήν ἱκεσία: «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με» (Ψαλμ. 118, 94). Ἀλλά ἀνάξιοι ὄντες νά ἐκφέρουμε τόν λόγο αὐτό: «εἶμαι δικός Σου, σῶσε με», ὀφείλουμε πρῶτα νά ἀποδείξουμε στόν Θεό ὅτι εἴμαστε δικοί Του, ἐνεργώντας σύμφωνα μέ τόν χαρισματικό αὐτό τύπο πίστεως.
Ἡ πίστη αὐτή συνδέεται μέ τή χαρισματική ἀπόγνωση, πού εἶναι ἱκανή νά μᾶς ὁδηγήσει ἀληθινά νά διακινδυνεύσουμε τά πάντα γιά νά εὐαρεστήσουμε τόν Θεό. Τέτοια ἀπόγνωση εἶναι ἡ μόνη αὐθεντική ὁδός πρός τήν παρ’ ἐλπίδα ἐλπίδα σέ Αὐτόν μόνο.
Συναντοῦμε πολλά παραδείγματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς πίστεως στίς Γραφές. Ἐντυπωσιακή εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Ἀβραάμ, γιά τόν ὁποῖο γράφεται ὅτι πίστεψε στόν Θεό πού ζωοποιεῖ τούς νεκρούς καί καλεῖ τά μή ὄντα ὡς ὄντα (Ρωμ. 4, 17) μέ τέτοια πίστη, πού τόν κατέστησε στή συνέχεια ἱκανό νά πιστέψει «παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι» (Ρωμ. 4, 18). Ἔχει μεγάλη σημασία γιά μᾶς νά διεισδύσουμε στήν πίστη του, ἀφοῦ εἶναι ὁ πατέρας ὅλων ἐκείνων πού πίστεψαν μετά ἀπό αὐτόν. Πρωτίστως ὁ Ἀβραάμ πίστεψε στόν Θεό ὡς τόν ζῶντα Θεό, ὁ Ὁποῖος μέ ἕνα μόνο νεῦμα φέρει τά πάντα ἀπό τό μή ὄν στό εἶναι καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ἐπιπλέον, στήν ἐποχή του, ἡ ἀνθρώπινη λογική ἔβλεπε μόνο τήν ἀπόλυτη ἀπελπισία, γεγονός πού ὑπογραμμίζει τήν αὐθεντικότητα τῆς ἐλπίδας τοῦ Ἀβραάμ. Ἦταν θεμελιωμένη σέ ὁλοκάρδια πίστη πού δέν ἦταν ἁπλῶς διανοητική ἀποδοχή τοῦ μυστηρίου τῆς θείας δυνάμεως. Γι’ αὐτό τοῦ ἐνέπνευσε τέτοια ἐσωτερική πεποίθηση, πού τόν ἐνδυνάμωσε νά παραδώσει ὅλη τήν ὕπαρξή του στόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά ἐγκαταλείψει ὅλη τή ζωή του στό θέλημά Του.
Ἡ ἐξαιρετική αὐτή πίστη δικαίωσε τόν Ἀβραάμ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τόν κατέστησε πατέρα ὅλων τῶν πιστῶν. Ὅταν ὁ Θεός τόν πρόσταξε: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καί ἐκ τῆς συγγενείας σου καί ἀκολούθει μοι», ὁ Ἀβραάμ δέν ρώτησε ποῦ ἐπρόκειτο νά πάει. Ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Δεῦρο εἰς τήν γῆν, ἤν ἄν σοί δείξω» (Γέν. 12, 1), χωρίς νά τοῦ ὑποδείξει τή χώρα. Ὁ Ἀβραάμ ἔχοντας ἀγαπήσει τόν Θεό μέ ὅλη τήν καρδιά του, χωρίς νά ὑποβάλει καμία ἐρώτηση ἀλλά μέ ἀπόλυτη ὑπακοή καί τέλεια πίστη, Τόν ἀκολούθησε μέ ἐμπιστοσύνη σέ κάθε Του λόγο. Τότε Ἐκεῖνος τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἀποκτήσει ἀπογόνους, παρά τό προχωρημένο τοῦ γήρατός του. Πάλι, ἀψηφώντας τήν ἡλικία του, πίστεψε ἀκλόνητα ὅτι ὁ Θεός πού ἐγείρει τούς νεκρούς θά μποροῦσε νά εἶναι καί ὁ Δοτήρ τῆς ζωῆς ἀνεξάρτητα ἀπό τίς περιστάσεις. Ἔτσι τόσο πολύ εὐαρέστησε στόν Θεό, ὥστε θεωρήθηκε ἄξιος νά λάβει φοβερές ὑποσχέσεις ἀπό Αὐτόν, ὅπως ἡ εὐλογία ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς μέσω τοῦ σπέρματός του (Γέν. 17, 4-8). Ἀρχή τῆς ἐκπληρώσεως τῆς διαθήκης αὐτῆς ἀποτέλεσε καί ἡ σύλληψη τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἰσαάκ. Ἡ Γραφή λέει στή συνέχεια πώς ὁ Ἀβραάμ ἀγάπησε τόν Ἰσαάκ (Γέν. 22, 2), ὥστε νά μᾶς προετοιμάσει γιά τήν παράδοξη παρέμβαση τοῦ Θεοῦ πού ἀκολουθεῖ παρακάτω, ὅταν ὁ Θεός τόν προστάζει: «Λάβε τόν Ἰσαάκ, πορεύθητι ἐφ’ ἕν τῶν ὀρέων καί ἀνένεγκον αὐτόν ἐκεῖ εἰς ὁλοκάρπωσιν». Δηλαδή: «Θυσίασε τόν υἱό σου πού εἶναι ἡ θαυμαστή ὑπόσχεσή μου σέ ἐσένα, τόν υἱό τοῦ θαύματος, μέ τόν ὁποῖο ἡ Σάρρα λύθηκε ἀπό τά δεσμά τῆς στειρότητάς της!» Ἐδῶ κρύβεται μεγάλο μυστήριο. Ὁ Ἀβραάμ, πλήρως ἀφοσιωμένος στόν Θεό, ἀπολάμβανε ὅλη τήν εὔνοιά Του. Ὅταν ὅμως ἀπέκτησε τόν υἱό, κατά τήν ὑπόσχεση πού τοῦ δόθηκε, ἡ καρδιά του προσκολλήθηκε σέ αὐτόν καί ὡς ἐκ τούτου μοιράσθηκε. Γιά νά ἐλευθερώσει τήν καρδιά του, ὁ Θεός τόν ὑπέβαλε σέ φοβερή δοκιμασία, ζητώντας ἀπό αὐτόν νά θυσιάσει τόν ἀγαπημένο υἱό του. Ὁ Ἀβραάμ ὑπάκουσε χωρίς δισταγμό. Ὅταν ὁ Θεός εἶδε ὅτι ἡ καρδιά του εἶχε ἀποκατασταθεῖ στήν πρώτη ἀγάπη της πρός Αὐτόν μέσα ἀπό τήν ὑπακοή καί τήν ἑτοιμότητά του νά προσφέρει θυσία τόν υἱό του, ἀπέδωσε τόν Ἰσαάκ πίσω σέ αὐτόν, πού εἶχε ἀναθέσει ὅλη τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Θεό.
Ὁ δεύτερος αὐτός βαθμός πίστεως συνέχει τή συνειδητή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, πού ζωοποιήθηκε ἤδη ἀπό τό πρῶτο στάδιο. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει παραδώσει τώρα τόν ἑαυτό του στά χέρια τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Δέν ὁδηγεῖται πιά πρός κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ἀλλά, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ἀρχίζει νά δορυφορεῖται γύρω ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ἐναποθέτοντας ὅλη τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Θεό πού ἐγείρει τούς νεκρούς. Τέτοια πίστη ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά παραμένει στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔχει ἐπιστηρίξει τήν ἐλπίδα του στήν παντοκρατορική ἰσχύ καί στόν λόγο Του.
Κάθε ἄνθρωπος ὡστόσο πού ἔχει ἐγκαταλείψει τόν ἑαυτό του στόν Θεό μέ πνεῦμα πίστεως θά δοκιμασθεῖ διαφορετικά, κάποτε μάλιστα σκληρά. Ὁρισμένοι ἐνδέχεται νά ἀπειληθοῦν ἀκόμη καί μέ θάνατο. Ἀλλά ἄν τή στιγμή τῆς δοκιμασίας μείνουν ἀκλόνητοι ἀποδίδοντας δόξα καί εὐχαριστία στόν Θεό, τότε ἡ πίστη τους, ὅπως αὐτή τοῦ Ἀβραάμ, ὑπερβαίνοντας ὄχι μόνο τόν κόσμο ἀλλά τόν ἴδιο τόν θάνατο, θά ἀναδειχθεῖ πιό ἰσχυρή ἀπό αὐτόν. Γι’ αὐτό τόν λόγο εἶναι τόσο σημαντική ἡ κατανόηση τῆς πίστεως ὡς «παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι», ὥστε ἄν ἀξιωθοῦν μίας τέτοιας εὐκαιρίας, μέ σωστή ἀντιμετώπιση νά κερδίσουν τόν Χριστό καί ὅλη τήν αἰωνιότητα. Πράγματι, ὁποιοσδήποτε παραδοθεῖ ὁλόψυχα στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θά ὁδηγηθεῖ ἀπό τόν Θεό μέσα ἀπό τή στενή ὁδό. Θά ἀπεκδυθεῖ τόν παλαιό του ἄνθρωπο, γιά νά μπορέσει νά εἰσέλθει καθαρός στή Βασιλεία Του: «Μακάριοι οἱ καθαροί τή καρδία, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8).
Ἔχει λεχθεῖ ὅτι «ὁ Θεός φῶς ἐστι» (Α΄ Ἰωάν. 1, 5), καί ὅταν Τόν δοῦμε, θά γίνουμε κι ἐμεῖς φῶς ὅπως Ἐκεῖνος (Α΄ Ἰωάν. 3, 2). Ἀλλά χρειάζεται προηγουμένως νά καθαρθοῦμε, γιά νά γίνουμε ἄξιοι τῆς μακαρίας ὁράσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Αὐτός ἐποπτεύει σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἰδιαίτερα στρέφει τήν προσοχή Του σέ ὅσους ἐπιδεικνύουν προθυμία καί ἑτοιμότητα νά παραδώσουν τόν ἑαυτό τους στά χέρια Του. Ἐπιποθεῖ νά περιποιεῖται τόν καθένα μας ξεχωριστά, ὅπως ἔκανε μέ τόν Ἀβραάμ καί ὅλους τούς ἐκλεκτούς Του. Πράγματι, ὁλόκληρη ἡ Γραφή, πού εἶναι ἡ ἱστορία τῶν σχέσεων τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο, ὀφείλει νά ἀνακεφαλαιωθεῖ στή ζωή κάθε προσώπου χωριστά. Ὅταν ὁ Θεός δεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει μέ σοβαρότητα τό θέμα τῆς σωτηρίας του, θέτει ἕνα ἐμπόδιο ἐνώπιόν του, γιά νά τόν δοκιμάσει καί νά ἐνισχύσει τήν προθυμία καί ἀποφασιστικότητά του. Τόν ἐξετάζει καί τόν παιδεύει, ὅπως θά ἔκανε ἕνας πατέρας μέ τόν ἀγαπημένο υἱό του (Ἑβρ. 12, 6-11). Διερχόμενος ὁ ἄνθρωπος τή δοκιμασία αὐτή τῆς πίστεώς του, διδάσκεται πῶς νά ὑπερπηδήσει τό πρῶτο αὐτό πρόσκομμα. Τότε ὁ Θεός τοποθετεῖ μεγαλύτερα ἐμπόδια ἐνώπιόν του, ὥστε νά τόν ἐκπαιδεύσει σέ ἀκόμη ὑψηλότερα ἅλματα πίστεως πρός Αὐτόν. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Θεός τιμᾶ τόν ἄνθρωπο, ἀπονέμοντάς του τό προνόμια νά ἐπιδείξει, ὅπως ὁ Ἰώβ, τό εἶδος τῆς πίστεως πού θά τόν καταστήσει κληρονόμο ὅλων τῶν ἀγαθῶν του Παραδείσου Του. «Πάντα τά ἐμά σά ἐστιν», λέει ὁ πατέρας στόν μεγαλύτερο ἀδελφό του ἀσώτου υἱοῦ (Λουκ. 15, 31). Γι’ αὐτό εἶναι μακάριος ἐκεῖνος πού ἐγκαρτερεῖ σέ καιρό δοκιμασίας καί παραμένει ἀκλόνητος ἀπό τόν πειρασμό, ἀκόμη καί ἀπό τήν ἀπειλή τοῦ θανάτου.
«Παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι» εἶναι ὁ ἀκριβής ὁρισμός τῆς πίστεως ἐκείνης, μέ τήν ὁποία ὑπερπηδῶνται καί τά ἀνυπέρβλητα ἀκόμη ἐμπόδια. Αὐτή ἡ πίστη συγκεντρώνει ὅλες τίς σκέψεις μας καί τίς δυνάμεις τῆς καρδιᾶς μας σέ ἕνα μοναδικό σημεῖο καί μέ ἕναν σκοπό. Αὐτό ἐφαρμόζεται ἐπίσης στήν τελειότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπου ἀγωνιζόμαστε νά ἑνώσουμε τόν νοῦ μέ τήν καρδιά. Συσπειρώνουμε ὅλη τήν ὕπαρξή μας στήν καρδιά, ὥστε νά μποροῦμε νά προσευχόμαστε μέ μία μόνο σκέψη, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς ἡσυχαστικῆς μας παραδόσεως. Ἔτσι ἀποφασίζουμε νά παλέψουμε ἀκόμη καί μέχρι θανάτου, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γιά νά ὑπερπηδήσουμε κάθε δυσκολία. Καί πρέπει νά τό κάνουμε, γιατί ἀπό τήν ὑπέρβαση αὐτή ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας. Στό σημεῖο αὐτό ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἕνας σφιχτός κόμπος, ὅπου ἔχει συγκεντρωθεῖ ὅλη του ἡ ὕπαρξη, καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος κρεμᾶ τά πάντα στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀρχίζουμε νά πιστεύουμε, ὅπως εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τόν Ἀβραάμ, «παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι». Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός «δύναται ἡμᾶς ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ» (Ματθ. 3, 9), καί ὅτι «παρά τῷ Θεῶ πάντα δυνατά ἐστι» (Ματθ. 19, 26). Βαθμηδόν γινόμαστε ἕτοιμοι νά προβοῦμε ἀκόμη καί στό φοβερό ἐκεῖνο ἅλμα τῆς πίστεως πού ὑπερνικᾶ τόν θάνατο.
Ἡ χαρισματική πίστη, ὅπως αὐτή τοῦ Ἀβραάμ, μᾶς διαβιβάζει ἀπό τήν ὄχθη τῆς κτιστῆς πραγματικότητας στήν ὄχθη τῆς ἄκτιστης, γεφυρώνοντας τό χάσμα μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιδείξει τέτοια πίστη, θά βρεῖ τόν ἀσφαλῆ λιμένα τῆς ἀγάπης, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. Ἡ πρόσκαιρη ζωή του θά ἑνωθεῖ μέ τήν ἀθάνατη καί αἰώνια θεία ζωή, γεγονός πού συνιστᾶ τό μεγαλειωδέστερο θαῦμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὁ Θεός ἐκτιμᾶ τήν ἀνθρώπινη ζωή ὡς ἄξια γιά τήν ἕνωση μέ τή δική Του ζωή, μέ τό δικό Του Εἶναι, μέ τή βοήθεια τῆς χάριτος.
Ἡ ἐκπλήρωση τοῦ δεύτερου αὐτοῦ βαθμοῦ τῆς πίστεως προϋποθέτει μεγάλη προσπάθεια πού ἀπαιτεῖ νά ἐνθυμούμαστε τήν πρώτη μας ἀγάπη πρός τόν Θεό, νά παραμένουμε προσηλωμένοι στήν ἀγάπη αὐτή μέ σταθερότητα, πιστότητα καί ἐμπιστοσύνη. Στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως διαβάζουμε: «Καί ὑπομονήν ἔχεις, καί ἐβάστασας διά τό ὄνομά Μου, καί οὐ κεκοπίακας. Ἀλλά ἔχω κατά σοῦ, ὅτι τήν ἀγάπην σου τήν πρώτην ἀφήκας. Μνημόνευε οὖν πόθεν πέπτωκας, καί μετανόησον καί τά πρῶτα ἔργα ποίησον» (Ἀποκ. 2, 3-5). Τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν ὁ Κύριός μας θέσει ἐνώπιόν Του, μερικοί μέ τόλμη θά ποῦν: «Κύριε, Κύριε, οὐ τῷ Σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καί τῷ Σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καί τῷ Σῷ ὀνόματι δυνάμεις ἐποιήσαμεν;» (Ματθ. 7, 22) καί «ἐφάγομεν ἐνώπιόν Σου καί ἐπίομεν, καί ἐν ταῖς πλατείαις ἡμῶν ἐδίδαξας;» Καί ὁ Κύριος θά ἀποκριθεῖ: «Λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ· ἀπόστητε ἀπ’ ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργᾶται τῆς ἀδικίας» (Λουκ. 13, 26-27). Πῶς εἶναι δυνατόν οἱ ἄνθρωποι νά θαυματουργοῦν στό Ὄνομά Του καί ὅμως ὁ Κύριος νά μήν τούς ἀναγνωρίζει; Ὅλοι μας, εἴτε γιά μερικά χρόνια πρός τό τέλος τῆς ζωῆς μας εἴτε γιά μία μόνο ἡμέρα ἤ ἀκόμη καί γιά μία στιγμή, θά μπορούσαμε νά συγκεντρώσουμε ἀρκετή δύναμη καί νά πιστέψουμε στόν Θεό μέ ὅλη μας τήν καρδιά. Ἔχοντας τό πνεῦμα αὐτό τῆς πίστεως θά ἦταν δυνατόν νά αἰσθανθοῦμε τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ καί μέ τή βοήθειά της νά ἐπιτελέσουμε ἀκόμη καί θαῦμα. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἀποδίδει ἀρκετή σημασία σέ αὐτό, γιατί περιμένει ἀπό ἐμᾶς σπουδαιότερα πράγματα. Ἄν ἐπιθυμοῦμε νά εἴμαστε δίκαιοι καί εὐάρεστοι ἐνώπιόν Του –ἐφόσον, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (Ρωμ. 1, 17· Γαλ. 3, 11· Ἑβρ. 10, 38)–, τότε ἡ πίστη μας ὀφείλει νά βρίσκεται σέ συνεχῆ δναμική αὔξηση, ὥστε νά ἀναγόμαστε «ἐκ πίστεως εἰς πίστιν» (Ρωμ. 1, 17).
Μέ ἄλλα λόγια, οἱ δίκαιοι θά στέκονται «καλῶς» στόν δεύτερο αὐτό βαθμό τῆς χαρισματικῆς πίστεως. Θά στηρίζουν τό καθετί στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διακινδυνεύοντας τά πάντα γιά χάρη Του, προκειμένου νά κερδίσουν τά πάντα καί νά βλέπουν ἀκατάπαυστα τό θεῖο θαῦμα στή ζωή τους. Θά πολιτεύονται ἀταλάντευτοι μέ τό εἶδος αὐτό τῆς πίστεως ἕως τέλους. Ὁ Ἀπόστολος ὅμως μᾶς προειδοποιεῖ: «Ἐάν [ὁ δίκαιος] ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ» (Ἑβρ. 10, 38). «Ὑποστέλλω» σημαίνει ἐνδίδω στή νωθρότητα καί τήν ὑπερηφάνεια, παραδίδομαι σέ ἀμελῆ τρόπο ζωῆς, ἐλαττώνομαι ὡς πρός τήν πνευματική ἀνδρεία. Ἀντιθέτως, ἡ ὁδός τῆς πίστεως εἶναι ὁδός δυναμικῆς αὐξήσεως στήν ἐν Θεῷ ζωή (Α΄ Κορ. 3, 7· Κολ. 2, 19), πού μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό πίστη σέ πίστη.
Ὁ πιό βαθύς πόθος τοῦ καθενός μας εἶναι νά διατηροῦμε ζωντανή τή σχέση μας μέ τόν Θεό καί νά ἀπολαμβάνουμε τά Τίμια Δῶρα Του. Ἀκόμη καί τό ἐλάχιστο ἄγγιγμα τῆς θείας χάριτος στήν καρδιά μας εἶναι «κρεῖσσον ὑπέρ ζωᾶς» (Ψαλμ. 62, 4), ὅπως βεβαιώνει ὁ ψαλμωδός· εἶναι πραγματικά πολυτιμότερο ἀπό πολλές ζωές. Εἰσερχόμαστε ὡστόσο συνειδητά στή σοβαρή αὐτή κοινωνία μέ τόν Θεό, ὑπό τόν ὄρο ὅτι θά ἐπιδείξουμε τή σταθερότητα τῶν δικαίων, δηλαδή θά ζοῦμε ἐφεξῆς «ἐκ πίστεως».
Ἡ πίστη μας ὀφείλει διαρκῶς νά κραταιώνεται, ὡσότου φθάσει στόν τρίτο βαθμό τῆς πίστεως τῶν δικαίων· στήν πιστή ἀφοσίωση πού μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά στεκόμαστε ἀκέραιοι καί ἀταλάντευτοι καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ σταδίου τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὑψηλότατος αὐτός βαθμός πίστεως εἶναι τόσο τέλεια σταθερός, ὥστε δέν ἀφήνει περιθώριο καί γιά τό ἐλάχιστο ἴχνος ἀμφιβολίας· εἶναι ἀδύνατον τέτοια πίστη νά ἐλαττωθεῖ ἤ νά ὑποχωρήσει ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν κάθε ἡμέρα ὡς νέο γεγονός· ὡς νέα εὐκαιρία πού τοῦ χορηγεῖ ἡ θεία χάρη. Στό πιό ὥριμο αὐτό στάδιο, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλύπτεται πολύ λεπτό καί εὐαίσθητο, ταυτόχρονα ὅμως καί πολύ ἀπαιτητικό.
Στήν ἀρχή ὡστόσο ὁ Θεός ἐμφανίζεται πολύ ἐπιεικής. Ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς ἀνέσεως καί χαρᾶς πού συνοδεύουν τήν πρώτη χάρη. Παρότι μετέχει ἀκόμη σέ ρυπαρότητα, ἀδυναμία καί ἄγνοια, ἡ χάρη δέν παύει νά εὐφραίνει τήν καρδιά του καί νά τόν ὠθεῖ πρός τά ἐμπρός – ἐξαιτίας τῆς ἀθωότητάς του. Ὁ Θεός εἶναι οἰκτίρμων καί ἐπιποθεῖ πρῶτα ἀπ’ ὅλα νά τοῦ διδάξει πῶς ἐργάζεται ἡ χάρη Του μέσα στήν ψυχή. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅμως θά ὑποχωρήσει ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνον πού δέν συμμορφώνεται πρός τά προστάγματά Του. Ἡ πρός Ἑβραίους ἐπιστολή ἀναφέρεται ἐκτενῶς σέ ὅσους δέχθηκαν μεγάλα δῶρα, γνώρισαν τή δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καθώς ἐπίσης καί τήν ἀναγέννηση τῆς ὑπάρξεώς τους, ἀλλά ἐξέπεσαν στήν πορεία. Διαβάζουμε στή Γραφή ὅτι εἶναι σχεδόν ἀκατόρθωτο «νά ἀνακαινισθοῦν πάλιν εἰς μετάνοιαν» (Ἑβρ. 6, 4-6), δηλαδή νά ἀποκατασταθοῦν ξανά ἀπό τόν Θεό μετά τήν πτώση τους. Μέ ἄλλα λόγια, ὅσο προσεγγίζουμε περισσότερο στόν Θεό, τόσο πιό ἀπαιτητικό γίνεται τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ζοῦμε ὅσο τό δυνατόν πλησιέστερά Του καί νά εἴμαστε αἰώνια ἑνωμένοι μαζί Του. Ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ νά συμπεριφέρεται στόν ἄνθρωπο ὡς πρός ἴσο Του, ὡς πρός εἰκόνα Του. Τόν ἔχει προικίσει μέ μεγάλες δωρεές καί δυνατότητες, ὥστε νά μπορεῖ νά παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά προσλαμβάνει ὅλο τόν πλοῦτο τῆς θείας ζωῆς. «Πάντα τά ἐμά σά ἐστιν» (Λουκ. 15, 31).
Ὅταν περάσουμε τούς δύο πρώτους βαθμούς πίστεως (εἰσαγωγική πίστη καί χαρισματική πίστη συνδυασμένη μέ τή χαρισματική ἀπόγνωση), θά φθάσουμε στήν πίστη πού διακρίνεται ἀπό τήν ἐσωτερική σταθερότητα καί ἀντανακλᾶ τήν πιστότητα τῶν δικαίων. Τότε θά ἔχουμε πείσει τόν Θεό ὅτι εἴμαστε δικοί Του, ἐνῶ Ἐκεῖνος θά μᾶς ἀπαντήσει μέ τόν λόγο Του πού μένει στήν αἰωνιότητα. Ὁ Θεός θά συνάψει μαζί μας ὁριστική διαθήκη ἀγάπης, ἡ ὁποία, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τή Γραφή, θά εἶναι αἰώνια. Μέ τίς ἴδιες ἀκριβῶς λέξεις πού ἀπηύθυνε στόν Μονογενῆ Του Υἱό θά Τόν ἀκούσουμε νά μᾶς ἀποκρίνεται, ὄχι μόνον: «ἐμός εἶ σύ» (Ἠσ. 43, 1), ἀλλά ἐπίσης, «υἱός μου εἶ σύ, ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. 2, 7). Αὐτή εἶναι ἡ μία καί μοναδική ἀληθινή κλήση μας: νά γίνουμε ὅμοιοι μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
Ἐρώτηση 1: Τί σημαίνει ἡ ἔκφραση «χαρισματική ἀπόγνωση», ποῦ ἀναφέρατε;
Ἀπάντηση 1: Ἡ χαρισματική ἀπόγνωση συνοδεύεται ἀπό ὁρμή γιά ἀδιάλειπτη προσευχή. Χαρισματική εἶναι μόνο ἡ ἀπόγνωση πού γεννᾶ προσευχή πού μᾶς ὠθεῖ νά προσκολληθοῦμε μέ τέλεια ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί νά στρεφόμαστε πρός Αὐτόν συνεχῶς, ἐπειδή κανένας ἄλλος ἐκτός ἀπό Ἐκεῖνον δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει. Ὅταν ἡ ἀπόγνωση εἶναι νοσηρή, δέν εἴμαστε σέ θέση νά προσευχηθοῦμε. Ἄν ὅμως ὑπάρχει προσευχή, ἡ ἀπόγνωση εἶναι θαυμάσια. Ὅσοι ἄνθρωποι προσεύχονται μέ ἀπόγνωση δρέπουν καρπούς στή ζωή τους.
Ἐρώτηση 2: Ἔχει ἡ χαρισματική ἀπόγνωση στοιχεῖα κατάθλιψης μέσα της;
Ἀπάντηση 2: Ἡ χαρισματική ἀπόγνωση εἶναι καρπός τῆς χάριτος. Ὅταν βλέπουμε πόσο ἄσπιλη, ἄμωμη καί μεγαλειώδης εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπελπιζόμαστε τελείως ἀπό τήν κατάστασή μας, γιατί γνωρίζουμε ὅτι στόν Θεό πρέπουν ὅλα τά ἅγια, τά τίμια καί προσφιλῆ, ὅπως τά ἀπαριθμεῖ ὁ Ἀπόστολος (Φιλιπ. 4, 8). Συνειδητοποιοῦμε, πόσο ὑστεροῦμε ἀπό αὐτά, καί ἔτσι φθάνουμε στή χαρισματική ἀπόγνωση. Ἀλλά ἡ ἀπόγνωση αὐτή προέρχεται ἀπό τόν Θεό, γιατί ἐνεργοποιεῖται ἀπό τή χάρη.
«Πιστοί στή διαθήκη τῆς ἀγάπης», Ι.Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου