Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταπατερική Θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταπατερική Θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Οκτωβρίου 04, 2013

Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΞΩΝ «ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΟΛΟΓΩΝ Δημήτριος Ι. Τσελεγγίδης

 Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ
ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΞΩΝ «ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Δημήτριος Ι. Τσελεγγίδης
Καθηγητής Α.Π.Θ

Γιά νά ἀποφύγουμε κάθε ἐνδεχόμενη ὁρολογική σύγχυση, θά προβοῦμε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς σέ μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση τοῦ νεόκοπου ὅρου «μετα-πατερικός». Ἡ νέα αὐτή ἐπιστημονική ὁρολογία ἐπιδέχεται ποικίλες ἑρμηνεῖες, οἱ ἐπικρατέστερες ὅμως ἐπιστημονικῶς εἶναι, κατά τή γνώμη μας, οἱ ἑξῆς δύο: α) Ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως μετα- προσδίδεται χρονική σημασία, ὁπότε στήν προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τό τέλος τῆς Πατερικῆς ἐποχῆς. Καί β) ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως προσδίδεται κριτική σημασία, ὁπότε ἡ σύνθετη λέξη «μετα-πατερικός» σημαίνει σχετικοποίηση, μερική ἤ ὁλική ἀμφισβήτηση, ἐπαναθεώρηση, νέα ἀνάγνωση, ἤ καί ὑπέρβαση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες θεολόγοι, πού ἐπιχείρησαν ἔμμεσα ἤ ἄμεσα νά αὐτοπροσδιοριστοῦν ὡς «μετα-πατερικοί», χρησιμοποίησαν ἐναλλακτικῶς καί τίς δύο ἑρμηνεῖες, κυρίως ὅμως τή δεύτερη πού ἀναφέρεται στή σχετικοποίηση καί τελικά στήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Τό καταστρεπτικότερο ἔργο στίς συνειδήσεις τοῦ χριστιανικοῦ θεολογικοῦ κόσμου εὐρύτερα τό ἔκαναν, κατά τή γνώμη μας, οἱ Προτεστάντες. Καί τοῦτο, ἐπειδή αὐτοί ἀμφισβήτησαν εὐθέως τό κύρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε καί τή σύνολη Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοσή της. Ταυτόχρονα, ἀκύρωσαν ἐπισήμως, οὐσιαστικά καί τυπικά, τήν ἁγιότητα ὅλων τῶν ἐπωνύμων ἁγίων, ἀμφισβητώντας μέ τόν τρόπο αὐτό καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς ἑκάστοτε στρατευομένης ἐπί γῆς Ἐκκλησίας.
Ἀντίστοιχα, τό καταστρεπτικότερο ἔργο στή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τό ἔκανε καί ἐξακολουθεῖ νά τό κάνει ὁ Οἰκουμενισμός. Ὁ Οἰκουμενισμός ἀποτελεῖ σήμερα τόν δυσώδη φορέα τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ καί κατά συνέπεια τόν πιό ἐπίσημο φορέα τῆς ἐπικινδυνότερης πολυ-αιρέσεως ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδή συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου κριτηρίου καί τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας. Συγκεκριμένα, διά τῶν ἐκπροσώπων του, τοπικῶς καί διεθνῶς, ἐπιχειρεῖ διαρκῶς καί βαθμιαίως ὅλο καί μεγαλύτερες «ἐκπτώσεις» στήν ἐκκλησιολογική-δογματική συνείδηση τῶν ἀνυποψίαστων πνευματικῶς ὀρθοδόξων πιστῶν. Καί αὐτό τό ἐπιτυγχάνει εἰδικότερα μέ τή σχετικοποίηση ἤ καί τήν ἀκύρωση στήν πράξη τοῦ κύρους τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων, καί μάλιστα συλλογικῶν ἀποφάσεών τους, στό πλαίσιο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Βλέπε λ.χ. τήν κατάφορη καί κατ’ ἐξακολούθηση, ἐδῶ καί χρόνια, παραβίαση τοῦ Β΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀπαγορεύει ρητῶς συμπροσευχή μέ ἀκοινώνητους καί ἑτερόδοξους, μέ τή σαφῆ ἀπειλή τῆς καθαιρέσεως τῶν κληρικῶν καί τοῦ ἀφορισμοῦ τῶν λαϊκῶν, πού τόν παραβιάζουν.
Στό παραπάνω εὐρύτερα ἐκκοσμικευμένο θεολογικό κλῖμα, καί εἰδικότερα καί κατεξοχήν στό καθαυτό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού περιγράψαμε, ἐντάσσεται ὀργανικά καί τό ἐμφανιζόμενο τόν τελευταῖο καιρό κίνημα τῶν ἐπίδοξων «μετα-πατερικῶν» θεολόγων. Ἀσφαλῶς, τό κίνημα αὐτό ἔχει σαφῶς καί προτεσταντικές ἐπιδράσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐμφανέστερες, κυρίως, στήν ἐπιστημονικοῦ χαρακτήρα τοποθέτηση τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, ἔναντι τοῦ μέχρι σήμερα διαχρονικοῦ κύρους τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων.
Στή σύντομη θεολογική τοποθέτησή μας θά ἑστιάσουμε κατ᾽ ἐξοχήν στό φρόνημα καί ὄχι στό πρόσωπο τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, καθώς καί στά κριτήρια τῆς ὑποδηλουμένης θεολογίας τους.
Δυστυχῶς, οἱ ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, μέ τίς παράτολμες, ἤ μᾶλλον μέ τίς θρασύτατες καί οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, ἴσως, διατυπώσεις τους, ἐμφανίζονται πρακτικῶς νά ἀγνοοῦν πλήρως τί εἶναι ἡ ἁγιότητα καθεαυτήν, καί κατ’ ἐπέκταση τί εἶναι καθεαυτήν ἡ ἁγιοπνευματική ζωή τῶν ἁγίων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, κατά τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τήν θεμελιώδη προϋπόθεση τοῦ Ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς θεολογεῖν. Ἀκόμη εἰδικότερα, ἐμφανίζονται στά κείμενα νά ἀγνοοῦν, ὅτι Ὀρθόδοξη καί ἀπλανῆ θεολογία παράγουν πρωτογενῶς μόνον ὅσοι καθαρίστηκαν ἀπό τήν ἀκαθαρσία τῶν παθῶν τους, καί κυρίως ὅσοι φωτίστηκαν καί θεώθηκαν ἀπό τίς ἄκτιστες ἐλλάμψεις τῆς θεοποιοῦ Χάριτος. Ἡ ἐπιχειρούμενη, αὐθαδῶς, ὑπέρβαση τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐκ μέρους τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, κλονίζει τήν ἀπαραίτητη γιά τούς πιστούς βεβαιότητα, ὡς πρός τήν διαχρονική ἰσχύ τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας, ἐνῶ παράλληλα εἰσάγει ἀθέμιτα καί πονηρά τήν προτεσταντικοῦ τύπου θεολογική πιθανολογία. Μέ τόν τρόπο ὅμως αὐτό, στήν πραγματικότητα, «μεταίρονται ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν»1. Ἀλλά τοῦτο παραβιάζει βάναυσα τόσο τόν ἁγιοπατερικό ὅσο καί τόν θεόπνευστο βιβλικό λόγο.2
Μέ βάση τά παραπάνω (καί μόνον αὐτά), θά μπορούσαμε νά ὑποστηρίξουμε ἐπιστημονικῶς, ὅτι οἱ ἐπίδοξοι «μεταπατερικοί» θεολόγοι, σαφῶς, δέν ἔχουν τίς προϋποθέσεις τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας. Γιατί, ἀλήθεια, πῶς θά μποροῦσαν νά ὑποστηρίξουν ὅτι τίς ἔχουν, ὅταν συμβαίνει νά εἰσηγοῦνται αὐθαδῶς τήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἤ ὅταν ἐπιχειροῦν νά εἰσαγάγουν στήν ἐκκλησιαστική θεολογική σκέψη μιά Δυτικοῦ τύπου θεολογική καί γνωσιολογική πιθανολογία, πού ὡς προϋπόθεσή της ἔχει τήν ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή θωράκιση καί τόν θεολογικό στοχασμό; Αὐτή καθεαυτήν, ἄλλωστε, ἡ ἔπαρση ὁδηγεῖ στήν ἀπεμπόληση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐγγυᾶται τήν γνησιότητα τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.
Τά ἐπιστημονικά - ἀκαδημαϊκά κριτήρια, πού εἰσηγοῦνται οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι, ὡς τεκμήρια τῆς ἀντικειμενικότητάς τους, δέν συμπίπτουν ἀπαραιτήτως μέ τά ἐκκλησιαστικά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς, ὅταν μάλιστα τά κριτήρια αὐτά χρησιμοποιοῦνται ἀπροϋποθέτως. Ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία ἔχει σαφῶς καί κυρίως ἁγιοπνευματικά κριτήρια. Τό κατεξοχήν καί κορυφαῖο κριτήριο τοῦ ἀπλανοῦς χαρακτήρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἁγιότητα τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι τήν διατύπωσαν.
Προκαλεῖ βαθύτατη θλίψη ἡ παχυλή ἄγνοια καί ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἐρειδομένη ἔπαρση τῶν «μετα-πατερικῶν» θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν, ὅλως ἀμαθῶς, νά ὑποκαταστήσουν τήν ἐνοχλητική μᾶλλον γι’ αὐτούς ἁγιοπατερική θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τήν ἐπικαιροποιημένη ἐπιστημονική-ἀκαδημαϊκή θεολογία τους. Μέ τήν στάση τους αὐτή φανερώνουν σαφῶς, ὅτι δέν γνωρίζουν στήν πραγματικότητα, πώς οἱ Πατέρες εἶναι ἐνεργῶς θεοφόροι καί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἀγνοῦν ὅμως κυρίως, ὅτι ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων καί ἡ ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ εἶναι μία καί ἡ αὐτή, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης3. Δηλαδή ἡ ἁγιότητα τῶν ἁγίων ἔχει ὀντολογικό χαρακτήρα καί εἶναι ἄκτιστη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία μετέχοντας ὁ πιστός ἄμεσα καί προσωπικά, καί ὑπό σαφεῖς ἐκκλησιαστικές προϋποθέσεις, καθίσταται «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» κοινωνός τῆς ἁγιότητας τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι λοιπόν εὐνόητο, ὅτι ὁ χαρακτήρας τῆς ἁγιότητας τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἄκτιστος.
Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ἀπλανῶς τήν Ἀποστολική Παράδοση στήν ἐποχή τους, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως τήν βίωσαν ἡσυχαστικῶς-ἀσκητικῶς καί κατεξοχήν μυστηριακῶς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, γιά νά μείνουμε ἐνδεικτικά μόνον σ’ αὐτούς, ἐπικαιροποίησαν τήν Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοση, ἐκφράζοντας σέ λόγια θεολογική γλώσσα αὐτό ἀκριβῶς πού βίωναν ἀκτίστως καί «ἐν πάσῃ αἰσθήσει» καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες, ἀλλά καί οἱ ὀλιγογράμματοι χαρισματοῦχοι, ὅπως καί οἱ ἁπλοί θεοφόροι πιστοί στήν ἐποχή τους.
χαρισματική ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ τήν πρωτογενῆ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἁπλοϊκή ἤ ἔντεχνη καί λόγια ἐκφορά της. Ἡ θεολογία αὐτή ἀποτελεῖ κτιστή ἔκφραση καί ἑρμηνεία τῆς ζωντανῆς καί ἄκτιστης ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσα στή συγκεκριμένη ἱστορική πραγματικότητα τῆς ζωῆς τῶν θεουμένων ἐκφραστῶν της. «Ὑπό πνεύματος ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἀπό Θεοῦ ἄνθρωποι»4μᾶς διαβεβαιώνει ὁ κορυφαῖος ἀπό τούς ἐπόπτες τῆς θείας μεγαλειότητας. 
Νά ἐπανέλθουμε ὅμως στά κριτήρια τοῦ θεολογεῖν. Τά ἐπιστημονικά-ἀκαδημαϊκά κριτήρια εἶναι κτιστά. Γι’ αὐτό, ἐκτός ἀπό τό ἀσφαλέστατο κριτήριο τῆς ἀκτίστου ἁγιότητας, ἡ μόνη διασφάλιση γιά ἀπλανῆ ὀρθόδοξη, ἐπιστημονική θεολογία μπορεῖ νά ἀναζητηθεῖ, καί ἀπό τούς στερουμένους τήν ἁγιότητα ἐπιστήμονες θεολόγους, στό ταπεινό φρόνημα, πού ἐνέχει καί ἐκφράζει ἡ διαχρονικῶς ἐφαρμοζομένη ἐκκλησιαστική μέθοδος, ἡ ὁποία σημαίνεται στή γνωστή ἁγιοπατερική διατύπωση: «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Αὐτό, ἄλλωστε, τό ταπεινό φρόνημα, τό ὁποῖο διασφάλιζε καί τήν ἁγιότητά τους, εἶχαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες, πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖες ὁριοθέτησαν ἀπλανῶς τήν ἐκκλησιαστική θεολογία. Ὁ θεολογικός στοχασμός, στόν ὁποῖο ἀρέσκονται νά ἀναφέρονται οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι καί ἡ συνεπαγόμενη θεολογική πιθανολογία, δέν προσιδιάζουν στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεολογία, ἀλλά στήν ἑτερόδοξη καί αἱρετική, ἡ ὁποία, ὅπως εὔστοχα χαρακτηρίστηκε ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες, εἶναι «τεχνολογία» μᾶλλον παρά θεολογία5. Εἶναι ἀξιοσημείωτη στήν προκειμένη περίπτωση καί ἡ καίρια παρατήρηση τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτη (τῆς Κλίμακος), ὅτι «ὁ Θεόν μή γνούς, (ἐννοεῖται ἐμπειρικῶς καί βιωματικῶς), στοχαστικῶς ἀποφαίνεται»6.  Ἀλλά καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θά χρεώσει στούς λατινόφρονες βαρλααμίτες τόν χαμαίζηλο καί ἀνθρώπινο θεολογικό στοχασμό, σημειώνοντας ἀντιθετικῶς, ὅτι «ἡμεῖς οὐ στοχασμοῖς ἀκολουθοῦντες, ἀλλά θεολέκτοις λογίοις τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως πεπλουτήκαμεν»7
ταν ἀγνοεῖται καί παραμερίζεται ἡ ἁγιότητα, ἤ ἔστω ἡ Ὀρθόδοξη θεολογική μεθοδολογία τοῦ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν», εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ υἱοθέτηση τοῦ «ἐλεύθερου» θεολογικοῦ στοχασμοῦ καί τῆς θεολογικῆς πιθανολογίας. Τοῦτο ὅμως ὁδηγεῖ οὐσιαστικά σέ μιά «νεο-βαρλααμιτική» θεολογία, πού εἶναι ἀνθρωποκεντρική καί ὡς κριτήριό της ἔχει τήν αὐτονομημένη λογική. Ὅπως δηλαδή ὁ Βαρλαάμ καί οἱ ὁπαδοί του ἀμφισβήτησαν τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τοῦ θείου φωτός καί τῆς θείας Χάριτος, ἔτσι και οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι σήμερα παραγνωρίζουν στήν πράξη τόν ἄκτιστο καί ἄρα διαχρονικό χαρακτήρα τῆς ἁγιότητας καί τῆς διδασκαλίας τῶν θεοφόρων Πατέρων, τούς ὁποίους ἀξιώνουν νά ὑποκαταστήσουν στή διδασκαλία, παράγοντας, κατά τή γνώμη τους, οἱ ἴδιοι πλέον πρωτογενῆ θεολογία. Αὐτό δέν ἀποτελεῖ μία ἐξωτερικοῦ χαρακτήρα Πατρομαχία, ἀλλά κυρίως συνιστᾶ μία Θεομαχία, ἐπειδή ἐκεῖνο πού καθιστᾶ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὄντως Πατέρες εἶναι ἡ ἄκτιστη ἁγιότητά τους, τήν ὁποία ἔμμεσα ἀλλά οὐσιαστικά παραμερίζουν καί ἀκυρώνουν μέ ὅσα εἰσηγοῦνται μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία τους.
«μετα-πατερική» θεολογία, σύμφωνα μέ τά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού προαναφέραμε, εἶναι ἀπόδειξη ἐπηρμένης διανοίας. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀδύνατη ἡ ἐκκλησιαστική νομιμοποίησή της. Ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία εἶναι ταπεινή καί εἶναι πάντοτε «ἑπόμενη τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Αὐτό δέν σημαίνει, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία στερεῖται πρωτοτυπίας, δυναμισμοῦ, ἀνανεωτικοῦ πνεύματος καί ἐπικαιρότητας. Ἀπεναντίας, ἔχει ὅλα τά παραπάνω χαρακτηριστικά, γιατί ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ζώσας παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐκεῖνον, πού θεολογεῖ μ’ αὐτόν τόν τρόπο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ὅσα βίωσαν ἀπό τήν ἐνεργοποίηση τῆς προσωπικῆς τους Πεντηκοστῆς, πάντοτε ὅμως, πρακτικῶς, «ἑπόμενοι» καί ἐν συμφωνίᾳ μέ τούς προγενεστέρους θεοφόρους Πατέρες.
Ἡ Ὀρθόδοξη ἐπιστημονική ἀκαδημαϊκή θεολογία δέν καλεῖται, βεβαίως, νά ὑποκαταστήσει τήν ἁγιοπατερική – χαρισματική θεολογία, οὔτε ὅμως δικαιοῦται νά παρουσιάζει ἄλλην, ἐκτός ἀπό τήν αὐθεντική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἔργο της εἶναι νά προσεγγίζει, νά διερευνᾶ καί νά παρουσιάζει ἐπιστημονικά τό περιεχόμενο τῆς πρωτογενοῦς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας, νά διακρίνει καί νά γνωστοποιεῖ τά κριτήρια τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό θά πετυχαίνεται καί θά ἰσχυροποιεῖται ὅλο καί περισσότερο ἡ σύζευξη τῆς ἁγιοπατερικῆς – χαρισματικῆς θεολογίας μέ τήν ἐπιστημονική θεολογία. Καί ὅλα αὐτά θά προωθοῦνται, μόνον ὅταν οἱ ἐκφραστές τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας δέν θά εἶναι προσωπικῶς ἄμοιροι τῶν ἁγιοπνευματικῶν προϋποθέσεων καί ἄγευστοι τῶν ἐκκλησιολογικῶν βιωματικῶν δεδομένων.
Ἡ ἐπιστημονική καί ἡ ἀκαδημαϊκή θεολογία, ὅταν δέν ἔχει τίς παραπάνω προδιαγραφές, ὅταν στερεῖται τήν βιωματικῶς ἐκκλησιολογική ἐκφορά της, εἶναι στοχαστική θεολογία καί πτωχή πνευματικῶς. Προσεγγίζει μόνο μέ κτιστό τρόπο τήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, καί ἐκφράζει, στήν καλύτερη περίπτωση, ἐλλιπῶς τά πράγματα, καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, δυστυχῶς, ἀπό ἐσφαλμένα ἕως καί αἱρετικά.
χουμε τήν γνώμη, ὅτι ἄν οἱ «μετα-πατερικοί» θεολόγοι εἶχαν τίς ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις τῶν Πατέρων, θά ἐπιχειροῦσαν ταπεινά καί ἀθόρυβα νά ὀρθοτομήσουν τήν ἀλήθεια γιά τήν ἐποχή τους, χωρίς ἀπαξιωτικές ἤ ἔστω ἀμφίσημες ἀναφορές στούς ἁγίους Πατέρες. Καί, ἄν τούς δικαίωναν τά πράγματα, τότε ἀσφαλῶς θά ἦταν αὐτοί οἱ ἐκφραστές τῆς ζωντανῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε, ἀναπόφευκτα, ὅτι δέν θά ἦταν τά λεγόμενά τους ἀντίθετα μέ τά λεγόμενα τῶν Ἁγίων πατέρων διαχρονικῶς καί ἰδιαίτερα δέν θά ἔρχονταν σέ ἀντίθεση μέ ἀποφάσεις τους σέ Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἔτσι, θά ἦταν περιττός ὅλος αὐτός ὁ θόρυβος, σχετικά μέ τήν «μετα-πατερική» θεολογία. Ὅμως, οἱ ἐπίδοξοι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων θέτει σαφῆ ὅρια, τά ὁποῖα εἴτε δέν τούς εὐνοοῦν προσωπικῶς, εἴτε ἐμποδίζουν τούς στρατηγικούς στόχους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τόν ἀγαπημένο τους Οἰκουμενισμό. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι ἁπλῶς τό ἐπιμελημένο περιτύλιγμα!
Συμπερασματικά, τέλος, θά μπορούσαμε ἀβίαστα νά ὑποστηρίξουμε, ὅτι ἡ «μετα-πατερική» θεολογία συνιστᾶ σαφῆ καί κραυγαλέα ἀπόκλιση τόσο ἀπό τή μέθοδο ὅσο καί ἀπό τό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀπόκλιση δηλαδή ἀπό τήν παραδοσιακή θεολογία, τόσο ὡς πρός τόν τρόπο, τίς προϋποθέσεις καί τά κριτήρια τοῦ Ὀρθοδόξως θεολογεῖν, ὅσο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας.



1 Βλ.γίουωάννου Χρυσοστόμου, PG 59, 63: «μή μεταίρωμενρια αώνια,θεντο οΠατέρεςμν».
2 Βλ. Παροιμ. 22, 28: «μή μεταῖρε ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες σου».
3 Βλ. Περί τελειότητος, PG 46, 280D. Ἡ μόνη διαφορά ἔγκειται στό γεγονός, ὅτι ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγαία καί φυσική (εἶναι οὐσιώδης ἐνέργεια τῆς θείας φύσεως), ἐνῶ ἡ ἁγιότητα τοῦ ἁγίου εἶναι χαρισματική, δοσμένη κατά Χάρη ἀπό τόν Θεό
4 Β' Πέτρ. 1, 21.
5 Βλ. Ἐπιστολή 90, PG 32, 473: «Καταπεφρόνηται τά τῶν Πατέρων δόγματα, ἀποστολικαί Παραδόσεις ἐξουθένηνται, νεωτέρων ἀνθρώπων ἐφευρέματα ταῖς Ἐκκλησίαις ἐμπεπολίτευται, τεχνολογούσι, λοιπόν, οὐ θεολογούσιν οἱ ἄνθρωποι, ἡ κατά κόσμον σοφία τά πρωτεῖα φέρεται».
6 Βλ. Λόγος Λ', 13.
7 Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 18

 
Από το βιβλίο:
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΣ ΚΑΙ ΑΠΛΑΝΩΣ ΘΕΟΛΟΓΕΙΝ.
ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ (σσ: 101-110)
Εκδόσεις ΠΟΥΡΝΑΡΑ




πηγή

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος: «Οι Πατέρες της Εκκλησίας έρχονται να νοηματοδοτήσουν την κοινή πορεία του Έθνους μας στον 21ο αιώνα»





Παρών στην Ημερίδα της Μητροπόλεως Πειραιώς για την πατερική θεολογία και την μεταπατερική αίρεση (15/2/2012) ήταν και ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός και σήμερα ορισθείς Υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος. Στον σύντομο χαιρετισμό του κατά την έναρξη της Ημερίδας ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος είχε τονίσει μεταξύ άλλων: «Ο δρόμος της επανεύρεσης της ταυτότητας μας περνάει και μέσα από τις μεγάλες μορφές και τις διδαχές των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
 


Γιατί εκείνοι με βαθιά γνώση του κόσμου τούτου, με τον θεολογικό τους στοχασμό προίκισαν το Έθνος μας με τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά της αγάπης για την αλήθεια, του αισθήματος δικαίου, της κοινοτικής –συνοδικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, της υπέρτατης αρετής της ελευθερίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έρχονται να νοηματοδοτήσουν την κοινή πορεία του Έθνους μας στον 21ο αιώνα».


Κλείνοντας τον χαιρετισμό του τόνισε: «Η αντιμερώπιση αυτής της βαθιάς υπαρξιακής κρίσης που βιώνουμε ως Ένθος, προϋποθέτει ως αναγκαία συνθήκη την ενότητά μας, την ενότητα του Έθνους, την ενότητα όλων μας. Ο πολιτικός μεταπρατισμός που είναι εφήμερος και επίκαιρος στη χώρα μας και πρεσβεύεται από διάφορους διανοούμενους από τη μια αλλά και η μεταπατερική θεολογία που πρεσβεύουν κάποιοι θεολόγοι από την άλλη δεν υπηρετούν αυτό το σκοπό της εθνικής ενότητας. Κι αυτό γιατί γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει ο όρος αίρεση στην ελληνική γλώσσα. Σημαίνει την κατάτμηση, την κατάτμηση της αλήθειας, την προτίμηση μέρους της αλήθειας εις βάρος όλης της αλήθειας, της καθολικής αλήθειας. Και σ’ αυτές τις στιγμές δεν έχουμε το περιθώριο να κάνουμε καμία έκπτωση από την ακεραιότητα της αλήθειας. Γιατί η αλήθεια είναι ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία».

Τρίτη, Μαΐου 22, 2012

ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΣ ΣΧΟΛΕΣ «Δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός»!



«Μεταπατερικές παρεμβάσεις στίς Θεολογικές μας Σχολές 
– Τρόποι διακριτικῶν ἀντιδράσεων»

Εἰσήγησις Πρωτ. Ἰωάννου Φωτοπούλου, Νομικοῦ – Θεολόγου
στήν ΗΜΕΡΙΔΑ:
«ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ἢ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ»; 

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ 19-5-2012

Σημείωση: Λόγῳ τοῦ ὅτι ἐξαντλήθηκε ὁ προβλεπόμενος χρόνος διαρκείας τῆς ὡς ἄνω ἡμερίδος, ἀποφασίστηκε τελικῶς νά μήν ἐκφωνηθεῖ ἡ παροῦσα εἰσήγηση. Παρατίθεται κατωτέρω καθώς τό θέμα εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό.

.            Ἀσχολούμαστε στήν εἰσήγησή μας αὐτή μέ τίς μεταπατερικές παρεμβάσεις στίς θεολογικές σχολές ἀφοῦ ἀπό ἐκεῖ προέρχονται οἱ θεολόγοι καθηγητές καί ἐκεῖ γίνονται πολλές ζυμώσεις γιά τήν μετεξέλιξη τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.
.            Γιά ὅσους δέν γνωρίζουν, «μεταπατερική θεολογία» εἶναι ὅρος πού σηματοδοτεῖ τήν προσπάθεια μοντέρνων νεοεποχητικῶν θεολογικῶν κύκλων νά ὑπερβοῦν τή θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Προσποιοῦνται ὅτι ἀκολουθοῦν τό πνεῦμα τους  καί ὅτι λαμβάνοντας ὑπ’ὄψιν τίς σημερινές συνθῆκες καί προκλήσεις κάνουν περαιτέρω βήματα γιά τήν προσφορά θεολογικοῦ λόγου μέ στόχο τήν παρουσία καί διακονία τῆς Ἐκκλησίας στό σήμερα. Στήν πραγματικότητα ὁ στόχος τῶν μεταπατερικῶν παρεμβάσεων στήν ἀκαδημαϊκή θεολογία καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ποιμαντική εἶναι ἡ κατάργηση κάθε φραγμοῦ, ἡ κατάλυση τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, τῶν ἱερῶν κανόνων τοῦ ἀσκητικοῦ ἤθους τῆς λειτουργικῆς καί ἐν γένει ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἡ ἀποκοπή ἀπό τή βυζαντινή –ρωμαίϊκη συνέχεια καί ἡ παράδοση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος στή μέγγενη τοῦ ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ τῆς Νέας Ἐποχῆς. Αὐτό ἀπέδειξε ἀρχικά μέ τό Ὑπόμνημά του πρός τήν Ἱερά μας Σύνοδο ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γλυφάδας κ. Παῦλος παραθέτοντας πολλά ἀποσπάσματα ἀπό τίς εἰσηγήσεις πού ἔγιναν στό κέντρο τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, στήν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου, μέ τίτλο «Νεοπατερική Σύνθεση ἤ μεταπατερική θεολογία. Τό αἴτημα τῆς θεολογίας τῆς συνάφειας στήν ὀρθοδοξία». Στή συνέχεια τό καρκίνωμα τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας ἀνέλυσαν καί ἀναίρεσαν μέ συντριπτικά θεολογικά-ἱστορικά ἐπιχειρήματα οἱ ἐκλεκτοί εἰσηγητές τῆς ἡμερίδος γιά τήν Μεταπατερική αἵρεση πού ἔγινε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ.
.            Εἴπαμε γιά τή στόχευση τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων. Ἄς ποῦμε καί γιά τό περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μέ πρόφαση τή διακονία τῆς θεολογίας στό σήμερα, ὅλα τά μαθήματά τους οἱ μεταπατερικοί θεολόγοι τά κάνουν μέσα ἀπό τήν οἰκουμενιστική προοπτική, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἀνοίγει τήν Ἐκκλησία στόν κόσμο, ἐνῷ στήν πράξη καταστρέφει στή συνείδηση τῶν διδασκομένων τήν μοναδικότητα τῆς ἀληθείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.   Μοντέρνες  ἰδέες σχετικές τήν ἀποφυγή τοῦ φανατισμοῦ καί τοῦ φονταμενταλισμοῦ, τήν ἀνοχή στή διαφορετικότητα, τήν πολυπολιτισμικότητα-πολυθρησκευτικότητα, τήν ἰσότητα τῶν δύο φύλων τήν οἰκολογία κλπ.,  ἀκριβῶς ὅσα διακινοῦνται στή ντόπια καί διεθνῆ πολιτική σκηνή πρός ἐπιβολήν τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἠχοῦν ἀδιαλείπτως στά ὧτα τῶν διδασκομένων τή θεολογία.
.            Ἄς δοῦμε καί τή στρατηγική τους. Φυσική τους βάση οἱ θεολογικές σχολές. Οἱ νέοι φοιτητές διδάσκονται τούς Πατέρες τά όρθόδοξα δόγματα, τήν Καινή καί Παλαιά διαθήκη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία διανθισμένα τόσο πολύ ἀπό τίς νεοεποχήτικες ἰδέες, πού προαναφέραμε ὥστε ἡ θεολογική τους σκέψη δέν ἐγκεντρίζεται  στήν καλλιέλαιο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά στό σαπρό δένδρο τῆς οἰκουμενιστικῆς συγκριτιστικῆς «θεολογίας», μιᾶς δηλαδή ἰδιωτικῆς θεολογίας κατά τίς ἐπιταγές του ΠΣΕ. Μέσῳ τῶν σπουδῶν στίς θεολογικές σχολές οἱ μεταπατερικοί στρατολογοῦν προσοντούχους φοιτητές πού κάμουν μεταπτυχιακές σπουδές. Στή συνέχεια τούς στέλνουν γιά σπουδές στίς θεολογικές σχολές τοῦ ἐξωτερικοῦ καί σέ κολλέγια καί σχολές τοῦ Βατικανοῦ, τούς φέρνουν σέ ἐπαφή μέ οἰκουμενιστικά κέντρα π.χ. τό πατριαρχικό κέντρο στή Γενεύη, καί τό οἰκουμενιστικό μοναστήρι τοῦ Bose. M’ αὐτούς  ἐπανδρώνουν δηλ. καταλαμβάνουν καί διαβρώνουν τίς ἑλληνικές θεολογικές σχολές, ἐνῷ ἀλλους τούς προωθοῦν γιά  συμβούλους θεολόγων καί συμβούλους τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου. Ἄλλοι ἐργάζονται σέ θεολογικά περιοδικά-think tanks τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας.  Οἱ ὑπόλοιποι πτυχιοῦχοι, ὅσοι εἶναι ἀστήρικτοι στήν ὀρθόδοξη πίστη, ἔχοντας δεχθεῖ τίς δηλητηριώδεις ἰδέες τους καταλαμβάνουν θέσεις στήν ἐκπαίδευση μεταδίδοντας πολλαπλασιάζοντας τή σαπρή ἀντι-ορθοδοξία στούς ἀνύποπτους μαθητές.
.            Ἀλλά αὐτό δέν κρίνεται ἀρκετό γιά τή διάβρωση μιά συμπαγοῦς ὀρθοδόξου κοινωνίας. Πρέπει νά ἀγρευθεῖ, εἰ δυνατόν, ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἰδού ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν  Σπουδῶν πού λειτουργεῖ ὡς μεσάζων μεταξύ τῆς ἀκαδημαϊκῆς elite καί τῆς Ἐκκλησίας.  Ἐδῶ ὄχι μόνο θά ἐκπαιδευθοῦν οἱ συμμετέχοντες στό μετα-ἀντιπατερικό πνεῦμα, ἀλλά θά συγχρωτισθοῦν μεταξύ τους καί μέ τά «μεγάλα πνεύματα» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί στή συνέχεια θά προωθηθοῦν σέ ἀνώτερες θέσεις στόν ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό, ὡς κληρικοί ἤ λαϊκοί συνεργάτες καί θά λειτουργήσουν μέσῳ κηρυγμάτων, ἐκπομπῶν, περιοδικῶν, συνεδρίων καί διαλέξεων στήν περιφέρεια ὡς πολλαπλασιαστές τῆς μεταπατερικῆς πλάνης.
.            Προσφιλής μέθοδος τῶν διδασκόντων εἶναι ἡ προφορική μετάδοση τῆς κακοδοξίας τους γιά νά ἀποφύγουν τήν κατά μέτωπο κριτική. Οἱ μετα-αντιπατερικοί ἐνοχλοῦνται ἀπό τήν ἀπολογητική καί τήν ἀντιαιρετική δράση τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦν ὅτι ἀνήκει ὁριστικά στό παρελθόν. Δέν ἀνέχονται οὔτε τό ὄνομα νά ἀκούσουν τοῦ μεγάλου ἀπολογητοῦ τῶν καιρῶν μας τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, τόν ὁποῖο, παρά τίς πολλές ἐργασίες του ἐμπόδισαν νά καταλάβει ἕδρα στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.
.            Ἄς ἀναφέρουμε συγκεκριμένα παραδείγματα μεταπατερικῶν ἐκτροπῶν. Στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου ἐγκρίθηκαν παρά τίς ἀντιρρήσεις ὀρθοδόξων καθηγητῶν δύο διατριβές πού ἐμφάνισαν τούς αἱρεσιάρχες μονοφυσίτες Διόσκορο καί Σεβῆρο ὡς ὀρθοδόξους.  Λέγεται ἀκόμη ἀπό φοιτήσαντας ὅτι στόν ἑρμηνευτικό τομέα μέ τόν τρόπο τους οἱ μεταπατερικοί σέ κάποια θεολογικά τμήματα ἀποκλείουν ὑποψηφίους μεταπτυχιακούς πού ἀκολουθοῦν τήν ἑρμηνευτική τῶν Ἁγίων Πατέρων. Καλοῦνται ἐπίσης παπικοί καί προτεστάντες καθηγητές νά διδάξουν τούς φοιτητές τῶν θεολογικῶν σχολῶν.

.            Ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἔχει δηλώσει σέ δημοσιογράφο ὅτι δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός(!!)», καί ὅτι«δέν ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ» ἐνῷ συνάδελφός του ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἔχει γράψει παλαιότερα ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντλεῖ τήν ὕπαρξή της… ἀπό τό παρόν ἤ ἀπό τό παρελθόν (ἀκόμη καί  ἀπό  τό γεγονός Χριστός), ἤ ἀπό αὐτό πού τῆς δόθηκε ὡς θεσμός, ἀλλά ἀπό τό μέλλον, ἀπό τά ἔσχατα».[1] Στή Δογματική διδάσκων παρουσιάζει τέτοια ἀδιάλυτη ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος, ὥστε ἰσχυρίζεται ὅτι πεθαίνοντας τό σῶμα πεθαίνει καί ἡ ψυχή καί ὁλοκληρώνει τήν ἀμπελοφιλοσοφία του λέγοντας ὅτι δέν ὑπάρχει κόλαση.  Ἄλλος διδάσκει ὅτι ἐφ᾽ ὅσον ὑπάρχει κοινωνία μέ τόν Θεό, δέν ἔχουμε πρόβλημα μέ τόν γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων, ἐνῷ ἡ ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν συζητεῖται ὡς πρόβλημα. Στό μάθημα τῆς ποιμαντικῆς ψυχολογίας διδάσκει κάποιος ὅτι δέν ὑπάρχει διάβολος καί ἁμαρτία ἀλλά μόνο ψυχικά νοσήματα.  Ἀλλος διδάσκει τήν Καμπάλα, τήν ἑβραϊκή μαγεία μέ τρόπο θετικό δημοσιεύοντας ἀντίστοιχα ἄρθρα σέ ἀποκρυφιστικά περιοδικά.  Καί ἄλλος διδάσκει μέσῳ τοῦ μαθήματος τῆς Π.Δ.  ὅτι ἡ «Ἐκκλησία» ὡς «ἡ ζωντανή σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό δέν ἐπιδέχεται ὀργάνωση καί θεσμοθέτηση»[2]. Στό Κανονικό δίκαιο καθηγητής διδάσκει τήν εὐλογία ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν γάμο ἑτεροθρήσκων.Εὐκαίρως-ἀκαίρως σέ κάθε μάθημα καλλιεργεῖται το πνεῦμα τῆς λεγομένης λειτουργικῆς ἀνανεώσεως πού περιλαμβάνει τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου, τίς μικτές χορωδίες, τίς φαιδρές-γιά νά γελάει κάθε πικραμένος- μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων καί τήν κατάργηση τῆς μυστικότητος τῶν εὐχῶν.  Κοινός παρανομαστής τῶν ἀνωτέρω εἶναι ἡ ἀπέχθεια πρός τό πνεῦμα τῶν Πατέρων.Κάποιος δέ ἐξ αὐτῶν ἐξέφραζε τήν εὐγνωμοσύνη πρός κοιμηθέντα καθηγητή του γιατί, ὅπως εἶπε, ἀπάλλαξε τή θεολογία ἀπό τό νά βλέπει τά ἁγιογραφικά κείμενα κάτω ἀπό τούς Πατέρες.
.         Έδῶ πρέπει νά ἐξηγήσουμε ὅτι ἡ σέ μεγάλο βαθμό μεταπατερική ἀλλοίωση τῶν θεολογικῶν σχολῶν δέν ἦταν κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ.  Διαβάζαμε  ὅτι στή δεκαετία τοῦ ‘50 καθηγητής τῆς Πατρολογίας ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ ἡσυχασμός προσκρούει στή λογική μας καί ὅτι οἱ Μεσαλλιανοί ἐπέδρασαν ἐπί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ[3]. Πληθώρα καθηγητῶν ἀκολουθώντας δουλικά τήν ξένη θεολογία θεωροῦσαν καί θεωροῦν τά ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα νόθα καί ἔργα μονοφυσιτικά μέ νεοπλατωνικές ἐπιδράσεις, τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου μεσσαλιανά, τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως ἀμφιβαλλόμενο.  Ἀλλος καθηγητής ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ Β΄Βατικανή Συνοδος «συνιστᾶ τό σημαντικότερον θεολογικό γεγονός τῆς ἐποχῆς μας», καί ὅτι ὁ Πάπας αὐτός «υπῆρξεν ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ πνεύματος τῆς ἐν ἀγάπῃ διακονίας τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας»[4]. Ἀλλος ὕβριζε τόν ἅγιο Μακάριο παρομοιάζοντας τίς ἐν Χριστῷ ἐμπειρίες του μέ τίς ἐκστατικές ἐμπειρίες τῶν Ἰνδῶν καί τῶν Δερβίσιδων[5]  ἐνῷ τή θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός ὑπό τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Ν. Θεολόγου ἀπέδιδε σέ ὑπερένταση τῶν νεύρων του[6].   Καθηγητής τῆς θρησκειολογίας δίδασκε ὅτι «θά μπορούσαμε νά δοῦμε τίς θρησκευτικές ἐμπειρίες…καί ὡς ἀπορρόφηση ὁρισμένων ἀκτίνων ἀπό τήν παγκόσμια θεία ἀκτινοβολία»[7].

.            Καί τώρα τί κάνουμε; Χαρακτηρίζουμε τίς θεολογικές σχολές, «θεολογικές σχολές μας». Νοιαζόμαστε γι’αὐτές γιατί τίς θεωροῦμε σάρκα ἐκ τῆς σαρκός τῆς Ἐκκλησίας, τή θεολογική ἐπιστήμη διακονία στό Σῶμα Της. Ἀπ΄αὐτές θεολογικά-ἐπιστημονικά γεννῶνται οἱ καθηγητές θρησκευτικῶν τῶν σχολείων μας καί ὅλοι οἱ ποικίλοι διάκονοι τοῦ θεολογικοῦ λόγου καί τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου. Το ζήτημα εἶναι ἄν τό ἴδιο νοιώθουν καί ὅλοι οἱ ἀκαδημαϊκοί δάσκαλοι ἤ ἄν τινές ἐξ αὐτῶν μέ φρόνημα ἐπηρμένο προασπίζουν, ὡς ἀπειλούμενη ἀπό τήν Ἐκκλησία, τήν  ἐπιστημονική  αὐτοτέλεια τῶν σχολῶν τους.   Πάντως ὅσοι νοιώθουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν νά βοηθήσουν εἴτε μέσα εἴτε ἔξω ἀπό τίς σχολές νά σταματήσει ἡ μεταπατερική ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου θεολογικῆς ἐπιστήμης. Ἀς ξεκινήσουμε ἀπό τό θεωρητικά εὐκολώτερο. Ἐκτός τῆς θεολογικῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητος ὀφείλουμε στά πλαίσια μιᾶς ὀρθοδόξου Ἀπολογητικῆς

  1. νά συνεχίσουμε νά γνωστοποιοῦμε μέ δημοσιεύματα καί συνέδρια μέ ὀρθόδοξη θεολογική κατωχύρωση τή μεταπατερική ἐκτροπή ἐνημερώνοντας καί τήν ἐκκλησιαστική μας ἀρχή.

  2. νά ἀσχοληθοῦμε, ὕστερα ἀπό τόν ἐπιτυχῆ ἐντοπισμό τῆς μεταπατερικῆς πλάνης καί τῶν ἐσφαλμένων θεολογικῶν της προὑποθέσεων-τίς ἀνέλυσε σέ βάθος ὁ σεβασμιώτατος Ναυπάκτου- μέ τή λεπτομερῆ συστηματική πατερική αναίρεση ἑκάστης πλάνης πού ἁπλώνεται στήν Τριαδολογία, Χριστολογία, ἀνθρωπολογία, σωτηριολογία, ἐκκλησιολογία καί ἐσχατολογία. Ἀρέσει στούς μεταπατερικούς ἡ γενίκευση καί ἡ ἐπιλεκτική ἀντιμετώπιση τῶν πλανῶν τους γιατί  στήν περίπτωση αὐτή πολλές φορές δίνεται ἡ ἐντύπωση στούς καλοπροαίρετους ὅτι πάσχει σέ μερικά πράγματα ἡ μεταπατερική θεολογία, ἀλλά διαθέτει καλά στοιχεῖα καί ἐπιστημονικη σοβαρότητα.

  3. νά δημιουργήσουμε ἕνα ἐπιστημονικό ἀντίβαρο,  ἕνα χῶρο συστηματικῆς διδασκαλίας, ὅπου θά ἐπιμορφώνονται ὀρθόδοξα θεολόγοι, κληρικοί καί σοβαρά ἐνδιαφερόμενοι ἄνθρωποι πάνω στά θεολογικά μαθήματα, τῆς ἑρμηνείας Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τῆς πατερικῆς διδαχῆς καί τοῦ κανονικοῦ δικαίου.  Θά πρέπει πρός τοῦτο νά ὁρίζονται ὡς διδάσκοντες ὀρθόδοξοι ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι τῆς θεολογίας καί ἄλλοι κληρικοί καί λαϊκοί ἐγνωσμένης παιδείας καί ὀρθοδόξου φρονήματος.  Ὅσο καταλαμβάνεται ἡ θεολογική ἐπιστημονική κοινότητα ἀπό μεταπατερικούς καθοδηγητές τόσο ἀναγκαιότερη γίνεται ἡ ἵδρυση ἑνός τέτοιου ἐγκύρου ἐπιστημονικά καί ὀρθόδοξα φορέως, ὅσο καί ἄν εἶναι δύσκολο τό ἐγχείρημα.

  4. νά συγγραφοῦν βιβλία ὀρθοδόξου συστηματικῆς κατηχήσεως μέ περιεχόμενο κατάλληλο γιά τά παιδιά ὅλων τῶν ἡλικιῶν  πού νά χρησιμεύσουν ὡς βοηθήματα στούς κατηχητές καί ὡς ἐναλλακτικά βιβλία θρησκευτικῶν.

.            Ἔσωθεν τά πράγματα εἶναι δυσκολώτερα.  Τολμῶ νά ἀρθρώσω κάποιες προτάσεις, ἄν καί καταλαβαίνω πόσο μικρός καί ἀναρμόδιος εἶμαι καί πόσο δυσχερής καί ἰδιόμορφη εἶναι ἡ θέση τῶν ὀρθά φρονούντων μέσα στό Πανεπιστήμιο.
.       Κατ΄ἀρχάς ὀφείλουν οἱ ὀρθοδόξως  διδάσκοντες νά διδάσκουν τά τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μέ σθένος χωρίς μισόλογα καί χωρίς νά καλύπτουν τούς θρασεῖς ὑπερμάχους τῆς μεταπατερικῆς πλάνης. Ὀφείλουν νά συγκροτοῦν  στή συνείδηση τῶν φοιτητῶν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα διδασκόντων, ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς τους ὅπου θά μποροῦν (οἱ φοιτητές) νά ἀκούσουν ὀρθόδοξη πατερική διδασκαλία. Δέν ἐννοῶ μ’αὐτό τἠν ἐπιστημονική τους ἀπομόνωση, οὔτε βέβαια διαμόρφωση ἐχθρικοῦ κλίματος, ἀλλά τή συγκρότηση μιᾶς ὀρθόδοξης πυξίδας πού θά μποροῦν νά βρίσκουν καί νά ἀκολουθοῦν οἱ φοιτητές, οὕτως ὥστε μαζί μέ τήν γενικότερη θεολογική τους παιδεία καί τίς ποικίλες θεωρίες πού διδάσκονται νά μποροῦν νά μένουν, ἄν θέλουν, στερεωμένοι στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, δηλ. στή διδασκαλία τῶν Ἁγιων Πατέρων.
.            Ὀφείλουν ἐπίσης οἱ ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι νά ἐπιμείνουν στήν αὐτοτέλεια τῶν θεολογικῶν σχολῶν, ἐξηγώντας urbi et orbi  τήν ποιότητα τῶν θεολογικῶν μαθημάτων καί καταδεικνύοντας τήν ἀπύθμενη διαφορά τους ἀπό τή θρησκειολογική μεταχείριση  τους καί νά ἀρνηθοῦν νά ὑποβιβάσουν τήν ἐπιστήμη τους σέ θρησκειολογικό παρακλάδι τῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν.
.            Ὅσον ἀφορᾶ τό τόσο καθοριστικό γιά τίς θεολογικές σχολές ἐκλεκτορικό δικαίωμα τῶν διδασκόντων καταλαβαίνω ὅτι εἶναι ἄψαυστο καί ἄβατο σέ μᾶς, ἀλλά πιστεύω ὅτι οἱ ὀρθά βαδίζοντες τήν ἀκαδημαϊκή θεολογική τρίβο γνωρίζουν τό πρός τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί Ἐκκλησία καθῆκον τους καί ἔχουν πρό ὀφθαλμῶν τόν ἀδέκαστο Κύριο τόν ἐτάζοντα καρδίας καί νεφρούς.


[1] Τά παραπάνω περιλαμβάνονται σέ μελέτη τοῦ κ. Βασιλειάδη δημοσιευμένη στήν Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης (τομ. 11 Θεσσαλονίκη 2001 σελ. 25-32).  
[2] ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ὁ θεσμός τῆς ἱερωσύνης στήν Παλαιά Διαθήκη ἐν Τό Μυστήριον τῆς Ἱερωσύνης(Πρακτικά Ζ΄Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου) σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 12, Κλάδος Ἐκδόσεων τῆς ἐπικοιν. καί μορφ. ὑπηρ. Ἐκκλ. Ἑλλάδος , Ἀθῆναι 2006. 
[3] Θεοκλήτου Διονυσιάτου Ἀθωνικά  Ἄνθη σ. 99, 228-229 (Πρόκειται γιά τόν Μπαλάνο).
[4] Κων. Μουρατίδου Κανονικόν Δίκαιον τ. Β’ 1984 σ. 434
[5] Π. Τρεμπέλα, Μυστικισμός-Ἀποφατισμός-Καταφατική Θεολογία τεῦχ. α΄σ. 56
[6] Ὡς ἄνω σ. 74
[7] Ἀναστασίου Γιαννουλάτου, Παγκοσμιότητα καί Ὀρθοδοξία σ. 193
πηγή

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2012

Πατερική ή πατρομάχος η «μεταπατερική θεολογία»;


πηγή

Πατερική ή πατρομάχος η «μεταπατερική θεολογία»;
Του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
Η ημερίδα που διοργάνωσε στα μέσα Φεβρουαρίου η Μητρόπολη Πειραιώς με θέμα «Πατερική θεολογία και μεταπατερική αίρεση» αποκάλυψε σε όλο του το μέγεθος τον αιρετικό χαρακτήρα της λεγόμενης «μεταπατερικής θεολογίας». Σε μια προσπάθεια να αποδείξουν υπερβολικά και λανθασμένα τα συμπεράσματα της ημερίδας αυτής, τις επόμενες ημέρες ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος προέβησαν σε δύο πραγματικά πρωτότυπες ερμηνείες της «μεταπατερικής θεολογίας»...

Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος στην εγκύκλιό του για την Κυριακή της Ορθοδοξίας τόνισε σχετικά: «Δεν υπάρχει μεταπατερικότητα ξεκομμένη από τη διαχρονική διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, ξεκομμένη από την αιώνια Αλήθεια της Ορθοδοξίας. Αυτό, που κάποτε καλούμε «μεταπατερική», δεν είναι «αντιπατερική» θεολογία, αλλά θεολογία «μετά», δηλ. μ α ζ ί με τους Αγίους Πατέρες».
Μια τέτοια ερμηνεία σύνθετης ελληνικής λέξης προφανώς κινείται έξω από τα όρια των κανόνων της ελληνικής γλώσσας και είναι τουλάχιστον ατυχής.
Λίγες μέρες αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος μιλώντας στη Σχολή Ευελπίδων είπε: «Η εποχή μας έχει βγάλει κι αυτή Πατέρες. Η νεοπατερική, την είπανε μεταπατερική, δεν είναι άλλη θεολογία, είναι χρονικό πράγμα. Όπως θα λέγαμε η σύγχρονη θεολογία, οι σύγχρονοι θεολόγοι».
Απλοϊκός τρόπος για να δικαιολογηθούν μεγάλα θεολογικά ολισθήματα. Ποιοι είναι άραγε «οι σύγχρονοι θεολόγοι» στους οποίους αναφέρεται ο Αρχιεπίσκοπος; Οι θεολογούντες διανοητές της «Ακαδημίας» του Βόλου ή μήπως οι σύγχρονοι άγιοι όπως ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς και οι άγιοι Γέροντες Παΐσιος, Πορφύριος κ.α.;
Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις λέξεις αλλά στο περιεχόμενο που αυτές έχουν ή στους λόγους για τους οποίους εισάγεται η χρήση τους. Για να ανεύρουμε το πραγματικό περιεχόμενο της «μεταπατερικής θεολογίας» της «Ακαδημίας» του Βόλου αρκεί να θυμηθούμε όσα υποστήριζε ο Διευθυντής της «Ακαδημίας» Παντελής Καλαϊτζίδης:«H «επιστροφή στους Πατέρες» … είχε όμως και ορισμένες αρνητικές συνέπειες όπως…την έξαρση του αντιθετικού άξονα Ανατολή-Δύση και την καλλιέργεια αντιδυτικού, αντιοικουμενικού πνεύματος». Αποφαινόταν μάλιστα ότι «Οι παραπάνω διαπιστώσεις καθιστούν επείγον το αίτημα της νέας σάρκωσης του λόγου και της συναφειακής ανάγνωσης των Πατέρων, θέτοντας ταυτόχρονα το ερώτημα της δυνατότητας ύπαρξης μιας μετα-πατερικής ορθόδοξης θεολογίας» που θα προχωρήσει στην ανάλυση θεμάτων όπως «Επανεξέταση του ζεύγους καθολικότητα-αίρεση, εν σχέσει προς τα ζεύγη ετερότητα-αίρεση, διαφορά-ενότητα. Ανοχή και καταδίωξη των «αιρετικών» στα πατερικά κείμενα και στη σημερινή πολιτισμική συνθήκη» αλλά και την, κατά Π. Καλαϊτζίδη «ατελή ανθρωπολογία των Πατέρων: προβληματικές ανθρωπολογικές απόψεις της πατερικής θεολογίας π. χ. για την γυναίκα (το κατ' εικόνα Θεού αποδίδεται σε αυτήν μόνο δια μέσου του άνδρα)… διάχυτος αντιφεμινισμός της Εκκλησίας και της πατερικής θεολογίας, νέες ανθρωπολογικές προκλήσεις της βιοηθικής και βιοτεχνολογίας, κλπ». Κατέληγε δε ότι«Τα παραπάνω θέτουν επιτακτικά το αίτημα μιας σύγχρονης ορθόδοξης μετα-πατερικής θεολογίας, και επανερμηνείας της πιστότητας στην πατερική παράδοση, καθώς στον ερμηνευτικό ορίζοντα της παρούσας εισήγησης, το «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν» δεν σημαίνει απλώς την συνέχιση, την επικαιροποίηση ή και την επανερμηνεία της παράδοσης αυτής, αλλά -κατά το προηγούμενο της πρωτοχριστιανικής και της πατερικής υπέρβασης- και την υπέρβασή της όπου και όταν χρειάζεται».
Αυτά και άλλα παρόμοια υποστήριζε ο Παντελής Καλαϊτζίδης το 2010 στο συνέδριο εκείνο για την «μεταπατερική θεολογία». Τα επαναλάβαμε γιατί κάποιοι προσπαθούν να αμνηστεύσουν την «μεταπατερική θεολογία» και τους εισηγητές της και να εμφανίσουν τα πάντα ως αποτέλεσμα παρανοήσεων. Η «μεταπατερική θεολογία» του Βόλου όμως δεν είναι άλλο τι παρά προσπάθεια υπέρβασης των αγίων Πατέρων και αμφισβήτησης όσων διδασκαλιών τους δεν «βοηθούν» τα σχέδια της οικουμενιστικής ψευτοενότητας.
Λόγω των χαρακτηριστικών της η «μεταπατερική θεολογία» είναι πράγματι πατρομάχος, αντιπατερική και για τούτο δεν μπορεί να της αποδίδεται το όνομα της θεολογίας αλλά της αίρεσης. Στο εξής όσοι θέλουν να είναι «επόμενοι τοις αγίοις πατράσιν» ας κάνουν χρήση του δόκιμου όρου πατερική θεολογία. Η μεταπατερικότητα συνδέεται άρρηκτα με τον οικουμενισμό και αποτελούν μαζί σύμπλεγμα αιρέσεως και κακοδοξίας.

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2012

«Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ: ΜΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» (καθηγ. Ἰω. Κορναράκης)



«Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ:ΜΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»

[Α´]

Ὁμιλία τοῦ ὁμοτ. καθηγ. κ. Ἰω. Κορναράκη

στὸ Σεμινάριο Ὀρθοδόξου Πίστεως
τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, 04.03.2012

Ἀπομαγνητοφώνηση Γ . K. & Δ. M.
Ἐπιμέλεια «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

[…] Ὅπως ξέρετε τὰ πράγματα ἔχουν δυσκολέψει, ἐδῶ στὴν πατρίδα μας, καὶ θὰ ἤθελα νὰ κάνω μία ἀναδρομή, πῶς φθάσαμε σήμερα νὰ ἔχουμε θεολόγους κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς ποὺ νὰ ἀπεχθάνονται τοὺς Πατέρες, ποὺ νὰ θέλουν νὰ τοὺς βγάλουν στὸ περιθώριο, ποὺ λένε ὅτι πέσανε στὸ τέλμα, γιατί οἱ Πατέρες δὲν ἤξεραν, λένε, (παίρνουν στοιχεῖα ἀπὸ κάποιες θεωρίες συγχρόνων), δὲν εἶχαν προβλέψει τὴν ἐποχή μας, καὶ ἑπομένως, δὲν ἤξεραν ὅλα ὅσα θὰ συμβοῦν σήμερα. Ποιὰ πράγματα δηλαδή; Τὴν ἐξέλιξη τῶν ἐπιστημῶν τῶν κοινωνικῶν, τῶν ψυχολογικῶν, τῆς τεχνολογίας, τὶς πολιτιστικὲς ἐξελίξεις κτλπ. Αὐτά, λέει, δὲν τὰ ἤξεραν καὶ ἑπομένως, αὐτοὶ ἔμειναν τελματωμένοι στὸ χρόνο ποὺ ἔζησαν, καὶ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς δώσουν τώρα τίποτα ἄλλο. Ἐμεῖς  λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπαναδιατυπώσουμε τώρα τὴν θεολογία τῶν Πατέρων μὲ τὸν δικό μας τρόπο ἢ νὰ τὴν ἀκυρώσουμε ἐντελῶς καὶ νὰ κάνουμε μία καινούργια θεολογία ποὺ νὰ τὴ λέμε μεταπατερική.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2012

Ιωάννης Μαρκάς, Μεταπατερικών έργα και ημέραι



ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑ  ΚΑΙ  ΗΜΕΡΑΙ 
του Ιωάννου  Ν.  Μαρκά
 
Εισήγηση στην ημερίδα "Πατερική θεολογία ακι μεταπατερική αίρεση" Ιεράς Μητροπολεως Πειραιώς, ΣΕΦ 15-2-2012 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
Σεβασμιώτατοι,  σεβαστοί Πατέρες,
ελλογιμότατοι κ. Καθηγητές,  αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, 
Οφείλουμε εξαρχής να σημειώσουμε ότι η εισήγησή μας θα περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά στη δράση της «Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών» της Ι.Μ. Δημητριάδος, και σε μια ενδεικτική δραστηριότητα ορισμένων προσώπων που συμμετέχουν στα προγράμματά της, και τούτο διότι, κατά την ταπεινή μας εκτίμηση,το συγκεκριμένο θεολογικό ίδρυμα υπήρξε το πρώτο που,επισήμωςστον ελλαδικό χώρο, καθιέρωσε και θεμελίωσε τον όρο της «μεταπατερικότητας» με το γνωστό τετραήμερο συνέδριο που έλαβε χώρα μεταξύ 3-6 Ιουνίου 2010... 
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει πως η «Ακαδημία» και οι συντελεστές της γέννησαν την «μεταπατερικότητα», ούτε ότι έξω από αυτήν δεν δραστηριοποιούνται εντόνως οι γνωστοί «μεταπατερικοί» κύκλοι, αφού το «μεταπατερικό» ζήτημα είναι τόσο παλαιό, όσο και η παναίρεση του Οικουμενισμού, η οποία για να προωθηθεί βασίστηκε εν πολλοίς στην περίφημη «υπέρβαση των Πατέρων». Εκτιμούμε όμως πως αξίζει τον κόπο να ερευνηθεί, στα πλαίσια μιας σύντομης εισηγήσεως, ειδικότερα η περίπτωση της «Ακαδημίας», εις τρόπον ώστε να προσεγγιστούν «τα έργα και οι ημέρες» των μεταπατερικών συντελεστών της, που τόσο θόρυβο έχουν προκαλέσει σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο θεολογικό κόσμο.  
Για πολλούς βεβαίως, ίσως να ακούγεται λίγο παράξενο και να απορούν, πως είναι δυνατόν μια «ακαδημία θεολογικών σπουδών» να δημιουργεί τόσο θόρυβο και τόσες αντιδράσεις γύρω από το όνομά της. Είναι άραγε τόσο έντονο το πρόβλημα της λειτουργίας της και σε ποιά σημεία μπορεί να εστιαστεί αυτό; Εν πρώτοις, και πολύ γενικά και πρόχειρα, μια πρώτη απάντηση μπορεί να δοθεί στο γεγονός πως πρόκειται για ένα θεολογικό ίδρυμα στον ελλαδικό Ορθόδοξο χώρο, που παράγει ένα «νέο κύμα» θεολογίας, ένα είδος «θεολογικών σπουδών» αλλιώτικο από όσα μέχρι τώρα γνωρίζαμε, ένα καθαρά «νεοεποχίτικο» μοντέλο εργαστηριακής θεολογίας του συγκρητισμού, με μία εξειδικευμένη επιστημονική ομάδα εργασίας, που οι διασυνδέσεις της δείχνουν να ξεπερνούν τα στενά όρια του επιστημονικού-θεολογικού χώρου. Το πρόβλημα εν ολίγοις δεν είναι επιφανειακό ή μονοδιάστατο, όπως ίσως να θεωρούν κάποιοι, αλλά σύνθετο και πολυεπίπεδο, με βαθύτερες ρίζες και άρα δύσκολο ως προς την προσέγγιση και αντιμετώπισή του. Αυτό που πρίν από μερικές δεκαετίες φάνταζε ως «περιθώριο», σήμερα είναι το κυρίαρχο ρεύμα στο θεολογικό χώρο και μάλιστα στον ορθόδοξο. 
Η «Ακαδημία του Βόλου» είναι καρπός και κατάκτηση του εκσυγχρονιστικού πνεύματος που έχει μεταλαμπαδευτεί από τη Δύση στην καθ’ ημάς Ανατολή. Η τακτική που ακολουθήθηκε και ακολουθείται είναι απλή και καλά σχεδιασμένη: καθηγητές-ινστρούχτορες της «Νέας Εποχής»επιδίδονται στην «εκπαίδευση» των κατάλληλων προσώπων, με σκοπό να γίνουν οι επόμενοι «κήρυκες» και «ιεραπόστολοι» της «νεοεποχίτικης θεολογίας» του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού, σε ένα ορθόδοξο πλήρωμα εντελώς ακατήχητο και απληροφόρητο, σχετικά με τις πραγματικές τους προθέσεις. Αρωγός σε αυτήν την προσπάθεια είναι πλέον και μέρος του εκκλησιαστικού κατεστημένου, το οποίο δειλά-δειλά αρχίζει και βγαίνει σε τούτο το εκσυγχρονιστικό προσκήνιο, στηρίζοντας και υποθάλπτοντας εμπράκτως τη νέα αυτή θεολογία και τους επίσημους φορείς της. Όπως θα παρατηρήσουμε εντός ολίγου, όλη αυτή η λεπτή και ασυναίσθητη αποστασία στο χώρο της θεολογίας, σε συνδυασμό με τον εισαγόμενο-δυτικό τρόπο ζωής που έχει επικρατήσει στο καθημερινό γίγνεσθαι, διαμορφώνει στον Ορθόδοξο κόσμο, με αργά αλλά σταθερά και μεθοδικά βήματα, μια ψευδο-χριστιανική πνευματικότητα, μια θεολογική καρικατούρα, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο «θρησκευτικό τσουβάλιασμα» των λαών, μέσω της Πανθρησκείας και του Οικουμενισμού, δηλαδή στη «νέα θρησκευτική συνειδητότητα» του πλανητικού συστήματος. 

ΣΚΟΠΟΣ-ΔΟΜΗ-ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ» ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ 
Η «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών» φαίνεται να υπηρετεί πιστά, ένα τέτοιο εκσυγχρονιστικό σχέδιο[1].Ένας εκ των στενών συνεργατών της «Ακαδημίας», ο γνωστός δημοσιογράφος της «Καθημερινής», Σταύρος Ζουμπουλάκης, σε άρθρο του στο περιοδικό που διευθύνει [2], με τίτλο Το ανανεωτικό εγχείρημα της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, εξέφρασε ακριβώς αυτόν τον ενθουσιασμό, της κυήσεως μιας «ουσιώδους αλλαγής στη θεολογική σκέψη στην Ελλάδα». Η αποψή του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή εκφράζει το σύνολο σχεδόν των συμμετεχόντων σε αυτό το περισπούδαστο θεολογικό «thinktank»(=δεξαμενή σκέψης) και μας παρουσιάζει τον οδοδείκτη πάνω στον οποίον κινείται το ίδρυμα και οι εκπρόσωποί του. Πρώτο στοιχείο, το γεγονός ότι «η Ακαδημία είναι εντελώς απαλλαγμένη από κάθε θεολογικό αντιδυτικισμό». Ηαγιοπατερική θέση, πως ο δυτικός χριστιανισμός είναι –στην μετά το Σχίσμα εποχή- αίρεση, χαρακτηρίζεται γελοία και παράλληλα αναγνωρίζονται ως «κολοσσιαία» ονόματα, «θεολόγοι» της Δύσεως, όπως ο Θωμάς Ακινάτης και ο Λούθηρος. Δεύτερο στοιχείο, κατά τον κ. Ζουμπουλάκη, είναι ότι η «Ακαδημία» αντιστέκεται στον εξωραϊσμό και στην εξυμνητική εικόνα του Βυζαντίου, ενώ παράλληλα επαίρεται για το ότι έρχεται να αποδαιμονοποιήσει το Διαφωτισμό, και να τον προσεγγίσει χωρίς σκοταδιστικό και φανατικό πνεύμα, ασκώντας ταυτόχρονα κριτική στην Εκκλησία, για τον τρόπο με τον οποίο τον πολέμησε. Ένα τρίτο στοιχείο, πραγματικό επίτευγμα για τους «ακαδημαϊκούς» θεολόγους, είναι η συνομιλία με εξωεκκλησιαστικούς διανοούμενους και στοχαστές «που δεν είναι χριστιανοί αλλά αγνωστικιστές ή άθεοι». Αυτή η «θεολογική» στροφή, βοηθάει τα μέγιστα ώστε τα θέματα που ανοίγει η «Ακαδημία» να χαρακτηρίζονται από μία «εξωστρέφεια», να «είναι στραμμένα δηλαδή προς την κοινωνία και τον πολιτισμό». 
Τί είναι όμως ακριβώς το συγκρότημα που εμείς γνωρίζουμε ως «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών» της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και το οποίο έκανε την εμφάνισή του για πρώτη φορά εν έτει 2000; Στην πραγματικότητα είναι μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση, με την επωνυμία «ΜΚΟ Ακαδημία Δημητριάδος», με επικεφαλής πρόεδρο τον οικείο μητροπολίτη, κ. Ιγνάτιο, που ακολουθεί την κλασσική τακτική που συνηθίζουν όλες οι ΜΚΟ, να συμμετέχει σε «ανοιχτά» χρηματοδοτικά προγράμματα των κυβερνήσεων. Όπως άλλωστε έχει λεχθεί ευφυώς, εάν επιθυμεί κάποιος να λάβει κυβερνητικό χρήμα με τη σέσουλα, καλά είναι να ιδρύσει μια ...μη κυβερνητική οργάνωση. Η αλήθεια είναι πως μέχρι πρότινος, αποτελούσε μια εύλογη και έντονη απορία, από που χρηματοδοτείται ένα τέτοιο ίδρυμαεις τρόπον ώστε να εκτελεί πανάκριβα συμπόσια και συνέδρια, ή να εκτελεί προγράμματα και αποστολές «εκτός έδρας», ακόμη και σε μακρινά μέρη του εξωτερικού[3]και γενικά πως είναι δυνατόν εν μέσω οξείας οικονομικής κρίσης, ένας τέτοιος «οργανισμός» να δουλεύει με «φουλ τις μηχανές». 
Το ενδιαφέρον λοιπόν στοιχείο, είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ίδρυμα, που ενώ ο τίτλος του και το καταστατικό του «φωνάζουν» πως δεν έχει σχέση με κράτη και κυβερνήσεις, εν τούτοις η χρηματοδότησή του σε αρκετές περιπτώσεις είναι κρατική. Άλλωστε μόλις πρόσφατα αποκαλύφθηκε, ότι η ΜΚΟ «Ακαδημία Δημητριάδος», στήθηκε στην ουρά μαζί με άλλες 174 ΜΚΟ, για να διεκδικήσει (και να μοιραστεί με όσες επιλεγούν) 280 εκατομμύρια ευρώ για «κοινωνική εργασία», σε πρόγραμμα του Υπουργείου Εργασίας[4]. Επιπλέον, ενδεικτικό είναι το παράδειγμα μίας ημερίδας που διοργανώθηκε πέρυσι, τον Απρίλιο του 2011, στην Αθήνα και στο ξενοδοχείο «Κάραβελ», σχετικά με «τη σημασία του διαθρησκειακού και διαπολιτισμικού διαλόγου» [5] και στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο είχε η «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών». Η ημερίδα αυτή διοργανώθηκε από την πρεσβεία της Ινδονησίας στην Αθήνα, υπό την αιγίδα (και άρα τη χρηματοδότηση) των υπουργείων Εξωτερικών της Ελλάδας και της Ινδονησίας. Την ημερίδα παρακολούθησαν θρησκευτικοί λειτουργοί, πανεπιστημιακοί καθηγητές, πρέσβεις και υψηλόβαθμα στελέχη διπλωματικών αντιπροσωπειών στην Αθήνα, περισσοτέρων των 20 κρατών, δημοσιογράφοι αλλά και φοιτητές. Μεταξύ άλλων διαβάστηκε μήνυμα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών από εκπρόσωπό του, δείγμα της υψηλής στήριξης που έτυχε από όλους τους χώρους –και τον εκκλησιαστικό-, ενώ εντύπωση προκάλεσε η ποικιλία των εισηγητών: μουσουλμάνοι πανεπιστημιακού επιπέδου, μία προτεστάντισσα «ιερέας», ορθόδοξοι πανεπιστημιακοί καθηγητές, ο «ιθύνων νους» της «Ακαδημίας», κ. Παντελής Καλαϊτζίδης, αλλά και εκπρόσωπος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (του γνωστού ΕΛΙΑΜΕΠ), η καθηγήτρια Άννα Τριανταφυλλίδου, ερευνήτρια του ως άνω κέντρου, το οποίο χρηματοδοτείται αφειδώς από τα «OpenSocietyFoundation» του Σόρος, το ίδρυμα Φόρντ, το ίδρυμα Μάρσαλ, την Παγκόσμια Τράπεζα και άλλα σχετικά «ευαγή» ιδρύματα[6]. 
Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους «κολοσσούς» -όλως τυχαίως- πρωταγωνιστεί και η «ταπεινή» «Ακαδημία του Βόλου». Και το εξίσου ταπεινό ερώτημα που προκύπτει είναι,ποιος ο λόγος να ενδιαφέρονται τα ΥΠΕΞ Ελλάδας καιΙνδονησίας για τον διαθρησκειακό διάλογο;Για ποιο λόγο ΜΚΟ παγκοσμίου βεληνεκούς, με στελέχη πασίγνωστα στη «Λέσχη Μπίλντεμπεργκ» και στις πολυεθνικές υπερ-στοές, που οικοδομούν ανοιχτά πλέον  την ιδέα της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», χρηματοδοτούν τέτοιου είδους διαθρησκειακές ημερίδες; Και πως γίνεται ένα θεολογικό ίδρυμα μιας Ορθόδοξης Μητροπόλεως να συνεργάζεται με όλους αυτούς; Απλούστατα διότι από κοντά με την παγκόσμια διακυβέρνηση, ακολουθεί και η ιδέα της θρησκευτικής ομογενοποίησης, μέσα από ένα κάλεσμα των θρησκειών σε ειρήνη, ανοχή και καταλλαγή. Και η αποστολή της «Ακαδημίας», όπως θα καταδειχθεί στην αμέσως επόμενη ενότητα, με τα «προγράμματα» και «συνέδρια» που διογανώνει, είναι ακριβώς αυτή[7]. 

ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΗΣ «ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ»: ΠΡΟΣ ΜΙΑ «ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ» 
Α)Ηγετική φυσιογνωμία της «Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών» ο μητροπολίτης Δημητριάδος, κ. Ιγνάτιος 
Ασφαλώς, η «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών», δεν θα είχε το ανάλογο κύρος και νομιμοποίηση, εάν δεν βρισκόταν υπό τη σκέπη μιας Ορθοδόξου Μητροπόλεως. Η ίδρυση και η λειτουργεία της από την Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος ενδυνάμωσε και επεξέτεινε το εγχείρημα, κάτι που φαίνεται κι από τη διεθνή αναγνώριση, αλλά και την στήριξη που απολαμβάνει τόσο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο [8] , όσο και από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών [9] . Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, κ. Ιγνατίου, που εκ θέσεως διευθύνει την «Ακαδημία», μαζί φυσικά με τον συντονιστή και υπεύθυνο, κ. Παντελή Καλαϊτζίδη. Και επειδή στο κείμενο-απάντηση που είχε συντάξει η «ΑΘΣ» στους επικριτές της, με τίτλο «Στώμεν καλώς» [10] , ισχυριζόταν ότι ο οικείος μητροπολίτης δεχόταν «κακόβουλα» και «ανέντιμα» σχόλια «για λόγια και φράσεις που ποτέ δεν είπε ούτε έγραψε», ας εξετάσουμε μετά προσοχής ένα πολύ μικρό δείγμα από τα λεχθέντα του Σεβασμιωτάτου, όπως είναι δημοσιευμένα σε δικές τους πηγές. 
Εν αρχή, να αναφέρουμε ότι οι τοποθετήσεις του κ. Ιγνατίου, μολονότι προσπαθούν να σταθούν σε ένα μετριοπαθές επίπεδο, εν τούτοις δίνουν ξεκάθαρα την κατεύθυνση της πορείας ενός συνεδρίου, ενώ παρουσιάζουν και μια συμφωνία με το πνεύμα των εισηγήσεων, που συνήθως ακολουθούν την δική του. Η φρασεολογία,όπως θα δούμε, είναι συγκεκριμένη και προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα υπέρ της «ετερότητας», της «εξωστρέφειας», της «ειρήνης», της «καταλλαγής», κατά του «αντιευρωπαϊσμού» και του «αντιδυτικισμού». Στο χαιρετισμό που απηύθυνε για παράδειγμα στο συνέδριο «Θεολογία και Λογοτεχνία ΙΙ...»[11] , ο μητροπολίτης Δημητριάδος τονίζει με έμφαση αυτό ακριβώς:«Ο κίνδυνος να γίνει η Εκκλησία μια κλειστή κάστα καθαρών, με έτοιμες απαντήσεις και δογματικές αγκυλώσεις και περιχαρακώσεις είναι παρών». Τούτες εδώ οι «έτοιμες απαντήσεις» και οι «δογματικές αγκυλώσεις», που τρομάζουν τον μητροπολίτη Δημητριάδος, είναι τα «μεταπατερικά» σπέρματα, που όπως θα δούμε πιο κάτω αφθονούν σε όλες σχεδόν τις εισηγήσεις των «ακαδημαϊκών» θεολόγων [12] .
 
Β) Θρησκευτικά για όλους, αλλά όχι για τους Ορθοδόξους 
Ένα από τα θέματα που έχει αναλάβει εργολαβικώς να διεκπεραιώσει, δυστυχώς με καταστρεπτικές συνέπειες, η «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών» είναι ο χαρακτήρας που θα έχει το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία και ο τρόπος διδασκαλίας του. Δυστυχώς για την Ι.Μ. Δημητριάδος, η «Ακαδημία» της, κατέστη κέντρο της εκσυγχρονιστικής θεολογικής ομάδας του «ΚΑΙΡΟΥ», ενός νεοφανούς θεολογικού συνδέσμου, που χωρίς να βρίσκει αντίσταση από πουθενά προωθεί την αποδόμηση του Ορθοδόξου ομολογιακού χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών και την ένταξη στα σχολικά προγράμματα ενός θρησκειολογικού-συγκρητιστικού μαθήματος, που θα επιφέρει ουσιαστικά γνωσιολογική σύγχυση και πνευματική βλάβη στους Ορθοδόξους μαθητές.Η «ΑΘΣ» και σε αυτό τον τομέα πρωτοστατεί στη σχετική προπαγάνδα, εκβιάζοντας ουσιαστικά τον θεολογικό κόσμο με το δίλημμα «ή υποχρεωτικό και θρησκειολογικό μάθημα ή τα θρησκευτικά εκτός των σχολικών προγραμμάτων». 
Εξίσου εμπρηστικές είναι και οι εισηγήσεις των εκσυγχρονισμένων θεολόγων στις διάφορες ημερίδες και συνέδρια που διοργανώνει για το θέμα η «Ακαδημία», συχνά με το αντιχριστιανικό Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του Υπουργείου (πρώην εθνικής) Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ας δούμε ορισμένες ενδεικτικά. Σε μια τοποθέτησή της επί του θέματος, η «ομάδα επιμόρφωσης για το μάθημα των θρησκευτικών της ΑΘΣ», απαρτιζομένη από τις κυρίες Όλγα Γριζοπούλου, Βάσω Γώγου, Πηγή Καζλάρη και τον κύριο Απόστολο Μπάρλο, ορίζουν ρητώς πως ήρθε η ώρα «να θραύσουμε όλους τους παραπάνω αρνητικούς όρους (σσ. εννοούν του ομολογιακού και κατηχητικού μαθήματος)  και να λειτουργήσουμε στην αντίθετη κατεύθυνση: δηλαδή να βρεθούμε μαζί, να συνομιλήσουμε, να μετρηθούμε με το «διαφορετικό», να καταρρίψουμε σκληρές άμυνες και περιχαρακώσεις, να διεκδικήσουμε όχι ιδεοληπτικά ιδεώδη, αλλά εκπαιδευτική ζωντάνια, να μην αρκεστούμε σε πατροπαράδοτες απαντήσεις αλλά να ψάξουμε καινούργιους τρόπους απάντησης στα ενεργά ζητούμενα» [13]. 
Στην παραπάνω θέση συνηγορεί αναφανδόν και ο εκ των ενορχηστροτών της αποδομήσεως του ορθοδόξου ομολογιακού μαθήματος, σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και εξέχων μέλος του «ΚΑΙΡΟΥ», κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου.  Λάτρης του πολυπολιτισμικού μοντέλου, προβάλλει διαρκώς ως λογικό επιχείρημα το ...δικαίωμα της μειοψηφίας εις βάρος της πλειοψηφίας. Προτεραίοτητα για εκείνον είναι η συνάντηση του άλλου «με σεβασμό και κατανόηση στο πρόσωπο του ετεροδόξου, του ετεροθρήσκου, του αδιάφορου» [14]. Προφανώς για να πολλαπλασιάζονται ...οι αδιάφοροι. Το θέμα βέβαια για τους Ορθοδόξους γονείς είναι πολύ σοβαρό, κι αυτό διότι η εμμονή που δείχνουν οι θεολόγοι του «ΚΑΙΡΟΥ» για θρησκειολογικό μάθημα των θρησκευτικών μόνο τυχαία δεν είναι. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα παιδιά, ειδικά στην τρυφερή ηλικία του δημοτικού, δεν έχουν το γνωσιολογικό υπόβαθρο για να συγκρίνουν την καλή από την κακή γνώση και να απορρίπτουν την τελευταία. Έτσι η πρωτοεισακτέα γνώση που θα λάβουν οι ανυποψίαστοι μικροί μαθητές, ενδεχομένως μπορεί να αποβεί και καθοριστική στην αντίληψη που θα διαμορφώσουν σχετικά με το Θεό και τις θρησκείες[15]. 
Γ) Σε πρώτο πλάνο «φεμινιστική θεολογία», «λειτουργική αναγέννηση», «νεωτερικότητα», «παγκόσμια ειρήνη» 
Το άνοιγμα που επιχείρησε την περίοδο 2002-2003 η «ΑΘΣ» προς τη «φεμινιστική θεολογία», ήταν πραγματικά εντυπωσιακό, όσο και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Ένα θέμα κυριολεκτικά αδιαπραγμάτευτο για τους Ορθοδόξους, παρουσιάστηκε έντεχνα μέσα από τις εισηγήσεις των νεωτεριστών θεολόγων ως ένα «υπαρκτό» και «βαθιά εκκλησιολογικό» πρόβλημα [16] .  Ομιλούμε σίγουρα για ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα των «μεταπατερικών», το οποίο εξ αρχής τεκμηριώθηκε θεολογικά πως «πρόκειται για μια μορφή συναφειακής (contextual) θεολογίας».[17]  Η τάση που κυριαρχεί στις εισηγήσεις είναι ξεκάθαρα υπέρ ακόμη και της «ιερωσύνης» των γυναικών, κάνοντας αντίλογο για το«γεγονός ότι η προβαλλόμενη επιχειρηματολογία από μέρους της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται σε αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων και η Εκκλησία σαφώς δεν αποφαίνεται εν συνεδρίοις, αλλά εν Οικουμενικαίς Συνόδοις...» [18][19]. 
Όσον αφορά τη «λειτουργική αναγέννηση» και σε αυτό τον τομέα έχουν λεχθεί και γραφεί πολλά. Γνωστός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, τη χαρακτηρίζει «επιτακτική ανάγκη» και ισχυρίζεται ότι το πρώτιστο μέλημα αυτής της «αναγέννησης» είναι «η συμμετοχή των λαϊκών στο λειτουργικό κατ’αρχήν και στη συνέχεια στο διοικητικό και διδακτικό έργο της εκκλησίας. Να εκφράζουν δηλαδή οι βαπτισμένοι ως «βασίλειον ιεράτευμα» το τρισσόν (ιερατικό, βασιλικό, προφητικό) αξίωμα του Χριστού» [20].Η πρόταση όμως αυτή, είναι μία καθαρά προτεσταντική προσέγγιση, όπου τα περί «ειδικής» και «γενικής» ιερωσύνης, αφομοιώνονται και εξομοιώνονται και έτσι, όπως ακριβώς στον προτεσταντισμό, ο καθένας μπορεί να είναι πάστορας και να εκτελεί ιερατικά καθήκοντα. Επίσης οι υπόλοιπες θέσεις που εκφράζει όπως: άρση του αποκλεισμού των γυναικών από τα λειτουργικά δρώμενα, επαναφορά του λαού στη θέση του «χορού» και του «ιεροψάλτη», η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, η κατάργηση της μυστικής ανάγνωσης των ευχών, η κατάργηση του τέμπλου και κυρίως η συμμετοχή όλου του εκκλησιάσματος στη «Θεία Κοινωνία», χωρίς την προϋπόθεση της σωστής προετοιμασίας, αποτελούν θέσεις αντιπατερικές και απαράδεκτες στο σύνολό τους. 
Οι ανωτέρω προσεγγίσεις, που πιθανόν να εκπλήσσουν ορισμένους που τις ακούν για πρώτη φορά, θεμελιώνονται και στηρίζονται στο δόγμα της «νεωτερικότητας» που εδώ και κάποιες δεκαετίες εισέβαλε ορμητικά και στο θεολογικό χώρο.  Ουσιαστικά πρόκειται για συμφιλίωση της θεολογικής σκέψης με το πνεύμα του Διαφωτισμού και όπως εξηγεί ο επίσης «φιλομεταπατερικός», καθηγητής της Παντείου, κ. Θάνος Λίποβατς, «η ελευθερία του νεωτερικού, χριστιανικού υποκειμένου έχει ως συνέπεια όμως, ότι ο άνθρωπος ως σκεπτόμενο και δρών άτομο, δεν δεσμεύεται πλέον απέναντι σε παραδόσεις και κλειστά σχήματα οργάνωσης και ερμηνείας της φύσης και της κοινωνίας» [21][22]. 
Εν τέλει όλα γίνονται, «με διάθεση πάντοτε συγκατάβασης, προσφοράς και εκσυγχρονισμένου "ανοίγματος" προς αυτούς (δηλαδή τους ετεροδόξους ή ακόμη και τους ετερόθρησκους) εν ονόματι των όρων της νεωτερικότητος»[23]. Η αποδοχή περί «έτερων-εταίρων», νομιμοποιεί την περίφημη εγκύκλιο του 1902 του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς «τας χριστιανικάς εκκλησίας», που κάνει λόγο για «αναδενδράδες» του Χριστιανισμού. Μόνο που στην αγωνία που έχουν ορισμένοι κύκλοι να επιφέρουν τη πολυπόθητη γι’ αυτούς «παγκόσμια ειρήνη», λησμονούν τον αψευδή λόγο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι «παν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις το πύρ βάλλεται» [24] . Όμως αυτό φαίνεται πως είναι ήσσονος σημασίας για τους «θεολόγους του γραφείου». Το θέμα είναι να φτάσουμε απροϋπόθετα στο «ίνα ώσι έν», όχι μόνο σε διαχριστιανικό επίπεδο, αλλά και σε διαθρησκειακό. Το συνέδριο που διοργάνωσε την περίοδο 2006-2007 και αφιέρωσε η «Ακαδημία» στο Ισλάμ, «βρήκε» το κατάλληλο στοιχείο ενότητας (εκτός από την «αγάπη» που την έχουν δεδομένη) : είναι η κοινή καταγωγή, τα «παιδιά του Αβραάμ» [25][26]. 
Δ) Το «μεταπατερικό» συνέδριο,η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι 
Κάπως έτσι φτάσαμε στο τετραήμερο 3-6 Ιουνίου 2010, και το περίφημο συνέδριο «Νεο-πατερική σύνθεση ή μετα-πατερική θεολογία: Το αίτημα της θεολογίας της συνάφειας στην Ορθοδοξία». Ένα συνέδριο που χρηματοδοτήθηκε από το «ορθόδοξο» τμήμα του Fordham University της Νέας Υόρκης, ενός ιησουίτικου-παπικού ιδρύματος, το οποίο βρίσκεται πίσω από την διοργάνωση των περισσότερων σχεδόν διαχριστιανικών και οικουμενιστικών συμποσίων ανά την υφήλιο, καθώς και το γερμανικό πανεπίστημιο του Münster. Για το συνέδριο αυτό έχουν γραφτεί πάρα πολλά, έχουν γίνει αρκετές αξιόπιστες αναλύσεις και γι’ αυτό δεν προτιθέμεθα να προσθέσουμε ακόμη μία. Εκτιμούμε πως μία απόλυτα εξειδικευμένη ανάλυση μπορεί να βρεί κανείς στο καταπληκτικό «Υπόμνημα» του Μητροπολίτου Γλυφάδας π. Παύλου κατά της «μεταπατερικής - συναφειακής θεολογίας» προς την Ιερά Σύνοδο [27] . Εμείς απλώς εδώ να προσθέσουμε ότι το εν λόγω συνέδριο, ουσιαστικά συμπύκνωσε τη θεματολογία όλων των προηγουμένων «ακαδημαϊκών» περιόδων, με μόνη διαφορά πως επίσημα«ο επίμαχος όρος τέθηκε ως ένα ανοιχτό ερώτημα προς συζήτηση και διερεύνηση…». Το –ουσιαστικά- καταφατικό ερώτημα («προς μία μεταπατερική θεολογία»;), που επέλεξε για τίτλο της εισηγησής του ο διευθυντής της «Ακαδημίας», κ. Παντελής Καλαϊτζίδης, μαζί με τη διαπίστωση του πως καθίσταται«επείγον το αίτημα της νέας σάρκωσης του λόγου και της συναφειακής ανάγνωσης των Πατέρων, θέτοντας ταυτόχρονα το ερώτημα της δυνατότητας ύπαρξης μιας μετα-πατερικής ορθόδοξης θεολογίας» [28] , απαντά στην υποκριτική απορία των «μεταπατερικών» θεολόγων, που έξι μήνες αργότερα θέλησαν «να βγουν κι από πάνω», λέγοντας πως στο συνέδριο αυτό «δεν θίχθηκε κανένα εκκλησιαστικό δόγμα ή Σύμβολο της Πίστεως…».Δεν έχουν τη στοιχειώδη λεβεντιά και αξιοπρέπεια να υποστηρίξουν ευθαρσώς τα αιρετικά τους πιστεύω, που συνίστανται στην προτεσταντικής προελεύσεως μείωση και ακύρωση της Πατερικής Παραδόσεως. 
Ε) Από το «μεταπατερικό», στο «εθνομηδενιστικό» ύφος 
Το πολυπολιτισμικό πνεύμα της «Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών» όμως, εκτός από «μεταπατερικό» είναι και άκρως «εθνομηδενιστικό».  Σε ένα θεολογικό ίδρυμα που η λέξη «αίρεση» μοιάζει να είναι απαγορευμένη παντελώς, υπάρχει μία περίπτωση που η λέξη αυτή χρησιμοποιείται αφειδώς. Κι αυτή η περίπτωση ισχύει όταν οι εκσυγχρονιστές «μεταπατερικοί», έχουν ευκαίρως-ακαίρως τη δυνατότητα να κατακεραυνώσουν οτιδήποτε «πατριωτικό» τους χαλάει την πολυπολιτισμική και νεοταξική συνταγή τους. Έτσι θυμούνται να κάνουν λόγο για «αίρεση του εθνοφυλετισμού», και ταυτόχρονα να επιτίθενται σε ιεράρχες που διέπονται από έντονο πατριωτικό φρόνημα ή και σε εξέχοντα στελέχη της κοινωνίας, όταν αυτά εκφράζουν την αγωνία τους σχετικά με την εθνική αποδόμηση, ξεχνώντας στην περίπτωση αυτή –σύμφωνα με την «μεταπατερική» εισήγηση του κ. Καλαϊτζίδη- να ομιλήσουν για «ανοχή των αιρετικών ...στη σημερινή πολιτισμική συνθήκη». Αντιθέτως, οι ευρω-θεολόγοι της «ΑΘΣ», ως πιστά στρατιωτάκια ενός υπερθρησκευτικού, αλλά και υπερεθνικού σχεδίου, συντάσσονται ακόμη και με εθνοπροδοτικά σχέδια τύπου Ανάν για την Κύπρο[29], παρέα με την εθνομηδενιστική ομάδα των Μπίστηδων και Κουναλάκηδων αυτής της χώρας, ή αποτελούν μέλη ανθελληνικών ΜΚΟ, όπως το διαβόητο για το γενιτσαρισμό του«ελληνικό παρατηρητήριο για τη συμφωνία του Ελσίνκι», του γνωστού ομοφυλόφιλου –κατά δημόσια δήλωσή του- και υψηλόβαθμου στελέχους του ΠΑΣΟΚ, Γρηγόρη Βαλλιανάτου, στο οποίο υπηρέτησε επί έτη ο μακαρίτης καθηγητής της Θεολογικής Σχολής των Αθηνών, και εκ των μεγάλων δασκάλων των «μεταπατερικών» θεολόγων, Σάββας Αγουρίδης[30]. 
 

ΦΟΝΤΑΜΕΝΤΑΛΙΣΤΙΚΗ Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΩΝ «ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΩΝ» ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ «ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ ΦΟΝΤΑΜΕΝΤΑΛΙΣΜΟΥ» 
Όπως είναι φυσικό η ταύτιση των Ορθοδόξων εκσυγχρονιστών θεολόγων με το πνεύμα της «μεταπατερικής» Δύσης προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις πανορθοδόξως. Η απάντηση των «μεταπατερικών» σε αυτές τις αντιδράσεις κάνει λόγο για «πατερικό φονταμενταλισμό» και «εκκλησιαστική θριαμβολογία» εις βάρος του «άλλου».
Ελλείψει, δηλαδή, σοβαρών επιστημονικών επιχειρημάτων, οι της «Ακαδημίας» προσπαθούν μέσα από συνθήματα κενά περιεχομένου ή νεοταξικά τσιτάτα, να «τρομοκρατήσουν» όσους τολμούν να αρθρώσουν παραδοσιακό λόγο, και για αυτό τον λόγο, όπως θα δούμε αμέσως μετά, δεν διστάζουν να εκτοξεύουν χαρακτηρισμούς και ύβρεις σε πρόσωπα που τους φέρνουν σε δύσκολη θέση. Έτσι μετατρέπονται οι ίδιοι σε αυτό που κατηγορούν στους άλλους, δηλαδή σε φονταμενταλιστές «ακαδημαϊκού» τύπου, και επομένως μπορούμε να πούμε ότι απέναντι στον ανύπαρκτο «πατερικό φονταμενταλισμό», αντιπαρατάσσουν και εκδηλώνουν έναν γνήσιο «ακαδημαϊκό φονταμενταλισμό», που στην πραγματικότητα είναι ένας «αντι-πατερικός φονταμενταλισμός». 
Πως εκδηλώνεται ο ακαδημαϊκός-αντιπατερικός φονταμενταλισμός:
 
α) με ακατάσχετο υβρεολόγιο και βαρύτατους χαρακτηρισμούς. Για τους «πολιτισμένους» θεολόγους της «ΑΘΣ» οι αντιδρώντες, είναι άνθρωποι: συμπλεγματικοί (=κομπλεξικοί), φανατικοί, ανεγκέφαλοι, ρατσιστές, αντισημίτες, οπισθοδρομικοί, φοβικοί, παραδοσιόπληκτοι, εθνικιστές, συντηρητικοί, ανώριμοι, μυθομανείς.
 
β) με συκοφαντίες καιχτυπήματα «κάτω από τη ζώνη», ήτοι μεθόδους εξευτελισμού της προσωπικότητας όσων αντιδρούν[31].
 
γ) με αποκλεισμούς από τα ΜΜΕ, μερικά εκ των οποίων χρηματοδοτούν τα συνέδρια της «ΑΘΣ», όπως συμβαίνει με την εφημερίδα «Θεσσαλία» στο Βόλο.
 
δ) με ποινικοποίηση των αντιαιρετικών αγώνων και των φυσικών προσώπων που θα έχουν το σθένος να εγκαλούν τους αιρετικούς, τόσο τους «εντός» -αυτούς που ως λυκοποιμένες αποδομούν την ορθόδοξη θεολογία και τα δόγματα- όσο και τους  «εκτός» -αυτούς που ανήκουν σε άλλα «δόγματα» και θρησκεύματα. Με ένα νομοθετικό έκτρωμα τύπου «hatespeech» (=ρητορική του μίσους), που ισχύει στις ΗΠΑ, και που θα στοχοποιεί όσους θα καταγγέλλουν τους αιρετικούς, τον διεθνή Σιωνισμό, ακόμα και τους ομοφυλόφιλους. Η «ΑΘΣ» εργάζεται μεθοδικά και προς αυτή την κατεύθυνση. 
Αυτός είναι εν ολίγοις ο ολοκληρωτικός τρόπος διαχείρισης των «συμπλεγματικών» αντιδρώντων από τους φωστήρες καθηγητές της «Ακαδημίας». Μόνο που πραγματικοί συμπλεγματικοί, δεν είναι όσοι εμμένουν να μη μεταθέτουν τα όρια της Πίστεως που παρέλαβαν από τους Πατέρες, αλλά οι έμμισθοι δεφένσορες της «Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών», με την αγωνιώδη προσπάθεια που καταβάλλουν να θέσουν σώνει και καλά την Ορθόδοξη θεολογία στις ράγες της νεωτερικότητας του διαφωτισμού, ή –ακόμη χειρότερα- της μετανεωτερικότητας του καθολικού μηδενισμού και της αμφισβήτησης των πάντων. Αυτοί οι στυγνοί επαγγελματίες θεολόγοι του καιρού μας είναι που, σύμφωνα με τον μακαριστό π. Ιωάννη Ρωμανίδη, εμφανίζουν ως προς την προσέγγισή τους με τη θεολογία των Ρωμαίων Πατέρων, «συμπλέγματα κατωτερότητας». Η θέσις αυτή είναι αξιοπρόσεκτη και καθόλα τεκμηριωμένη, ακριβώς επειδή η θεολογική μέθοδος των Πατέρων βασίζεται επί της Ορθοδόξου πνευματικότητας, και είναι αδύνατον ο έχων συμπλέγματα κατωτερότητας και πνευματικώς δουλοπρεπής σε κάθε τι ξένο προς τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό να καταλάβει την Πατερική θεολογία και πνευματικότητα[32]. 
Επιπλέον, καλό θα ήταν να αντιληφθούν ορισμένοι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναζητεί την ενότητα, με την έννοια του «ίνα ώσι έν» που διαστρεβλώνουν οι «μεταπατερικοί» θεολόγοι, απλούστατα διότι η ίδια κατέχει το όλον της αλήθειας και δεν ψάχνει να βρει δεξιά και αριστερά «μέρος της αλήθειας». Το πρόβλημα το έχουν οι λεγόμενες «δυτικές εκκλησίες», οι οποίες αποκόπηκαν οικειοθελώς από αυτή την ενότητα που διατηρεί η Ορθοδοξία, ως αυθεντικός φορέας της αποκεκαλυμμένης αλήθειας. Το να θεωρείται η στάση αυτή από κάποιους «γενίτσαρους» θεολόγους της Ορθοδοξίας, ως «φονταμενταλισμός» ή «εσωστρέφεια», είναι τουλάχιστον αστείο και κωμικό. Η Ορθοδοξία δεν υπηρέτησε και δεν υπηρετεί κανενός είδους «φονταμενταλισμό», αλλά φυσικά δεν υπηρετεί ούτε και τον θρησκευτικό πλουραλισμό, που οδηγεί στον Οικουμενισμό και στο Συγκρητισμό. Αρνείται να αποδεχθεί τη «θεωρία των κλάδων», της «περιεκτικότητος», των «δύο πνευμόνων», τη «βαπτισματική» ή τη «μεταπατερική θεολογία». Η στάση της είναι καθόλα έντιμη, αφού εδώ και 2000 χρόνια με συνέπεια και ακρίβεια υπηρετεί την αλήθεια και μόνο αυτή, χωρίς να τη σχετικοποιεί ή να τη νοθεύει. Τα δυτικοχριστιανικά κριτήρια ενότητας, τα απορρίπτει ολοκληρωτικά, διότι αυτά ακριβώς είναι στη βάση τους ιμπεριαλιστικά και άκρως φονταμενταλιστικά, αφού θεμελιώνονται με δόλιες μεθόδους που θυμίζουν ξεκάθαρα πρακτικές του τεκτονισμού. Η σύγχρονη κατατετμημένη ομολογιακή μορφή του χριστιανισμού δε θα πρέπει να έχει ως λύση της την πανομολογιακή συμφωνία, ούτε την ομολογιακή ομοτιμία, ούτε ακόμη την πανομολογιακή συγκόλλησηή παράθεση[33], αλλά την επιστροφή των πεπλανημένων στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
 

ΝΕΑ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ Η «ΠΑΤΡΟΜΑΧΙΑ» 
Το ενθαρυντικό πάντως στην όλη ιστορία είναι αναμφισβήτητα το γεγονός πως πολλοί εξ όσων αντέδρασαν για την αντιπαραδοσιακή δράση της «Ακαδημίας» ήσαν Επίσκοποι της Ελλαδικής Εκκλησίας, οι οποίοι σχεδόν άμεσα δημοσίευσαν κείμενα μνημειώδη, με άριστη πατερική επιχειρηματολογία, πράγμα λίαν παρήγορο στην εποχή αυτή της καθολικής αποστασίας που διάγουμε. Κατά την ταπεινή μας όμως άποψη, η πλέον τεκμηριωμένη θέση απέναντι στο ζήτημα της «μεταπατερικής θεολογίας» και των επισήμων εκφραστών της, προήλθε από τον διακεκριμένο ομότιμο καθηγητή του «Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας» του ΑΠΘ, πρωτοπρεσβύτερο Θεόδωρο Ζήση, ο οποίος και κατέδειξε ότι με τα συνεχή αντιπατερικά προγράμματα που εκτελούν οι της «Ακαδημίας»,καθιερώνονται στη συνείδηση της Εκκλησίας ως «πατρομάχοι». Μάχονται δηλαδή ευθέως και μετωπικά τους Αγίους Πατέρες και μας θυμίζουν τους «εικονομάχους» του Βυζαντίου[34]. 
Η θέση του π. Θεοδώρου δεν μπορεί με τίποτα να θεωρηθεί ως υπερβολική και αντιεπιστημονική, κι αυτό διότι στο συνέδριο αυτό πράγματι εξοβελίστηκαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και τη θέση τους πήραν βιβλικοί θεολόγοι του προτεσταντικού κυρίως χώρου, ή ακόμα και αγνωστικιστές φιλόσοφοι. Τα ονόματα που κυριάρχησαν στις εισηγήσεις δεν ήταν του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Ιωάννου του Δαμασκηνού ή του Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά του Μπερντιάγεφ, του Γιούνγκ, του Μπάρτ, του Φλόμπερτ και του Γκάρτνερ!Η εμφύτευση επομένως και επισήμως της «μεταπατερικής θεολογίας» συνιστά μία σοβαρή εκτροπή από την Παράδοση της Αγίας Ορθοδοξίας. Αποτελεί έλλειψη γνώσης και βίωσης της αλήθειας, απόκλιση από την πρωτογενή θεολογία και κατά συνέπεια μία δαιμονική κατάσταση σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων. Οι οποίοι μας τονίζουν ρητώς και κατηγορηματικώς ότι η εκάστοτε αίρεση «ούκ έστι των αποστόλων, αλλά των δαιμόνων και του πατρός αυτών του διαβόλου ΄ και μάλλον άγονος και άλογος και διανοίας εστίν ούκ ορθής, ως η των ημιόνων»[35] .  Με το ίδιο πνεύμα αυτού του χωρίου οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζουν τους αιρετικούς ως πνευματικώς φρενοβλαβείς[36]. 
Εδώ, μέσα από αυτό το θεολογικό-ιδεολογικό υπόβαθρο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, επισημοποιείται με έντονο τρόπο η αυτονόμηση και απομάκρυση από την αλήθεια, όπως μας αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Θεό Λόγο. Το τίμημα όμως μιας τέτοιας αυτονομήσεως είναι πολύ σοβαρό. Χωρίς τον άνωθεν φωτισμό, ο θεολόγος της νεωτερικότητας, βλέπει πολύ θαμπά τον κόσμο των όντων, ουσιαστικά φαντάζεται, δεν βλέπει και έτσι ασθενει το οπτικό και αξιολογικό του αισθητήριο, με συνέπεια να πλάθει (νέα) είδωλα και να θεωρεί ως αρετές τις κακίες[37] . Και επειδήστις εισηγήσεις των «μεταπατερικών», συχνά δίνεται η αίσθηση πως το Άγιο Πνεύμα «θα εκδιπλώσει νέες πτυχές της αποκαλυμμένης Αλήθειας ως προκοπή και πλουτισμό στην πίστη», και προβάλλεται ιδιαιτέρως η εσφαλμένη άποψη του Ιερού Αυγουστίνου πως «σε βάθος χρόνου προσεγγίζουμε πιο αντικειμενικά την αλήθεια», ίσως είναι πρέπον να τονιστεί προς αποκατάσταση τούτων των θεολογικών ανακριβειών ότι ουδέποτε οι Πατέρες δέχθηκαν τη θέση του Ιερού Αυγουστίνου και των μετέπειτα ακολουθούντων αυτών Λατίνων –και τώρα «μεταπατερικών» Ορθοδόξων, ότι η Εκκλησία κατανοεί καλύτερα και βαθύτερα την πίστη και τα δόγματα με την πάροδο του χρόνου. Κάθε περίπτωση δοξασμού μέσω των αιώνων είναι μετοχή «εις πάσαν την αλήθειαν» της Πεντηκοστής, η οποία ούτε αύξηση, ούτε βαθυτέρα κατανόηση επιδέχεται[38] . 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ 
Λίγο πρίν το κλείσιμο, θα θέλαμε να σημειώσουμε πως αυτό που μας κάνει αντίθετους στην «ΑΘΣ» δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η ύπαρξή της, αλλά ο διαστρεβλωτικός ρόλος που αυτή αναλαμβάνει στα θεολογικά πράγματα.Η θεολογία στη γνήσια μορφή της, δεν μπορεί να είναι μια συζήτηση των γραφείων ή των σαλονιών, συνοδευόμενη από τα συμπαραμαρτούντα αυτών των χώρων, αλλά αντιθέτως οφείλει να είναι εμπειρική-βιωματική-χαρισματική. Η γνήσια θεολογία αποτελεί κτιστή έκφραση της εμπειρίας του ακτίστου Θεού και των μυστηρίων του, του ακτίστου φωτός, του χώρου και του τρόπου της παρουσίας του Θεού.  Η αλήθεια στην Εκκλησία δεν είναι αφηρημένη έννοια ή η ιδέα του γνήσιου. Η αλήθεια είναι κατεξοχήν υποστατική πραγματικότητα, είναι δηλ. πρόσωπο. Είναι ο Χριστός, όπως ο ίδιος μας το διαβεβαίωσε: «εγώ ειμί ...η Αλήθεια»[39][40] . Επιπροσθέτως, η χαρισματική θεολογία, ως αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, δεν είναι για τον καθένα και πολύ περισσότερο δεν είναι για όσους διακατέχονται από την ακαθαρσία των παθών. Ο θεοδίδακτος τρόπος του απλανώς θεολογείν κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά δεν είναι αποτέλεσμα «ανόδου της διανοίας» και ομιλίας για τον Θεό διανοητικώς, αλλά αποτέλεσμα της «προς Θεόν ομιλίας»[41] . Δυστυχώς όμως η πρακτική της «Ακαδημίας του Βόλου» κινείται εντελώς προς την αντίθετη κατεύθυνση και έτσιστη θέση που καταλάμβανε κάποτε η γνήσια αγάπη για την αλήθεια, σήμερα επικάθεται η «εξύψωση» της «φτωχής περιέργειας». 
Το πιο ανησυχητικό όμως σημείο από όλα, δείχνει να είναι η παντελής άγνοια, ουσιαστικά η πλήρης αδιαφορία των Ορθοδόξων πιστών μπροστά σ’ αυτή την αντιπαραδοσιακή και αντιπατερική λαίλαπα που έχει ενσκήψει στον θεολογικό χώρο. Οι διάφορες καινοτομίες που εισάγονται σιγά-σιγά στον εκκλησιαστικό χώρο, ως αποτέλεσμα αυτής της μακροχρόνιας θεολογικής διαστροφής, όχι μόνο δε γίνονται εγκαίρως αντιληπτές (π.χ. η κατάργηση των αναθεμάτων που διαβάζονταντην Κυριακή της Ορθοδοξίας), αλλά και, όταν γίνονται, δεν μας ενοχλούν εξαιτίας της έντονης εκκοσμικεύσεως του πληρώματος της Εκκλησίας. Έτσι, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω, ότι ουσιαστικά είχαμε καταστεί ως Χριστιανοί, προ πολλού «μεταπατερικοί», με αποτέλεσμα σήμερα να έρχονται οι συγκεκριμένοι θεολόγοι για να μας εκφράσουν. Κάποτε, τα πρωτοχριστιανικά έτη, οι Χριστιανοί γεμάτοι ένθεο ζήλο, αγρυπνούσαν και προσεύχονταν αδιαλείπτως, όντες έτοιμοι για όλα. Η θαυμάσια ιστορία που περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων, με τον Πέτρο στη φυλακή κοιμώμενο ησύχως «μεταξύ δύο στρατιωτών δεδεμένος αλύσεσι δυσί...»[42], αλλά τους Χριστιανούς των Ιεροσολύμων να προσεύχονται όλη τη νύχτα «υπέρ αυτού», το αποδεικνύει περίτρανα. Στη σημερινή εποχή δυστυχώς, οι περισσότεροι των Χριστιανών κοιμούνται ησύχως, γιατί έπαυσε να ακούγεται στους ναούς ένα αφυπνιστικό, ζωντανό, προφητικό, αποστολικό, πατερικό κήρυγμα. Η σημερινή ημερίδα είναι βέβαιο πως κινείται στην γραμμή των Αγίων Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, γι’ αυτό και ευχαριστούμε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς γι’ αυτήν την θεοφιλή πρωτοβουλία και ευχόμαστε ο Θεός να τον διαφυλάττει «σώον, έντιμον, υγιά, μακροημερεύοντα και ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας»...
Σας ευχαριστώ


[1]Η ίδια αυτοπροσδιορίζεται στην επίσημη ιστοσελίδα της  ως «ένα ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία, δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση,οργανώνοντας με τη μορφή του ανοιχτού πανεπιστημίου ετήσιους θεματικούς κύκλους σπουδών, διεθνή σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις». Επίσης ότι «πάγια επιδίωξη της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών στάθηκε η συνεργασία και η σύμπραξη με άλλους φορείς, η από κοινού συζήτηση, με πνεύμα σεβασμού στην ετερότητα του καθενός, των μεγάλων προβλημάτων του καιρού μας». Αυτό το «δίχως αμυντικά αντανακλαστικά ή απολογητική διάθεση», όπως και το «πνεύμα σεβασμού στην ετερότητα του καθενός», κρατήστε τα, διότι θα μας απασχολήσουν ιδιαιτέρως από τούδε και στο εξής.
http://www.acadimia.gr/content/view/5/40/lang,el/
[2]Νέα Εστία, τεύχος 1805, Νοέμβριος 2007
[3]http://amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=5798
[4]http://www.kerdos.gr/default.aspx?id=1566728&nt=103
[5]http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=5354
[6]Γιώργος Ρακκάς, ΕΛΙΑΜΕΠ ή μήπως Ελληνικό Ίδρυμα Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής; , περιοδικό Άρδην, τεύχος 58, σελ. 20
[7]Η τοποθέτηση του μητροπολίτου Δημητριάδος στην εν λόγω ημερίδα είναι ενδεικτική: «η Εκκλησία», τόνισε,«οφείλει να συνεχίζει εν Αγίω Πνεύματι το διαλογικό έργο σωτηρίας του Χριστού εντός της Ιστορίας· οφείλει δηλαδή να διαλέγεται με ό,τι δεν είναι Εκκλησία». Και προφανώς να το αφήνει ως έχει... αρκεί να διαλέγεται κατά τρόπο αφηρημένο και αντιπατερικό. Εν συνεχεία, κάνοντας χρήση των γνωστών οικουμενιστικών επιχειρημάτων, ότι η Εκκλησία δε νοείται να είναι «εσωστρεφής», «κλεισμένη στον εαυτό της», ενέπλεξε κατά τρόπο διαστρεβλωτικό και το πως θα ενεργούσε στην εποχή μας ο Χριστός εάν βρισκόταν ...στη θέση μας, τονίζοντας ιδιαιτέρως ότι ο Χριστός ήταν και ο ίδιος «ξένος», «αλλοδαπός», «μετανάστης» και «φυγάς». Στην πρώτη γραμμή και το νεοταξικό φρασεόλογιο δηλαδή.
[8]http://fanarion.blogspot.com/2010/12/blog-post_21.html
[9]http://thriskeftika.blogspot.com/2011/12/blog-post_7348.html
[10]http://www.acadimia.gr/content/view/314/1/lang,el/
[11]http://www.acadimia.gr/content/view/173/48/lang,el/
[12]Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και όλες οι υπόλοιπες εισηγήσεις του Σεβασμιωτάτου. Σε άλλο εναρκτήριο χαιρετισμό με θέμα «Συγχώρηση, Ειρήνη, Καταλλλαγή» [12] , τονίζει την προσπάθεια να δομηθεί μια θεολογία«της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της καταλλαγής, αφ’ ετέρου, με διάθεση ειλικρινούς μετανοίας, να αποτιμήσουμε κριτικά και αυτοκριτικά την χριστιανική μας παράδοση, ώστε να εντοπίσουμε εκείνες τις πτώσεις και αλλοιώσεις οι οποίες έφεραν κοντά τη βία και τον πόλεμο με τη θρησκεία και τις χριστιανικές εκκλησίες.Στη συνέχεια, και προϋποθέτοντας μια εμβριθή ανάλυση του σύγχρονου κόσμου, θα καθοδηγηθούμε από το Πνεύμα του Θεού σε δημιουργικές δράσεις και καινοτόμες πρωτοβουλίες χριστιανικής μαρτυρίας για την ειρήνη, τη συμφιλίωση και την καταλλαγή στον κόσμο μας». Παρουσιάζει με λίγα λόγια τη «συλλογική» ευθύνη των «εκκλησιών» απέναντι στη θρησκευτική βία, εξισώνοντας τα θύματα, που στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι οι Ορθόδοξοι, με τους θύτες, που είναι οι μισσιονάριοι της Δύσης. Και βέβαια όλα αυτά τα ανυπόστατα θα υπερπηδηθούν χάρη στις «καινοτόμες πρωτοβουλίες» που θα πραγματοποιηθούν υπό την καθοδήγηση του «Παγκοσμίου Συμβουλιου των Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε.)...«Θεωρώντας, λοιπόν, την παραπάνω προβληματική όχι απλώς απαίτηση των καιρών, αλλά κυρίαρχη θεολογική και εκκλησιολογική ανάγκη ευελπιστούμε ότι η πραγματοποίηση του συνεδρίου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Μητροπόλεώς μας, σε συνεργασία με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και το Boston Theological Institute, με θέμα Συγχώρηση, Ειρήνη, Καταλλαγή, θα συντελέσει στην ενεργό και υπεύθυνη εμπλοκή της θεολογίας και της Εκκλησίας στα προβλήματα της βίας, του πολέμου και των συγκρούσεων, στην προοπτική υπέρβασής τους με την επικαιροποίηση και θεματοποίηση των θεολογικών προταγμάτων της ειρήνης, της συγχώρησης και της καταλλαγής».
[13]http://www.acadimia.gr/content/view/325/48/lang,el/
[14]http://www.acadimia.gr/new/index.php?option=com_content&view=article&id=154&catid=40%3A---2005-2006&Itemid=76&lang=el
[15]Η σοβαρότητα του εν λόγω ζητήματος, φαίνεται και από τη σπουδή που δείχνει εδώ και δεκαετίες το ίδιο το «Π.Σ.Ε.», το οποίο προωθεί μετ’ επιτάσεως προγράμματα υπέρ του πολυθρησκευτικού μοντέλου εκπαίδευσης. Όπως όμως παρατηρεί, ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, κ. Πέτρος Βασιλειάδης, επίσης ένθερμος οπαδός των προγραμμάτων της «Ακαδημίας» και συχνός επισκέπτης της, «η αδυναμία του σχετικού τμήματος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών να παρακολουθήσει τις κοσμογονικές εξελίξεις στον ακαδημαϊκό χώρο, και κυρίως η απουσία από το κορυφαίο αυτό όργανο του οικουμενικού διαλόγου των ρωμαιοκαθολικών, ευαγγελικών και πεντηκοστιανών θεολογικών ομοσπονδιών, οδήγησε στη δημιουργία της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Θεολογικών Εκπαιδευτικά Ιδρυμάτων (WOCATI)», που ανέλαβε να φέρει εις πέρας την αποστολή.http://www.acadimia.gr/new/index.php?option=com_content&view=article&id=123&catid=38%3A---2003-2004&Itemid=76&lang=el
[16]Ελένη Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη,Η Συμμετοχή των Γυναικών στη Ζωή της Εκκλησίας: μια ακόμη Υποτίμηση του Λαϊκού Στοιχείου;, http://www.acadimia.gr/new/index.php?option=com_content&view=article&id=128&catid=39%3A---2004-2005&Itemid=76&lang=el
[17]Κατερίνα Καρκαλά-Ζορμπά, Υπάρχει θέση στην Ορθοδοξία για μια Φεμινιστική Θεολογία; ,http://www.acadimia.gr/content/view/78/35/lang,el/
[18]«Η επίκληση μιας δισχιλιετούς πρακτικής της Εκκλησίας να επιλέγει μόνον άρρενα μέλη της, για να γίνουν φορείς της μυστηριακής ιερωσύνης, η οποία έτυχε νομοκανονικής κατοχύρωσης και οι αναφορές σε μη πράξεις του Κυρίου σχετικές με το θέμα δεν συνηγορούν αναγκαία υπέρ μιας σαφούς Consensus Ecclesiae, εφόσον δεν υπάρχει απόφαση Οικουμενικής Συνόδου» Κωνσταντίνος Γιοκαρίνης , Το ζήτημα της Χειροτονίας των Γυναικών , http://www.acadimia.gr/content/view/100/35/lang,el/
[19]Ακριβώς στην ίδια κατεύθυνση διατυπώθηκε ευθαρσώς και ανερυθριάστως, η καθαρά αντιεπιστημονική άποψη ότι«μέχρι σήμερα ...δεν έχουν διατυπωθεί θεολογικά επιχειρήματα που να αποκλείουν την ιερωσύνη των γυναικών». Η εξωφρενική αυτή θέση ανήκει στην κα Πηγή Καζλάρη, η οποία δεν έμεινε μόνον εκεί, αλλά προχώρησε σε ολομέτωπη επίθεση σε όσους «τολμούν» να διαφωνήσουν μαζί της, αναφέροντας ότι «εδώ διασταυρωνόμαστε με το θέμα "φονταμενταλιστική αντίληψη της παράδοσης"».  Το παραλήρημα της εν λόγω ερευνήτριας ολοκληρώνεται, όταν κατηγορεί ευθέως όσους προσφεύγουν για να βρουν κατοχυρωμένες απαντήσεις στη Γραφή και την Παράδοση, ότι κατρακυλούν σε ερμηνείες φονταμενταλιστικές.Πηγή Καζλάρη ,  Θρησκείες και Γυναίκα: Το πρόβλημα της Βίας και του Φονταμενταλισμού ,http://www.acadimia.gr/content/view/107/35/lang,el/
[20]Π. Βασιλειάδης, Λειτουργική Αναγέννηση και Συμμετοχή των Λαϊκών , http://www.acadimia.gr/new/index.php?option=com_content&view=article&id=133&catid=39%3A---2004-2005&Itemid=76&lang=el
[21]Θάνος Λίποβατς, Nεωτερικότητα και Εκκοσμίκευση , http://www.acadimia.gr/new/index.php?option=com_content&view=article&id=141&catid=40%3A---2005-2006&Itemid=76&lang=el
[22]Βέβαια ακόμη κι αυτή η «νεωτερικότητα», που έκανε να αμφισβητηθεί η Παράδοση και να σχετικοποιηθεί η αλήθεια, στη σημερινή αλλοπρόσαλη εποχή, σχετικοποιήθηκε και η ίδια από το πνεύμα της «μετανεωτερικότητας», που υποδηλώνει την ισοπέδωση κάθε είδους αλήθειας, και την καθιέρωση μιας «προσωπικής αλήθειας» όπως ο καθένας την αντιλαμβάνεται. Οι φορείς αυτής της πλέον ριζοσπαστικής θεολογικής (και όχι μόνο) αντιλήψεως φτάνουν στο σημείο να κατηγορήσουν σκαιότατα τον ησυχασμό, αλλά κυρίως τους καρπούς που αυτός αποφέρει . Έτσι λοιπόν διαβάζουμε στην εισήγηση του κ. Δημήτρη Μπεκριδάκη, ότι «η νηπτική παράδοση της Ανατολής κατανοείται με νεοπλατωνικές προϋποθέσεις, γεγονός που έχει εδραιώσει ένα κλίμα νοσηρής μυστικοπάθειας και ανιστορικού εσωτερισμού στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Αναπτύχθηκε, στο πλαίσιο αυτό, μια θεολογία (ή μήπως τεχνολογία;) της θέωσης, η οποία καθηλώνει τον άνθρωπο σε μια σχεδόν αυτιστική ενασχόληση με τον εαυτό του, υπό το πρόσχημα της αυτοκάθαρσης και του αγιασμού. Χαμένη μέσα σε παραληρήματα περί φωταψιών, εκστατικών βιωμάτων και οραμάτων, αυτού του είδους η θε(ωση)ολογία μοιάζει να λησμονεί πως το μέτρο της πνευματικής τελείωσης του πιστού είναι πάντοτε το μέτρο της αγάπης που δείχνει προς τον αδελφό του» . Το συμπέρασμά του εξίσου παρανοϊκό:«Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια νέα θεολογία ενόψει της μεταμοντέρνας κατάστασης. Μια θεολογία αυτοκριτική, ευρύχωρη, συζητήσιμη και ανεκτική, με υψηλό βαθμό προφητικής τοξικότητας, διαβρωτική των κάθε λογής ειδώλων -εντός ή εκτός της Εκκλησίας». Πρόκειται ασφαλώς για θέσεις ανθρώπων-επιστημόνων άγευστων από το μεγαλείο της Ακτίστου Θείας Χάριτος.
Δημήτρη Μπεκριδάκη, Μετανεωτερικότητα, Θρησκεία και Ορθόδοξη Θεολογία ,http://www.acadimia.gr/new/index.php?option=com_content&view=article&id=96&catid=37%3A---2001-2002&Itemid=76&lang=el
[23]Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Εφέσου κ. Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, Ορθοδοξία και Θρησκευτική Ετερότητα,http://www.acadimia.gr/content/view/83/35/lang,el/
[24]Ματθ. ζ΄ 19
[25]http://www.acadimia.gr/content/view/1/44/lang,el/
[26]Έτσι κατ’ αυτόν τον τρόπο η «αλληλοκατανόηση» και ο «σεβασμός στην ετερότητα» από ζητούμενο για τους «μεταπατερικούς» θεολόγους γίνεται με ευκολία κατάκτηση. Άλλωστε όπως επιβεβαιώνει ο καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης, «οι ιεραποστολικοί όροι, που χρησιμοποιούνται πλέον είναι μαρτυρία (σσ. χωρίς μαρτύριο θα μου επιτρέψετε να προσθέσω) και διαθρησκειακός διάλογος». Επιπλέον, εκφράζοντας το περίφημο «unitedindiversity» του «Π.Σ.Ε.» , προσθέτει στην τοποθέτησή του τον αντιφατικό «στόχο να διακονηθεί η ενότητα σε έναν κόσμο που κατακερματίζεται από διαιρέσεις και διαφωνίες» .βλ. Πέτρος Βασιλειάδης , Το θεολογικό πλαίσιο του διαθρησκειακού διαλόγου , http://www.acadimia.gr/content/view/42/35/lang,el/
[27]http://www.impantokratoros.gr/2BE58A08.el.aspx
[28]http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2570
[29] Κείμενο υπογραφών υπέρ του «ΝΑΙ» στο σχέδιο Ανάν, «να ξεπεραστούν τραύματα και αμοιβαίες δαιμονοποιήσεις», 7 Απριλίου 2004: http://olympia.gr/2011/02/17/%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B5-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%AD%CE%BF%CF%85-%CE%BE%CE%B5%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%84%CE%B5-%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%B9/
[30]http://www.greekhelsinki.gr/bhr/greek/profile.html
[31] Μόλις το περασμένο καλοκαίρι, ο ομιλών, επειδή «τόλμησε» να αναιρέσει με αυστηρώς θεολογικά επιχειρήματα, κείμενο του γνωστού Αρχιμανδρίτου της ΙΜΔ, π. Αθανασίου Κολλά, που εξυμνούσε και «καθαγίαζε» τη δράση της ΑΘΣ, γνώρισε για τα καλά τούτη την απαράδεκτη τακτική. Η απάντηση που δόθηκε από πλευράς π. Αθανασίου Κολλά, μέσω ραδιοφωνικής εκπομπής που επιμελείται ο ίδιος, δεν ήταν επιστημονική, επί τη βάσει των θεολογικών επιχειρημάτων που του ετέθησαν, αλλά προσωπική με βαρείς χαρακτηρισμούς προς το πρόσωπο του ομιλούντος. Ήταν δέ τέτοιο το μένος και η μανία που επιδείχθη, που η συγκεκριμένη εκπομπή παιζόταν επί ένα μήνα διαρκώς σε επανάληψη. Η αναφορά στο συγκεκριμένο παράδειγμα γίνεται για να δειχθεί, η εξουθένωση που επιχειρείται σε όσους αντιδρούν ή σκοπεύουν να το πράξουν.
[32] πρωτ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Τόμος Α΄, σελ. 83
[33]Κωνσταντίνου Κωτσιόπουλου, «Ορθοδοξία και Φονταμενταλισμός», Νέα Σιών , Τομ. 90 (2006), σελ. 136
[34]Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο π. Θεόδωρος, «αυτή η πατρομαχία είναι χειρότερη και από την εικονομαχία διότι τα ίδια τα ζώντα όργανα της Χάριτος του Θεού, τους Αγίους Πατέρες, τους βγάζεις από τη μέση. Χειρότεροι από τους εικονομάχους είναι αυτοί οι πατρομάχοι.... Και πλήττουν την Ορθόδοξη Θεολογία, διότι η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι μόνο αποστολική, είναι και πατερική. ‘‘Των Αποστόλων το κήρυγμα και των Πατέρων τα δόγματα’’ η Εκκλησία φυλάττει. Η αποστολική περίοδος συνεχίζεται με τους Πατέρας. Επομένως είναι ξεθεμελίωμα της Ορθοδοξίας, αν θέσουμε στην άκρη τους Πατέρες» .
http://thriskeftika.blogspot.com/2010/12/blog-post_2310.html
[35] Βίος και Πολιτεία Μ. Αντωνίου 82, PG26, 960B
[36] Επομένως η δομούμενη αυτή θεολογία οικοδομεί μία νέα παναίρεση , την «πατρομαχία», αφού για πρώτη φορά επιχειρείται όχι απλώς η αποψίλωση ή η διαστρέβλωση κάποιου Αγίου Πατρός της Εκκλησίας, αλλά κυριολεκτικά η ισοπέδωση του συνόλου των Αγίων Πατέρων και των διδασκαλιών τους. Η «μεταπατερική θεολογία» αποτελεί ουσιαστικά ένα πισωγύρισμα, όσο κι αν ηχεί παράδοξο, στην προ Χριστού εποχή! Και τούτο διότι η μετά Χριστόν εποχή είναι μία κατεξοχήν εποχή όπου κυριάρχησαν οι Πατέρες. Οι Χριστιανοί, τουλάχιστον ότι αφορά την καθ’ ημάς Ανατολή, ουδέποτε διανοήθηκαν κατά τους πρώτους αυτούς 20 αιώνες, να ξεθεμελιώσουν την πατερική Παράδοση στο σύνολό της.
[37] πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι, σελ. 28
[38] πρωτ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, «Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Τόμος Α΄, σελ. 27
[39] Ιω. ιδ΄ 6
[40] Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή-Μελέτες Συστηματικής Θεολογίας, Μέρος Δ΄, σελ. 162
[41] Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή-Μελέτες Συστηματικής Θεολογίας, Μέρος Δ΄, σελ. 233
[42] Πραξ. ιβ΄ 6
  πηγή  & πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...