Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπυρίδων K. Τσιτσίγκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπυρίδων K. Τσιτσίγκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 12, 2015

Η ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑΣ

Η ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑΣ 
Υπό Σ. Κ. Τσιτσίγκου 
Αν. Καθηγητή Ψυχολογίας τής Θρησκείας
 τού Πανεπιστημίου Αθηνών

Όσο το θέμα αυτό είναι παλιό, άλλο τόσο είναι και επίκαιρο. Μετά μάλιστα την ισότητα που διακήρυξε ο Διαφωτισμός, όλοι «δημοκρατικά» ενδείκνυται ―και μάλιστα στον ίδιο βαθμό― να έχουν άποψη (ίση ψήφο) για όλα!
 Ανόητοι, ψυχασθενείς, αφελείς, αναλφάβητοι, παιδιά και έφηβοι δικαιούνται να διδάσκονται και να μαθαίνουν ό,τι λ.χ. και ένας πυρηνικός επιστήμων.
 Μα, είναι αυτό λογικά, ψυχολογικά, παιδαγωγικά, κοινωνικά και πολιτικά ορθό ή εφικτό; 
Μπορείς σε ένα μικρό παιδάκι, χωρίς την κατάλληλη προπαιδεία, να το διδάξεις αμέσως και από την αρχή Τριγωνομετρία;
 Μπορείς να του εμπιστευθείς ένα επικίνδυνο όπλο;
 Μπορείς π.χ. τα μυστικά τού Κράτους να τα κοινοποιήσεις σε όλους;
 Μπορούν όλοι να κατανοήσουν ανώτερα Μαθηματικά και Φιλοσοφία;
 Μακάρι να ήταν στο χέρι μας να καθορίζαμε εμείς τη φυσική ισότητα των ανθρώπων, αλλά, δυστυχώς, άλλο το στομάχι τού μικρού παιδιού και άλλο τού ενήλικα· άλλος ο εγκέφαλος του ενός και άλλος τού άλλου. Εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς με μία τέτοια τακτική προκύπτει η λήψη αποφάσεων; Για να μην αναφερθούμε στη ρουσφετολογία, την αναξιοκρατία και τη διαφθορά, που είναι συνήθη φαινόμενα, οι αποφάσεις ―υπό κανονικές συνθήκες (δηλ. «επιστημονικά»)― βγαίνουν είτε με βάση τον στατιστικό μέσο όρο, είτε από την υφαρπαγή των «πρώτων εντυπώσεων» του δημαγωγού απέναντι στην «κοινή γνώμη» ή τη (ρητορική) ικανότητα πειθούς που διαθέτει ο εμπνευστής (βλ. επιστημονική επανάσταση, κατά Τh. Kuhn). 
Από την άλλη μεριά, ερωτάται πώς είναι δυνατόν να ψέγουμε την ημιμάθεια, τη στιγμή που τα πάντα ―και μάλιστα επιστημονικώς πλέον αποδεδειγμένα (βλ. θεωρίες τής Σχετικότητας, Αβεβαιότητας, Χάους κ.λπ.)― είναι πεπερασμένα και σχετικά;

 Ποια αλήθεια θεωρείται απόλυτη, όταν «τά πάντα ῥεῖ καί οὐδέν μένει»;
 Ποιος μπορεί να κάνει τον δάσκαλο στους άλλους;
 Ποιος είναι αλάθητος; 

Κανείς δεν έχει τα (γνωστικά, ηθικά, πνευματικά κ.λπ.) εχέγγυα, ώστε να είναι ο ίδιος η Αυτοπηγή τής Γνώσης (Αυτοαλήθεια), να είναι δηλ. «ὁ ὤν» (ο «Ἐγώ εἰμί»), εκτός και αν δεν προέρχεται «εκ τού κόσμου τούτου», ή είναι Προφήτης και Άγιος (που και πάλι, βέβαια, δεσμεύεται από τον Κανόνα Πίστεως της Παράδοσής του). 
Η ψυχοπαθολογία τής ημιμάθειας δεν έγκειται στην πλήρη ή την ελλιπή γνώση τού ημιμαθούς, αλλά στην ψευδαίσθηση που ο ίδιος καλλιεργεί για τη βεβαιότητα και απολυτότητα των γνώσεών του, και μάλιστα για την πληρότητα αυτών τών γνώσεων· με άλλα λόγια, ότι κατέχει την (πάσα) αλήθεια (βλ. δοκησισοφία). 

Χωρίς να αναγνωρίζει τη μερικότητά  του, διδάσκει «ὡς ἐξουσίαν ἔχων».

 Έτσι, προκύπτει μία αυταρέσκεια, που παραθεωρεί τα πολλά που αγνοεί, και υπερτιμά τα λίγα ή τα ελάχιστα που συμβαίνει να γνωρίζει. Η τυχόν δε διάψευση ή αμφισβήτηση των γνώσεών του από τους άλλους τού ενισχύει την παράλογη διεκδικητικότητα και επιθετικότητά του, αφού έχει ταυτίσει όλη του την ύπαρξη με τη δήθεν παντογνωσία του. Ο ημιμαθής, εντέλει, μειονεκτεί όχι μόνο έναντι των πραγματικά μορφωμένων, αλλά και των παντελώς αγράμματων, γιατί αφενός δεν προσπαθεί να διορθωθεί (αφού δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει την πνευματική του ένδεια) και αφετέρου οι γνώσεις και «γνωσίες» (γνωσιακά σχήματα) που ήδη διαθέτει, δεν του επιτρέπουν μια νέα (ορθή ή/και πληρέστερη) «εγγραφή» μέσα του άλλων πληροφοριών. Έτσι, ουσιαστικά, παραμένει πλήρως αμαθής και αδαής: “A smattering of everything, and a knowledge of nothing” (C. Dickens).
 Ημιμάθεια (sciolism, smattering) λέγεται η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τις ανολοκλήρωτες και ατελείς γνώσεις (βλ. ελλειμματική μάθηση) ενός ατόμου (Μπριτάννικα 26, 409). Η ημιμάθεια σχετίζεται με την ημιμόρφωση (T. Adorno 1990), δηλ. την εκπαίδευση αλλ’ όχι την παιδεία· τη δεξιότητα αλλ’ όχι τη μόρφωση (< «μορφοῦν»).
 Μία ημιμαθής «παιδεία» όχι μόνο μπορεί να διαστρεβλώσει μια αλήθεια, αλλά και δεν μπορεί να παράσχει πρωτογενή γνώση, αφού συνήθως στέκεται στις επαναλήψεις, στις αντιγραφές, στον σχολιασμό, στον μιμητισμό και στον φορμαλισμό. 

Τόσο οι Αρχαίοι Έλληνες, όσο και η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία γνωρίζουν και στηλιτεύουν αυτό το πάθος. Σύμφωνα με τον π. G. Florovsky, οι Πατέρες τής Εκκλησίας για την ημιμάθεια χρησιμοποιούσαν ―ιδίως για τους αιρετικούς― τον όρο «ψευδομόρφωσις» (D. Wendebourg, Rome 1993). Ειδι- κότερα, ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Βέλτιον γάρ ἀγνοεῖν καλῶς ἤ εἰδέναι κακῶς» (MG 50, 768). 

Κλινική εικόνα, διάγνωση και συμπτωματολογία

 Την ημιμάθεια είναι δυνατόν να συναντήσει κανείς από τον ευτελέστερο κοινωνικά άνθρωπο μέχρι και τον πλέον λόγιο. 
Πολιτικοί, απόστρατοι, επίσκοποι, αρχιμανδρίτες, καθηγητές, εκπαιδευτικοί, γιατροί, δικηγόροι και δημοσιογράφοι είναι τα συνήθη θύματα της σοβαρής αυτής νόσου.

Μπορεί, για παράδειγμα, μια νοικοκυρά, που έτυχε να αγοράσει σε μία επαρχιακή εμποροπανήγυρη ένα εκλαϊκευμένο βιβλίο, από όλα αυτά που κυκλοφορούν, για τον βίο λ.χ. τού Ιησού Χριστού, να αρχίσει να διδάσκει ―και μάλιστα με απολυτότητα― ως ειδική Καινοδιαθηκολόγος (βλ. «το θράσος τής αμάθειας»)!

 Ιεροκήρυκες, που διάβασαν μια καινοτόμο ερμηνεία ή ιδέα ενός πανεπιστημιακού, άκριτα και άμεσα την υιοθετούν και τη μεταδίδουν. Εξάλλου, οι ημιμαθείς, επειδή πολλές φορές δεν μπο- ρούν ―με ταπείνωση και ειλικρίνεια― να παραδεχθούν ότι κατιτί το αγνοούν ή τουλάχιστον ότι δεν είναι ειδικοί, αυτοσχεδιάζουν ή εκνευρίζονται και στρέφουν τη συζήτηση σε προσωπικές αντιδικίες.

 Ποιος δεν έχει προσέξει τη μωροσοφία ορισμένων δημοσιογράφων ή τον τρόπο συγγραφής (δίκην συρραφής κομματιών μιας κουρελούς, χωρίς δηλ. εννοιολογική εμβάθυνση αφαιρετικά ή συνθετικά) κάποιων βιβλίων τους;
 Ή ποιος δεν έχει παρατηρήσει την ανωφελή δαπάνη (σπατάλη) έγχρωμων και με illustration χαρτί πολλών ενοριακών χριστιανικών περιοδικών που γέμουν απλοϊκών, αφελών, ρηχών, ελαφρών, συναισθηματικών, βιωματικών, παιδαριωδών και εν πολλοίς άστοχων, λανθασμένων, παραμυθητικών, λογογραφικών, ηθικιστικών και ευσεβιστικών άρθρων και φωτογραφιών;

Έχω π.χ. διαβάσει άρθρα αρχιμανδριτών και νυν επισκόπων, που χωρίς καμία επιστημονική εξειδίκευση αλλά και καμία αιδώ, γνωμάτευαν ad litteram ότι δεν εμπιστεύονται τη χριστιανική Κατήχηση σε κανέναν θεολόγο, πλην, εννοείται, τού εαυτού τους! 

Έχω, επίσης, διαβάσει κηρύγματα Μητροπολιτών που εκφωνούνται από τους ιερείς σε όλες τις ενορίες, τα οποία συγχέουν κατά τραγικό τρόπο Πατερικές έννοιες, διαστρεβλώνοντας έτσι τελείως το θεολογικό νόημα.

 Φιλοσοφικο-θεολογική και επιστημολογική ημιμάθεια

 Εκεί, όμως, που η ημιμάθεια και η ισχυρογνωμοσύνη φθάνουν κυριολεκτικά στο ζενίθ τους, είναι σε θέματα φιλοσοφικά, ηθικά, παιδαγωγικά, ιδεολογικο-πολιτικά και μεταφυσικά/θρησκευτικά. Εκεί όλοι σχεδόν έχουν άποψη, παριστάνοντας τους ειδήμονες, γιατί, βέβαια, δεν τους περιορίζει (τόσο) η γνώση μιας αυστηρής ορολογίας, μολονότι κάθε επιστήμη έχει την ορολογία της. 

Και, βέβαια, δεν καταδικάζουμε απερίφραστα τον οποιοδήποτε ερασιτεχνισμό (Dilettantism), που πολλές φορές (τυχαία;) έχει απεργασθεί σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις και εφευρέσεις για την ανθρωπότητα, αρκεί αφενός το υποκείμενο να μη διέπεται από μία ολοκληρωτική και αυταρχική συμπεριφορά, έχοντας συνείδηση των ορίων του, και αφετέρου η εγκυκλοπαιδική, επιφανειακή και σποράδην γνώση να μην θεωρηθεί ότι υποκαθιστά τη βαθιά, ενδελεχή και εξαντλητική έρευνα και σπουδή. 

Ομοίως, στον χώρο των Θετικών Επιστημών ο κάθε πτυχιούχος αποφαίνεται με ύφος Einstein επί παντός επιστητού. Η αδαημοσύνη και η ανεπιτηδειότητα πάντα κερδίζουν (ποσοτικά και όχι ποιοτικά) σε ακροατήριο! Αγνοώντας σφαιρικά την πιο πρόσφατη βιβλιογραφία πάνω στην ειδικότητά του, αφού εδώ οι γνώσεις ―ιδίως στα εξειδικευμένα ξένα κυρίως περιοδικά― αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, ο ημιμαθής επιστήμων αποφαίνεται δογματικά, μολονότι η σύγχρονη Επιστημολογία (Κ. Popper, P. Feyerabend κ.ά.) είναι επ’ αυτού πολύ επιφυλακτική και προσεκτική.

 Αίτια της ημιμάθειας

 Τα συνηθέστερα αίτια της ημιμάθειας είναι: το complex κατωτερότητας, η άγνοια του εαυτού και των ορίων του, η ανάγκη για (κοινωνική) αναγνώριση, η ματαιοδοξία και φιλοδοξία, η προβολή, η αλαζονεία, ο ε- γωισμός, ο ναρκισσισμός, η στενή και περιορισμένη επιστημονική εξειδί- κευση, ή, αντίθετα, η γενικευμένη και η πνευματική ελεφαντίαση, το εν- τεταλμένο καθήκον, η νομιζόμενη ιεραποστολή, η παρανόηση του Χαρίσματος ομολογίας τής Πίστεως, το σύνδρομο του «σωτήρα» κ.ά. Έτσι, βλέπουμε στην τηλεόραση, που συνήθως επιδίδεται σε μια βιομηχανία ταλέντων, τα ίδια πρόσωπα ή ακόμα και άσχετα (ηθοποιούς, τραγουδιστές, χορευτές, ζωγράφους, μανεκέν, σεφ, μαιτρ, κομμωτές, ποδοσφαιριστές κ.ά.) να συζητούν κάθε φορά για διαφορετικά θέματα (Πολιτικής, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Κοινωνικής Ηθικής, Θρησκείας/Μεταφυσικής κ.λπ.), εκφράζοντας δημόσια (και προφανώς παρασύροντας ένα ικανό μέρος τής κοινής γνώμης) τις (προσωπικές-εμπειρικές) πεποιθήσεις τους.
 Έτσι, η TV ή το Internet, που πληροφορούν μαζικά, διαδίδουν ραγδαία αυτή την εγκυκλοπαιδική, επιφανειακή, επιπόλαια, αντεπιστημονική, λαϊκή, γενικευτική και επικίνδυνη ψευδο-γνώση (παραπληροφόρηση).

 Πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου 

Τόσο η αρχαιοελληνική διανόηση («Μή προτρεχέτω ἡ γλῶττα τῆς διανοίας») και οι μεγαλύτεροι σοφοί, όπως ο Σωκράτης («ἕν οἶδα ὅτι οὐδέν οἶδα»), όσο και οι ιδρυτές, μύστες και άγιοι των διαφόρων Θρησκειών, αλλά και ψυχο-κοινωνιολόγοι, έχουν διαγνώσει το πάθος αυτό, συνιστώντας αυτογνωσία, αυτοέλεγχο και αυτοκριτική, σοβαρή προετοιμασία και εξέταση των πραγμάτων σε βάθος και πλάτος, όχι βεβιασμένες αποφάνσεις, σκληρή άσκηση για την απόκτηση της αληθινής σοφίας (κυρίως κριτική, αφαιρετική και συνθετική ικανότητα) και όχι απλά πληθώρας πληροφοριών, λακωνικότητα, μετριοπάθεια, ταπεινό και συμπαθητικό γενικά φρόνημα, ησυχία και σιωπή, όπου και όποτε επιβάλλεται:
 «Κρεῖττον σιωπᾶν ἤ λαλεῖν μάτην».

 Το ίδιο για τη σιωπή συμβουλεύουν και όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, ποιητές και ρήτορες της Αρχαιότητας: Πυθαγόρας, Ευριπίδης, Μένανδρος, Επίκτητος, Ισοκράτης κ.ά. 
Και ο Αυστρο-Βρετανός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein (1889–1951) λέει σχετικά: «για ό,τι δεν μπορούμε να συλλάβουμε καθαρά με τη σκέψη μας, είναι καλύτερα να σιω- πούμε». Για να φθάσουμε, όμως, σε αυτό το επίπεδο, απαιτείται προηγου- μένως να αποκτήσουμε το Πατερικό ήθος τής «διακρίσεως»: «καιρός τοῦ σιγᾶν καί καιρός τοῦ λαλεῖν», όπως κηρύττει ο Εκκλησιαστής (3, 7). 
Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός παραγγέλλει: «μηδέ κληθῆτε καθηγηταί, ὅτι κα- θηγητής ὑμῶν ἐστιν εἷς ὁ Χριστός. ὁ δέ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος. ὅστις δέ ὑψώσει ἑαυτόν ταπεινωθήσεται καί ὅστις ταπεινώσει ἑαυτόν ὑψωθήσεται» (Ματθ. 23, 10-12).
 Εδώ ο Χριστός ―πέρα από το ότι αποδίδει  την ημιμάθεια στην αλαζονεία― δεν εννοεί ούτε per se τον τίτλο (ο οποίος χρησιμοποιείτο και χρησιμοποιείται), ούτε την αυθεντία τού ίδιου τού Λό- γου Του, αλλά την ψυχοπαθολογική εμμονή κάποιων στο ανθρωπίνως Αλάθητο. Εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων (πρβλ. think tank) να κατέχει απόλυτα και αλάθητα ολόκληρη την α- λήθεια, τουλάχιστον θα πρέπει να εμπιστευόμαστε ―περισσότερο από ό,τι όλους τούς άλλους― τους (πραγματικούς και όχι πλασματικά) ειδικούς: «οὐϰ ἄρα, ὦ βέλτιστε, πάνυ ἡμῖν οὕτω ϕροντιστέον τί ἐροῦσιν οἱ πολλοὶ ἡμᾶς, ἀλλ᾽ ὅτι ὁ ἐπαἸων περὶ τῶν διϰαίων ϰαὶ ἀδίϰων, ὁ εἷς ϰαὶ αὐτὴ ἡ ἀλήϑεια» (Πλάτων., Κρίτων).
 Όπως δεν μπορείς να κάνεις δημοψήφισμα λ.χ. για το ποιο οπλικό σύστημα είναι καταλληλότερο, έτσι δεν μπορείς να κάνεις δημοψήφισμα και για ένα ιατρικό ζήτημα. Αλλά, το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει ―αν όλα λειτουργούσαν, όπως έπρεπε να λειτουργούν― και για όλους τούς τομείς τής ζωής, τούς οποίους επί τούτω καλύπτουν οι διάφοροι επιστημονικοί χώροι (ειδικότητες και υπο-ειδικότητες).
το είδαμε εδώ

Σάββατο, Ιουνίου 22, 2013

ΚΥΡΙΑΚΉ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΉΣ Σπύρος Τσιτσίγκος

Σε μια εποχή τού «τέλους τού λόγου» (M. Horkeimer), όπως είναι η δική μας, η Εκκλησία γιορτάζει την προσέγγιση του Λόγου ως παύσης ή Σιγής (κάθε έννοιας). Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί (Ματθ. 4, 4). Στις μέρες μας ζούμε πραγματικά μια «επιδημία Πνεύματος», έναν Νέο-Μοντανισμό. Αλλά, το ερώτημα είναι ποιου Πνεύματος. Μήπως αντί τού Αγίου, κατακλυζόμαστε από το ακάθαρτο (πνεύμα), και τότε η «πνευματικότητά» μας αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια «βλασφημία τού Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 12, 31);
Η κοινωνία μας σήμερα έχει «εν πολλοίς» μεταβληθεί σε «θέατρο του Παραλόγου». Η βία, η Παραψυχολογία, ο Πνευματισμός (Mediums), η New Age και ο Okkultismus (para-normal, Spuk-, Ψ- φαινόμενα, poltergeist) βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη. Φωτισμένες, οραματίστριες, μάγοι, «προφήτες», «τρελοί», hooligans και αναρχικοί απασχολούν τις μεγάλες μάζες και τα τηλεοπτικά κανάλια. Κι’ όμως, τι τραγική ειρωνεία! Aπ’ τη γονυκλισία (lig < inclinaison) τού Εσπερινού τού Αγίου Πνεύματος ο πατέρας τού Αναρχισμού, Γάλλος σοσιαλιστής και πολιτικός φιλόσοφος Pierre-Joseph Proudhon (1809–1865), ετυμολόγησε την ίδια τη Θρησκεία. Απ’ την άλλη μεριά, η Παγκόσμια Οικουμενική Κίνηση επικαλείται συνεχώς το Πανάγιο Πνεύμα για την πολυπόθητη Ένωση των Εκκλησιών, όπως φαίνεται από το γενικό της τίτλο «Ελθέ Πνεύμα Αγιον».
Με την Πεντηκοστή κλείνει ο λειτουργικός κύκλος τού εκκλησιαστικού έτους. Αν η πρώτη Αποκάλυψη-Διαθήκη ήταν η Μωσαϊκή (τού YHWH) και η δεύτερη, η Χριστολογική («χειρόγραφον» της Σταύρωσης), η Πεντηκοστή αποτελεί την Τρίτη. Η φανέρωση του Πνεύματος στην Ιστορία σημαίνει το «σπάσιμο» της Αιτιοκρατίας (Determinismus), και την αναγνώριση του έκτακτου, του πιθανού και του ενδεχόμενου - θαύματος (βλ. J. Oury, 5o Διεθνές Συνέδριο Ψυχανάλυσης, 1981).
Λέγοντας εδώ «πνεύμα», δεν εννοούμε ούτε τον Πολιτισμό, ούτε την Εγελιανή Ιδέα, ούτε την ατομική (ψυχική) διάθεση. Εννοούμε το Τρίτο Πρόσωπο της Αγ. Τριάδας. Την ορθόδοξη Πνευματολογία συνοψίζει θαυμάσια η λέξη «Ακτιστοσυμπλαστουργοσύνθρονον» της η’ ωδής τού Κανόνα τής εορτής. Το Αγ. Πνεύμα («δάκτυλος του Θεού») δεν είναι καμιά (αφηρημένη) ενέργεια του Θεού, όπως πολύ εύκολα θα μπορούσε να μας παραπλανήσει το ουδέτερο γένος Του στην Ελληνική γλώσσα, αφού σε άλλες γλώσσες υπάρχει και σε αρσενικό (Spiritus, ή Παράκλητος) αλλά και σε θηλυκό (Roua’h) γένος.
Το Αγ. Πνεύμα εκπορεύεται από τον Θ. Πατέρα, ενώ πέμπεται δια του Υιού (Λόγου). Οι αρχαίοι αιρετικοί είτε αρνήθηκαν τη θεότητα του Τρίτου Προσώπου τής Αγ. Τριάδας (Μακεδόνιος), όπως οι σημερινοί Χιλιαστές, είτε το ταύτισαν με τον εαυτό τους (Μωάμεθ)! Οι νεότεροι, πάλι, είτε το υποτίμησαν (Filioque), είτε το υπερτίμησαν (Πνευματοκρατία, Πεντηκοστιανοί), είτε, τέλος, το διαστρέβλωσαν (Ρωσική Σοφιολογία). Ήδη 500 χρόνια π.Χ. ο Προφήτης Ιωήλ (3, 1) αποφθεγγόταν: «Και έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών, και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται, και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται».
Όπως 50 ημέρες μετά την Έξοδο (Πάσχα) οι Εβραίοι δια του Μωυσή παρέλαβαν στο όρος Σινά τον Νόμο (Σιναϊτική Πεντηκοστή: Schabu’ot), έτσι και οι (120 πρώτοι) Χριστιανοί (Εκκλησία), πενήντα μέρες μετά την Ανάσταση, παραλαμβάνουν σ’ ένα άλλο υψηλό μέρος («υπερώον») στις 9 π.μ. τη Θ. Χάρη (Ιεροσολυμητική Πεντηκοστή). Ο αριθμός πενήντα (50 = 7 Χ 7) τόσο στους Αρχαίους Έλληνες (πρβλ. 50 Νηρηίδες τού Δαναού), όσο και στους Εβραίους (Ιωβηλαίο), αποτελούσε ιερό αριθμό. Κατά τον απόστολο Παύλο, τα επτά από τα εννέα Χαρίσματα αναφέρονται στην ειδική ενέργεια του Αγ. Πνεύματος (Α’ Κορ. 12, 8-10). Μετά την Ανάληψη του Θ. Λόγου, το Αγ. Πνεύμα εισέρχεται στον κόσμο δια της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η Πεντηκοστή ονομάζεται «γενέθλιος ημέρα τής Εκκλησίας» (άγ. Ειρηναίος).
Χωρίς να συγχέουμε το (Θείο) Πνεύμα με την (ανθρώπινη) ψυχή (soul), μπορούμε να θεωρήσουμε το Θείο εμφύσημα στον άνθρωπο (Γεν. 2, 7) ως την αρχετυπική πράξη τής Πεντηκοστής. Προ της Πεντηκοστής η Εκκλησία έμοιαζε με το ανθρώπινο σώμα πριν δεχτεί τη ζωογόνο πνοή τού Δημιουργού (Ιω. Χρυσόστομος). Η Εκκλησία είναι χαρισματική κοινωνία προσώπων, ζώντων μεταξύ Πεντηκοστής και Β’ Παρουσίας (βλ. «αρραβών» τού Πνεύματος). Η Εκκλησία, ως τόπος παρουσίας τού Τριαδικού Θεού μέσα στην Ιστορία δια της ενεργείας τού Πνεύματος, συνεχίζει περαιτέρω το σωτήριο έργο τού Χριστού, το οποίο οικειοποιούνται προσωπικά οι πιστοί. Ο ίδιος ο Χριστός, «ως απαρχή και τέλος των όντων, και λόγος, ώ τα πάντα φύσει συνέστηκε», είναι η Πεντηκοστή (Μάξιμος Ομολογητής). Η λειτουργική «Αναφορά», η Επίκληση και ο Καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων (βλ. Ζέον) έχουν ως κέντρο τους την Ανάληψη και την Πεντηκοστή.
Για την προσοικείωση της Θ. Χάρης (άκτιστων ενεργειών τού Αγ. Πνεύματος) απαιτείται η θεανθρώπινη συνεργία. Το Αγ. Πνεύμα, ως βυθός Θείων Χαρισμάτων, πλημμυρίζει τον άνθρωπο και όλη την Κτίση. Όπως το Πνεύμα κινεί τον Λόγο, έτσι και η ψυχή κινεί τη μετα-Γλώσσα (ποίηση, σύμβολο, Σημειωτική, ά-φατο, μυστήριο). Κατά Μάξιμο τον Ομολογητή, «μυστήριον εστι Πεντηκοστής, η προς την πρόνοιαν άμεσος των προνοουμένων ένωσις, ήγουν η προς τον λόγον κατά την της προνοίας επίνοιαν της φύσεως ένωσις, καθ’ ήν ουδεμία το παράπαν εστι χρόνου και γενέσεως έμφασις». Η «γλωσσολαλία» (γλώσσα των Αγγέλων) τής Πεντηκοστής αποκαθιστά τη Βαβέλ (σύγχυση γλωσσών: Εσπεράντο, Ido και Volapuk). Ο οντολογικός Λόγος (Θεολογία) συνέχει τον τεχνολογικό λόγο (Ορθολογισμός ή Επιστήμη). Το πνεύμα δίνει ζωή στον (άψυχο) επεξεργαστή (ηλεκτρονικό υπολογιστή). Το «Πνεύμα τής Αληθείας», αν και μπορεί να προκαλεί με την παραδοξότητά του [πρβλ. την κατά Χριστόν σαλότητα: «Credo, quia absurdum est» (Τερτυλλιανός)], εντούτοις σοφίζει τους αγράμματους και δογματίζει. Έπειτα, η Χάρη τού Αγ. Πνεύματος ενδυναμώνει και βεβαιώνει την πίστη (βλ. μαρτυρία τής Ανάστασης).
Η Πεντηκοστή, ευχαριστιακός τύπος των (ιουδαϊκών) «απαρχών» (γιορτή θερισμού και συγκομιδής των πρωτογεννημάτων) και της αιώνιας ζωής (7 + 1 = 8ης Ημέρας), συμβολίζει την «εν Χριστώ» ανανεωμένη ανθρωπότητα (τις «απαρχές» τού Πνεύματος, Ρωμ. 8, 23) σαν ιερή προσφορά στον Θ. Πατέρα. Έτσι, το Αγ. Πνεύμα «ανθρωποποιεί» (hominisation) τον Άνθρωπο (βλ. «Παρακλητισμό», κατά τον N. Berdiajew). Αντίθετα από κάθε Ηθικισμό (και νομικισμό), αφού «το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β’ Κορ. 3, 6), οι πρώην διώκτες και φονιάδες με τη βοήθεια του Αγ. Πνεύματος μεταβάλλονται σε ιεραποστόλους και ορθόδοξους (δηλ. ψυχο-πνευματικούς) «βιαστές» (βλ. Ζηλωτισμό). Ακόμα, η ορθόδοξη Παράδοση ανέκαθεν ισορροπούσε μεταξύ (πρωτοχριστιανικής) σύναξης (ποσότητας: κοινοκτημοσύνη) και προσώπου (ποιότητας).
Η μεσσιανική κοινότητα, ανοιχτή σ’ όλους τους λαούς, αφού το Πνεύμα «όπου θέλει πνει» (Ιω. 3, 8), συνιστά την Πεντηκοστή των εθνών (Πράξ. 10, 44). Το Χρίσμα (σφραγίς) τού Πνεύματος είναι το διακριτικό γνώρισμα της ορθό-δοξης κοινοτικής ζωής (Α’ Ιω. 2, 20. 27). Ο Ιούδας, που κοινώνησε κατά το γράμμα και όχι κατά το Πνεύμα, δαιμονίστηκε. Εξάλλου, η γιορτή της Πεντηκοστής δονείται από μια μυστική χαρά και έναν ιερό ενθουσιασμό (πνευματική μέθη), και όχι έκσταση, (ιερά) μανία, βακχεία ή τα γνωστά παραληρηματικά φαινόμενα της ειδωλολατρίας. Αυτή η (νηπτική) μέθη μεταμόρφωσε και μεταμορφώνει τους βοσκούς σε Προφήτες (βλ. Προφητισμό), και τους ψαράδες σε Αποστόλους, ξεδιψά τους «διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5, 6), εμ-πνέει δημιουργικά (πρβλ. Υμνογραφία, Αγιογραφία κ.λπ.), αναπαύει - ειρηνεύει (πρβλ. το Πνεύμα ως «περιστερά»), ελευθερώνει υπαρξιακο-οντολογικά (πρβλ. ορθόδοξη πνευματική αναρχία), αναψύχει τον καύσωνα των παθών (βλ. «δρόσο τού Πνεύματος»: Αερμών και νεφέλη), συνηγορεί - παρηγορεί (βλ. Παράκλητο), μάς κιν(ητοποι)εί ψυχοπνευματικά (κατά τον Ν. Καβάσιλα) και μας συνδέει αγαπητικά. Κατά τον Γρηγόριο Σιναΐτη, ο έρως είναι καθαρτικός (το Αγ. Πνεύμα ως «ποταμοί ύδατος»), φωτιστικός (το Αγ. Πνεύμα ως πύρινη γλώσσα) και θεωτικός (το Αγ. Πνεύμα ως το Άκτιστο Φως). Ο Θεός (το Αγ. Πνεύμα) μάς παρέχει τις δικές Του Ενέργειες, οι οποίες μας ανοίγουν τα μάτια (της ψυχής), και έτσι σαν σε γέφυρα επικοινωνούμε μαζί Του. Μάλιστα δε, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος παρομοιάζει το Αγ. Πνεύμα με σχοινί, που μας ανυψώνει από τη γη προς τον ουρανό. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, με το Αγ. Πνεύμα επιτελείται το «θεολογείν» (το Χάρισμα της θεογνωσίας), συγχωρούνται οι αμαρτίες (πρβλ. εβραϊκή Ημέρα Αφέσεως) και καθίστανται οι πιστοί «υιοί και κληρονόμοι» τής Βασιλείας τού Θεού.
Η άνοδος του Μωυσή στο όρος Σινά ερμηνεύτηκε αλληγορικά από τον Γρηγόριο Νύσσης και στη συνέχεια από τους Καββαλιστές (< Kabbalah) τού Μεσαίωνα ως εσωτερική πρόοδος (πνευματική αύξηση) ανά τρία στάδια - επίπεδα («σεισμούς»): α) «πεδιάδα» - Βάπτισμα (βλ. Κατηχητική Θεολογία), β) «πρόποδες» - Χρίσμα (βλ. Καταφατική Θεολογία) και γ) «κορυφή» - Θ. Ευχαριστία: «γνόφος αγνωσίας» (βλ. Αποφατική Θεολογία). Ωστόσο, χρειάζεται διάκριση, έτσι ώστε η υγιής πνευματικότητα να μην αλλοτριωθεί και νοσήσει (βλ. ευσεβισμό). Δοθέντος ότι «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. 26, 41), το Αγ. Πνεύμα όχι μόνο θεραπεύει «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν», αλλά και ανασταίνει νεκρούς (Ιω. 5, 21).
Τέλος, η Θεολογία τής Πεντηκοστής άπτεται άμεσα της Εξελικτικής Οικοθεολογίας, δηλ. του αγιασμού τής Φύσης με τα δύο αρχέγονα στοιχεία της, τα τόσο αναγκαία στον άνθρωπο, το νερό (ανθρωπολογικά: 70% τού οργανισμού μας, και φυσικά: δίψα Βεδουίνων τής ερήμου) και τη φωτιά [κυριολεκτικά (ανθρωπολογικά: θερμότητα, θερμίδες, καύση, και φυσικά: ανακάλυψη της φωτιάς), και μεταφορικά (Libido, βλ. nirvana = σβέση)]. Το Πνεύμα τού Θεού, που «επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν. 1, 2), υποδηλώνει μια «Πεντηκοστή κοσμικής έκτασης» (M. A. Chevalier). Δεδομένου ότι, κατά την Κοινωνιοβιολογία τού E. O. Wilson (Sociobiology, 1975), η Ορθοδοξία είναι καθ’ ολοκληρίαν ριζωμένη στην ανθρώπινη συμπεριφορά και σκέψη, το, κατά Γρηγόριο τον Θεολόγο, process Νόμος―Προφητεία―Ευαγγέλιο―Πεντηκοστή, που τείνει προς τον εσχατολογικό Χριστό (Α-Ω), mutatis mutandis, μπορεί να παραλληλιστεί, αν όχι με τη Δαρβίνεια, τουλάχιστον με τη Λαμάρκεια εξέλιξη (J. S. Counelis).

Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2013

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821


Σπυρίδωνος K. Τσιτσίγκου
Αν. Καθ. Παν. Αθηνών
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας
Τό ἑλ­λη­νι­κό ἔ­θνος, ὁ νέ­ος αὐ­τός «λα­ός τοῦ Θε­οῦ», κα­τά Μα­κρυ­γιάν­νη, βρέ­θη­κε στήν ἴ­δι­α μοῖ­ρα μέ τούς Ἑ­βραί­ους, ὅ­ταν ἦ­σαν ὑ­πό­δου­λοι στόν αἰ­γύ­πτι­ο καί ρω­μαῖ­ο κα­τα­κτη­τή. Κά­θε Πι­λά­τος(κα­τα­κτη­τής) ἀ­πο­τε­λεῖ τόν νέ­ο ἱ­στο­ρι­κό «Φα­ρα­ώ» (Ἀτ­τί­λα), πού εἶ­ναι ὄρ­γα­νο τοῦ Σα­τα­νᾶ – Ἀ­ντί­χρι­στου (βλ. Νέ­ρων).
Ὁ Ἰσ­ρα­ήλ τήν ἴ­δι­α ἐ­πο­χή μέ τήν ἑλ­λη­νι­κή Ἐ­θνε­γερ­σί­α ἀ­νέ­με­νε (ἀ­πό τόν Θε­ό κι ὄ­χι ἀ­π’ τή Φύ­ση) τήν πνευ­μα­τι­κή καί σω­μα­τι­κή του λύ­τρω­ση, ἐ­φό­σον πι­στευ­ό­ταν ὅ­τι ἡ Δη­μι­ουρ­γί­α, ἡ Πτώ­ση καί ὁΚα­τα­κλυ­σμός εἶ­χαν πρα­γμα­το­ποι­η­θεῖ, mutatis mutandis, τήν ἴ­δι­α πά­λι ἐ­πο­χή (25η Μαρ­τί­ου). Ἐ­πί­σης, τήν ἐ­πο­χή τοῦ Χρι­στοῦ ἕ­να «λεῖμ­μα» πρό­σμε­νε τό «πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου» (Γαλ. 4, 4). Μοι­χευ­θεῖ­σα πνευ­μα­τι­κά ἡ Ἀν­θρω­πό­τη­τα (Εὔ­α), ἀρ­ρα­βω­νι­ά­ζε­ται (μέ τόν Ἰ­ω­σήφ) ὡς Ἐκ­κ­λη­σί­α (ὅ­πως κι ἐ­μεῖς σή­με­ρα «ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι«) τόν Νυμ­φί­ο – Χρι­στό (νέ­ο Ἀ­δάμ), καί κα­θί­στα­ται ἔ­γκυ­ος (ὅ­πως καί κά­θε Ἅγι­ος, πού κατά Χάρη γίνε­ται θε­ο-τό­κος) θαυ­μα­τουρ­γι­κά στίς 25 Μαρ­τί­ου.
Τήν ἡ­μέ­ρα πού σταυ­ρώ­θη­κε κι ἀ­να­στή­θη­κε ὁ γι­ός τῆς Μα­ρι­άμ, γρά­φουν οἱ Πα­τέ­ρες (Κλαύ­δι­ος Ἱ­ε­ρα­πό­λε­ως, Κλή­μης Ἀ­λε­ξαν­δρεύς κ.ἄ), τήν ἴ­δι­α μέ­ρα θέ­λη­σε ὁ Πα­ντο­κρά­τωρ νά ξα­να­δη­μι­ουρ­γή­σει (ἀ­να­γεν­νή­σει) τήν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­νῶ ὁ Ἀρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ εὐ­αγ­γε­λι­ζό­ταν στήν Παρ­θέ­νο τή σω­τη­ρί­α μας, ὁ Πα­λαι­ῶν Πα­τρῶν Γερ­μα­νός ὕ­ψω­νε τό λά­βα­ρο τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης. Οἱ πρό­γο­νοί μας (τοῦ ’21) δέ δι­ά­λε­ξαν, λοι­πόν, τυ­χαῖ­α (ἤ κο­σμι­κά) αὐ­τή τήν ἡ­με­ρο­μη­νί­α. Ἡ λε­γό­με­νη μαρ­ξι­στι­κή ἑρ­μη­νεί­α, ὡς τα­ξι­κή δηλ. ἐ­πα­νά­στα­ση, κα­ταρ­ρί­φθη­κε μα­ζί μέ τό «τεῖ­χος τοῦ αἴ­σχους», ἀ­φοῦ ὁ «ὑ­παρ­κτός Σο­σι­α­λι­σμός» δέν μπό­ρε­σε νά συμ­βι­βά­σει τήν «ἐ­πα­να­στα­τι­κή πά­λη» στό Ἐ­σω­τε­ρι­κό μέ τή Δι­ε­θνή Εἰ­ρή­νη στό Ἐ­ξω­τε­ρι­κό! Ἰ­δού τί λέ­ει ὁ ἴ­δι­ος ὁ «γέ­ρος τοῦ Μω­ρι­ᾶ», Θ. Κο­λο­κο­τρώ­νης: «Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση ἡ ἐ­δι­κή μας δέν ὁ­μοι­ά­ζει μέ καμ­μί­αν ἀ­π’ ὅ­σες γί­νο­νται τήν σή­με­ρον εἰς τήν Εὐ­ρώ­πην. Τῆς Εὐ­ρώ­πης αἱ ἐ­πα­να­στά­σεις ἐ­να­ντί­ον τῶν δι­οι­κή­σε­ών των εἶ­ναι ἐμ­φύ­λι­ος πό­λε­μος. Ὁ ἐ­δι­κός μας πό­λε­μος ἦ­ταν ὁ πλέ­ον δί­και­ος, ἦ­τον ἔ­θνος μέ ἄλ­λον ἔ­θνος, ἦ­τον μέ ἕ­να λα­όν ὅ­που πο­τέ δέν ἠ­θέ­λη­σε νά ἀ­να­γνω­ρι­σθῆ ὡς τοι­οῦ­τος, οὔ­τε νά ὁρ­κι­σθῆ, πα­ρά μό­νον ὅ,τι ἔ­κα­μνε ἡ βί­α».
Ἡ ἑλ­λη­νι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση, κα­τά κοι­νή ὁ­μο­λο­γί­α, ὑ­πῆρ­ξε ἕ­να θαῦ­μα. «Ἡ ἑλ­λη­νι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση πε­ρι­εῖ­χε μέ­σα της κά­τι τό ἔ­κτα­κτο», πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἱ­στο­ρι­κός Pouqueville. Δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται οὔ­τε μέ τούς­ νο­μο­τε­λει­α­κούς νό­μους τῆς Δι­α­λε­κτι­κῆς τοῦ Hegel, οὔ­τε μέ τα­ξι­κές καί οἰ­κο­νο­μι­κές πα­ρα­μέ­τρους, ἀλ­λά μό­νο μέ τό ἐν­θου­σι­α­στι­κό «πνεῦ­μα» τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ Προ­φη­τι­σμοῦ. Οἱ Προ­φῆ­τες, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα καί οἱ Μο­να­χοί, «ἐ­πα­να­στα­τοῦ­σαν» (ἀ­ντι­στέ­κο­νταν) κα­τά τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καί θρη­σκευ­τι­κοῦ κα­τε­στη­μέ­νου τῆς ἐ­πο­χῆς τους, γι­ά νά ἐμ­φα­νι­σθεῖ ἐ­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας ὁ Νε­ο­προ­φη­τι­σμός (βλ. Νε­ο­μάρ­τυ­ρες) στό πρό­σω­πο πολ­λῶν ἐ­θνο­μαρ­τύ­ρων. Ὡ­στό­σο, ἄλ­λο μάρ­τυ­ρας καί ἄλ­λο ἥ­ρω­ας. Βέ­βαι­α, τό ἕ­να δέν ἀ­πο­κλεί­ει τό ἄλ­λο.
Κα­τη­γό­ρη­σαν τόν Πα­τρι­άρ­χη Γρη­γό­ρι­ο Ε΄, γι­α­τί ἀ­φό­ρι­σε τήν Ἐ­πα­νά­στα­ση. Ὅ­μως, κα­τ’ αὐ­τά τά ἐ­πί­ση­μα σχο­λι­κά ἐγ­χει­ρί­δι­α τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, ὁ Πα­τρι­άρ­χης «ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νά τόν ἐκ­δώ­σει, ὅ­ταν ὁ σουλ­τά­νος ἀ­πεί­λη­σε ὅ­τι, σέ πε­ρί­πτω­ση ἄρ­νη­σης τοῦ Πα­τρι­άρ­χη, ὁ τουρ­κι­κός ὄ­χλος καί ὁ στρα­τός θά ἐ­ξό­ντω­ναν τόν ἑλ­λη­νι­κό πλη­θυ­σμό τῆς Κων­στα­ντι­νού­πο­λης καί ἄλ­λων πό­λε­ων» (Β. Β. Σφυ­ρό­ε­ρα, σ. 159). Ἄλ­λω­στε, ὁ ἀ­παγ­χο­νι­σμός τοῦ Πα­τρι­άρ­χη ἀ­πέ­δει­ξε τό γνή­σι­ο φρό­νη­μά του, ἀ­φοῦ ἡ Ὑ­ψη­λή Πύ­λη ἀ­πά­ντη­σε στό Ρω­σι­κό τε­λε­σί­γρα­φο ὅ­τι ὁ Πα­τρι­άρ­χης «ἦ­το συγ­χρό­νως ὁ μυ­στι­κός ἀρ­χη­γός τῆς συ­νω­μο­σί­ας…καί ἡ ἐ­ξέ­γερ­σις τῶν ρα­γι­ά­δων τῶν Κα­λα­βρύ­των ἦ­το ἔρ­γον ἰ­δι­κόν του» (Ἀ. Δα­σκα­λά­κη, Κεί­με­να-Πη­γαί της Ι­στο­ρί­ας, τ. Α΄, 1967, σ. 162).
            Πῶς μία νε­κρή «ὕ­λη» λει­τουρ­γεῖ χω­ρίς «ἐ­νέρ­γει­α»; Πῶς ἕ­να σῶ­μα ζεῖ χω­ρίς ψυ­χή; Κα­τά τόν Ὑ­λι­σμό, ἀ­πό τό θά­να­το δέ γεν­νι­έ­ται ζω­ή. Ἄν οἱ ἀ­γω­νι­στές τοῦ ’21 δι­έ­θε­ταν τήν ἀρ­χαι­οελ­λη­νι­κή λο­γι­κή τοῦ Θε­τι­κι­σμοῦ, οὔ­τε θά τολ­μοῦ­σαν νά σκε­φθοῦν γι­ά ἐ­πα­νά­στα­ση. Ὁ Σω­κρά­της ἀρ­νή­θη­κε νά φυ­γα­δευ­θεῖ καί νά σω­θεῖ, ὑ­πο­κύ­πτο­ντας, ὅ­πως πί­στευ­ε, στή Μοῖ­ρα του (ἐ­φό­σον ἀ­κό­μα καί ἡ ἀ­ξί­α τῆς πα­τρί­δας ἐ­ντασ­σό­ταν στήν ἀ­δή­ρι­τη Εἱ­μαρ­μέ­νη). Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὅ­μως, ὄ­χι (Πράξ. 9, 25). Οἱ Ρω­μη­οί, συ­νε­πῶς, πρό­γο­νοί μας εἶ­χαν κί­νη­τρα με­τα­λο­γι­κά (τή θρη­σκευ­τι­κή πί­στη καί ἐλ­πί­δα στήν ἀ­νά­στα­ση τοῦ Γέ­νους).
Μᾶς κα­τη­γο­ροῦν οἱ «Ἀ­ντιρ­ρη­σί­ες συ­νεί­δη­σης» καί οἱ Μάρ­τυ­ρες τοῦ Ἰ­ε­χω­βᾶ (πού ὅ­ταν ἔλ­θει ὁ Ἀρ­μα­γεδ­δών θά σφά­ξουν ὅ­λους ἐ­μᾶς, ὅ­πως δι­δά­σκουν) ὅ­τι δέν εἴ­μα­στε Εἰ­ρη­νι­στές. Ὁ Χρι­στός πού δί­δα­ξε τό «ὅ­στις σέ ρα­πί­σει ἐ­πί τήν δε­ξι­άν σι­α­γό­να, στρέ­ψον αὐ­τῷ καί τήν ἄλ­λην» (Ματ­θ. 5, 39), ζή­τη­σε τόν λό­γο, ὅ­πως καί ὁ Παῦ­λος, ἀ­πό τόν ὑ­πη­ρέ­τη τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α (Ἄν­να), ὅ­ταν τόν χα­στού­κι­σε (Ἰ­ω. 18, 23, Πράξ. 23, 3). Θά πρέ­πει νά δι­α­θέ­του­με δι­ά­κρι­ση·δέν ἰ­σχύ­ει πα­ντοῦ καί πά­ντα ἕ­να μέ­τρο καί μία μό­νο «συ­ντα­γή», ἀλ­λά, ἐ­ξα­το­μι­κευ­μέ­να· ἐ­ξαρ­τᾶ­ται κά­θε φο­ρά ἀ­πό πο­λυ­πλη­θεῖς πα­ρά­γο­ντες: «γί­νε­σθε οὖν φρό­νι­μοι ὡς οἱ ὄ­φεις καί ἀ­κέ­ραι­οι ὡς αἱ πε­ρι­στε­ραί» (Ματ­θ. 10, 16). Ἀ­πέ­να­ντι στόν πνευ­μα­τι­κά «νή­πι­ο» θά πρέ­πει νά λει­τουρ­γεῖ ἡ πά­ντο­τε συγ­χω­ροῦ­σα καί ἀ­νε­χό­με­νη ἀ­γά­πη· ἀ­πέ­να­ντι, ὅ­μως, στόν συ­νει­δη­τό Χρι­στι­α­νό, δι­δά­σκει ὁ ἱ. Χρυ­σό­στο­μος, θά πρέ­πει νά λει­τουρ­γεῖ ἡ ἀ­κρί­βει­α τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ Νό­μου, δηλ. ἡ δι­και­ο­σύ­νη. Πρα­ό­τη­τα δέν ση­μαί­νει χρι­στι­α­νι­κά μή «ἀ­ντί­στα­ση», ἀλ­λά τό πλῆ­ρες δό­σι­μο – πα­ρά­δο­σή μας στά χέ­ρι­α τοῦ Θε­οῦ: «Ὀρ­γί­ζε­σθε καί μή ἁ­μαρ­τά­νε­τε» (Ψαλ­μ. 4, 4)· καί «ὁ πραΰς ἔ­στω μα­χη­τής» (Ἰ­ωήλ 3, 11). Ὁ Θε­ός τῆς Ἀ­πο­φα­τι­κῆς Θε­ο-λο­γί­ας ἐ­πεμ­βαί­νει δυ­να­μι­κά καί «πα­ρά­δο­ξα» μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α (τῆς Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας). Ἔ­τσι, καί τό Ἀρ­νί ὀρ­γί­ζε­ται (Ἑ­βρ. 10, 31, Ἀπ. 6, 16) καί τι­μω­ρεῖ εἴ­τε ἄ­με­σα (Σα­τάν, Βα­βέλ, Ἀ­να­νί­α, Σαπ­φεί­ρα), εἴ­τε ἔμ­με­σα (Α΄ Κορ. 5, Β΄ Κορ. 2, 6)· μπο­ρεῖ λ.χ. νά γα­λη­νέ­ψει μία κα­τά­στα­ση μέ ἕ­να θαῦ­μα, ἀ­πευ­θεί­ας, ἤ μέσω ἑ­νός ἡ­γέ­τη, ἤ μέσω ἑ­νός πο­λι­τι­κοῦ συμ­βά­ντος. Ὁ «ἐν δι­καί­ῳ» πο­λέ­μῳ» (κι ὄ­χι τοῦ ἐ­θνι­κοῦ μεσ­σι­α­νι­σμοῦ) φο­νεύ­σας δέν ἁ­μαρ­τά­νει, κα­τά τούς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας (Μ. Ἀ­θα­νά­σι­ος, Μ. Βα­σί­λει­ος, ἱ. Αὐ­γου­στῖ­νος). Οἱ Τοῦρ­κοι, κα­τά τήν χρι­στι­α­νι­κή Ἠ­θι­κή, βρί­σκο­νταν «ἐν ἀ­δί­κῳ»: α) λό­γῳ τῆς (λαν­θα­σμέ­νης) θρη­σκεί­ας τους, καί β) λό­γῳ τοῦ (βί­αι­ου) ἐ­ξισ­λα­μι­σμοῦ – Ἰ­μπε­ρι­α­λι­σμοῦ, πού ἀ­σκοῦ­σαν («ἱ­ε­ρός πό­λε­μος» ―jihad― κα­τά τῶν ἀ­πί­στων). Ὁ Χρι­στι­α­νός ὀ­φεί­λει ν’ ἀ­ντι­δρᾶ μέ­χρι θα­νά­του στήν βί­α, πού ἀ­πο­σκο­πεῖ στήν ἀ­θέ­τη­ση τῆς πί­στης του: «Κρείτ­των ἐ­παι­νε­τός πό­λε­μος εἰ­ρή­νης χω­ρι­ζού­σης Θε­οῦ. Καί δι­ά τοῦ­τον τόν πραΰν μα­χη­τήν ὁ­πλί­ζει τό πνεῦ­μα, ὡς κα­λῶς πο­λε­μεῖν δυ­νά­με­νον» (Γρη­γό­ρι­ος Θε­ο­λό­γος). Οἱ Χρι­στι­α­νοί δέν ἀ­νέ­χο­νται τήν προ­σκύ­νη­ση ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε «Να­βου­χο­δο­νό­σο­ρα», οὔ­τε θυ­σι­ά­ζουν στόν βω­μό ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε Καί­σα­ρα. Προ­τι­μοῦν εἴ­τε τό μαρ­τύ­ρι­ο, εἴ­τε τόν (δί­και­ο) πό­λε­μο καί τίς (ἐ­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές) ἐ­πα­να­στά­σεις, πα­ρά τίς ὁ­μα­δι­κές ἐ­κτε­λέ­σεις (γε­νο­κτο­νί­ες) ἤ τίς «φυ­το­ποι­ή­σεις» τῶν τυ­χόν ἀ­ντι­φρο­νού­ντων στά ψυ­χι­α­τρεῖ­α. Ὁ ἱ. Χρυ­σό­στο­μος ἐ­παι­νεῖ τίς μάρ­τυ­ρες Δο­μνί­να, Προσ­δό­κη καί Βε­ρο­νί­κη, πού σάν τίς Σου­λι­ώ­τισ­σες (ἤ τά γυ­ναι­κό­παι­δα στό Ἀρ­κά­δι), προ­τί­μη­σαν ν’ αὐ­το­κτο­νή­σουν σω­μα­τι­κά (λο­γι­ζό­με­νο σάν αὐ­το­θυ­σί­α, δηλ. χρι­στι­α­νι­κό μαρ­τύ­ρι­ο), πα­ρά ν’ ἀ­τι­μα­σθοῦν ἠθικο-πνευ­μα­τι­κά. Τέ­λος, οἱ Πα­τέ­ρες (π.χ. Μ. Βα­σί­λει­ος, Ἰ­ω. Χρυ­σό­στο­μος, Γρη­γό­ρι­ος Νύσ­σης κ.ἄ.) καυ­τη­ρί­α­ζαν μέ δρι­μύ­τη­τα τόν θε­σμό τῆς (κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῆς) δου­λεί­ας.
«Και­ρός με­τα­νοί­ας» ἡ Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, πού μᾶς προ­τρέ­πει σέ μία μαρ­ξι­στι­κή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση: «Δέν ἀλ­λά­ζει τί­πο­τα, ἄν ἐ­μεῖς οἱ ἴ­δι­οι δέν τό ἀλ­λά­ξου­με». Δέν πι­στεύ­ου­με στήν ἰ­δε­α­λι­στι­κή «νε­κρα­νά­στα­ση» (R. Garaudy), οὔ­τε σ’ ἕ­να «θαῦ­μα χω­ρίς Θε­ό» (E. Bloch). Τό μέλ­λον δέν ἀ­νή­κει στούς «συ­ντη­ρη­τι­κούς», οὔ­τε στούς «προ­ο­δευ­τι­κούς», ἀλ­λά στό ἀ­φα­νές λεῖμ­μα τῶν σύγ­χρο­νων Κα­τα­κομ­βῶν. Δέν ἀ­νή­κου­με οὔ­τε στήν Ἀ­να­το­λή, οὔ­τε στή Δύ­ση, ἀλ­λά στόν Χρι­στό, τόν Θε­ό τῶν Πα­τέ­ρων μας. Αὐ­τή ἄς εἶ­ναι ἡ ἐ­θνι­κή μας ταυ­τό­τη­τα καί ἡ ἑλ­λη­νι­κή μας αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α.

Πέμπτη, Αυγούστου 30, 2012

ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ


«Σαβέλλιος μν πρς
ουδαίους βλέπων…
προσώπων συγχέων
πόστασιν».

Σπυρίδωνος K. Τσιτσίγκου Ἀν. Καθ. Παν. Ἀθηνῶν
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας

ΕΙ­ΣΑ­ΓΩ­ΓΙ­ΚΑ

Ἡ ἑλλα­δι­κή Θε­ο­λο­γί­α, τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια, φαί­νε­ται ὅτι ἔχει ὑπο­στεῖ μί­α, κα­τά τὴ γνώ­μη μας, ἐμμονὴ ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἀλλοί­ω­ση (ἀφοῦ δέν ἀρνούμαστε, φυσικὰ, τήν προαγωγὴ τῆς Ἱερᾶς Παράδοσης, τήν αξηση καὶ τὴν προκοπ τῆς πίστεως καὶ τόν ἐκσυγχρονισμό, ἀλλά τόν κμοντερνισμό, τήν κκοσμίκευση καὶ τήν λλοτρίωσή της) σχε­τικὰ μὲ τὴ λε­γό­με­νη «θε­ο­λο­γί­α το προ­σώ­που», ὡσάν νὰ εἶναι σύνηθες καὶ θε­μιτὸ, δίκην Προτεσταντῶν, ρθο­δό­ξως θε­ο­λο­γικὰ νὰ «κα­τα­σκευά­ζει» ὁ καθένας καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν, λ.χ. γιὰ λόγους (μετα-Πατερικοῦ) μετα-νεωτερισμοῦ καὶ προσαρμογῆς (καὶ ὄχι συγκατάβασης) πρός τὴ σύγχρονη κοινωνικὴ καὶ πολιτισμικὴ πραγματικότητα, κατὰ καιρούς ἐπὶ μέ­ρους «θε­ο­λο­γί­ες» (ἤ ἀκόμα καὶ Θ. Λειτουργίες), καὶ μά­λι­στα αὐθαίρετα, ἀτομιστικὰ, μο­νι­στικὰ καὶ αὐταρχικὰ.
Ἡ «θε­ο­λο­γί­α το προ­σώ­που», ἐνῶ, σύμ­φω­να μὲ πλη­θώ­ρα μο­νο­γρα­φιῶν, ἔχει τὴ φι­λο­σο­φι­κο-θε­ο­λο­γι­κή της σύλ­λη­ψη καὶ προ­έ­λευ­ση στόν Προτε­στα­ντι­σμὸ ―με­τὰ τὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ ρομαντικοῦ Γερμανοῦ φιλόσοφου Friedrich Wilhelm Joseph Schelling (1775–1854), ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσε ἔντονα τὸ πρόσωπο ἤ ἡ «προσωποποίηση» τοῦ Καλλιτέχνη-Δημιουργοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ Personalism―, στήν Ἑλλά­δα ἦλθε α) ὡς ἀντίδραση στὴν καντιανὴ πόλωση ποκειμένου καὶ ντικειμένου, β) ὡς ἀπολυτοποίηση («ὑπερβατικοποίηση») τοῦ Ἐγώ ἔναντι τῆς προτέρας θέσης του ὡς ἁπλοῦ φορέα τοῦ Ἀπολύτου Πνεύματος μέσῳ τῆς ταύτισής του μὲ αὐτό (λόγῳ τοῦ Ἐπιστημονισμοῦ καὶ τῆς ἐκκοσμίκευσης), καὶ γ) ὡς «ὑλο­ποί­η­ση» τοῦ «ἀφη­ρη­μένου» (ἤ καὶ σχο­λα­στι­κι­στι­κοῦ) θε­ο­λο­γι­κοῦ δόγ­μα­τος στήν (κοι­νω­νι­κή) πρά­ξη (βλ. Κοι­νω­νικὴ Φι­λο­σοφί­α καὶ ἀκτιβιστικὸ Περσοναλισμὸ). Δὲν θὰ ἀσχο­λη­θοῦμε μὲ τὸ ἐγχεί­ρη­μα αὐτό ad hoc, κα­θό­σον ἀφενός ἔχει ἤδη συζητηθεῖ καὶ ἀναλυθεῖ καὶ ἀφετέρου ἀπὸ μό­νο του ἐπι­δέ­χε­ται σο­βαρῆς θε­ο­λογικῆς περίσκεψης καὶ ἐπε­ξερ­γα­σί­ας ―δε­δο­μέ­νου ὅτι, ἀκρι­βο­λο­γώντας (κα­τα­φα­τικὰ καὶ ἀπο­φα­τικὰ) ὁ Θε­ός, λ.χ. κα­τά τόν π. Ἰ. Ρω­μα­νί­δη, δέν εἶναι κυριολεκτικὰ πρό­σω­πο, γεγονός ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στήν αἵρε­ση τοῦ νθρω­πο­μορφι­σμο (ἡ ὁποία ἐκλαμβάνει κατὰ γράμμα καὶ πραγματικὰ τίς ἁγιογραφικές προσωποποιήσεις)―, καὶ ἱστο­ρικὰ ἔχει ἤδη προ­τα­θεῖ (ἐκτός ἀπό κά­ποιους Προ­τε­στά­ντες θε­ο­λό­γους) ἀπὸ διά­φο­ρους φι­λο­σό­φους καὶ ψυ­χολόγους, ὅπως, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τόν C. Jung μὲ ἕνα εἶδος «ψυ­χο­λο­γο­ποίησης» τοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ μέσῳ τῆς ἀρχετυπικῆς ἑρμηνείας.
Ἡ «θε­ο­λο­γί­α τοῦ προ­σώ­που» ἐπι­χει­ρή­θη­κε μά­λι­στα, μὲ ἕνα εἶδος ἀπο­λυ­τό­τη­τας, νὰ πα­ρου­σια­σθεῖ στήν Ἑλλάδα ὡς ἡ κατ’ ἐξο­χήν εἰδο­ποιός δια­φορὰ μετα­ξύ Ἀρχαιο­ελ­λη­νι­σμοῦ καὶ Ὀρθό­δο­ξου Χρι­στια­νι­σμοῦ, ἡ ὁποί­α θαυ­μα­στὰ ἀνα­κα­λύ­φθη­κε, ἤ μᾶλλον ἀπο­κα­λύ­φθη­κε, ἐσχά­τως! Ὡστό­σο, σὲ πλεῖστες σχε­τι­κές με­λέ­τες (ἑλλη­νι­κές καὶ ξέ­νες) ἔχει δει­χθεῖ ὅτι κά­τι τέ­τοιο δέν ἀλη­θεύ­ει ἀπό­λυ­τα, δεδομένου ὅτι ἄλλη σημασία εἶχε παλαιότερα ὁ ὅρος πρόσωπο καὶ ἄλλη στή φιλοσοφία τοῦ Ὑπαρξισμοῦ καὶ τοῦ Περσοναλισμοῦ (βλ. B. Buber, F. Rosenszeig καὶ F. Ebner). Τό­σο ὁ Ἀρχαιο­ελ­λην­ισ­μός (ἰδιαίτερα ἀπὸ τόν Σωκρά­τη καὶ μετὰ), ὅσο καὶ ὁ Χριστια­νι­σμός μί­λη­σαν καὶ ἐνδια­φέρ­θη­καν γιὰ τόν ἄνθρω­πο ὡς ἀτο­μικὴ ἤ συλ­λο­γικὴ ὁλό­τη­τα, μό­νο ποὺ ὁ καθένας τους, ὅπως, ἄλλω­στε, εἶναι φυ­σικὸ, ξε­κινᾶ ἀπὸ δια­φο­ρε­τικὸ θε­ω­ρη­τι­κό (κο­σμο­θε­ω­ριακὰ καὶ βιο­θε­ω­ριακὰ) ὑπόβα­θρο (background).
Τὸ θε­ο­λο­γικὸ ὀρθό­δο­ξα πρό­βλη­μα δέν ὑφί­στα­ται ἀπό τήν ἁπλῆ καὶ «λε­λο­γι­σμέ­νη» ἐναλ­λα­κτικὰ χρή­ση τῶν ὅρων πρό­σω­πο καὶ πό­στα­ση (ἀφοῦ τό­σο στήν ἀρχαί­α ἀλλά καὶ τὴ σύγχρο­νη ἑλλη­νικὴ γλώσ­σα, ὅσο καὶ σὲ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκκλη­σί­ας, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Μ. Βασίλειο καὶ τούς Καππαδόκες Πατέρες, ἡ τοιαύ­τη ταύ­τι­ση ἀπα­ντᾶ), ἀλλ’ ἐγεί­ρε­ται μο­νο­μερῶς, ὅταν ἡ φι­λο­σο­φι­κο-ψυ­χο­λο­γικὴ ἐκκο­σμι­κευ­μέ­νη (δυτικὰ) ἔννοια τοῦ προ­σώ­που ταυ­τί­ζε­ται ἀπό­λυ­τα μὲ τὴ δογ­μα­το­λο­γικὴ (πο­φα­τικ) θε­ο­λο­γικὰ ἔννοια τῆς πο­στά­σε­ως, στήν προσπά­θεια ἀφε­νός μιᾶς κτιστς «ἀνά­λυσης», «κα­τα­νό­η­σης» καὶ κοι­νω­νικῆς ἀπό­δο­σης τοῦ τρια­δι­κοῦ δόγ­ματος γιὰ τὸ ἄκτιστο, ἀκατάληπτο καὶ ἀκοινώνητο τῶν τριαδικῶν Θείων «προσώπων» καὶ ἀφε­τέ­ρου ἐφαρ­μογῆς στήν Ὀρθό­δο­ξη Θε­ολογί­α τοῦ γνωστοῦ σαρτρι­κοῦ motto: “Lexistence precede lessence” = « παρ­ξη προ­η­γεται τς οσί­ας» (ποὺ ὅμως, ἀφενός κατὰ τὸν ἴδιο τὸν J.-P. Sartre ἰσχύει μόνο στὸν ἄνθρωπο καὶ μάλιστα ὄχι στὴ γενετική του οὐσία, δηλ. ὡς πρὸς τὸ γένος νθρωπος, ἀφοῦ στὸ γένος δὲν ὑφίσται ἐλευθερία, καὶ ἀφετέρου ο Heidegger καταδικάζει, ταυτίζοντας τὴν παρξη μὲ τὸ «εναι-ν-τ-κόσμ», δηλ. τὸ «εναι-κτς-αυτο», τὸ Ex-sistere), δεδομένου ὅτι οἱ Ἀνατολικοὶ Πατέρες ἀρνοῦνται (ἀποφατικὰ) στόν Θεὸ ἀκόμα καὶ αὐτὸ τὸ «εἶναι» ἤ τὴν ἔννοια τῆς «οὐσίας».
Πα­ρερ­χό­με­νοι τὴ βα­θύ­τε­ρη φι­λο­σο­φι­κο-ψυ­χο­λο­γικὴ ση­μα­σί­α τοῦ ὡς ἄνω ὑπαρ­ξι­στι­κοῦ slogan τοῦ J.-P. Sartre, ποὺ δια­θέ­τει πλού­σια ξέ­νη βι­βλιο­γρα­φί­α (διευκρινιστικὴ ἤ κριτικὴ), ἀρκούμαστε νὰ μνη­μονεύ­σουμε μό­νο τὸ θε­ο­λο­γικὸ―Πα­τε­ρικὸ ἐπι­χεί­ρη­μα ἀπό γνω­στὸ χω­ρίο τοῦ ἁγί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λαμᾶ («…οκ επεν `γ εμι  οσία’, λλ’ `γ εμι  ν’∙ ο γάρκ τς οσίας  ν, λλ’ κ το ντος  οσία»), πά­νω στὸ ὁποῖο βα­σί­ζο­νται ὅσοι ὑπο­στηρί­ζουν ὅτι ἐνδο­τρια­δικῶς (θε­ολο­γικὰ) τὸ πρό­σω­πο προ­η­γεῖται τῆς Θεί­ας φύ­σε­ως, προ­κει­μέ­νου νὰ προ­σαρ­μό­σουν προ­κρού­στεια τὴ χρι­στια­νικὴ Θε­ο­λογί­α στὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ Ὑπαρ­ξι­σμοῦ. Ὅμως, ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπάντη­ση τοῦ Μ. Ἀθα­να­σί­ου εἶναι κα­τα­πέλ­της: «Ε δς προειρήκαμεν, κ βουλήσεως οκ στιν  πατρικ οσία κα πόστασις, εδηλον, ς οτε τ διον τς πατρικς ποστάσεως κ βουλήσεως ν εη. ποία γρ  κα ς ἐὰν   μακαρία κείνη πόστασις, τοιοτον κα οτως εναι κα τ διον ξ ατς γέννημα δε. Κα ατς γον  Πατρ οκ επεν∙ Οτός στιν  βουλήσει μου γεγονς Υἱὸς, οδν κατ’ εδοκίαν σχον Υόν∙ λλ’ πλς, Υός μου, κα μλλον, ν  ηδόκησα∙ δεικνς κ τούτων, τι, Φύσει μν οτός στιν Υἱὸς, ν ατ δ τν μο δοκούντων  βούλησιςπόκειται».
Ἡ ἑρμη­νεί­α τῶν Χρι­στιανῶν Ὑπαρξιστῶν καὶ Περ­σο­να­λι­στῶν τοῦ γνωστοῦ χω­ρί­ου τοῦ ἁγί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λαμᾶ «…οκ επεν `γ εμι  οσία’, λλ’ `γ εμι  ν’∙ ο γάρ κ τς οσίας  ν, λλ’ κ το ντος  οσία∙ ατός γρ  ν, λον ν αυτσυνείληφε τ εναι», ὅτι δῆθεν ση­μαί­νει τήν ἐνδο­τρια­δικὴ πρό­τα­ξη τῆς παρ­ξης (ἀφή­νουμε τὸ γεγονός ὅτι, φι­λο­σο­φικὰ, ἡπαρ­ξη δέν ταυ­τί­ζε­ται ἀπό­λυ­τα μὲ τήν πό­στα­ση, ποὺ δηλώνει τόν μυστικὸ, ἀΐδιο καὶ ἐσωτερικὸ τρόπο τῆς παρξης) ἔνα­ντι τῆς οσί­ας, ἀπο­τε­λεῖ αὐθαίρετη ἑρμηνεία καὶ σόφι­σμα, για­τί στὴ θεολογικὴ ὁρολογία (τουλάχιστον μέχρι καὶ τὸν τρίτο μ.Χ. αἰώνα) ἡ με­τοχὴ τοῦ ρή­μα­τος «εμ» ἀνα­φέρεται φιλοσοφικο-θεολογικὰ στήν οσί­α, δηλ. στὸ «εἶναι» (θέλοντας μὲ τὴν ἐνεστωτικὴ μετοχὴ  ν νὰ ἐξάρει τήν ἀϊδιότητα τοῦ Θεοῦ), καὶ ὄχι στὸ πρόσω­πο, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε ―μὲ τήν ὑπαρ­ξι­στικὴ ἔννοια― ἡ διά­κριση με­τα­ξύ οσί­ας καὶ πάρ­ξε­ως: «λεγεν `γ εμ  ζω,’ λλ’ οκ ν νοοτο ζω, μ φεστηκς∙ κα τ Μωσπάλιν, `γ εμι  ν,’ τ δ ν ληθς, πς ν νοοτο οκ ν ποστάσει τ καθ’ αυτν σωζόμενον;». Ἑρμηνεύοντας τὸν δεύτερο Κανόνα («Μωσῆς Θεοῦ πρόσωπον ἐν Θαβὼρ ἴδε») τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, σημειώνει ἐπεξηγηματικά: «`οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου’ (ἤτοι αὐτὴν τὴν οὐσίαν μου)». Γράφει δὲ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Μ. Βασίλειος: « δοσία οχ ν τι τν μ προσόντων στν, λλ’ ατ τ εναι το Θεο». Ὁ δὲ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει: « μν ν κυρίως λέγηται, τοτο κα εναι θεόν·  δ’ ν  κατ φύσιν, τοτο κα ληθς νομάζεσθαι· επερ μ ν νόμασιν, λλ’ ν πράγμασίν στινμν  λήθεια». Ἀλλοῦ δὲ, ὁ αὐτὸς ἱερὸς Πατὴρ παρατηρεῖ: «σον δ’ ον κ τν μν φικτν,  μν ν, κα  θεός, μλλόν πως τς οσίας νόματα· κα τούτων μλλον  ν· ο μόνον τι τ Μωυσε χρηματίζων π το ρους, κα τν κλσιν παιτούμενος, τίς ποτε εη, τοτο προσεπεν αυτόν,  ν πέσταλκέ με, τ λα κελεύσας επεν· λλ’ τι κα κυριωτέραν ταύτην ερίσκομεν. μν γρ το θεο, κν π το θέειν,  αθειν, τυμολόγηται τος περ τατα κομψος, δι τ εικίνητον κα δαπανητικν τν μοχθηρν ξεων ―κα γρ πρ καταναλίσκον ντεθεν λέγεται― , λλ’ ον τν πρς τι λεγομένων στί, κα οκ φετος· σπερ κα  Κύριος φωνή, νομα εναι θεο κα ατ λεγομένη· γ γάρ, φησι, κύριος  θεός σου· τοτό μού στιν νομα. Καί, Κύριος νομα ατμες δ φύσιν πιζητομεν,  τ εναι καθ’ αυτό, κα οκ λλ συνδεδεμένον· τ δ ν διον ντως θεο, κα λον, μήτε τπρ ατο, μήτε τ μετ’ ατόν, ο γρ ν,  σται, περατούμενον  περικοπτόμενον».
Ἐπίσης, κατὰ τὸν ὀντολογικὸ (ἀρχαϊκὸ καὶ προ-κοινωνικὸ) ἀλλὰ καὶ τόν ἑβραϊκὸ τρόπο (Ἰω. 1, 1) τοῦ «σκέπτεσθαι» [Θ. Λόγος (Davar: πράξη + λόγος = «δροῦμε μιλώντας», κατὰ τὸν Αὐστριακὸ φιλόσοφο  Ludwig Josef Johann Wittgenstein, 1889–1951, ἤ «εἶμαι αὐτὸ ποὺ λέγω», κατὰ τὸν Γερμανὸ φιλόσοφο Martin Heidegger, 1889-1976], τίς δύο θεολογικές Σχολές Ἀλεξάνδρειας καὶ Ἀντιόχειας ἀλλὰ καὶ τήν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ―χωρίς, βέβαια, νὰ ὁδηγούμαστε οὔτε σὲ Σαβελλιανισμό, οὔτε στὸν ἀρειανικὸ Τριθεϊσμό, ἀπὸ τόν ὁποῖο κινδυνεύει ὄντως μία τριαδικὴ ἀνθρωπόμορφη κοινωνία― «οὐσία» (πραγματικότητα) καὶ «ὕπαρξη» (προφάνεια) ταυτίζονται διακριτῶς στόν Θεὸ, λόγῳ τῆς, κατ’ Ἰωάννη τόν Δαμασκηνὸ, διπλῆς, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, σημασίας τοῦ ὅρου πόστασις: «ο γρ πλς Λόγος νόμασται, λλΘες Λόγος» ∙ «μφότερα κατ ταυτν διδάσκων, τι κα καθ’ αυτν φέστηκε, κα ν αυτ δείκνυσι τος πατρικος χαρακτρας» ∙ «ο γρ στιν πινοσαι τ λόγ, οτε πόστασιν χαρακτήριστον, οτε λαμπ δόξαν, οτε σοφον Θεν, οκχειρα δημιουργν, οκ λογον ρχν, οκ παιδα Πατέρα».
Μάλιστα δὲ, ὁ Μ. Βασίλειος ἔχει συντάξει εἰδικὴ ἐπιστολὴ πρός τόν ἀδελφὸ του Γρηγόριο γιὰ τὴν ἑνωτικὴ διάκριση μεταξύ οσίας καὶ ποστάσεως. Ἡ πόσταση (Existenz) τοῦ Θ. Λόγου, σημαίνοντας ρμαγεγονός καὶ «παρουσία», δηλ. ἐμπειρικὴ ὕπαρξη (Dasein), ἐξαίρει τὸ «εἶναι». Ἔτσι, ἡ πόσταση εἶναι κα φύση, ἐνῶ ἡ φύση δέν εἶναι κα πόσταση. Μὲ ἄλλα λόγια, ἄν θελήσουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, τὸ πρόσωπο συγκεφαλαιώνει τὴ Φύση, ὡς ὑπαρκτικὴ πραγματικότητα, χωρὶς νὰ τὴν ἐξαντλεῖ καί, ταυτόχρονα, ὑπερβαίνει τὴ Φύση ὡς κ-στατικ ἑτερότητα. Ἄρα προσδιορίζει τὴ Φύση, χωρὶς νὰ προσδιορίζεται ἀπὸ αὐτήν. Ἔχουμε, λοιπόν, ὑπαρκτικὰ ταυτόχρονη κα ταυτότητα κα τερότητα. Στὸ ὀντολογικὸ σύστημα τοῦ φιλόσοφου George Santayana (1863-1952) κατέχει βασικὴ θέση ἡ σαφής διάκριση μεταξύ οσίας(essence) καὶ παρξης (existence), ἀντίθετα ἀπὸ τόν Παρμενίδη, γιὰ τόν ὁποῖο τὸ «εἶναι» ὁρίζεται ἀπὸ τήν παρξη, ἔτσι ὥστεοσία καὶ παρξη τελικὰ νὰ ταυτίζονται, ὅπως στούς Στωϊκούς καὶ Νεοπλατωνικούς. Ἐνῶ ὅμως ὁ Santayana διακρίνει μεταξὺ οσίας καὶ παρξης, θέτει τὴν ἔννοια τῆς «ὑπόστασης» (substanceμεταξ τῆς οσίας καὶ τῆς παρξης, ὡς ἕνα εἶδος δηλ. «περάσματος» ἤ «μέσου» μεταξύ τῶν ὡς ἄνω δύο αὐτῶν ἐννοιῶν. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός παρατηρεῖ σχετικὰ: «λλτοτο στ τ ποιον τος αρετικος τήν πλάνην τ τατόν λέγειν τήν φύσιν κα τήν πόστασιν». Μὲ ἄλλα λόγια, «τ μν κοινν ν τ γί Τριάδι, τ δ διάζον,  λόγος θεώρησεν,  μν τς κοινότητος λόγος, ες τν οσίαν νάγεται.  δ πόστασις τ διάζονκάστου σημεον στν».
Πρῶτος ὁ Γάλλος φιλόσοφος καὶ θεολόγος Ροσελῖνος (Roscellinus) τῆς Κομπιένης (Compendiensis ) ἤ Rucelinus (1050–1120/5), ἀκολουθώντας τὸν Ἀριστοτέλη, ὑποστήριξε, ὡς πατέρας τῆς νοματοκρατίας (Nominalism), ὅτι οἱ «καθολικὲς ἔννοιες» (οσία) δὲν ἔχουν ὀντολογικὴ ὑπόσταση, ἀλλὰ μόνο τὰ ἐπὶ μέρους καὶ συγκεκριμένα ὄντα (βλ. πάρξεις) ὑπάρχουν.
Ἀντίθετα, ὁ Γουλιέλμος τοῦ Σαμπὼ (Guillaume de Champeaux, 1070-1121), ἀκολουθώντας τὸν Πλάτωνα, ἐκπρόσωπος τοῦ ἀπόλυτου Ρεαλισμοῦ (Realismus), δίδασκε ὅτι μόνο τὰ «καθόλου» (Universalia) ὑπάρχουν, ἐνῶ τὰ ἐπὶ μέρους ἄτομα (οἱπάρξεις) εἶναι ἁπλᾶ συμβεβηκότα τους. Τὸ ἴδιο πίστευε, στὴ συνέχεια, καὶ ὁ πατέρας τοῦ Σχολαστικισμοῦ, Ἰταλὸς φιλόσοφος καὶ θεολόγος, Ἄνσελμος Καντερβουρίας (1033-1109), ὅπως καὶ ὁ «ἀριστοτελικὸς» φιλόσοφος, θεολόγος καὶ ἅγιος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας Ἀλβέρτος ὁ Μέγας (1193-1280).
Στὸν Νομιναλισμὸ, πάντως, τοῦ Ροσελίνου ἄσκησε δριμύτατη κριτικὴ ὁ πρώην μαθητὴς του Γάλλος φιλόσοφος καὶ θεολόγος Πέτρος Ἀβελάρδος (1079-1142), χωρὶς ὡστόσο νὰ υἱοθετήσει τὸν Ρεαλισμὸ τοῦ Γουλιέλμου.
Ὁ μέγιστος τῶν Πατέρων τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας Ἰταλὸς φιλόσοφος καὶ θεολόγος Θωμᾶς Ἀκυνάτης (1225-1274), μαθητὴς τοῦ Ἀλβέρτου στὸ Παρίσι, διακρίνει φιλοσοφικὰ (καὶ ὄχι θεολογικὰ) μεταξὺ “essentia” (οὐσίας) καὶ “esse” («εἶναι»), ἐκλαμβάνοντας ἀριστοτελικὰ τὴν οσία ὡς ἑνότητα «μορφῆς» (εδους) καὶ ὕλης, προτάσσοντας ἔτσι τὸ «εναι» ἔναντι τῆς «οσίας»∙ δηλ. οἱ οσίες, κατὰ τόν Θωμᾶ, δέν εἶναι αὐτοτελεῖς ἤ αὐτόστατες (γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ θωμιστικὴ Οὐσιοκρατία), ὅπως οἱ ἀριστοτελικές (πρβλ. καρτεσιανικὴ Οὐσιοκρατία): ὁ Θεός ὡς ἰδιοϋπόστατη αἰτία τοῦ ἑαυτοῦ Του (βλ. καρτεσιανική αὐτοαιτιότητα τοῦ Θεοῦ), ἄν καὶ ὄχι μὲ τήν ἔννοια τῆς χρονικῆς πρόταξης τῆς αἰτίας σὲ σχέση μὲ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ κατ’ ἀναλογία τοῦ ποιητικοῦ αιτίου. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Θωμᾶς θεωρεῖ ὡς πραγματικὲς τὶς «καθολικὲς ἔννοιες» (Universalia) μόνο μέσα στὰ ἐπὶ μέρους ὄντα (universalia in rebus), ὅπως ὁ Ἀριστοτέλης, ἄν καὶ, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν ἀκραῖο Ἀριστοτελισμὸ τοῦ Γάλλου φιλόσοφου Siger τοῦ Brabant (1235-1282), διακρίνει μεταξύ τῆς ἀριστοτελικῆς «μορφῆς» ἤ «εἴδους», δηλ. τῆς ἀριστοτελικῆς λεγόμενης «δεύτερης οσίας» (ποὺ δηλώνει τὸ γενικ), καὶ τῆς παρξης(existentia) αὐτῆς τῆς «μορφῆς». Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἡ «μορφὴ» (εδος) ταυτίζεται (σχεδόν) μὲ τήν, κατ’ Ἀριστοτέλη, «πρώτη οσία», ἡ ὁποία, βέβαια, σὲ ὅλα τὰ ὄντα, πλήν τοῦ Θεοῦ, διακρίνεται σαφῶς ἀπὸ τήν «ὕπαρξη». Ἡ ἀ(διά)κριτη αὐτὴ πυθαγορικὴ ταύτιση οσίας (φύσης) καὶ μορφς (ὑπόστασης) χαρακτηρίζει, κατ’ Ἰωσήφ τόν Βρυέννιο, κατ’ ἐξοχήν τὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ.
Ἡ ὡς ἄνω διάκριση ποὺ ἀπασχολεῖ τὴν παροῦσα μελέτη, ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη θεολογικὴ βαρύτητα, μὲ βάση τὴν καντιανὴ Φιλοσοφία. Συγκεκριμένα, ἄν, γνωσιολογικά, τὰ «κατηγορήματα» (διώματα) τῶν τριῶν Θείων ὑποστάσεων προκύπτουν ἐμπειρικὰ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ «Ὀρθόδοξοι» Περσοναλιστές, τότε αὐτὰ θὰ διαθέτουν συνθετικ φύση, ἐνῶ ἄν προκύπτουν ὀντολογικά, τότε θὰ διαθέτουν ναλυτικ φύση.
Κατὰ συνέπεια, ἡ Πα­τε­ρικὴ ἑρμη­νεί­α τοῦ «γ εμι  ν» εἶναι «ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ εναι» (ὄχι «ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ποὺεμαι», ποὺ καὶ πά­λι δέν θὰ σή­μαινε ὅτι ἐνδο­τρια­δικῶς ἡ παρ­ξη τῆς Ἁγί­ας Τριά­δας ―ἀφοῦ ἔχου­με ταυτότη­τα οὐσί­ας― προ­η­γεῖται τῆς οσί­ας/φύ­σης Της), ὑπονοώντας ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα, καὶ ὄχι ἕνα μόνο Πρόσωπο ἤ κάποια δύναμη (ἐνέργειά) Της: «Ατός γάρ ν λον ν αυτ συνείληφε τ εναι». Ἔτσι, η νοηματοδότηση τοῦ Ἐγὼ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ «εἶναι» καὶ ὄχι τὸ «εἶναι» ἀπὸ τὸ Ἐγώ. Κατὰ συνέπεια, ἡ Παλαμικὴ διάκριση μεταξύ «ὄντος» καὶ «οὐσίας» δέν ἀναφέρεται στήν (ὀντολογικὴ ἤ χρονικὴ) πρόταξη τῆς «ὑπόστασης» (παρξης) ἔναντι τῆς «οὐσίας» τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ στὸ γεγονός ὅτι ἡ ―μαζὶ μὲ τήν νέργειά της― μία ἄκτιστη οσία ἀποκαλύπτεται ὑποστατικὰ ὡς ἄκτιστη ὑπόσταση (« ν»), ἀφοῦ δὲν νοεῖται οὐσία ἀνυπόστατη.
Γιὰ τὶς φι­λο­σο­φικές, ψυ­χο­λο­γικὲς καὶ θε­ο­λο­γικὲς ση­μα­σί­ες ἱστο­ρικὰ καὶ συ­στη­μα­τικὰ τῆς ἔννοιας τοῦ προ­σώ­που ἔχου­με ἀσχο­λη­θεῖ ἀρκετὰ σὲ ἄλλα δη­μο­σιεύ­μα­τα, ὅπου ὁ ἐνδια­φε­ρό­με­νος μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ καὶ ὅλη τὴ σχε­τικὴ βι­βλιο­γρα­φί­α (ἑλλη­νικὴ καὶ ξέ­νη), πα­λαιό­τε­ρη καὶ σύγ­χρο­νη.

ΟΙ ΚΥ­ΡΙΟ­ΤΕ­ΡΕς ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΚΕΣ ΣΗ­ΜΑ­ΣΙΕΣ
ΤΟΥ Ο­ΡΟΥ ΠΡΟ­ΣΩ­ΠΟ

  1. Τὸ ἐμπρόσθιο μέ­ρος τοῦ κε­φα­λιοῦ τοῦ ἀνθρώ­που (Ματ­θ. 6, 17).
  2. Ἡ ὄψη/φυ­σιο­γνω­μί­α κά­ποιου (Δευτ. 4, 38, Ψαλ­μ. 21, 10).
  3. Ἡ ἐπι­φά­νεια τῆς γῆς (Γεν. 2, 6).
  4. Ἡ προ­σω­πί­δα καὶ ἡ θε­α­τρι­κή persona.
  5. Ἡ εὐνο­ϊκὴ διά­θε­ση κά­ποιου (Μα­λαχ. 1, 8).
  6. Ἡ ἀνθρώ­πι­νη ὑπό­στα­ση: Στω­ι­κοί, Πλωτῖνος, Χρι­στια­νι­σμός, Ὑπαρ­ξι­σμός (G. Marcel, R. Guardini, Th. Hacker, P. Wust, K. Barth, E. Brunner, F. Gogarten, D. Bonhoeffer, P. Tillich, N. Berdiaeff, K. Jaspers) καὶ Personalism (M. Scheler, J. Lacroix, J. Maritain, G. Madinier, Μ. Nédoncelle, E. Mounier, M. Buber).
  7. Α­το­μι­κή ε­νέρ­γεια (Γεν. 3, 19).
  8. Ἡ ἐνώ­πιος ἐνω­πίῳ στά­ση (tête à tête).
  9. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στικὰ γνω­ρί­σμα­τα ἑνός ἀνθρώ­που.
  10. Ἡ ἀνα­φο­ρι­κό­τη­τα/σχε­σια­κό­τη­τα (eksistentia) τῆς ἀνθρώ­πι­νης ὕπαρ­ξης (S. Kierkegaard, M. Scheler, H. Cohen).

ΟΙ ΚΥ­ΡΙΟ­ΤΕ­ΡΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΚΕΣ ΣΗ­ΜΑ­ΣΙΕΣ
ΤΟΥ Ο­ΡΟΥ Υ­ΠΟ­ΣΤΑ­ΣΗ

  1. Τὸ νὰ ὑπάρ­χει κά­τι ὡς ὀντολογικὴ πραγματικότητα.
  2. Αὐτοτελής οὐσία ἤ ὕπαρξη, ἡ ὁποία ὅμως συνδέεται συνεκτικὰ μὲ μία ἄλλη (Πλωτῖνος).
  3. Μί­α συγκεκριμένη καὶ πραγ­μα­τικὴ ὕπαρ­ξη (Στωικοί, Νεοπλατωνικοί, Ἀρτε­μί­δω­ρος).
  4. Ὑπο­στάθ­μη, ἀπόθε­μα (Ἀρι­στο­τέ­λης).
  5. Θε­μέ­λιο, ὑπό­βα­θρο, (ὑπο)στή­ρι­γμα (Ἀρι­στο­τέ­λης).
  6. Μία φα­ντα­στικὴ ὀντό­τη­τα (κατὰ νοητικὴ ἀφαίρεση).
  7. Ἡ αἰσθητὴ ὀντότητα, ἐνόσῳ συγκρατεῖται σὲ συνεκτικὴ ἑνότητα ζωῆς ἀπὸ τήν κοσμικὴ ψυχὴ (Πλωτῖνος).
  8. Ἡ χρο­νικὴ διάρ­κεια (Γα­λη­νός).
  9. Ἀφε­τη­ρί­α.
  10. Ὁ σκο­πός μιᾶς ἐνέρ­γειας.
  11. Στρα­τό­πε­δο (Α’ Βασ. 13, 23).
  12. Κατ’ Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, «τ τς ποστάσεως νομα δύο σημαίνει∙ πλς μν γρ λεγόμενον σημαίνει τν πλς οσίαν, δ καθ’ αυτν πόστασις τ τομον σημαίνει κα τ φοριστικν πρόσωπον».
  13. Ἡ ὑπο­κει­μέ­νη (πραγ­μα­τικὴ) οὐσί­α/ὕλη ἑνός πράγ­μα­τος ἤ προσώπου (Ἑβρ. 1, 3, L. Seneca, M. Quindilianus) ποὺ ὑπάρχει ὡς βάση (θεμέλιο) καὶ ὑπόστρωμα (βλ. πο-κείμενο), καὶ στηρίζει τήν ἐξωτερικὴ του μορφδος (Θεόφραστος), ἤ τὸ ἰδιαί­τε­ρο ἤ χα­ρα­κτη­ρι­στικὸ φυ­σικὸ ἰδί­ω­μα προσώπου ἤ πράγ­μα­τος (Αὐγουστῖνος). Γρά­φει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Μ. Ἀθα­νάσιος: «γ εμι  ν∙ δι δτο ερεμίου∙ Τίς στιν ν ποστήματι ατο, κα εδε τν λόγον ατο; κα μετ’ λίγον∙ Κα ε στησαν ν τ ποστάσει μου, κακουσαν τν λόγων μου.  δ πόστασις οσία στ, κα οδέν λλο σημαινόμενον χει  ατ τ ν∙ περ ερεμίας παρξιν νομάζει λέγων∙ Κα οκ κουσαν φωνν πάρξεως.  γρ πόστασις κα  οσία παρξίς στιν. στι γρ κα πάρχει. Τοτο νον κα Παλος, γραψεν βραίοις∙ ς ν παύγασμα τς δόξης, κα χαρακτρ τς ποστάσεως ατο. Οτοι δ ο δοκοντες εδέναι τς Γραφς, κα νομάζοντες αυτος εναι σοφος, μ θέλοντες πόστασιν λέγειν π Θεο». Ὁμοίως, ὁ Γρηγόριος Νύσσης παρατηρεῖ: «Τοῦτο ον στιν  πόστασις, οχ  όριστος τς οσίας ννοια, μηδεμίαν κ τς κοινότητος το σημαινομένου στάσιν ερίσκουσα, λλ’  τ κοινν τε κα περίγραπτον ν τ τιν πράγματι δι τν ἐπιφαινομένων ἰδιωμάτων παριστσα καπεριγράφουσα».

ΕΝ­ΝΟΙΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΕΣ ΚΑΙ ΣΗ­ΜΑ­ΣΙΟ­ΛΟ­ΓΙ­ΚΕΣ ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΚΑ
ΔΙΑ­ΦΟ­ΡΟ­ΠΟΙ­Η­ΣΕΙΣ ΜΕ­ΤΑ­ΞΥ ΠΡΟ­ΣΩ­ΠΟΥ ΚΑΙ Υ­ΠΟ­ΣΤΑ­ΣΗΣ

Ὁ Οἰκουμενικὸς διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας Βασίλειος  Μέγας (330-378) γνωρίζει τὴ διάκριση προσώπου καὶποστάσεως: « πλαττομένη, οχ νς δ προσώπου μνήμη, λλ τριν ποστάσεων».
Ἀλλὰ καὶ κατὰ τόν ἅγιο μφι­λό­χιο ἐπίσκοπο Ἰκονίου (340-395), ὁ συγ­χέ­ων τὸ πρό­σω­πο μὲ τήν πό­στα­ση ἐντάσσεται στήν αἵρε­ση τοῦ Σα­βελ­λια­νι­σμοῦ (ὅπως οἱ Ἀνα­το­λι­κοὶ κα­τη­γο­ροῦσαν τούς Λα­τί­νους).
Ὁμοίως, ὁ μεγάλος θεολόγος τοῦ 8ου αἰώνα καὶ Οἰκουμενικὸς διδάσκαλος ω­άν­νης  Δα­μα­σκη­νός (680-755) ἀφιερώνει εἰδικὸ ὁρισμὸ γιὰ τήν πόσταση καὶ εἰδικὸ γιὰ τὸ πρόσωπο: « δ πόστασις θέλει χειν οσίαν μετ συμβεβηκότων κα καθ’αυτν φίστασθαι κα ασθήσει γουν νεργεί θεωρεσθαι. δύνατον δ δύο ποστάσεις μ διαφέρειν λλήλων τος συμβεβηκόσι κα ριθμ διαφέρειν λλήλων. Χρ δ γινώσκειν, τι τ χαρακτηριστικ διώματα τ συμβεβηκότα εσ τ χαρακτηρίζοντα τνπόστασιν». Μὲ μία φράση, «τ κοινόν μετ το διάζοντος χει  πόστασις».
Ἐξάλλου, «πρόσωπόν στιν, περ δι τν οκείων νεργημάτων τε κα διωμάτων ρίδηλον κα περιωρισμένην τν μοφυν ατοπαρέχεται μν τν μφάνειαν, οον μφάνειαν, οον  Γαβριλ τ γί θεοτόκ διαλεγόμενος, ες τν γγέλων πάρχων, μόνοςκεσε παρν διελέγετο, κεχωρισμένος τν μοουσίων γγέλων δι τς ν τ τόπ παρουσίας κα διαλέξεως, κα  Παλος π τνναβαθμν δημηγορν, ες τν νθρώπων ν, δι τν διωμάτων κα νεργημάτων ατο τν λοιπν νθρώπων διεστέλλετο».
Τέλος, ὁ ση­μα­ντι­κός βυ­ζα­ντι­νός λό­γιος, ἱστο­ρι­κός καὶ με­γά­λος λο­γο­θέ­της τοῦ 13ου αἰώ­να Γε­ώρ­γιος κρο­πο­λί­της (1220-1282) στὸ ἔργο του <Λό­γος κατ Λα­τί­νων> (2, 17) δια­κρί­νει σαφῶς με­ταξύ προ­σώ­που καὶ πο­στά­σε­ως: «τ γάρ φη­σιν  Χρι­στς; ρ’ γ κα  πα­τήρ πρόσω­πόν σμεν ν;  το­μον;  πό­στα­σις;», ἀνα­φέ­ρο­ντας τὰ «ἰδιώ­μα­τα» στίς «θεαρχικές» πο­στά­σεις.

Συ­μπε­ρά­σμα­τα

Φι­λο­σο­φι­κο-θε­ο­λο­γικὰ, ὡς γνω­στό, ἰσχύ­ει γε­νικὰ τὸ τοῦ Μ. Ἀθα­να­σί­ου: « φύσις δύναται χειν ν αυτπλείους τς ποστάσεις. Κα γρ ο νθρωποι, ξ νς σώματος ντες κα μις πνος πάντες, μις σμεν φύσεως κα οσίας. ποστάσεις δ πολλα. Κα γρ πόστασις δι τοτο λέγεται, π το στήκειν τ οσί. Κα  μν φύσις κα  οσία λέγεται καθολικ δ πόστασις μερικ».
Ἄρα, κυριο­λε­κτι­κά, ἡ χρή­ση τοῦ ὅρου πό­στα­σις, τὴν ὁποία μάλιστα προτιμᾶ (ὡς τὸ ὀντολογικὸ θεμέλιο τῆς ὕπαρξης) Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔναντι τοῦ ὅρου πρόσωπον (στὸ ὁποῖο, ὡστόσο, προσδίδει μία πιὸ φιλελεύθερη ἔννοια), δη­λώ­νει θε­ο­λο­γικὰ μί­α βαθύτε­ρη ὀντο­λο­γικὰ ὑφὴ («πο­στσα φύ­σις»), καὶ ἄρα διασώζει τὴ φυσικ «ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων» μετα­ξύ τῶν τριῶν ὑπάρ­ξε­ων τῆς Ἁγί­ας Τριά­δας, ἀπὸ ὅ,τι λ.χ. ἡ λέ­ξη πρό­σω­πον ―ποὺ περισσότερο ἀπαντᾶ γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στὶς ad extra σχέσεις τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ σήμερα, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Προτεσταντισμοῦ, πού, ἔναντι τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ (ὁ ὁποῖος πλατωνικὰ προτάσσει τὴ νοητικὴ οσία ἔναντι τῆς παρξης: universalia ante res), προτάσσει, ὅπως ὁ Ἀβελάρδος, τὴ βουλητικὴ παρξη ἔναντι τῆς οσίας (universalia post res), ἔχει προσλάβει μία ἀνθρωπιστική, κοινωνική, σχεσιακή, ἠθική, ὑπαρξιακή, περσοναλιστικὴ καὶ πνευματικὴ ἔννοια (πρβλ. «κκλησιολογικ πόσταση»)―, ἀφοῦ ἡ πό­στα­ση ἐννοιο­λο­γικὰ συνδέεται στενότατα μὲ κάποια φύ­ση (οὐσί­α): «που γρ ν μία τς Τριάδος πόστασις παρ, πσα πάρεστιν  Τριάς.διασπάστως γρ χει πρς αυτν, κα νωται μετ κριβείας πάσης»∙ ἤ, κατὰ τὴν περιεκτικὴ διατύπωση Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Μονὰς γὰρ ἐστι ἀσύγχυτος τῇ οὐσίᾳ καὶ τῷ κατ’ αὐτὴν ἁπλῷ λόγῳ ἡ ἁγία τριὰς τῶν ὑποστάσεων, καὶ τριὰς ἐστι ταῖς ὑποστάσεσι καὶ τῷ τρόπῳ τῆς ὑπάρξεως ἡ ἁγία μονὰς».
Κατὰ τὴν προ­χαλ­κη­δό­νεια πε­ρί­ο­δο, «πόστασιν μν λέγομεν, γούμενοι τατν εναι επεν πόστασιν κα οσίαν∙ μίαν δ φρονομεν, δι τ κ τς οσίας το Πατρς εναι τν Υἱὸν, κα δι τν ταυτότητα τς φύσεως∙ μίαν γρ θεότητα». Σύμ­φω­να μὲ τὸν Μ. Ἀθανάσιο, ὁ «χαρακτρ τς ποστάσεως, οχ δ τςνεργείας.  δ χαρακτρ τς ποστάσεως οκ κ προ­κοπς τε­λειοται, λλ’ ν ατ τ εναι χει τ τέ­λειον…ξ ατς τς ταυ­τό­τη­τος». Ἔτσι, δογ­μα­τολογικὰ δὲν μπο­ροῦμε νὰ ποῦμε π.χ. γιὰ τὸν Ἰη­σοῦ Χρι­στὸ ὅτι εἶναι «πρό­σω­πον σε­σαρ­κω­μέ­νον», ἀλλ’ «πό­στα­σις σε­σαρ­κωμέ­νη», ἐφό­σον ὁ Υἱός καὶ Θ. Λό­γος «χαρακτρ γρ στι τς το Πατρός ποστάσεως, κα φς κ φωτς, κα δύναμις κα εκν ληθιν τς το Πατρός οσίας». Ἡ δεύ­τε­ρη πό­στα­ση τῆς τρια­δικῆς θε­ό­τη­τας κα­τα­στάθη­κε πόστα­ση καὶ τῆς ἀνθρώ­πι­νης φύ­σης. Γι’ αὐτό, ὁ Μ. Ἀθα­νά­σιος ὡς συ­νώ­νυ­μα τῶν τριῶν πο­στά­σε­ων χρη­σι­μο­ποιεῖ καὶ τοὺς ὅρουςδυ­νά­μειςτά­ξεις καὶ δό­ξας.
Ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς προ­η­γού­με­νης νο­η­μα­τοδό­τη­σης, συ­νι­στᾶ ἡ ἔννοια τῆς ποιο­τικῆς δια­φο­ρο­ποι­ή­σε­ως με­τα­ξύ τῶν πο­στά­σε­ων τοῦ Θ. Πα­τρός καὶ τοῦ Υἱοῦ Θ. Λό­γου· μὲ ἄλλα λό­για, ὁ Υἱός δὲν ἀπο­τε­λεῖ ἁπλῶς ἕνα ἀντίγρα­φο «πρό­σω­πο» (ἤ σωσ­ί­α) τοῦ Θ. Πα­τρός, ἀλλ’ μο­ού­σια πό­στα­ση, πρᾶγμα ποὺ λεκτικὰ δὲν μπο­ρεῖ πάλι νὰ ἀποδοθεῖ per se γιὰ τὸ πρό­σω­πο (λ.χ. ἕνα «ὁμο­ού­σιο πρό­σω­πο»). Κατὰ τὸν Μ. Ἀθα­νά­σιο, ἡ μὴ χρή­ση τοῦ ὅρου πό­στα­σις ἀπο­τε­λεῖ γνώ­ρι­σμα τῶν Ἀρειο­μα­νιτῶν (ὅπως οἱ Λατῖνοι κα­τη­γο­ροῦσαν τούς Ἀνα­το­λι­κούς Πα­τέ­ρες), οἱ ὁποῖοι «λέγουσιν πηλλοτριωμένας κα πεξενωμένας, λλοτριοουσίους τε λλήλων, κα κάστην καθ’ αυτν πόστασιν διρημένην, ς στι τ τε λλα κτίσματα».
Συ­νεπῶς, δὲν χωρίζονται οἱ τρεῖς Θεῖες ποστάσεις, ὅπως λ.χ. θὰ μπορούσαμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ἀτομικὰ γιὰ κάθε ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο (persona), οὔτε τὸ κά­θε «πρό­σω­πο» (persona) τῆς Ἁγί­ας Τριά­δας ἀνθρωπομορφικὰ «ἀκούει» [< per sonus (= ἦχος), ἤ < ψ (= ἡ φωνὴ)] ἤ «ὁρᾶ» [< πρός + ψ (= ὀφθαλμός)]  ―ὅπως ψυχολογιαρχικὰ ἰσχυ­ρι­ζό­ταν πρῶτος ὁ ἱερός Αὐγου­στῖνος (354-430), ὕστε­ρα τόν 12ο αἰώ­να ὁ αὐγουστια­νός μυ­στι­κός καὶ ἅγιος Richard Victor ἤ Victorinero (1162-1173) καί, στὴ συ­νέ­χεια, ὁλόκληρη ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία (ταυτίζοντας πρόσωπο καὶ πόσταση, καὶ προκαλώντας ἔτσι περαιτέρω δογματική σύγχυση) καὶ ὁ χρι­στια­νι­κός Περ­σο­να­λι­σμός (πα­ραλ­λη­λί­ζο­ντας τήν ἁγιο­τρια­δικὴ κοι­νω­νί­α μὲ τὴ δια­προ­σω­πικὴ σχε­σιακὰ κοι­νω­νί­α τῶν ἀνθρώ­πων)― τό κυκλικὰ αὐτεννοιοδοτούμενο ἄλλο σὲ μία γώ ―σ (δηλ. διαλογικὴ/διαπροσωπικὴ) σχέ­ση (Ich-Du-Beziehung∙ βλ. Μ. Buber, F. Rosezweig κ.ἄ.), τ.ἔ. ὡς ἱστά­με­νο ἀπέ­να­ντί του (γιὰ νὰ ἐπα­λη­θευ­θεῖ ἐπα­κριβῶς τὸ νό­η­μα τοῦ ἀνθρω­πομορ­φι­κοῦ ὅρουPersonsein), ὅπως πί­στευε ὁ Γερ­μα­νός ἰδε­α­λι­στής φι­λό­σο­φος G. W. F. Hegel (1770–1831), μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «δίδεσθαι/προ­σφέ­ρεσθαι σὲ ἕνα κα­τέ­να­ντι» (Gegenüber) καὶ ἔτσι ἀνα­κτώ­ντας ἀκριβῶς τὸν αυ­τόν μέ­σα στὸν λλον, ἀλλὰ κοι­νω­νοῦν με­τα­ξύ τους μὲ μί­α βα­θύ­τε­ρη, ἄρρη­τη καὶ μυ­στη­ριω­δέ­στατη σχέ­ση: «διαιρεται γρ διαιρέτως, να οτως επωμεν, κα συνάπτεται διρημένως. ν γρ ν τρισν  θεότης, κατ τρία ν, ν ος  θεότης,  τ γε κριβέστερον επεν,   θεότης, θεν καστον, ν θεωρεται μόνον, τονο χωρίζοντος τ χώριστα, θεν τ τρία μετ’ λλήλων νοούμενα τ ατ τς κινήσεως κα τς φύσεως», ἀφοῦ «λον μν τ πλήρωμα τς θεότητος  Πατρ ς πατρ∙ λον δ τ πλήρωμα τς θεότητος Υἱὸς ς υἱὸς».
Χριστιανικά, ἡ ὑπαρκτικὴ διανθρώπινα (ἐμπειρικὴ ἀγαπητικὰ) σχέση δέν εἶναι προϋπόθεση τοῦ «εναι-πρόσωπον», ὅπως δέχεται μία προσωποκρατικὴ ὀντολογία, ἀλλὰ καρπός του, ποὺ ὀφείλεται στὴν κατὰ Χάρη μετοχὴ στὸ πλήρωμα τῆς «προσωπικῆς» τριαδικῆς ζωῆς. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ πρόσωπο δὲν τὸ δημιουργεῖ ἡ σχέση ἤ σχεσιακότητα, ἀλλ’ εἶναι ατ ποὺ τὴ δημιουργεῖ: βρίσκομαι σὲ μία (τεταμένη/ἔντονη) σχέση, καὶ μάλιστα μὲ κάτι ποὺ εἶναι χωρὶς σχέση! Ἔτσι, τὸ πρόσωπο ὡς νόημα (καὶ ὄχι ὡς ψιλὴ ὕπαρξη), ὅπως παρατηρεῖ ὁ Husserl, προηγεῖται τοῦ «εἶναί» του, δηλ. τῆς προσωπιστικῆς του οὐσίας. Ὀθόδοξα, τὸ πρόσωπο, στὰ πλαίσια τῆς Τριαδολογίας, δέν δηλώνει μία σχέση ἀπόλυτων ἑνικοτήτων/μοναδικοτήτων (σημειακῶν ὑπάρξεων), δηλ. τήν ἀτομικὴ ἑτερότητα τῶν τριαδικῶν ποστάσεων, ἀλλὰ πάντα τὸ «κατ’ οσίαν» πρόσωπο, γεγονός ποὺ ἀπαγορεύει κάθε λογικὴ διάζευξη ἤ συμπλοκὴ οσίας καὶπροσώπου. Μὲ ἄλλα λόγια, δέν ἀποτελεῖ μόνη ἡ ὑπόσταση τοῦ Πατέρα, ὡς ἰδιωτικὴ ὑπόθεση, «πρόσωπον», ἀλλ’ ὁ «κατ’ οσίαν» Πατήρ, τ.ἔ. ὁ Θεός Πατήρ: «Κα  Πατήρ, οκ πε Πατήρ, Θεός∙ λλ’πε οσία τοιάδε, ες στι Πατήρ, κα  Υός Θεός. Κα δι’ ν ατίαν Πατήρ  Θεός, κα Υός Θεός καΠνεμα γιον Θεός».
Ὅμως, πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, ἡ περσοναλιστικὴ ἑρμηνεία τῶν τριαδικῶν ποστάσεων ἀποδίδει ὀντολογικὴ ὕπαρξη ―δηλ. κατανοεῖ ὀντολογικὰ τίς κατηγορίες τοῦ προσώπου (μὲ ἀποτέλεσμα, οἱ τρόποιπαρξης τῆς Θείας οὐσίας νὰ καθίστανται ὀντογενετικές τῆς Θείας οὐσίας καὶ ἄρα, στὴ συνέχεια, νὰ ἔχουμε πολλές ὅμοιες ποστάσεις, λ.χ. πολλούς «Πατέρες», πολλούς «Υἱούς» κ.λπ.)― στίς ἄκτιστες μεθεκτές Θεῖες νέργειες (κυρίως τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης) τῆς κοινῆς ἀμέθεκτης Θείας οὐσίας, οἱ ὁποῖες, ὡς γνωστὸ, χαρακτηρίζουν κατ’ ἐξοχήν τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο στόν Περσοναλισμὸ. Τὸ ἴδιο, ὡς γνωστὸ, δίδασκε ὁ γνωστὸς Γερμανὸς φιλόσοφος Johann Gottlieb Fichte (1762-1814), προτάσσοντας τὸ ἀπόλυτο Ἐγὼ ὡς ἀρχὴ τοῦ παντὸς, καὶ ἐκλαμβάνοντάς το ὄχι ὡς οσία, ἀλλ’ ὡς νέργεια. Ἀλλ’, ἡ κάθε Θεία πόσταση δέν συνιστᾶ ἁπλᾶ ἕνα τροπικό ἰδίωμα τῆς Θείας οὐσίας, ἀλλὰ πλήρωμα τῆς κοινῆς τριαδικῆς οὐσίας.
Ἡ ἀπόλυτη καὶ πλήρης ταύτιση πόστασης καὶ προσώπου, πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι ὁδηγεῖ στόν νθρωπομορφισμτοῦ Θείου, κινεῖται σὲ ἕναν κρυπτονεστοριανισμὸ καὶ μάλιστα τῆς β’ φάσεως (πρβλ. Θεοδώρητο Κύρου), μὲ παρακινδυνευμένες χριστολογικές συνέπειες (π.χ. εἴτε πρός μία χριστόμορφη ἤ ἄ-χριστη προσωπολογία ἤ τριαδικὸ χριστομονισμὸ, εἴτε πρός ἕναν ἄ-χριστο ἤ καὶ ἀπνευμάτιστο Πατρομονισμὸ). Ἀλλὰ, πάνω ἀπὸ ὅλα, μὲ τὸν τριαδολογικὸ Περσοναλισμὸ καταστρέφεται ἡ «μοναρχία το Πατρός», ἀκυρώνεται πλήρως ἡ ὀντολογικὴ ἔνδειξη ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ (δεδομένου ὅτι ἀφενὸς ἡ παρξη, κατὰ τὸν Πρῶσσο φιλόσοφο Immanuel Kant (1724-1804), δὲν εἶναι κατηγόρημα, καὶ ἀφετέρου ἕνα «ἀντικείμενο», κατὰ τὸν S. Kierkegaard, ὑπάρχει ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ κάποιο πρόσωπο σχετίζεται μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο μὲ αὐτό), ἐφόσον ἡ λέξη πρόσωπο δέν φέρει τήν ὀντολογικὴ βαρύτητα τοῦ ὅρου πόσταση, καὶ, τέλος, ἐξαρτᾶ ὅλη τὴ χριστιανικὴ Θεολογία ὄχι ἀπὸ τήν πόσταση τοῦ Χριστοῦ (ποὺ συνιστᾶ τὴ ρίζα τοῦνυπόστατου), ἀλλ’ ἀπὸ τίς σχέσεις τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας. Μὲ ἄλλα λόγια δηλ. μεταβάλλει τὴν τριαδικὴ Θεολογία σὲ κοινωνικὴ Ἀνθρωπολογία καὶ Ψυχολογισμό. Ὅμως, τὸ καθένα τριαδικὸπρόσωπο καθαυτὸ δέν μπορεῖ θεολογικὰ νὰ δημιουργήσει σχέσεις (εἴτε ad intra, εἴτε ad extra), γιατὶ τὸ ἰδιαίτερο δίωμα ποὺ δηλώνει, δέν εἶναι κοινωνήσιμο. Κατὰ τὸν ἀείμνηστο καθηγητὴ π. Ἰ. Ρωμανίδη, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας «δέν μιλνε ποτ γι κοινωνία τν Προσώπων στν γία Τριάδα. Μιλνεντιθέτως γι τ κοινώνητο τν Προσώπων. Κοινωνία στν γία Τριάδα χομε μόνο στν οσία καστν φυσικ νέργεια τς οσίας τν Προσώπων».
Κατὰ τούς Μαξέντιο, Βοήθιο, Λεόντιο τόν Βυζάντιο καὶ Ἰουστινιανὸ, ἡ ταύτιση τῶν ὅρων πρόσωπον καὶπόστασις (ἡ πόσταση ὡς τὸ τελικὸ ἐπίπεδο στήν ἐξειδίκευση μίας κοινῆς οσίας) προκαλεῖ αἱρετικούς κινδύνους [βλ. Μονοφυσίτες, Νεστοριανούς, Ἀντιχαλκηδόνιους Ἀκέφαλους: Τιμόθεο Αἴλουρο καὶ Σεβῆρο Ἀντιοχείας (χριστολογικὴ ἕνωση ἀτομικῶν φύσεων)], ἀφοῦ ἡ πόσταση (ὄχι στήν Τριαδολογία, ἀλλὰ) στὴ Χριστολογία κατανοεῖται τριαδολογικὰ μόνο στή βάση τῶν ἐξωτερικῶν ποιοτήτων, ποὺ σημαίνουν τὴ διάκριση καὶ τὸ ἰδιαίτερο, καὶ δέν δίνεται διόλου σημασία στὸ γεγονός ὅτι αὐτή ἡ πόσταση(καὶ ὄχι ἡ φύση) ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς ὕπαρξης. Οἱ Καππαδόκες, ὅμως, σὲ ἀντίθεση μὲ τούς αἱρετικούς Νεστόριο, Εὐτυχῆ καὶ Ἀκέφαλους (Τιμόθεο Αἴλουρο καὶ Σεβῆρο Ἀντιοχείας), διέκριναν σαφῶς μεταξὺπόστασης καὶ οσίας στὴ Χριστολογία.
Κατὰ τούς Ἀνατολικούς Πατέρες, οσία καὶ παρξη στήν τριαδικὴ θεότητα συμπίπτουν ἀνθρωπίνως λογικὰ/φιλοσοφικὰ (ἤτοι «οἰκονομικὰ» καὶ ἀνθρωπομορφικὰ), ἄν καὶ ὄχι θεολογικὰ (ἐνδοτριαδικὰ), ὅπως λ.χ. δεχόταν ὁ Ἄνσελμος Κανταβριγίας (1033-1109) ὅσον ἀφορᾶ στὴ σχέση μεταξύ οσίας καὶπαρξης, ἤ ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκυνάτης ὅσον ἀφορᾶ στὴ σχέση μεταξύ ἀριστοτελικῆς «πρώτης οσίας» (δηλ.μορφς ἤ εδους) καί «εναι» (βλ. μεταφυσικὴ Ὀντοθεολογία). Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Πατερικὴ δυτική ἔννοια τῆς πόστασης (substantia) θεολογικὰ ἀντιστοιχεῖ στὸ ξεχωριστὸ «πρόσωπο», αὐτό δηλ. ποὺ ―ἀντίθετα ἀπὸ τήν ἀριστοτελικὴ οὐσιολογία― ὑποστήριζε ὁ Descartes, ὅτι δηλ. ἡ πόσταση δὲν δηλώνει ἰδιότητα τῶν πραγμάτων ὀντικὰ, ἀλλὰ τρόπο τῆς φυσικῆς σύστασης καὶ δομῆς τῆς ἴδιας τῆς οὐσίας, τ.ἔ. τῆς ἰδιότητας ποὺ τὰ ἴδια τὰ πράγματα διαθέτουν, σὲ σχέση πάντοτε μὲ τὴ δικὴ μας ἀντιληπτικὴ καὶ αἰσθητηριακὴ ἱκανότητα (πρβλ. Πέτρο Aureoli καὶ I. Kant).
Στήν Παλαιὰ Διαθήκη (Παροιμ. 27, 19) τό πρόσωπο σχετίζεται εἴτε μέ αὐτό ποὺ βλέπει, εἴτε μὲ αὐτὸ ποὺ βλέπεται (πρβλ. «φαίνεσθαι», δόξα, φῶς κ.λπ.), ἀφοῦ τὸ πρόσωπο εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς «καρδίας» (Σ. Σειράχ 13, 25). Γιὰ παράδειγμα, γράφει Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, «πρόσωπον δ Πατρς  Υἱὸς, δι’ ογνωρίζεται  Πατήρ» καὶ ὁ «Υἱὸς ἀρχὴ τῆς πατρικῆς ὑπάρχει θέας, Πρόσωπον τοῦ Πατρὸς λεγόμενος». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἄσαρκος Θ. Λόγος τοῦ Θ. Πατρὸς ἀποκαλύπτεται, ἐξωτερικεύεται, σαρκώνεται, γίνεται ἀνθρωπίνως ὁρατός, προσλαμβάνοντας καὶ δεύτερη φύση/οὐσία (τὴν ἀνθρώπινη). Μὲ αὐτὴν Του τὴ (διπλῆ) φύση καθίσταται τὸ πρόσωπο τοῦ Θ. Πατρός. Ἄρα, χριστολογικὰ ἡ ὅλη διπλῆ (θεανδρικὴ) φύση (δηλ. ὡς Θεάνθρωπος) τοῦ Θ. Λόγου ἔγινε, εἶναι καὶ λέγεται πρόσωπο. Συνεπῶς, ἄν ὁ Θ. Πατὴρ ἀποτελεῖ τὴν ὑπαρκτικὴ οὐσία ὅλης τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τήν οὐσιολογικὴ Της ὕπαρξη, ὁ σαρκωθεὶς Υἱὸς θὰ ἀποτελεῖ τὴν ὑπαρκτικὴ ὕπαρξη τοῦ Θ. Πατρός. Χριστολογικά, λοιπόν, δὲν πρόκειται γιὰ μία ἁπλῆ ἀντιστοίχιση μεταξὺ πόστασης καὶ προσώπου. Ἔτσι, ἑρμηνεύεται καὶ ἡ Παύλεια ἔκφραση «πρόσωπον πρός πρόσωπον», ἡ ὁποία ἀναφέρεται στήν ἀνθρώπινη θέα τῆς Θείας δόξας καὶ ὄχι στίς ἐνδοτριαδικές, ὅπου χρησιμοποιοῦμε τόν ὅρο πόσταση.
Σύμφωνα μὲ τὴν Κριτικ Φιλοσοφία τοῦ Kant, ἐνῶ ἡ λέξη πρόσωπο ἀποτελεῖ μία κατηγορικὴ ἔννοια (δηλ. ἀναφέρεται συνήθως στὰ ἐξωτερικὰ φαινομενολογικῶς κατηγορήματα), ὁ ὅρος πόσταση (ποὺ στόν ροτῆς Χαλκηδόνας ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετὰ τὴ λέξη πρόσωπον, προσδιορίζοντάς την ἐπακριβέστερα, ὥστε νὰ ἀποκλεισθεῖ ἡ δυνατότητα νεστοριανικῆς ἑρμηνείας της) συνιστᾶ ὀντολογικὴ ἔννοια, δηλ. ἀναφέρεται ὡς ὀντολογικὴ «ἰδιότητα» στήν οὐσία τῶν πραγμάτων, καὶ ἐν προκειμένῳ στήν ὀντολογικοτριαδολογία τῶν τριῶν «ὑπάρξεων» τῆς Ἁγίας Τριάδας: « πόστασις τς κάστου πάρξεως σημεον στ».
Ἐξάλλου, φιλοσοφικά, μεταξύ ὄντος καὶ «εἶναι» μπορεῖ μὲν νὰ ὑφίσταται ἡ γνωστὴ «ντολογικδιαφορ» (Μ. Heidegger), ἀλλὰ ταυτόχρονα τὰ δύο αὐτὰ μεγέθη (ν καὶ «εναι») συνδέονται μὲ μία φυσικὴ καὶ ὁμοούσια σχέση, κατὰ τὸν G. Marcel. Σύμφωνα μὲ τὸν Heidegger, τὸ ὀντικὸ ὡς πρὸς τὸ «εἶναι» του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ὀντολογικό. Κατὰ τὸν Jaspers, ἡ φιλοσοφία τοῦ Ὑπαρξισμοῦ δὲν συνιστᾶ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἀπολυτοποίηση τῆς ὕπαρξης, ἀλλὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία βαθύτατη ἑνότητα ἀνάμεσα στὸ ὑποστασιακὸ καὶ στὸ ὀντολογικό. Οἱ φιλοσοφίες τῆς ὕπαρξης δὲν ἀνάγουν τὸ πᾶν στὴνὕπαρξη, γιατὶ ἡ ὕπαρξη ὀφείλει πάντοτε νὰ ὁρίζεται σὲ σχέση μὲ ἕνα ἄλλο πρᾶγμα, διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτήν, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἔννοια τῆς ὑπέρβασης. Μὲ ἄλλα λόγια, ὄντα καὶ «εἶναι» ἀποτελοῦν δύο ὅρους, ὅπου ὁ καθένας ὑπάρχει στὴ σχέση του μὲ τὸν ἄλλον. Κατὰ τὸν S. Kierkeggard, δὲν ὑπάρχει ὑποκειμενικότητα δίχως τὴ σχέση μὲ τὸ ὄν ποὺ μᾶς ὑπερβαίνει. Ὅμοια, κατὰ τὸν Heidegger, δὲν ὑπάρχει ὑποκειμενικότητα δίχως τὴν ἐμμονὴ στὸν κόσμο.
Ἄλλωστε, καὶ κατὰ τήν Ψυχολογία, γνωρίζουμε ὅτι ὀντικὰ ἡ φύση (δηλ. ἡ ἀντικειμενικότητα) προαπαιτεῖται γιὰ τὴ διάπλαση καὶ τὴ διαμόρφωση τοῦ προσώπου (δηλ. τῆς ὑποκειμενικότητας), ἄσχετα ἄν ἀξιολογικὰ (καὶ ὑπαρξιστικὰ) τό πρόσωπο ὑπερέχει τῆς φύσεως.
Ἔτσι, παρατηρεῖ ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὅτι ἡ Τριαδικὴ Θεία φύση προηγεῖται τῆς βουλήσεώς Της. Ὁμοίως, σύμφωνα μὲ τόν Γρηγόριο Νύσσης, δέν γεννᾶ ἡ πόσταση τοῦ Θ. Πατρός τήν κοινὴ (τριαδικὴ) οσία (δέν ἀποτελεῖ δηλ. ἡ πόσταση τοῦ Θ. Πατρός τήν ὀντολογικὴ αἰτία τῶν τριαδικῶν προσώπων) ―ἀλλά μόνο τὰ ποστατικ διώματα, δηλ. τούς ὑποστατικούς τρόπους ὕπαρξης τῆς κοινῆς Θείας οὐσίας, δηλ. τίς ἄλλες δύο ἐνούσιες ποστάσεις: τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος― τῆς Ἁγίας Τριάδας, ἀλλ’ ἡπόσταση τοῦ Θ. Πατρός γεννᾶται ἐκ τῆς Θείας οὐσίας. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ (τριαδικὴ Θεία) φύση (essentia) εἶναι προϋπόθεση τῆς κάθε πόστασης.
Στὰ Λα­τι­νι­κά, η λέ­ξη essentia (οὐσί­α), ἐνῶ ἀρχικὰ δή­λω­νε τὸ «εἶναι», ἄρχι­σε στα­διακὰ νὰ ἀπο­κτᾶ ὁλο­έ­να καὶ πιὸ εἰδικὴ καὶ συ­γκε­κριμέ­νη σημα­σί­α, ὁπό­τε ἑνοποιήθηκε νο­η­μα­τικὰ μὲ τὴ λέ­ξη existence (ὕπαρ­ξη). Στον δε Με­σαί­ω­να, ὁ ἀντί­στοι­χος λα­τι­νικὸς ὅρος «substantia» ―μέσῳ τῆς λέ­ξης “quid est [= «τὸ τὶ ἐστὶ» > quidditas (γαλ­λ. quiddité)]― κα­τά­ντη­σε νὰ ση­μαί­νει καὶ νὰ με­τα­φράζε­ται στὰ Ἑλλη­νικὰ ὡς οσί­α (essence).
Τέλος, κατὰ Μάξιμο τόν Ὁμολογητὴ, θὰ ἦταν ἄτοπο νὰ εἰσάγουμε τήν ἔννοια τῆς θελήσεως μέσα στήν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς θεότητας, ἀφοῦ οἱ τρεῖς Ὑποστάσεις τῆς παναγίας Τριάδας συνυπάρχουν πέρα ἀπὸ κάθε εἶδος σχέσης. Ἄν, πάλι, ἐπιχειρηθεῖ νὰ παραβληθεῖ ἡ σαρτρικὴ πρόταξη τῆς ὕπαρξης ἔναντι τῆςοὐσίας μὲ τὰ δύο θελήματα (Θεῖο καὶ ἀνθρώπινο) τοῦ Χριστοῦ, θὰ πρέπει νὰ ἀποσαφηνίσουμε ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστολογία, τὰ πάθη τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ δέν προηγοῦντο τῆς (θε-ανθρώπινης) θελήσεώς Του, δεδομένου ὅτι τὸ θέλημα τῆς ἀνθρώπινής Του φύσεως «εἵπετο» τῆς Θείας Του. 

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...