Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιλτιάδης Κωνσταντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιλτιάδης Κωνσταντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Μαρτίου 11, 2017

Θεολογική ἀλήθεια καί ἀλήθεια γιά τόν Θεό

(Μάρ β΄ 1-12) -Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν / Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ


Ἀντιμέτωπο μέ ἕνα πανίσχυρο κατεστημένο ἐμφανίζει τόν Ἰησοῦ ἡ περικοπή Μάρ β΄ 1-12, πού, σύμφωνα μέ τό λειτουργικό τυπικό τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς δεύτερης Κυριακῆς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πρόκειται γιά τό κατεστημένο ἐκεῖνο πού διαμορφώνουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς εἰδικοί πάνω σέ ἕνα θέμα καί ὑπεραμύνονται μέ τέτοιο φανατισμό τῆς ἀλήθειας πού νομίζουν ὅτι κατέχουν, ὥστε τούς εἶναι ἀδύνατο νά πιστέψουν ἀκόμη καί τήν πραγματικότητα πού βλέπουν μέ τά ἴδια τους τά μάτια.

Σύμφωνα μέ τήν περικοπή, ὁ Ἰησοῦς κήρυττε σέ κάποιο σπίτι τῆς Καπερναούμ καί εἶχε μαζευτεῖ τόσος κόσμος, ὥστε κανείς δέν μποροῦσε πιά νά τόν πλησιάσει. Κάποιοι ἄνθρωποι πού μετέφεραν ἕναν παράλυτο, ὅταν διαπίστωσαν ὅτι ἦταν ἀδύνατο νά προσεγγίσουν μέ ἄλλον τρόπο τόν Ἰησοῦ, δέν δίστασαν νά ἀνοίξουν μία τρύπα στήν ὀροφή τοῦ σπιτιοῦ -ἡ κατασκευή τῶν σπιτιῶν τῆς ἐποχῆς στήν Παλαιστίνη ἐπέτρεπε τέτοιου εἴδους ἐνέργειες- καί νά κατεβάσουν μέ σχοινιά τόν παράλυτο μπροστά του γιά νά τόν θεραπεύσει. Ὁ Ἰησοῦς, βλέποντας τή μεγάλη πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀπευθύνεται στόν παράλυτο λέγοντας: «Οἱ ἁμαρτίες σου συγχωροῦνται». 

Αὐτή ἀκριβῶς ἡ φράση ὅμως εἶναι πού πυροδοτεῖ τήν ἀντίδραση τῶν ἀνθρώπων γιά τούς ὁποίους ἔγινε λόγος παραπάνω. Πρόκειται στή συγκεκριμένη περίπτωση γιά τούς “γραμματείς”, τούς μορφωμένους, δηλαδή, ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὡς κύριο ἔργο τους τή μελέτη, ἀνάλυση καί ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς· κάτι σάν τούς σημερινούς θεολόγους. Πρόκειται γιά ἀνθρώπους πού ἄσπρισαν τά μαλλιά τους στή μελέτη τῶν ἱερῶν κειμένων καί πίστευαν ὅτι γνώριζαν πιά τά πάντα γιά τό Θεό. Εἶχαν ἀναπτύξει μία ἀπό κάθε ἄποψη ὁλοκληρωμένη καί τεκμηριωμένη διδασκαλία γιά τόν Θεό πού δέν φαινόταν νά χάνει ἀπό πουθενά, δέν μποροῦσε νά κλονιστεῖ μέ τίποτε. Εἶχαν μίαν ἀπάντηση γιά κάθε ἐρώτημα, μποροῦσαν νά βροῦν λύση σέ κάθε πρόβλημα πού τούς ἔθεταν· κάτι σάν τούς σημερινούς γεροντάδες. Καί τώρα, ὅλο αὐτό τό οἰκοδόμημα, πού τόσα χρόνια μέ τόσο κόπο ἔστηναν, ἔρχεται νά τούς τό γκρεμίσει ἕνας νεαρός ραββίνος μέ τή φράση «Οἱ ἁμαρτίες σου συγχωροῦνται». 

Τό γεγονός ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, χρόνια παράλυτος, μπορεῖ καί περπατάει τό ἀφήνουν ἐντελῶς ἀσχολίαστο. Αὐτό πού τούς ἀπασχολεῖ εἶναι τό θεωρητικό θεολογικό ἐρώτημα ἄν ὁ Ἰησοῦς ἔχει τό δικαίωμα νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες ἤ ὄχι. Ἀφοῦ ἡ πραγματικότητα εἶναι διαφορετική ἀπό αὐτό πού πιστεύουν, λάθος εἶναι ἡ πραγματικότητα καί ὄχι ἡ θεωρία τους.

Τό κεντρικό, λοιπόν, θέμα τῆς περικοπῆς εἶναι ἡ σχέση θεωρίας καί ἀλήθειας. Σέ μιὰ ἀνάλογη κατάσταση μέ αὐτήν πού ἀντιμετώπισε ὁ Ἰησοῦς βρέθηκε ἀρκετούς αἰῶνες ἀργότερα καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στή μνήμη τοῦ ὁποίου εἶναι ἀφιερωμένη ἡ δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστῆς. Στίς ἀρχές τοῦ ιδ΄ αἰώνα κάποιοι μοναχοί στό Ἅγιο Ὄρος ἐφάρμοζαν μία ὁρισμένη τεχνική ἄσκησης καί προσευχῆς μέ πλήρη ἀπομόνωση ἀπό ἐξωτερικά ἐρεθίσματα, ὥστε νά ἀξιωθοῦν μιᾶς ἔντονης ἐμπειρίας τοῦ θείου φωτός. «Ἀδύνατον», ὑποστήριζαν οἱ μορφωμένοι θεολόγοι τῆς ἐποχῆς, «ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος». Καί πάλι ἡ θεωρία ἐρχόταν νά ἀμφισβητήσει αὐτό πού κάποιοι ἄνθρωποι βίωναν ὡς πραγματική ἐμπειρία. 

Τήν ὑπεράσπιση τῶν μοναχῶν ἀνέλαβε ὁ Γρηγόριος. Συμφωνεῖ, βεβαίως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος, ἐπιμένει ὅμως ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τόν γνωρίσει, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός τό ἐπιτρέπει καί ὁ ἄνθρωπος πληροῖ ὁρισμένες προϋποθέσεις. Ἔτσι ἀναπτύσσει μία θεολογία, ἡ ὁποία βασίζεται στή διάκριση οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι καί παραμένει ἀκατάληπτη, ἡ ἐνέργειά του ὅμως εἶναι καταληπτή. Στόχος τῆς θεολογίας, ἑπομένως δέν πρέπει νά εἶναι ἡ ἐξέταση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ προσπάθεια προσέγγισης τοῦ Θεοῦ κατά τίς ἐνέργειες καί τίς σχέσεις του μέ τά δημιουργήματά του. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἡ θεολογία ἀπό μία θεωρητική, φιλοσοφικοῦ τύπου, ἐνασχόληση μέ τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ γίνεται ζωή καί ἐμπειρία, γίνεται μετοχή στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή “φυσική του κατασταση”, ὅπως χαρακτηριστικά τόνιζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό, στή θέωση.

Μία τέτοια προσέγγιση τοῦ Θεοῦ ζητάει ὁ Χριστός ἀπό τούς μαθητές του ὅλων τῶν ἐποχῶν. Μία προσέγγιση πού θά βασίζεται στήν προσωπική τους ἐμπειρία καί ὄχι σέ κάποιες θεωρητικές διδασκαλίες πού ἄκουσαν στά μαθήματα τῶν θρησκευτικῶν στό σχολεῖο. Τό ἐρώτημα, βέβαια, εἶναι κατά πόσο ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς ἐπιτρέπει μία ζωντανή ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ρυθμός τῆς ζωῆς σήμερα ἐλάχιστα περιθώρια ἀφήνει στούς ἀνθρώπους γιά μία ματιά μέσα τους, νά σκεφτοῦν καί νά προβληματιστοῦν πάνω στόν ρόλο τους ὡς χριστιανῶν καί στόν πραγματικό σκοπό τῆς ζωῆς τους. Οἱ περισσότεροι περιορίζονται συνήθως στήν τέλεση κάποιων τυπικῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων καί ἀφήνουν τά μεγάλα προβλήματα στά χέρια τῶν εἰδικῶν. Ὅσο λιγότερο ὅμως σκέφτονται οἱ χριστιανοί τόσο περισσότερο χῶρο ἀφήνουν σέ κάθε λογής “αὐθεντίες”, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν νά σκέφτονται γιά τούς ἄλλους, νά τούς περνᾶνε τίς ὅποιες ἀπόψεις τους, ἕτοιμες καί καλά διατυπωμένες μέσα ἀπό ἕνα σύνθημα, πού μπορεῖ κανείς εὔκολα νά τό ἀναμασᾶ καί νά τό διαδίδει. Ἔτσι ὅμως καταντοῦν οἱ ἄνθρωποι ἄβουλα ὄργανα στά χέρια αὐτῶν πού ἀναλαμβάνουν νά διαμορφώνουν τήν κοινή γνώμη, ὁμαδοποιοῦνται κάτω ἀπό ἕνα λάβαρο καί εἶναι ἕτοιμοι νά ἐκστρατεύσουν ἐνάντια σέ ὁποιονδήποτε τούς ὑποδειχτεῖ ὡς ἐχθρός. Εὔκολα ἀντιλαμβάνεται κανείς ὅτι, ὅταν κάποιος βρεθεῖ σέ αὐτήν τήν κατάσταση, νιώθει τόσο ἀσφαλής καί κατοχυρωμένος ἀπό τήν κυρίαρχη ἰδεολογία τῆς ἐποχῆς πού ἄλλοι διαμόρφωσαν γι’ αὐτόν, ὥστε ὄχι μόνον τόν Θεό δέν μπορεῖ νά ἀναζητήσει καί νά δεῖ, ἀλλά οὔτε καί τήν καθημερινή πραγματικότητα μπορεῖ νά ἀντιληφθεῖ πλέον σωστά.
Ἡ εὐαγγελική περικοπή Μάρ β΄ 1-12 εἶναι ἕνα προσκλητήριο ἀντίστασης· ἀντίστασης ἀπέναντι σέ ὅλους ἐκείνους πού στοχεύουν στήν πνευματική ἀγκύλωση τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπεργάζονται τήν πνευματική μιζέρια καί τύφλωση τῶν χριστιανῶν. Εἶναι καιρός οἱ πιστοί νά ἀντισταθοῦν στήν ἰσοπέδωση πού ἐπιβάλλουν τά διάφορα (λεγόμενα) πνευματικά περιβάλλοντα καί στήν ὑπεραπλουστευμένη θεώρηση τῆς ζωῆς πού ἐπιχειροῦν νά τούς περάσουν. Εἶναι καιρός νά γίνει σέ ὅλους συνείδηση ὅτι τό “ποίμνιο” τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀποτελεῖται ἀπό πρόβατα· ἀποτελεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού σκέφτονται, συζητοῦν, ἀποφασίζουν συνειδητά καί πρό πάντων ψάχνουν. Σέ μία ἐποχή ἀπόλυτου ἀποπροσανατολισμοῦ καί πνευματικῆς ἀποχαύνωσης τό καθῆκον τῶν χριστιανῶν γιά ἐπαναπροσδιορισμό τῆς σχέσης τους μέ τόν Θεό καί πιό συνειδητή μαρτυρία τῆς ἐμπειρίας τους ἀπό τή σχέση αὐτή προβάλλει περισσότερο ἐπιτακτικό ἀπό ποτέ.

Σάββατο, Απριλίου 16, 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΜΗΣΤΕΙΩΝ Ο αληθινά πρώτος (Μαρ 10:32-45)


αιγ2
Πηγή www.saint.gr
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Ε´ Κυριακής των Νηστειών από το Κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον (10:32β-45) παρουσιάζει, όπως και εκείνο της προηγούμενης Κυριακής (9:17-31), άλλη μια προσωπική συζήτηση ανάμεσα στον Ιησού και στους μαθητές του. Θέμα της συζήτησης στο ανάγνωσμα της περασμένης Κυριακής ήταν η δυνατότητα του ανθρώπου να νικήσει το κακό. Θέμα της συζήτησης στην παρούσα περικοπή η δυνατότητα του ανθρώπου να πετύχει στη ζωή του και να αναδειχτεί πρώτος στον χώρο που δραστηριοποιείται. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο συζητήσεων η σύντομη και γριφώδης απάντηση του Ιησού στους προβληματισμούς των μαθητών του. Αλλά αν η πρότασή του ότι ο μόνος τρόπος για να νικηθεί το κακό είναι η προσευχή και η νηστεία εξέπληξε τους μαθητές, η συμβουλή που τους δίνει για επιτυχία στη ζωή αναμφίβολα θα τους άφησε άναυδους.
Η συζήτηση διεξάγεται καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ, όπου ο Ιησούς πρόκειται να τερματίσει την επίγεια δράση του με το φρικτό μαρτύριό του. Επιχειρεί, λοιπόν, να προετοιμάσει τους μαθητές του, προαναγγέλλοντάς τους, για τρίτη μάλιστα φορά, όσα θα του συμβούν, ώστε να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν με την ανάλογη ψυχραιμία την πρόκληση που θα βιώσουν. Οι μαθητές όμως συμπεριφέρονται σαν να μην ακούν ή σαν να μη καταλαβαίνουν την κρισιμότητα της κατάστασης που θα αντιμετωπίσουν σε λίγο. Βέβαιοι ότι ο Ιησούς, παρά τα όσα λέει, βαδίζει προς τον τελικό του θρίαμβο και ότι σύντομα θα ανακηρυχτεί βασιλιάς στην Ιερουσαλήμ, καταστρώνουν τα δικά τους σχέδια. Δύο, μάλιστα, απ’ αυτούς, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, γιοι του Ζεβεδαίου, κατορθώνουν να τον ξεμοναχιάσουν και του ζητούν χωρίς περιστροφές να τους δώσει τις πιο τιμητικές θέσεις: «Όταν θα εγκαθιδρύσεις την ένδοξη βασιλεία σου, βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στα αριστερά σου» (10:37) του λένε. Ο Ιησούς προσπαθεί να τους συνετίσει, υπενθυμίζοντάς τους ότι αυτό που ζητούν απαιτεί υπερβολικές θυσίες από την πλευρά τους: «Μπορείτε να πιείτε το πικρό ποτήρι που θα πιω εγώ;» τους ρωτάει, υπαινισσόμενος το φρικτό μαρτύριο που τον περιμένει, «ή να υποστείτε το βάπτισμα που θα υποστώ εγώ;» (10:38). Όμως εκείνοι, ενθαρρυμένοι προφανώς από το γεγονός ότι ο Ιησούς δέχτηκε να συζητήσει το αίτημά τους, βιάζονται να δηλώσουν έτοιμοι για όλα. Έτσι, αναγκάζεται ο Ιησούς να γίνει πιο σαφής, διατυπώνοντας μια θεμελιώδη αρχή που, αν και αποτελεί τη βάση της χριστιανικής ζωής και πνευματικότητας, δεν παύει να προκαλεί την αντίδραση όποιου την ακούει: «Όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας πρέπει να γίνει υπηρέτης σας· και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων» (10:43-44).
Η αντίδραση προκύπτει από τον εντελώς διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του ζητήματος από τον Ιησού και τους μαθητές του. Εκείνοι ρωτούν με όρους εγκόσμιας κυριαρχίας και ο Χριστός τους απαντάει μέσα από την προοπτική της Βασιλείας, όπου κάθε κυριαρχία παύει να έχει νόημα. Ο Χριστός καλεί τους μαθητές του σε έναν δρόμο αγάπης· της αγάπης που αυτός ο ίδιος φανερώνει για τον κόσμο, αποδεχόμενος τον σταυρικό του θάνατο. Μόνο μέσα από την αγάπη του Χριστού μπορεί κανείς να νικήσει την επιθυμια του για πρωτιά με τους όρους της επίγειας επιτυχίας. Μόνο η αγάπη υποχωρεί και αφήνει χώρο στον άλλον.
Όπως και στην περικοπή που ακούστηκε την προηγούμενη Κυριακή, ο ευαγγελιστής δεν δίνει πληροφορίες για το πώς οι μαθητές κατανόησαν την πρόταση του Ιησού. Είναι άλλωστε τόσο ρηξικέλευθη και ανατρεπτική η πρόταση αυτή, που, ενώ προτείνεται ως γενική αρχή ζωής, προϋποθέτει εντελώς προσωπική και ξεχωριστή για τον καθένα αποδοχή και τοποθέτηση απέναντι σ’ αυτήν. Όπως συμβαίνει με όλες τις προτάσεις ζωής, δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστωθεί η αλήθεια τους με λογικά επιχειρήματα, παρά μόνο με την εμπειρία. Εμπιστεύεται κανείς τον Ιησού και αποφασίζει να θεμελιώσει τη ζωή του σε εντελώς άλλες βάσεις ή δεν τον εμπιστεύεται και επιλέγει δικούς του δρόμους. Μόνον όταν θυσιάσει κανείς κάτι, μπορεί στη συνέχεια να αξιολογήσει αν άξιζε να το κάνει.
aig1
Πηγή antexoume.wordpress.com
Ίσως αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία επέλεξε αυτήν ακριβώς την Κυριακή και σε συνδυασμό με αυτήν την ευαγγελική περικοπή να προβάλει τη μορφή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, μιας γυναίκας που με τις επιλογές της απέδειξε δύο πράγματα· ότι μπορεί κανείς να αλλάξει ριζικά τη ζωή του και ότι την αξία αυτής της αλλαγής μόνον ο ίδιος μπορεί να εκτιμήσει πραγματικά. Σύμφωνα με το συναξάρι της, η Μαρία ήταν μια δραστήρια και πετυχημένη πόρνη από την Αλεξάνδρεια. Κάποτε πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου πίστευε ότι θα εύρισκε περισσότερη πελατεία μεταξύ των προσκυνητών. Μπροστά στον ναό του Παναγίου Τάφου όμως μεταστράφηκε στον χριστιανισμό. Η αλλαγή δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Η Μαρία έπρεπε να παλαίψει με τον εαυτό της για 46 ολόκληρα χρόνια, ώσπου να συνατήσει τον ερημίτη Ζωσημά, στον οποίο εξομολογήθηκε και από τον οποίο ζήτησε να της μεταφέρει από το μοναστήρι του τη θεία ευχαριστία για να κοινωνήσει. Όταν η επιθυμία της εκπληρώθηκε, η Μαρία πέθανε.
Ίσως κάποιοι θεωρήσουν άσκοπη τη θυσία της Μαρίας. Αυτή όμως, σύμφωνα με το σημείωμα που άφησε για τον Ζωσημά, γραμμένο με το δάχτυλό της πάνω στο χώμα της ερήμου, πέθανε ευτυχισμένη. Η ιστορία της πιστοποιεί πως μόνον εκείνος που αποφασίζει να κάνει επιλογές στη ζωή του μπορεί να εκτιμήσει την ορθότητα ή μη των επιλογών του. Η εβδομάδα που ακολουθεί είναι η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα. Είναι ο πιο κατάλληλος καιρός για να κοιτάξει κανείς βαθιά μέσα του και να πάρει τις δικές του, αυστηρά προσωπικές, αποφάσεις, για το πώς θα χειριστεί τη ζωή του. Αν θα εμπιστευτεί πραγματικά τον Ιησού Χριστό και θα αποφασίσει να τον ακολουθήσει στ’ αλήθεια, κάνοντας κάτι ριζοσπαστικό ή αν θα περιοριστεί σε μια μίζερη θρησκευτικότητα.

Σάββατο, Μαρτίου 26, 2016

Θεολογική ἀλήθεια καί ἀλήθεια γιά τόν Θεό (Μάρ β΄ 1-12) -Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν / Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ



(Μάρ β΄ 1-12) -Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν / Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ


Ἀντιμέτωπο μέ ἕνα πανίσχυρο κατεστημένο ἐμφανίζει τόν Ἰησοῦ ἡ περικοπή Μάρ β΄ 1-12, πού, σύμφωνα μέ τό λειτουργικό τυπικό τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς δεύτερης Κυριακῆς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πρόκειται γιά τό κατεστημένο ἐκεῖνο πού διαμορφώνουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς εἰδικοί πάνω σέ ἕνα θέμα καί ὑπεραμύνονται μέ τέτοιο φανατισμό τῆς ἀλήθειας πού νομίζουν ὅτι κατέχουν, ὥστε τούς εἶναι ἀδύνατο νά πιστέψουν ἀκόμη καί τήν πραγματικότητα πού βλέπουν μέ τά ἴδια τους τά μάτια.

Σύμφωνα μέ τήν περικοπή, ὁ Ἰησοῦς κήρυττε σέ κάποιο σπίτι τῆς Καπερναούμ καί εἶχε μαζευτεῖ τόσος κόσμος, ὥστε κανείς δέν μποροῦσε πιά νά τόν πλησιάσει. Κάποιοι ἄνθρωποι πού μετέφεραν ἕναν παράλυτο, ὅταν διαπίστωσαν ὅτι ἦταν ἀδύνατο νά προσεγγίσουν μέ ἄλλον τρόπο τόν Ἰησοῦ, δέν δίστασαν νά ἀνοίξουν μία τρύπα στήν ὀροφή τοῦ σπιτιοῦ -ἡ κατασκευή τῶν σπιτιῶν τῆς ἐποχῆς στήν Παλαιστίνη ἐπέτρεπε τέτοιου εἴδους ἐνέργειες- καί νά κατεβάσουν μέ σχοινιά τόν παράλυτο μπροστά του γιά νά τόν θεραπεύσει. Ὁ Ἰησοῦς, βλέποντας τή μεγάλη πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀπευθύνεται στόν παράλυτο λέγοντας: «Οἱ ἁμαρτίες σου συγχωροῦνται».

Αὐτή ἀκριβῶς ἡ φράση ὅμως εἶναι πού πυροδοτεῖ τήν ἀντίδραση τῶν ἀνθρώπων γιά τούς ὁποίους ἔγινε λόγος παραπάνω. Πρόκειται στή συγκεκριμένη περίπτωση γιά τούς “γραμματείς”, τούς μορφωμένους, δηλαδή, ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὡς κύριο ἔργο τους τή μελέτη, ἀνάλυση καί ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς· κάτι σάν τούς σημερινούς θεολόγους. Πρόκειται γιά ἀνθρώπους πού ἄσπρισαν τά μαλλιά τους στή μελέτη τῶν ἱερῶν κειμένων καί πίστευαν ὅτι γνώριζαν πιά τά πάντα γιά τό Θεό. Εἶχαν ἀναπτύξει μία ἀπό κάθε ἄποψη ὁλοκληρωμένη καί τεκμηριωμένη διδασκαλία γιά τόν Θεό πού δέν φαινόταν νά χάνει ἀπό πουθενά, δέν μποροῦσε νά κλονιστεῖ μέ τίποτε. Εἶχαν μίαν ἀπάντηση γιά κάθε ἐρώτημα, μποροῦσαν νά βροῦν λύση σέ κάθε πρόβλημα πού τούς ἔθεταν· κάτι σάν τούς σημερινούς γεροντάδες. Καί τώρα, ὅλο αὐτό τό οἰκοδόμημα, πού τόσα χρόνια μέ τόσο κόπο ἔστηναν, ἔρχεται νά τούς τό γκρεμίσει ἕνας νεαρός ραββίνος μέ τή φράση «Οἱ ἁμαρτίες σου συγχωροῦνται».

Τό γεγονός ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, χρόνια παράλυτος, μπορεῖ καί περπατάει τό ἀφήνουν ἐντελῶς ἀσχολίαστο. Αὐτό πού τούς ἀπασχολεῖ εἶναι τό θεωρητικό θεολογικό ἐρώτημα ἄν ὁ Ἰησοῦς ἔχει τό δικαίωμα νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες ἤ ὄχι. Ἀφοῦ ἡ πραγματικότητα εἶναι διαφορετική ἀπό αὐτό πού πιστεύουν, λάθος εἶναι ἡ πραγματικότητα καί ὄχι ἡ θεωρία τους.

Τό κεντρικό, λοιπόν, θέμα τῆς περικοπῆς εἶναι ἡ σχέση θεωρίας καί ἀλήθειας. Σέ μιὰ ἀνάλογη κατάσταση μέ αὐτήν πού ἀντιμετώπισε ὁ Ἰησοῦς βρέθηκε ἀρκετούς αἰῶνες ἀργότερα καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στή μνήμη τοῦ ὁποίου εἶναι ἀφιερωμένη ἡ δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστῆς. Στίς ἀρχές τοῦ ιδ΄ αἰώνα κάποιοι μοναχοί στό Ἅγιο Ὄρος ἐφάρμοζαν μία ὁρισμένη τεχνική ἄσκησης καί προσευχῆς μέ πλήρη ἀπομόνωση ἀπό ἐξωτερικά ἐρεθίσματα, ὥστε νά ἀξιωθοῦν μιᾶς ἔντονης ἐμπειρίας τοῦ θείου φωτός. «Ἀδύνατον», ὑποστήριζαν οἱ μορφωμένοι θεολόγοι τῆς ἐποχῆς, «ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος». Καί πάλι ἡ θεωρία ἐρχόταν νά ἀμφισβητήσει αὐτό πού κάποιοι ἄνθρωποι βίωναν ὡς πραγματική ἐμπειρία.

Τήν ὑπεράσπιση τῶν μοναχῶν ἀνέλαβε ὁ Γρηγόριος. Συμφωνεῖ, βεβαίως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος, ἐπιμένει ὅμως ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τόν γνωρίσει, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός τό ἐπιτρέπει καί ὁ ἄνθρωπος πληροῖ ὁρισμένες προϋποθέσεις. Ἔτσι ἀναπτύσσει μία θεολογία, ἡ ὁποία βασίζεται στή διάκριση οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι καί παραμένει ἀκατάληπτη, ἡ ἐνέργειά του ὅμως εἶναι καταληπτή. Στόχος τῆς θεολογίας, ἑπομένως δέν πρέπει νά εἶναι ἡ ἐξέταση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ προσπάθεια προσέγγισης τοῦ Θεοῦ κατά τίς ἐνέργειες καί τίς σχέσεις του μέ τά δημιουργήματά του. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἡ θεολογία ἀπό μία θεωρητική, φιλοσοφικοῦ τύπου, ἐνασχόληση μέ τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ γίνεται ζωή καί ἐμπειρία, γίνεται μετοχή στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή “φυσική του κατασταση”, ὅπως χαρακτηριστικά τόνιζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό, στή θέωση.

Μία τέτοια προσέγγιση τοῦ Θεοῦ ζητάει ὁ Χριστός ἀπό τούς μαθητές του ὅλων τῶν ἐποχῶν. Μία προσέγγιση πού θά βασίζεται στήν προσωπική τους ἐμπειρία καί ὄχι σέ κάποιες θεωρητικές διδασκαλίες πού ἄκουσαν στά μαθήματα τῶν θρησκευτικῶν στό σχολεῖο. Τό ἐρώτημα, βέβαια, εἶναι κατά πόσο ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς ἐπιτρέπει μία ζωντανή ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ρυθμός τῆς ζωῆς σήμερα ἐλάχιστα περιθώρια ἀφήνει στούς ἀνθρώπους γιά μία ματιά μέσα τους, νά σκεφτοῦν καί νά προβληματιστοῦν πάνω στόν ρόλο τους ὡς χριστιανῶν καί στόν πραγματικό σκοπό τῆς ζωῆς τους. Οἱ περισσότεροι περιορίζονται συνήθως στήν τέλεση κάποιων τυπικῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων καί ἀφήνουν τά μεγάλα προβλήματα στά χέρια τῶν εἰδικῶν. Ὅσο λιγότερο ὅμως σκέφτονται οἱ χριστιανοί τόσο περισσότερο χῶρο ἀφήνουν σέ κάθε λογής “αὐθεντίες”, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν νά σκέφτονται γιά τούς ἄλλους, νά τούς περνᾶνε τίς ὅποιες ἀπόψεις τους, ἕτοιμες καί καλά διατυπωμένες μέσα ἀπό ἕνα σύνθημα, πού μπορεῖ κανείς εὔκολα νά τό ἀναμασᾶ καί νά τό διαδίδει. Ἔτσι ὅμως καταντοῦν οἱ ἄνθρωποι ἄβουλα ὄργανα στά χέρια αὐτῶν πού ἀναλαμβάνουν νά διαμορφώνουν τήν κοινή γνώμη, ὁμαδοποιοῦνται κάτω ἀπό ἕνα λάβαρο καί εἶναι ἕτοιμοι νά ἐκστρατεύσουν ἐνάντια σέ ὁποιονδήποτε τούς ὑποδειχτεῖ ὡς ἐχθρός. Εὔκολα ἀντιλαμβάνεται κανείς ὅτι, ὅταν κάποιος βρεθεῖ σέ αὐτήν τήν κατάσταση, νιώθει τόσο ἀσφαλής καί κατοχυρωμένος ἀπό τήν κυρίαρχη ἰδεολογία τῆς ἐποχῆς πού ἄλλοι διαμόρφωσαν γι’ αὐτόν, ὥστε ὄχι μόνον τόν Θεό δέν μπορεῖ νά ἀναζητήσει καί νά δεῖ, ἀλλά οὔτε καί τήν καθημερινή πραγματικότητα μπορεῖ νά ἀντιληφθεῖ πλέον σωστά.

Ἡ εὐαγγελική περικοπή Μάρ β΄ 1-12 εἶναι ἕνα προσκλητήριο ἀντίστασης· ἀντίστασης ἀπέναντι σέ ὅλους ἐκείνους πού στοχεύουν στήν πνευματική ἀγκύλωση τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπεργάζονται τήν πνευματική μιζέρια καί τύφλωση τῶν χριστιανῶν. Εἶναι καιρός οἱ πιστοί νά ἀντισταθοῦν στήν ἰσοπέδωση πού ἐπιβάλλουν τά διάφορα (λεγόμενα) πνευματικά περιβάλλοντα καί στήν ὑπεραπλουστευμένη θεώρηση τῆς ζωῆς πού ἐπιχειροῦν νά τούς περάσουν. Εἶναι καιρός νά γίνει σέ ὅλους συνείδηση ὅτι τό “ποίμνιο” τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀποτελεῖται ἀπό πρόβατα· ἀποτελεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού σκέφτονται, συζητοῦν, ἀποφασίζουν συνειδητά καί πρό πάντων ψάχνουν. Σέ μία ἐποχή ἀπόλυτου ἀποπροσανατολισμοῦ καί πνευματικῆς ἀποχαύνωσης τό καθῆκον τῶν χριστιανῶν γιά ἐπαναπροσδιορισμό τῆς σχέσης τους μέ τόν Θεό καί πιό συνειδητή μαρτυρία τῆς ἐμπειρίας τους ἀπό τή σχέση αὐτή προβάλλει περισσότερο ἐπιτακτικό ἀπό ποτέ.

Κυριακή, Μαΐου 31, 2015

Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος Η αποκατάσταση της κοινωνίας με τον Θεό (Ματ 18:10-20)

Αν η γιορτή της Πεντηκοστής θεωρείται η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας, η αφιερωμένη στο Άγιο Πνεύμα γιορτή υπενθυμίζει προς πάσα κατεύθυνση τη βασική αρχή που συγκροτεί μια ομάδα ανθρώπων σε Εκκλησία· την αποκατάσταση της κοινωνίας ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο και στους ανθρώπους μεταξύ τους. Τη βασική αυτή αρχή συνοψίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το Κοντάκιον της γιορτής:
                                       Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε
                                                   διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος·
                                       ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν
                                                   εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν·
                                       καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ πανάγιον Πνεῦμα.
          Η ιστορία στην οποία παραπέμπει ο συγκεκριμένος ύμνος περιέχεται στο κεφάλαιο 11 του βιβλίου της Γενέσεως και αποτελεί τον τελευταίο σταθμό στη μακρά πτωτική πορεία που ακολούθησε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να ανεξαρτητοποιηθεί από τον Θεό. Πρόκειται για μια πορεία που περιγράφεται παραστατικά και με ζωηρές εικόνες στα ένδεκα πρώτα κεφάλαια τηςΓενέσεως και που χαρακτηρίζεται από μια αλυσιδωτή διάσπαση των σχέσεων, ως συνέπεια της διάσπασης των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό. Κάθε φορά που ο άνθρωπος επιχειρεί να εξισωθεί με τον Θεό, είτε με την απόκτηση γνώσης (βρώση απαγορευμένου καρπού, Γεν 3:1εξ) είτε με τη βιολογική βελτίωση του είδους του (γάμος υπερφυσικών όντων με θνητές γυναίκες, Γεν 6:1εξ) είτε με την τεχνολογική πρόοδο (οικοδομή πανύψηλου πύργου, Γεν 11:1εξ) βιώνει και μια νέα διάσπαση των σχέσεών του με τον συνάνθρωπό του· καταστροφή των σχέσεων ανάμεσα στο ζευγάρι (Αδάμ – Εύα), ανάμεσα στα αδέλφια (Κάιν – Άβελ), ανάμεσα στον πατέρα και στον γιο (Νώε – Χαμ) και, τέλος, πλήρης διάσπαση της κοινωνίας (αδυναμία συνεννόησης).
EPSON scanner image
EPSON scanner image
            Όμως ο Θεός δεν εγκαταλείπει ούτε για λίγο το πλάσμα του, και διαμορφώνει τις συνθήκες για την αποκατάσταση των μεταξύ τους σχέσεων, αναζητώντας ανθρώπους που θα δεχτούν να συνεργαστούν μαζί του για τον σκοπό αυτόν. Αυτό το συνεχές ενδιαφέρον του Θεού για την αποκατάσταση της κοινωνίας που περιγράφεται με πλήθος ζωηρών εικόνων και γλαφυρών ιστοριών στην Παλαιά Διαθήκη, συνοψίζεται με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο στο ρητορικό ερώτημα που μέσα από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της γιορτής απευθύνει ο Ιησούς στους ακροατές του: «Τι νομίζετε; αν κάποιος έχει εκατό πρόβατα και του χαθεί απ’ αυτά το ένα, δεν θ’ αφήσει τα ενενήντα εννιά στα βουνά για να πάει ν’ αναζητήσει το χαμένο;» (Ματ 18:12).
            Ο Θεός κάνει πάντα το πρώτο βήμα και περιμένει την ανταπόκριση του ανθρώπου. Όπως ο Θεός συγχωρεί τον άνθρωπο, έτσι αναμένει και από τον άνθρωπο να συγχωρεί τον συνάνθρωπό του. Και σ᾽ αυτό το θέμα αναφέρεται ο Ιησούς αμέσως μετά την παραβολή του χαμένου προβάτου. Συγχωρώντας ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του μιμείται τον Θεό και αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα προς την αποκατάσταση της κοινωνίας.
            Αλλά ο Θεός γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι για τον άνθρωπο να απαλλαγεί από την ατομικότητά του, να στραφεί ως πρόσωπο προς τον άλλον, να δώσει προτεραιότητα στα ενδιαφέροντα και στις ανάγκες των άλλων, φτάνοντας μέχρι και στη θυσία των δικών του αναγκών. Γι’ αυτό ο Χριστός υποσχέθηκε στους μαθητές του ότι όταν ολοκληρώσει τη δράση του στη γη δεν πρόκειται να τους αφήσει μόνους, αλλά θα τους στείλει κάποιον άλλον που θα βρίσκεται συνέχεια μαζί τους και θα τους συμπαραστέκεται. Αυτό είναι το έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Ιστορία της ανθρωπότητας και του κάθε χριστιανού χωριστά. Να δημιουργήσει μια τέλεια κοινωνία προσώπων όμοια με την κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδας.
            Για να επιτευχθεί όμως αυτό δεν είναι αρκετό να αποδεχτεί κανείς τη διδασκαλία του Χριστού. Πρέπει κανείς να γεννηθεί ξανά, να γίνει καινούργιος άνθρωπος. Όπως ακριβώς το βρέφος όταν γεννιέται αλλάζει εντελώς τον τρόπο της ζωής του, έτσι και ο αναγεννημένος από το Άγιο Πνεύμα άνθρωπος βιώνει εντελώς πρωτόγνωρες εμπειρίες. Όπως ακριβώς το βρέφος όταν γεννιέται παύει να εξαρτά τη ζωή του από τον ομφάλιο λώρο της μητέρας του και μαθαίνει να ζει στηριζόμενο στις δικές του δυνατότητες και επιλογές, έτσι και ο αναγεννημένος από το Άγιο Πνεύμα άνθρωπος παύει να καθορίζει την ύπαρξή του με βάση τις βιολογικές του ανάγκες και την ατομικότητά του και μαθαίνει να ζει σε σχέση με τον Θεό και τους άλλους. Η σχέση όμως αυτή με τον Θεό δεν επιτυγχάνεται μέσα από μια νομικού τύπου διαδικασία αποκατάστασης σχέσεων ούτε με την ηθική βελτίωση του ατόμου, αλλά με την κατάφαση του ανθρώπου στην επεύλεση του Αγίου Πνεύματος μέσα του, που θα ανακαινίσει πλήρως τη ζωή του, νεκρώνοντας τον παλιό άνθρωπο, προκειμένου να γεννηθεί ένας καινούργιος, ο Χριστός.
            Χωρίς αυτήν την ανακαίνιση της ζωής του ανθρώπου δεν υφίσταται Εκκλησία, αλλά απλώς μια συνάθροιση πιστών, που ο καθένας προσεύχεται για τον εαυτό του, παρακαλεί τον Θεό για τις δικές του ανάγκες, αδιαφορώντας πλήρως για τις ανάγκες του άλλου που στέκεται δίπλα του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως το μόνο που επιτυγχάνει κανείς είναι η ψευδαίσθηση ότι εισακούεται από τον Θεό. Αλλά το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο δεν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση και σωτηρία κάποιων καλών χριστιανών, αλλά στη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό ο Χριστός διαβεβαιώνει τους ακροατές του ότι μόνο μέσα από την αποκατάστασεων των μεταξύ τους σχέσεων θα αποκτήσουν και αληθινή σχέση με τον Θεό: «Σας βεβαιώνω επίσης πως αν δύο από σας συμφωνήσουν στη γη για ένα πράγμα που θα ζητήσουν, ο ουράνιος Πατέρας μου θα τους το κάνει. Γιατί όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους»(Ματ 18:19-20).
            Αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία. Το Άγιο Πνεύμα είναι ο συμπαραστάτης όλων των ανθρώπων· είναι ο Θεός που κατοικεί μόνιμα στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, προκειμένου να διαμορφώσει μια αληθινή κοινωνία. Μοναδική προϋπόθεση οι άνθρωποι να δεχτούν τον Θεό ανάμεσά τους.

Σάββατο, Μαΐου 02, 2015

Κυριακή του Παραλύτου: Η δύναμη του Λόγου του Θεού (Ιωα 5:1-15)


Τόσο τα αποστολικά όσο και τα ευαγγελικά αναγνώσματα των Κυριακών της περιόδου από το Πάσχα ως την Πεντηκοστή αναφέρονται σε διάφορα θαύματα που κάνει ο Ιησούς ή οι απόστολοι στο όνομά του. Τυφλοί ξαναβρίσκουν το φως τους, άρρωστοι θεραπεύονται, παράλυτοι για χρόνια μπορούν να ξαναπερπατήσουν, ακόμη και νεκροί ανασταίνονται. Στόχος των αφηγήσεων αυτών δεν είναι ο εντυπωσιασμός των ακροατών με την περιγραφή της δύναμης του Ιησού, αλλά συνιστούν ένα διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας για το ποιος είναι ο Ιησούς και ποιο είναι το έργο του. Τα θαύματα είναι δείκτες αυτού που αποκαλείται “Βασιλεία του Θεού” και γι’ αυτό οι σχετικές αφηγήσεις διαβάζονται κατά την αναστάσιμη περίοδο, καθώς περιγράφουν παραστατικά τον καινούργιο κόσμο που επαγγέλλεται ο Χριστός και αγωνίζονται οι χριστιανοί να πραγματώσουν. Αναμφίβολα, με μερικά θαύματα δεν αλλάζει ο κόσμος, ούτε μπορεί να απαλλαγεί από το κακό· ως παραδείγματα όμως δείχνουν σε επιμέρους περιπτώσεις τις δυνατότητες που έχουν οι χριστιανοί να εξαφανίσουν το κακό από τον κόσμο.
Το επεισόδιο που περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα της τρίτης μετά το Πάσχα Κυριακής αναφέρεται στη θεραπεία ενός παράλυτου ανθρώπου. Χρόνια ολόκληρα περίμενε ο δυστυχισμένος αυτός άνθρωπος να βρει τη θεραπεία του δίπλα σε μια δεξαμενή με ιαματικά νερά, όμως δεν είχε κανένα να τον βοηθήσει να μπει στο νερό την κατάλληλη στιγμή. Τη βοήθεια αυτή που τόσο απελπισμένα περίμενε έρχεται να του τη δώσει ο Ιησούς. Με ένα και μόνο λόγο του χαρίζει στον άνθρωπο την υγεία.
paralyt2
Η πράξη αυτή του Ιησού έχει έναν βαθύτατο συμβολισμό και μεταφέρει στους ανθρώπους όλων των εποχών ένα βαρυσήμαντο μήνυμα. Ο συμβολισμός προκύπτει από τη σύγκριση της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής με το πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής στο βιβλίο Γένεσις. Όπως κατά την εποχή της δημιουργίας ο αυθεντικός λόγος του Θεού δίνει ύπαρξη σε όλα τα όντα, κατά τον ίδιο τρόπο ο δυναμικός λόγος του Υιού του Θεού αναδημιουργεί το κατεστραμμένο από την αμαρτία πλάσμα του. Το μήνυμα, λοιπόν, που βγαίνει από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Παραλύτου είναι ότι ο λόγος του Θεού είναι παντοδύναμος• έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τον κόσμο, έχει τη δύναμη να σώσει και να απελευθερώσει τον άνθρωπο από όλες τις μορφές του κακού που τον καταδυναστεύουν.
Παρά το προφανές του συμβολισμού όμως, η ισχύς του μηνύματος δεν φαίνεται σήμερα αδιαμφισβήτητη, καθώς ούτε ο μεταμορφωτικός για τον κόσμο ούτε ο απελευθερωτικός για τον άνθρωπο χαρακτήρας του λόγου του Θεού είναι πάντοτε αναγνωρίσιμοι, κι ακόμα, οι διαφορετικές ερμηνείες του από διάφορες θρησκευτικές ομάδες οδηγούν συχνά σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις μέσα στην κοινωνία.
Η διαπίστωση αυτή απαιτεί μια πιο προσεκτική ανάγνωση της παραπάνω ευαγγελικής περικοπής, ώστε να αναζητηθούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο λόγος του Θεού θα μπορούσε να καταστεί και σήμερα ενεργός. Η πρώτη προϋπόθεση στην περίπτωση αυτή προκύπτει από την αντίδραση των θρησκευτικών ηγετών των Ιουδαίων στη θεραπεία του παραλύτου. Η μελέτη του λόγου του Θεού αποτελούσε για τους ανθρώπους αυτούς καθημερινή ενασχόληση. Από το πρωί μέχρι το βράδυ μελετούσαν τις Γραφές, όμως το μόνο που κατόρθωσαν να δουν από την όλη ιστορία ήταν ότι ο παράλυτος παραβίασε μια εντολή του Θεού κουβαλώντας το κρεβάτι του το Σάββατο. Και ήταν αναμενόμενη η αντίδραση αυτή, γιατί για τους ανθρώπους αυτούς ο λόγος του Θεού δεν ήταν ζωή, δεν ήταν πηγή χαράς και μέσο απελευθέρωσης, αλλά θεσμός αυστηρά τυποποιημένος μέσα από μια σειρά κανόνων που στόχευαν στο να ελέγξουν κάθε εκδήλωση της καθημερινής ζωής των ανθρώπων.
Αν, κατά συνέπεια, ανάλογα ισχύουν και για τους χριστιανούς, η απάντηση στο σχετικό με την αδυναμία των χριστιανών σήμερα να αναγνωρίσουν την αναγεννητική δύναμη του λόγου Θεού ερώτημα είναι προφανής. Αν η Αγία Γραφή δεν παίζει κάποιον πραγματικό ρόλο στην καθημερινότητα των χριστιανών, αν η ανάγνωση της Αγίας Γραφής δεν αποτελεί πηγή έμπνευσης και δύναμης στον αγώνα τους για μεταμόρφωση του κόσμου σε Βασιλεία του Θεού, τότε και οι χριστιανοί έχουν μετατρέψει την πίστη τους σε έναν νεκρό θεσμό, που τίποτε άλλο δεν προσφέρει παρά μόνον την ψεύτικη ικανοποίηση ότι τα έχει κανείς καλά με τον Θεό. Στην περίπτωση αυτή τα χρυσά εξώφυλλα του Ευαγγελίου που βρίσκεται πάνω στην αγία τράπεζα αποκτούν έναν άλλο συμβολισμό, καθώς μεταθέτουν το σημασιολογικό βάρος από το εσωτερικό στο εξωτερικό• το χαρμόσυνο άγγελμα που θα αλλάξει τον κόσμο γίνεται Ιερόν Ευαγγέλιον, αντικείμενο ευλαβικής προσκύνησης και τοποθετημένο στην πιο τιμητική αλλά και πλέον δυσπρόσιτη θέση του ναού, όπου ουδείς επιτρέπεται να πλησιάσει. Αυτό όμως ισοδυναμεί με θάψιμο του ζωντανού λόγου του Θεού μέσα στις εκκλησίες με αποτέλεσμα να καταστεί ανενεργός. Γιατί είναι προφανές ότι ένας θαμμένος θησαυρός, όσο πολύτιμος και να είναι, παραμένει εντελώς άχρηστος για τους κατόχους του. Ένας θαμμένος θησαυρός παρέχει στον κάτοχό του μόνον έναν τίτλο ιδιοκτησίας, που ενδεχομένως του προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας και υπεροχής έναντι των άλλων, ποτέ όμως δεν προάγει τις σχέσεις του με τους άλλους, επομένως ούτε τον ίδιο μπορεί να σώσει ούτε κάποιον άλλον να βοηθήσει.
Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να αναζητηθεί και η δεύτερη προϋπόθεση που απαιτείται, ώστε ο λόγος του Θεού να ενεργήσει λυτρωτικά για τους ανθρώπους. Όταν ξανασυναντάει ο Ιησούς τον θεραπευμένο πια παράλυτο, τον προτρέπει να αποφεύγει στην υπόλοιπη ζωή του την αμαρτία, τον προτρέπει, δηλαδή, να αλλάξει ριζικά τον τρόπο της ζωής του. Αλλά ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής είναι δυνατή μόνον όταν υπάρχει ζωντανή σχέση με τον Θεό. Ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής δεν μπορεί να επιτευχθεί με μια χλιαρή πίστη ή με μια παραδοσιακή θρησκευτικότητα που κληρονόμησε κανείς από τους γονείς του. Ζωντανή σχέση με τον Θεό προϋποθέτει καθημερινή αναζήτηση του Θεού, καθημερινή πάλη του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό, καθημερινό αγώνα και προβληματισμό για να βρεί κανείς τον δρόμο που οδηγεί στον Θεό. Είναι, δηλαδή, κάτι που το κατακτάται καθημερινά και που πιστοποιείται στην καθημερινή ζωή του καθένα με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους συνανθρώπους του.
Ο λόγος του Θεού έχει τη δύναμη να ελευθερώσει τον άνθρωπο, θα πρέπει όμως και ο άνθρωπος να θελήσει να ελευθερωθεί και, κυρίως, να παραμείνει ελεύθερος. Και ελεύθερος παραμένει ο άνθρωπος μόνον όταν συνεργάζεται με τον Θεό για την απαλλαγή του κόσμου από το κακό. Κάθε φορά που, σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του, στήριξε αλλού τις ελπίδες του διαψεύστηκε οικτρά. Κάθε φορά που ο άνθρωπος πίστεψε ότι βρήκε τον τρόπο να απελευθερωθεί βρέθηκε χειρότερα υποδουλωμένος μέσα στα ίδια τα κατασκευάσματά του. Αυτό είναι σήμερα περισσότερο εμφανές από ποτέ, καθώς σήμερα γνωρίζουν οι άνθρωποι καλύτερα από κάθε άλλη εποχή ότι η τεχνολογική ανάπτυξη δεν έφερε την πολυπόθητη ευτυχία, αλλά αποξένωσε ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους και η δύναμη των όπλων κανένα δεν εξασφάλισε, αλλά μόνο το δίκαιο του ισχυροτέρου επιχείρησε να επιβάλει, οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπους στη δυστυχία και την απόγνωση. Προϋπόθεση, λοιπόν, για ενεργήσει ο λόγος του Θεού είναι να πιστέψουν οι άνθρωποι στη δύναμή του. Πριν αρχίσει να παραπονιέται κανείς ότι σήμερα δεν γίνονται πια θαύματα, θα πρέπει να επιχειρήσει να κάνει ο ίδιος ένα θαύμα. Θα πρέπει να πάρει την απόφαση να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του και μαζί με αυτόν να αλλάξει τον κόσμο. Θα πρέπει να ανοίξει την Αγία Γραφή και να ζητήσει καθοδήγηση από τον Θεό για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Μόνον όταν οι χριστιανοί αποφασίσουν να πάρουν σοβαρά τον ρόλο τους στην κοινωνία και αρχίσουν να αγωνιζόνται, ώστε να μετατρέψουν τον κόσμο σε Βασιλεία του Θεού, θα αρχίσουν και να βλέπουν να πραγματοποιούνται 

Σάββατο, Απριλίου 25, 2015

Η θέση των γυναικών στην Εκκλησία (Κυριακή των Μυροφόρων, Μαρ 15:43 – 16:8)


Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων περιγράφει δύο επεισόδια, που, αν και συνδέονται στενά μεταξύ τους -καθώς το ένα αποτελεί συνέχεια και συνέπεια του άλλου- ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Το πρώτο επεισόδιο αναφέρεται στην τελευταία πράξη του δράματος της επίγειας ζωής του Ιησού, στην ταφή του, και σηματοδοτεί ταυτόχρονα το τέλος μιας εποχής, του παλιού κόσμου που σε λίγο θα αντικατασταθεί από μιαν άλλη εντελώς καινούργια πραγματικότητα. Το δεύτερο επεισόδιο αναφέρεται στην εμπειρία που έζησαν οι γυναίκες, οι οποίες, πηγαίνοντας στο μνήμα για να προσφέρουν τις τελευταίες τιμές στον νεκρό Ιησού, πληροφορήθηκαν την ανάστασή του. Το επεισόδιο αυτό σηματοδοτεί την αρχή της νέας εποχής, την έναρξη του καινούργιου κόσμου, της Βασιλείας του Θεού, που σημαίνει ταυτόχρονα και το τέλος της κυριαρχίας του θανάτου.
myroforkwnnou2
            Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτά τα δύο επεισόδια φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Όλοι οι πρωταγωνιστές του πρώτου επεισοδίου είναι άνδρες που κατέχουν κάποια σημαντική θέση. Ο Νικόδημος, μέλος της λεγόμενης ‘‘υψηλής’’ ιουδαϊκής κοινωνίας, ευυπόληπτος πολίτης, είχε εντυπωσιαστεί από το κήρυγμα του Ιησού, αλλά, φοβούμενος να διακινδυνεύσει την κοινωνική του θέση, παραμένει κρυφός μαθητής του, χωρίς να εκτίθεται. Τώρα που ο δάσκαλος είναι νεκρός, τώρα που όλα τέλειωσαν και οι κρυφές ελπίδες διαψεύστηκαν, σπρωγμένος ποιος ξέρει από ποια συναισθήματα, παίρνει μια ηρωική απόφαση. Αποφασίζει να βγει από την αφάνεια και να τολμήσει να κάνει αυτό που φοβόταν σ’ όλη του τη ζωή· να προσφέρει, έστω και την τελευταία, τιμή στον δάσκαλό του, θάβοντάς τον αξιοπρεπώς. Ο Πιλάτος, Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας, αφού ξεμπέρδεψε εύκολα με τη δίκη του Ιησού που παρά λίγο να τον μπλέξει σε πολιτικές περιπέτειες, αδιαφορεί τώρα πλήρως για την τύχη του θύματός του· μόλις βεβαιώθηκε ότι πέθανε, δίνει τη συγκατάθεση για την ταφή. Σιωπηρά πρωταγωνιστούν στο ίδιο επεισόδιο και οι μαθητές του Χριστού. Αυτοί που επί τρία χρόνια ήταν καθημερινά παρόντες σ’ όλες τις στιγμές της δράσης του Ιησού, άκουγαν τα κηρύγματά του, έβλεπαν τα θαύματά του, ζούσαν μαζί του και ήταν, μάλιστα, προειδοποιημένοι για όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, τώρα λάμπουν δια της απουσίας τους. Ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος τον αρνήθηκε, οι άλλοι φρόντισαν να κρυφτούν έγκαιρα. Μόνον ο Ιωάννης, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του, τόλμησε να πλησιάσει τον σταυρό, αλλά τώρα, θεωρώντας ίσως ότι έχει εκτεθεί αρκετά, βρίσκεται κι αυτός κρυμμένος μαζί με τους άλλους στο πατάρι κάποιου σπιτιού.
            Στο δεύτερο επεισόδιο πρωταγωνιστούν τρεις γυναίκες και ένας άγγελος· πρόσωπα με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα του πρώτου. Ο άγγελος δεν ανήκει στον κόσμο τούτο και οι γυναίκες, λόγω του φύλου τους και της κοινωνικής τους κατάστασης, ανήκουν στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής τους. Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη τη ζωή του ήταν λογικός και μετρημένος, σ’ αυτές κυριαρχεί το συναίσθημα, το πάθος να βρεθούν κοντά στον Ιησού. Η λογική και ο υπολογισμός, μόνον κατ’ εξαίρεση περνάει απ’ το μυαλό τους: Ποιος θα κυλήσει για μας την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;
            Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη του τη ζωή φοβόταν για την κοινωνική του θέση, αυτές, ζώντας έτσι κι αλλιώς στο περιθώριο της κοινωνίας, δεν νοιάζονται για το τι θα πει ο κόσμος, τρομάζουν όμως μπρος στο μέγεθος της αποστολής που τους ανατίθεται και χρειάζεται να παρέμβει ο άγγελος για να τις ενθαρρύνει: Μην τρομάζετε … Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘‘Πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει’’.
            Σ’ αυτήν την προτροπή του αγγέλου οι ρόλοι ανατρέπονται: Οι μαθητές, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα μάθαιναν την ανάσταση του Ιησού και θα την διακήρυσσαν παντού, απουσιάζουν· αυτοί, που επί τρία χρόνια προετοιμάζονταν καθημερινά για αυτόν τον ρόλο, αποδείχτηκαν στην κρίσιμη στιγμή κατώτεροι της αποστολής τους· έτσι, αυτές που αναλαμβάνουν τον πρώτο ρόλο της χριστιανικής ιεραποστολής είναι τρεις γυναίκες. Η λογική κρατάει τους μαθητές κρυμμένους στο πατάρι, το πάθος οδηγεί τις γυναίκες στον τάφο του Ιησού και τις κάνει μάρτυρες της πιο συγκλονιστικής εμπειρίας που έζησε ποτέ άνθρωπος. Όμως ο Θεός γνωρίζει πώς σκέφτονται οι άνθρωποι. Ο άγγελος όχι μόνο δεν απορρίπτει τη λογική, αλλά αντίθετα, καλεί τις γυναίκες να εξετάσουν με ακρίβεια τον τάφο, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία για την ανάσταση του Ιησού.
            Παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών των δύο επεισοδίων, μπορούν να προκύψουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Στον παλιό κόσμο κυριαρχεί ο θάνατος, ο φόβος, ο μίζερος υπολογισμός. Η κοινωνία είναι λογικοκρατικά δομημένη με αυστηρή ιεραρχία, στην οποία ο καθένας έχει το ρόλο του. Μόνον κάποιες παράτολμες ενέργειες διαφοροποιούν κάπου κάπου το σκηνικό. Ο Θεός υπάρχει, όλοι πιστεύουν σ’ αυτόν, αλλά ζει στον κόσμο του και οι άνθρωποι ζουν στον δικό τους, λειτουργούν με τα δικά τους μέτρα, οργανώνονται με τον δικό τους τρόπο, ακολουθούν τις δικές τους προτεραιότητες. Στον καινούργιο κόσμο όλα είναι αλλιώς. Εδώ κυριαρχεί η ανάσταση, το συναίσθημα, η παρόρμηση. Οι κοινωνικές δομές ανατρέπονται, οι ρόλοι αλλάζουν, οι ανισότητες εξαφανίζονται. Οι γυναίκες περνούν από το περιθώριο στο προσκήνιο και αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο εκμηδενίζεται.
            Η ανάσταση του Χριστού έχει ανατρέψει όλα τα δεδομένα, έχει φέρει μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων, που υπόσχεται έναν κόσμο δίκαιο, ευτυχισμένο, χωρίς φόβους, χωρίς ανισότητες και διακρίσεις. Το πρώτο μεγάλο βήμα προς τον νέο αυτόν κόσμο, προς αυτό που χαρακτηρίζεται ως ‘‘Βασιλεία του Θεού’’, έγινε με την ανάσταση του Χριστού. Όμως μένουν αρκετά βήματα ακόμη, και μάλιστα δύσκολα βήματα, καθώς ο παλιός κόσμος δεν παραδίδεται εύκολα, αλλά ανθίσταται σθεναρά. Η χωρίς διακρίσεις και ανισότητες κοινωνία, όπου όλοι θα νιώθουν και θα είναι αδέλφια, δεν επιτεύχθηκε ακόμη. Η ισοτιμία ανδρών και γυναικών, που ο Χριστός με το παράδειγμά του έκανε πράξη και οι απόστολοι διακήρυξαν, όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά οι γυναίκες, παρά τους αγώνες τους και τις κατακτήσεις τους, παραμένουν και σήμερα ουσιαστικά δέσμιες μιας κατάστασης ανισότητας που δημιούργησε ο παλιός κόσμος, και η οποία ανισότητα εκδηλώνεται καθημερινά σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο. Αρκεί μια ματιά σε καθημερινές καταστάσεις, από το πώς μοιράζονται οι ευθύνες, οι ρόλοι και οι δουλειές μέσα στο σπίτι, μέχρι το πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ως αντικείμενα ερωτισμού στην τηλεόραση, στις διαφημίσεις, στη δουλειά, κλπ, για να διαπιστωθεί ότι η άδικη συμπεριφορά προς τις γυναίκες φτάνει συχνά τα όρια της πραγματικής καταπίεσης.
            Οι χριστιανοί, λοιπόν, περισσότερο από οποιουσδήποτε άλλους, έχουν υποχρέωση να αγωνιστούν για την ανατροπή της κατάστασης αυτής. Από την άποψη αυτή η διακήρυξη της Διορθόδοξης Διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε το 1987 στη Σόφια διατηρεί ακόμη την επικαιρότητά της:
«Ο κόσμος μας έχει μια μακρά ιστορία, κατά την οποία τόσο στις προσωπικές τοποθετήσεις όσο και στη θεσμική ζωή οι γυναίκες έτυχαν άδικης μεταχείρισης και η ουσιαστική ιδιότητά τους ως εικόνας και ομοίωσης Θεού δεν έγινε πλήρως σεβαστή. Μια τέτοια αμαρτωλή διάκριση δεν είναι παραδεκτή από ορθόδοξη χριστιανική σκοπιά (Α΄Κο 11:11). Στον αναδημιουργημένο από τον Χριστό  κόσμο, άνδρας και γυναίκα είναι ισότιμοι (Γαλ 3:28)…»
Και το κείμενο καταλήγει:
«Ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι άνδρες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι ως πλήρη μέλη της Εκκλησίας οι γυναίκες μετέχουν στη μεσιτευτική αποστολή της Εκκλησίας να προσεύχονται ενώπιον του Κυρίου για λογαριασμό όλης της δημιουργίας. Πιο συγκεκριμένα, οφείλουμε να βρούμε τρόπους, ώστε τα σημαντικά τάλαντα των γυναικών στην Εκκλησία να τεθούν όσο το δυνατόν πλήρως στην υπηρεσία του Κυρίου για την οικοδόμηση της Βασιλείας του…»
            Το παραπάνω κείμενο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς βάζει όλους, άνδρες και γυναίκες, μπροστά στις ευθύνες τους. Δεν θα πρέπει οι άνδρες να ξεχνάνε ότι το πρότυπο της ανθρώπινης ακεραιότητας, στο οποίο αποβλέπουν όλοι, είναι μια γυναίκα, αφού χάρη σ’ αυτήν τη γυναίκα ήρθε ο Θεός στον κόσμο. Και δεν θα πρέπει οι γυναίκες να ξεχνάνε πως το ότι αναστήθηκε ο Χριστός το έμαθε ο κόσμος από τρεις γυναίκες, γεγονός που τις επιφορτίζει με ένα πρόσθετο καθήκον, να επανακτήσουν τη θέση στην οποία ο ίδιος ο Θεός τις τοποθέτησε την ημέρα της ανάστασης, ως μάρτυρες της αναστάσεως, σημάδια της αρχής του καινούργιου κόσμου του Θεού. Όταν κάθε μορφής διάκριση καταργηθεί, τότε όλοι θα βεβαιωθούν ότι ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε, τότε θα έχει γίνει άλλο ένα μεγάλο βήμα προς τη Βασιλεία του Θεού.

Σάββατο, Μαρτίου 07, 2015

Κυριακή Β Νηστειών Θεολογική αλήθεια και αλήθεια για τον Θεό του Καθ.Μιλτιάδη Κωνσταντίνου,

Αποτέλεσμα εικόνας για β νηστειων
Αντιμέτωπο με ένα πανίσχυρο κατεστημένο εμφανίζει τον Ιησού η περικοπή Μαρ β΄ 1-12, που, σύμφωνα με το λειτουργικό τυπικό της Ανατολικής Εκκλησίας, αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της δεύτερης Κυριακής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πρόκειται για το κατεστημένο εκείνο που διαμορφώνουν άνθρωποι, οι οποίοι παρουσιάζονται ως ειδικοί πάνω σε ένα θέμα και υπεραμύνονται με τέτοιο φανατισμό της αλήθειας που νομίζουν ότι κατέχουν, ώστε τους είναι αδύνατο να πιστέψουν ακόμη και την πραγματικότητα που βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια.
  Σύμφωνα με την περικοπή, ο Ιησούς κήρυττε σε κάποιο σπίτι της Καπερναούμ και είχε μαζευτεί τόσος κόσμος, ώστε κανείς δεν μπορούσε πια να τον πλησιάσει. Κάποιοι άνθρωποι που μετέφεραν έναν παράλυτο, όταν διαπίστωσαν ότι ήταν αδύνατο να προσεγγίσουν με άλλον τρόπο τον Ιησού, δεν δίστασαν να ανοίξουν μια τρύπα στην οροφή του σπιτιού -η κατασκευή των σπιτιών της εποχής στην Παλαιστίνη επέτρεπε τέτοιου είδους ενέργειες- και να κατεβάσουν με σχοινιά τον παράλυτο μπροστά του για να τον θεραπεύσει. Ο Ιησούς, βλέποντας τη μεγάλη πίστη των ανθρώπων αυτών, απευθύνεται στον παράλυτο λέγοντας: «Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται». Αυτή ακριβώς η φράση όμως είναι που πυροδοτεί την αντίδραση των ανθρώπων για τους οποίους έγινε λόγος παραπάνω. Πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση για τους “γραμματείς”, τους μορφωμένους, δηλαδή, ανθρώπους της εποχής, οι οποίοι είχαν ως κύριο έργο τους τη μελέτη, ανάλυση και ερμηνεία της Αγίας Γραφής· κάτι σαν τους σημερινούς θεολόγους. Πρόκειται για ανθρώπους που άσπρισαν τα μαλλιά τους στη μελέτη των ιερών κειμένων και πίστευαν ότι γνώριζαν πια τα πάντα για το Θεό. Είχαν αναπτύξει μια από κάθε άποψη ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη διδασκαλία για τον Θεό που δεν φαινόταν να χάνει από πουθενά, δεν μπορούσε να κλονιστεί με τίποτε. Είχαν μιαν απάντηση για κάθε ερώτημα, μπορούσαν να βρουν λύση σε κάθε πρόβλημα που τους έθεταν· κάτι σαν τους σημερινούς γεροντάδες. Και τώρα, όλο αυτό το οικοδόμημα, που τόσα χρόνια με τόσο κόπο έστηναν, έρχεται να τους το γκρεμίσει ένας νεαρός ραββίνος με τη φράση «Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται». Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος, χρόνια παράλυτος, μπορεί και περπατάει το αφήνουν εντελώς ασχολίαστο. Αυτό που τους απασχολεί είναι το θεωρητικό θεολογικό ερώτημα αν ο Ιησούς έχει το δικαίωμα να συγχωρεί αμαρτίες ή όχι. Αφού η πραγματικότητα είναι διαφορετική από αυτό που πιστεύουν, λάθος είναι η πραγματικότητα και όχι η θεωρία τους.
  Το κεντρικό, λοιπόν, θέμα της περικοπής είναι η σχέση θεωρίας και αλήθειας. Σε μια ανάλογη κατάσταση με αυτήν που αντιμετώπισε ο Ιησούς βρέθηκε αρκετούς αιώνες αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής. Στις αρχές του ιδ΄ αιώνα κάποιοι μοναχοί στο Άγιο Όρος εφάρμοζαν μια ορισμένη τεχνική άσκησης και προσευχής με πλήρη απομόνωση από εξωτερικά ερεθίσματα, ώστε να αξιωθούν μιας έντονης εμπειρίας του θείου φωτός. «Αδύνατον», υποστήριζαν οι μορφωμένοι θεολόγοι της εποχής, «εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος». Και πάλι η θεωρία ερχόταν να αμφισβητήσει αυτό που κάποιοι άνθρωποι βίωναν ως πραγματική εμπειρία. Την υπεράσπιση των μοναχών ανέλαβε ο Γρηγόριος. Συμφωνεί, βεβαίως, ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος, επιμένει όμως ότι ο άνθρωπος μπορεί να τον γνωρίσει, όταν ο ίδιος ο Θεός το επιτρέπει και ο άνθρωπος πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Έτσι αναπτύσσει μια θεολογία, η οποία βασίζεται στη διάκριση ουσίας του Θεού και ενεργειών του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι και παραμένει ακατάληπτη, η ενέργειά του όμως είναι καταληπτή. Στόχος της θεολογίας, επομένως δεν πρέπει να είναι η εξέταση της ουσίας του Θεού, αλλά η προσπάθεια προσέγγισης του Θεού κατά τις ενέργειες και τις σχέσεις του με τα δημιουργήματά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η θεολογία από μια θεωρητική, φιλοσοφικού τύπου, ενασχόληση με το μυστήριο του Θεού γίνεται ζωή και εμπειρία, γίνεται μετοχή στις ενέργειες του Θεού και οδηγεί τον άνθρωπο στη “φυσική του κατάσταση”, όπως χαρακτηριστικά τόνιζε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στην ένωσή του με τον Θεό, στη θέωση.
  Μια τέτοια προσέγγιση του Θεού ζητάει ο Χριστός από τους μαθητές του όλων των εποχών. Μια προσέγγιση που θα βασίζεται στην προσωπική τους εμπειρία και όχι σε κάποιες θεωρητικές διδασκαλίες που άκουσαν στα μαθήματα των θρησκευτικών στο σχολείο. Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσο ο σύγχρονος τρόπος ζωής επιτρέπει μια ζωντανή εμπειρία του Θεού. Ο ρυθμός της ζωής σήμερα ελάχιστα περιθώρια αφήνει στους ανθρώπους για μια ματιά μέσα τους, να σκεφτούν και να προβληματιστούν πάνω στον ρόλο τους ως χριστιανών και στον πραγματικό σκοπό της ζωής τους. Οι περισσότεροι περιορίζονται συνήθως στην τέλεση κάποιων τυπικών θρησκευτικών καθηκόντων και αφήνουν τα μεγάλα προβλήματα στα χέρια των ειδικών. Όσο λιγότερο όμως σκέφτονται οι χριστιανοί τόσο περισσότερο χώρο αφήνουν σε κάθε λογής “αυθεντίες”, οι οποίες αναλαμβάνουν να σκέφτονται για τους άλλους, να τους περνάνε τις όποιες απόψεις τους, έτοιμες και καλά διατυπωμένες μέσα από ένα σύνθημα, που μπορεί κανείς εύκολα να το αναμασά και να το διαδίδει. Έτσι όμως καταντούν οι άνθρωποι άβουλα όργανα στα χέρια αυτών που αναλαμβάνουν να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, ομαδοποιούνται κάτω από ένα λάβαρο και είναι έτοιμοι να εκστρατεύσουν ενάντια σε οποιονδήποτε τους υποδειχτεί ως εχθρός. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι, όταν κάποιος βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση, νιώθει τόσο ασφαλής και κατοχυρωμένος από την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής που άλλοι διαμόρφωσαν γι’ αυτόν, ώστε όχι μόνον τον Θεό δεν μπορεί να αναζητήσει και να δει, αλλά ούτε και την καθημερινή πραγματικότητα μπορεί να αντιληφθεί πλέον σωστά.
  Η ευαγγελική περικοπή Μαρ β΄ 1-12 είναι ένα προσκλητήριο αντίστασης· αντίστασης απέναντι σε όλους εκείνους που στοχεύουν στην πνευματική αγκύλωση της Εκκλησίας, που απεργάζονται την πνευματική μιζέρια και τύφλωση των χριστιανών. Είναι καιρός οι πιστοί να αντισταθούν στην ισοπέδωση που επιβάλλουν τα διάφορα (λεγόμενα) πνευματικά περιβάλλοντα και στην υπεραπλουστευμένη θεώρηση της ζωής που επιχειρούν να τους περάσουν. Είναι καιρός να γίνει σε όλους συνείδηση ότι το “ποίμνιο” της Εκκλησίας δεν αποτελείται από πρόβατα· αποτελείται από ανθρώπους που σκέφτονται, συζητούν, αποφασίζουν συνειδητά και προ πάντων ψάχνουν. Σε μια εποχή απόλυτου αποπροσανατολισμού και πνευματικής αποχαύνωσης το καθήκον των χριστιανών για επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους με τον Θεό και πιο συνειδητή μαρτυρία της εμπειρίας τους από τη σχέση αυτή προβάλλει περισσότερο επιτακτικό από ποτέ.
Πηγή: www.amen.gr
Θεολογική αλήθεια και αλήθεια για τον Θεό (Μαρ β΄ 1-12)

Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2014

Ο φόβος του Ηρώδη και ο φόβος του Ιωσήφ Κυριακή μετά την Χριστού Γεννησιν - (Ματ β΄ 13-23)


 

Δύο φοβισμένοι άνθρωποι πρωταγωνιστούν στα επεισόδια που περιγράφονται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα (Ματ β΄ 13-23) που, κατά την ανατολική λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, διαβάζεται την Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα. Ο βασιλιάς Ηρώδης, που νιώθει να απειλείται η εξουσία του από ένα παιδί, και ο Ιωσήφ, που νιώθει να απειλείται η ζωή του παιδιού από τους διαδόχους του Ηρώδη. Στον πρώτο το αίσθημα του φόβου τον οδηγεί σε παράνοια, στον δεύτερο ο φόβος λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας.
Σύμφωνα με το κείμενο, οι μάγοι που επισκέφτηκαν και προσκύνησαν τον νεογέννητο Ιησού στη Βηθλεέμ έφυγαν από τη χώρα χωρίς να ενημερώσουν τον Ηρώδη, ενώ ένας άγγελος ενημέρωσε τον Ιωσήφ για τον κίνδυνο που διέτρεχε ο Ιησούς και τον συμβούλεψε να καταφύγει στην Αίγυπτο. Ο θυμός του Ηρώδη από τον εμπαιγμό των μάγων και ο φόβος του ότι πλέον η εξουσία του κινδυνεύει, εκδηλώνεται με μια μαζική σφαγή όλων των νηπίων της ευρύτερης περιοχής στην οποία υπέθετε ότι γεννήθηκε ο αναμενόμενος βασιλιάς των Ιουδαίων, γεγονός στο οποίο ο ευγγελιστής βλέπει να εκπληρώνεται η σχετική με τον θρήνο της Ραχήλ προφητεία του Ιερεμία (λη΄[xxxi]15). Ο Ιωσήφ, αφού παρέμεινε στην Αίγυπτο μέχρι τον θάνατο του Ηρώδη, όταν πληροφορήθηκε ότι διάδοχος στον θρόνο είναι ο γιος του Αρχέλαος, φοβήθηκε να επιστρέψει στην Ιουδαία, οπότε, ύστερα από θεία προτροπή, εγκαταστάθηκε στο χωριό Ναζαρέτ της Γαλιλαίας.
Ο βασιλιάς Ηρώδης είναι ο χαρακτηριστικός τύπος του φοβισμένου ανθρώπου. Οτιδήποτε κάνει το κάνει υπό το κράτος του φόβου ότι η εξουσία του απειλείται. Από τα πιο εντυπωσιακά κτήρια που σώζονται ως σήμερα στην Παλαιστίνη είναι τα παλάτια – φρούρια που ο μισητός αυτός βασιλιάς κατασκεύασε στα πιο απρόσιτα μέρη της επικράτειάς του, προκειμένου να προφυλαχτεί από τους υπηκόους του. Ο Ηρώδης ζει μέσα στον φόβο σε μια κατάσταση μόνιμης άμυνας, γεγονός που τον καθιστά αδύναμο και αυτοκαταστροφικό. Η παράδοση της σφαγής των νηπίων, που διασώζει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, συνοψίζει με τον πλέον παραστατικό τρόπο την απίστευτη συμφορά που μπορούν να αφήσουν φοβισμένοι άνθρωποι πίσω τους, όταν ο φόβος τους είναι ανομολόγητος, όταν έχουν δύναμη αλλά δεν μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν παρά μόνο για μάταιες και απονενοημένες προσπάθειες αυτοσυντήρησης. Αυτός ο εγωκεντρικός και παρανοϊκός φόβος οδηγεί σε ένα μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας που καταλήγει πάντοτε σε αποτυχία. Τελικά το άγχος και ο πανικός οδηγούν τον άνθρωπο που δεν στηρίζει την ελπίδα του στον Θεό σε ενέργειες που φέρνουν ως αποτέλεσμα το ακριβώς αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στο βιβλίο των Παροιμιών: «Επειδή φοβούνται και αποφεύγουν τους ανθρώπους, θα ανατραπούν» (κθ΄ 25).
Το τραγικό όμως είναι ότι όλες οι προσπάθειες του φοβισμένου ανθρώπου να αποτρέψει αυτό που φοβάται, έχουν ως συνέπεια αίμα, δάκρυα και πόνο για τους άλλους. Ο φόβος του Ηρώδη είναι η επιτομή αυτού που ο θεμελιωτής της αναλυτικής ψυχολογίας Carl Jung περιγράφει ως «σκιά». Η συμπεριφορά του Ηρώδη δείχνει με τον πιο παραστατικό τρόπο το πού μπορεί να οδηγήσει ένας τέτοιος φόβος όταν δεν εκδηλώνεται στο φως, αλλά παραμένει στα σκοτεινά βάθη του ασυνείδητου. Κατά ειρωνικό τρόπο η ιστορία του Ηρώδη διαβάζεται κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, της γορτής του φωτός.
Ο Ιωσήφ επίσης φοβάται, όμως ο φόβος του είναι εντελώς διαφορετικός από εκείνον του Ηρώδη. Ο Ηρώδης φοβάται για τον εαυτό του, ενώ ο Ιωσήφ για το παιδί, την προστασία του οποίου του είχε εμπιστευθεί ο Θεός. Ο Ηρώδης για να αποφύγει αυτό που φοβάται στηρίζεται στον τρόμο που προκαλεί η δύναμή του, ενώ ο Ιωσήφ στον «φόβο» του Θεού, όπως ακριβώς περιγράφεται στον Ψαλμό ριγ΄ 19: «οἱ φοβούμενοι τὸν Kύριον ἤλπισαν ἐπὶ Kύριον / βοηθὸς αὐτῶν καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν». Η έκφραση «οἱ φοβούμενοι τὸν Kύριον» παρεξηγείται συχνά από τους σύγχρονους αναγνώστες, καθώς ο φόβος θεωρείται σήμερα πολύ ευτελές κίνητρο για να προσεγγίσει κανείς τον Θεό, και έτσι, οι σύγχρονες μεταφράσεις αποδίδουν τη λέξη “φόβος” ως “σεβασμός”. Η μετάφραση αυτή είναι, βέβαια, σωστή, υπαγορεύεται όμως από την ανάγκη να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις που ενδεχομένως θα προκαλούνταν από την άγνοια της βιβλικής θεώρησης των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο. Αλλά ο φόβος για τον οποίο γίνεται στο συγκεκριμένο χωρίο λόγος δεν είναι, όπως προκύπτει από τη συνάφεια του ψαλμού, ο παράλογος εκείνος φόβος που παραλύει τον άνθρωπο και τον εξουθενώνει. Οι Ισραηλίτες γνώρισαν τη δύναμη και το μεγαλείο του Θεού, όπως αυτά εκδηλώθηκαν απέναντι στους εχθρούς τους, και φοβήθηκαν τον Κύριο. Ταυτόχρονα όμως γνώρισαν και την αξιοπιστία του Θεού, και ήξεραν ότι μπορούν να τον εμπιστεύονται. Ο φόβος που προκαλεί η δύναμη του Θεού αναγκάζει τους ανθρώπους σε υποταγή από την οποία προσπαθούν να απαλλαγούν. Όταν όμως ο φόβος συνδυάζεται με την εμπειρία της δικαιοσύνης του Θεού, οι άνθρωποι μαθαίνουν να εμπιστεύονται τον Θεό και οδηγούνται στην πίστη προς αυτόν. Εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη του Θεού σε συνδυασμό με την εμπειρία της αγάπης και της συγχωρητικότητας του Θεού οδηγεί με τη σειρά της στην αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό. Μόνον τότε ο άνθρωπος παύει πλέον να φοβάται τον Θεό, γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Α΄ Επιστολή Ιωάννου, «Φόβος δεν υπάρχει μέσα στην αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη διώχνει μακριά τον φόβο … εμείς αγαπούμε γιατί αυτός πρώτος μας αγάπησε» (δ΄ 18-19). Φόβος Θεού, πίστη και αγάπη -το τρίπτυχο που επαναλαμβάνεται κάθε Κυριακή στην εκκλησία πριν από τη θεία μετάληψη- αποτελούν τα τρία στάδια της πνευματικής ωρίμανσης του ανθρώπου.
Ο εγωκεντρικός φόβος του Ηρώδη τον οδηγεί σε παρανοϊκές ενέργειες, που όμως δεν του εξασφαλίζουν τη σωτηρία. Αντίθετα, ο αλτρουιστικός φόβος του Ιωσήφ τον οδηγεί σε πράξεις αυταπάρνησης που στηρίζονται στην ακλόνητη εμπιστοσύνη του στη δύναμη του Θεού και τελικά σώζει τον μικρό Ιησού, καθιστάμενος έτσι όργανο του Θεού στο σχέδιό του για τη σωτηρία της ανθρωπότητας ολόκληρης. Το σχέδιο αυτό, όπως περιγράφεται στη Βίβλο, χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή περιόδων κρίσεων και περιόδων δυναμικής επέμβασης του Θεού στην ανθρώπινη Ιστορία. Ο Αβραάμ είναι γέρος και άτεκνος, ο Ισαάκ οδηγείται στο θυσιαστήριο, ο Ιακώβ αναγκάζεται σε φυγή στη Μεσοποταμία, ο Ιωσήφ καταλήγει στις φυλακές της Αιγύπτου, ο Μωυσής ρίχνεται στον Νείλο και αργότερα αυτοεξορίζεται στην Μαδιάμ, οι Ισραηλίτες στην έρημο αντιμετωπίζουν πλήθος κινδύνων από πείνα, δίψα, ληστρικές επιδρομές και εσωτερικές επαναστάσεις, οχυρωμένες πόλεις εμφανίζονται σαν ανυπέρβλητα εμπόδια για την κατάκτηση της Χαναάν, η εχθρότητα των γειτονικών φυλών κατά την περίοδο των Κριτών απειλεί με αφανισμό τον λαό του Θεού, ο Σαούλ, παρά τη γενναιότητά του, κρίνεται από τον Θεό ακατάλληλος για την εκπλήρωση των στόχων της εκλογής του, ο Δαβίδ αντιμετωπίζει αλλεπάλληλες αρνητικές καταστάσεις εξαιτίας των αμαρτιών του, το βασίλειο που ίδρυσε διασπάται, και η διαφθορά της βασιλικής και θρησκευτικής εξουσίας στους επόμενους αιώνες θα φέρουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή των βασιλείων, την εξορία του λαού και τη διασπορά του σε ολόκληρη τη γη, και, τέλος ο Ιησούς αντιμετωπίζει από τα πρώτα του βήματα στη γη θανάσιμο κίνδυνο από την επιβουλή της κοσμικής εξουσίας. Όλες αυτές οι αρνητικές καταστάσεις φαίνονται ανυπέρβλητες και απειλούν με ματαίωση το σχέδιο της θείας οικονομίας, όμως ο Θεός επεμβαίνει πάντοτε την κατάλληλη στιγμή για να δώσει λύσεις στα αδιέξοδα, εκλέγοντας για τον σκοπό αυτόν τα κατάλληλα κάθε φορά πρόσωπα. Αυτό που καθιστά ένα πρόσωπο άξιο της θείας εκλογής δεν είναι κάποιες ιδιαίτερες σωματικές ή διανοητικές ικανότητές του αλλά η ετοιμότητά του για υπακοή στο θέλημα του Θεού.
Στην ιστορία του Ηρώδη και του Ιωσήφ επιβεβαιώνεται με τον πιο παραστατικό τρόπο η αλήθεια που διακηρύσσει ο Ψαλμωδός και που αποτελεί το πιο αισιόδοξο μήνυμα για την καινούργια χρονιά:
Άλλοι ελπίζουν στ’ άρματα κι άλλοι στο ιππικό τους,
εμείς όμως χάρη στην παρουσία τού Κυρίου και Θεού μας θα θριαμβεύσουμε.
Δεμένοι χειροπόδαρα εκείνοι πέφτουν,
μα εμείς και πάλι σηκωνόμαστε και στέκουμε ορθοί. (Ψαλ ιθ΄ 8-9).
Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Το είδαμε εδώ 

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...