Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μορφές της Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μορφές της Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 27, 2015

Γέροντας Ιερόθεος:ο μοναχός που ενέπνευσε στην Αρλέτα το «Μπάρ το Ναυάγιο»


Ένας από τους σημαντικότερους μοναστές της Αθωνικής πολιτείας, ο γέροντας Ιερόθεος Καρυώτης εκοιμήθη.
Άνθρωπος αφιερωμένος στον μοναχισμό, υπήρξε ο ιδρυτής του περιοδικού «Πρωτάτον» τον Οκτώβριο του 1982 το οποίο συνέχισε ο επίσης πρόσφατα εκλιπών γέροντας Μωυσής.
Υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα και ξεχωριστός άνθρωποςΛέγεται πως είναι ο άνθρωπος που ενέπνευσε την Αρλέτα να γράψει το τραγούδι « Το μπάρ ναυάγιο».
Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο Βρέθηκα να τα πίνω μ” έναν άγιο καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό
Του είπά παππούλη τι ζητάς εδώ
Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό
μου λέει, τέκνον κάνεις μέγα λάθος
εδώ είναι ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος
Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους
και μου είπε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους
αν θες ν” αγιάσεις πρέπει ν” αμαρτήσεις
Ε κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις
Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
Βρέθηκα να τα πίνω μ έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Στο τέλος πλήρωσε και το λογαριασμό.

Μουσική / Στίχοι: Αρλέτα
Σε ρεπορτάζ που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Έθνος» το 2012 για τον Μυλοπόταμο ο Γιώργος Ξεπαδάκος έγραφε για τον μακαριστό σήμερα μοναχό:

Τακτικός επισκέπτης στον Μυλοπόταμο είναι ο γέροντας Ιερόθεος, που ζει στις Καρυές. Τόσο στην όψη όσο και στο πνεύμα, μοιάζει με σοφιστή αρχαίου αθηναϊκού συμποσίου. Κάποτε μάλιστα ενέπνευσε την Αρλέτα να γράψει στο τραγούδι: «Μπαρ το Ναυάγιο» τον στίχο «Βρέθηκα να τα πίνω με έναν άγιο». Τον συναντήσαμε έξω από τον πύργο, στο κιόσκι. Απολάμβανε τη θέα προς τη θάλασσα, συντροφιά με ένα ποτήρι ερυθρό ξηρό του 2009. «Ηταν καλή χρονιά, να την προτιμάς όταν αγοράζεις κρασιά του εμπορίου», μας συμβούλεψε κι αδράξαμε την ευκαιρία να τον ρωτήσουμε τι σημαίνει άμπελος για τους μοναχούς. «Αμπελος αληθινή είναι η Θεοτόκος, η βλαστήσασα τον καρπό της ζωής», απάντησε. Μα εννοούσαμε την άλλη άμπελο, την υλική, με τα σταφύλια και τις κληματόβεργες.

«Η φυσική άμπελος για μας τους καλόγερους είναι η μητέρα της ευφροσύνης», πρόσθεσε και συνέχισε: «Κάποτε ένας τυφλός, ένας χωλός κι ένας ρακένδυτος βρέθηκαν σε πανηγύρι. Αφού ήπιαν αρκετό κρασί, υψώνει ο τυφλός το ποτήρι και λέει: Ελάτε να ξαναπιούμε απ” το κρασάκι αυτό που “ναι διάφανο σαν κεχριμπάρι. Ακούγοντάς τον ο χωλός είπε: Να σου δώσω μια, που περνάς για λευκό το υπέροχο αυτό μπρούσκο, και πήγε να τον κλωτσήσει, μα παραπάτησε. Βλέποντάς τους, ο φτωχός αναφώνησε: σπάστε τα όλα φίλοι μου, θα τα πλερώσω εγώ! Ενας καλόγερος που είδε το συμβάν αναρωτήθηκε: Αυτό δεν είναι κρασί, είναι θαύμα! Τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πτωχοί γίνονται πλούσιοι».
πηγή

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014

Η πολυσχιδής δράση του χαρισματούχου π. Ευσεβίου Γιαννακάκη (1910 – 19 Ιουνίου 1995)


-Μην τα δίνεις όλα, του έλεγαν μερικοί. Αδυνάτισες πολύ, θα πεθάνεις.
-Εμείς οι μεγάλοι αντέχουμε. Τα παιδιά έχουν ανάγκη, απαντούσε.
Στηρίζει με την προσευχή του, το λόγο και την έμπρακτη αγάπη του μικρούς και μεγάλους. Ήταν ο παρήγορος άγγελος των ταλαιπωρημένων εκείνων υπάρξεων, πού ο πόνος, η ορφάνια, η φτώχεια, η πείνα και το κρύο τους έσπρωχναν στην απόγνωση. Περισσότερο όμως συμπονεί τα παιδιά.
Με την ευλογία του Ηγουμένου ξεκινά ένα πλούσιο κατηχητικό έργο στην περιοχή. Πηγαινοέρχεται με τα πόδια από το Μοναστήρι στα Καλάβρυτα και στα γύρω χωριά και κάνει κατηχητικό στα παιδιά. Δεν ήταν όμως μόνο ο κατηχητής τους. Στο πρόσωπο του σεμνού ιερομόναχου τα απορφανισμένα εκείνα παιδιά βρήκαν τον πατέρα, τον αδελφό, το φίλο. Όλοι τους σήμερα με δάκρυα ευγνωμοσύνης μιλούν για τον π. Ευσέβιο, τον κατηχητή και προστάτη τους στα δύσκολα παιδικά τους χρόνια.
3eysjeankak2
«Κατεβαίνει τακτικά στα Καλάβρυτα, μας παρηγορεί, σφουγγίζει τα δάκρυα του πόνου μας με τα λόγια της αγάπης του, γράφει ο κ. Δ. Αγιαννιτόπουλος, δάσκαλος και κατηχητόπουλο τότε του π. Ευσεβίου. Μαζεύει ιδιαίτερα τα παιδιά, πότε ανάμεσα στα ερείπια της πυρπολημένης εκκλησίας μας, πότε σε κάποιο ερημοκκλήσι, και προσπαθεί με τα λόγια του Θεού να μας απαλύνει τον πόνο, να μας δώσει λίγη ελπίδα και χαρά…
»Ο ζήλος του να μας προσφέρει περισσότερα, να μας δώσει περισσότερη χαρά, να μεγαλώσει μέσα μας την πίστη, πού είναι η «άγκυρα της ψυχής η ασφαλής και βεβαία» τον κάνει να πρωτοστατήσει το καλοκαίρι του 1946 να πάμε όλα τ’ αγόρια των Καλαβρύτων από 10 έως 16 περίπου ετών σε κατασκήνωση.
»Στην κατασκήνωση ήταν ο στοργικός πατέρας όλων μας… Για πολλούς από μάς η κατασκήνωση εκείνη έβαλε τα θεμέλια και σφράγισε τη μετέπειτα ζωή μας».
Παράλληλα αυτά τα χρόνια φοιτούσε και στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Λίγο αργότερα (από το 1948 έως το 1950) με τη δραστηριότητα και το ζήλο πού τον διέκριναν, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ανοικοδόμηση της Μονής….
Το 1951, έρχεται στην Αθήνα να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή. Χάρη στο ταπεινό του ήθος κατόρθωσε να μη διαγραφεί από τη Μονή της μετανοίας του. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του Αγιολαυριώτης ιερομόναχος.
Το 1952 χειροτονείται Πρεσβύτερος στον ιερό ναό της Καπνικαρέας από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κυρό Αγαθόνικο.
Τον επόμενο κιόλας μήνα διορίζεται ώς εφημέριος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, όπου, όπως ο ίδιος πίστευε, θα εργαζόταν μέχρι το τέλος των σπουδών του. Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Τον προόριζε να γίνει παρηγοριά και στηριγμός των πονεμένων ανθρώπων στην Αθήνα, επί τρεις και πλέον δεκαετίες. Το ίδιο έτος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Θεόκλητος, τον έκανε Πνευματικό, και του απένειμε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Έκτοτε ασκούσε το επίπονο έργο της πνευματικής πατρότητας μέχρι το τέλος της ζωής του.
«…Αυτή η τοποθέτηση του στο Ιπποκράτειο δίνει το στίγμα του Γέροντα: Να αποβεί στύλος και εδραίωμα, παρηγοριά και ενίσχυση των πονεμένων ανθρώπων…
»Το έργο του μακαριστού Γέροντα στο Ιπποκράτειο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Τέτοια προσφορά στο θυσιαστήριο και στην εξομολόγηση δε συναντούμε εύκολα. Όσοι έτυχε να νοσηλευτούν στο Ιπποκράτειο σίγουρα θα ξεχάσουν κάποτε και τις νοσοκόμες πού τους υπηρέτησαν και τους γιατρούς πού τους θεράπευσαν. Τη γλυκεία μορφή του Γέροντα όμως κανένας ποτέ δε θα ξεχάσει. Αυτό το άκουσα από πολλούς…» γράφει ο π. Ευέλθων Οικονόμου στο άρθρο του «Αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Γιαννακάκης».
Τριανταπέντε σχεδόν χρόνια έζησε μέσα στο νοσοκομείο ο π. Ευσέβιος σαν ασκητής. Ήταν ένα άνθος της ερήμου μέσα στον κόσμο. Για να βρίσκεται συνεχώς κοντά στους αρρώστους, προτίμησε να μένει μέσα στο νοσοκομείο, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο πού του παραχώρησαν στην ταράτσα του παλαιού κτιρίου. Ήταν φτωχό και απέριττο… ο εξοπλισμός του ένα σιδερένιο κρεββάτι, ένα κομοδίνο νοσοκομειακό κι ένα τραπεζάκι. Χωρίς καν βοηθητικό χώρο, χωρίς μόνωση, χωρίς θέρμανση.
Το φαγητό του όλα αυτά τα χρόνια ήταν νοσοκομειακό. Πολλές φορές έκλεινε η τραπεζαρία και έμενε νηστικός. Και όμως ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τροφή για ‘κείνον ήταν η ανακούφιση, η χαρά και η πνευματική ωφέλεια των ασθενών.
Με σπάνια συναίσθηση ευθύνης, με αυταπάρνηση και ένθεο ζήλο, δόθηκε στη διακονία των πονεμένων. Στόχος και διαρκής μέριμνά του ήταν η θεραπεία της ψυχής και του σώματος με τα σωστικά μέσα της θείας χάριτος: την προσευχή, το λόγο του Θεού, τις ευχές της Εκκλησίας, και κυρίως τη συμμετοχή στη λατρευτική και Μυστηριακή ζωή. Διακαής πόθος του ήταν να εξομολογούνται και να κοινωνούν οι άρρωστοι. Επάνω σ’ αυτό το χρέος θυσιαζόταν.
Την ανεκτίμητη προσφορά του στο νοσοκομείο εξαίρει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Αμβρόσιος:
«Ο π. Ευσέβιος ηνάλωσε εαυτόν, εργαζόμενος ώς Εφημέριος μεγάλου Νοσοκομείου επί 24ώρου βάσεως! Ίσως είναι η μοναδική περίπτωσις νοσοκομειακού ιερέως, ο όποιος έζησε όλα αυτά τα χρόνια της διακονίας του σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο μέσα στο Νοσοκομείο, δίπλα στους θαλάμους των ασθενών, πολύ κοντά όχι μόνο στον άρρωστο, αλλά και στον ιατρό και στο νοσηλευτικό προσωπικό. Ήμερα και νύκτα τα βογγητά των πονεμένων ήσαν η μόνιμη συντροφιά του. Αλλά συγχρόνως και το διαρκές ερέθισμα για εκτενείς δεήσεις, για αδιάλειπτη προσευχή και για μια αδιάκοπη προσφορά υπηρεσιών… Ζυμώθηκε με τον πόνο! Και αγάπησε τον πονεμένο!»
Εφάρμοζε την προσωπική ποιμαντική επικοινωνία με τους ασθενείς. Περνούσε καθημερινά από όλους τους θαλάμους, πλησίαζε τον κάθε άρρωστο και προσπαθούσε να τον βοηθήσει πνευματικά.
Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως των ψυχών, της αγάπης και της διακρίσεως. Ήταν ο χαρισματούχος Πνευματικός. Διέβλεπε τον πνευματικό κόσμο των ασθενών και πολλές φορές μ’ ένα του λόγο τους έφερνε σε μετάνοια. Οι άρρωστοι, ακόμη και οι πιο δύσκολοι, εξομολογούνταν -οί περισσότεροι για πρώτη φορά. Μόνο οι αιρετικοί δεν δέχονταν. Είναι χιλιάδες οι ψυχές πού αναγεννήθηκαν κάτω από το πετραχήλι του Γέροντα όλα αυτά τα χρόνια. Και γύριζαν στα σπίτια τους νέοι άνθρωποι, ζώντας την εν Χριστώ ζωή, χάρη στην εργασία πού έκανε ο π. Ευσέβιος στην ψυχή τους. Είτε έφυγαν έτοιμοι για τον Ουρανό.

Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2014

Ο μακάριος Γέρων Ευσέβιος Γιαννακάκης (1910 – 19 Ιουνίου 1995) στην Κατοχή


Ο Αντώνης αναζήτησε τον ιερομόναχο π. Σεραφείμ, ο όποιος ήταν ήδη ενημερωμένος και τον περίμενε. Ο Γέροντας Σεραφείμ ήταν όσιακή, σεβάσμια και πατερική μορφή. Ο Γέροντας Σεραφείμ εξαρχής όρισε τον Αντώνη διακονητή του. Έμενε στο ίδιο κελλί μαζί του. Με πολλή χαρά και προθυμία διάκονούσε ο Αντώνης το Γέροντα του, γιατί γνώριζε ότι μέσω εκείνου υπηρετούσε το Θεό.
Πολλές οι δυσκολίες για το δόκιμο από την πρώτη στιγμή της μοναχικής του ζωής. Είχε πάει με χαρά στο Μοναστήρι, συνάντησε όμως κάποια πνευματική χαλάρωση, λόγω του μή κοινοβιακού μοναχικού συστήματος. Το Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας ήταν τότε ιδιόρρυθμο. «Βρήκα εξωτερικές δυσκολίες πολλές, πάρα πολλές, όμως στο ιδανικό μου δεν είχα δυσκολίες. Ώς προς την κλήση μου ήμουν απέραντα ικανοποιημένος. Ήμουν εσωτερικά αναπαυμένος», έλεγε ο ίδιος αργότερα.
Ειχε πάει έτοιμος στο Μοναστήρι, καλλιεργημένος και με επίγνωση. Ήταν τόση η επίδοση του στους ασκητικούς μοναχικούς αγώνες, πού πολύ σύντομα -μέσα σ’ ένα χρόνο- έγινε Μοναχός με το όνομα Εύσέβιος και μετά από μία εβδομάδα Ιεροδιάκονος.
Οί παλαιοί Πατέρες της Λαύρας μιλούν για την ευλάβεια, την ταπείνωση, την υπακοή, το άδολο, την αγαθότητα και την αγάπη του π. Εύσεβίου προς όλους. Ο συμμοναστής του αείμνηστος π. Άνθιμος Δημακόπουλος, μετέπειτα ηγούμενος της Μονής, αφηγείται:
«Τον πρώτο καιρό πού ήρθε ο Αντώνης στη Λαύρα, ήταν «σημεΐον αντιλεγόμενον» μέσα στο Μοναστήρι, γιατί ειχε τις αυστηρές αρχές με τις όποιες ζούσε στην Αθήνα. Εμείς τον κοιτάζαμε άφ’ υψηλού. Είχε όμως υπομονή, και σε άλλαζε με τη στάση του…(όπως λέει σε απομαγνητοφωνημένη αφήγησή του στις 19 Ιανουαρίου 1996).
»Διέφερε από όλους μας. Γνώριζε καλά γιατί ήρθε στο Μοναστήρι… Εκείνος ήταν καλλιεργημένος και δίδαξε κι εμάς με τη ζωή του… Είχε συμπάθειαν θεάρεστον και εύσπλαγχνίαν άδολον. Αν έβλεπε ότι κάποιος δυσκολευόταν να πάει για μια διακονία, τον συνέτρεχε. Ήταν αεικίνητος… έτρεχε παντού να βοηθήσει, χωρίς να εξετάζει αν μια εργασία ήταν δικό του διακόνημα η κάποιου άλλου, όπως αναφέρει σε προφορική αφήγησή του στις 22 Ιουνίου 1995. Εκδήλωνε την αγάπη του και με λόγια και με έργα….
»Για όλα τα θέματα της Μονής και για τους μοναχούς, όταν αρρώσταιναν, εκείνος έτρεχε. Δεν πήγαινε άλλος. Όταν εϊχαμε κάποιο δύσκολο θέμα στο Μοναστήρι, εκείνον στέλναμε να το διεκπεραιώσει. Λέγαμε: «ό π. Ευσέβιος θα τα καταφέρει». Δεν άναβε. Δεν μπορούσαμε έμεΐς να τον μιμηθούμε…» όπως και πάλι ανέφερε σε αφήγησή του στις 22 Ιουνίου 1995.
Ο Γέροντας του τον αγαπούσε πολύ για την τέλεια υπακοή και την προθυμία του. Ξεψύχησε με το όνομα του π. Ευσεβίου στα χείλη του. «Ευσέβιε, παιδάκι μου, Ευσέβιε, παιδάκι μου», έλεγε.
«Τα τρία χρόνια υποταγής μου στο Γέροντα Σεραφείμ ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Δεν έκανα τίποτα το δικό μου και είχα απέραντη χαρά» έλεγε ο ίδιος αργότερα», νουθετώντας τις Μοναχές του.
Τον Οκτώβριο του 1943 εκοιμήθη ο Γέροντας του, και τον Δεκέμβριο ο π. Ευσέβιος έζησε το δράμα της εκτέλεσης των Πατέρων και της καταστροφής της Μονής από τους Γερμανούς.
Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η φρικτή εκτέλεση των 1300 Καλαβρυτινών και η πυρπόληση της πόλης από τους Γερμανούς. Ή είδηση δεν έφθασε στην Αγία Λαύρα, διότι οι Γερμανοί είχαν κλείσει τις εξόδους και εισόδους. Όμως οι Μοναχοί από μέρες είχαν αρχίσει να κρύβουν τα πολύτιμα κειμήλια της Μονής. Στην προσπάθεια αυτή πρωτοστάτησε ο π. Ευσέβιος, ο όποιος ήταν τότε εκκλησιαστικός (νεωκόρος).
Το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου, αν και έπρεπε να σημάνει το τάλαντο κανονικά στις 4.30, εκείνος σήμανε στις 3.15. «Είχα μέσα μου μια πολύ κακή προαίσθηση… μια τρομερή ανησυχία. Σαν να έβλεπα μπροστά μου τους Γερμανούς να δρουν. Σήμανα μια ώρα νωρίτερα, όμως ούτε ο Ηγούμενος ούτε κανείς άλλος δεν μοϋ έκανε παρατήρηση». Έκ των υστέρων φάνηκε ότι αν εσήμαινε κανονικά, οι Γερμανοί θα τους έβρισκαν όλους μέσα στην Εκκλησία, και δεν θα γλύτωνε κανείς. Έτσι φώτισε ο Θεός τον π. Ευσέβιο, και χάρη σ’ εκείνον σώθηκαν οι περισσότεροι Πατέρες.
Στη θεία Λειτουργία εκείνο το πρωί κοινώνησαν όλοι. Είχε αρχίσει να ξημερώνει όταν βγήκαν από το Ναό. Συνάχτηκαν οι Πατέρες και συζητούσαν τί θα έπρεπε να κάνουν σε περίπτωση πού θα έρχονταν οι Γερμανοί στο Μοναστήρι. Ξαφνικά κάποιος φώναξε: «οί Γερμανοί στα κυπαρίσσια»!
Οί περισσότεροι Πατέρες έτρεξαν και κρύφθηκαν στο δάσος. Ο π. Ευσέβιος με κάποιον άλλον υποτακτικό και κάποιον δόκιμο μόλις πού πρόφθασαν να κρυφθούν κάτω από ένα μεγάλο πουρνάρι, πενήντα περίπου μέτρα πιο πέρα. Λίγο αν πήγαιναν προς τα κει οι Γερμανοί, θα τους έβρισκαν.
Έκεΐ, κάτω από το πουρνάρι, άκουγαν τις φωνές και τα γέλια των Γερμανών. Εντός ολίγου ολόκληρο το Μοναστήρι παραδόθηκε στις φλόγες. Ακούσθηκαν και πέντε μεμονωμένοι πυροβολισμοί. «Πολύ φοβούμαι για τους Πατέρες», ψιθύρισε ο π. Ευσέβιος στους άλλους δύο. Μετά από λίγο ακούσθηκαν οι Γερμανοί να φεύγουν χασκαρίζοντας.
Αφησαν να περάσει κάμποση ώρα. Βγήκαν από το πουρνάρι και προχώρησαν προς το Μοναστήρι πού καιγόταν ακόμα. Ήταν οι πρώτοι επιζώντες πού επέστρεφαν. Προπορευόταν ο π. Ευσέβιος. Εκεί κάτω από τον ιστορικό πλάτανο, τί να δει; Τέσσερις Πατέρες σκοτωμένοι, μαζί και ένας εργάτης της Μονής. Ποιος μπορεί να περιγράψει την οδύνη της ψυχής του; Χύνοντας άφθονα δάκρυα μετέφεραν οι τρεις τους με την κουβέρτα τους νεκρούς στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου.
Την άλλη μέρα ήλθε ο Ηγούμενος και οι άλλοι Μοναχοί πού είχαν κρυφθεί στο βουνό. Ενταφίασαν με βαθιά οδύνη τους εκτελεσθέντες Πατέρες.
Από το Δεκέμβριο έως τον Απρίλιο πού έφυγαν οι Γερμανοί, ο π. Ευσέβιος και οι άλλοι Μοναχοί διανυκτέρευαν στο δάσος. Την ήμερα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν τις χαμωκέλλες (κοτέτσια) του Μοναστηρίου, για να κατοικήσουν.
Παράλληλα ο π. Ευσέβιος πρωτοστατεί στα έργα της αγάπης στην προσπάθεια να βοηθηθούν οι χήρες και τα ορφανά των Καλαβρύτων. Οί μοναχοί έβαζαν στην άκρη ένα μέρος από τα τρόφιμα πού τους έδινε το Μοναστήρι, και ο π. Ευσέβιος τα συγκέντρωνε και τα πήγαινε στα Καλάβρυτα. Ο ίδιος έδινε όλο το μερίδιο του.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 14, 2013

π. Δημήτριος Χολέβας. Ένα από τα λαμπερά σύμβολα της Εθνικής Αντίστασης











Ένα από τα λαμπερά σύμβολα της Εθνικής Αντίστασης,
αντάρτης ιερωμένος, ο πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Κ. Χολέβας. Γνωστός ευρύτερα ως Παπά-χολέβας, έδρασε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο «Παπαφλέσσας».
Ο παπά-Δημήτρης Χολέβας γεννήθηκε το 1907 σε ένα χωριό της Φθιώτιδας, την Τσούκα και μεγάλωσε στη Μακρακώμη. Σπούδασε Φιλολογία-Αρχαιολογία στα Πανεπιστήμια Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Το 1938 χειροτονήθηκε ιερέας στην Λαμία και έγινε εφημέριος στη Ν. Μαγνησία Λαμίας. Το 1942 οργανώθηκε στο ΕΑΜ και πολέμησε τους Γερμανούς κατακτητές από τις γραμμές του ΕΛΑΣ. Το 1943 αναλαμβάνει την οργάνωση του κλήρου οργάνωσε συνέδριο στην Σπερχειάδα Φθιώτιδος με Ιερείς και εκπροσώπους από σχεδόν όλες τι ελεύθερες περιοχές και συγκροτεί την Παγκληρική Ένωση Ορθοδόξου κλήρου με 4.000 μέλη , και εξελέγη Γενικός Γραμματέας της.



 
Αθήνα 1946. 




Έπαιξε ένα ζωτικό ρόλο στην οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης, που έσωσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την πείνα και το θάνατο.
Εξελέγη εθνοσύμβουλος της ΠΕΑΕΑ και υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερέας στη XIII Μεραρχία του ΕΛΑΣ.
Συμμετείχε σε στρατιωτικές δράσεις π.χ. ανατίναξης του τρένου και της Γέφυρας στο Δεριλί (περιοχή Περιβόλι Δομοκού Κεντρική Ελλάδα) κλπ.Μετά την απελευθέρωση η μοίρα του παπά-Χολέβα ήταν εκείνη των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Διώξεις, κατατρεγμοί, εξορίες. Το 1945 το Συνοδικό Δικαστήριο τον καταδικάζει σε τριετή αργία. 
Υπηρέτησε από το 1948 ως καθηγητής φιλόλογος Λαύριο, Λέρο, Αρχάγγελο Ρόδου και Νίκαια Πειραιώς με αξιοσημείωτη δραστηριότητα σε πολλούς τομείς. 
Ήταν μέλος των οργανώσεων: Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση, Κίνηση για την Ειρήνη και Εθνική Ανεξαρτησία, Εθνικό Συμβούλιο Ειρήνης, Πνευματικό Κέντρο Αγίων Αναργύρων. Εξελέγη Δημοτικός Σύμβουλος Αγίων Αναργύρων. Στα τέλη του Βίου του(2001) , απενεμήθη από την Ιερά Σύνοδο ο Χρυσός Σταυρός του Αποστόλου Παύλου και Ευεργετήριον Γράμμα δια αναγνώριση των υπηρεσιών του στην Πατρίδα. 


πηγή

Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2013

Παπά Λευτέρης Λίτινας Ο ταπεινός και πράος ιερέας από τα Πλατάνια Αμαρίου (Ρεθύμνης)

Από την τοπική εφημερίδα "Ρέθεμνος"

Η επαρχία Αμαρίου έδωσε εξαιρετικούς ιερείς κατά το παρελθόν και ελπίζουμε το ίδιο και για σήμερα. από τους ιερείς του χθες θα μνημονεύσω εδώ μόνο τον παπά Γιάννη Σιγανό από τις Λαμπιώτες και τον παπά Δημήτριο Δεβεράκη («παπά Ντεβέρο») από το Πετροχώρι. Ο τελευταίος φαίνεται πως ήταν ένα είδος «διά Χριστόν σαλού» (προσποιητού τρελού): συχνά έλεγε ή έκανε παλαβομάρες, που μπορεί να είχαν ή να μην είχαν κάποιο βαθύτερο νόημα, κρύβοντας τη σοφία και τις αρετές του. Πολλές φράσεις του έμειναν στην ιστορία ως αστείες και οι περισσότεροι που τον θυμούνται, έχω τη γνώμη ότι τον θεωρούν ακόμη και σήμερα εκκεντρικό και ίσως λίγο αλλοπρόσαλλο.
Πιστεύω πως όλο το Αμάρι είχε πιστούς ανθρώπους (μα το ίδιο κι όλες οι επαρχίες του νομού μας).
Συγκεκριμένα στα Πλατάνια υπήρχε μια αρκετά αξιοπρόσεχτη πνευματική παράδοση. Κέντρο της πνευματικότητας στα Πλατάνια ήταν και είναι η παλαιά ιστορική εκκλησία της Παναγίας (Κοίμηση της Θεοτόκου), με τις εξαιρετικές τοιχογραφίες, κάποιες από τις οποίες – οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος και ο αρχάγγελος Μιχαήλ – δάκρυζαν συνεχώς σε όλο το διάστημα της Γερμανικής Κατοχής (1941-44). Εξάλλου, μια ομάδα Πλατανιανών κοριτσιών, γύρω στο 1930, έσβησε μια πυρκαγιά τρομακτικών διαστάσεων που έκαιγε στον Ψηλορείτη και πλησίαζε το χωριό, πηγαίνοντας προς αυτήν με την εικόνα της Παναγίας. Το ξαφνικό σβήσιμο της φωτιάς έγινε ορατό κι από τα γύρω χωριά, ενώ το σημείο όπου στάθηκαν με την εικόνα σώζεται ακόμη στη μνήμη των Πλατανιανών.

Ο π. Ελευθέριος Λίτινας από τα Πλατάνια Αμαρίου ήταν ιερέας στη Γέννα Αμαρίου. Μετά τη συνταξιοδότησή του έζησε στα Πλατάνια, όπου και κοιμήθηκε το 2003 σε ηλικία 93 ετών.
Ο σημερινός ιερέας των Πλατανίων και θεολόγος, π. Σταύρος Λίτινας, είναι γιος του. Παρακάτω θ’ αναφερθούμε σε ορισμένα επεισόδια της ζωής του και πτυχές από το χαρακτήρα του, που καταγράψαμε από Πλατανιανούς. Οι διηγήσεις αυτές φανερώνουν πως ήταν ένας ιερέας διαμάντι, με καρδιά μικρού παιδιού, που νοιαζόταν πραγματικά για τη σωτηρία του λαού του και της ψυχής του.

Ένα πιστό παιδί

Ο παπά Λευτέρης ήταν παιδί φτωχής αγροτικής οικογένειας, όπως λίγο πολύ όλα τα Πλατανιανάκια της εποχής του, έμαθε να είναι εργατικός, άξιος, ευγενικός και τίμιος, αλλά τα γράμματά του ήταν λίγα – πήγε μέχρι την τετάρτη Δημοτικού. Σε ηλικία 12 χρονών εργαζόταν ως φαμέγιος στο Μοναστηράκι, όπου ήταν εφημέριος ο ηγούμενος της μονής Ασωμάτων Αμαρίου π. Γαβριήλ Πάγκαλος, κι εκεί «σπούδασε» στην πράξη την εκκλησιαστική ζωή κι έμαθε πολύ καλά πώς γίνεται κάθε εκκλησιαστική τελετή («ακολουθία») όλων των εορτών του έτους και κάθε περίστασης. Αγάπησε πάρα πολύ την εκκλησία και όσα γίνονταν μέσα σ’ αυτήν, αγάπησε τη ζωή του χριστιανού και σ’ αυτή τη μικρή ηλικία ο δεσπότης τον χειροτόνησε αναγνώστη.
Ο αναγνώστης είναι «χειροθετημένος ψάλτης» και είναι ένας από τους πρώτους, χαμηλότερους, βαθμούς του ορθόδοξου κλήρου, δηλ. των ιερέων. Δε φοράει ράσα ή κάτι άλλο που να τον ξεχωρίζει. Ο ψάλτης της ενορίας σας πιθανόν να φέρει βαθμό αναγνώστη.
Μεγαλώνοντας εργάστηκε στο χωριό του ως αγρότης και μόλις σε ηλικία 63 ετών, το 1975, χειροτονήθηκε ιερέας, ενώ οι δυο γιοι του ακολούθησαν τα λειτουργήματα του ιερέα επίσης (ο π. Σταύρος, που χειροτονήθηκε το 1969 ως εφημέριος στα Πλατάνια) και του δασκάλου, ο Κυριάκος. Η σύζυγός του, με την υπέροχη καθαρή ψυχή, ήταν η πρεσβυτέρα (παπαδιά) Στελιανή Λιαναντωνάκη, αντάξια σύντροφος του παπά Λευτέρη, στύλος του σπιτιού της και σπουδαία μητέρα και διδασκάλισσα των παιδιών της, η οποία κοιμήθηκε ένα δυο χρόνια μετά το σύζυγό της.
Και πριν χειροτονηθεί όμως, στο χωριό «παπά Λευτέρη» τον αποκαλούσαν, αφού η ζωή του ήταν βαθιά θρησκευόμενη. Κάθε Κυριακή και γιορτή, σε κάθε εσπερινό και λειτουργία, ήταν στην εκκλησία. Αν δε λειτουργούσαν στα Πλατάνια, πήγαινε στα γειτονικά χωριά, όπου γινόταν λειτουργία. Ξεκινούσε και πήγαινε πρωί πρωί και έψαλλε κιόλας, φυσικά αφιλοκερδώς – και ήταν πολύ καλλίφωνος.
Γι’ αυτόν ήταν αδιανόητο να εργάζεται Κυριακές και αργίες. Και κάποιοι Πλατανιανοί τον έφερναν ως παράδειγμα: και τα παιδιά του σπούδασε και οι αγροτικές του εργασίες δουλειές του «πηγαίνανε ένα μήνα μπροστά από των αλλωνώ», που δούλευαν και τις αργίες για να μη χάνουν χρόνο.
Να σημειώσουμε εδώ πως ο παπά Λευτέρης, που ήταν ένας «εργάτης του ουρανού», παρέμεινε και ένας δημιουργικός «εργάτης της γης» (ένας ακούραστος φίλος της Δημιουργίας του Θεού), εργαζόμενος σε αγροτικές εργασίες ανάλογα με τη δύναμή του, ώς τα βαθιά του γεράματα.


Τα Πλατάνια (από εδώ)

Μέσα στην εκκλησία

Στη Γέννα Αμαρίου, όπου, όπως είπαμε, ήταν εφημέριος, άφησε εποχή για τα εξαιρετικά, τα βγαλμένα από τα βάθη της καρδιάς κηρύγματά του. Ήταν επίσης και εξαιρετικός εξομολόγος, λόγω της ταπείνωσης, της ειλικρίνειας και της απέραντης αγάπης του. «Όχι σε μένα τον ανάξιο, παιδί μου, αλλά μπροστά στο Δεσπότη Χριστό τα λες» έλεγε με μεγάλη κατάνυξη και σεβασμό στους εξομολογούμενους, αρχίζοντας το μυστήριο της εξομολόγησης.
Το πρωί, μπαίνοντας στην εκκλησία για να λειτουργήσει (αφού οπωσδήποτε είχε νηστέψει και το λάδι το προηγούμενο βράδυ – ακόμη κι όταν ήταν γέρος), ο παπά Λευτέρης στεκόταν μπροστά στην ωραία πύλη και έλεγε: «Χριστέ μου, αξίωσέ με να λειτουργήσω και σήμερο». Κι όταν τελείωνε η λειτουργία, πριν φύγει από την εκκλησία, στεκόταν πάλι μπροστά στην ωραία πύλη κι έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, που με αξίωσες τον αμαρτωλό να Σε λειτουργήσω και σήμερο».
Οι προσευχές αυτές του παπά Λευτέρη λέγονταν με συντριβή και απλότητα καρδιάς και χωρίς καμιά διάθεση επίδειξης. Η επίδειξη, εξάλλου, ήταν κάτι άγνωστο για την ταπεινή ψυχή του – και μόνο η σκέψη να φερθεί υποκριτικά και επιδεικτικά, θα του προκαλούσε φρίκη.
Φρίκη επίσης του προκαλούσαν οι «περικοπές» στις ιερές τελετές, που τις εντόπιζε αμέσως, όταν συνέβαιναν, στην εκκλησία του χωριού του ή αλλού. Εκείνος, που είχε ενορία στο χωριό Γέννα Αμαρίου, τηρούσε κατά γράμμα τη διάταξη των εκκλησιαστικών τελετών (την οποία γνώριζε άριστα και υπεραγαπούσε) και λυπόταν βαθιά όταν διαπίστωνε «εκπτώσεις».
Ημέρα Κυριακή, βγαίνοντας από την εκκλησία, είδε κάποιον που καθάριζε το στάβλο του κι έκαιγε υπολείμματα από λερωμένα άχυρα. Λυπήθηκε πολύ και είπε στο διπλανό του (όχι φωναχτά): «Σήμερο καπνίζουνε με λιβάνι, όχι με κοπρές…».
Μετά τη λειτουργία εξάλλου δεν πήγαινε στο καφενείο, αλλά στο σπίτι του, για «να πάει τη λειτρουγιά στο σπίτι», όπως λέμε στην Κρήτη, δηλ. (ας το γράψω και θεολογικά) να μεταφέρει στο σπίτι του τη θεία χάρη που λαμβάνει ο άνθρωπος στη θεία λειτουργία. Και συμβούλευε τους συνανθρώπους του μετά τη λειτουργία να πηγαίνουν πρώτα στο σπίτι τους και μετά, αν θέλουν, ας πάνε και στο καφενείο.

Συμπλήρωνε αγιογραφικές ελλείψεις σε «ξένες» εκκλησίες

Ο παπά Λευτέρης είχε δώσει πολλά χρήματα – ανάλογα με τις δυνατότητές του – σε φτωχούς ανθρώπους, αλλά και αρκετά σε αγιογραφίες σε διάφορους ναούς. Κι αυτό βέβαια είναι μια κοινωνική προσφορά, γιατί αξία δεν έχει μόνο να δώσεις ελεημοσύνη σ’ ένα φτωχό, αλλά και να προσφέρεις δουλειά σ’ έναν εργαζόμενο (εν προκειμένω, στον αγιογράφο).
Εξάλλου, όταν πήγαινε ως επισκέπτης στην εκκλησία κάποιου χωριού κι έβλεπε να λείπει από τη θυρίδα της πρόθεσης η εικόνα της «Άκρας Ταπείνωσης», πλήρωνε κάποιον αγιογράφο και την έφτιαχνε με έξοδά του. Να εξηγήσουμε ότι η πρόθεση είναι μια θυρίδα στην αριστερή πλευρά του ιερού, όπου τοποθετούνται τα τίμια δώρα στην αρχή της θείας λειτουργίας. Εκεί γίνεται η σπουδαία τελετή της αγίας προσκομιδής, όπου μνημονεύονται τα ονόματα ζωντανών και νεκρών, και από εκεί ξεκινά η διαδικασία, που κατόπιν μεταφέρεται στην αγία τράπεζα και γίνεται η θεία μετάληψη. Στην πρόθεση απεικονίζεται ή η Γέννηση του Χριστού (επειδή η πρόθεση συμβολίζει το σπήλαιο των Χριστουγέννων) ή η «Άκρα Ταπείνωση», δηλ. ο Ιησούς γυμνός και καταπληγωμένος από τη σταύρωση, με κλειστά τα μάτια και γερμένη την κεφαλή (άρα νεκρός – είναι η συμβολική απεικόνιση της θυσίας Του και η προαναγγελία της ανάστασής Του, γι’ αυτό και έχει θέση εκεί όπου τοποθετείται το ψωμί και το κρασί, που θα γίνουν κατόπιν το Σώμα και το Αίμα Του).
Στα χωριά Απόστολοι και Αγία Παρασκευή Αμαρίου υπάρχουν δύο απ’ αυτές τις εικόνες της «Άκρας Ταπείνωσης» που χρηματοδότησε ο παπά Λευτέρης.

Το κλεμμένο αντερί κι ο «μασκαράς»

Είχε αγοράσει ένα καινούργιο αντερί ο παπά Λευτέρης (δηλ. το καθημερινό ένδυμα, παρόμοιο με το ράσο, που έχει στενά μανίκια και στον τόπο μας συνήθως μ’ αυτό βλέπουμε να κυκλοφορούν οι ιερείς). Η παπαδιά το ’πλυνε και το κρέμασε στον απλωτό.
Ήταν απόκριες κι ένας χωριανός του, που είχε το θάρρος ν’ αστειευτεί μαζί του, θεώρησε καλό να… σουφρώσει το αντερί απ’ τον απλωτό και να το φορέσει, για να ντυθεί μασκαράς, κάνοντας τον παπά.
Λίγες μέρες μετά, το έφερε στον παπά Λευτέρης. «Μπας κι αναζήτηξες κιανένα αντερί;» τον ρώτησε. Ο παπάς το παραδέχτηκε κι ο φίλος τού το έδωσε πλυμένο και διπλωμένο.
Ο παπά Λευτέρης το πήρε χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο. Πήγε στο σπίτι του, άνοιξε τη σόμπα και το έριξε μέσα. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε κατάπληκτη η παπαδιά.
«Κιαμέ, το αντερί που έβαλεν ο άλλος κι έκανε το μασκαρά, θα το φορώ να λειτρουγώ;» απάντησε με φυσικότητα εκείνος.

Πώς έπαιρνε το μισθό του. Η φιλανθρωπία του

Ο παπά Λευτέρης ως ιερέας έπαιρνε το μισθό του από το κράτος, αλλά με βαριά καρδιά. Είχε την ιδέα ότι δεν αξίζει να πληρώνεται για τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία. Ένιωθε ως ο πιο ανάξιος απ’ όλους τους ιερείς, καθώς μετρούσε όσα θεωρούσε «μειονεκτήματά» του: ότι δεν ήξερε πολλά γράμματα (ούτε Γυμνασίου), ότι έγινε ιερέας σε μεγάλη ηλικία κ.τ.λ.
Έτσι, προτιμούσε να σκορπά τα χρήματα που είχε στη διάθεσή του παρά να τα εισπράττει. Βοηθούσε κάθε φτωχό που μάθαινε την ύπαρξή του, κάθε εκκλησία που μάθαινε ότι χτίζεται ή επισκευάζεται (πριν ακόμα γίνει παπάς, φιλοξενούσε και καθημερινά διέτρεφε τους μαστόρους που χτίζανε το ναό του αγίου Ιωάννη στα Πλατάνια).
Ο αγαθός ιερέας δεν άντεχε ούτε στη σκέψη πως κάποιοι συνάνθρωποί του υποφέρουν! Έτσι ήταν ο καλύτερος πελάτης για πλανόδιους μικρέμπορους και το ευκολότερο θύμα για μικροαπατεώνες. Αγόραζε πάντα ό,τι του πρόσφεραν, όπου έφτανε το βαλάντιό του, για να βοηθήσει τους φτωχούς μικροπωλητές, χωρίς να δίνει σημασία στην ποιότητα των εμπορευμάτων. Πολλές φορές δεν πρόσεχε καν την ποιότητα. Και μάλλον ούτε που σκεφτόταν πως θα μπορούσε κάποιος να τον εξαπατήσει, ακόμη κι αν είχε πέσει θύμα στο παρελθόν.
Άραγε αυτό είναι παράδειγμα προς μίμηση; Δε θέλω να το σχολιάσω, πάντως αν κάποιος ενδιαφέρεται για τον παράδεισο, μάλλον αυτός ο δρόμος βγάζει κατευθείαν εκεί. Υπόψιν, δεν είναι ο δρόμος της βλακείας, αλλά της αθωότητας και της αγάπης.

Η κηδεία του

Απογοητευμένος από τις περικοπές που διαπίστωνε στην τέλεση των ιερών ακολουθιών, ο παπά Λευτέρης παρακάλεσε τον ιερέα γιο του και τους ανθρώπους της εκκλησίας των Πλατανίων να του επιτρέψουν να τελεστεί η κηδεία του πριν πεθάνει, ώστε να παρευρίσκεται σ’ αυτήν ζωντανός! Η θερμή του παράκληση οφειλόταν στην ανησυχία του ότι δε θα τον κηδέψουν σωστά και ήθελε να επιμεληθεί ο ίδιος του πράγματος, για να είναι βέβαιος.
Όμως, για να αποφευχθεί σκανδαλισμός του κόσμου, η παράκλησή του τελικά δεν έγινε δεκτή.

Ένας τέλειος θάνατος

Ο θάνατος του παπά Λευτέρη μπορούμε να πούμε πως ήταν οσιακός, δηλαδή θυμίζει την κοίμηση αγίων. Ασθενής πια, 93 ετών, όταν ψυχομαχούσε, ζήτησε να του φωνάξουν ένα χωριανό του, που είχε τη συνήθεια να βλαστημάει τα θεία. Ο παπά Λευτέρης συχνά τον συμβούλευε να πολεμήσει αυτή την κακή συνήθεια. Καθώς πλησίαζε το τέλος του, λοιπόν, ο αγαθός ιερέας είχε αγωνία για τη σωτηρία του συνανθρώπου του – τι θ’ απογίνει, αν δεν κόψει τις βλαστημιές; Τον φώναξε λοιπόν και για τελευταία φορά τον παρακάλεσε να μη βλαστημά.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που απεύθυνε σε άνθρωπο. Αμέσως μετά έπαψε να συζητά, στράφηκε προς μια εικόνα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που υπήρχε στον τοίχο κι άρχισε να προσεύχεται εσωτερικά κάνοντας το σταυρό του. Σ’ αυτή την κίνηση τον πήρε ο Θεός. Ήταν 6 Νοεμβρίου το έτος 2003.
Ο παπά Λευτέρης λοιπόν πέθανε (πιο σωστά: κοιμήθηκε) προσευχόμενος και το τελευταίο πράγμα που έκανε στη ζωή του ήταν να νοιαστεί και να προσπαθήσει για τη σωτηρία του συνανθρώπου του. Νομίζω πως είναι ο καλύτερος θάνατος για ένα χριστιανό, και μάλιστα παπά. Ένας θάνατος που προσωπικά τον ζηλεύω και που νομίζω πως οδηγεί κατευθείαν στον ουρανό. Δόξα τω Θεώ. Ας είναι λοιπόν αγιασμένη η ψυχούλα του κι ας πρεσβεύει για μας και για όλο τον κόσμο, «πιστούς» και «απίστους»…
πηγή

Κυριακή, Αυγούστου 25, 2013

π. Θεολόγος, ο ιεραπόστολος του Κογκό

Ο π. Θεολόγος κατά κόσμον Δημήτριος Χρυσανθακόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1951 από ευλαβείς και εύπορους γονείς. Έτυχε καλής ανατροφής και εθήτευσε ως μαθητής και συνεργάτης στις κατασκηνώσεις πλησίον του Ιεροκύρηκος τότε της Ι. Μητροπόλεως Πατρών Αρχιμανδρίτου π. Χαρίτωνος Πνευματικάκι και μετέπειτα Ιεραποστόλου στην Αφρική τον οποίο είχε πνευματικό. Ο π. Χαρίτων του ενέπνευσε την αγάπη προς το Ιεραποστολικό έργο.
Το 1969 ως το 1975 σπούδασε και έλαβε το πτυχίο του ως αρχιτέκτων στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Το 1975 ως το 1977 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι στην αποκατάσταση μνημείων. Είναι γνώστης της Γαλλικής, Αγγλικής και Αλβανικής γλώσσης.
Μετά τις σπουδές και την εκπλήρωσι της στρατιωτικής του θητείας (1977-1979) και ενώ λαμπρό επαγγελματικό και οικογενειακό μέλλον ανοιγόταν μπροστά του, το ενδιαφέρον του εστράφη στο Άγιον Όρος, όπου έκανε επισκέψεις και εγνώρισε τον Γέροντα Παΐσιο. Αυτό φαίνεται ήταν καθοριστικό για να ακολουθήσει την μοναχική ζωή. Το 1980 εκάρη μοναχός και εγκαταστάθηκε στο Όρος. Από τότε η ευλογία της Παναγίας τον συνέχει, τον πληροί δυνάμεων και τον εμπλουτίζει θεολογικά.

Το 1993 κατόπιν επίμονων προσκλήσεων του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ. Αναστασίου ανέλαβε προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας της Αρχιεπισκοπής και ασχολήθηκε με αναστηλώσεις παλαιών μοναστηριών, ναών και κτηρίων και ανοικοδομήσεις νέων ναών, σχολείων και γενικώς κάθε οικοδομικού έργου της Αρχιεπισκοπής.
Επίσης ήταν υπεύθυνος της νεολαίας και των κατασκηνώσεων υπό την καθοδήγησι του Αρχιεπισκόπου κ. Αναστασίου, στο έργο του οποίου συνέβαλλε με ένθεο ζήλο και επιτυχία.
Η καρδιά του ήταν μπορώ να πω δοσμένη στην Αφρική. Ήταν λαϊκός το 1976 που είχαμε επισκεφθεί μαζί με κάποιον άλλο φίλο για πρώτη φορά την Κανάγκα, για να βοηθήσουμε έστω και ελάχιστα τον σεβαστό και αγαπητό μας Γέροντα π. Χαρίτωνα. Τόσο τον είχε γοητεύσει η προσπάθεια, οι άνθρωποι και το όλο κλίμα, που είχε πει και το εννοούσε «καλόν εστίν ημάς ώδε είναι». Έκανε και δεύτερη επίσκεψη το 1986 ως ιερομόναχος, αλλά παρ’ ότι το επιθυμούσε, δεν έμεινε εκεί. «Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει». Ακολούθησε η εννεαετής προσφορά του στην Εκκλησία της Αλβανίας και από το 2004 υπακούει στην πρόσκλησι του Σεβ. Κεντρώας και αναλαμβάνει δράσι ως υπεύθυνος στο Κονγκό Μπράζα.
Ως αρχιτέκτων σχεδιάζει το κτήριο του Πανεπιστημίου και διάφορους Ναούς που του αναθέτει ο Σεβασμιώτατος. Παράλληλα διδάσκει ως καθηγητής τα μαθήματα της Ναοδομίας και Εικονογραφίας στους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής.
Στο Κονγκό Μπράζα αναπτύσσει εκτεταμμένο έργο. Στην πρωτεύουσα Μπραζαβίλ οικοδομεί τον Ναό της Αναστάσεως και στοχεύει σε άλλο σημείο της πόλεως ανέγερσι νέου και ευρύχωρου Ναού, ενώ έχει αρχίσει ιεραποστολικό άνοιγμα και προς βορράν της χώρας.
Στην μεγαλούπολι Pointe Noire συγκρότησε ένα μεγάλο ιεραποστολικό κέντρο με αίθουσα ομιλιών που προσωρινά λειτουργεί ως Ναός. Παράπλευρα κτίζει τον μεγάλο Ναό του Αγίου Δημητρίου. Εκεί κτίσθηκε ιεραποστολική κατοικία με πνευματικό κέντρο στο ισόγειο και κοντά ο Ραδιοφωνικός σταθμός της Εκκλησίας. Στην παραγκούπολι της πόλεως στην θέσι ενός Ναού παράγκα υψώθηκε ο όμορφος Ναός της Αναλήψεως του Κυρίου και σε άλλη πολυάνθρωπη συνοικία συνεχίζονται οι εργασίες ανεγέρσεως του Ναού της Αγίας Φωτεινής με προοπτική να ακολουθήσει δίπλα του κατασκευή κλινικής ή Νοσοκομείου.
Στο Ντολιζί σε μεγάλη έκτασι που αγοράστηκε έγινε ο Ναός της Αγίας Ειρήνης, το Ορφανοτροφείο «Άγιος Ευστάθιος» και το Δημοτικό Σχολείο «ΦΩΣ ΕΘΝΩΝ» και θα ακολουθήση Γυμνάσιο. Ακόμη παρακείμενη λιμνούλα αξιοποιήθηκε με ανάπτυξι μικρής μονάδος ιχθυοκαλλιέργειας για της ανάγκες του ιδρύματος. Ενώ λίγο μακρύτερα ευρίσκεται σε εξέλιξι τουβλοποιΐα και κεραμοπλαστική που θα βοηθήσουν στην συντήρησι του Ορφανοτροφείου και Σχολείου.



 

Στην πόλι ΝΚΑΥΙ σχεδιάσε ένα πανέμορφο και πρωτότυπο οκταγωνικό Ναό, αφιερωμένο στην Μεταμόρφωσι του Κυρίου. Το επόμενο βήμα θα είναι ένα ιατρείο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην οργάνωσι των ενοριών με συμβούλια και επιτροπές, καθώς και της νεολαίας σε ομάδες με προεδρεία σε όλες τις πόλεις. Οι νεολαίοι έχουν αναλάβει πνευματικές εκδηλώσεις και πολλές άλλες δραστηριότητες. Μία φορά το χρόνο και σε διαφορετική πόλι κάνουν συνέδρια και οι χορωδίες τους διαγωνίζονται για την ανάδειξι της άριστης. Συγκεντρώνεται πολύς κόσμος και δημιουργείται ατμόσφαιρα ενθουσιασμού.
Ο π. Θεολόγος με την υποστήριξη του Σεβασμιωτάτου κ. Ιγνατίου που δίνει το παρόν σε κάθε εκδήλωσι έχει εμπνεύσει την αγάπη στην Εκκλησία και την συμμετοχή των πιστών στην ενοριακή ζωή σε όλες τις πόλεις, όπου η Ορθοδοξία δίνει το παρόν.
Γενικά το έργο που έχει επιτύχει είναι αξιοθαύμαστο και είναι ευοίωνες οι προβλέψεις για την συνέχειά του.
Οι Αφρικανοί αδελφοί μας στο Κονγκό Μπράζα έχουν πολλαπλώς ευεργετηθεί από την προσωπικότητας του π. Θεολόγου και ευγνωμονούν τον Σεβ. Κεντρώας που τον έστειλε κοντά τους.
Στις 20 Σεπτεμβρίου του 2007 ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεόδωρος κατά την επίσκεψί του στο Dolisie ετέλεσε τα εγκαίνια του Ορφανοτροφείου «ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ» και εξέφρασε την εκτίμησί του για τους μόχθους και τις προσπάθειες του π. Θεολόγου. Επήνεσε μάλιστα το έργο του και τον ενεθάρρυνε προς συνέχισί του, διαβεβαώνοντας τον ότι θα έχει την αμέριστη υποστήριξη του.
Και όντως με τις ευχές Του, ευλόγησε ο Θεός και μέρα με την ημέρα παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα η Αληθινή Πίστις ακτινοβολεί και οι καμπάνες της Ορθοδοξίας χτυπούν και προσκαλούν.
 

Νικόλαος Σίμος, περιοδικό "Φως Εθνών", τεύχος 126, σελίδες 7 – 9

Δευτέρα, Ιουλίου 08, 2013

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΛΕΥΙΤΗΣ Πρεσβύτερος Αντώνιος Παπαλοΐζου (1863-1955)





Παναγιώτη Τελεβάντου
ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΛΕΥΙΤΗΣ
Πρεσβύτερος Αντώνιος Παπαλοΐζου (1863-1955)


Το Πνεύμα το Άγιο, κατά την υπόσχεση του Κυρίου, δεν σταμάτησε το έργο Του και στις μέρες μας. Γι' αυτό και στη σύγχρονη εποχή συναντά κανείς, όχι σπάνια, αρκεί να έχει ευαίσθητα αισθητήρια, πολλές θεώμενες μορφές πού φέρουν έκδηλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στη ζωή τους. Αυτή είναι και ή περίπτωση με το μακαριστό π. Αντώνιο Παπαλοϊζου, ευλαβέστατο ιερέα πού κόσμησε με την αγία του βιωτή τη σύγχρονη Εκκλησία της Κύπρου. Απ' όσους ζήτησα πληροφορίες για να μαζέψω στοιχεία για να γράψω τις φτωχές αυτές γραμμές για τον άγιο Γέροντα συνάντησα το ίδιο φαινόμενο: Οι άνθρωποι άκουαν με φανερή συγκίνηση το όνομα τού καλού ιερέα και μου έλεγαν κατανυγμένοι διάφορα γεγονότα της αγιασμένης ζωής του. Σύντομα, με όσα άκουα και καταγράφω έδώ, ανακάλυπτα ότι ή εξαίρετη ανάμνηση πού είχε αφήσει, σε όλους ανεξαίρετα πού τον είχαν γνωρίσει, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Ό μακαριστός κληρικός ήταν ζωντανό θυσιαστήριο καθήκοντος, ψυχή αγιασμένη, αδιάλειπτα προσευχόμενος λευίτης, αρετής άνθρωπος, μεγάλος αγωνιστής, πραγματικός δηλαδή Ιερέας του Χριστού.

Αλλά ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή. Ό π. Αντώνιος Παπαλοΐζου γεννήθηκε στο Πέρα - Πεδί στις 9 Μαρτίου του 1863, μέρα πού ή Αγία μας Εκκλησία γιορτάζει την Ιερή μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Ό πατέρας του ήταν ένας ευλαβής κληρικός πού υπηρέτησε την Εκκλησία πρώτα στο Πέρα Πεδί κι ύστερα στα Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο χωριό του κι υστέρα συνέχισε στη Λεμεσό μέχρι και την Α' Γυμνασίου. Το σχολείο το εγκατέλειψε για να εργαστεί σαν κτίστης για να μπορέσει έτσι να βοηθήσει τις αδελφές του.
Στα 33 του χρόνια, στις 19 Ιανουαρίου του 1896, νυμφεύθηκε την Ανθούσα Χατζηδημητρίου, απλή και ευσεβή κοπέλα, από τα Μαντριά. Επειδή, όμως, ή μέρα του γάμου τους συνέπεσε να είναι ή προηγουμένη μέρα της γιορτής του Μεγάλου Ευθυμίου σεβάστηκαν, με την προτροπή του πατέρα του π. Λοΐζου, τη γιορτή και δεν συνευρέθηκαν την πρώτη νύκτα του γάμου τους. Σ' όλη τους τη ζωή αποδείχτηκαν ε ιδεώδες και αρμονικό αντρόγυνο: «Ότι πει ό παπάς», ήταν ή απάντηση
της ταπεινής συμβίας του για οποίο ζήτημα υπήρχε διχογνωμία ή απορία στη ζωή τους. Έκαναν δέκα γέννες - έντεκα παιδιά, άλλα τελικά τούς έζησαν μόνον επτά παιδιά.
Ό π. Αντώνιος ήταν ιδιαίτερα ευσεβής και φιλακόλουθος, από τα πρώτα στάδια της ζωής του, γι' αυτό από εσωτερική παρόρμηση και κατ' απαίτηση του ποιμνίου του χειροτονήθηκε διάκονος στις Κάτω Πλάτρες και λίγο ύστερα ιερέας στο χωριό του τα Μαντριά. Εκεί διακόνησε την Εκκλησία για μια εικοσαετία περίπου και γι' άλλα τριάντα τρία χρόνια στον ιερό ναό Αγίας Νάπας Λεμεσού.


Μια χρονιά ήρθε φοβερή κακοσοδειά και όταν πήγε στην περιοχή της Πάφου όπου είχε ένα κτήμα ανακάλυψε ότι ή καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Αλλά δεν απελπίστηκε όπως θα 'κανε ό κάθε ένας στη θέση του. Γονάτισε πάνω στον κορμό μιας τριμιθιάς του χωραφιού του και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τον Πλάστη του: «Θεέ μου, βοήθα με να ζήσω τα παιδιά μου».
Εννιά στόματα περίμεναν από τον ιδρώτα του να φάνε. Και να 'ταν μόνο αυτοί! Δεν περνούσε ξένος από τα Μαντριά χωρίς να φιλοξενηθεί στην αβραμιαία τράπεζα του π. Αντωνίου.

Και ό Χριστός δεν άργησε να εισακούσει τις προσευχές τού πιστού Του δούλου. Αμέσως τού προφέρθηκε ή δυνατότητα να εργαστεί σαν οικοδόμος και σε λίγο ένας επίτροπος της εκκλησίας της ' Αγίας Νάπας της Λεμεσού, πού έτυχε να διαπιστώσει πόσο καλλίφωνος ήταν, φρόντισε να μετατεθεί στην ενορία του στις 22 Αυγούστου τού 1922. Από εκείνη την ημέρα μέχρι πού αφυπηρέτησε (τριάντα τρία χρόνια αργότερα) δεν έφυγε καθόλου από την ενορία του και δεν ζήτησε έστω και μια μέρα άδεια! Μόνο μια φορά μέσα στα 33 αυτά χρόνια ένα βράδυ πήγε στα Μαντριά, το χωριό του. Μπήκε μέσα διακριτικά και είδε την κόρη του πού προσευχόταν δεν την ενόχλησε καθόλου μέχρι πού τέλειωσε κι έκανε το σημείο τού σταυρού στο μαξιλάρι της και τότε την χαιρέτησε, κάθισε για λίγο κι επέστρεψε το ίδιο βράδυ στην ενορία του. Αληθινός ποιμένας και φρουρός της πνευματικής μάνδρας πού τού εμπιστεύθηκε ό Μέγας Αρχιερεύς.
Ήταν πράγματι μια δεόμενη ψυχή ό π. Αντώνιος. Ένας αδιάλειπτα προσευχόμενος λευίτης. Κάθε μέρα έκανε την Θ' Ώρα και Εσπερινό και κάθε πρωί Όρθρο με την ανάγνωση τού Αποστόλου και τού Ευαγγελίου. Το εκκλησίασμα του τις καθημερινές ήταν συνήθως ελάχιστο γι' αυτό και μερικοί τον κορόιδευαν: «Μόνος σου τα λες και μόνος σου τ' ακούς» τού έλεγαν. «Δεν πειράζει», τούς απαντούσε, «αυτό είναι το καθήκον μου». Υπήρχαν όμως και μερικές ευλογημένες ψυχές πού δεν πήγαιναν στη δουλειά τους πριν έρθουν στον Όρθρο να ανάψουν το κερί τους.
Πνευματικός έγινε από νωρίς στα Μαντριά. Και στην ενορία της Αγίας Νάπας συνέρρεαν πλήθη κόσμου, για ν' αποθέσουν στο πετραχήλι του τις αμαρτίες τους και να καθοδηγηθούν με τα σοφά του λόγια. Στο εξομολογητήριο του σ' ένα τραπεζάκι είχε την εικόνα της Βρεφοκρατούσας κι ένα αναμμένο καντήλι να καίει μπροστά στο εικόνισμα. 


Οι εξομολογούμενοι πριν έξαγορευθούν τις αμαρτίες τους, απάγγελλαν τη γνωστή ευχή: «Πάτερ, Κύριε τού Ουρανού και της γης εξομολογούμαι Σοι...».
Ήταν παραδοσιακός ιερέας ό π. Αντώνιος. Ήταν άνθρωπος φωτισμένος κι έτσι δεν ζητούσε να βελτιώσει και ν' αλλοιώσει την Παράδοση της Εκκλησίας, ούτε στην εμφάνιση του, ούτε στο ήθος, ούτε στα τυπικά και στις προσευχές της Εκκλησίας, ούτε στη λατρεία και τις παραδόσεις Της. Όταν δεν ήταν ώρα ακολουθίας, τα βημόθυρα τού αγίου βήματος ήταν πάντα κλειστά. Τις ευχές τις διάβαζε «μυστικά» κι όχι έκφώνως. 


Δηλαδή σύμφωνα με την παράδοση και το πνεύμα της Εκκλησίας μας. Τα γένια και τα μαλλιά του δεν τα ψαλίδιζε ποτέ. Τις ακολουθίες δεν τις συντόμευε αυθαίρετα, όπως αντικανονικά και άντιπαραδοσιακά κάνουν διάφοροι σήμερα «Αυτοί συνεποδίσθησαν και έπεσον ημείς δέ άνέστημεν και άνορθώθημεν», έλεγε και δεν ήθελε να βλέπει κανένα να γονατίζει από τη μέρα της Ανάστασης μέχρι την παραμονή της Πέμπτης της Αναλήψεως. Κατ' αυτήν την περίοδο ούτε κι ό ίδιος προσευχόταν όπως συνήθιζε γονατιστός, αλλά απάγγελλε τις προσευχές του όρθιος και ξανάρχιζε τις γονυκλινείς δεήσεις του από την παραμονή της Πέμπτης της Αναλήψεως οπόταν σταματούσε το «Χριστός Ανέστη!» Τα Σάββατα έκανε το ίδιο έκτος από το πρωί, τις αυγινές ώρες, όταν διάβαζε γονατιστός την ευχή της Θείας Μεταλήψεως. Το πεντάρτι πού έκανε γινόταν με πολλή προσοχή. Έπρεπε να το ζυμώσει καθαρή γυναίκα και σχηματίζονταν κύκλοι άντρων, γυναικών και παιδιών και περίμεναν τον ιερέα να το ευλογήσει κι ύστερα μοιραζόταν. Παραδοσιακός κληρικός δηλαδή. Λιβανισμένος σε όλα του.


Ήταν μεγάλος νηστευτής. Κρατούσε αυστηρά τις καθιερωμένες νηστείες και επί πλέον νήστευε τη Δευτέρα Μόνο αν ήταν μεγάλη γιορτή κατέλυε λάδι, τις μέρες της νηστείας. Πρόσεχε μάλιστα να μη σκανδαλίζει κανένα κατά το παύλειον: «ου μη φάγω κρέα εις τον αιώνα Ίνα μη τον άδελφόν μου σκανδαλίσω».


Κάποτε στο σπίτι είχε εγχειρισμένη κόρη, παραμονές Χριστουγέννων. Έφερε στο σπίτι του κοτόπουλο να της σφάξουν για να κάνουν σούπα για την άρρωστη. Μόνο έδωσε εντολή στην κόρη του: «κάνε το μέσα για να μη κολάσουμε (σκανδαλίσουμε) κανένα». Ή κόρη του όμως δεν έκανε υπακοή για να μη λερώσει το σπίτι, πού μόλις είχε καθαρίσει. Σε λίγο πέρασε από δίπλα της μια φτωχή γυναίκα πού επαιτούσε: «Δεν είναι έδώ το σπίτι τού παπά;» ρώτησε σκανδαλισμένη. «Ναι» της απάντησε ή κόρη του. «Καλά και τρώνε κρέας τέτοιες μέρες;!» Μια Τουρκάλα συνήθιζε να φέρνε γάλα στο σπίτι τους. Όσο διαρκούσε το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»

Το  δεχόταν. Σας τέλειωνε Τετάρτη και Παρασκευή δεν της
επέτρεπε. Ήταν μέρες νηστείας! Ό ίδιος πάντως κρατούσες τις νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής και σ' αύτη την περίοδο «οικονομούσε», όμως, τα παιδιά του.


Οι ιερείς της Αγίας Νάπας Λειτουργούσαν εναλλάξ στην εκκλησία των Αγίων Ανδρόνικου και Αθανασίας, πού έκτισε ό διαβόητος Μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης δίπλα στο μητροπολιτικό μέγαρο. Στην έξοδο του έδινε μια χούφτα γρόσια (νομίσματα) στη μικρή του κόρη Αθανασία για να δίνει στη σειρά των αναμενόντων επαιτών πού ήταν παραταγμένοι εκατέρωθεν της εξόδου. Ή παπαδιά του τον μάλωνε: «Αφού τούς δίνεις εσύ γιατί δίνεις και στο παιδί να δώσει;» Ήταν φτωχή και πολυμελής οικογένεια. Αλλά ό π. "Αντώνιος είχε μια πνευματική θεώρηση των πραγμάτων: «Για να μάθει το χέρι της να έλεί», της απαντούσε. Έκανε πολλές ελεημοσύνες αλλά τις έκανε κρυφά όπως τις θέλει κι όπως τις περιγράφει το άγιο ευαγγέλιο.


Δεν ήθελε τα παιδιά του να τού αναφέρουν οποιαδήποτε παρεξήγηση ή πρόβλημα συνέβαινε στα παιχνίδια τους στην αυλή με τα παιδιά τού νεωκόρου και τούς έλεγε μόλις τού ανάφεραν το παραμικρό: «Να βλέπετε και να μη βλέπετε και να ακούεται και να μη λέτε τίποτα για να μην αναγκαστούμε να μαζέψουμε τα πράγματα μας και να πάμε απ' εκεί πού ήλθαμε. Εγώ για να μπορώ σαν Ιερέας να κάνω το καθήκον μου πρέπει να μην έχω παρεξήγηση με κανένα και να μη με ενοχλεί τίποτε».


Με τούς συνεφημερίους του είχε πάντοτε άριστες σχέσεις. Με τον π. Γεώργιο Αδάμου, τον έξαρχο π. Νικόδημο, τον ιερέα της Φανερωμένης π. Νέαρχο Παπαβασιλείου, τούς συνταξιούχους ιερείς της Αγίας Μάπας και μ' όλους τούς άλλους πού εργάστηκε μαζί τους. «Ποτέ δεν μάς θύμωσε, ποτέ δεν μας πίκρανε, ποτέ δεν μας στενοχώρησε. 


Πάντα μάς αγκάλιαζε σαν πατέρας και σαν αδελφός. Ότι έπαιρνε το μοίραζε στα ίσα. Δύο πρόσφορα αν έπαιρνε, μου έδινε το ένα. Αν έπαιρνε ένα το μοίραζε στη μέση και μου 'δινε το μισό. Εμένα με αγαπούσε "ιδιαίτερα. Και τούτο γιατί ήταν φιλακόλουθος και μ' εύρισκε πάντα πρόθυμο στις συνεχείς ακολουθίες πού τελούσε. "Αν καμιά φορά δεν πήγαινα στην ακολουθία, καταλάβαινε πώς ήμουν άρρωστος κι ερχόταν μετά την ακολουθία να με σταυρώσει. Ήταν ένας άγιος λευίτης. Ένας προσευχόμενος άνθρωπος», μου επαναλάμβανε βαθύτατα συγκινημένος ό τότε διάκος του και μετέπειτα ιερέας της Φανερωμένης π. Νέαρχος.
Έκανε απλές κι εύστοχες παρατηρήσεις για κάθε ζήτημα πού του ζητούσαν τη γνώμη του:
—        Όπως κάθε νοικοκυρά χρησιμοποίει το προζύμι για να ζυμώσει, εσύ κι ό Χριστιανός πρέπει να πηγαίνει στον Εσπερινό για να νοιώθει ή Θ. Λειτουργία
— «Σώφρων γυνή ανωτέρα εστί λίθων πολυτελών», έλεγε όταν έβλεπε γυναίκες με στολίδια
—        Το Πάσχα δεν έρχεται για τα τζάμια τα οικιακά σκεύη και τ' άλλα υλικά πράγματα. Για μας έρχεται, για να καθαρίσουμε την ψυχή μας από την αμαρτία
—        "ν τα παιδιά τού παπά λείπουν από την εκκλησία, ποιου θα μπορεί μετά ό παπάς να πει να εκκλησιαστείς; έλεγε στα παιδιά του, όταν τα έβλεπε ράθυμα για να πάνε στις ακολουθίες.
—        Ή υπερβολική καθαριότητα στο σπίτι συνοδεύεται συνήθως από ιδιοτροπία και γκρίνια προς το σύζυγο και τα παιδιά, για να μην αγγίζουν έδώ και να μη λερώσουν εκεί. Ποιό το όφελος όμως να τακτοποιούμε τα πράγματα τού σπιτιού και να δηλητηριάζουμε την ψυχική γαλήνη της οικογένειας μας;
—        Αν κάποιος δεν πάει από την αρχή τού Όρθρου στην εκκλησία πώς θα μπορεί να μπει στο νόημα της κάθε γιορτής και λειτουργίας και να ζήσει έτσι το εκκλησιαστικό έτος; ρωτούσε αυτούς πού ήθελαν να μάθουν τον ορθόδοξο λαό μας να πηγαίνει στην εκκλησία μετά τη Δοξολογία


—        Εγώ, κόρη μου, ό ιερέας, ό λειτουργός του Υψίστου να πάω να δώ από την οθόνη τα πάθη του Κυρίου; Εγώ τα ζω καθημερινά στη θεία λειτουργία είπε στην κόρη του όταν αυτή τον προέτρεψε στην δεκαετία του 1930 να πάει να δει στον κινηματογράφο την ταινία «Ό Βασιλεύς των Βασιλέων» πού παρουσίαζε παραστατικά τη ζωή και τα πάθη τού Κυρίου (όπως έκαναν άλλωστε τότε πολλοί κληρικοί).


Εκεί, όμως, πού ήταν, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, ανυπέρβλητος, ήταν στον τομέα της προσευχής. Ήταν έγγαμος ό π. Αντώνιος και πατέρας επτά παιδιών αλλά ζούσε σαν αναχωρητής της έρημου. Τί να πει κανείς για το πρόγραμμα της πραγματικά αδιάλειπτης προσευχής πού είχε καθημερινά; Έμενε όλη ή οικογένεια σ' ένα υπνοδωμάτιο (έξι άτομα). Είχε ένα εικόνισμα της Παναγίας και μπροστά ακοίμητη καντήλα. Κάτω από το εικόνισμα υπήρχε ένα χοντρό χαρτόνι πάνω στο όποιο γονατιστός (έκτος από τα Σαββατόβραδα και την περίοδο τού Πεντηκοσταρίου) και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, απάγγελλε τις αδιάλειπτες προσευχές του. Το βράδυ άρχιζε με το Απόδειπνο πού έλεγε μαζί με τούς χαιρετισμούς της Παναγίας. Κοιμόταν για λίγο και στις 12 τα μεσάνυκτα ακριβώς σηκωνόταν για το Μεσονυκτικό. 


Ξανακοιμόταν για λίγο για να σηκωθεί σε μια - δύο ώρες για να αρχίσει άλλες προσευχές. Πιθανόν να διάβαζε την εωθινή προσευχή, την ακολουθία των Ωρών ή το Ψαλτήρι ή κι όλα μαζί. Ποιος ξέρει; Μονάχα ό Θεός κι ό ίδιος, γιατί όλα αυτά δεν τα έκανε προς το θεαθήναι αλλά όσο μπορούσε πιο μυστικά. Το βέβαιον είναι ότι τη μισή νύχτα την έβγαζε στην προσευχή. Προσευχόταν (με διακοπές) ώρες ολόκληρες, ατέλειωτα Τα άλλα μέλη της οικογένειας του τον έβλεπαν να άγρυπνα έτσι καθημερινά αλλά τούς απαγόρευε αυστηρά να πουν οτιδήποτε σχετικά. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα τούς καλλιέργησε αυτή την τάση να αποκρύπτουν αυτή την καθημερινή επικοινωνία του με τον Κύριο, ώστε και τώρα, τριάντα σχεδόν χρόνια από την κοίμηση, του να νοιώθουν ένοχοι και κάτι σαν Ιεροσυλία να αποκαλύψουν οτιδήποτε σχετικά με τη φιλόθεη αδολεσχία του μακαριστού ιερέα με το Χριστό. Ευτυχώς πού έκτος από τα παιδιά του, πού μας επιβεβαίωσαν αυτές τις πληροφορίες, με πολλή όπως ανάφερα δυσκολία, και οι συνεφημέριοί του αντιλήφθηκαν τη μυστική ζωή της προσευχής του, συμπτωματικά, όταν ό μακαριστός κληρικός ήταν πια προχωρημένης ηλικίας. 


Άλλωστε το γεγονός ότι ήταν αδιάλειπτα προσευχόμενος άνθρωπος δεν μπορούσε να αποκρύβει. Ή άοργησία, ή πραότητα, ή ανεξικακία, ή καθαρότητα, ή ταπείνωση, ή αγάπη, ή υπομονή, ή διάκριση, ή πνευματική σοφία και τόσες άλλες αρετές πού κοσμούσαν την υπέροχη προσωπικότητα του δεν ήταν δυνατό να γίνουν κτήμα του χωρίς αδιάλειπτη και καθαρή προσευχή.


Την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως την διάβαζε πάντοτε γονατιστός οποτεδήποτε (κι αυτό γινόταν πολύ συχνά) θα λειτουργούσε. Τον Όρθρο, την Θ' Ώρα και τον Εσπερινό τα τελούσε, όπως αναφέραμε, στην εκκλησία καθημερινά. Όταν γέρασε, υπέφερε από ρευματισμούς κι ανεπάρκεια της καρδίας και σε μια περίπτωση αναγκάστηκε από τούς γιατρούς να παραμείνει κλινήρης για έξι μήνες. Ήταν άλλωστε πάντα τόσο αδύνατος από την πολλή άσκηση και νηστεία. Παρ' όλα αυτά όταν 'κινδύνευσε να μείνει ή Αγία Νάπα σε γιορτή της Παναγίας αλειτούργητη σηκώθηκε, σωστό λείψανο από την αρρώστια, κι έκανε κι Εσπερινό κι Όρθρο.
Την μέρα του την περνούσε, έκτος από τις ιδιωτικές προσευχές και τις ακολουθίες, δίπλα στο ναό εξυπηρετώντας τις πνευματικές ανάγκες του ποιμνίου του. Μετά τον Όρθρο διάβαζε συνήθως καθίσματα από το Ψαλτήρι εναλλάξ με κανένα ψευτοδούλι πού είχε να κάνει. Επίσης μελετούσε πολύ την Αγία Γραφή κι άλλα θρησκευτικά έντυπα.


Στη μικρότερη κόρη του άφησε σαν μοναδική κληρονομιά το «Ώρολόγιον» της Εκκλησίας. Καμιά περιουσία δεν απόκτησε ποτέ του. Φτωχός έζησε και φτωχός πέθανε.
Σε ηλικία 92 χρονών είχε ένα μικρό ατύχημα, οπόταν έσπασε το πόδι του, γεγονός πού τον οδήγησε στο θάνατο. Στις 5/9/1955 αναπαύθηκε εν Κυρίω, αφού έκανε κάθε αναγκαία πνευματική προετοιμασία. Τα έξοδα της κηδείας του τα έκανε ό Ιερός ναός Αγίας Νάπας σαν ελάχιστη ένδειξη τού σεβασμού και της εκτίμησης πού απολάμβανε από όλο τον κόσμο, πού συνήθιζε να προσηκώνεται στο πέρασμα του είτε καθόταν στο καφενείο, είτε στο σπίτι, είτε στη δουλειά του.


Ελάχιστο αλλά χαρακτηριστικό δείγμα της αγαθής μνήμης πού άφησε είναι και ή ακόλουθη στιχομυθία πού έγινε μεταξύ της κόρης του Αθανασίας (Αγαπίου) και του νεωκόρου του Ιερού ναού Αγίας Νάπας Λεμεσού κ. Γεώργιου Γαβριηλίδη: «Βγάλε τον πατέρα σου από τα δεφτέρια σου. Ό πρώτος πού μνημονεύεται είναι ό παπά - Αντώνης. Ότι είμαι, σ' αυτόν το οφείλω».


Μπορούμε έδώ να τελειώσουμε ένθυμούμενοι τον παρήγορο λόγο του Προφήτη: «Μακάριος ος έχει εν Σιών σπέρμα και οικείους εν Ιερουσαλήμ» ("Ησαΐας λα' 9). Κι εμείς όλοι μπορούμε να πούμε ότι είμαστε μακάριοι γιατί έχουμε στην Ορθοδοξία το σπέρμα των αγίων. Και στην άνω Ιερουσαλήμ έχομε σαν τον π. Αντώνιο Παπαλοΐζου τόσους οικείους. Αυτοί ζουν για μας και αποτελούν το φώς και την ελπίδα μας για την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή μας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΛΕΒΑΝΤΟΣ

πηγή



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100


Σάββατο, Ιουνίου 15, 2013

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ (1877 - 1964)

Ο κατά κόσμον Γεώργιος Παρασκευόπουλος, υιός του Χαραλάμπους και της Βασιλικής, γεννήθηκε στη Νυμφασιά (Γρανίτσα) Γορτυνίας. Πολύ πτωχός, εστερείτο και των στοιχειωδών μέσων για τη φοίτησή του στο Δημοτικό Σχολείο. Σε ηλικία 13 ετών, κινούμενος από θείο έρωτα, κατέφυγε στη Μονή Κερνίτσης και διακονούσε εκεί. Ποθώντας όμως τη μόρφωση σε ηλικία 15 ετών ξεκίνησε με τα πόδια για το Μ. Σπήλαιο για να εγγραφεί στο Σχολαρχείο της Μονής. Επειδή δεν βρήκε την παραμικρή στοργή έφυγε για τη Μ. Ταξιαρχών Αιγιαλείας και εγράφη στο εκεί Σχολαρχείο. Η επίδοσή του στα μαθήματα προκάλεσε το φθόνο και αναγκάστηκε να φύγει και από εκεί.
       Η πνευματική ακτινοβολία του Πατρών Ιεροθέου, ο οποίος περιβαλλόταν από πλήθος εμπνευσμένων ανδρών (Ευσέβιος Ματθόπουλος, Ηλίας Βλαχόπουλος, Παν. Λουληγέρης, Γαβρ. Φραγκούλης, κ.ά.) τον προσήλωσε και "εστράφη βαθύτερον εις την αχαϊκήν γην". Ο άγιος εκείνος ιεράρχης, με τη γνωριμία του, τον επηρέασε βαθύτατα.
       Μετά τη στρατιωτική του θητεία, επανήλθε θερμότερος στον εκκλησιαστικό περίβολο. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1903 από τον Μητροπολίτη Άρτης Γεννάδιο και του δόθηκε το όνομα Γερβάσιος. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Ριζάρειο Σχολή επί σχολαρχίας του Αγίου Νεκταρίου Κεφαλά. Ήταν ο δεύτερος μέγας ιεράρχης, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα το νεαρό τότε διάκονο.
       Διακρινόμενος πάντοτε για την επίδοσή του στα γράμματα έλαβε υποτροφία και εισήλθε στο Πανεπιστήμιο. Όταν πήρε το πτυχίο του, τοποθετήθηκε από τον μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο στην υπεύθυνη διακονία του πρωτεκδίκου.
       Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1912 από τον μητροπολίτη Πατρών Αντώνιο. Στη θρυλική εξόρμηση του 1912-16 συμμετείχε ως ιερεύς του Α' ευζωνικού Συντάγματος, επανειλημμένως διακριθείς και παρασημοφορηθείς από τους διοικητές του.
       Μετά το 1917, ο π. Γερβάσιος εισήλθε στην εποχή των ειρηνικών αγώνων του. Έμενε μόνιμα στην Πάτρα. Άρχισε εντός της πόλεως πλέον και στις φτωχότερες συνοικίες της να κρούει το "τάλαντον" και "εκ νυκτός ορθρίζων προς τον Κύριον...".


       Υπηρέτησε ως εφημέριος των ναών Αγ. Παρασκευής και Αγ. Δημητρίου και στη συνέχεια, χωρίς εφημερία ανέλαβε μια άλλη "πορεία" γνήσια αποστολική μέχρι το θάνατό του.
Προ και μετά το 1930 άσκησε ευδοκίμως τα καθήκοντα του πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως Πατρών. Και όταν, τέλος, το 1939 ανέλαβε τα καθήκοντα του μεγάλου πρωτοσυγκέλλου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών "διοικήσας την πρωτοσυγκελλίαν της Αρχιεπισκοπής εν δυνάμει και ζήλω Ηλιού και καταλιπών ευαγγελικώς ωραίαν, αγίαν εποχήν..." (Μητροπολίτης Πειραιώς Χρυσόστομος, Ανάπλασις, Ιούνιος 1965).
       Η πρώτη του μέριμνα ήταν το παιδί. Είναι ο πρώτος ιδρυτής στην Ελλάδα οργανωμένων Εκκλησιαστικών Κατηχητικών Σχολείων και από το 1923 ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα της συστάσεως Εκκλησιαστικών Κατηχητικών Νηπιαγωγείων.
       Δεν ασχολήθηκε συστηματικά με τη συγγραφή, "παρά το εύχυμον εις τούτο τάλαντόν του". Προτιμούσε να ομιλεί, παρά να γράφει. Εδημοσίευε ανελλιπώς σε εφημερίδες και περιοδικά -των Πατρών και των Αθηνών- άρθρα επί θεμάτων "αμέσως ενδιαφερόντων τον ευαγγελισμόν του λαού". Συλλογές τέτοιων άρθρων αποτελούν τα εκδοθέντα βιβλία του "Θρησκευτικαί μελέται" (1945), "Επίκαιρα προβλήματα" (1948) και "Ερμηνευτική επιστασία επί της Θείας Λειτουργίας" (1958). Δεν αξιώθηκε να επεξεργασθεί πλουσιώτατη ύλη κατηχητικών μαθημάτων του για την κατήχηση των Ελληνοπαίδων.
       Εις τα "παιδία του" αυτά αφιέρωσε τις ύστατες σκέψεις του και τους παλμούς των τελευταίων του ημερών. Κρατώντας το "ιστορικό" ραβδί του, με το οποίο επί 50 έτη εποίμανε τα πρόβατα του αρχιποίμενος Χριστού και το οποίο εφάνταζε στα παιδικά μάτια "ως άλλη ράβδος Μωυσέως", έλεγε λίγο πριν την αποστολική ημέρα της 30ης Ιουνίου 1964, κατά της οποίαν εξεδέμησε προς Κύριον: "Σας εμπιστεύομαι τα παιδία μου, τα νήπιά μου, το αύριον του Έθνους, τας χρυσάς ελπίδας του αιωνίου μέλλοντός μου...".


πηγή

Παρασκευή, Απριλίου 12, 2013

ΕΝΑΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ: †Ο Μητροπολίτης Χίου Ιωακείμ Στρουμπής­

Το ιστολόγιο μας, συνεχίζει το αφιέρωμα τιμής στους κληρικούς που ποτέ δεν εμφανίστηκαν με την αλαζονεία της αρετής αλλά απόμειναν μέσα στην ταπείνωση της αμαρτολότητας που όλοι μας σέρνουμε πίσω μας. Και στάθηκαν δίπλα στο Λαό του Θεού και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο. Το αφιέρωμα μας σήμερα είναι στον Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ Στρουμπή.

(ΕΝΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΣΤΟ «ΕΘΝΟΣ») ΤΟ 1985

Σπάνια φωτογραφία του αοίδημου Ιωακείμ στα Καρδάμυλα σε λιτανεία του πολιούχου Αγίου Νικολάου (1938). Τον πλαισιώνουν οι έγκριτοι Καρδαμύλιοι Ιωάννης Μ. Ξυλάς, Γ. Σβώκος και Ι. Κουλουμούνδρας. Στο άκρο δεξιά ο Δημήτρης Φραγκούλης. (Από το αρχείο του Δημ. Ν. Λαϊνα)

Ασφαλώς δεν υπάρχει Χιώτης που να μην «χειροκρότησε» την έξοχη απόφαση να στηθεί η προτομή του αοίδημου Μητροπολίτου Χίου (και πρώην Κορυτσάς – Αρδαμερίου – Καρδαμύλων) Ιωακείμ Στρουμπή. Μάλιστα νομίζουμε ότι «αργήσαμε» πολύ όλοι να σκεφθούμε αυτήν την δίκαιη απότιση φόρου τιμής στον ηρωικό «Δεσπότη της κατοχής» (1941 – 1944) που στάθηκε τόσο στοργικά κοντά στο δοκιμαζόμενο ποίμνιό του.


Με την ευκαιρία αυτή θυμήθηκα ότι και πριν λίγα χρόνια η έγκριτη αθηναϊκή συνάδελφος «Έθνος» είχε ασχοληθεί με το έργο του Ιωακείμ, πράγμα που με έκανε να ζητήσω τη φιλοξενία ενός κειμένου μου στις στήλες της.
Αισθάνομαι πολύ υπόχρεος γιατί η καλή εφημερίδα μου παρεχώρησε ευχαρίστως τον χώρο της για μια τρίστηλη «επιφυλλίδα» της (και μάλιστα «εντός πλαισίου») στο φύλλο της 21/1/985, από το οποίο αναδημοσιεύω το παρακάτω κείμενο, γιατί είναι πάντα επίκαιρο και ―κατά τη γνώμη μου― αποκαθιστά όλη την αλήθεια για τον μακαριστό Ποιμενάρχη και τα «παρασκήνια» της αφαιρέσεως της Έδρας του το 1946. Το κείμενο εκείνο είχε ως εξής:
«Στο αγαπητό «Έθνος» δημοσιεύθηκε πριν λίγες μέρες μια αρκετά εκτεταμένη έρευνα του κ. Χρήστου Θεοχαράτου σχετικά με τον μακαριστό Αρχιερέα πρώην Χίου Ιωακείμ Στρουμπή από τον οποίο ―όπως είναι γνωστό― αφαιρέθηκε στα 1946 η Μητροπολιτική Έδρα λόγω πολιτικής σκοπιμότητας.
Σαν συμπατριώτης του αοίδημου Ι. Στρουμπή τον οποίο γνώρισα από μικρό παιδί ―αλλά και ασχολήθηκα με το όλο θέμα του― επιθυμώ να προσθέσω τα παρακάτω σαν συμβολή στην αντικειμενική θεώρηση ενός αληθινά ατυχούς εκκλησιαστικού προβλήματος με πολιτικές προεκτάσεις:
1) Ο Ιωακείμ Στρουμπής στάθηκε φυσιογνωμία καλοσύνης, πραότητας, αγαθότητας, ανεξικακίας και ήθους. Προσέτι υπήρξε αφιλοκερδής και έζησε εν πτωχεία, χωρίς περιουσία και «υπάρχοντα». Ακόμα και τα Αρχιερατικά του άμφια ήταν λιγοστά και άνευ αξίας.
2) Υπήρξε αληθινός πατριώτης και περισσότερο φανατικός πατριδολάτρης της Χίου την οποία είχε μέχρι το τέλος του μέσα στην ψυχή του.
3) Στην Κατοχή ετήρησε άψογη στάση και η ένταξή του στο ΕΑΜ υπήρξε πράξη που υπαγόρευσε η εθνική του συνείδηση. Ας σημειωθεί ότι οι Κατοχικές Αρχές (και ειδικότερα ο τότε νομάρχης Ελευθέριος Πρόκος) ήλθαν σε σύγκρουση μαζί του πλην όμως οι Γερμανοί δεν τον επείραξαν μέχρι τέλους της Κατοχής, διότι δεν είχαν στοιχεία στα χέρια τους εναντίον του. Πάντως ο Ιωακείμ εδρούσε εναντίον τους ενεργά.
4) Ο Ιωακείμ υπήρξε θύμα, βέβαια, πολιτικής σκοπιμότητας από το επικρατήσαν μετακατοχικό «πνεύμα», όχι όμως θύμα «ρασοφόρου Δοσιλογισμού» όπως γράφτηκε, γιατί ευτυχώς σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής δεν έχουμε κρούσματα συνεργασίας Μητροπολιτών με τους κατακτητές.
Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι επικεφαλής της ελληνικής εκκλησίας (και στην Κατοχή και μεταγενέστερα) ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός ―νους και ψυχή της Αντίστασης στην Αθήνα με πληθωρική δράση― ενώ και ο διάδοχος του Στρουμπή, στην κενή πλέον έδρα του στη Χίο, Παντελεήμων Φωστίνης υπήρξε αρχηγός της Αντίστασης στην Καρυστία και συνεργάτης του Τσιγάντε στην οργάνωση «Μίδας 614». Το ίδιο και ο Σάμου Ειρηναίος κ.α.
5) Το ατυχές, στην περίπτωση του Ιωακείμ, είναι ότι αρκετοί Χιώτες έσπευσαν να τον κατηγορήσουν και για άλλα δευτερεύοντα θέματα που έδωσαν λαβή στο κύριο «σώμα» της κατηγορίας για την «εκπαραθύρωσή του…». Και το έπραξαν εν γνώσει της αναληθείας των, χωρίς τύψεις και λύπη. Άλλοι δε που μπορούσαν να μιλήσουν και να τον σώσουν ―δυστυχώς εσιώπησαν από δειλία ή καιροσκοπία.
6) Ίσως σχεδόν αναπολόγητος εκρίθη ο Ιωακείμ, διότι ο σταλείς τότε ως Συνοδικός έξαρχος (ο Θηβών και Λεβαδείας, Πολύκαρπος) έμεινε πολύ λίγες μέρες στη Χίο και ίσως δεν μπόρεσε να καταλήξει σε σωστά συμπεράσματα για τον κατηγορούμενο Αρχιερέα.
7) Θέμα αποκατάστασης του Ιωακείμ είναι μόνο ηθικό διότι οι Αρχιερείς στερούνται μόνο την Διοίκηση των Μητροπόλεών των. Κατά τα λοιπά Αρχιερατικά των καθήκοντα είναι 100% ισότιμοι των εν ενεργεία συναδέλφων των (ως σχολιάζοντες) τελούντες όλα τα Μυστήρια και Χοροστασίες, ακωλύτως. Ενθυμούμαι π.χ. ο ίδιος ότι οι Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιος, (που απώλεσαν τις έδρεν των, μαζί με τον Χίου Ιωακείμ), για πολλά χρόνια χοροστατούσαν ως κανονικοί Αρχιερείς, ασχέτως της εκπτώσεως των.
8) Πάντως ―πέρα από τα παραπάνω αναπτυχθέντα― ο χρόνος και η αντικειμενική μελέτη των ιστορικών δεδομένων της εποχής εκείνης, μακριά από φανατισμούς και πάθη, έχουν οδηγήσει στο γενικό συμπέρασμα ότι καμιά πλέον «σκιά» δεν σκεπάζει το αληθινό εθνικό πρόσωπο και το πατριωτικό έργο του Ιωακείμ Στρουμπή.»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ Ν. ΛΑΪΝΑ
πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...