Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Καραμανζάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Καραμανζάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Μαΐου 01, 2013

Αρχιμ. Αθηναγόρας Καραματζάνης, Ιούδας. Το μυστηριωδέστερο πρόσωπο στην ιστορία του κόσμου.



ioudas.jpg
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ
«Γιατί ο Χριστός πήρε μαθητή του τον Ιούδα αφού ήξερε ότι θα τον προδώσει; Αν δεν υπήρχε ο Ιούδας πως θα θυσιαζόταν ο Χριστός για να σωθεί ο κόσμος; Αφού ο Ιούδας μετάνοιωσε και πέταξε τα αργύρια στο Ναό συγχωρήθηκε από το Θεό;»
Το πρόσωπο του Ιούδα πράγματι αποτελεί ένα πρόβλημα. Ο Ιούδας είναι μία αινιγματική μορφή και όπως χαρακτηρίσθηκε «το μυστηριωδέστερο πρόσωπο στην ιστορία του κόσμου».
Πολλά βέβαια από πολλούς έχουν λεχθεί και γραφεί για το θέμα αυτό· εμείς δεν θα στηριχθούμε σε θεωρίες και φαντασίες αλλά στις πληροφορίες, που μας δίνουν οι μόνες αυθεντικές και αξιόπιστες πηγές, τα Ευαγγέλια.
Τα Ευαγγέλια αναφέρουν ότι ο Χριστός, μεταξύ των άλλων μαθητών, τους οποίους κάλεσε ως συνεργάτες του και οι οποίοι «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ», κάλεσε και τον Ιούδα. Και αυτός ανταποκρίθηκε αυτοπροαίρετα και αυτοβούλως. Ο Χριστός και αυτόν τον τίμησε με το αποστολικό αξίωμα. Δείχνοντάς του δε μια ιδιαίτερη θα λέγαμε εύνοια, του εμπιστεύθηκε το ταμείο της ομάδας των δώδεκα. Αυτός όμως φάνηκε ανάξιος της θείας κλήσεως και εμπιστοσύνης, αφού έγινε προδότης του Χριστού.
Το τραγικό αυτό τέλος του βεβαία ο Κύριος το προεγνώριζε, όπως άλλωστε όλα. Αυτή όμως η πρόγνωση δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να σταθεί εμπόδιο για το Χριστό να συγκαταλέξει τον Ιούδα μεταξύ των μαθητών του.
Έτσι τον έκανε αναπολόγητο γιατί ενώ μπορούσε, αν ήθελε να μη γίνει προδότης του Χριστού, αυτός άφησε τον εαυτό του να γίνει ο «υιός της απωλείας». «Ο Θεός δεν τον κάλεσε με τη βία – λέει ο ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας την περίπτωση του Ιούδα- η μεταβολή οφείλεται στην προαίρεση. Αύτη είναι η πάντοτε αιτία και των αγαθών και των κακών».
Ας λάβουμε δε υπ’ όψη μας ότι πάρα πολλές φορές και με πολλούς τρόπους ο Χριστός προσπάθησε να τον φέρει σε συναίσθηση και να τον αποτρέψει από το απαίσιο εγχείρημά του. Κορυφαία εκδήλωση αγάπης το νίψιμο των ποδιών του και δείγμα ύψιστης φιλοφροσύνης το βουτηγμένο στο πιάτο του ψωμί κατά το μυστικό δείπνο. Σε ύμνο της Μεγ. Πέμπτης ψάλλουμε: «Ποίος σε τρόπος, Ιούδα, προδότην του Σωτήρος ειργάσα­το; Μη του χορού σε των Αποστόλων εχώρισε; Μη του χαρίσματος των ιαμάτων εστέρησε; Μη, συνδειπνήσας εκείνοις, σε της τραπέζης απώσατο; Ω πό­σων αγαθών αμνήμων εγένου!» ( Ω Ιούδα, ποιά ενέργεια (του Κυρίου) σε έκανε προδότη του Σωτήρα. Μήπως σε ξεχώρισε από τον όμιλο των Αποστόλων; Μήπως σε στέρησε από το χάρισμα να θεραπεύεις αρρώστους; Μήπως, όταν δείπνησε με εκείνους σε έδιωξε από το τραπέζι;…Ω πόσες ευεργεσίες λησμόνησες!)
Ο Ιούδας όμως όχι μόνον δεν συγκινείται από αυτά, αλλά φεύγει από το δείπνο μέσα στη νύχτα και τρέχει προς τους Αρχιερείς και Πρεσβυτέρους με απόφαση να διαπραγματευθεί την παράδοση. Έχει πλέον γίνει όργανο του Σατανά. Με δραματικό τρόπο μας περιγράφει τη σκηνή ο Εύαγ. Λουκάς. Και η Εκκλησία μας ψάλλει: «ο δε παράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συνιέναι ( δεν θέλησε να συνετιστεί)».
Πρέπει βέβαια να παραδεχθούμε ότι ο Ιούδας δεν πρέπει να ξεκίνησε από την αρχή με αυτές τις διαθέσεις. Ίσως διέθετε ενθουσιασμό ιεραποστολικό και αγάπη προς το πρόσωπο του Ιησού. Όμως αυτές οι καλές διαθέσεις του δεν άργησαν να μεταστραφούν σε μίσος και αποστροφή προς αυτόν. Στην αλλαγή αυτή δεν αποκλείεται να συνέβαλε και κάποια απογοήτευσή του στις κοσμικές μεσσιανικές προσδοκίες του για το Χριστό, από την ημέρα των Βαΐων και μετά. Και έτσι, παγιδευμένος προ πολλού και από το φοβερό πάθος της φιλαργυρίας, αποκομμένος πια ψυχικά από το Χριστό και την υπόλοιπη συντροφιά των μαθητών, κατρακυλά στα ζοφερά σκοτάδια της συναλλαγής: « τι θα μου δώσετε ώστε να σας τον παραδώσω;» (Ματθ. 26,15). «Δεν λεπτολογεί ως προς τον καθορισμό της τιμής αλλά τον πωλεί σαν ένα δραπέτη δούλο (που δεν έχει αξία). Γιατί είναι συνήθεια στους κλέφτες να ποδοπατούν τα πολύτιμα αντικείμενα…Επειδή η λύσσα της φιλαργυρίας τον έκαμε να συμπεριφέρεται σαν τρελλός κατά του Κυρίου» (απόστιχ. Μ. Τετάρτης).
Έτσι ο Ιούδας με την εκούσια τραγική του έκπτωση από την αγάπη του Χριστού, θα γίνει ο αρχέτυπος και η εικόνα του προδότη και το σύμβολο της φιλαργυρίας, που θα επισύρει έκτοτε την κατακραυγή και τον αποτροπιασμό όλων των αιώνων. Εκφραστικό είναι επίσης το τροπάριο: «παράνομε Ιούδα νοσών φιλαργυρίαν εκέρδησας μισανθρωπίαν».(παράνομε Ιούδα με αφορμή την αρρωστημένη φιλαργυρία σου, κέρδησες το μίσος των ανθρώπων). Ύστερα από αυτά πώς μπορούμε να μιλάμε για δήθεν συμβολή του Ιούδα στο σωτήριο δράμα του Γολγοθά με την προδοσία, όπως διατείνονται ορισμένοι αδαείς; Αν ο προδοτικός ρόλος του Ιούδα, κατά κάποιο τρόπο, υπηρέτησε τα σχέδια του Θεού, τότε ο Ιούδας όχι μόνον δεν είναι ένοχος, αλλά πρέπει να ανακηρυχθεί άγιος και ευεργέτης της ανθρωπότητας!!
Αλλά τότε τί θέση έχει η μαρτυρία του ίδιου του Χριστού; « ο Υιός του ανθρώπου, βέβαια, θα πεθάνει όπως το λένε οι Γραφές γι’αυτόν, αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνον που τον προδίδει. Θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί»; (Μαρκ. 14,21).
Διαφωτιστική επίσης είναι και εδώ η παρατήρηση του Ιερού Χρυσοστόμου: «Τη σωτηρία μας την πραγματοποίησε όχι η προδοσία του Ιούδα αλλά η σοφία του Χριστού».
Ο Χριστός θυσιάσθηκε από αγάπη για το ανθρώπινο γένος και δεν είχε βεβαίως ανάγκη κανενός προδότη, για να τον διευκολύνει… Φυσικά όλοι όσοι συνήργησαν στο έγκλημα της Χριστοκτονίας, έχει ο καθένας ακέραιη την ευθύνη του, όπως και ο Ιούδας. Η μεταμέλειά του όμως δεν στάθηκε δυστυχώς ικανή να τον σώσει. Δεν ήταν μετάνοια και συντριβή μπροστά στο Χριστό, έστω την ώρα της σταυρώσεως. Ήταν σχιζοφρενής απελπισία εξαιτίας των τρομερών τύψεων που τον οδήγησε τελικά στην αυτοκτονία.
Ο Κύριος, που και αυτούς τους σταυρωτές του συγχώρησε, οπωσδήποτε θα συγχωρούσε και αυτόν. «Πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία του Χριστού! -αναφωνεί ο άγιος Χρυσόστομος- ο μεν Ιούδας τον πούλησε για τριάντα δηνάρια, ο Χριστός δε και μετά από την προδοσία θυσίασε το αίμα του για την άφεση των αμαρτιών και για τον προδότη, εάν βέβαια το ήθελε». Αλλά ο Ιούδας προτίμησε… το σχοινί της αγχόνης και όχι τα ματωμένα πόδια του Θεανθρώπου! Γι’ αυτό και η Εκκλησία με πόνο ψάλλει: «ω αθλιότητα του Ιούδα· γλύτωσε Θεέ τις ψυχές μας από αυτήν».
(Αρχ. Α. Καραματζάνη, «Οι Πατέρες και τα προβλήματα της ζωής μας», εκδ .Ι. Μ. Αγ. Αθανασίου Κολινδρού, 1988).

Κυριακή, Απριλίου 28, 2013

«Πόθω προσέλθωμεν…»



Στην ορθόδοξη πνευματική ζωή ο πόθος παίζει βασικό ρόλο. Χωρίς αυτόν τον άγιο πόθο δεν προσεγγίζεται ορθόδοξα ο Θεός. Στην Ορθοδοξία η σχέση του ανθρώπου με το Θεό δεν είναι συναισθηματική, όπως στις άλλες θρησκείες και τα δόγματα. Είναι υπαρξιακή. Όπως υπαρξιακή και οντολογική είναι η σχέση του βρέφους προς την μητέρα του. Το βρέφος αναζητεί με όλο το είναι του τον μαστό της μητέρας, από τον οποίον αντλεί την ζωή. Έτσι και ο άνθρωπος, ωθούμενος από τον υπαρξιακό πόθο για αιώνια ζωή, σπεύδει προς την Πηγή της, το Θεό. Είναι λοιπόν ο πόθος του ανθρώπου για το Θεό, βασική λειτουργία της υπάρξεως. Αυτό εννοεί ο Κύριος όταν εντέλλεται: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» (Μάρκ. 12, 30). Όπως βλέπουμε, δεν μένει τίποτε από την φύση του ανθρώπου, που να μη μετέχει στην αγαπητική σχέση ανθρώπου και Θεού. «Ποθήσωμεν ουν τον Θεόν -θα μας πει και ο Αγ. Μάξιμος ο ομολογητής- καθ’ όλην ημών την της φύσεως δύναμιν».
Πόθος, στην γλώσσα της ψυχολογίας, στο επίπεδο δηλ. του φυσικού άνθρωπου, είναι επιθυμία σφοδρή και διακαής προς κατάκτηση και απόλαυση κάποιου αγαθού.

Πόθος, στην γλώσσα της Γραφής και των Πατέρων είναι η ακατανίκητη και φλογερή μεταφυσική δίψα της ψυχής για συνάντηση και ένωση με τον ζώντα Θεό.
Τα λόγια του Δαβίδ στον 41ο ψαλμ. στιχ. 2-3 είναι πολύ χαρακτηριστικά: «Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς Σε ο Θεός· εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα· πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού;»
Τον πόθο οι άγιοι Πατέρες τον αποκαλούν «θείον έρωτα» που σαν άλλο βέλος «τιτρώσκει» (πληγώνει) τη ψυχή του πιστού («ότι τέτρωμαι της σης αγάπης εγώ») και τον παραβάλουν με την σχέση, της νύμφης προς τον νυμφίο. Στο Άσμα Ασμάτων, πολύ παραστατικά παρουσιάζεται αυτή η ερωτική αναζήτηση της νύμφης ψυχής: «αναστήσομαι δη και κυκλώσω εν τη πόλει, εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις και ζητήσω ον ηγάπησεν η ψυχή μου…».
Ο ασίγαστος αυτός θείος έρως, ως άλλος «γλυ­κύς τύραννος» -κατά την πατερική έκφραση- ξεσηκώνει την ψυχή σε συνεχή αναζήτηση του Θεού, ώστε να μη την αφήνει ήσυχη ημέρα και νύκτα, κατά το: «εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί»! (Άσμα Ασμάτων 5, 2). «Ποίος γαρ πόθος -διε­ρωτάται και ο αββάς Φιλήμων- ούτω δριμύς και αφόρητος, ως ο από Θεού εγγινόμενος τη ψυχή, τη από πάσης κακίας κεκαθαρμένη;».
Οι έχοντες εμπειρία του ένθεου αυτού πόθου, τον παρουσιάζουν και ως πυρ, που καταφλέγει τον άνθρωπο και τον μεταβάλλει σε «φλεγόμενη και μη κατακαιομένη βάτο». Γι’ αυτό το πυρ ομιλεί πάλι ο Δαβίδ και λέει: «εθερμάνθη η καρδία μου εντός μου και εν τη μελέτη μου εκκαυθήσεται πυρ» (Ψαλμ. 38 4). Αυτή ήταν και η μυστική εμπειρία των δύο προς Εμμαούς μαθητών, που διερωτώντο απορημένοι: «ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας Γραφάς;». Το πυρ αυτό είναι «εγκάρδιον πυρ», άθλο και φιλόθεο, καθόλου δε «φιλόυλον», κατά τον Αγ. Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Γι’ αυτό και η «επαφή του πυρός αυτού με την καρδιά του ανθρώπου προκαλεί θαυμαστή αλλοίωση όλου του είναι του και χαρίζει σ’ αυτόν καινούργια θεωρία ζωής» (π. Σωφρόνιος του Έσσεξ). Έτσι, γίνεται πλέον κατανοητό ότι ο πόθος για τον οποίον μιλούμε, δεν είναι ένα συναίσθημα από αυτά που γεννά η ανθρώπινη ακάθαρτη καρδιά, αλλά δωρεά άνωθεν κατερχόμενη, ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην ανθρώπινη ύπαρξη, όταν συντρέξουν οι προς τούτο προϋποθέσεις. Αυτό το νόημα άλλωστε έχουν τα λόγια του Κυρίου μας: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τί θέλω ει ήδη ανήφθη;» (Λουκ. 12, 49), σύμφωνα και με τον σχολιασμό του Μ. Αθανασίου: «…πυρ ώσπερ νοητόν την του Αγίου Πνεύματος μέθεξιν εμβαλών…».
Το πυρ του θείου πόθου, κατά θεία τακτική, δεν «βάλλεται» στην «γη» της καρδιάς του ανθρώπου, με την ίδια πάντοτε ένταση. Αρχίζει σαν μια μικρή σπίθα και καθώς η ψυχή ολοένα και περισσότερο, καθαιρούμενη, ανοίγεται στην αγάπη του Θεού, αυξάνει σταδιακά, έως ότου ο άνθρωπος γίνει όλος πυρ. «Ει θέλεις γενού όλος πυρ» ήταν η απάντηση του αββά Ιωσήφ, όταν ρωτήθηκε από τον αββά Λωτ: «τί άλλο μπορούσα να κάνω από αυτό που κάνω;» (Γεροντικόν). Υπήρχε ακόμη κάτι καλύτερο και ανώτερο.
Πρέπει επομένως να προηγηθεί προετοιμασία του ανθρώπου. Κατά τους Άγιους Πατέρες χρειάζεται να εμπεδωθεί στην καρδιά ο φόβος του Θεού, μαζί με την τήρηση των αγίων εντολών Του και τον συνεχή αγώνα κατά των «ψεκτών» παθών της ψυχής. Κυρίως απαιτείται έμπονη προσπάθεια ώστε μέσα μας να νεκρωθεί «των ρεόντων ο πόθος» και «των γήινων η προσπάθεια» και προσκόλληση, «ίνα εκ του πολλού χρόνου εντυπωθεί ο πόθος του Θεού εν τη καρδία ημών» (Αγ. Μάξιμος). Εάν δε και σε ένα ακόμη από τα πάθη η ψυχή είναι υποδουλωμένη, δεν είναι δυνατόν, κατά την πατερική εκτίμηση, η φλόγα του θείου πόθου να την πυρπολήσει. Επειδή τότε η ψυχή «έοικε (μοιάζει) αετώ κατεχομένω εν παγίδι υπό του όνυχος και κωλυωμένω την υψιπέτησιν» (Οσ. Θεόγνωστος).
Στον αγώνα, που κάνει κανείς για να απελευθερωθεί από τα σαρκικά και κοσμικά του φρονήματα, μοιάζει με τον άνθρωπο, ο οποίος, θέλοντας να ανάψει μια μεγάλη φωτιά μαζεύει όσο μπορεί περισσότερα ξύλα, διότι: «εν πολλοίς ξύλοις θάλλει πυρ» (Παροιμ. 26, 20). Μάλιστα η μεγάλη Οσία Μητέρα Συγκλητική προσθέτει ότι: «όπως ακριβώς αυτοί που θέλουν να ανάψουν φωτιά, στην αρχή καπνίζονται και δακρύζουν, αλλά μόνον τότε κατορθώνουν αυτό που γυρεύουν να κάνουν, έτσι κι’ εμείς πρέπει να ανάψουμε μέσα μας την θεία φωτιά με δάκρυα και πόνους». Χρειάζεται όμως προσοχή ώστε τα καυσόξυλά μας να μη είναι υγρά -μας συμβουλεύει άλλος άγιος- γιατί δεν καίγονται. Χρειάζεται να παραθέσουμε ξηρά προσανάμματα (Αγ. Θεοφάνης ο Έγκλειστος). Αυτό σημαίνει ότι η αγωνιστική μας προσπάθεια πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο γνήσια και πιο συνεπής.
Κατά την διδασκαλία των νηπτικών Πατέρων, την θεία Χάρη ο άνθρωπος την βιώνει πρώτα ως φωτιά που κατακαίει τα αγκάθια των παθών και έπειτα, όταν καούν τα πάθη, την απολαμβάνει ως φως, που φωτίζει τον όλο άνθρωπο, νουν, ψυχή και σώμα. «Παραβίασαι ουν σεαυτόν -συμβουλεύει ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος- μιμήσασθαι την ταπείνωσιν του Χριστού, ίνα μάλλον εξαφθή το πυρ, το εν σοι παρ’ αυτού καταβληθέν, εν ω εκριζούνται πάσαι αι κινήσεις του κόσμου, αι αποκτείνουσαι τον καινόν άνθρωπον». Βλέπουμε ότι το εγκάρδιον πυρ του θείου πόθου, αφού κατακαύσει και εξαφανίσει από την καρδιά κάθε τί το αλλότριο, χαρίζει στον άνθρωπο την εσωτερική λαμπηδόνα. Ο άνθρωπος τότε μοιάζει με το κάτοπτρο, εικόνα, που πολύ συχνά απαντάται στην αγιοπατερική διδασκαλία. Ο λαμπρός εκκλησιαστικός ρήτορας Ηλίας Μηνιάτης λέει ότι ο ήλιος, πέφτοντας παντού, φωτίζει τα διάφορα αντικείμενα και με το φως του τα κάνει απλώς να γίνονται ορατά. Τον καθρέπτη όμως όχι μόνο τον φωτίζει, αλλά φαίνεται σαν να μπαίνει όλος μέσα του και τότε ο καθρέπτης γίνεται σαν να είναι ο ίδιος ο ήλιος, μια άλλη εστία πυρός! Αυτό συνέβη με τους Αγίους μας, που είχαν τον πόθο της ψυχής τους «ολικώς τεταμένον Θεώ». Ο ένθεος πόθος έλιωνε σαν κερί την καρδιά τους και γι’ αυτό έσπευδαν στην νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή «μετά χαράς μεγάλης». Το Ποτήριον του Κυρίου τους μεθούσε «ωσεί κράτιστον» (Ψαλμ. 22, 7). Ο πόθος της αγάπης προς τον πλησίον, τους εξομοίωνε με τον Χριστό. Σήκωναν με πόθο το σταυρό τους και Τον ακολουθούσαν στο ματωμένο μονοπάτι του Γολγοθά, «καθ’ ημέραν αποθνή­σκοντες» (Α’ Κορ. 15, 31). Ο πόθος της ζωής με τον Εράσμιο Νυμφίο, τους οδηγούσε στον πόθο του θανάτου υπέρ Αυτού, επειδή «την επιθυμίαν είχον αναλύσαι και συν Χριστώ είναι, πολλώ γαρ μάλλον τούτο κρείσσον» (Φιλιπ. 1, 23). Γι’ αυτό και ορμούσαν στα μαρτύρια «ως λέοντες πυρ πνέοντες», πυρπολούμενοι από τον πόθο του Χριστού. Πόσον ωραία το αποδίδει αυτό ο ύμνος της Εκκλησίας μας: «Οι άγιοι μάρτυρες πυρί εκκαιόμενοι της του Κυρίου αγάπης, πυρός κατεφρόνησαν και ως θείοι άνθρακες αναπτόμενοι εν Χριστώ έφλεξαν φρυγανώδες πλάνης φρύαγμα»!
«Πόθω προσέλθωμεν…»
Ζώντας κι’ εμείς οι σημερινοί πιστοί σ’ ένα κόσμο, που με την παγερότητα του πνευματικού θανάτου προσπαθεί να σβήσει κάθε ίχνος θείου πυρός εντός των καρδιών μας, ας ακούμε, με την εσωτερική ακοή μας, τη φωνή της Εκκλησίας που μας καλεί συνεχώς να «προσέλθωμεν πόθω, ίνα μέτοχοι ζωής αιωνίου γενώμεθα». Ας ενισχύουμε συνεχώς με κάθε τρόπο την φωτά του θείου πόθου μέσα μας, του οποίου «κόρος ουκ έστι» για τους πιστούς. Μαζί με τον Αγ. Αυγουστίνο ας ζητούμε: «Χριστέ πύ­ρωσόν με όλον τη φλογί Σου, τη γλυκύτητί Σου και τω πόθω Σου». Αμήν.


(Αρχιμ. Αθηναγόρα Καραμαντζάνη, «Ο χριστιανός στον 21ο αιώνα»)

Παρασκευή, Αυγούστου 17, 2012

Το SOS που δεν το…βαριέται ο Θεός!


πηγή



Κύριε ελέησον.
Πόσες φορές δεν ακούμε ή δεν λέμε εμείς οι ίδιοι αυτές τις δύο λέξεις; 
Κατακλύζονται κυριολεκτικά οι ιερές ακολουθίες μας από την 
και τόσο περιεκτική αύτη προσευχή! Το ερώτημα όμως είναι: 
όταν την ακούμε την προσέχουμε; Όταν την λέμε μας αγγίζει καρδιακά;
Μέσα στην μικρούλα αυτή προσευχή περιέχονται όλα όσα θα είχε να
 ζητήσει ο άνθρωπος από το Θεό και όλα όσα θα είχε να δώσει
 ο Πανάγαθος Θεός στον άνθρωπο.
"Κύριε ελέησον ...;".
Είναι η καλύτερη και η χρησιμότερη προσευχή για τον ορθόδοξο
 χριστιανό. Γιατί με αυτήν επικαλείται το έλεος του Θεού, ο οποίος είναι: 
"ο πολυέλεος, 
ο πολυεύσπλαχνος, ο τους δικαίους αγαπών και τους αμαρτωλούς ελεών".
Γι' αυτό και η Αγία ορθόδοξη Εκκλησία μας επαναλαμβάνει ασταμάτητα
 την αγιασμένη αυτή προσευχή.
Ο μεγάλος και γλυκύτατος Ρώσος άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέει:
 «Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη του απείρου ελέους του 
Θεού. Γι' αυτό ας τον επικαλούμεθα συχνά με αυτές τις δύο λέξεις:
 Κύριε ελέησον. Δεν είναι τυχαίο που τις ακούμε να 
επαναλαμβάνονται με επιμονή στις ακολουθίες της λατρείας μας. 
Υπηρετούν την μεγάλη υπόθεση της μετανοίας. Και η ορθόδοξη 
Εκκλησία μας είναι, ακριβώς η μάνδρα της μετανοίας των αμαρτωλών».
"Κύριε ελέησον ...;",
Είναι ένα SOS που εκπέμπει ο χριστιανός προς τον ουρανό, σαν τον 
ναυαγό που πνίγεται και φωνάζει: «βοήθεια, χάνομαι», προσμένοντας
 κάποιον να τον ακούσει και να επέμβει σωστικά.
Αυτός που μας ακούει να ζητάμε σωτηρία είναι ο Χριστός. Και το θείο 
έλεος που ζητούμε είναι η σωτηρία που Αυτός μας προσφέρει. 
Ο Χριστός ήρθε για να μας ελεήσει. Ολόκληρο το λυτρωτικό 
Του έργο και προπαντός η σταυρική θυσία και η ανάστασή Του
 είναι η προσφορά του θείου Του ελέους. Ο Χριστός είναι το 
σαρκωμένο θείον έλεος. Είναι η άβυσσος του ελέους, που 
προσφέρεται δωρεάν σε κάθε ψυχή, που θέλει να σωθεί.
Το έλεος του Θεού δεν είναι άλλο, παρά η χάρις του Παναγίου 
Πνεύματος, την οποία πρέπει να ζητούμε από το Θεό εμείς οι 
αμαρτωλοί και να φωνάζουμε ακατάπαυστα το "Κύριε ελέησον"
 δηλ. λυπήσου με Κύριε μου, τον αμαρτωλό, στην ελεεινή κατάσταση
 που βρίσκομαι και δέξου με πάλι στην χάρη Σου. Δος μου πνεύμα
 δυνάμεως ...; Δος μου πνεύμα αγάπης ...; ειρήνης, 
καθαρότητας, πραότητας και ταπεινοφροσύνης ...; Εκείνος λοιπόν 
που γνωρίζει την ανάγκη που έχει από όλα αυτά, και τα ζητά 
από, τον πολυέλεο Θεό, φωνάζοντας το "Κύριε ελέησον" αυτός
 βεβαιότατα θα λάβει εκείνο που ζητά και θα επιτύχει το έλεος και
 την θεία χάρη. Όποιος όμως δεν ξέρει τίποτε από αυτά αλλά από
 συνήθεια μόνο φωνάζει το "Κύριε ελέησον" αυτός δεν είναι
 δυνατόν ποτέ να λάβει το έλεος του Θεού.
"Κύριε ελέησον"
Με τις δύο αυτές γλυκύτατες λέξεις εμείς που "πολλά πταίομεν 
άπαντες" προσφεύγουμε στον ωκεανό του θείου ελέους και
 ζητούμε την συγχώρηση των αμαρτιών μας. Προσφέρουμε την
 άβυσσο των παραπτωμάτων μας, στην άβυσσο της αγάπης 
και του ελέους Του και Τον ικετεύουμε να μας ευσπλαγχνισθεί. 
Γιατί «το να έχεις έλεος σημαίνει να απαλλάξεις τον άλλο από την 
ενοχή, που δεν μπορεί να εξαλείψει με τις δικές του προσπάθειες. 
Να τον απαλλάξεις από τα χρέη που ο ίδιος δεν μπορεί να
 πληρώσει. Να τον γιατρέψεις από την αρρώστια,
 για την οποία δεν μπορεί αβοήθητος να βρει καμιά γιατρειά».
 Και αυτό ακριβώς κάνει ο Κύριος!
Οι άγιοι μας διδάσκουν ότι αναλόγως της μετανοίας μας, 
λαμβάνουμε μέγα ή μικρό έλεος. «Είναι δυνατόν» λέει ο αββάς
 Βαρσανούφιος «να βρείτε μικρό έλεος και είναι δυνατόν να
 βρείτε μεγάλο έλεος. Ο Δαβίδ διάλεξε το μεγάλο, λέγοντας 
ελέησον με ο Θεός κατά το μέγα έλεός Σου. Αυτός λοιπόν που
 θέλει το μεγάλο, το βρίσκει με ταπεινότητα και πραότητα και 
υπομονή και τα παρόμοια. Το να βρεις έλεος, αυτό πραγματοποιείται 
με τις ευχές των αγίων. Το να είναι όμως μικρό ή μεγάλο, εξαρτάται
 από σένα. Διάλεξε αυτό που θέλεις ...;».
Αυτό θέλουν ασφαλώς να τονίσουν και τα λόγια του Κυρίου 
μας, για την μετανοούσα αμαρτωλή: «συγχωρήθηκαν οι πολλές
 της αμαρτίες,γιατί έδειξε πολλή ευγνωμοσύνη‡ σε όποιον δε, 
συγχωρούνται λίγες, αυτός δείχνει λίγη ευγνωμοσύνη» (Λουκ. 7,47).
"Κύριε ελέησον"
Μέσα εδώ κρύβονται όλες οι ανάγκες μας. Πνευματικές και υλικές‡
 ατομικές, οικογενειακές και κοινωνικές‡ γνωστές και άγνωστες
 μας‡ οι κίνδυνοι μας, οι αρρώστιες μας, οι φόβοι μας, οι ώρες
 της θλίψης, του πόνου, της εγκατάλειψης και της απογοήτευσης‡
 τα προβλήματα του παρόντος και τα μελλοντικά, τα εθνικά και τα
 παγκόσμια ...;
Όταν η Εκκλησία μας προσεύχεται λειτουργικά: 
«Υπέρ της άνωθεν ειρήνης ...; της ειρήνης του σύμπαντος
 κόσμου, υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, 
καμνόντων, αιχμαλώτων, υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας 
των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών» κ.λπ. δυνατή 
ακούγεται η φωνή του λαού του Θεού: "Κύριε ελέ­ησον". Γιατί 
κάθε βοήθεια και επέμβαση του Θεού στη ζωή μας είναι έλεος
 δηλ . χάρις και δωρεά. Είναι χαρακτηριστικό το ότι στην "εκτενή" 
δέηση της η Εκκλησία ζητεί πρώτα το θείον έλεος και 
υστέρα όλα τα άλλα (έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, 
ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επι­σκέψεως κ.λπ.)
Γι αυτό θερμή είναι και η προτροπή του απ. Παύλου, που μας 
λέει «ας πλησιάσουμε με θάρρος το θρόνο της χάρης του Θεού,
 για να μας σπλαχνισθεί και να μας δωρίσει τη χάρη του, την
 ώρα που την χρειαζόμαστε» (Έβρ.4,16).
Όμως η πιο μεγάλη ανάγκη και λαχτάρα του χριστιανού είναι να
 τον γλυτώσει ο Θεός από τις φλόγες της κολάσεως και να τον 
αξιώσει να απολαύσει τα αγαθά της ουρανίου βασιλείας.
Γι αυτό το πιο βαθύ, το πιο εγκάρδιο, το πιο καυτό του 
"Κύριε ελέησον" το φωνάζει γι' αυτό το σκοπό στον
 Κύριο του. Αυτό και αποτελεί το "μέγα έλεος" που 
τόσο συχνά ακούμε στους ιερούς μας ύμνους.
Λοιπόν «όπου και αν βρισκόμαστε μπορούμε να στενάζουμε από
 τα βάθη της ψυχής μας και να πούμε "ελέησε με Θεέ μου". 
Εκείνος που λέει ελέησέ με παίρνει τη βασιλεία των ουρανών, 
γιατί εκείνον που ελεεί ο Θεός δεν τον γλυτώνει μόνο από την
κόλαση, αλλά του χαρίζει και τα αγαθά του παραδείσου».
Γι αυτό και οι άγιοι Πατέρες στην «μονολόγιστη ευχή του Ιησού»
 με σύντομο και αδιάλειπτο τρόπο, επιδιώκουν την ταύτιση του
 "ελέησον με" με την αναπνοή και την καρδιά του κάθε πιστού. 
Όμως για να λάβει κανείς το μέγα έλεος του Κυρίου, προϋποθέτει
 τρία πράγματα:
-Πρώτον, την βαθειά και ειλικρινή μας μετάνοια, όπως προείπαμε.
-Δεύτερον, την προσφορά του δικού μας ελέους με τη συγγνώμη
 στους αδελφούς μας, διότι λέει: «δεν θα υπάρχει έλεος γι'αυτόν 
που δεν έδειξε ευσπλαχνία. Για τον εύσπλαχνο όμως, η τελική 
κρίση θα είναι θρίαμβος» (Ιάκ. 2,13)
-Τρίτον, την απάρνηση των εμπαθών θελημάτων μας.
Στον διδακτικότατο «Ευεργετινό»  διαβάζουμε το εξής χαριτωμένο 
περιστατικό. «Κάποτε συγκεντρώθηκαν οι Πατέρες χάριν 
πνευματικής ωφελείας. Έξαφνα σηκώθηκε ένας από αυτούς και
 πήρε ένα μικρό μαξιλαράκι και το έβαλε στους ώμους του,
 κρατώντας το με τα δυο του χέρια.
Κατόπιν στράφηκε κατά ανατολάς και προσευχήθηκε λέγοντας:
 -Θεέ μου ελέησε με, και συγχρόνως απαντώντας ο ίδιος έλεγε
-Εάν θέλεις να σε ελεήσω, άφησε αυτό που βαστάζεις και θα 
σε ελεήσω. Την σκηνή αυτή επανέλαβε πολλές φορές και στο 
τέλος κάθησε. Τότε οι Πατέρες τον ρωτούν:
-Εξήγησε μας τι σημαίνει αυτό που έκανες; Και ο Γέροντας τους
 απάντησε:
-Το μαξιλαράκι που βάσταζα επάνω στους ώμους μου συμβολίζει 
το θέλημά μου. Παρακαλούσα το Θεό να με ελεήσει, φέροντας
 όμως το θέλημά μου. Και ο Θεός μου έλεγε: Άφησε αυτό που
 βαστάς, δηλ. το θέλημά σου και τότε θα σε ελεήσω ...;
Και ο Γέροντας ασκητής συμπέρανε:
-Και εμείς λοιπόν, αν θέλουμε να μας ελεήσει ο Θεός, ας
 εγκαταλείψουμε τα θελήματά μας και θα επιτύχουμε
 οπωσδήποτε το θείο έλεος ...;".

(Από το βιβλίο του Αρχιμ. Αθηναγόρα Καραμανζάνη, «Στώμεν καλώς ...;»)

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...