Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Σάββας Αλεξάνδρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Σάββας Αλεξάνδρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2015

Άγιοι· οι αυθεντικοί άνθρωποι

Συνήθως στη σκέψη των ανθρώπων, ο Άγιος φαντάζει σαν ένα εξωπραγματικό όν και η αγιότητα σαν μια κατάσταση ουτοπική και ανέφικτη, άσχετη με το κοινωνικό γίγνεσθαι και την κοινωνική πραγματικότητα.
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης δίνοντας το στίγμα του Αγίου θα πει:«Άνθρωποι υπήρχον κακείνοι ως και ημείς και ουδέν πλέον ημών εκέκτηντο ειμή ταπείνωσιν και την προς τον Θεόν αγάπην». Άνθρωποι, λοιπόν, ήταν οι Άγιοι και σε τίποτε δεν διέφεραν από μας, εκτός από το ότι είχαν ταπείνωση, πίστη και αγάπη προς τον Θεό.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον περίφημο Αγιορείτικο Τόμο του, θα τονίσει πως Άγιοι είναι ουσιαστικά οι αυθεντικοί άνθρωποι, δηλαδή οι άνθρωποι της γνησιότητας που συνυφαίνεται με την καθαρότητα της καρδιάς και την απαλλαγή από τα πάθη που ασχημίζουν και αλλοιώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο.
DSC050992
Αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι κατάφεραν λόγω της αυθεντικότητάς τους, να ενωθούν με τις θείες άκτιστες ενέργειες και να γίνουν θεοί κατά χάριν. Θα πει χαρακτηριστικά: «Άγιοί εισιν οι δι’ άκραν καθαρότητα της καρδίας ιδόντες και παθόντες την του Θεού λαμπρότητα».
Εξάλλου ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος από τη δική του πλευρά θα τονίσει πως οι Άγιοι είναι απόδειξη της αγάπης του Θεού που ουσιαστικά εκφράζεται με τη δυνατότητα του αυθεντικού ανθρώπου να γίνει κοινωνός θείας φύσεως και θεός κατά χάριν. Αναφέρει επιγραμματικά: «Η αγάπη του Θεού αύτη εστίν η μέθεξις και η μετουσία της αυτού θεότητος».
Είναι, λοιπόν, οι Άγιοι αυθεντικοί άνθρωποι γιατί η ζωή τους είναι ταυτόσημη με εκείνες τις αρετές που δίνουν το γνήσιο ήθος του σωστού ανθρώπου. Ύψιστη αρετή των Αγίων είναι η ταπείνωση. Ο ταπεινός άνθρωπος αναγνωρίζει τις αδυναμίες και τα ελαττώματά του, γι’ αυτό θεωρεί τον εαυτό του «υποκάτω απάσης της κτίσεως» κατά τον Όσιο Ποιμένα. Δεν θεωρεί πως είναι το κέντρο της γης και του ενδιαφέροντος των άλλων. Βιώνει εμπειρικά τη θεολογική τοποθέτηση του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος: «Όσα σοί κατορθώματα γεγόνασιν προ της σης γεννήσεως, μόνον επί τούτοις επαίρου, τα δε μετά την γέννησιν ώσπερ και την γέννησιν, Κύριος ο Θεός σου εχαρίστατο». Δηλαδή μ’ αυτό το λόγο του ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης διαμηνύει πως ο ταπεινός άνθρωπος αναγνωρίζει ουσιαστικά ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητες που έχει είναι δώρο Θεού. Γι’ αυτό θα λέγαμε εμείς δεν φέρεται υποτιμητικά ούτε υπεροπτικά στους άλλους ανθρώπους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Αγίου Αρσενίου. Υπήρξε άνθρωπος μορφωμένος, δάσκαλος των παιδιών του αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Κατείχε άριστα την ελληνική και λατινική παιδεία. Κάποτε μιλώντας με ενα αγράμματο ασκητή ζητούσε να τον συμβουλευτεί για διάφορα πνευματικά θέματα. Όταν μερικοί εξέφρασαν την έκπληξη και την απορία τους πως ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος ζητούσε συμβουλές από ένα αγράμματο ασκητή, με φυσικό τρόπο απάντησε: «Την ελληνικήν και ρωμαϊκήν παίδευσιν καλώς επίσταμαι, αλλά το αλφάβητον του αγροίκου τούτου ούπω μεμάθηκα». Δηλαδή μπορεί να είμαι κάτοχος της ελληνικής και ρωμαϊκής παιδείας αλλά δεν κατέχω το αλφάβητο της πνευματικής ζωής αυτού του αγράμματου ασκητή. Επειδή ακριβώς ο Άγιος έχει ταπείνωση είναι απλός και ανεπιτήδευτος στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Δεν τον ενδιαφέρει να εντυπωσιάσει, γι’ αυτό δείχνει στους άλλους ανθρώπους αυτό που πραγματικά είναι. Μ’ αυτό το σκεπτικό ο Μέγας Βασίλειος θα πεί: «Οίος εί τοιούτος και φαίνου». Δηλαδή, όπως είσαι, έτσι και να φαίνεσαι.
Εξάλλου ο ταπεινός άνθρωπος είναι και άνθρωπος αγάπης. Ο εγωιστής δεν μπορεί να αγαπήσει κανένα εκτός από τον εαυτό του. Αντίθετα ο ταπεινός άνθρωπος βιώνει εμπειρικά τη διάσταση της αγάπης, όπως αυτή ορίζεται από τον Άγιο Δωρόθεο: «Όσον ενούταί τις τω πλησίον αυτού διά της αγάπης, τοσούτον και μετά του Θεού αυτού». Δηλαδή όσο ο άνθρωπος γίνεται ένα με τον πλησίον διά της αγάπης, τόσο γίνεται ένα και με τον Τριαδικό Θεό. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα ο Άγιος Νεκτάριος, Επίσκοπος και διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, αναλαμβάνει να καθαρίζει τις λεκάνες των αποχωρητηρίων της Σχολής, χωρίς να γίνεται αντιληπτός από κανένα, για να μην χάσει τη δουλειά του ο φτωχός φροντιστής της Σχολής που είναι άρρωστος. Επίσης, μέσα στο ίδιο πνεύμα της αγάπης, ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, όταν ξαπλώνεται επιδημία χολέρας, τρέχει να βοηθήσει αρρώστους και στο τέλος αρρωστά και ο ίδιος.
Είναι δυστυχώς πραγματικότητα πως ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει την αυθεντικότητά του. Η υποδούλωσή του στα πάθη και ιδίως τον εγωισμό στάθηκαν αιτία να γίνει η ζωή του μια κόλαση. Η οικονομική κρίση αλλά και ευρύτερα η κρίση αξιών αποτελούν συνέπεια της απώλειας της αυθεντικότητας.
Θα λέγαμε, λοιπόν, πως η στροφή και η αναφορά μας στους Αγίους και συγκεκριμένα η υιοθέτηση και βίωση από μέρους μας των αρετών τους, αποτελεί ίσως την μοναδική ελπίδα, για να γίνει ο κόσμος μας πιο σωστός, πιο αυθεντικός και πιο ανθρώπινος.
Πηγή: Έκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «οι Φίλοι του Αγίου Όρους, «Ορθόδοξη Μαρτυρία», αριθμός 104, φθινόπωρο 2014.
ΠΗΓΗ

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 03, 2014

Εις την Αγίαν Βαρβάραν (4 Δεκεμβρίου) Αγία Βαρβάρα Υπόδειγμα της προς το Θεό Αγάπης


Εις την Αγίαν Βαρβάραν (4 Δεκεμβρίου)

Αγία Βαρβάρα
 Υπόδειγμα της προς το Θεό Αγάπης
του Σάββα Αλεξάνδρου Θεολόγου
Βοηθού Διευθυντής - Α΄ Λανίτειο Λύκειο Β΄


Οι Πατέρες της Εκκλησίας, υποστηρίζουν πως ο κάθε άνθρωπος είναι και μια ζωντανή ανεπανάληπτη εικόνα του Θεού.  Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει πως «πάσα φύσις λογική, εικών του Θεού εστίν.»  Έτσι για την Ορθόδοξη Πατερική Γραμματεία ο εικονισμός του Θεού στο ανθρώπινο πρόσωπο, σε συνδυασμό με την προς το Θεό αγάπη, καθιστούν τον άνθρωπο θέσει και ενεργεία Θεό.
  Ο Άγιος Διάδοχος ο Φωτικής θα πει: «Πάντες οι άνθρωποι, εικόνες Θεού εσμέν, το δε καθ’ ομοίωσιν  εκείνων μόνον εστίν των δουλωσάντων την εαυτών ελευθερίαν δια της πολλής αγάπης τω Θεώ.»  Δηλαδή όλοι οι άνθρωποι είμαστε εικόνες του Θεού.  Αλλά το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή η Θέωση και ο Αγιασμός είναι για εκείνους μόνο που αγαπούν το Θεό και που γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, δίνουν όλο το είναι τους σ’ Αυτόν.
Εξάλλου ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, μιλώντας για την προς το Θεό αγάπη, θα τονίσει πως δεν είναι μια αφηρημένη συναισθηματική κατάσταση, αλλά μια διαρκής πάλη και ένας συνεχής αγώνας του ανθρώπου κατά των παθών τον οποίον επιζητεί ο Θεός, ώστε δια της καθάρσεως απ’ αυτά να καταφέρει ο άνθρωπος να ενωθεί με τις Θείες Άκτιστες Ενέργειες.  «Χρή τον άνθρωπον από προαιρέσεως γεωργήσαι γην της καρδίας αυτού και πονήσαι.  Ζητεί ο Θεός τον πόνον και την εργασίαν του ανθρώπου.»
Μ’ αυτό το πνεύμα, η Αγία Βαρβάρα της οποίας η Εκκλησία τιμά τη μνήμη στις 4 Δεκεμβρίου, αγωνίστηκε ενάντια στα πάθη που και αυτή ως μεταπτωτικός άνθρωπος είχε και κατάφερε δια της προς το Θεό αγάπης να αποκτήσει την αγία απάθεια.  Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος θα διακηρύξει: «Η αγία απάθεια ώσπερ κυκλοειδής στέφανος περιφρουρεί τους Αγίους από πάσης πονηράς εννοίας».  Δηλαδή η αγία απάθεια σαν ένα κυκλικό στεφάνι περιφρουρεί τους Αγίους από κάθε πονηρό και εφάμαρτο λογισμό.  Το χάρισμα αυτό που δίνεται στους θεωμένους ανθρώπους που αγαπούν το Θεό, είχε σε μεγάλο βαθμό η Αγία Βαρβάρα.
Ζώντας μέσα σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον έμεινε εντελώς ανεπηρέαστη από τον τρόπο ζωής των ειδωλολατρών, που ήταν συνυφασμένος με τα πάθη και τις ηδονές.  Έτσι ο νους της ακριβώς, επειδή συνείχετο από την προς το Θεό αγάπη εκοσμείτο με την αρετή της απροσπάθειας.  Αυτό σημαίνει πως δεν την ενδιέφεραν οι τιμές, τα πλούτη και τα φθαρτά πράγματα του κόσμου τούτου.  Επιπρόσθετα η αγία ψυχή της ήταν απαλλαγμένη από την εμπάθεια και τέλος το σώμα της ήταν εντελώς ξένο προς κάθε λογής ηδυπάθεια.
Έχοντας λοιπόν κατά την Πατερική Θεολογία καθαρίσει το τριμερές της ψυχής της, είχε μια βιωματική και εμπειρική σχέση με το Θεό, αφού κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο «οι Άγιοι ορώσιν πλουσίως τοις νοεροίς οφθαλμοίς το φως της Θεότητος, ου της θεωρίας του κάλλους και της γλυκύτητος, ουδέποτε δύνανται κορεσθήναι».  Δηλαδή οι Άγιοι βλέπουν με τα μάτια της ψυχής τους το φως της Τριαδικής Θεότητας και τη θεία ομορφιά η οποία συνεπαίρνει όλο το είναι τους.  Γι’ αυτό το λόγο όταν ο αριστοκράτης πατέρας της, ο τοπάρχης Διόσκορος χτίζει ένα λουτρό έξω από τον πύργο στον οποίο διέμενε η Αγία, ζητεί από τους εργάτες να φτιάξουν τρεις θυρίδες αντί για δυο όπως παρήγγειλε ο πατέρας της κι΄ αυτό γιατί, κατά την αγαπώσα το Θεό καρδία της: «Τρεις θυρίδες φωτίζουσιν πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα.»
Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρει πως η προς το Θεό αγάπη και ο Θείος Πόθος είναι κατά πολύ ανώτερα από τις εγκόσμιες αγάπες.  Εξηγεί δε πως όταν ο άνθρωπος καταληφθεί από την προς το Θεό αγάπη, τότε ο Χριστός γίνεται γι’ αυτόν το ερώμενο πρόσωπο και όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα.  Θα πει χαρακτηριστικά: «Ουκ έστιν ουδέν ο ο πόθος ου νικά• όταν δε και θείος η ο πόθος, τότε απάντων υψηλότερος εστίν.  Τούτου γαρ μείζων εστίν τον Χριστόν έχειν εραστήν και ερώμενον ομού.»
 Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η Αγία Βαρβάρα ανεδείχθει τέλειο υπόδειγμα της προς το Θεό αγάπης με την οποία γέμισε την καρδιά της βρίσκοντας το αληθινό νόημα της ζωής. Παρόλο το νεαρό της ηλικίας της, παρόλο που το κοσμικό μέλλον ανοιγόταν μπροστά της ως κόρη Επάρχου και με τα ποικίλα χαρίσματα που είχε, εντούτοις  αδιαφορεί για τα πλούτη και τα μεγαλεία που την περιτριγυρίζουν.  Στη συνέχεια δέχεται φριχτά βασανιστήρια και αυτόν ακόμα το δια αποκεφαλισμού θάνατο, ως επισφράγισμα της αγάπης της προς το Θεό.  Ο Χριστός ανταμείβοντάς την, της προσφέρει τη Θέωση και τον Αγιασμό.  Τα άγια λείψανα της που ευωδιάζουν και αποτελούν πηγή «ιάσεων και θαυμάτων παντοδαπών», αποτελούν συνάμα και μια διαρκή υπόμνηση πως ο Θεός, «τους δοξάζοντας Αυτόν αντιδοξάσει».
Είναι δυστυχώς τραγική διαπίστωση το γεγονός πως κατά τον Έριχ Φρομ ο σημερινός άνθρωπος «διάλεξε ανάμεσα στο να είναι, το να έχει».  Ο καταναλωτισμός, η μαζικοποίηση, η αλλοτρίωση του ανθρωπίνου προσώπου, η κοινωνική ανισότητα, οι πόλεμοι και πλείστα άλλα κοινωνικά προβλήματα όπως παραδείγματος χάριν το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν είναι τίποτε άλλο παρά συνέπειες της έλλειψης του αληθινού νοήματος της ζωής που όπως λέκτηκε και πιο πάνω συμφαίνεται με τη Θέωση και τον Αγιασμό του ανθρωπίνου προσώπου.
Μόνο ο άνθρωπος που βιώνει την προς το Θεό αγάπη νοηματοδοτεί τη ζωή του και μπορεί να αναγνωρίζει τον κάθε άνθρωπο σα μια ζωντανή εικόνα του Θεού.  Μόνο ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να είναι ένα αληθινό πρόσωπο όπως ακριβώς υπήρξε και η Αγία Βαρβάρα που εξαιτίας της προς το Θεό αγάπης της, κατέστη κατά τη Θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «έμψυχη εικών αρετής, αυτοκίνητος στήλη παντός αγαθού».

Σάββατο, Απριλίου 19, 2014

Το φαιδρον της αναστασεως κηρυγμα π.Σάββας Αλεξάνδρου

Η μητέρα μας η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσα στα πλαίσια του λειτουργικού της χρόνου, προβάλλει ενώπιόν μας το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Το γεγονός αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο θαύμα που έκανε ο Κύριος. Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος αυτήν έχει κατά νου όταν δίνει το στίγμα της θεανδρικής υπόστασης του Λόγου και τονίζει τη δόξα , την εξουσία και τη δύναμη Του. Λέει χαρακτηριστικά: «Χριστόν ακούων, μη βλέπε τη βραχύτητι της λέξεως και τη απλότητι του λόγου, αλλά εννόει την δόξα της θεότητος, την υπέρ νουν και διάνοιαν, το κράτος το άφραστον, το αμέτρητον έλεος».
Η Ανάσταση αποτέλεσε το θεμέλιο της Εκκλησίας. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς τονίζει πως: «Άνευ της αναστάσεως του Χριστού, δεν θα υπήρχε καν Χριστιανισμός». Πάνω σ’ αυτή θεμελιώνεται και το μαρτύριο του αίματος αλλά και το μαρτύριο της συνειδήσεως.
Οι Άγιοι δηλαδή που επεσφράγισαν κατά τη διάρκεια των διωγμών την πίστη με το αίμα τους, το έκαναν διότι πίστευαν στην Ανάσταση του Χριστού αλλά και στη δική τους προσωπική Ανάσταση. Ο Μέγας Αθανάσιος λέει γι΄ αυτό: «Τω σημείω του Σταυρού και την εις Χριστόν πίστιν, ο θάνατος καταπατείται πάντες δε οι τω Χριστώ πιστεύοντες, ως ουδέν όντα αυτόν πατούσιν, αιρούνται δε μάλλον αποθανείν η αρνήσασθαι την εις Χριστόν πίστιν». Δηλαδή με τη δύναμη του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και την πίστη στο Χριστό, που νίκησε το θάνατο, ο θάνατος καταπατείται, είναι ως και να μην υπάρχει γι΄ αυτό και οι μάρτυρες προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να αρνηθούν το Χριστό.
Με το ίδιο σκεπτικό και όλοι οι Άγιοι που μαρτύρησαν το μαρτύριο της συνειδήσεως δηλαδή, που αγωνίστηκαν κατά των παθών τους δια της ασκήσεως και της κακοπάθειας. Αυτό έπραξαν διότι γνώριζαν πολύ καλά πως το να πιστεύει κανένας στον αναστημένο Χριστό σημαίνει το να αγωνίζεται διαρκώς ενάντια στην αμαρτία, στο κακό και στο θάνατο. Μέσα σ΄ αυτό το πνεύμα πρέπει να κατανοήσουμε και το Πασχαλινό χαιρετισμό που απηύθυνε όλες τις εποχές του χρόνου ένας μεγάλος Ρώσος Άγιος, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ που προσφωνούσε κάθε προσκυνητή που συναντούσε με το χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη Χαρά Μου».
Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί πως το γεγονός της Αναστάσεως, αποτέλεσε για τους Θεοφόρους Πατέρες πηγή θεολογικών και Εκκλησιολογικών τοποθετήσεων. Έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφορμώμενος απ’ αυτή θα τονίσει: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, πας ο της οικονομίας λόγος ανατέτραπται», δηλαδή αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε έμεινε ανεκπλήρωτο το σχέδιο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρωπίνου προσώπου.
Από την πλευρά τη δική του πάλι ο Άγος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα τονίσει πως το σπήλαιο στο οποίο εναποτέθηκε το Θεανδρικό σώμα του Κυρίου προεικόνιζε τον Ορθόδοξο ναό. Το συγκεκριμένο μάλιστα σημείο στο οποίο τοποθετήθηκε προεικόνιζε την Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία σε κάθε λειτουργική σύναξη βρίσκεται το σώμα και το αίμα του Αναστημένου Χριστού.
Κατά τη Θεολογία λοιπόν του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας μας καθένας που προσβλέπει με πίστη στα Θεία Δώρα γίνεται σαν άλλη Μαρία Μαγδαληνή που είδε και συνομίλησε με τον Αναστημένο Χριστό και όχι μόνο αυτό, αλλά «Δια της μεθέξεως των τιμίων δώρων, όλος θεοειδής εκτελείται ο άνθρωπος».
Για τους πατέρες της Ανατολής κάθε Κυριακάτική Θ. Λειτουργία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαρκής υπόμνηση του γεγονότος της Αναστάσεως. Λέει γι’ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Κυριακή λοιπόν ήταν η μέρα της Ανάστασης του Χριστού και της πρώτης εμφάνισης του στους μαθητές Του. Η δεύτερη εμφάνισή του έγινε μετά από οκτώ μέρες, δηλαδή πάλι Κυριακή». Τελειώνει δε λέγοντας: «Εκείνας τας συνάξεις, εικονίζει διηνεκώς η του Χριστού Εκκλησία, τας συνάξεις κατά Κυριακήν επιτελούσα».
Ακόμα να τονίσουμε πως ακριβώς εξαιτίας της Ανάστασης του Χριστού για την ορθόδοξη πατερική σκέψη δεν υπάρχει θάνατος, είναι απλά μια άλλη στάση ζωής. Λέει γι’ αυτό ο Μέγας Αθανάσιος: «Αν πορεύεσαι με δικαιοσύνη πάνω σ’ αυτή τη γη βρίσκεσαι μέσα στη ζωή και δεν πρόκειται ποτέ να σ’ αγγίξει ο θάνατος, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Για τους δικαίους είναι απλά μια άλλη στάση ζωής».
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως για τους Θεοφόρους Πατέρες η απόρριψη του γεγονότος της ανάστασης συμφαίνεται με την απόγνωση και τον πεσιμισμό. Λέει γι’ αυτό ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε τότε όλος ο κόσμος είναι ένα απέραντο νεκροταφείο και οι άνθρωποι τραγικοί υποψήφιοι μελλοθάνατοι».
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»
*Ο Σάββας Αλεξάνδρου είναι Θεολόγος, Βοηθός Διευθυντής Α΄, Συνεργάτης Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού.
«Φιλελεύθερος»23/04/2011
 

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...