Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νηπτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νηπτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Απριλίου 20, 2016

Κυνηγώντας τόν βάτραχο...στό φῶς τῆς νήψεως


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

1. Ὁ πονηρός βάτραχος τῆς Κλίμακος τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου.

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης, συγγραφέας τῆς Κλίμακος μᾶς δίνει μία θαυμάσια εἰκόνα τῆς συμπεριφορᾶς καί τῆς δράσεως τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ στόν ἀνθρώπινο νοῦ μέ τήν ἀνύποπτη καί ἀφανῆ, γιά τόν πνευματικό ἀγωνιστή, παρέμβασή του στήν μετατροπή ἑνός ἀγαθοῦ λογισμοῦ σέ πονηρό!

Ὁ λογισμός αὐτός εἰκονίζεται στό κείμενο τῆς Κλίμακος μέ τήν μορφή τοῦ ἀθώου καί οὐσιαστικά ἀκίνδυνου, στήν πραγματική καί φυσική του εἰκόνα, γιά τήν ἀνθρώπινη ζωή βατράχου.

Γράφει λοιπόν ὁ ὅσιος Ἰωάννης:

«Μερικές φορές, καθώς ἀντλούσαμε νερό ἀπό τίς πηγές, ἀντλήσαμε μαζί μέ αὐτό, χωρίς νά τό καταλάβουμε, καί ἕναν βάτραχο. Παρόμοια πολλές φορές καθώς καλλιεργοῦμε τίς ἀρετές, ὑπηρετοῦμε καί τίς κακίες ποὺ χωρίς νά φαίνονται εἶναι συμπεπλεγμένες μαζί τους. Ἐπί παραδείγματι, μέ τή φιλοξενία συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία, μέ τήν ἀγάπη ἡ πορνεία... μέ τή φρόνηση ἡ πονηρία, μέ τήν πραότητα ἡ ὑπουλότης καί ἡ νωθρότης καί ἡ ὀκνηρία καί ἡ ἀντιλογία καί ἡ ἰδιορρυθμία καί ἡ ἀνυπακοή. Μέ τήν σιωπή ἡ διδασκαλική ὑπεροψία. Σέ ὅλα αὐτά ἀκολουθεῖ ὡσάν κοινό κολλύριο ἤ μᾶλλον δηλητήριο, ἡ κενοδοξία» (1).
 
***
 

Σύμφωνα μέ τό κείμενο αὐτό τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακας, τό πρόβλημα τῆς θεοφιλοῦς κατακτήσεως τῆς νήψεως, τῆς κορυφαίας αὐτῆς ἀρετῆς τῆς ὀρθοδόξου βιοτῆς, ἐντοπίζεται στήν δυνατότητα τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ, τοῦ πιστοῦ, νά ἀντιλαμβάνεται τήν παρουσία καί τίς κινήσεις στό νοῦ του τοῦ ἀπεχθοῦς αὐτοῦ βατράχου καί νά ἐξουδετερώνει ἔγκαιρα τήν κακοποιό, εἰς βάρος τοῦ ἁγιασμοῦ του, δραστηριότητά του.

Προϋπόθεση βέβαια γιά τήν ὕπαρξη τῆς ἱκανότητος αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ εἶναι ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ του ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς καί παθογόνα νοήματα, δηλαδή ἡ καθαρότητά του ἀπό τά ποικίλα πάθη.

Ὅσο περισσότερο καθαίρεται ἀπό τά πάθη ὁ πνευματικός ἀγωνιστής, τόσο καθαρότερα μπορεῖ νά ἀντιλαμβάνεται στό νοῦ του τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ βατράχου.

Ἑπομένως τό κυνηγητό τοῦ βατράχου, στό ὁποῖο ἀποδύεται ὁ ἐν λόγῳ ἀγωνιστής, συμπίπτει μέ τήν κάθαρση τοῦ νοῦ, ἐπειδή ἡ παθογένεση τῶν πονηρῶν λογισμῶν στήν ἀνθρώπινη ψυχή δημιουργεῖται καί ἐμπεδώνεται, ὡς τρόπος προσωπικῆς ζωῆς, ἀπό τόν ἐπιδέξιο καί ἀκοίμητο μάστορα καί τεχνίτη τῆς δημιουργίας τῶν παθῶν, τόν δαιμονικό λογισμό, ἀπό τήν χορεία τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, τά ὁποῖα ἀκούραστα κυκλώνουν συνεχῶς τόν ἀνθρώπινο νοῦ.

Κυνηγώντας λοιπόν τόν βάτραχο, τόν πονηρό λογισμό, ὁ πνευματικός ἀγωνιστής κάνει οὐσιαστικά βήματα πρός τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ γιά τήν κατάκτηση τῆς νήψεως. Προλαμβάνει ἔτσι τόν σκοτασμό τοῦ νοῦ, τήν καταλυτική αἰχμαλωσία καί ὑποδούλωσή του στήν κυριαρχία τῶν παθῶν.

 
***
 

Ἀλλὰ τό ἐρώτημα εἶναι εὔλογο

- Γιατί ἄραγε ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακας, ὀνομάζει ἤ χαρακτηρίζει τόν πονηρό λογισμό βάτραχο;
Ἐπειδή φρονεῖ βέβαια ὅτι τό μικροσκοπικό αὐτό ζωάκι, ὁ βάτραχος, ἔχει χαρακτηριστικά κινήσεως καί δράσεως, τά ὁποῖα συμπίπτουν κατά ἕνα μεγάλο μέρος μέ τίς δόλιες συμπεριφορές τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ! Ὅπως λ.χ.,

1) Τό πηδηχτό περπάτημα τοῦ βατράχου ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νά κάνει αἰφνίδιες κινήσεις καί ἀπρόβλεπτες, ὡς πρός τήν κατεύθυνσή τους, γιά ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπο ποὺ θά ἤθελε νά τόν συλλάβει.

2) Καθώς τό δέρμα τοῦ βατράχου εἶναι συνήθως ὑγρό καί γλοιῶδες ἀπό τόν βυθισμό του στήν ἑλώδη κατοικία του, προσθέτει τό γεγονός αὐτό μία ἀκόμη δυσκολία πιασίματος τοῦ βατράχου. Τόν βάτραχο δέν τόν πιάνεις εὔκολα! Ὅπως ἀκριβῶς τόν πονηρό λογισμό!

3) Ἰδιαίτερα ὁ ὑγροβάτραχος (2) ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐξαφανίζεται ἀπρόοπτα στά βαθειά λασπώδη ὕδατα τῆς κατοικίας του αὐτῆς. Κρύβεται αἰφνίδια καί αἰφνίδια ἐμφανίζεται. Βυθίζεται καί ἀναδύεται, κυριαρχεῖ μέ ἄνεση στόν ὑγρό ὄγκο τοῦ ἕλους του. Καί τέλος,

4) Μέ τήν ἀπεχθῆ καί ἀποκρουστική, γιά τά ἀνθρώπινα μάτια, εἰκόνα του, ἄλλα καί γιά τόν φόβο τυχόν μολύνσεως, ὁ ἄνθρωπος δέν γίνεται ποτέ οἰκεῖος μέ τό μικρό αὐτό καί ἄφιλο ἀπό τή φύση του ζωάκι. Τόν βάτραχο οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τόν ἀπεχθάνονται, τόν «συχαίνονται»! Ἔτσι βέβαια πρέπει νά συμπεριφέρονται καί στόν πονηρό λογισμό.

Ἤδη λοιπόν αὐτά καί μόνο τά χαρακτηριστικά τοῦ βατράχου, κατά ἕνα μεγάλο μέρος, ἀντιστοιχοῦν καί στόν πονηρό λογισμό. Τό «περπάτημα» τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ εἶναι «πηδηχτό»! Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις μάτι νηπτικό, μόλις τόν βλέπεις μέσα σου, τόν χάνεις γρήγορα ἀπό τό ὀπτικό πεδίο τοῦ νοῦ σου, γιά νά σέ αἰφνιδιάσει κάποια ἄλλη στιγμή, μέ μία ἄλλη παρόμοια συμπεριφορά του καί μέ τή δαιμονική μάσκα κάποιων ἄλλων δόλιων, πιθανῶς «ἀγαθῶν», λογισμῶν.

Τόν πονηρό λογισμό δέν μπορεῖς, μόλις τόν ἰδεῖς μέσα σου, νά τόν «πιάσεις»! Δηλαδή νά κατανοήσεις καί νά συγκρατήσεις τό ἰδιαίτερο νόημά του γιά τήν προσωπική πνευματική σου ζωή. Ἀπό τή φύση του εἶναι ἐπιδεκτικός πολλῶν ἑρμηνειῶν καί ἐκτιμήσεων. Γι' αὐτό ἐξάλλου τόν λόγο, συσκοτίζει πολλές φορές τό ἰδιαίτερο νόημά του, γιά νά σοῦ προκαλέσει ἀπορίες καί ἐρωτήσεις, χωρίς διαφωτιστικές ἀπαντήσεις γιά τή δική σου προσωπική πειρασμική προσβολή.

Στόν νυκτερινό οὐράνιο θόλο τοῦ σύμπαντος ὑπάρχουν κάποιες φορές διάττοντες ἀστέρες! Μᾶς δείχνουν γιά κλάσμα δευτερολέπτου τήν τροχιά τους, γιά νά χαθοῦν ἀμέσως ἀπό τό ἀνθρώπινο μάτι στό βαθύ καί χαῶδες ἀπέραντο νυκτερινό σκοτάδι!

Δέν ὑπάρχουν ὅμως διάττοντες ἀστέρες μόνο στόν φυσικό οὐρανό. Ὑπάρχουν καί διάττοντες πειρασμικοί λογισμοί στήν ἀνθρώπινη ψυχή, ποὺ τήν αἰφνιδιάζουν καί τήν προβληματίζουν, πολύ περισσότερο βέβαια ἀπό τό αἰφνίδιο πήδημα τοῦ βατράχου μέσα στό σκοτεινό νερό τοῦ ἕλους!

«Ὁμιλοῦν, παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, οἱ πιό ἀκριβολόγοι ἀπό τούς γνωστικούς Πατέρας καί γιά μία ἄλλη ἔννοια, λεπτότερη ἀπό τίς προηγούμενες, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ ὁρισμένους ἀποκαλεῖται παραρριπισμός τοῦ νοός (σ.σ.: ἔντονο καί αἰφνίδιο δαιμονικό φύσημα στό νοῦ). Αὐτή ἡ ἔννοια παρευθύς, χωρίς νά μεσολαβήσει χρόνος ἤ λόγος ἤ εἰκόνα, παρουσιάζει μέ περισσότερη ὀξύτητα τό πάθος στόν ἄνθρωπο. Ἀνάμεσα στά πνεύματα τοῦ κακοῦ τίποτε δέν ὑπάρχει πιό ταχὺ καί πιό ἀδιόρατο. Μέ μόνη τήν λεπτή καί ἁπλή ἐνθύμηση, ἀχρόνως, ἀφθάστως, σέ πολλούς δέ καί ἀγνώστως παρουσιάζεται μέσα στήν ψυχή. Ἐάν δέ κάποιος μπόρεσε διά μέσου τοῦ πένθους νά κατανοήσει τήν λεπτότητα αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, αὐτός μπορεῖ νά μᾶς διδάξει πῶς γίνεται μέ μόνη τήν δράση, μέ ἕνα ἀνεπαίσθητο βλέμμα καί ἄγγιγμα χεριοῦ καί ἄκουσμα μελωδίας, χωρίς καμμιά ἔννοια καί σκέψη, νά πορνεύσει ἐμπαθῶς ἡ ψυχή» (3).

 
***
 

Ὁ πονηρός Λογισμός εἶναι πράγματι ἕνας βάτραχος ἐπικίνδυνος. Ἔχει δυστυχῶς στή διάθεσή του ὅλο τόν «οὐρανό» τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ καί ὅλο τόν ἀδιάστατο χῶρο τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. Εἶναι σέ θέση νά περπατάει ὄχι μόνο τόν σαρκικό χῶρο, ἄλλα καί τόν πνευματικό. Κυκλοφορεῖ ἄνετα καί ἐν ἀγνοίᾳ μας, τίς πιό πολλές φορές, στούς ἐσωτερικούς ἄλλα καί στούς ἐξωτερικούς χώρους τῆς ὑπάρξεως! Στό νοῦ μας, στά αἰσθήματά μας, στίς αἰσθήσεις μας καί στίς ἐπιθυμίες μας, ἄλλα καί στίς συμπεριφορές μας, καί στίς πράξεις καί στά ἔργα μας. Κυκλοφορεῖ μέσα καί ἔξω στούς χώρους αὐτούς σάν νά εἶναι στό σπίτι του!

 
***
 

Ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος θά ἐπιβεβαιώσει τό γεγονός αὐτό μέ τόν φωτισμό τῆς δίκης τοῦ πνευματικῆς ἐμπειρίας.

«Ὁ κόσμος κυριαρχεῖται ἀπό τό πάθος τῆς κακίας καί δέν τό γνωρίζει. Δυστυχῶς ὑπάρχει πῦρ ἀκάθαρτο (πονηρό), τό ὁποῖο φλογίζει τήν καρδιὰ καί ἀπό ἐκεῖ διατρέχει ὅλα τά μέλη καί προτρέπει τούς ἀνθρώπους σέ πράξεις ἀσέλγειας καί σέ μύρια κακά. Αὐτοί λοιπόν ποὺ ἐρεθίζονται («γαργαλίζονται») καί ἡδονίζονται, πράττουν τήν πορνεία μέσα στήν καρδιά τους πρῶτα καί, ὅταν τό κακό μεγαλώσει, φτάνουν στήν φανερή πορνεία. Ἔτσι γίνεται καί μέ τά ἀλλά πάθη τῆς φιλαργυρίας, τῆς κενοδοξίας, τῆς οἰήσεως, τοῦ ζήλου καί τοῦ θυμοῦ. Λοιπόν ἡ ἁμαρτία (ὁ πονηρός λογισμός) προκαλεῖ ὅλα αὐτά τά πάθη καί ἡ ψυχή εὐφραινομένη βαρύνεται μέ τό κακό τῆς μεγάλης αὐτῆς ἁμαρτίας» (4).
Ἄλλα πότε καί ἀπό ποιό χῶρο ξεκίνησε τό ἔργο του ὁ πονηρός λογισμός καί μέ ποιό τρόπο ἀπεκάλυψε τή δόλια καί καταστροφική του παρουσία γιά τήν ἀνθρώπινη ψυχή;


2. Ἡ πρώτη παρέμβαση τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, τοῦ βατράχου, στόν ἀνθρώπινο νοῦ.

Ὁ διάλογος τοῦ ὄφεως μέ τούς πρωτόπλαστους, στόν παράδεισο, παρουσιάζεται ὡς μεθοδική παρέμβαση τοῦ βατράχου, τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, στόν ἀνθρώπινο νοῦ, προκειμένου νά ἐξουδετερωθεῖ ὁ ἀγαθός λογισμός τῆς Εὔας, ἡ ἔμμονή της στήν τήρηση τῆς παραδείσιας ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ καί νά διολισθήσει ἐκείνη, μέσῳ τῆς δαιμονικῆς αὐτῆς παρεμβάσεως, στήν παρακοή καί τήν ἀθέτηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ.

Οἱ πρωτόπλαστοι κατά τήν παραλαβή τῆς συμβουλῆς πρός αὐτούς τοῦ Θεοῦ, νά μή φάγουν τόν καρπό τοῦ δένδρου τοῦ καλοῦ καί πονηροῦ, ἐπειδή τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι γι’ αὐτούς ὀλέθριο καί καταστροφικό, εἶχαν τήν ἀπαραίτητη νήψη γιά νά συλλάβουν τήν νοηματική καθαρότητα τοῦ μηνύματος τοῦ Θεοῦ. Φρόντισαν δέ νά τό διαφυλάξουν στόν νοῦ τους τό μήνυμα αὐτό, νά μή τό λησμονήσουν, ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά πραγματοποιήσουν τήν συμβουλή τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως ὁ ὄφις μέ ἁπλότητα καί ἀφέλεια μεστή πονηρίας δαιμονικῆς καί μέ ὑποκριτική φιλική διάθεση, ἡ ὁποία ἐκάλυπτε στεγανά τήν ἐπικίνδυνη ἀπειλή τῆς ἐπιχειρούμενης ἀπό αὐτόν παραπλανήσεως, διευκολύνει τόν βάτραχο νά εἰσέλθει ἀνύποπτα στόν νοῦ τῆς Εὔας.

Καί εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί, τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μή φάγητε ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ; (5)

Ἡ Εὔα, στήν ὁποία ἀπευθύνεται ὁ ὄφις, καθώς ἔχει ἀκόμη καθαρό τό νοῦ της ἀπό σκέψεις καί ἰδέες πονηρές, τελοῦσε σέ ἐγρήγορση καί νήψη καί γιά τό λόγο αὐτό, ἔσπευσε νά διορθώσει τό λάθος (τό ψεῦδος) τοῦ ὄφεως, προκειμένου νά ἀποκαταστήσει τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ.

Καί εἶπεν ἡ γυνή τῷ ὄφει, ἀπό καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα, ἀπό δέ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστίν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ' αὐτοῦ, οὐ δέ μή ἅψησθε αὐτόν, ἵνα μή ἀποθάνητε. (6)

Τό τελευταῖο τμῆμα τῶν λόγων τῆς Εὔας οὐ μή ἅψησθε αὐτοῦ, δείχνει τήν ἀθωότητα καί τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ καί τῆς σκέψεως τῆς Εὔας, ἐφόσον οἱ λόγοι αὐτοί δέν περιέχονται στήν ἀπαγορευτική ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Ἡ Εὔα δέν ἀντιλαμβάνεται τήν πονηρία τοῦ ὄφεως καί ἐκλαμβάνει προφανῶς τόν διάλογο μαζί του μέσα στό πνεῦμα τῆς παραδείσιας, ἀπό κάθε ἄποψη, καθαρότητας. Φαίνεται νά εἶναι «παγιδευμένη» στήν παραδείσια ἀθωότητα. Γιά τόν λόγο αὐτό, ἐξάλλου, ὁ ὄφις ἐπιμένει!

Ὕστερα ἀπό τό ψεῦδος τῆς ἀπολυτοποιήσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ὅτι δῆθεν αὐτή ἀφοροῦσε σέ ὅλα τά δένδρα τοῦ παραδείσου, προκειμένου νά κλονίσει μέ ἰσχυρότερο ἐπιχείρημα, τήν ἀντίσταση τῆς Εὔας στήν ἀνυπακοή, διαψεύδει ἄμεσα πλέον καί μέ ἀπόλυτο, καθησυχαστικό τρόπο γι' αὐτήν, τήν ἀπειλή τοῦ «δῆθεν» ἐπικρεμάμενου θανάτου, στήν κεφαλή τῶν πρωτόπλαστων, στήν περίπτωση τῆς παρακοῆς.

Καί εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί, οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ἤδει γάρ ὁ Θεός, ὅτι ἐν ᾗ ἄν ἡμερᾳ φάγητε ἀπ' αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοί καί ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλόν καί πονηρόν.(7)

Μέ τούς λόγους του αὐτούς ὁ ὄφις καθησυχάζει τήν Εὔα, ὅτι, ἄν φάγουν τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ὄχι μόνο δέν θά πεθάνουν, ἀλλά ἀντίθετα θά ἀνοίξουν τά μάτια τους καί θά ἰδοῦν μία νέα εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ τους τόσο λαμπρή καί μεγαλειώδη, ποὺ θά μοιάζουν μέ θεούς. Ἀκόμη δέ, θά πλουτισθεῖ ἡ γνώση τους καί θά γνωρίσουν καλύτερα ὄχι μόνο τό καλό ποὺ ἤδη ξέρουν ἄλλα καί τό πονηρό, τό ὁποῖο δέν γνωρίζουν. Θά ἀποκτήσουν μία νέα γνώση καί θά γευθοῦν μία νέα ἐμπειρία, τήν ὁποία μόνο οἱ θεοί γεύονται καί γνωρίζουν.

Ὁ ὄφις, προσπαθώντας νά πείσει τήν Εὔα νά παραβεῖ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἐπιδίωξε νά φθάσει στόν σκοπό του μέσα ἀπό τήν πρόκληση καί τόν ἐρεθισμό τῶν ψυχοδυναμικῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀδαμικοῦ ἄνθρωπου.

Ὁ πονηρός δαιμονικός λογισμός δέν μποροῦσε νά περιορισθεῖ μόνο στό διανοητικό πεδίο τοῦ προσώπου αὐτοῦ, ἐπειδή ἡ ἐπιθυμητή γιά τόν ὄφι παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ θεοῦ δέν ἦταν πρόβλημα μόνο τοῦ νοῦ τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου ἄλλα τῆς συνολικῆς ψυχοσωματικῆς του δυναμικῆς. Γιά τό λόγο αὐτό, ὁ πονηρός ὄφις προκάλεσε καί ἀφύπνισε τούς ἰσχυρούς ἐκείνους ψυχοσωματικούς παράγοντες τοῦ ἀδαμικοῦ προσώπου, μέσῳ τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν νά δραστηριοποιηθοῦν καταστροφικά οἱ ποικίλες αἰσθήσεις, ποὺ οἱ δυναμικές τους ἀφετηρίες θά ἐκπορεύοντο ἀπό τήν περιοχή τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ἄλλα καί τοῦ θυμοειδοῦς. Ἐπιθυμίες βρώσεως καί ἀπολαύσεως ὑλικῶν στοιχείων τῆς ὑπάρξεως ἀλλὰ καί συγκινήσεις καί ἐφέσεις ἡδυπαθῶν εἰκόνων καί παραστάσεων! Ὅλες οἱ ἀπαιτήσεις τῶν ὑλικῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀδαμικοῦ προσώπου, θά ἔπρεπε νά ἀφυπνισθοῦν ἀπό τήν κατάσταση τοῦ «ὕπνου» τῆς ἀθωότητας καί τῆς ἁγνότητος, γιά νά δραστηριοποιηθεῖ τό ἀδαμικό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἤρεμα μέν ἀλλά καταλυτικά, στήν παράνομη καταστρατήγηση τοῦ χαρίσματος τῆς ἐλευθερίας, μέ τό ὁποῖο τό προίκισε ὁ Θεός!

Καί εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλόν τό ξύλον εἰς βρῶσιν καί ὅτι ἀρεστόν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καί ὡραῖον ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καί λαβοῦσα ἀπό τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε. (8)
Ἡ Εὔα βλέπει πλέον τό δέντρο τοῦ καλοῦ καί πονηροῦ καί ἰδιαίτερα τόν καρπό του, ἀπό μία νέα πλέον ὀπτική γωνία, μέ τήν σύμπραξη τῆς ἐπιθυμητικῆς ἕλξεως τῶν αἰσθητῶν τῆς ὑπάρξεως! Τά μόλις πρίν ἀπαγορευμένα, γενεσιουργά θανάτου στοιχεῖα τῆς φύσεως, κοσμοῦνται τώρα, μέσα ἀπό τό κάτοπτρο τῆς νέας αὐτῆς ὀπτικῆς γωνίας, μέ ὅλες τίς «ἀρετές» τῶν αἰσθησιακῶν ἀξιῶν τῆς ὑπάρξεως. Οἱ ποικίλες παθογόνες πλέον αἰσθήσεις τοῦ ἀδαμικοῦ προσώπου, σέ μία ἀγαστή ἀλληλοπροσέγγιση, ὑπηρετοῦν ἤδη, στό σύνολό τους, τόν παράνομο καί ἀνόσιο καί ὀλέθριο γάμο τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ μέ ὅλα τά ὑλικά-παθογόνα αἰσθητά στοιχεῖα τῆς κτίσεως.

Τώρα τό δένδρο ἐκτιμᾶται στό σύνολό του ὡς καλόν, μεταποιουμένου καί τοῦ πονηροῦ δυναμικοῦ του σέ θετική ἀξία τῆς ὑπάρξεως. Τά μάτια τῆς Εὔας δέν βλέπουν πλέον τήν πραγματικότητα τοῦ πονηροῦ, ἐπειδή τό τελευταῖο αὐτό κατεπόθη στό βάθος τοῦ ψυχικοῦ της κόσμου τῷ λείω τῆς ἡδονῆς (9), καί ἔγινε στό ἑξῆς νέο πρίσμα ὁράσεως τῶν ὑλικῶν στοιχείων τῆς ὑπάρξεως.

Ἔτσι ἡ ὡραία αἰσθητή -αἰσθησιακή- ὄψη τοῦ δέντρου τῆς παρακοῆς ὠθεῖ τήν Εὔα σέ μία νέα γεύση καί μία ἐσώτερη, μέ τό δέντρο αὐτό, ἐπιθυμητική ἐπικοινωνία καί ἀλληλοπεριχώρηση. Ἀγνοεῖ ὅμως, χάρη στήν ἀνύποπτη δράση τοῦ πονηροῦ βατράχου, ὅτι ἡ ἀλληλοπεριχώρηση αὐτή εἶναι πλέον συζυγία θανάτου!

 
***
 

Ὁ ἕβδομος στίχος τοῦ τρίτου κεφαλαίου τῆς Γενέσεως, ὁποῖος μᾶς πληροφορεῖ γιά τό τελικό παράγωγο ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς τῶν πρωτοπλάστων, δείχνει τό κατόρθωμα τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, νά ἀλλοιώσει καί νά διαφθείρει τήν προσωπική εἰκόνα τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου στό βαθμό μιᾶς φρικτῆς αὐτοαπορρίψεως!

Καί διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τῶν δύο, καί ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἦσαν καί ἔρραψαν φύλλα συκῆς καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα». (10)

Ἄλλα στό φόντο τῆς φρικαλέας αὐτῆς ἀπορριπτέας προσωπικῆς εἰκόνας ὁ νοῦς τῆς Εὔας μπόρεσε νά ἰδεῖ τό θανατηφόρο πρόσωπο τοῦ δαιμονικοῦ ὄφεως.

Μόνο τότε ἀντιλήφθηκε τή δαιμονική πλάνη τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ. Ἀποτέλεσμα, τό ὁποῖο στή θετική του πλευρά ἀφύπνισε τήν παγιδευμένη στόν πειρασμό τοῦ ὄφεως αὐτοσυνειδησία της. Τότε μόνο, ἄν καί ἦταν ἀργά πλέον, «ἦλθε στόν ἑαυτό της»!

Ἔτσι, ὅταν ὁ ἐλεγκτικός λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπαίτησε ἐξήγηση τῆς αἰτίας τῆς παρακοῆς της, τὶ τοῦτο ἐποίησας, ἡ Εὔα ἦταν σέ θέση νά ἀποκαλύψει τό ὄργανο τῆς πλάνης της: ὁ ὄφις ἠπάτησέ με, καί ἔφαγον. (11)
 
***
 

Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη, οὕτως ἤ ἄλλως, «νηπτική» γνωριμία τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ μέ τόν πονηρό βάτραχο, τόν ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου! Τόν εἶδε πρόσωπο μέ πρόσωπο! Ἔκτοτε τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εὐλογήθηκε μέ τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καί ντύθηκε τό Χριστό, εἶναι τό κυνηγητό τοῦ βατράχου αὐτοῦ, στήν προσπάθειά του νά ἀποδυθεῖ ὁ Χριστιανός ἄνθρωπος τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἀναγεννηθεῖ καί ἀνακαινισθεῖ σέ νέο ἄνθρωπο «ἐν Χριστῷ» κτιζόμενον «ἐν ὁσιότητι τῆς ἀληθείας». (12)


__________________________


1. ΙΩΑΝΝΟΥ τόν ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ', Περί διακρίσεως, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1978, σ. 294.

2. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Περί τοῦ ξηροβατράχου, ΡG 43, 53200.

3. Ὅπ.π., σ. 211.

4. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ, Ὁμιλίαι πνευματικοί, 6, ΒΕΠΕΣ, τ. 41, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1970, σ. 235.

5. Γέν. 3, 1.

6. Ὅπ.π., 3, 2.

7. Ὅπ.π., 3, 4.

8. Ὅπ.π., 3, 6.

9. τῷ κατ’ αἴσθησιν λείῳ τῆς ἡδονῆς (ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Εἰς τήν προσευχήν τοῦ Πάτερ ἡμῶν, ΡG 90, 8880).

10. Γέν. 3, 7.

11. Ὅπ.π.,3, 13.

12. Ἐφεσ. 4, 24.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2016

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ
ἀρχιμανδρίτου Κύριλλου Κεφαλόπουλου
jhfjufui1
Ἡ Κλῖμαξ. Ἱ. Ναὸς Ἁγίου Μηνᾶ (Παναγία Μουζεβίκη) Καστοριά, 1654
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ
Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ στόχο της ἔχει νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν Θεό. Ὁ χριστιανὸς κάνει τὸν πνευματικό του ἀγῶνα νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες του, νὰ θεραπεύσει τὴν πληγωμένη του ψυχὴ («οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλὰ οἱ κακῶς ἔχοντες»), νὰ ἀνακαινίσει τὴν ὕπαρξή του στὴν νέα πνευματικὴ κατάσταση ποὺ φέρνει ὁ Χριστός. Ἡ καινὴ κτίση ποὺ φέρνει ἡ Σάρκωση καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ δυνατότητά του νὰ εἰσέλθει στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στὸν πνευματικὸ κόσμο ὅπου ὁ πιστὸς θὰ εἶναι ἀνακαινισμένος ἐν Χριστῷ, καθαρὸς καὶ ἅγιος κατὰ Χάριν, καὶ ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό. Οὐσιαστικά, τὸ μήνυμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μετὰ τὴν ἔκπτωση τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο λόγῳ παρακοῆς τῶν θεϊκῶν ἐντολῶν καὶ τὴν ὑπαγωγή του στὸ καθεστὼς τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς, ἔχει τώρα τὴν δυνατότητα νὰ ἐπανέρθει στὴν πρὸ τῆς πτώσεως πνευματικὴ κατάσταση, νὰ βιώσει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή του,νὰ καθαρισθεῖ καὶ νὰ ἐξαγνισθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ νὰ φθάσει στὴν θέαση τοῦ Θεοῦ (αὐτὸ ποὺ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες ὀνομάζουν θεωρία, θεοπτία, πορεία πρὸς τὸν Θεό, θέωση).Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν κλήση τοῦ Κυρίου,νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ νὰ ἀναγεννηθεῖ πνευματικὰ (Γαλ.5,16), «ἐν καινότητι ζωῆς» (Ρωμ. 6,4), νὰ λάβει τὴν Χάρη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ νὰ γίνει κατὰ χάριν υἱὸς Θεοῦ καὶ συγκληρονόμος Χριστοῦ (Ρωμ. 8,17).
Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὴν Ὁδὸ τῆς ἀληθείας, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καὶ γνωρίζει μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τὶς ἐντολὲς ποὺ ὀφείλει νὰ τηρήσει γιὰ νὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ζωή. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πρωτοπλὰστους ποὺ παρέβησαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ,ὁ χριστιανὸς ἐπιδεικνύοντας ὑπακοὴ στὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς μπορεῖ νὰ ἀναιρέσει τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστὸ- «ἐὰν τὰς ἐντολᾶς μου τηρήσητε,μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου» (Ἰω.15,10).Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου συνδέεται μὲ τὴν προσπάθεια ποὺ κάνει ὁ χριστιανὸς νὰ ἀκολουθήσει τὴν Ὁδὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ καταπολεμήσει τὰ πάθη, νὰ νεκρώσει τὶς ἁμαρτωλές του κλίσεις καὶ νὰ ζήσει πνευματικά. Ὁ Ἀπ.Παῦλος ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὅτι οἱ χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ θεωροῦν «ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζώντας δὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Ρωμ. 6,11), καὶ ἀλλοῦ: «νεκρώσατε τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. 3,5). Ἡ νέκρωση αὐτὴ ἀφορᾶ ξεκάθαρα στὴν κάθαρση τῶν παθῶν.Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ πολλὰ ἔχουν νὰ μᾶς διδάξουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔκαναν ἔργο ζωῆς τὸν ἀγῶνα ἐνάντια στὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες. Ἡ προσωπική τους ἐμπειρία καὶ μαρτυρία ἀποτελεῖ πολύτιμο ὁδηγὸ καὶ γιὰ τὴν ἀτομικὴ προσπάθεια τοῦ καθενός μας. Ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι καρπὸς βαθειᾶς πνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ μακροχρόνιου ἀγῶνα καὶ ἀσκήσεως. «Ἀφοῦ ἀξιώθηκα μεγάλων ἀντιξοοτήτων, ἀπέκτησα πεῖρα ἀπὸ τὴν μακρόχρονη προσπάθεια. Γιὰ ὅλα αὐτὰ [ποὺ σᾶς γράφω] ἀπέκτησα ἐμπειρία» (Ἰσαὰκ ὁ Σύρος). Τὰ πάθη δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἁμαρτία ἢ ἠθικὴ παρεκτροπή. Συνιστοῦν κάτι βαθύτερο. Τὸ πάθος εἶναι εἶναι μία βαθειὰ ριζωμένη κατὰσταση συνεχοῦς ἐπαναλήψεως καὶ σταθερῆς ἐπιμονῆς σὲ συγκεκριμένες ἁμαρτωλὲς συνήθειες, λ.χ. φιλαργυρία, ἀκολασία, κενοδοξία, ποὺ κυριαρχεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὑποδουλώνει σὲ μία ἁμαρτωλή, παρὰ φύσιν κατάσταση, μία ἀρρωστημένη κατάσταση. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ὡς φύση ἀγαθή, κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ. «Τὸ πάθος δὲν ὑπῆρχε στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι κτίστης παθῶν» (Ἰωάννης τῆς Κλίμα-κος), μετὰ ὅμως τὶς συνέπειες τῆς ἐξώσεως ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ὅταν ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ φθορὰ εἰσῆλθαν στὸν ἄνθρωπο, τὰ πάθη ἐμφανίζονται ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, ὡς μία ἀρρώστια καὶ νόσος ψυχική. Τὰ πάθη προξενοῦν στὸν ἄνθρωπο στενοχώρια, θλίψη, ταραχὴ καὶ ἄγχος σὲ μία ψυχὴ ποὺ εἶναι αἰχμάλωτη στὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες, ἐξαρτημένη λ.χ. ἀπὸ φιλοδοξία, ἐγωισμό,πλεονεξία, φιλαργυρία, φιληδονία, μνησικακία, κακότητα. Τὰ πάθη ἀμαυρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, σκοτίζουν τὴν διάνοιά του,τοῦ ὑποβάλλουν πονηροὺς λογισμοὺς ποὺ τὸν κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Τὰ πάθη κυριαρχοῦν στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν ἀφήνουν χῶρο ἐλεύθερο γιὰ καθαρὲς σκέψεις, γιὰ καλλιέργεια πνευματικῶν χαρισμάτων, γιὰ προσέγγιση καὶ συμφιλίωση μὲ τὸν Θεό. Τὰ πάθη στέκονται ὡς ὑψηλὰ τείχη καὶ φράκτες ποὺ κρατοῦν τὸν ἄνθρωπο δέσμιο τοῦ πονηροῦ, ἀπομακρυσμένο καὶ ἀποξενωμένο ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.Ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Πατέρες, τὰ πάθη προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ ἐρεθίσματα καὶ τὶς ἀφορμὲς ποὺ δίνει ὁ κοσμικὸς περίγυρος στὸν ἄνθρωπο καὶ μέσῳ τῶν αἰσθήσεων (ἀκοή,ἀφή, γεύση, ὅραση) καὶ εἰσέρχονται στὴν σκέψη καὶ τὴν μνήμη τοῦ ἀνθρώπου. Ἐφ’ ὅσον οἱ σκέψεις αὐτές, τὰ νοήματα, οἱ λογισμοὶ συνοδεύονται ἀπὸ ἐμπάθεια (ἐμπαθεῖς λογισμοί, δήλ. σκέψεις περιβεβλημένες μὲ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, σὺμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ), τότε ἐντυπώνονται στὴ μνήμη καὶ στὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ἐπανέρχονται ὡς σκανδαλιστικὲς καταστάσεις, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν πολεμηθοῦν ἀμέσως, κατασκηνώνουν στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων, «στὴν λογικὴ οἱ λογισμοί, στὴν ψυχὴ τὰ θηριώδη πάθη, στὸ ἐπιθυμητικὸ ἡ μνήμη τῆς κτηνώδους ὀρέξεως, στὸ νοερό, οἱ φανταστικὲς μορφές, στὴν διάνοια, οἱ ἐμπαθεῖς ἔννοιες» (Γρηγόριος Σιναΐτης) καὶ ριζώνουν ὡς πάθη ποὺ ἀργότερα δύσκολα καὶ μὲ πολλὴ προσπάθεια ἐκριζώνονται. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ἐνδώσει μὲ εὐκολία στὶς ἀρχικὲς προσβολὲς τοῦ πειρασμοῦ, τότε αὐτὸς γιγαντώνεται, γίνεται μία ἕξη, μία ἰσχυρὴ συνήθεια, μία κυρίαρχη κατάσταση. Ἡ ἄμετρη ἐπιθυμία τῶν κοσμικῶν ἀνέσεων, ἡ φιλαυτία, ἡ ὑπέρμετρη ἀγάπη καὶ φροντίδα γιὰ τὴν ἀνάπαυση καὶ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ σώματος, καθίστανται αἰτίες γιὰ σοβαρὰ πάθη, ὅπως αὐτὰ τῆς γαστριμαργίας, πορνείας, φιλαργυρίας, πλεονεξίας,φιλοσωματίας, φιληδονίας.Οἱ Πατέρες ἐπισημαίνουν ὅτι τὰ σωματικὰ πάθη ἐνισχύονται ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμοὺς ποὺ καλλιεργεῖ ἡ μνήμη καὶ ἡ φαντασία, μέσα ποὺ χρησιμοποιεῖ συχνὰ ὁ διάβολος καὶ οἱ δαίμονες-πρόξενοι τῶν παθῶν γιὰ νὰ διεγείρουν στοὺς ἀνθρώπους πάθη.
Ἡ Κλῖμαξ. Ἱ. Ναὸς Ἁγίου Νικολάου Κρεπενῆς, Καστοριά, 1650
Ἡ Κλῖμαξ.
Ἱ. Ναὸς Ἁγίου Νικολάου Κρεπενῆς,
Καστοριά, 1650
Καθ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποκρούσει ἀμέσως τὶς προσβολὲς τῶν ἐμπαθῶν καὶ πονηρῶν λογισμῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ διάνοια του διασκορπίζεται σὲ πολλοὺς λογισμοὺς (μετεωρισμὸ τοῦ νοῦ,ὀνομάζουν αὐτὴν τὴν κατάσταση οἱ Πατέρες), καὶ δὲν ἐπικεντρώνεται στὴν προσευχή, τότε τὰ πάθη ριζώνουν στὴν καρδιά, αἰχμαλωτίζουν τὸν νοῦ καὶ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία. Οἱ Πατέρες μὲ τὴν ἀσκητική τους ἐμπειρία διέκριναν ὅτι τὰ πάθη συνδέονται μεταξύ τους, πολλὲς φορὲς ἡ μία ἐμπαθὴς κατάσταση διαδὲχεται τὴν ἄλλη. Οἱ Πατέρες κατέταξαν τὰ πάθη σὲ ὁμάδες καὶ κατηγορίες ξεχωρίζοντας τὶς βασικὲς ρίζες ὅλων τῶν παθῶν στὰ ἀκόλουθα τρίαπάθη, φιληδονία, φιλαυτία, φιλοδοξία,φιλαργυρία. Π.χ. ἀπὸ τὴν φιλαυτία, τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ σώματος προέρχονται τὰ σαρκικὰ πάθη, ὅπως ἡ γαστριμαργία, ἡ πορνεία, ἡ ἀκολασία. Ἀπὸ τὴν φιλοδοξία προκύπτουν ὁ ἐγωισμός,ἡ κενοδοξία, ὁ φθόνος, ἡ μνησικακία, ὁ θυμός, τὰ πάθη τῆς ψυχῆς. Ἀπὸ τὴν φιλαργυρία προκύπτουν ἡ πλεονεξία, ἡ ἀδικία, ἡ ἁρπαγὴ κ.ο.κ. Οἱ νηπτικοὶ Πατέρες δέχονται ὅτι τὰ πάθη ἀποτελοῦν μία παρὰ φύσιν κατάσταση, μία ἀσθένεια τῆς ψυχῆς ποὺ χρήζει θεραπείας. Βασικὴ προϋπόθεση τῆς θεραπείας τῶν παθῶν ἀποτελεῖ ἡ κάθαρση τῆς διανοίας ποὺ ἀποτελεῖ ἔργο τῆς Θείας Χάρης τῇ συνεργασίᾳ βεβαίως καὶ τῇ ἐλευθέρᾳ βουλήσει τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ πρῶτο βῆμα εἶναι νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τοῦ πάθους, συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσει στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῶν παθῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Ἁγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἐπισημαίνει: «Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν, τοὐτέστι, πολέμησον ἐχθρούς, ἵνα μειώσῃς τὰ πάθη, ἔπειτα νῆφε, ἵνα μὴ αὐξήσωσι.Καὶ πάλιν πολέμησον, ἵνα κτήσῃ τὰς ἀρετάς, καὶ μετέπειτα νῆφε, ἵνα αὐτὰς διαφυλάξῃς. Καὶ τοῦτο ἂν εἴη τὸ ἐργάζεσθαι καὶ φυλάσσειν». Ἡ ἀπόκρουση τῶν πειρασμῶν ἀπαιτεῖ νήψη, δηλ. συνεχῆ πνευματικὴ ἐπαγρύπνηση καὶ προσευχή, καὶ ἡ μείωση τῶν παθῶν εἶναι μία διαρκὴς διαδικασία. Σὲ ἄλλο σημεῖο, ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς σημειώνει ὅτι «διά τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, τὰ πάθη ὁ νοῦς ἀποδύεται», καὶ συμφωνεῖ καὶ ὁ ἅγ. Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «ὁ ἀεὶ τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἐντολῶν ἑαυτὸν καθαίρων καὶ ἐκ τοῦ Θεοῦ καθαιρόμενος καὶ ἁγιαζόμενος». Ἀποτελεῖ κοινὴ αἴσθηση τῶν νηπτικῶν Πατέρων ὅτι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου συμβάλλει στὴν μείωση τῶν παθῶν καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν πνευματικῶν ἀρετῶν. Ἡ ὑπακοὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου ἐπανορθώνει τὶς συνέπειες τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ. Στὴ συνέχεια θὰ ἐξετάσουμε ποιὲς ἀρετὲς συμβάλλουν στὴν κάθαρση τῶν παθῶν καὶ ἐνισχύουν τὸν ἀγωνιζόμενο χριστιανὸ στὴν πνευματική του ζωή.Οἱ ἀρετὲς ἀποτελοῦν στάδια ποὺ οἰκοδομοῦν τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἐπίπεδα ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν πορεία του νὰ συναντήσει τὸν Θεό. Οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι τὸ πρῶτο βῆμα στὴν πορεία αὐτὴ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἀντίδοτο τῆς δαιμονικῆς ὑπερηφανίας καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ἀποβάλει τὸν ἐγωισμὸ ποὺ σκοτίζει τὸν νοῦ, καὶ νὰ προσαρμόσει τὴν ζωή του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος πρῶτος δίδαξε ἔμπρακτα ταπεινοφροσύνη, μὲ τὴ σάρκωσή Του, τὴν ταπεινὴ γέννηση, τὴ ζωή Του ὑφιστάμενος ἐμπαιγμοὺς καὶ τελικῶς μὲ τὸν Θάνατό Του. Πολλὲς φορὲς δίδασκε ὅτι ἦλθε ἐπὶ γῆς γιὰ νὰ κάνει ὄχι τὸ δικό Του θέλημα, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦ Πατρός Του. Στοὺς Μακαρισμοὺς ἐπαινεῖ τοὺς ταπεινούς, διότι σὲ αὐτοὺς θὰ δοθεῖ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει σχετικῶς ὅτι ἡ «ταπείνωσις, Χριστοῦ μίμησις, ἔπαρσις δὲ καὶ παρρησία καὶ ἀναίδεια, τοῦ διαβόλου μίμημα». Ἡ ταπείνωση ἐξαλείφει τὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, καὶ εἶναι μία ἀρετὴ ποὺ οἱ δαίμονες οὔτε ὁ πονηρὸς μπορεῖ νὰ ἀνταγωνισθεῖ. Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀνοίγει τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος) καὶ «ὅποιος ἔχει ἀποκτήσει ταπεινὸ φρόνημα ἔχει μέσα τοῦ ἔνοικο τὸν Χριστό, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπέκτησε τὴν ταπείνωση τοῦ Κυρίου» (ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός).Τὸ ἑπόμενο στάδιο εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς μετάνοιας, ἀρετῆς ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ταπενοφροσύνη. Ὁ ταπεινὸς ἔχει συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ τῆς ἀναξιότητάς του. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀρετὴ ποὺ ἀνοίγει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ (Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος), ἐνῷ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς λέει ὅτι «ἀποχὴ κακοῦ, ἀρχὴ μετανοίας, ἀρχὴ δὲ μετανοίας, ἀρχὴ σωτηρίας». Ἡ μετάνοια, ὅταν εἶναι γνήσια καὶ καρδιακή, φέρνει καὶ ἄλλους πνευματικοὺς καρπούς, αὐτοὺς τῆς ἐξομολογήσεως, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀγάπης. Χωρὶς τὸ σταθερὸ θεμέλιό τῆς μετανοίας, δὲν μποροῦμε νὰ προχωρήσουμε στὶς ἄλλες ἀρετὲς (Γρηγόριος Παλαμᾶς). Ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ δεύτερο βάπτισμα, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς προηγούμενες ἁμαρτίες, τὸν ἀναβαπτίζει στὴ Θεία Χάρη. Μετάνοια εἶναι «τὸ νὰ μισήσει κανεὶς τὴν ἁμαρτία, νὰ ἀγαπήσει τὴν ἀρετή, νὰ ἐκκλίνει ἀπὸ τοῦ κακοῦ καὶ νὰ κάνει τὸ ἀγαθό, ἔργα τῆς ἀληθινῆς μετανοίας εἶναι τὸ ταπεινὸ φρόνημα, ἡ κατάνυξις καὶ τὸ πνευματικὸ πένθος, ἡ πραότητα τῆς καρδιᾶς» (Γρηγόριος Παλαμᾶς). f,.fflvlrvm,lr3Ὅμως, γιὰ νὰ φέρει ἀποτελέσματα ἡ μετάνοια, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες ἀρετές, ὀφείλει νὰ εἶναι διαρκής, ἰσόβια καὶ ὄχι πρόσκαιρη ἢ περιστασιακή.
Ἡ μετάνοια μὲ τὴ σειρὰ τῆς ὁδηγεῖ στὴν ἐλπίδα, «διότι ὅποιος ἐλπίζει νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ συγχώρηση, μετανοεῖ καὶ διορθώνεται» (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος). Ἔτσι ὁδηγούμαστε σὲ μία νέα σειρὰ ἀρετῶν, ποὺ συνδέονται μὲ τὶς προηγούμενες ἀλλὰ καὶ μεταξύ τους. Ὁ λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, (Α΄ Κόρ. 13,13). Πολλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε γιὰ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἀρετές. Ὁ Κύριος χαρακτήρισε τὴν ἀγάπη ὡς τὴν πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή (Ματθ. 22,37-39), ἐνῷ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ὁρίζεται ὡς ἀγάπη (Α’ Ἰω. 4,16). Προτοῦ ὅμως ἐξετάσουμε ξεχωριστὰ καὶ ἐν συντομίᾳ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἀρετές, ἂς δοῦμε πρῶτα πῶς διασυνδέονται μεταξύ τους. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγ. Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, ἡ ἀγάπη παρομοιάζεται μὲ τὸν ἥλιο, ἡ πίστη μὲ τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες ποὺ θερμαίνουν τὴν πίστη, καὶ ἡ ἐλπίδα μὲ τὸ φῶς ποὺ φωτίζει πνευματικά τους ἀνθρώπους. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς εἶναι ἀπαραίτητο νὰ συνυπάρχουν στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ ἀγωνιζομένου χριστιανοῦ, ἀφοῦ «ἡ πίστη ὑπάρχει γιὰ νὰ θερμαίνει καὶ νὰ στηρὶζει τὴν ψυχὴ στὸν Θεό, ἡ ἐλπίδα γιὰ νὰ φέρνει στὴν ψυχὴ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ τὴν ἐπισκιάζει καὶ νὰ τὴν καθοδηγεῖ, νὰ τὴν παρακινεῖ στὰ ἔργα τῆς πίστεως, ἐνῷ ἡ ἀγάπη γιὰ νὰ φωτίζει τὸν νοῦ, νὰ τὸν ἀνυψώνει ἀπὸ τὰ ἐπίγεια στὰ οὐράνια, νὰ μεταβάλει τὸ σκοτάδι σὲ φῶς καὶ τὸ φθαρτὸ σὲ ἄφθαρτο» (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος). Καὶ συμπληρώνει ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὅτι «κάθε μία ἐκ τῶν τριῶν ἀναπτύσσεται διὰ μέσου τῶν ἄλλων ἔχουσα οἰκεῖο ἔργο στὴ μεταμόρφωση καὶ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου».Ἡ ἀγάπη, σύμφωνα μὲ τοὺς νη- πτικοὺς Πατέρες, χαρακτηρίζεται ὡς ἡ κορυφὴ τῶν πνευματικῶν ἀρετῶν, ἡ πηγὴ καὶ ἡ ὁλοκλήρωση ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν. «Ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπη ρίζα καὶ ἀρχὴ πάσης ἀρετῆς ἐστιν» (Γρηγόριος Παλαμᾶς, πρβλ. Ἰακ. 4,4),ἡ ἀρετὴ τῶν ἀρετῶν μὲ τὴν ὁποία «ὁλικῶς τῷ Θεῷ συναπτόμεθα, καταργουμένης τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν τῇ τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνῃ καὶ τῇ δὶ’ ἀγάπης ἐν ἡμῖν παραδόξως ἐνεργουμένῃ υἱοθεσίᾳ τῆς χάριτος»(Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι).Ὅμως,γιὰ νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη πλήρης καὶ τέλεια, πρέπει νὰ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀγκαλιάζει ὅλους τους ἀνθρώπους, στὰ πρόσωπα τῶν ὁποίων νὰ διακρίνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Στὸ σημεῖο αὐτὸ συμφωνοῦν τόσο ἡ Κ.Δ.(πρβλ. Μάρκ. 12,31, 33, Α’ Ἰω. 4,20) ὅσο καὶ οἱ Πατέρες. Ὡς πρὸς τὴν πίστη, θεωρεῖται ὡς ἡ ἀρετὴ ποὺ περιφρουρεῖ καὶ διασώζει τὸν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ὑπομονή, ἐνισχύει τοὺς πιστοὺς στὶς δυσκολίες: «πρέπει νὰ ὑπομένουμε κάθε δοκιμασία ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς κάθε εἴδους λογισμούς. Ἀπόκτησε πίστη, γιὰ νὰ καταπατήσεις τοὺς ἐχθροὺς» (ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός).Ἡ ἀληθινὴ πίστη ἐνεργοποιεῖται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ὀφείλει νὰ φανερώνεται καὶ νὰ λάμπει μὲ τὴν πρόοδο στὰ καλὰ ἔργα (Γρηγόριος Σιναΐτης). Ἡ πίστη τέλος συνδέεται μὲ τὴν σταθερὴ ἐλπίδα στὶς ἐπαγγελίες καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος: «πίστις ἐστὶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων»(Ἑβρ.11,1).Ἕνα ἄλλο σημαντικὸ κεφάλαιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πολύτιμο γιὰ τὴν ἀσκητικὴ πεῖρα καὶ τὴν πορεία πρὸς τὴν θέωση, σύμφωνα μὲ τοὺς νηπτικοὺς Πατέρες, εἶναι ἡ προσευχή. Ἤδη, ὁ Κύριός μας ἔχει ἀφήσει τὴν προτροπή: «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν»(Ματθ. 26,41),καὶ «πάντοτε προσεύχεσθαι»(Λουκ. 18,1). Οἱ νηπτικοὶ Πατέρες μᾶς δίνουν διαφόρους ὁρισμοὺς γιὰ τὸ τί εἶναι προσευχή. Ἔτσι λοιπόν, ἡ προσευχὴ εἶναι «εὐχὴ καθαρὴ καὶ ἄϋλη, ποὺ ἐπιδιώκει νὰ ἑνώσει τὸν προσευχόμενο μὲ τὸν Θεό», πρὸς «θεϊκή ἀνάταση καὶ ἕνωση» (Γρηγόριος Παλαμᾶς),«ὁμιλία τοῦ νοῦ μὲ τὸν Θεὸ» (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος), διαρκῶς «μνημονευτέον Θεοῦ ἢ ἀναπνευστέον» (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).Ὡστόσο, οἱ Πατέρες θέτουν κάποιες πνευματικὲς προϋποθέσεις καὶ κατάλληλη προετοιμασία γιὰ τὴν προσευχή.Ὅταν οἱ Πατέρες μιλοῦν γιὰ προετοιμασία στὴν προσευχὴ ἐννοοῦν τὴν ἐσωτερικὴ διάθεση, καὶ κυρίως τὴν ἀπόλυτη προσήλωσή του στὴν προσευχή, χωρὶς κοσμικοὺς ἢ ἄλλους περισπασμούς. «Ὁ γνησίως ἀγαπῶν τὸν Θεόν, οὗτος καὶ ἀπερισπάστως πάντως προσεύχεται. Καὶ ὁ ἀπερισπάστως πάντως προσευχόμενος, οὗτος καὶ γνησίως ἀγαπᾷ τὸν Θεόν»(Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής). Ὁ νοῦς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς πρέπει νὰ εἶναι «ἀνίδεος, ἀσχημὰτιστος,ἀτάραχος, ἀπερίσπαστος, ἀκίνητος, ἄϋλος, ἐν εἰρήνῃ βαθείᾳ καὶ τελείᾳ ἀταραξίᾳ προσομιλεῖν τῷ Θεῶ» (ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός).Ἡ καθαρὴ καὶ ἀπερίσπαστος, ἢ ὅπως ἀλλιῶς τὴν ὀνομάζουν οἱ νηπτικοὶ Πατέρες, νοερὰ καὶ ἀμετεώριστος προσευχή, μπορεῖ νὰ φωτίσει τὸν νοῦ τοῦ προσευχομένου καὶ νὰ τὸν ἀνεβάσει σὲ πνευματικὰ ὕψη, ἀκόμη καὶ στὴ θέαση τοῦ Θεοῦ «εὔχεται δέ τις τῷ νοΐ, ὅταν,εὐχόμενος καὶ ψάλλων, ἀναθεωρῇ τὸν νοῦν τὸν ἐγκείμενον ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ καὶ δέχεται ἀναβάσεις ἐκεῖθεν ἐννοιῶν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐκ θεοπρεπῶν ἐννοιῶν, ὑφ’ ὧν ἁρπαζομένη νοερῶς ἡ ψυχὴ εἰς ἀέρα φωτός, ἑλλάμπεται τρανῶς καὶ καθαίρεται πλέον καὶ πρὸς οὐρανοὺς ὅλη μετάρσιος γίνεται καὶ τῶν ἀποκειμένων τοῖς ἁγίοις ἀγαθῶν κατοπτεύει τὰ κάλλη» (Νικήτας Στηθάτος).Οἱ Πατέρες ἐπίσης κάνουν λόγο γιὰ τὴν ἁπλότητα τῆς προσευχῆς, καὶ συστήνουν τὴν μονολόγιστη προσευχὴ- «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἡ ὁποία, ὡς σύντομη καὶ περιεκτική, ἐπιτρέπει στὸν νοῦ νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ἐπὶσης, θεωροῦν ὅτι ἡ συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτος προσευχὴ ἐνισχύει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ καὶ τὸν βοηθᾶ νὰ διατηρεῖ στὴ σκέψη του συνεχῶς πνευματικοὺς καὶ θεοφιλεῖς λογισμούς.Ὁ Μέγ. Βασίλειος λέει ὅτι «προσευχῆς καιρὸς ἅπας ὁ βίος».Συνδέεται ἐπίσης ἡ προσευχὴ μὲ τὴν νηστεία, ὡς στοιχεῖο ποὺ ἐνισχύει καὶ ἐνδυναμώνει τὴν προσευχή. Ἡ νηστεία βοηθάει στὴν κάθαρση τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς ἀπὸ πονηροὺς καὶ αἰσχροὺς λογισμούς. Ἡ προσευχὴ ἑνὸς ποὺ νηστεύει εἶναι καθαρή, καθὼς ὁ νοῦς του εἶναι καθαρὸς καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ ἀκάθαρτες εἰκόνες καὶ σκέψεις (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος).Ὅσα ἀνεφέρθησαν προηγουμένως γιὰ τὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, σύμφωνα μὲ τοὺς νηπτικοὺς Πατέρες, ἀποτελοῦν στάδια, βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς ποὺ ὡς στόχο ἔχουν νὰ ὁδηγήσουν στὴν πνευματικὴ τελείωση ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν θέωση. Οἱ Πατέρες ἀποδίδουν μεγάλη σημασία στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ποὺ τὴν ἐννοοῦν ὡς τὸ ψυχοπνευματικὸ κέντρο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐὰν λοιπὸν καθαρισθεῖ ἡ καρδιά, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται πονηροὶ λογισμοί, φόνοι, πορνεῖες, μοιχεῖες,κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες (πρβλ. Ματθ. 5,19), αὐτὸ θὰ ἀποτέλεσει σημαντικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. «Ἡ καρδιὰ ἡγεμονεύει ὅλου του ὀργανισμοῦ, καὶ ἐὰν καταλάβει τὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς ἡ θεία χάρη, θὰ βασιλεύει σὲ ὅλους τους λογισμοὺς καὶ σὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματος, γιατί ἐκεῖ (ἐν. στὴν καρδιὰ) βρίσκεται ὁ νοῦς καὶ ὅλοι οἱ λογισμοὶ τῆς ψυχῆς» (Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος). Μόνον σὲ μία καθαρὴ καρδιὰ ἐμφανίζεται ὁ Θεὸς καὶ σὲ αὐτὴν συντελεῖται ἡ πνευματικὴ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου,τὸ ἀνώτερο στάδιο τῆς θέωσης-ἕνωσης μὲ τὸ Θεῖο, ποὺ εἶναι «τὸ ἑνωθῆναι Χριστῷ ἐλλάμψει ἐνυποστάτῳ…τοῦ ζωοποιοῦ καὶ φωτιστικοῦ Πνεύματος» (Γρηγόριος Παλαμᾶς). Μόνον τότε ἡ ἀνθρώπινη διάνοια θὰ ἔχει καταστεῖ καθαρή, ἐλεύθερη ἀπὸ ἐμπαθεῖς λογισμούς, καὶ θὰ ἔχει φθάσει σὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουν οἱ Πατέρες «ἀγγελικὸ λογισμό», δηλ. ἀληθινὴ γνώση καὶ ἀπαθὴς θεώρηση τῶν πραγμάτων καὶ τῶν καταστάσεων (ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός).
Ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ προσπάθεια τῶν ἀνθρώπων ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἄμεση ἐπαφὴ καὶ τὴν ἐπικοινωνία τους μὲ τὸν Θεό, κάτι ποὺ εἶχε διακοπεῖ μὲ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὸν Παράδεισο τῶν πρωτοπλάστων, καὶ νὰ ἐνεργοποιήσει ἐκ νέου στὸν ἄνθρωπο τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν», δηλ. τὴ δυνατότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ καταστεῖ Θεὸς κατὰ χάριν, νὰ θεωθεῖ, νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό.«Εἰς τοῦτο ἡμᾶς πεποίηκεν ὁ Θεός, ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοὶ φύσεως καὶ τῆς αὐτοῦ ἀϊδιότητος μέτοχοι καὶ φανῶμεν αὐτῷ ὅμοιοι κατὰ τὴν ἐκ χάριτος θέωσιν»(Μάξιμος Ὁμολογητής), νὰ γίνει μέτοχος τοῦ Θείου, «ἡ γὰρ μετοχὴ τῇ καθάρσει, τῇ δὲ μεθέξει συνέπεται κάθαρσις, τού-του δὲ γενομένου, θεὸς ὅλος κατὰ χάριν ὁ ἄνθρωπος γίνεται» (Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος).

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2014

Οι τρείς γίγαντες

Οι τρείς γίγαντες
Ο μεγάλος δάσκαλος του πνευματικού αγώνα άγιος Μάρκος ο Ασκητής, ένας από τους κορυφαίους ασκητές Πατέρες που ανθολογούνται στη Φιλοκαλία.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
"Στην δική μας περίπτωση υπάρχουν τρεις δυνατοί και ισχυροί γίγαντες, πάνω στους οποίους στηρίζεται όλη η εχθρική δύναμη του νοητού Ολοφέρνη (του διαβόλου)˙ όταν αυτοί πέσουν κάτω και νεκρωθούν, εύκολα θα εξασθενήσει όλη η δύναμη των πονηρών πνευμάτων.
Αυτοί οι τρεις γίγαντες είναι:
1). Η άγνοια, μητέρα όλων των κακών,
2). η λησμοσύνη, αδελφή, βοηθός και συνεργάτης της άγνοιας,
3). και η ραθυμία, η οποία υφαίνει το σκοτεινό και μαύρο σύννεφο για ένδυμα και σκέπασμα της ψυχής και η οποία στηρίζει και δυναμώνει τις άλλες δύο και τους δίνει ύπαρξη και φυτεύει στην αμελέστατη ψυχή την κακία και τη στερεώνει.
Από τη ραθυμία, τη λησμοσύνη και την άγνοια δυναμώνουν τα υποστυλώματα των λοιπών παθών και μεγαλώνουν. Διότι με το να είναι αυτές οι τρεις κακίες η μία βοηθός της άλλης, αποδεικνύονται ισχυρές δυνάμεις και δυνατοί άρχοντες του πονηρού διαβόλου μέσω των οποίων ο στρατός των πονηρών πνευμάτων επιστρέφει και υποστηρίζεται και μπορεί να εκτελεί τις πονηρές βουλές του, και χωρίς αυτές δεν μπορούν να υπάρξουν όσα είπαμε πριν.
Αν λοιπόν θέλεις να νικήσεις τα πάθη που αναφέραμε πριν και να κατατροπώσεις με ευκολία το στρατό των νοητών αλλοφύλων, αφού συμμαζευτείς στον εαυτό σου με την προσευχή και με τη βοήθεια του Θεού και αφού βυθισθείς στα βάθη της καρδιάς σου, ξετρύπωσε αυτούς τους τρεις δυνατούς γίγαντες του διαβόλου, τη λησμοσύνη, τη ραθυμία και την άγνοια, που είναι υποστυλώματα των δαιμόνων, μέσω των οποίων επιστρέφουν τα λοιπά πάθη της κακίας και ενεργούν και ζουν και δυναμώνουν στις ψυχές των αμαθών και φιλήδονων. Και με πολλή προσοχή και επιμέλεια του νου και με τη θεία βοήθεια, και αφού βρεις αυτές τις μεγάλες κακίες που οι άλλοι τις αγνοούν και ούτε φαντάζονται ότι υπάρχουν, αυτές που είναι πιο καταστρεπτικές από όλα τα άλλα κακά, πολέμησέ τες με τα όπλα της δικαιοσύνης, που είναι αντίθετα σε αυτές.
Τη λησμοσύνη πολέμησέ την με την αγαθή μνήμη, που είναι αιτία όλων των καλών. Την άγνοια, πολέμησέ την με την φωτισμένη γνώση, με την οποία η ψυχή ξαναξυπνάει και διώχνει από πάνω της το σκοτάδι της άγνοιας. Την ραθυμία πολέμησέ την με την προθυμία που είναι όπλο άριστο να βάλει σε τάξη και να σπρώξει την ψυχή προς τη σωτηρία…"
Α΄ Η ΑΓΝΟΙΑ
Γενικά
Η άγνοια είναι η αρχηγικωτάτη των παθών.
Από στενή θρησκευτική έννοια σημαίνει την μη γνώσι των θρησκευτικών αληθειών, των καθηκόντων του ανθρώπου προς τον Θεό και γενικά σημαίνει την μη γνώση των βασικών αληθειών της πίστεως. Έτσι η άγνοια είναι συνώνυμη με την αγνωσία. Στους νηπτικούς πατέρες συναντάμε τις δύο λέξεις εναλλάξ. Ακόμη σημαίνει μία ζωή που δεν έχει ως βάση τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά είναι αντίθετη με τον Ευαγγελικό νόμο.
Στην Καινή Διαθήκη η άγνοια δεν θεωρείται ως βασική αμαρτία. Γι’αυτό και ο απόστολος Παύλος τονίζει στους Αθηναίους ότι ο Θεός παραβλέπει τους χρόνους της αγνοίας. Το ίδιο τονίζει και ο απόστολος Πέτρος στο κήρυγμά του στους Ιουδαίους μετά τη σταύρωση του Κυρίου. Λέγει ότι, ο λαός τουλάχιστον, από άγνοια σταύρωσε το Χριστό. Στις περιπτώσεις αυτές η άγνοια είναι συγγνωστή, χρειάζεται επιείκεια.
Στην πνευματική ζωή η άγνοια είναι μία γενικότερη πνευματική κατάσταση και αποτελεί έκφραση του χοϊκού φρονήματος του ανθρώπου, των γήινων σκέψεων, των γήινων επιθυμιών και επιδιώξεών του. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος: Επειδή η άγνοια του χωματένιου νου είναι πολύ βαθύ σκοτάδι που σκεπάζει τα μάτια της ψυχής, την κάνει σκοτεινή και βυθισμένη στο ζόφο ως προς τα θεία και ανθρώπινα πράγματα. Και αυτό οφείλεται στην αδυναμία της να ατενίζει τη λάμψη του θεϊκού φωτός ή να απολαύσει τα πνευματικά εκείνα αγαθά στα οποία αναφέρεται ο απόστολος Παύλος".
Επομένως η άγνοια είναι μία βαριά ασθένεια της ανθρώπινης ψυχής και ειδικά του νου. "Ακαθαρσία νοός" χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες.
Αίτια και αποτελέσματα
Αιτία είναι το ταπεινό και γήινο φρόνημα του ανθρώπου, η βοσκηματώδης ζωή, όπως θα μας έλεγε ο Μ.Βασίλειος. Έτσι ο νους δεν μπορεί να αντιληφθεί τις θεϊκές πραγματικότητες και καταστάσεις. Έτσι η άγνοια είναι καρπός της αμαρτίας, της πτώσεως του ανθρώπου και της υποδουλώσεώς του στο θέλημά του, της απομακρύνσεως του γενικά από τον Θεό.
"Όποιος ξέπεσε από την θεϊκή αγάπη, μέσα του έχει ως κυρίαρχο το νόμο της σάρκας. Η κατάσταση αυτή δεν του επιτρέπει να φυλάξει οποιαδήποτε εντολή του Θεού. Και επειδή αντί για τις αρετές προτίμησε την φιλήδονη ζωή, τελικά, αντί για τη γνώση του Θεού, επισύρει πάνω του την άγνοια του Θεού", τονίζει ο άγιος Μάξιμος. Εδώ το θέμα όμως τίθεται στην κανονική του βάση. Διότι λέγοντας άγνοια αναφερόμαστε σε ανθρώπους, που αρχικά γνώριζαν το θέλημα του Θεού και απομακρύνθηκαν από κοντά του. Άνθρωποι λοιπόν που στην αρχή γνώρισαν το θέλημα του Θεού και κατόπιν απομακρύνθηκαν και βυθίστηκαν στη ζωή των αισθήσεων και των ηδονών, έχασαν κάθε είδους επαφή με τον Θεό, ξέχασαν και αυτά που γνώριζαν, έπεσαν σε μία ασυγχώρητη άγνοια.
Έχουμε εδώ μία κάθετη πτώση από μία ευλογημένη κατάσταση που είχαμε σε μία αγνωσία πολύ μεγάλου βαθμού. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο κακό. "Είναι φοβερό πράγμα η άγνοια και κάτι πιο φοβερό ", θα μας πει και πάλι ο Νικήτας Στηθάτος, "διότι είναι ένα ψηλαφητό σκοτάδι και κάνει κατασκότεινες τις ψυχές στις οποίες θα επικρατήσει".
Η άγνοια χωρίζει την ψυχή από την ένωσή της με τον Θεό. Κάνει ολόκληρο τον άνθρωπο παράλογο και αναίσθητο.
"Εκείνος που πέφτει στην άγνοια δε γνωρίζει τα κρίματα του Θεού… Με αυτούς που τον ελέγχουν μαλώνει και όσους τον συγχωρούν τους θεωρεί ανόητους. Όταν γίνεται πλούσιος, φέρνεται αλαζονικά και όταν φτωχαίνει, υποκρίνεται. Όταν καλοπερνάει, πέφτει σε διάφορες ασέλγειες και ακατονόμαστες πράξεις, και όταν κακοπερνά, κλαίει τη μοίρα του. Αν λοιπόν κανείς δεν αποκτήσει με τη χάρη του Θεού τη γνώση της αλήθειας και το φόβο του Θεού, όχι μόνον από τα πάθη του, αλλά και από όσα λυπηρά του συμβούν τραυματίζεται βαριά".
Αυτές είναι μερικές από τις συνέπειες της άγνοιας στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου.
Αλλά η άγνοια έχει αντίκρισμα και στην εξωτερική του κατάσταση· επηρεάζει σημαντικά και τις διαπροσωπικές σχέσεις του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του. Βυθίζει λοιπόν η άγνοια τον άνθρωπο σε ένα βαθύ σκοτάδι, αφού θεωρεί τις απολαύσεις και τις ηδονές ως κύριο σκοπό της ζωής του, θεωρεί τα μη όντα ως όντα.
Το βαθύ σκοτάδι
Σκοτάδι και μάλιστα βαθύ πνευματικό σκοτάδι η άγνοια "Δεινόν σκότος", χαρακτηρίζεται. Όχι μόνον δεν φέρνει κοντά στο Θεό αυτόν πού τον κυριεύει, αλλά και τον απομακρύνει πλέον οριστικά. Είναι έλλειψη φόβου του Θεού. Και εάν η γνώση του Θεού κάνει τον άνθρωπο λογικό, τότε η άγνοια του Θεού κάνει τον άνθρωπο άλογο, δηλαδή χωρίς λογική, μη έχοντα την δυνατότητα να ξεχωρίζει το ορθό από το λάθος. Όχι μόνον ά-λογο, αλλά και αναίσθητο κάνει τον άνθρωπο.
Η άγνοια δεν είναι απλώς δεινό, αλλά και πηγή κακίας. "Τρία είναι τα δεινά, τα φοβερά στον κόσμο, τα αρχέκακα πάσης κακίας: Η άγνοια, η φιλαυτία και η τυραννία", θα μας πει ο άγιος Μάξιμος. Αλλά τα δύο άλλα προέρχονται από την άγνοια. Αυτή βρίσκεται στην κορυφή και αποτελεί κάθε κακίας αφορμή. Θα μας πει χαρακτηριστικά και ο όσιος Θεόδωρος ο Εδέσσης: "Η φιλοδοξία δεν οφείλεται στην ανάγκη του σώματος, αλλά στην άγνοια του πρώτου καλού και της αληθινής δόξας. Αιτία αυτής και γενικά όλων των κακών είναι η άγνοια.
Διότι δεν γίνεται εκείνος που κατάλαβε σωστά την φύση των πραγμάτων, και από πού έρχεται και που καταλήγει το καθένα, κατόπιν να περιφρονήσει το σκοπό του και να στραφεί στα γήινα. Διότι η ψυχή δεν επιθυμεί εκείνο που φαινομενικά είναι καλό. Και αν τυραννιέται από τη συνήθεια, μπορεί κάλλιστα να νικήσει και τη συνήθεια. Αλλά όταν ακόμη υπήρχε η συνήθεια, ξεγελιόταν από την άγνοια. Επομένως πρέπει να φροντίσει για το πρώτο αγαθό, να καταφρονήσει όλα τα παρόντα και να πληροφορηθεί για τη μεγάλη τους ματαιότητα".
Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης χαρακτηρίζει την άγνοια ως "νύχτα των παθών", σκοτάδι βαθύ στο οποίο την κυριαρχία έχει ο διάβολος.
Αν η γνώση είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, τότε η άγνοια είναι το ηθικό σκοτάδι. Αποτελέσματα του ηθικού αυτού σκότους είναι ότι αντίθετο υπάρχει με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή: μίσος, κοσμική αθυμία, μέθη, λοιδορία, κατάκριση, τύφος της ψυχής, περιέργεια, κ.λ.π.
Η άγνοια και ο διάβολος
Αιτία της άγνοιας είναι ο διάβολος. Επειδή η άγνοια προέρχεται από την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, φανερό είναι ότι ο διάβολος στην περίπτωση αυτή παίζει πρωταρχικό ρόλο. Αυτός είναι αρχή και τέλος πάσης αγνοίας και κάθε σκότους και κάθε αμαρτίας. Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός παρατηρεί ότι ο διάβολος μετά την πτώση έχασε κάθε επαφή με τον Θεό και εξ αιτίας της υπερηφάνειας του και της αγνωμοσύνης του έγινε "άγνωστος" για τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι σταθερά πλέον δεν θέλει να γίνει γνωστός από τον Θεό και μένει για πάντα μακριά από τη σωτηρία.
Όπως αιτία της άγνοιας είναι ο διάβολος, έτσι είναι και αιτία της πλάνης. Ενώ όσοι γνωρίζουν τον Θεό διακρίνονται για την ενότητα που έχουν μεταξύ τους, εκείνοι που έχουν το πνεύμα της πλάνης διακρίνονται για την διαίρεση μεταξύ τους. Αυτοί που βρίσκονται στην αγνωσία μετακινούνται από πλάνη σε πλάνη και ποτέ δε στέκονται σε ένα μέρος. Έτσι λοιπόν η άγνοια ισοδυναμεί με την πλάνη. Γι’ αυτό και ο διάβολος είναι εισηγητής και συνεργός όχι μόνο στην δημιουργία της άγνοιας, αλλά και της πλάνης με οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται αυτή στο χώρο της πνευματικής ζωής.

Η θεραπεία
Βασικός σκοπός εκείνου που αγωνίζεται για να καθαριστεί από τα πάθη του είναι να διώξει τον πονηρό από μέσα του. Να διώξει το σκοτάδι της άγνοιας και να ανατείλει το φως του Χριστού.
Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούμε να καταλάβουμε και πως θα πολεμηθεί η άγνοια. Εκείνοι που δεν έχουν προσωπική εμπειρία των αληθειών της πίστεως και του δόγματος και του ορθού τρόπου ζωής, πρέπει να διδαχθούν από άλλους που είναι έμπειροι σε αυτά.
Αυτή είναι και η γραμμή του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος ακολουθώντας τη γνήσια ορθόδοξη παράδοση, θεωρεί απαραίτητη την παρουσία του Γέροντα, του Πνευματικού που θα οδηγήσει τον άλλον στον ασφαλή δρόμο της σωτηρίας. "Εί τις θέλει απαλαγήναι τούτου, μη πιστευέτω τω ιδίω λογισμώ, αλλ’ ερωτάτω γέροντα…". Έτσι λοιπόν κριτήριο ορθοδοξίας και αληθείας παραμένει ο Γέρων, που στην ουσία δείχνει την ταπείνωση εκείνου που ρωτά, διότι δεν βασίζεται στο δικό του λογισμό. Ο Γέρων όμως αυτός πρέπει να έχει την γνώση του Θεού, να μη βρίσκεται σε πλάνη. Μόνον εκείνος πού έφθασε στην θέωση, μπορεί να μεταδώσει την αληθή γνώση και να διαλύσει την ψευδώνυμο γνώση. Αντίθετα εκείνος που καυχιέται για τη γνώση του, αυτός κόβει κάθε σύνδεσμο με ανθρώπους που έχουν γνωρίσει τον Θεό και την χάρη Του. Αυτός βρίσκεται σε πλάνη.
Ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός μας συνιστά επτά πράξεις σωματικές, ασκήσεις θα λέγαμε, με τις οποίες μπορεί κάποιος να καθαριστεί από την άγνοια.
1. Ησυχία, ήτοι απερίσπαστος διαγωγή, απέχουσα πάσης μερίμνης βιοτικής. Η βασικότερη μέριμνα που πρέπει να έχει ο άνθρωπος είναι το πώς θα αρέσει στον Θεό, πως θα μπορεί να ετοιμαστεί για το βραβείο της άνω κλήσεως και πώς να αντιμετωπίσει τον εχθρό του, τον διάβολο και τα πάθη του. Και προσέχει ώστε ούτε να ξεχάσει τον Θεό, ούτε να οδηγηθεί στην απελπισία ξεχνώντας την φιλανθρωπία Του.
2. Σύμμετρος νηστεία. Στη μετρημένη αυτή νηστεία, ανάλογη δηλαδή με τις σωματικές δυνάμεις του καθενός, περιλαμβάνεται και η μετρημένη χρήση του νερού.
3. Σύμμετρος αγρυπνία. Με το μέσο αυτό η ψυχή δουλαγωγεί το σώμα και δεν το αφήνει να επιθυμεί αντίθετα με την ψυχή.
4. Η ψαλμωδία. Είναι και αυτή προσευχή και συνοδεύεται με γονυκλισίες, ώστε να κοπιάζει το σώμα και με τον κόπο του να ταπεινώνεται η ψυχή.
5. Πνευματική προσευχή. Είναι η νοερή προσευχή, στην οποία δεν παρεμβάλλονται άλλες σκέψεις στο νου. Ο άνθρωπος εδώ ζητάει να γίνεται μόνο το θέλημα του Θεού που είναι και το σωτήριο θέλημα. Μένει μόνος με το Θεό, ανίδεος, δηλαδή χωρίς να τυπώσει μέσα του κάποια άλλη μορφή.
6. Ανάγνωση. Είναι η μελέτη της Αγίας Γραφής, των βίων των αγίων, των Πατέρων της Εκκλησίας μας με τα οποία μαθαίνει η ψυχή πως θα μπορέσει να νικήσει τα πάθη της και να αποκτήσει διάφορες αρετές. Μπορεί κανείς να μην καταλαβαίνει στην αρχή αυτά τα οποία μελετά. Χρειάζεται επιμονή και υπομονή. Η γνώση θα έρθει αργότερα.
7. Αυτό που αναφέραμε στην αρχή της παραγράφου αυτής, δηλαδή η ερώτηση των εμπείρων. Η απειρία μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις και πλάνη, ενώ η ταπείνωση είναι η πιο ασφαλής οδός για να γνωρίσει κάποιος τον Θεό και να γνωριστεί από Αυτόν.
Μετά από αυτά πρέπει να έχει κανείς υπομονή σε ότι συμβεί και σε ότι επιτρέψει ο Θεός να συμβεί. Να μην δίνει σημασία σε όνειρα. Να μελετά συνέχεια το όνομα του Θεού και να ζητάει ένα πράγμα, να γίνεται πάντα το θέλημα του Θεού. Τότε ο νους αρχίζει να φωτίζεται. Να βλέπει ότι τα φταιξίματά του είναι σαν την άμμο της θαλάσσης. Συντρίβεται τότε η ψυχή, ταπεινώνεται η καρδιά και θεωρεί τον εαυτό της κατώτερο από όλα. Έτσι αρχίζει να κατανοεί τις ευεργεσίες του Θεού και αρχίζει να εφαρμόζει τις εντολές Του.
Εφαρμόζοντας τις εντολές Του, αρχίζει να ανεβαίνει μία μία την κλίμακα των αρετών. Και αυτό γίνεται μέχρι να φτάσει ο άνθρωπος στην τελευταία εντολή, την εντολή της αγάπης. Και αυτός που έφτασε την αγάπη, έφτασε τον Θεό, διότι "ο Θεός αγάπη εστί".
Η άρση της άγνοιας είναι χάρισμα του Θεού. Δίνεται σε όσους αγωνίζονται και προσπαθούν. Ο Θεός βλέποντας την προσπάθεια που καταβάλει ο άνθρωπος, του αφαιρεί το σύννεφο που καλύπτει το νου του και δεν μπορεί να βλέπει καθαρά, του αφαιρεί δηλαδή την άγνοια και του χαρίζει την γνώση του εαυτού του, την γνώση των μυστηρίων και της αληθείας του.

Β΄ Η ΛΗΘΗ
Γενικά
Το δεύτερο πάθος, ο δεύτερος γίγαντας της πνευματικής μας ζωής είναι η λήθη.
Η λήθη είναι στενά συνδεδεμένη με την μνήμη. Ο άνθρωπος κινείται ανάμεσα στη μνήμη και την λήθη. Θα ήταν τρομερό βάρος στον άνθρωπο αν θυμόταν τα όσα έζησε και όλα όσα έχουν συμβεί μέσα του. Η λήθη, η λησμοσύνη δηλαδή, αλαφρώνει τον ψυχικό οργανισμό από το πιεστικό βάρος της μνήμης, πραγμάτων που δε χρειάζεται τώρα να τα θυμάται κάποιος. Από την άλλη άποψη η λησμοσύνη αποτελεί αδυναμία που μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όμως για την πνευματική του ζωή και τη σχέση του με τον Θεό.
Έτσι στην πνευματική ζωή η λήθη είναι μια παθολογική κατάσταση της ίδιας της ψυχής του ανθρώπου. Μάλιστα οι Πατέρες την χαρακτηρίζουν ως Άδη. Είναι "κακία ψυχής", διότι είναι λησμοσύνη "των κατά φύση καλών", αφού είναι αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς που προηγήθηκε και που δεν είναι ελεύθερη από ενοχή.
Μόνη της δεν έχει καμία δύναμη. Δυναμώνει ανάλογα με την αμέλειά μας. "Μη λες, τι να κάνω; Έρχεται η λήθη χωρίς να το θέλω. Έρχεται, διότι όταν είχες στη μνήμη σου το χρέος σου, το παραμέλησες και δεν το λογάριασες", τονίζει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής.
Στον άνθρωπο η λήθη προήλθε μετά την πτώση, τότε που διακόπηκε η επικοινωνία του με τον Θεό και φυσικά κατόπιν διακόπηκε και η μνήμη του Θεού στον άνθρωπο. Διότι σε όλη την δημιουργία μόνον ο άνθρωπος μπορεί να θυμάται τον Θεό και να ζει με τη μνήμη αυτή.
Είναι λοιπόν τώρα η λήθη μία εχθρική δύναμη που εισβάλλει με κάθε τρόπο, ως άλλος ληστής, στην προσωπική ζωή του ανθρώπου και του καθορίζει τη στάση έναντι του Θεού, που στο τέλος καταντά να είναι μία αγνόηση του Θεού ηθελημένη. Καταβροχθίζει αμέσως κάθε αγαθό λογισμό που αποβλέπει στην εξύψωση και τη σωτηρία του. Γι’ αυτό και τονίζει ο Αββάς Ησαΐας ο αναχωρητής: "Η λήθη είναι πιο ισχυρή από όλους τους λογισμούς και από αυτήν προέρχονται όλα τα πονηρά και ότι κάνει ο άνθρωπος το γκρεμίζει αυτή αμέσως". Έτσι κάθε αγαθός σπόρος που πέφτει στον αγρό της ψυχής, έχει την τύχη του σπόρου που έπεσε στο βράχο πάνω και το έφαγαν τα πετεινά του ουρανού. (Μαρκ. 4,4).
Γράφει χαρακτηριστικά ένας σύγχρονος θεολόγος: "Λησμοσύνη σημαίνει όχι απλώς να σταματήσουμε να σκεπτόμαστε το Θεό, αλλά να ξεκολλήσουμε από Αυτόν σαν ζωή, να πάψουμε να ζούμε με Αυτόν και μέσα σε Αυτόν. Και ακριβώς σ’ αυτή τη λησμονιά του Θεού βρισκόταν η βάση του προπατορικού αμαρτήματος. Ο άνθρωπος ξέχασε τον Θεό, διότι στράφηκε αλλού, επιθύμησε άλλα πράγματα, αγάπησε άλλα και πάνω από όλα τον ίδιο του τον εαυτό. Έστρεψε την πλάτη στον Θεό και έπαψε να Τον βλέπει. Ξέχασε τον Θεό και ο Θεός έπαψε να υπάρχει γι’ αυτόν. Η λήθη λοιπόν δεν είναι απλώς θάνατος, αλλά είναι η αρχή του θανάτου. Έτσι η μνήμη από δύναμη ζωής που ήταν, έγινε τώρα γεύση θανάτου.

Αιτία της λήθης
Αυτοί που γεύτηκαν τον Θεό λένε ότι, αν Τον γευτεί κάποιος μία φορά, δεν πρόκειται να Τον ξεχάσει.
Τότε γιατί οι άνθρωποι ξεχνούμε τον Θεό; Ποια είναι τα αίτια της λησμοσύνης, αυτής της φοβερής ψυχικής νόσου;
1.Πρώτη και κύρια αιτία της λήθης είναι η έλξη του ανθρώπου, η προσκόλλησή του στα αισθητά και τα γήινα. Σημειώνει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής: "Όταν η ψυχή είναι σκεπασμένη από τη πάγκακη λήθη, εύκολα δένεται ο άθλιος και τυφλός νους από κάθε τι το οποίο βλέπουμε ή ακούμε και σκεπτόμαστε". Και συμπληρώνει ένας άλλος άγιος: "Οι πολλές μέριμνες φέρνουν αμέλεια και λησμοσύνη και μας αφήνουν στάσιμους στην αρετή", διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί ή μάλλον δεν έχει χρόνο να σκεφτεί τον Θεό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας με τα συνεχή "πρόσχωμεν" μας υπενθυμίζει και μας βοηθάει να συγκρατούμε το νου μας, για να μην κλέβεται συνέχεια και παρασύρεται σε μάταιες φροντίδες, διότι "μεγάλη είναι η τυραννία της λησμοσύνης". Γιατί προκαλεί επικάλυψη των βασικών αναγκών της ζωής και προσθέτει όλο και νέες ανάγκες.
2. Η παρρησία και οι συχνές συναναστροφές.
Αναφέρει ο Όσιος Ησύχιος: "Θα πρέπει να φεύγουμε την παρρησία, δηλαδή την υπερβολική οικειότητα με τους άλλους, όπως θα αποφεύγαμε το φίδι που λέγεται ασπίδα. Ακόμη τις πολλές παρέες και συναναστροφές σαν να ήταν φίδια ή οχιές…". Γιατί όμως αυτά; Διότι η παρρησία διώχνει από την ψυχή τον φόβο του Θεού. Έτσι οδηγείται κανείς στο "μη προσέχειν εαυτώ, αλλά ζην αδιαφόρως". Από την παρρησία οδηγείται ο άνθρωπος στο παραπανίσια λόγια. Παρρησία σημαίνει το να αγγίζει κάποιος τον άλλο χωρίς λόγο, να απλώνει το χέρι του σε κάποιον για να γελάσει, να βλέπει τον άλλον με αναίδεια. Όλα αυτά προκαλούνται από τη παρρησία που έχει επιφέρει στην ψυχή την έλλειψη του θείου φόβου και έκανε την ψυχή να ξεχάσει τον Θεό, την οδήγησε στην λήθη.
3.Η απιστία, η οκνηρία, η αμέλεια.
Η απιστία και η οκνηρία παραλύουν την θέληση και εξαφανίζουν το φως της γνώσεως στην ομίχλη της λήθης. Η αμέλεια που δείχνουμε για να γνωρίζουμε τις δωρεές του Θεού, μας οδηγεί στη ραθυμία και αυτή συνέχεια στη λήθη. Και στη λήθη τελικά οφείλεται η επικράτηση της άγνοιας μέσα μας.
4.Η έλλειψη της μνήμης του Θεού.
Το να θυμάται κανείς πάντα τον Θεό, έχει ως αγαθό αποτέλεσμα να έχει μέσα του αγωνιστικό φρόνημα. Όταν δεν Τον θυμάται, αρχίζει μέσα του μία πνευματική χαλάρωση που έχει ως αποτέλεσμα την λήθη, την λησμονιά του Θεού.
5.Η έπαρση. Η υπερτροφική ιδέα που καλλιεργήσαμε για τον εαυτό μας, θολώνει το νου μας. Ζαλισμένοι από τα κατορθώματά μας, ξεχάνουμε τον Θεό. Ο Αδάμ και η Εύα απελάμβαναν μέσα στον παράδεισο πλούσιες τις δωρεές του Θεού. Όταν όμως τους κυρίευσε ο λογισμός της υψηλοφροσύνης, τότε ξέχασαν τις υποσχέσεις του Θεού, ξέχασαν τον Θεό και υπάκουσαν στον πειρασμό.
6.Σήμερα η ανατροπή των αξιών της ζωής εύκολα οδηγεί τον άνθρωπο στη λήθη του Θεού.
7.Αλλά και τα διάφορα πάθη με τις αισθήσεις το ίδιο αποτέλεσμα έχουν. Ο Όσιος Θεόδωρος ο Εδέσσης μας λέει: "Η φιλαυτία και η φιληδονία διώχνουν από την ψυχή την μνήμη του Θεού ". Αλλά και ο θυμός, η οργή και η μέθη και διάφορα άλλα πάθη ψυχικά διώχνουν από μέσα μας τον Θεό, μας κάνουν ανίκανους να Τον σκεφθούμε και να Τον επικαλεστούμε. Σκοτισμένος ο νους από τα δεινά πάθη, αποξενώνεται από την πνευματική του αίσθηση. Το πεδίο της μνήμης έχει γίνει σκληρό από την κακότητα των παθών. Που να μείνει χώρος για τη μνήμη του Θεού!
Πίσω από όλα αυτά, βέβαια, είτε πάθη λέγονται, είτε άλλες καταστάσεις κρύβεται πάντοτε ο κατ’ εξοχήν Πονηρός, που είναι εισηγητής όλων αυτών των καταστάσεων. Και μάλιστα κρύβεται σαν τον λύκο που κρύβεται μέσα στην ομίχλη.
Αποτελέσματα
Η καταραμένη λησμοσύνη είναι αντίθετη στην καρδιακή προσευχή, όπως το νερό στην φωτιά. Και κάθε στιγμή της είναι ισχυρός αντίπαλος. Από τη λησμοσύνη καταντάμε στην αμέλεια και από την αμέλεια στην καταφρόνηση των θείων εντολών και τη ραθυμία και σε άλογες επιθυμίες και έτσι γυρίζουμε πίσω, όπως ο σκύλος στον εμετό του".
Αυτά αναφέρει για τα αποτελέσματα της λήθης ο άγιος Ησύχιος.
Και ακόμη: α) "Καλύπτει την ψυχήν" με πυκνή ομίχλη και δεν την αφήνει να δη το φως.
β)Οδηγεί στην ηδυπάθεια, δηλαδή στο κυνήγι της ηδονής, στην αδιαφορία για τον πόνο των άλλων. Πας ο επιλανθανόμενος του Θεού, ανάλγητος γίνεται", σημειώνει ο όσιος Μάρκος.
γ)Λήθη σημαίνει λησμοσύνη των εντολών του Θεού. Οι εντολές του Θεού ξεθωριάζουν μέσα μας και δεν μας προκαλούν καμία εντύπωση ή ενθουσιασμό.
δ) Έτσι δεν είναι μακριά ο δρόμος για το σκοτασμό του νου από την άγνοια.
Και ε)Η λήθη είναι το ασφαλές καταφύγιο του πονηρού από όπου ο πονηρός με ασφάλεια μπορεί να υποβάλλει τους λογισμούς του για την καταστροφή του ανθρώπου, λόγω της απιστίας και της αδιαφορίας του στα πνευματικά.
Θεραπεία
Μερικά από τα μέσα τα οποία υποδεικνύουν οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι:
α) Ο αγώνας.
Ο αγώνας εναντίον της λήθης χρειάζεται σωστή και καλή γνώση του τρόπου καταπολεμήσεώς της. Ο αγώνας που πρέπει να καταβάλλει κάποιος είναι αγώνας για να ξεκολλήσει η ψυχή από τη σάρκα και τον κόσμο και να αναχθεί στα πνευματικά. Διότι η προσκόλληση στα αισθητά αποτελεί παρά φύσιν κατάσταση της ψυχής.
β) Χρειάζεται επιμονή.
Η επίμονη προσπάθεια για εφαρμογή των θείων εντολών στην πράξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Η μνήμη δεν μπορεί να συγκρατήσει πράγματα που έμαθε θεωρητικά. Χρειάζεται προσπάθεια συνεχής. Η μεθοδική και επίμονη προσπάθεια εφαρμογής του θείου θελήματος οδηγεί σιγά σιγά στην εξαφάνιση των κακών συνηθειών και στην εμμονή στις καλές συνήθειες και επομένως στη μνήμη του Θεού και τη λησμοσύνη του κακού.
γ)Προσπάθεια και αποδοχή των λυπηρών της ζωής.
"Αν θέλεις να έχεις συνέχεια στη σκέψη σου την μνήμη του Θεού , μην διώχνεις ως άδικες τις θλίψεις που σου έρχονται, αλλά δέξου τες ως ερχόμενες δίκαια και διότι έπρεπε στη ζωή σου να συμβούν… Από των γεγονότων αυτών ανακινείται η μνήμη του Θεού και διώχνεται η λησμοσύνη", σημειώνει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής.
Στην προσπάθεια για την υπερνίκηση της λήθης ο καλλίτερος βοηθός μας είναι ο ίδιος ο Θεός.
"Κάνε εσύ το καλό που θυμάσαι και αυτό που δεν έχεις στο νου σου θα σου αποκαλυφθεί από τον Θεό , όταν έλθει η κατάλληλη ώρα ".

Ένα μικρό κεράκι νικάει το σκοτάδι , διότι το φως είναι κάτι που υπάρχει, ενώ το σκοτάδι είναι η απουσία του φωτός. Η μνήμη είναι κάτι που υπάρχει. Έτσι μία μικρή μνήμη του Θεού, μία μικρή προσπάθεια, μπορεί να σβήσει το σκοτάδι που προκαλεί η λήθη του Θεού.
Βασικός παράγοντας για να μη λησμονούμε τον Θεό, είναι δύο άλλα πράγματα: Η μελέτη του νόμου Του, και η μνήμη των ευεργεσιών Του. Ο προφήτης Δαβίδ είχε συνέχεια μέσα του τη μνήμη του Θεού και του θελήματός Του, γι’αυτό και έλεγε: "Εν τοις δικαιώμασί σου μελετήσω, ουκ επιλήσομαι του νόμου σου". "Εκολλήθην τοις μαρτυρίοις σου". "Εμελέτων εν ταις εντολαίς σου, ας ηγάπησα σφόδρα", και πλήθος άλλες αντίστοιχες εκφράσεις. Δεν μελετούσε περιστασιακά ή από καθήκον και μόνον τυπικά τον νόμο του Θεού, αλλά με συνέπειες για τη προσωπική του ζωή. Αποτέλεσμα αυτού του αγαλλιάματος της καρδιάς του, αυτού του σφοδρού πόθου που είχε για το Θεό, ήταν οι αλλεπάλληλες ευεργεσίες του Θεού, τις οποίες ποτέ δε λησμονούσε. Γι’αυτό και αναφέρει αλλού: "Αρχοντες κατ’εμού κατελάλουν", εγώ όμως "ηδολέσχουν εν τοις δικαιώμασί σου". Και στην Ιερό Ψαλτήρα σημειώνει επιγραμματικά και με τόνο: "Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι εν αυτοίς έζησάς με".
Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της σφοδρής αγάπης για τον Θεό που είχε.
Και η σφοδρή αυτή αγάπη, ο διάπυρος ζήλος, είναι κάτι που διώχνει το θηρίο της λησμοσύνης από μέσα μας.
Τα κακά αποτελέσματα της λήθης τα γιατρεύει μία αυστηρή φύλαξη του νου και η αδιάκοπη επίκληση του ονόματος το Ιησού Χριστού.
Τόσο συχνή που να μας πει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: "Προτιμότερο είναι μα μνημονεύει κανείς τον Θεό, παρά να αναπνέει.
Και αν πρέπει να πω μαζί με τον Μωυσή θα έλεγα, και όταν πέφτουμε στο κρεβάτι και όταν σηκωνόμαστε και όταν κάνουμε οτιδήποτε άλλο, να τυπώνουμε στη μνήμη μας τον Θεό για να πετύχουμε την καθαρότητα της καρδιάς". "Εμνήσθην του Θεού και ευφράνθην", τονίζει ο προφήτης Δαβίδ.
Αν λοιπόν η μνήμη του Θεού ευφραίνει την ψυχή μας , ας μα δυσκολευόμαστε και ας μην διστάζουμε να απολαμβάνουμε τη μνήμη του Θεού. Με τη μνήμη αυτή "ουρανός η διάνοια γίνεται".
Έτσι απομακρύνεται η "παγκάκιστη λήθη", αποφεύγεται ο σκοτασμός του νου και ανατέλλει στις καρδιές μας το φως της γνώσεως του Χριστού.
Γ΄ Η ΡΑΘΥΜΙΑ
Γενικά περί ραθυμίας και αποτελέσματα αυτής
Η ραθυμία είναι ο τρίτος γίγαντας του θέματός μας.
Αποτελεί μία από τις πολύ μεγάλες παθολογικές καταστάσεις του νου και συγγενεύει πολύ με τις δύο προηγούμενες καταστάσεις, την άγνοια και τη λήθη. Είναι, θα λέγαμε, μία τεμπελιά, οκνηρία, αδιαφορία, δυσκινησία και ότι ανάλογο μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να μπορέσει να την χαρακτηρίσει από πνευματικής απόψεως.
Κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο είναι και αυτό ένα γνώρισμα της ανθρώπινης φύσεως. "Ράθυμος η ανθρώπινη φύσις και τη ανέσει και τη τρυφή μάλλον εαυτήν επιδίδωσι". "Οξύρροπος προς απώλειαν", θα μας πει σε άλλο σημείο, όχι διότι κατασκευάσθηκε έτσι από τον Θεό, αλλά "παρά την εκ προαιρέσεως ραθυμίαν".
Και αυτής η ρίζα βρίσκεται στην υποδούλωση της ψυχής στις αισθήσεις του σώματος και στον κόσμο των αισθητών. Η ρίζα της βρίσκεται μέσα στην ψυχή, μέσα στον σκοτισμένο μας νου, που χάνει την θέση της υπεροχής του με την υποδούλωσή του στα υλικά.
Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός βλέπει την ρίζα της στην αφροσύνη. "Εκ γάρ αφροσύνης γένεται η ραθυμία", μας αναφέρει. "Αν φρόνησις είναι η υγεία του λογικού και η φωτισμένη κατάσταση με συνεχή επαγρύπνηση, τότε αφροσύνη είναι το εντελώς αντίθετο. Είναι μέθη του λογικού, σκοτισμός του νου και άνοια", αμυαλωσύνη και πονηρία γενικά και κατάπτωση των πνευματικών δυνάμεων σε μία χαλάρωση, όπου όλα είναι επιτρεπτά.
Η ραθυμία είναι αποτέλεσμα μιας γενικής καταπτώσεως της ψυχής που την χαρακτηρίζει το σκοτάδι και η πνευματική τύφλωση. Αναφέρει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής: "Η ραθυμία είναι αυτή που υφαίνει το σκοτεινό ρούχο του μαύρου σύννεφου και το κάλυμμα της ψυχής".
Αυτή κάνει τον άνθρωπο "εις την των αλόγων εκπίπτειν θηριωδίαν". Από ραθυμίας γίνεται φαύλος, και γίνεται σκληρή η ψυχή του. "Η ψυχή του ανθρώπου είναι μαλακή και πλάθεται εύκολα. Παθαίνει όμως ότι και το νερό του Δούναβη, που γίνεται σκληρό σαν πέτρα από το κρύο όταν παγώσει. Το ίδιο παθαίνει και η ψυχή μετά την αμαρτία και την πολλή ραθυμία. Γίνεται σκληρή σαν την πέτρα".
Η ραθυμία κάνει ακόμη βαρύ και ανυπόφορο στην ψυχή το νόμο του Θεού. "Τι μας κάνει να φαίνονται βαριές οι εντολές;" ρωτάει ο άγιος Χρυσόστομος. "Η ραθυμία μας", απαντά. Όπως δηλαδή, αν δείχνουμε προθυμία, μας φαίνονται και τα βαριά ελαφριά, έτσι και όταν δείχνουμε ραθυμία, και τα ελαφριά θα μας φανούν δύσκολα.
Πίσω από την ραθυμία κρύβεται ο διάβολος. "Δεν φοβάσαι μήπως… εξ αιτίας της ραθυμίας σου ξεπηδήσει κάποιος δαίμονας και βρίσκοντας την ψυχή σου χωρίς απασχόληση και ανέτοιμη, μπει σε αυτήν με όλη του την ευκολία, εφόσον το σπίτι σου δεν έχει πόρτα";
Πραγματικά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος, όταν δεν υπάρχει προσοχή και φροντίδα για τα πνευματικά, να μας κάνει ο πονηρός ότι θέλει. Οι δύο υπέροχες παραβολές των ταλάντων και των δέκα παρθένων μας ζωγραφίζουν πολύ χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα της ραθυμίας. Για τον Αδάμ ο Μ. Βασίλειος αναφέρει ότι "ενύσταξεν δια της ραθυμίας ο λογισμός αυτού". Αλλά και ο Ιούδας "διά της ραθυμίας δούλος εγεγόνει του εχθρού".
Η καταπολέμηση της ραθυμίας
1. Η άσκηση βίας.
Χρειάζεται βίαιη εξέγερση του εαυτού μας εναντίον του εαυτού μας. Χρειάζεται δηλαδή βία. Και βία είναι "η βίωση του σωματικού πόνου και μόχθου σε όλα".
Κατά τον Μ. Βασίλειο "βία είναι η καταπόνηση του σώματος που θεληματικά υπομένουν οι μαθητές του Χριστού με την άρση των δικών τους θελημάτων και της σωματικής ανέσεως, αλλά συνδεδεμένη και με την φύλαξη και την τήρηση όλων των εντολών του Χριστού".
Η βία "αποκαθαίρει τον νου", τον εξυψώνει, τον εξαγιάζει, καταβάλλει την ραθυμία και μαζί της όλες τις ολέθριες ψυχικές δυνάμεις.
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος μας δίνει πιο καθαρά τον τρόπο της καταπολεμήσεως της ραθυμίας με τη βία. "Το βιάζεσθαι εαυτόν εν πάσι", το να βιάζει κανείς τον εαυτό του σε όλα, αυτή είναι η οδός του Χριστιανού. Δηλαδή: "Να βιάζει τον εαυτό του στο καλό, έστω και αν η καρδιά του δεν το θέλει. Να βιάζει τον εαυτό του σε αγάπη, έστω και αν δεν έχει αγάπη. Να βιάζει τον εαυτό του στο να λυπάται τον άλλον, έστω και αν δεν αισθάνεται λύπη για τον άλλον… Να βιάζει τον εαυτό του σε προσευχή, έστω και αν η προσευχή του δεν είναι πνευματική…". "Βία φύσεως διηνεκής", θα μας έλεγε ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.
Με την βία επιχειρείται μία εισβολή στα βάθη της ψυχής για να καταλυθεί η ραθυμία που φωλιάζει μέσα μας. Στην αρχή θα γίνει ο αγώνας μας εξωτερικά και χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτε. Μηχανικά. Κατόπιν όμως με την άσκηση ή ψυχή θα αγαπήσει την κατάσταση αυτή και θα γίνει ύστερα από μακρά άσκηση βίας εσωτερική η εξωτερική εργασία, πηγαία.
Αυτή την προτροπή κάνει και ο Μ. Βασίλειος. "Η βασιλεία των ουρανών δεν ανήκει στους ράθυμους, αλλά σε εκείνους που βιάζουν τον εαυτό τους. Και οι βιαστές την αρπάζουν. Αν θέλεις λοιπόν να αρπάξεις τον ουρανό, μην είσαι ράθυμος, αλλά γίνου βιαστής. Σφίξε τον τράχηλό σου κάτω από τον ζυγό του Χριστού… Μη περιεργάζεσαι τα ξένα σφάλματα…". Και ο λόγος του επειδή απευθύνεται σε μοναχούς, είναι πολύ κοφτερός: "Μη νομίζεις ότι θα σωθούν όλοι όσοι κάθονται στο Μοναστήρι". Και αυτοί πρέπει να βιάσουν τον εαυτό τους σε όλα, διώχνοντας την αδηφάγο ραθυμία.
Βέβαια μέσα στα ασκητικά κείμενα υπάρχει πλήθος παραδειγμάτων με τα οποία οι Πατέρες βίαζαν τον εαυτό τους και έδιωχναν την ραθυμία.
Κάποιος από τους πατέρες έβαλε κανόνα να μη βγει από το κελί του όλη τη Μ. Τεσσαρακοστή. Με συνέργεια όμως του πονηρού το κελί του γέμισε από αναρίθμητους κοριούς. Τότε ασκώντας βία επάνω στον εαυτό του είπε: Και να πεθάνω ακόμη δεν θα βγω από το κελί μου. Την Τρίτη Εβδομάδα των Νηστειών κατά παράξενο τρόπο βλέπει ένα πλήθος από μυρμήγκια το οποίο εξαφάνισε τους κοριούς!
Έτσι ασκούσαν βία πάνω στον εαυτό τους οι πατέρες εκείνοι, πράγματα τα οποία μερικά για μας είναι αδιανόητα σήμερα.
Η άσκηση βίας στον εαυτό μας είναι σχετικά εύκολη για την υπερνίκηση της ραθυμίας και των θλιβερών της συνεπειών στην πνευματική μας ζωή. Κάτι πολύ πιο ευχάριστο από τους κόπους και τις θανάσιμες συνέπειες της ραθυμίας και της άσκοπης ζωής μέσα στην άνεση και την αδράνεια. Γι’ αυτό και επίκαιρη είναι η προτροπή του αγίου Εφραίμ του Σύρου: "Κουράσου και πόνεσε κοπιάζοντας σωματικά, για να αποφύγεις τους κόπους και τις δυσάρεστες συνέπειες των χωρίς κόπο μάταιων λόγων".
2. Μνήμη θανάτου.
Η μνήμη του θανάτου είναι ένα δυνατό όπλο και αποτελεσματικό για την ψυχή εκείνη που έχει πέσει στον βαθύ της ραθυμίας ύπνο.
Αυτή η μνήμη γεννάει το πένθος, προτρέπει σε εγκράτεια, υπενθυμίζει τη γέννα, είναι μητέρα προσευχής και δακρύων, προφυλάγει την καρδιά από την εμπαθή προσκόλληση στα γήινα, οδηγεί στην διάκριση και στον φόβο του Θεού, βοηθάει στην τήρηση των εντολών του Θεού και αντιμετωπίζεται με θάρρος ο πνευματικός αγώνας.
Αναφέρει σχετικά ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για τη μνήμη του θανάτου: "Γι’ αυτό είναι αναγκαία η μνήμη του θανάτου, διότι οδηγεί σε πνευματική δραστηριοποίηση τον άνθρωπο και τον ωθεί στη πραγμάτωση της αρετής. Ειπώθηκε πως δεν είναι δυνατόν να ζήσει κανείς με ευσέβεια, αν δε λογαριάσει την κάθε μέρα του ως την τελευταία της ζωής του… Η μνήμη το θανάτου κάνει την καρδιά άφοβη γιατί την απελευθερώνει από κάθε άλλο φόβο".
Αυτά τα λίγα ρανίσματα από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος είναι πολύ χαρακτηριστικά για το πόσο ωφέλιμη είναι η μνήμη του θανάτου για την αποδίωξη της ραθυμίας από την ψυχή μας.
3. Ακόμη πιο βοηθητικό βέβαια είναι και η μνήμη του Θεού.
Ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου είναι λειτουργικός. Ζει για να υμνεί και να δοξάζει τον Δημιουργό και Θεό του. Δεν εννοείται βέβαια με αυτό μία τυπική προσευχή. Αλλά πρέπει να είναι μία ενσαρκωμένη προσευχή, διότι τότε η ζωή του γίνεται πραγματική, όταν ολόκληρη γίνεται ένας καιρός προσευχής. Και μας αναφέρει και ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος: "Ο χριστιανός εαυτού εξουσίαν ουκ έχει, αλλά Θεώ σχολάζει". Είναι πράγματι μία υψηλή αποστολή την οποία μπορεί να κατορθώσει κανείς αγωνιζόμενος εναντίον όλων των παθών και ιδιαιτέρως εναντίον των τριών αυτών γιγάντων· της άγνοιας, της λήθης και της ραθυμίας.
Τελειώνουμε με τις σοφές συμβουλές του όσιου Μάρκου του Ασκητή, ο οποίος έδωσε και την ονομασία στα τρία αυτά πάθη και τα ονόμασε Γίγαντες:
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
"Αφού ντυθείς αυτά τα όπλα της αρετής με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, με κάθε είδους προσευχή και δέηση, με γενναιότητα και ανδρεία, θα κατανικήσεις τους τρεις γίγαντες των πονηρών δαιμόνων που αναφέραμε. Με την άριστη μνήμη του Θεού, σκεπτόμενος πάντοτε όσα είναι αληθινά, όσα είναι σεμνά και όσα είναι σεβαστά, όσα είναι σύμφωνα με το δίκαιο, όσα έχουν καλή φήμη, και οποιαδήποτε άλλη αρετή και έργο που είναι άξιο επαίνου, θα νικήσεις την παγκάκιστη λησμοσύνη και θα την διώξεις μακριά σου.
Με την φωτισμένη και ουράνια γνώση, θα εξαφανίσεις την καταστρεπτική και σκοτεινή άγνοια.
Με την κάλλιστη και γεμάτη από αρετή προθυμία, θα διώξεις μακριά την άθεη ραθυμία, που φυτεύει μέσα στην ψυχή το κακό.
Αυτές τις αρετές αφού τις αποκτήσεις, όχι με την προαίρεση μόνο, αλλά πραγματικά – με την βοήθεια του Θεού και με την συνεργασία του Αγίου Πνεύματος – με πολλή προσοχή και προσευχή, θα μπορέσεις να γλυτώσεις από τους τρεις δυνατούς γίγαντες του πονηρού που αναφέραμε. Διότι η συνύπαρξη αληθινής γνώσεως και μνήμης λόγων Θεού και αγαθής προθυμίας, που με την βοήθεια της ζωντανής χάριτος θα εγκατασταθεί με αγώνα στην ψυχή και θα διατηρηθεί με επιμέλεια, εξαφανίζει από την ψυχή και καθιστά ανύπαρκτο κάθε ίχνος λησμοσύνης και άγνοιας και ραθυμίας.
Και τότε βασιλεύει η θεία χάρις μέσα στην ψυχή στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν".
(Αγ. Μάρκος ο ασκητής. Φιλοκαλία τόμος Α’ σελ. 175-176).
πηγή

Παρασκευή, Μαΐου 31, 2013

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ (ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ)



Κάθε ημέρα στην εκκλησία ζητάμε τις
πρεσβείες των αγίων. Αυτές οι πρεσβείες είναι ολόκληρη δύναμις,
ολόκληρος κόσμος που βγαίνει από τους αγίους και από τις άκτιστες
ενέργειες του Θεού. Αλλά οι άγιοι δεν μεσιτεύουν απλώς. Με το να βλέπουν
τον Χριστόν και να γνωρίζουν την ζωή του, και με το να δέχωνται εν
Πνεύματι Αγίω θείο φωτισμό ο οποίος θα γίνη πλήρης την ημέρα εκείνη,
όταν θα παραβρεθούμε και εμείς μαζί τους, ο Χριστός γίνεται πλέον
περιουσία τους και φωτίζουν και εμάς. Διαφωτίζουν τον νου μας, μας
αποκαλύπτουν. Όταν έχω κάτι και μου το ζήτησης, θα σου το δώσω. Αν έχω
δύο χιτώνες, ο Θεός με υποχρεώνει να σου δώσω τον ένα. Αλλά και αν έχω
έναν, σε λυπάμαι και σου τον δίνω και αυτόν και ζητάω άλλον από τον
ηγούμενο. Ο άγιος, που έχει τόσο πλούτο από τον φωτισμό του Θεού, δεν θα
δώση και σε μας; Μπορεί να μας το αρνηθή αυτό;

Ο θείος φωτισμός είναι το βαθύτερο και
το σπουδαιότερο που μπορούμε να ζητήσωμε από τους αγίους. Ό,τι και αν
μας λείπη, αποκαθίσταται ή μπορούμε να ζήσωμε χωρίς αυτό. Αλλά χωρίς τον
φωτισμό, την γνώσι δηλαδή, δεν μπορούμε να ζήσωμε.
Η γνώσις του Θεού
συντηρεί τα κύτταρά μας και ενώνει το πνεύμα μας, μας παριστάνει ενώπιον
του Θεού και μας σώζει και μας βάζει στην βασιλεία των ουρανών. Η
γνώσις ή η άγνοια του Θεού, ή μικρή ή η μεγάλη, μας κάνει ζωντανούς ή
νεκρούς. Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος δεν αντέχει να μην εκφράση
την αγάπη του με το να μας πλουτίζη με τον θείο φωτισμό, με το να μας
διαφωτίζη στο κάθε μας θέμα.




Επί πλέον, οι άγιοι δεν κάνουν κάτι
μακριά από εμάς, δεν πηγαίνουν πίσω από εμάς για να παρακαλέσουν τον
θεόν, αλλά προσεύχονται μαζί μας. Εφ’ όσον είναι πρόσωπα, όταν γονατίζω
εγώ, αυτός που κάθε ημέρα είναι με τον Θεόν, γονατίζει μαζί μου,
συν-γονατίζει, συνιδρώνει, συμπάσχει, συναγωνιά με την δική μου
παράστασι ενώπιον του Θεού. Μη σας κάνη αυτό εντύπωσι. Αναγώνιος είναι η
αγωνία του αγίου, αλλά είναι μία αγωνία, μία συμμετοχή στην ζωή μας.
Εφ’ όσον το Πνεύμα κράζει, «αββά ο πατήρ», και αγωνιά μαζί μας, εφ’ όσον
ο Πατήρ και η κτίσις αγωνίζονται μαζί μας, δεν θα αγωνισθή ο άγιος που
τον φέραμε και τον βάλαμε στο κελλί μας; Και είναι τόσο εύκολη αυτή η
πράξις! Κάνεις μια μικρή έπιστράτευσι και υποχρεώνεις όλους τους αγίους
να γονατίσουν μαζί σου.

Μα, θα μου πήτε, συναγωνιά ο άγιος;
Γιατί; Διότι εμείς είμαστε άνθρωποι ακόμη, φέρομε το σαρκικό αυτό
περίβλημα, έχομε την χονδροείδεια του μυαλού μας και της καρδιάς μας και
δεν έχομε σταθερότητα στην πορεία μας. Τώρα μπορεί να κλαίω και μετά να
γελάω. Τώρα να ζητώ κάτι από τον Θεόν και μετά να αναρωτιέμαι γιατί το
ζητώ. Ή τώρα να ζητώ κάτι και μετά να το ξεχνώ. Τώρα να υπόσχωμαι κάτι
και μετά να κάνω το αντίθετο. Τώρα να ορκίζωμα; στον Θεόν πως θα
μετανοήσω και μετά να περιπίπτω στην ίδια αμαρτία με την δική μου γνώμη
και βουλή. Δεν έχω δει τον Θεόν με τα μάτια μου τα σαρκικά, όπως τον
θέλω εγώ, δεν μου παρέχει ο Θεός τον εαυτό του, όπως εγώ θα το ήθελα ή
το φανταζόμουν, και του εκφράζω τις αφέλειές μου, τα παιδιαρίσματά μου,
παίζω μαζί του και τον χάνω μέσα από τα χέρια μου.

Ο άγιος από την μια έχει ενώπιον του την
βεβαιότητα του Θεού, την αγάπη του Θεού, όλη· την θεία οικονομία, και
μπορεί να την πιάση και να μας την δώση, και από την άλλη έχει εμάς τους
ανίδεους και χονδρούς ανθρώπους και δεν ξέρει τι να κάνη μαζί μας. Δεν
είναι βέβαιος, αν μετά από μισή ώρα θα μείνωμε πιστοί στην υπόσχεσι που
του δίνομε τώρα, αν αύριο θα τον ξανακαλέσωμε για να συν-γονατίση μαζί
μας. Εχομε την βούλησί μας και αύριο μπορεί να τον ξεγελάσωμε, και τότε
θα αναγκασθή να παραστή κενός ενώπιον του Θεού.

Κάποιος Γέροντας παρακαλούσε την Παναγία
για τους υποτακτικούς του και μία ήμερα είδε στο όνειρό του τον Χριστόν
να της λέγη: Πήγαινε, μητέρα μου, και μη με ξεγελάς άλλο· τους βλέπεις
ότι είναι αμετανόητοι. Πόσες φορές και οι άγιοι παίρνουν την ίδια
απάντησι, όταν εμείς τους ζητάμε και εν συνεχεία τους εγκαταλείπωμε!

Οι άγιοι λοιπόν ενεργούν οι ίδιοι,
μεσιτεύουν για μας και μας φωτίζουν, συμπροσεύχονται μαζί μας και
συναγωνιούν, συμπάσχουν και συμμετέχουν στην δική μας πάλη. Και όλα αυτά
τα κάνουν από μόνοι τους. Εμείς καλούμε τον άγιο, του ζητάμε αυτό που
θέλομε, καμιά φορά με πολύ δισταγμό, και ο άγιος αναλαμβάνει το δικό μας
υστέρημα να το αναπλήρωση. Προσπαθεί και εμάς να ζωογονή και τον Θεόν
να συγκινή. Όπως φέρνεις έναν λογιστή και σου κάνει στο ακέραιο την
εργασία, εσύ όμως δεν ξέρεις τι σου έκανε, όπως εμπιστεύεσαι τον γιατρό
και σου διανοίγει τα σπλάγχνα, αλλά εσύ δεν πονάς ούτε καταλαβαίνεις
τίποτε, έτσι ακριβώς καλείς τον άγιο και όλα τα κάνει μόνος του. Εμείς
δεν έχομε τίποτε να κάνωμε· εν συνεχεία πάμε και κοιμόμαστε, ο άγιος
όμως συνεχίζει να κάνη την δουλειά του. Άραγε συνεχίζει; Βεβαίως
συνεχίζει. Συνεχίζουν οι δαίμονες να μας πειράζουν, και θα σταματήση ο
άγιος την δουλειά του;

Οι άγιοι παραβιάζουν ακόμη και τα άδυτα
του Θεού και την γνώμη του. Πόσες φορές η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον
Θεόν μεταμελούμενον! Ασφαλώς, ουδέποτε μεταμελείται ο Θεός, αλλά το
γεγονός αυτό δείχνει το πόσο ακούει τους άγιους του. Ο Θεός
αποκαλύπτεται εμφανώς στους άγιους, και εκείνοι τον αποκαλύπτουν και σε
μας. Μας μεταφέρουν δηλαδή τα άδηλα και τα κρύφια της γνώσεως του,
σύμφωνα με την θεία οικονομία και πρόγνωσι. Οι άγιοι είναι δικοί μας.

Αφού προσκαλέσωμε τόσο απλά τους αγίους,
με την εικόνα τους, τα λείψανά τους ή τον νου μας, οι άγιοι γίνονται η
ζωντανή συντροφιά μας. Και επειδή ο άγιος είναι αχώριστος από τον Θεόν,
το ξέρω ότι μαζί του είναι και ο Θεός. Ακόμη και αν εγώ είμαι μέσα στην
αμαρτία, μέσα στην δυσωδία, και δεν μπορή να ενεργήση σε μένα ο Θεός,
ακόμη και αν δεν τον νοιώθω, το ξέρω και το πιστεύω ότι μαζί με τον άγιο
είναι και ο Θεός.

Επίσης, το ξέρω ότι ο άγιος είναι για
μένα μία ευφροσύνη. Πόσες φορές κουβεντιάζαμε για να απαλλαγούμε από το
βάρος της μοναξιάς! Πόσες φορές λέμε αηδίες, γιατί είμαστε
στενοχωρημένοι και θέλομε να μας φύγη η δυσκολία, ο πειρασμός, η
στενοχώρια, ή θέλομε να σπάσωμε τα οχυρά που μας χωρίζουν από τους
άλλους! Πόσες φορές έχομε κάποιο σύμπλεγμα μέσα μας από την αμαρτία μας,
από την αναπηρία μας, από την μει¬ονεξία μας, και δεν ξέρομε τι να
κάνωμε! Τότε βγαίνομε έξω να αναπνεύσωμε αέρα ή πάμε στο κελλί ενός
αδελφού μας να του πούμε κάτι. Για την περίπτωσι αυτή οι Πατέρες λένε,
αν έλθη ο αδελφός σου και σου πη πως είναι στενοχωρημένος, πέταξε αμέσως
το κομποσχοίνι σου, μη τυχόν το δη και καταλάβη ότι προσευχόσουν, και
αμέσως πες του: Αδελφέ μου, τί έχεις; Διαφορετικά θα φερθούν οι άγιοι;
Αφού έτσι φερόμεθα εμείς, που διατρέχομε τον κίνδυνο να παρασυρθούμε από
τον αδελφό μας στην αμαρτία, δεν θα φερθή ο άγιος, ο οποίος δεν
παρασύρεται και μπορεί να διάλυση τα νέφη μας και να γίνη για μας μία
πραγματική ευφροσύνη;

«Εγχρονίζει η ευφροσύνη τοις δικαίοις».
λέγει η Άγια Γραφή. Η ευφροσύνη γίνεται στοιχείο συνακόλουθο,
αδιαλείπτως ενωμένο με τον δίκαιο. Αν η Αγία Γραφή το λέγη αυτό για τους
ζώντας δικαίους, οι οποίοι αύριο μπορεί να πέσουν, πόσο μάλλον ισχύει
για τους αγίους, οι οποίοι δεν πίπτουν πλέον. Σε αυτούς η ευφροσύνη
εγχρονίζει πολύ περισσότερο. Ερχόμενος λοιπόν ο άγιος, έρχεται μαζί με
την ευφροσύνη του, με το χαμόγελό του, με τα χαρακτηριστικά του, με τις
εμπειρίες του, με την ζωή του• είναι ο ίδιος, έχει τα ίδια μυαλά, ζη
όπως όταν ήταν κάτω στην γη. Επομένως, μπορώ πολύ εύκολα να αποκτήσω την
ευφροσύνη, που μου είναι τόσο αναγκαία για να προσεύχωμαι άνετα.

Ο άγιος όμως δεν είναι μόνον η συντροφιά
μας, η ευφροσύνη μας, είναι και «η πανήγυρίς μας εν τοις πρωτοτόκοις», η
συμμετοχή μας στον χορό όλων των αγίων. Για να νοιώσωμε αυτή την
πραγματικότητα, ας θυμηθούμε το όραμα του προφήτου Δανιήλ το σχετικό με
την επικράτησι του Χριστού, της Εκκλησίας και των αγίων. Ο Προφήτης
παρουσιάζει με θηρία τα διάφορα έθνη, τα οποία νικώνται από τον Υιόν του
Θεού και πίπτουν, τον δε Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί νεφελών και
τον Παλαιόν των ημερών καθήμενον επί του θρόνου του για να δικάση την
οικουμένη, τα έθνη, τους βασιλείς, τις ψυχές των ανθρώπων. Τα πάντα
εξουθενώνονται, δεν μένει τίποτε, δεν αντιστέκεται τίποτε στον Υιόν του
ανθρώπου. Σε αυτόν ο Παλαιός των ημερών χαρίζει την αρχή και την τιμή
και την βασιλεία. Δηλαδή ο Πατήρ μεταβιβάζει τα δικαιώματά του στον
Υιόν, παραδίδει τα πάντα στα χέρια του, μέχρις ότου αποκατασταθούν τα
πάντα και ο Υιός τα παραδώση στον Πατέρα.

Άλλος Προφήτης λέγει, «η αρχή επί του
ώμου αυτού». Με το ουσιαστικό «αρχή» δεν εννοεί τόσο την εξουσία, όσο
την θεότητα· θέλει να δηλώση ότι η ύπαρξις του Υιού, και μάλιστα το
είναι του, η δύναμίς του, είναι συνυφασμένη με την θεότητα, και επομένως
ο Υιός είναι Θεός. Ο Υιός του ανθρώπου δεν είναι κάποιος άνθρωπος αλλά ο
Υιός του Θεού. Η λέξις «αρχή» αποκαλύπτει την θεότητα του Υιού, ήτοι
την αΐδιο πρόσληψι των πάντων εν τω Θεώ και τήν βεβαιότητα αυτής της
αληθείας, και έτσι νοιώθομε μια ασφάλεια. Ο Υιός του ανθρώπου, ο οποίος
ίσταται ανάμεσα στον Παλαιόν των ημερών και στον πεσμένο άνθρωπο, είναι
ένας Θεός, μάλλον είναι ο Θεός.

«Αυτώ εδόθη η αρχή και η τιμή». Όλη η
προσκύνησις, που απενέμετο στον Γιαχβέ, τώρα απονέμεται στον Υιόν του
Θεού. Εμείς οι χριστιανοί, επικαλούμενοι τον Θεόν, εννοούμε τον Χριστόν.
Ό,τι και αν κάνωμε, θα πούμε. Χριστέ μου. Και αν πούμε, Θεέ μου, πάλι
τον Χριστόν εννοούμε. Το ότι ο Πατήρ έδωσε στον Υιόν όλη την τιμή,
σημαίνει ότι τον έκανε και εκείνον βασιλέα, αρχιερέα, προφήτη,
διδάσκαλο, τα πάντα. Ο δημιουργός Πατήρ έκανε τον Υιόν εξουσιαστή των
πάντων και Κύριον όλων των ψυχών μετέδωσε τον εαυτό του στον Υιόν,
μολονότι δεν υπήρξε χρόνος κατά τον οποίον ο Υιός δεν ήταν εν τω Πατρί,
και τώρα, σαρκούμενος ο Υιός, ο Πατήρ του μεταδίδει με την άρχιερωσύνη
και όλον τον κόσμο, ο οποίος συμβολίζεται με τα θηρία που νικά. Εν
συνεχεία του χαρίζει τήν βασιλεία, την καινούργια βασιλεία, την
ερχόμενη, την βασιλεία του Θεού, των αγίων, και όχι τα βασίλεια. Αυτά τα
διέλυσε ως ατμίδα, καταποντίζοντάς τα στην υπό των βιαίων άνεμων
ταρασσομένην θάλασσαν.

Και συνεχίζει ο Προφήτης: Ο Παλαιός των
ημερών «έδωκεν το κρίμα τοις αγίοις». Οι προφητείες συνήθως έχουν κάτι
ανακόλουθο· πρέπει κανείς να δη το νόημά τους με το πρίσμα της ιστορίας
και με το πνεύμα των ιδίων των προφητών. «Το κρίμα σου τω βασιλεί δος»,
λέγει ο Ψαλμωδός. «Κρίμα» εμείς θα λέγαμε ότι είναι το δίκαιο, η
απόδοσις της δικαιοσύ¬νης· κυρίως όμως είναι η δικαίωσις. Αλλά η
δικαίωσίς μου είναι η νίκη μου. Αν παραδέχεσαι πως είχα δίκαιο, μου
δίνεις την νίκη. Και εδώ το κρίμα έχει την έννοια της νίκης. Ο Παλαιός
των ημερών όμως δεν έδωσε την νίκη σε αυτόν που έδωσε την βασιλεία και
την τιμή και την αρχή, αλλά την έδωσε «τοις αγίοις». Δηλαδή τώρα όλα τα
δικαιώματα του Υιού, την αρχή, την εξουσία, την προφητεία, την
αρχιερωσύνη, τα παραδίδει στους αγίους, σε μας τον νέο Ισραήλ.

«Και την βασιλείαν κατέσχον οι άγιοι».
Πόσο εκφραστική είναι η Πάλαια Διαθήκη! Ανοίγεις τις πύλες, μπαίνεις
μέσα και παίρνεις τα πάντα υπό την κατοχή σου. Ο Πατήρ παίρνει τα πάντα
από τον Υιόν, με την αγάπη και την αποδοχή του Υιού, και τα παραδίδει
στους αγίους. Την βασιλεία που είχε χαρίσει στον Υιόν, την παίρνομε
εμείς. Επίσης, την τιμή του Υιού την δίνει σε μας. Άρα οι άγιοι γίνονται
φορείς όλων των δυνατοτήτων, όλων των δυνάμεων, Όλων των εξουσιών, όλης
της οντότητος, θα λέγαμε, του Χριστού. Εντεύθεν ο Χριστός είναι οι
άγιοι και οι άγιοι είναι ο Χριστός, και έτσι έχομε πλέον την πανηγύρι
των πρωτοτόκων, την ίδια την Εκκλησία, δηλαδή το σύνολο των αγίων, οι
οποίοι λαμβάνουν από τον Θεόν την δικαίωσι και την νίκη. Ο Χριστός
ευχαρίστως τους παραχωρεί τα πάντα, μέχρις ότου έλθη η ώρα που και εμείς
θα τα παραδώσωμε σε εκείνον και εκείνος θα τα παραδώση στον Πατέρα.
Τότε, θα κλείση η ιστορία, για να ανοίξη πια η αιωνιότης, η διαρκής
σχέσις Θεού και ανθρώπου.

«Και την βασιλείαν κατέσχον οι άγιοι».
Οι άγιοι άρπαξαν την βασιλεία, την κέρδισαν, την κατέκτησαν και την
κρατούν γερά· την κατέχουν, δεν θα την κατάσχουν, τους την έδωσε ο
Πατήρ. Και αν ερμηνεύσουμε τυπολογικά την Παλαιά Διαθήκη, το ανωτέρω
χωρίο αναφέρεται στην Εκκλησία, πολύ δε περισσότερο στην βασιλεία των
ουρανών. Αυτή η κατοχή δηλαδή είναι πληρέστατη και τελεία στους άγιους,
οι οποίοι ήδη θριαμβεύουν στον ουρανό.

Οι άγιοι λοιπόν, τους οποίους
προσκαλούμε στο κελλί μας, έχουν την νίκη, την κατοχή της βασιλείας των
ουρανών. Επομένως, οι άγιοι είναι για μας η δυνατότητά μας, το
περιβάλλον μας μέσα στο οποίο συγχορεύομε και εμείς ενώπιον του πολιού
ουρανίου Πατρός και ενώπιον του Υιού του Θεού, ο οποίος μας παρέδωσε τα
πάντα και μας έκανε θεούς, διά της προσλήψεως του φυράματός μας.

Άραγε, πώς οι άγιοι γίνονται για μένα η
νίκη; Βεβαίως η νίκη υπήρξε ο Χριστός. Αυτός «εξήλθε νικών», αλλά την
νίκη την παρέδωσε στους αγίους. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι είναι η νίκη
των δύο κόσμων που φέρω μέσα μου. Μέσα μου έχω από την μια τον φρικτό
κόσμο των παθών μου, που δεν μπορώ να τον κάνω τίποτε. Δεν μπορώ να βάλω
τα χέρια μου και να βγάλω τα πάθη από την καρδιά μου. Δεν μπορώ να
διώξω τον λογισμό μου· δεν μπορώ να συγκρατήσω τα λόγια μου, διαρκώς μου
ξεφεύγουν. Είμαι όλος εμπαθής, μαύρος, δυσώδης και τερατώδης. Από την
άλλη όμως είναι μέσα μου και ο κόσμος των θείων επιθυμιών, ο κόσμος της
αγάπης του Θεού, το όνειρό μου να πάω στον ουρανό. Εγώ στέκομαι ενώπιον
των αγίων με αυτούς τους δύο κόσμους. Οι άγιοι είναι «η νίκη η νικήσασα
τον κόσμον». Ποιός είναι ο κόσμος; Ο κόσμος είναι η αμαρτία, ο σατανάς,
είναι όμως και η Εκκλησία, η ίδια η παρουσία του Χριστού. Ο κόσμος είναι
αυτοί οι δύο οι κόσμοι, ο Χριστός και η αμαρτία, δηλαδή ο σατανάς, ο
οποίος οργιάζει και κυβερνάει τα πάντα -ακόμη και μένα- και τα ρίχνει
στην φθορά. Οι άγιοι είναι η νίκη και των δύο αυτών κόσμων. Συγκαλώντας
εγώ τους αγίους μου, συμμετέχω στην νίκη του αγίου και επιβάλλω την νίκη
αυτή και στον κόσμο.

Οι άγιοι είναι ακόμη η προσκύνησις του
Κυρίου, ο οποίος, αφού εκενώθη, εδόθη σε αυτούς και υπάρχει εντός τους.
Άλλωστε οι Πατέρες σαφώς λέγουν ότι «επί το πρωτότυπον διαβαίνει η
προσκύνησις». Όπως, όταν προσκυνώ την εικόνα ενός αγίου ή το λείψανό του
-που πολλώ μάλλον έχει τα στίγματα όχι των αιμάτων, αλλά του Αγίου
Πνεύματος διότι αγιάσθηκε-, η προσκύνησις γίνεται στον άγιο, έτσι και η
προσκύνησις ενός αγίου, της ζώσης εικόνος του Θεού, μεταβαίνει επί το
πρωτότυπον, τον Θεόν.

Ποιός μπορεί να αρνηθή τις Οικουμενικές
Συνόδους, την πείρα των Πάτερων; Όσο ανόητος και ψυχρός να είναι, αυτό
δεν μπορεί να το κάνη. Δηλαδή μπορεί να πη, δεν σε νοιώθω, Θεέ μου. Αλλά
δεν μπορεί να πη, δεν υπάρχεις, διότι δεν μπορεί να είπε ψέματα ο Μέγας
Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Χρυσόστομος, ο Μέγας
Αθανάσιος, ο άγιος Διονύσιος. Κάποιος θα είπε τήν αλήθεια. Ένας μόνον να
είπε την αλήθεια, ο Θεός είναι εδώ μπροστά μου.

Οι άγιοι είναι και το μέλλον μου, η
βασιλεία των ουρανών. Επειδή, οι άγιοι «κατέσχον την βασιλείαν»,
σημαίνει ότι τώρα αυτοί κυριαρχούν, αυτοί έχουν τα κλειδιά, για να
ανοίξη η θύρα της βασιλείας, αυτοί έχουν τους θρόνους. Επομένως, έχοντας
μαζί μου τον άγιό μου ή τους άγιους μου, κατέχω το μέλλον, εισέρχομαι
στο μέλλον, στην βασιλεία των ουρανών, που θέλω να πάω. Η εσχατολογία
μου δεν είναι κάποια θεωρία, κάποια φιλοσοφία, είναι μία αλήθεια. Με
τους αγίους εισέρχομαι στον κόσμο τον οποίο επιθυμούσα μέχρι προ μιας
στιγμής ή, καλύτερα, έχω το μέλλον μου έδώ, διότι το μέλλον μου είναι οι
άγιοι.

Οι άγιοι είναι επίσης η παρρησία μου.
Όταν τόσο δικαιωματικά, τόσο εξουσιαστικά εισέρχωμαι με τον άγιο στην
βασιλεία των ουρανών, ο άγιος είναι για μένα η παρρησία μου. Επειδή
αυτός είναι μέσα, αρπάζει και μένα. Λέμε στην λειτουργία μας, μετά τον
καθαγιασμό των τιμίων δώρων: «Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην
λατρείαν υπέρ των προπατορων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών». Γιατί;
Διότι αυτοί μπήκαν στην βασιλεία των ουρανών.

Εφ’ όσον λοιπόν οι άγιοι είναι το μέλλον
μου, και εφ’ όσον εγώ είμαι μέλος του σώματος του Χριστού, οι άγιοι
αυτοί είναι η οικογένειά μου και η τιμή μου. Μπαίνοντας και εγώ στον
χορό τους, γίνομαι οικείος του Θεού. Από εκεί που ήμουν ένας απλός
άνθρωπος, ένας οικογενής, γεννημένος σε ένα σπίτι, δούλος ή υιός,
γίνομαι ο οικείος, ο σύμφυτος, ο φίλος, ο υιός του Θεού. Τί άλλο μπορώ
να επιθυμήσω; Τί άλλο θα ήθελα να έχω και δεν το παίρνω καλώντας μπροστά
μου τους αγίους; Και όλα αυτά μου τα δίνει ο άγιος, χωρίς εγώ να τα
επιδιώκω, χωρίς να αναλογίζωμαι τι θέλω. Όλα τα τακτοποιεί ο άγιος. Όπως
πάω στον δικηγόρο μου και εκείνος τακτοποιεί την υπόθεσί μου και μου
στέλνει την απόφασι, έτσι ακριβώς και οι άγιοι ρυθμίζουν τα πάντα. Εγώ,
αφού τον επικαλέσθηκα, πάω και κοιμάμαι· εκείνος όμως, ενώ εγώ κοιμάμαι,
συνεχίζει την πορεία του και μου ετοιμάζει τα πάντα.

Συχνά παρουσιάζουν τους ασκητάς να
προσεύχωνται μέσα σε μια σπηλιά μπροστά σε μια εικόνα, κατά κανόνα της
Υπεραγίας Θεοτόκου. Κάποιος άγιος προσερχόμενος μπροστά στην εικόνα της
Παναγίας είχε πάρα πολλούς σαρκικούς πειρασμούς. Μα τί έπαθα,
αναρωτιόταν. Εγώ προσεύχομαι στην Παναγία, και ο σατανάς συνεχώς με
πειράζει. Πότε θα σταματήση; Τότε παρουσιάζεται ο σατανάς και του λέγει:
Γιατί διαμαρτύρεσαι; Εσύ φταις. Μην προσκυνάς αυτή την εικόνα, και εγώ
δεν θα σε πολεμήσω άλλη φορά. Του είπε την αλήθεια. Ο σατανάς στις
υποσχέσεις του είναι πιο τίμιος από εμάς. Οι άγιοι εξόρκιζαν τον σατανά
και έλεγε την αλήθεια. Εμείς, και να μας εξορκίζουν, δεν την λέμε.

Δέχθηκε ο σατανάς να φύγη, αρκεί ο
μοναχός να σταματούσε να προσκυνά την εικόνα, διότι η προσκύνησις, το
άνοιγμα των χειρών μπροστά σε εκείνη την εικόνα, ήταν η τελεία επιτυχία.
Αν, σκέφθηκε ο σατανάς, σταματήση να προσκυνά την εικόνα, τότε δεν
χρειάζεται να τον πειράζω εγώ. Μόνος του θα χάση την βασιλεία, την
παρρησία, και θα πέση σε απομόνωσι, θα ξεφύγη από τα χέρια του Θεού και
θα παύση να είναι κάτω από το εκχυνόμενο αίμα του Χριστού, και κάτω από
το Άγιον Πνεύμα που τον βρέχει και τον σκεπάζει.

Εχομε λοιπόν μαζί μας τον Θεόν, την Αγία
Γραφή, δηλαδή όλη την ιστορία της Εκκλησίας και όλη την οικονομία του
Θεού, έχομε τους αγίους, πιθανόν και τα έργα των χειρών μας. Ποιός
απομένει να μπη στο κελλί μας; Αυτός που κατά κανόνα λείπει είναι ο
εαυτός μας, και κυρίως ο νους μας, διότι τριγυρίζει. Το πρόβλημα τώρα
είναι να βάλωμε μέσα εκεί και τον εαυτό μας. Οι άγιοι έρχονται, ο Θεός
έρχεται, όλοι υπακούουν στον «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένον»
άνθρωπο, δεν υπακούει μόνον ο ίδιος στον εαυτό του ούτε και στην
προσκλη¬σι του Θεού. Γι’ αυτό, το μεγάλο πρόβλημα στην αγρυπνία μας
είναι η παρουσία του ιδίου του εαυτού μας. Προφανώς, αυτή επιτυγχάνεται
διά της προσευχής.



πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...