Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐπίσκοπος Καρπασίας Χριστόφορος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐπίσκοπος Καρπασίας Χριστόφορος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

ΕΚΚΛΗΣΙΑἤ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου


ΕΚΚΛΗΣΙΑἤ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ
ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
 Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου

   Στήν προσπάθεια συζήτησης, πού πραγματοποιεῖται σχετικά μέ τά κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, θά ἤθελα νά παραθέσω, τό σύντομο αὐτό ἐκκλησιολογικό κείμενο, τό ὁποῖο ἐπιχειρεῖ νά δώσει ἀπάντηση στήν ἀναγκαιότητα σαφοῦς διαχωρισμοῦ καί διάκρισης, στά ὅρια τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, τῆς χρήσης τῶν ὅρων «Ἐκκλησία» ἤ «Ἐκκλησίες».1
Στά πλαίσια, λοιπόν, τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης διαπιστώθηκε ὅτι «ὁ ὅρος Ἐκκλησία δέν ἔχει τήν ἴδια ἐκκλησιολογική ἔννοια ὅταν χρησιμοποιεῖται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους γιά τήν Ἐκκλησία τους καί ὅταν χρησιμοποιεῖται γιά νά προσδιορίζουν μή ὀρθόδοξα σώματα. Σ᾽αὐτήν τήν τελευταία περίπτωση μπορεῖ ὁ ὅρος νά σημαίνει, εἴτε μία ἀτελή ἤ ἐλλιπή ἐκκλησιαστική ὀντότητα, εἴτε μία παντελῶς μή ἐκκλησιαστική πραγματικότητα, μία τέτοιου εἴδους ὅμως διάκριση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα καί τή μή υἱοθέτησή του».
Συνεπῶς, τίθενται ἐνώπιόν μας τά ἐρωτήματα:
«Τί εἶναι Ἐκκλησία; Τί ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία; Πῶς ἐκφράζεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας; Ποιό τό περιεχόμενο τῆς ἑνότητας καί τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας; Τί σημαίνει ἡ ἔκφραση ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης καί τί συνεπάγεται αὐτό;».2
Μέ βάση αὐτά τά βασικά ἐκκλησιολογικά ἐρωτήματα, θά ἤθελα νά ἐκθέσω κάποιες θεολογικές σκέψεις μέ βάση καί τό ἐν λόγω κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου.
ἱερός Χρυσόστομοςἀναφερόμενος στόν ὁρισμό τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρει ὅτιἡ Ἐκκλησία ἐκφράζει τή συμφωνία καί τήν ἑνότητα μεταξύ τῶν μελῶν της, ἡ ὁποία ὅμως ἐπιτυγχάνεται γιατί «ὁ Χριστός..... ἐστίν ὁ τῆς ἑνότητος σύνδεσμος».3
 Ἔτσι ἡ φύση καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι χριστοκεντρικός μέ τήν ἑξῆς διπλή ἔννοια.
α) Ἡ οὐσία καί ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας προσδιορίζεταιἀπό τήν ἑνότητα μέ τόν Χριστό καί ἐν Χριστῷ, ἀφοῦ, «κεῖθεν ἔχει τό εἶναι καί τό καλῶς εἶναι».
β) Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτυγχάνεται καί φανερώνεται ὅταν «σύσσωμοι πάντες ἀλλήλοις ἐσμέν ἐν τῷ Χριστῷ καί οὐχί μόνον ἀλλήλοις».4
Συνεπῶς, «ἡ προτεραιότητα τοῦ σκοποῦ καί τῆς ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα καί ἡ κοινωνία, ὡς γεγονός καί τρόπος ὕπαρξης,καί ὄχι ἡ ἑνότητα καθεαυτήν ὡς αὐτοσκοπός».5
Αὐτή δέ ἡ κοινωνία καί ἑνότητα ἐκφράζεται διά τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί φανερώνεται ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί πλέον ἡ κοινωνία εἶναι τρόπος ὕπαρξης καί ὄχι ἁπλή ἀναλογία ὁμοιότητας. Ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἱερός Καβάσιλας «σημαίνεται δέ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις, οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις, ἀλλ᾽ὡς ἐν καρδίᾳ μέλη... Οὐ γάρ ὀνόματος ἐνταῦθα κοινωνία μόνον, ἤ ἀναλογία ὁμοιότητος, ἀλλά πράγματος ταυτότης».6
Κατ᾽ αὐτό τόν τρόπο ἡ Ἐκκλησία ὡς «τό ἄθροισμα τῶν ἁγίων τό ἐξ ὀρθῆς πίστεως καί πολιτείας ἀρίστης συγκροτούμενον» ἐκδηλώνεται καί φαίνεταιὅπου ὑπάρχει «πίστις καί βίος»καί δέν διασπᾶται, ἀφοῦ «τό αὐτό (σῶμα τῆς Ἐκκλησίας) καί ἕν καί πολλά δείκνυσι».7
Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλῶς τό ἄθροισμα ὅσων πιστεύουν, μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο, στόν Χριστό, ἀλλά βασικά καί κυρίως, ὁρίζεται ὡς ἑνότητα καί κοινωνία ἐν Χριστῷ, πάντων τῶν μελῶν της, καί ἐκφράζεται ὡς ἑνότητα πίστεως, ζωῆς καί ἀληθείας.
Ὁπότε, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο,εἶναι ἀδύνατη ἡ σχέση ἑνότητας στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ ὅσους βρίσκονται ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδοξίας.Ἐδῶ Ὀρθοδοξία θά πρέπει νά θεωρήσουμετήν ἐν πίστει καί ἐν μυστηρίοις ἐκφραζόμενη ἑνότητακαί κοινωνία καί ὄχι μία ἁπλῶς ὁμολογιακή ἰδεολογία.8
Μέ βάση τά παραπάνω καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι «σήμερα οἱ ἔννοιες ἑνότητα καί καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό προσδιοριστικοί ὅροι τοῦ περιεχομένου τῆς Ἐκκλησίας τείνουν νά καταστοῦν αὐτοσκοπός τοῦ περιέχοντος χωρίς ὅμως κάτι τό οὐσιαστικό, μέ ἀποτέλεσμα, ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, νά συγχέεται πολλές φορές τό οὐσιῶδες μέ τό ἐπουσιῶδες, τό διαχρονικό μέ τό περιστασιακό».9
 Κατά συνέπεια, «ὁποιοσδήποτε βιασμός», γιά συσχετισμό ἀνομοίων πραγμάτων καί καταστάσεων, μεταξύ τῶν σαφῶν ὁρίων τοῦ «τί εἶναι Ἐκκλησία» καί τοῦ «ἔχειν στοιχεῖα ἐκκλησιολογικά», δέν μπορεῖ νά ἐκφράσει τήν πραγματικότητα, ἀλλά καί οὔτε νά ὁδηγήσει στήν ἑνότητα καί κοινωνία.
 Διότι τό μέν πρῶτο, «τί εἶναι Ἐκκλησία», σύμφωνα καί μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁριοθετεῖ τό γεγονός τῆςἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, μέ κέντρο τή Θεία Εὐχαριστία, μέσω τῆς ὁποίας ἐκφράζεται καί ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας10(πρβλ. Νικολάου Καβάσιλα: «Οὐ γάρ τήν τοῦ Χριστοῦ περί ἡμᾶς πρόνοιαν καί παιδαγωγίαν καί τήν ἡμῶν ὑποταγήν πρός αὐτόν βουλόμενος δηλῶσαι, τόν μέν κεφαλήν, ἡμᾶς δέ σῶμα προσεῖπεν, ὥσπερ καί ἡμεῖς τούς τῶν συγγενῶν ἤ φίλων μέλη καλοῦμεν, ὑπερβολή χρώμενοι· ἀλλ᾽αὐτό ἐκεῖνο σημαίνων ὅπερ ἔλεγεν, ὅτι τούς πιστούς ἤδη διά τό αἷμα τοῦτο ζῶντας τήν ἐν Χριστῷ ζωήν, καί τῆς κεφαλῆς ὡς ἀληθῶς ἐκείνης ἐξηρτημένους, καί τοῦτο περικειμένους τό σῶμα, διά ταῦτα οὐδέν ἀπεικός ἐνταῦθα διά τῶν μυστηρίων τήν Ἐκκλησίαν σημαίνεσθαι»11).
 Τό δέ δεύτερον, «ἔχειν στοιχεῖα ἐκκλησιολογικά», ἁπλῶς προσδιορίζει μόνο τό σκοπό καί τή μέθοδο προσέγγισης τῶν ἐκκλησιολογικῶν θεμάτων.12Συνεπῶς, ἐκκλησιολογικά εἶναι λάθος ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἐκκλησία (ἐννοεῖται γιά ἄλλους χριστιανικούς ὀργανισμούς ἤ ὁμολογίες) χωρίς τό προσδιοριστικό του περιεχόμενο.Ὁ ὅρος αὐτός ἐκκλησιολογικά ἀποκαλύπτει καί καθορίζει τήν ποιότητα τῆς μία πίστεως καί ζωῆς (Ὀρθοδοξία), ἡ ὁποία σημαίνεται καί πιστοποιεῖται, διά τῆς κοινωνίας, ἐν τοῖς μυστηρίοις. Ὁπότε ὅταν χρησιμοποιεῖται σέ ἐκκλησιολογικά κείμενα πρέπει νά εἶναι σαφής καί ἀδιαπραγμάτευτος, διότι διαφορετικά θά ὁδηγήσει σέ θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά ἀδιέξοδα.


1 Πρβλ. Γ. Γαλίτη, «Ἠ Ἐκκλησία καί οἱ ἐκκλησίες», Γρηγόριος Παλαμᾶς 77 (1994), 529-550
2 Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου, Ἡ περί ἑνότητας καί καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου μέ βάση τήν Παύλεια ἐκκλησιολογία καί ἡ οἰκουμενική σημασία της. Ἀνάτυπο ἀπό τόν Τόμο Πρακτικά Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου «Ἀπό τόν Ἀποστόστολο Παῦλο στόν Ἱερό Χρυσόστομο», Βέροια 2007 (σελ. 239-252)
3 PG61, 616. PG74,560
4 PG62, 344. PG74,560.Πρβλ. ΜητροπολίτουΜεσσηνίας Χρυσοστόμου, ὅ.π, σελ. 244
5 Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, ὅ.π, σελ. 245
6 PG150,452
7 Ἀθανασίου Γιεφτιτς, Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κατά τόν Ἱερόν Χρυσόστομο, Ἀθήνα 1984, (ἔκδ. Γρηγόρη), σελ. 110. PG78, 685. PG52,397  
8 Ἀθανασίου Γιεφτιτς, ὅ.π, σελ. 141
9 Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, ὅ.π., σελ. 249
10 PG51,229. 59,463
11 PG150,453
12 Πρβλ. Ἰωάννη Ζηζιούλα, (Μητροπολίτη Περγάμου), «Ἡ Ἐκκλησία ὡς Κοινωνία», Καθ᾽ Ὁδόν, 10 (1995), 41-53. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, ὅ.π., σελ. 250-251.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝΠΑΓΚΥΠΡΙΑ ΕΝΩΣΗ ΓΟΝΕΩΝ




 το είδαμε :Εδώ

Τετάρτη, Μαρτίου 26, 2014

Ομοφυλοφιλία, ατομικό δικαίωμα ή ιδεολογία;

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟΝΕΥΡΩΣΕ ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ "ΚΑΡΚΙΝΙΚΩΝ" ΜΟΡΦΩΜΑΤΩΝ

Ομοφυλοφιλία,

 ατομικό δικαίωμα 

ή ιδεολογία;


Επισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου

flag omofilofylia
   Δημοσιεύτηκε στόν Τύπο καί σέ ἄλλα Μέσα
 Ἐνημέρωσης ὅτι τόν Μάιο θά 
πραγματοποιηθεῖ στή Λευκωσία,
 ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Δημάρχου
 Λευκωσίας τό λεγόμενο
 «Φεστιβάλ Ὑπερηφάνειας»,
 Ὁμοφυλοφίλων, Λεσβιῶν, Ἀμφισεξουαλικῶν, Τρανσέξουαλ κ.λπ.
     Γιά τό θέμα αὐτό, τῆς Ὁμοφυλοφιλίας, ἔχουν λεχθεῖ καί γραφεῖ 
πάρα πολλά. 
Ἐξ ἀφορμῆς τῆς πιό πάνω ἐκδήλωσης θά ἤθελα νά ἐκφράσω καί
 τίς δικές μου ἀπόψεις, συμβάλλοντας ἔτσι σ’ ἕνα ὑγιή διάλογο
 μέ σκοπό τό γενικό καλό.


     Τό πρῶτο τό ὁποῖο θά ἤθελα νά σημειώσω εἶναι ὅτι
 ὑπάρχει τό ἀναφαίρετο δικαίωμα τοῦ καθενός νά ζεῖ ὅπως θέλει. 
Τό δικαίωμα αὐτό δέν μπορεῖ νά τοῦ τό στερήσει κανείς. 
Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐδημιούργησε ἐλεύθερους, 
μᾶς ἔδωσε τό δικαίωμα τῆς αὐτοδιαχείρησης. 
Συνεπῶς, μποροῦμε νά πᾶμε ἐνάντια στόν ἴδιο τόν Θεό,
 ἐνάντια στήν ἴδια τή φύση μας, στούς φυσικούς καί πνευματικούς νόμους,
 πιστεύοντας ὅτι ἔτσι αὐτοπραγματωνόμαστε καί ἐκπληρώνουμε τόν 
προορισμό μας ὡς ἄνθρωποι.
     Ταυτόχρονα μέ τό δικαίωμα τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς
 ἔχουμε καί τήν εὐθύνη, τήν προσωπική, γι’ αὐτή τήν ἐπιλογή 
ἀφοῦ εἴμαστε λογικά ὄντα καί ἐλεύθερα ἀποφασίζουμε νά 
ἀκολουθήσουμε μία συγκεκριμένη πορεία στή ζωή μας. 
     Ἡ εὐθύνη καί τά ἀποτελέσματά της, σέ μιά τέτοια περίπτωση
 προσωπικῆς ἐπιλογῆς, πού εἶναι κατά πάντα σεβαστή, βαραίνει
 προσωπικά καί μόνον ἐκεῖνον πού τήν κάνει. 
Φυσικά ἐπειδή εἶναι μέλος μίας εὐρύτερης κοινωνίας
 ἀνθρώπων καί ἡ κοινωνία εἶναι προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ μας,
 βραχυπρόθεσμα ἤ μακροπρόθεσμα ἔχει καί γενικότερες
 κοινωνικές ἐπιπτώσεις.

     Ὅταν, ὅμως, ἡ προσωπική μας ἐπιλογή, ἡ ὁποία εἶναι
 καθαρά ὑποκειμενική ὑπόθεση, γίνεται ἰδεολογία καί καταβάλλεται 
προσπάθεια ἐπιβολῆς της, γίνεται κοινωνικά και προσωπικά 
ἐπικίνδυνη. Εἶναι δέ ἐπικίνδυνη διότι ἡ ἰδεολογία, 
ὡς ἰδιοτροπία (ἴδιος τρόπος ζωῆς), προβάλλεται ὡς φυσικός 
καί γενικός τρόπος ζωῆς, ὁ ὁποῖος πρέπει νά γίνει χωρίς
 καμία συζήτηση ἀποδεκτός, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν
 πάνω στήν εὐρύτερη κοινωνία (οἰκογένεια, σχολεῖο, δομές κοινωνικές κ.λπ).
    Γιά παράδειγμα τό γεγονός ὅτι μέ ἔντεχνο τρόπο γίνεται
 προσπάθεια νά μεταδωθεῖ ἡ ἰδιοτροπία τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς
 φυσική, ἀκόμη καί μέσα στά σχολεῖα ἤ νά ποινικοποιηθεῖ ἡ 
ἀμφισβήτηση τῆς φυσικότητάς της, δείχνει ὅτι πρόκειται,

 γιά ἰδεολογία πού ἐπιδιώκει ἀκόμα καί τήν κατάργηση
 ἀναφαίρετων προσωπικῶν δικαιωμάτων, ὅπως εἶναι αὐτό τῆς
 ἐλεύθερης ἔκφρασης τοῦ λόγου. (Βλ. Φιλελεύθερος, 8 Μαρτίου 2014,
 «σημειώνεται μάλιστα ἀπό τούς διοργανωτές τό γεγονός ὅτι λίγο
 πρίν ἀπό τήν ἐπικείμενη νομιμοποίηση τοῦ Συμφώνου Συμβίωσης 
καί τήν ποινικοποίηση τῆς ὁμοφοβικῆς ρητορικῆς μίσους, 
θεωροῦμε ὅτι ἡ στιγμή εἶναι κατάλληλη γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ μέχρι σήμερα
 ἄπιαστου ὀνείρου μας, τή διοργάνωση τοῦ 1ου Φεστιβάλ
 Ὑπερηφανείας (Pride) Κύπρου»).
    Συνεπῶς, τό πρῶτο τό ὁποῖο θά ἤθελα να σημειώσω εἶναι ὅτι, 
κατά τήν ἄποψή μου, τό κίνημα τῶν Ὁμοφυλοφίλων δέν ὑπερασπίζεται
 ἁπλῶς τό δικαίωμα τῶν μελῶν του νά ζοῦν σύμφωνα μέ τήν δική 
τους ἐπιλογή, ἀλλά ἔχει θέσει ὡς στόχο τήν προβολή καί ἐπιβολή μίας ἰδεολογίας -
 ἰδιοτροπίας μέ ἐπικίνδυνες κοινωνικές καί προσωπικές προεκτάσεις. 
Αὐτό φαίνεται – διαφαίνεται μέσα ἀπό τά μανιφέστα, διακηρύξεις,
 μαζικές ἐκδηλώσεις καί συνασπισμούς. Δέν μπορῶ νά κατανοήσω γιατί
 πρέπει νά πορεύονται σέ δημόσιους χώρους μέ τήν ὑποστήριξη δημόσιων
 προσώπων καί φορέων προβαίνοντας σέ πράξεις καί ἐκδηλώσεις (δημόσια sic) 
πού ἀφοροῦν, ὅπως ἰσχυρίζονται, τήν ἰδιωτική τους ζωή!!!
     Μάλλον μπορεῖ νά κατανοηθεῖ ἐάν λάβει κάποιος ὑπόψη του ὅτι 
«τό οὐσιαστικό ἰδιοτροπία, ὅπως καί τό ἐπίθετο ἰδιότροπος,
 χρησιμοποιεῖται εἰς τήν νέαν ἑλληνικήν γλῶσσαν εὐρέως διά τόν
 χαρακτηρισμόν ἀνθρώπων καί τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν.
     Ἡ ἐτυμολογική παραγωγή τῶν λέξεων τούτων δηλοῖ χαρακτηριστικῶς 
τό περιεχόμενόν των («suppositum»). Ὁ ἀντίστοιχος παλαιότερος ὅρος,
 ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ καί εἰς τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πρός δήλωσιν τῆς
 ἀρνητικῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεόν, εἶναι ἡ 
λέξις δυστροπία. 
Συνώνυμος φαίνεται ὅτι εἶναι περίπου καί ὁ ὅρος δυσβουλία. 
Ἐάν οἱ ὅροι ἰδιοτροπία καί δυστροπία εἶναι πράγαματι συνώνυμοι, 
τοῦτο θά σημαίνει ὅτι τό «ἴδιον» τῆς ἰδιοτροπίας συμπίπτει μέ τό κακόν 
τοῦ τρόπου, τό ὁποῖον ἐκφράζει ὁ ὅρος δυστροπία. Εἰς τήν περίπτωσιν ταύτην,
 τό «ἴδιον» καί τό κακόν («δύσ-») θά συμπίπτουν» (Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου, 
«Ἡ ἰδιοτροπία, ὡς πρόβλημα ὀντολογικῆς ἠθικῆς», Ἀθῆναι 1973, σελ. 5).
     Ἔχοντες καί ἐμεῖς τό προσωπικό δικαίωμα, ὄχι τῆς ἐπιβολῆς 
μίας ἰδεολογίας - ἰδιοτροπίας προσωπικῆς ἤ ἔστω συλλογικῆς, ἀλλά τῆς
 ἔκφρασης τοῦ λόγου – γνώμης - ἄποψης, στή συνέχεια θά ἐπιχειρήσουμε 
νά μεταφέρουμε, ὡς Θεολόγος - Ἐπίσκοπος, τήν ἄποψή μας, ἡ ὁποία
 ταυτίζεται μέ τήν ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ.
   Πρίν προχωρήσουμε στήν καθαρά θεολογική προσέγγιση τοῦ θέματος
,
 θεωρῶ ὅτι θά ἦταν ὀρθό νά σχολιάσουμε κάποιες ἀπόψεις, πού
 παρουσιάζονται γιά νά δικαιολογήσουν τήν ὁμοφυλοφιλία.
     Κατ’ ἀρχάς γίνεται ἀποδεκτό ἐπιστημονικά ὅτι, μέ βάση τίς 
νευροενδοκρινικές μελέτες πού ἔχουν γίνει, δέν ἀποδεικνύεται ὅτι
 ἡ τάση αὐτή ὀφείλεται σέ γενετικά ἤ παθολογικά αἴτια. Περισσότερο,
 ὑπάρχει ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ὀφείλεται σέ περιβαλλοντικούς λόγους, 
σεξουαλικές παρεκκλίσεις, διαταραχές ταυτότητας φύλου ἤ 
σεξουαλικές διαταραχές: «Τελικά θά μποροῦσε κανείς νά
 πεῖ ὅτι οἱ διάφορες θεωρίες, ψυχολογικές καί βιολογικές, πού 
προτάθηκαν γιά τήν ἐξήγηση τῶν αἰτιῶν τῆς ὁμοφυλοφιλίας 
δέν ἔχουν ἀποδειχθεῖ ἀκόμη» (βλ. Psychologia.gr, «Διαταραχές»).
Συνεπῶς, ἡ ἄποψη τῆς ἐπιστημονικῆς θεμελίωσης τῆς ἰδεολογίας 
τῆς ὁμοφυλοφιλίας δέν τεκμηριώνεται. 
Δέν ὑπάρχει στή ζωή μας τρίτο φύλο.
 Γι’ αὐτό καί πολλοί ἀπό ψυχολογικές παρεκκλίσεις 
καί διαταραχές ταυτότητας φύλου, πού δέν αἰσθάνονται 
«καλά» μέ τό φύλο τους (ἴδιος-τρόπος=ἰδιοτροπία) προβαίνουν
 σέ ἐγχειρητικές ἐπεμβάσεις ἀλλαγῆς φύλου.
     Ἀκόμη προβάλλεται ὁ ἰσχυρισμός ὅτι πάνω ἀπό 1500 εἴδη
 ζώων συμπεριφέρονται ὁμοφυλοφιλικά καί κατά συνέπεια αὐτό
 δεικνύει ὅτι πρόκειται περί φυσικῆς ἐνέργειας ἤ πράξης. 
Ἐδώ θά πρέπει νά τονίσουμε ὅτι τα ζώα ἐνεργοῦν μέ βάση τά ἔνστικτά τους,
 ἐνώ οἱ ἄνθρωποι μέ βάση τή λογική τους. Συνεπῶς, θά πρέπει να
 ξεκαθαρίσουμε ἄν θέλουμε νά ἐνεργοῦμε στή ζωή μας ἐνστικτωδῶς
 (ζωωδῶς) ἤ λογικά (ἀνθρώπινα).
    Ἐπίσης, φέρεται ἀπό πολλούς τό ἐπιχείρημα ὅτι στούς ἀρχαίους
 πολιτισμούς ἦταν κοινωνικά ἀποδεκτή ἡ ὁμοφυλοφιλία καί καθιερωμένη
 ὡς τρόπος ζωῆς. Αὐτό δέν εἶναι ἀπόλυτα ὀρθό. 
Ἡ ἀλήθεια ἔγκειται στό γεγονός, τό ὁποῖο ἐπισημαίνει καί ὁ ἀπόστολος 
Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του, ὅτι «αἵ τε γὰρ θήλειαι 
αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν, ὁμοίως δὲ
 καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν 
ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην
 κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης
 αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες»(Ρωμ. α΄, 26-27).
     Τήν ἴδια θέση μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο εἶχαν καί οἱ 
ἀρχαῖοι Φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπιζαν τό φαινόμενο αὐτό ὡς
 παρά φύσιν κατάσταση. Ὁ Πλάτωνας ἀναφέρει:
 «Εἶναι λοιπόν κατανοητό ὅτι ἡ φύσις ὠθεῖ τά θηλυκά νά εἶναι σέ 
ἐπαφή μέ τά ἀρσενικά ἀπό τή γέννησή τους καί ἡ ἡδονή σέ αὐτά εἶναι
 φανερό ὅτι ἔχει δοθεῖ σύμφωνα μέ τήν φύσιν, ἐνώ τῶν ἀρσενικῶν
 μέ τά ἀρσενικά καί τῶν θηλυκῶν μέ τά θηλυκά παρά φύσιν» (Νόμοι 636C.
 Bλέπε Βικιπαίδεια).
Ὁ δέ Ξενοφώντας στά Ἀπομνημονεύματά του ἀναφέρει τήν ἄποψη 
τοῦ Σωκράτη γράφοντας: «Ἀντιθέτως ὅμως ὅταν ἀντελήφθη πώς ὁ 
Κριτίας ἦταν ἐρωτευμένος μέ τόν Εὐθύδημο καί ἐπροσπαθοῦσε νά τόν
 χρησιμοποιήσει καθώς ἐκείνοι πού ἀπολαμβάνουν τά σώματα ἀφροδισιακά,
 τόν ἀπέτρεπεν ὁ Σωκράτης λέγοντας ὅτι καί ἀνάξιο γιά ἐλεύθερον 
ἄνθρωπο εἶναι καί ἀνάρμοστο γιά ἕναν ἄνδρα μορφωμένο ἐνάρετα, 
ἐκεῖνον πού ἀγαπᾶς, χάριν τοῦ ὁποίου θέλει νά φαίνεται πώς ἀξίζει πολύ,
 νά τόν ζητιανεύει ἱκετεύοντάς νά τόν στηρίξει σέ κάτι πού μάλιστα κάθε 
ἄλλο παρά ἀγαθό εἶναι. Ἐπειδή ὁ Κριτίας δέν ἄκουσε αὐτά τά λόγια καί
 δέν ἀπομακρυνόταν ἀπό τό σκοπό του, λέγεται ὅτι ὁ Σωκράτης παρουσία 
καί πολλῶν ἄλλων καί τοῦ Εὐθύδημου εἶπεν ὅτι τοῦ φαίνεται πώς 
ὁ Κριτίας ὑποφέρει ἀπό κάτι πού παθαίνουν οἱ χοίροι, ἀφού 
ἐπιθυμεῖ νά τρίβεται στόν Εὐθύδημο ὅπως ἀκριβῶς τρίβονται τά 
χοιρίδια στίς πέτρες. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν ἀκριβῶς ὁ Κριτίας ἐμισοῦσε
 τόν Σωκράτη (Ξενοφῶντος Ἀπομνημονεύματα, Α1130. Βλέπε ό.π.).
     Συνεπῶς, εἶναι ἀλήθεια ὅτι στήν ἀρχαία εἰδωλολατρική Ἑλλάδα καί
 Ρώμη ἐπικρατοῦσε καί ἴσως νά ἦταν διαδεδομένος τρόπος ζωῆς ἡ 
ὁμοφυλοφιλία, ὡς ἐκτροπή πρός τήν ἡδονή καί ὄχι ὡς φυσική κατάσταση.
 Γι’ αὐτό καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος, οἱ καλλιεργημένοι πνευματικά,
 βλέποντας αὐτή τήν ἐκτροπή τήν ἐπεσήμαναν καί προσπαθοῦσαν νά τήν
 θεραπεύσουν. Ἔτσι, μέ τήν ἔξοδο ἀπό τήν εἰδωλολατρεία (ἀπολυτοποίηση
 τῆς ἡδονῆς καί τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ ἀνθρώπου) καί τήν ἀνάπτυξη
 τῆς πνευματικῆς καλλιέργειας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἴδια ἡ κοινωνία 
ἀπέβαλε καί θεώρησε ὡς παρά φύσιν κατάσταση τήν ὁμοφυλοφιλία.
 Ἄρα ἀπό κοινωνιολογική ἄποψη, ὅλους αὐτούς τούς αἰῶνες, ἡ ἴδια
 ἡ κοινωνία μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο στιγμάτιζε ὡς παρά φύσιν 
κατάσταση τόν ἴδιον αὐτό τρόπο ζωῆς. 
     Αὐτό τό ὁποῖο ἐπιχειρεῖται σήμερα εἶναι ἡ ἰδεολογικοποίηση τῆς 
ἡδονῆς καί μάλιστα αὐτῆς πού προέρχεται ἀπό παρά φύσιν σχέσεις
 καί ἐνέργειες. Ὅπως ἀναφέραμε καί πιό πάνω εἶναι δικαίωμα κάποιου 
νά ἀκολουθήσει τόν δικό του προσανατολισμό. Ὅμως δέν μποροῦμε νά
 ἀντιληφθοῦμε γιατί ὅλοι πρέπει, ἀκόμη καί διά νομοθεσίας, νά τόν δεχθοῦμε
 ὡς ὀρθό ἤ ἀκόμα καί κοινωνικά ὠφέλημο. Μήπως αὐτό ἀποτελεῖ μία σύγχρονη
 ἐκτροπή ἀπό τήν πνευματική ὠριμότητα στήν νεο-ειδωλολατρία
 (ἀπολυτοποίηση τῶν παθῶν καί ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν);
    Ἀπό καθαρά Θεολογική ἄποψη, ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι ἁμαρτία. 
Γιά νά κατανοήσουμε τή θέση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε 
τά σχετικά χωρία τοῦ Ἀποστόλου Παῦλου, πού ἀναφέρονται σ’ αὐτό τό
 θέμα καί γενικά στήν αἰχμαλωσία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά λεγόμενα
 σαρκικά πάθη.
      Τό πρῶτο χωρίο προέρχεται ἀπό τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή
 του (Ρωμ. α΄, 18-32). Ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἀπ. Παῦλου ξεκινᾶ ἀπό 
τό γεγονός τῆς νοητικῆς διαστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος
 ἐπειδή δέν μπόρεσε νά νοήσει (κατανοήσει) ὀρθά τόν Θεό,
 ἀπολυτοποίησε – θεοποίησε τά φθαρτά καί ὑλικά πράγματα τοῦ 
κόσμου αὐτοῦ. 
Αὐτό εἶχε καί ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά στραφεῖ ὁ ἄνθρωπος
 ἐρωτικά (παθιασμένα) πρός αὐτά, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀδειάσει
 ἐσωτερικά ἀπό κάθε ἔννοια πνευματική, ἀνώτερη καί νά ἀγνοεῖ τή
 δόξα τοῦ Θεοῦ.
     Ἡ Θεο-εγκατάλειψη, ἡ πνευματική ἄγνοια, ἐπιφέρει μέσα
 στό κέντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρῶπου ἐπιθυμίες, πού εἶναι στήν
 οὐσία τους ἀκαθαρσίες, πού τόν ἀτιμάζουν ὡς προσωπικότητα. 
Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος λατρεύει (ὑπηρετεῖ, ποθεῖ, ἐπιδιώκει) τήν κτίση
 παρά τόν Κτίσαντα. Τό ἐσωτερικό κενό, πού δημιουργεῖται μέσα στόν
 ἄνθρωπο, πού ἀπό τή φύση του εἶναι δημιουργημένος νά βιώνει τήν
 ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ, τόν καταλαμβάνουν τά «πάθη τῆς ἀτιμίας».
 Δηλαδή πρόκειται γιά ἐσωτερικές –ψυχικές-πνευματικές ἀσθένειες 
πού διαστρέφουν τήν ἐπιθυμία (ψυχική δύναμη τοῦ ἀνθρώπου): 
«διό καί παρέδωκεν αὐτούς ὁ Θεός ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν
 αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τά σώματα αὐτῶν ἐν αὐτοῖς»,
 μέ ἀποτέλεσμα νά ἀλλάζει τό φρόνημα καί ὁ τρόπος ζωῆς. 
    Συνεπῶς, εἶναι ἁμαρτία διότι ἀπολυτοποιεῖται μία σαρκική ἐπιθυμία,
 ἡ ὁποία γίνεται πάθος (ἀρρώστια, κατάσταση) τῆς ψυχῆς, τό ὁποῖο 
ἐμποδίζει τόν ἄνθρωπο νά φθάσει στήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ 
(ἀφοῦ ἤδη ἔχει Θεο-ποιήσει τό σαρκικό πάθος) καί στερεῖται
 τῆς ἀφθάρτου δόξης καί ἐμπειρίας τοῦ ὄντος Θεοῦ. 
Ἡ ψυχική αὐτή κατάσταση ἔχει, σύμφωνα μέ τον Ἀπ. Παῦλο 
ὑπαρξιακά καί ὀντολογικά ἀποτελέσματα πάνω στήν ψυχοσωματική
 κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου: «καί καθώς οὐκ ἐδοκίμασαν τόν Θεόν
 ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτούς ὁ Θεός (λόγῳ τῆς κατάστασης
 πού δημιούργησαν διά τοῦ ἰδίου τρόπου ζωῆς) εἰς ἀδόκιμον νοῦν, 
ποιεῖν τά μή καθήκοντα, πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ, πορνείᾳ, 
πονηρίᾳ, πλεονεξίᾳ, κακίᾳ, μεστούς φθόνου, φόνου, ἔριδος, δόλου,
 κακοηθείας, ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγεῖς, ὑβριστάς,
 ὑπερηφάνους, ἀλαζόνας, ἐφευρετάς κακῶν, γονεῦσιν ἀπειθεῖς,
 ἀσυνέτους, ἀσυνθέτους, ἀστόργους, ἀσπόνδους, ἀνελεήμονας».
     Ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς ἡδονῆς, ὠς σκοποῦ καί στόχου τῆς ζωῆς ὁδηγεῖ 
στήν ὁδύνη. 
Ἡ ὀδυνή ἀρχίζει ἐσωτερικά, ἀλλοιώνει τή ψυχική κατάσταση τοῦ 
ἀνθρώπου, ὑποφέρει μέσα του (βλέπε ἀθεράπευτα ψυχολογικά προβλήματα)
 καί ἡ ἐσωτερική αὐτή κατάσταση μεταφέρεται ὡς πράξη-ἐνέργεια μέσα
 στήν κοινωνία μας. Μελετώντας κάποιος προσεκτικά τήν πιό πάνω ψυχική 
ἀκτινογραφία τοῦ Ἀποστόλου ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι περιγράφει μέ ἀπόλυτη 
ἀκρίβεια, τήν παθολογκή κατάσταση τῆς ἐποχῆς μας. Δέν εἶναι πιστεύω,
 τυχαίο τό γεγονός ὅτι πολλοί ὑποστηρίζουν ὅτι τά χειρότερα ἐγκλήματα
 εἶναι τά λεγόμενα σεξουαλικά, πού προέρχονται κυρίως ἀπό παρά φύσιν
 ἐνέργειες.
     Δεύτερον, ἡ ἁμαρτία (πράξη, λόγος, ἐπιθυμία, αἰχμαλωσία τοῦ νοῦ
 πού γίνεται ψυχική κατάσταση) ἀποκλείει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν 
Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διευκρινίζει ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι
 τρία βασικά πράγματα, πού διαμορφώνουν τήν ψυχικήν κατάσταση
 τοῦ ἀνθρώπου: Εἰρήνη ἐσωτερική, δικαιοσύνη (δηλαδή ἡ ἐνάρετη ζωή
 ἡ ὁποία μᾶς δικαιώνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ) καί ἁγιασμός (μετοχή τοῦ 
ἀνθρώπου στή Χάρη τοῦ Θεοῦ). Ἡ ἀλλοίωση τῆς ἐσωτερικῆς κατάστασης 
τοῦ ἀνθρώπου, λόγω τῆς αἰχμαλωσίας ἀπό τά διάφορα πάθη, 
ἀποτελεῖ τήν κόλαση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει λόγω
 στέρησης τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης καί τοῦ ἁγιασμοῦ. 
Γι’ αὐτό καί γράφει μέ βεβαιότητα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. 
«Μή πλανᾶσθε• οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί,
 οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοῖται (ὁμοφυλόφιλοι), οὔτε πλεονέκται, 
οὔτε κλέπται, οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ
 οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. στ΄, 1-11).
     Τρίτον, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος πρός τούς πιστούς, 
οἱ ὁποῖοι ἐβαπτίσθηκαν, τούς ὑπενθυμίζει μία πνευματική πραγματικότητα. 
Μέσα τους ἐνεργεῖ ὀντολογικά ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί κατά 
συνέπεια τά σώματα τους εἶναι Ναός τοῦ Θεοῦ.
Ἀκόμη παρατηρεῖ ὅτι τά σώματα μας δέν τά ἐξουσιάζουμε, γιά νά τά
 κάνουμε ὅ,τι θέλουμε, διότι δέν εἶναι αὐτοδημιούργητα. 
Τά ἔχουμε ἀπό τόν ἴδιον τόν Θεό. Συνεπῶς, τά σώματά μας, 
δέν εἶναι σκεῦος ἡδονῆς καί ἐνδοκοσμικῶν ἀπολαύσεων, ἀλλά
 μέσον, ἐργαλεῖον πού μᾶς ὁδηγεῖ στό νά πραγματώσουμε τή φύση μας. 
Νά τήν καταστήσουμε γνήσια, αὐθεντική, ἁγία, ὅπου θά συνδοξάζεται 
μέσα στή δόξα τοῦ Θεοῦ. «Φεύγετε τήν πορνείαν...ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι τό
 σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος ἐστίν, οὗ ἔχετε ἀπό Θεοῦ, 
καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν, ἠγοράσθητε γάρ τιμῆς• δοξάσατε δή τόν Θεόν ἐν τῷ 
σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινα ἐστι τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. στ΄, 14-20).
      Ὡς ἐπίλογο τῶν πιό πάνω θέσεων θά ἤθελα νά χρησιμοποιήσω τόν 
λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παῦλου, ὁ ὁποῖος σεβόμενος τήν ἐλευθερία τοῦ
 ἀνθρώπου γράφει: «Πάντα μοι ἔξεστιν» (ὅλα μου ἐπιτρέπονται). 
«Ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει» (ὅμως δέν εἶναι ὅλα πρός τό συμφέρον μου). 
    Ἡ ἰδεολογικοποίηση τῆς ὁμοφυλοφιλίας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φιλαυτίας
 τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει αἰχμαλωτιστεῖ στά πλοκάμια τῆς σύγχρονης
 ἐκκοσμικευμένης – εἰδωλολατρικῆς μαγείας. Ἡ δομή τῆς σύγχρονης
 ἐκκοσμικευθεῖσας κοινωνίας μοιάζει περισσότερο μέ τή δομή μίας
 μηχανῆς, πού παράγει ἡδονή, παρά ἑνός ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ,
 πού δημιουργεῖ προοπτική μέσα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. 
Ὁπότε ὁ μηχανοποιημένος ἄνθρωπος ἀγνοεῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι 
ἐνέργεια τῆς ἀνθρώπινης βούλησης, πού στήν οὐσία της εἶναι 
ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νά ἐπιτελέσει τή φύση του ὡς πρόσωπο 
καί ὄχι ὡς μία ἀπλή δυνατότητα, τήν ὁποῖα ἔχει στή φύση του
 καί μπορεῖ νά τή χρησιμοποιήσει ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας. 
Ἀγνοεῖ ὅτι τό κακό, δηλαδή ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐνέργεια ὄχι κατά φύσιν,
 ἀλλά κατά (ἐνάντια) τῆς φύσεως. 
     Κατά συνέπεια, τό δικαίωμα νά κινηθεῖ κάποιος ἐνάντια στή
 φύση του παραμένει ἀναφαίρετο. Μήπως ὅμως πρέπει νά μελετηθεῖ
 καί ἡ δυνατότητα τῆς ὑπέρβασης (ὄχι κατάργησης) ἤ καλύτερα τῆς
 θεραπείας τῆς φύσεως, ὥστε νά κινεῖται κάποιος φυσικά καί
 ὑπέρ φύση καί νά εἶναι ἀναπαυμένος γι’ αὐτό πού κάνει καί 
νά μή ζητᾶ δικαίωση μέσῳ διαδηλώσεων
 «Ὑπερηφανείας» καί νομοθετικῶν ρυθμίσεων. 
    Διότι ἐάν μιλοῦμε γιά κάτι τό ὁποῖο εἶναι φυσικό καί
 κοινωνικά ἀποδεκτό, τότε γιατί χρειάζονται τά κινήματα
 καί οἱ ἀγῶνες φυσικῆς καί κοινωνικῆς θεμελίωσης καί ἀποδοχῆς του;
πηγή  το είδαμε εδώ

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2012

Επισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, Απορρύθμιση και πνευματική ρύθμιση



ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΡΤΘΜΙΣΗ
Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου
Ο ἄνθρωπος τῆς σύγχρονης κοινωνίας μοιάζει μέ μία μηχανή, ἡ ὁποία φαίνεται νά  ἔχει  ἀπορρυθμισθεῖ.  Ἀσθμαίνει, ταλαιπωρεῖται,  ἀγωνιᾶ, φοβᾶται,  ἀγχώνεται,  συγκρούεται. Θεοποιεῖ τήν  ἁμαρτία καί δικαιολογεῖ συνεχῶς τήν  ὅλο καί  αὐξανόμενη κακία, πού δημιουργεῖται μέσα στή ζωή του. Εἶναι  ἄρρωστος  πνευματικά καί τό χειρότερο ἀγνοεῖ τήν ἀρρώστια του.
Θά  ἤθελα στή συνέχεια νά  ἀναφερθῶ ἀφ’  ἑνός σ’ αὐτή τήν πνευματική  ἀπορρύθμιση καί  ἀφ’  ἑτέρου στήν  πνευματική ρύθμιση.  Ἄλλωστε,  ἡ ζωή, γιά νά  ἔχει νόημα, πρέπει νά εἶναι πνευματικά ρυθμισμένη.
Γιά νά  ἀντιληφθοῦμε τί εἶναι  ἡ πνευματική  ἀπορρύθμιση, πρῶτα θά πρέπει νά  ποῦμε τί εἶναι  ἡ πνευματική ρύθμιση, δηλαδή τί εἶναι  ἡ πνευματική ζωή.  Ἡ πνευματική ζωή ἐπιτυγχάνεται μόνο μέ τήν  ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό,  ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ χορηγός τῆς ζωῆς καί παντός ἀγαθοῦ.
Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς ἐπιτυγχάνεται αὐτή ἡ ἕνωση.
Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός  ἀπεκάλεσε τούς μαθητές Σου  «φῶς τοῦ κόσμου».Ὁ χαρακτηρισμός αὐτός δηλώνει ὅτι οἱ μαθητές εἶναι τό «φῶς τοῦ κόσμου», ὄχι ἁπλῶς  γιατί ἔχουν μερικά ἐξωτερικά καλά ἔργα, ἀλλά γιατί εἶναι κατοικητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδας, γιατί ἔχουν αἰσθητά στήν καρδιά τους τήν Χάρη τοῦ Σριαδικοῦ Θεοῦ.  Αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι βρίσκονται ρυθμισμένοι μέ τόν Θεό. Πολλοί, ἑρμηνεύοντας  τό λόγο τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητές Σου ὅτι εἶναι «τό φῶς τοῦ κόσμου», ἐννοοῦν  ὅτι «φῶς τοῦ κόσμου» εἶναι οἱ «καλοί» Χριστιανοί, πού κάνουν καλά  ἔργα. Αὐτό  εἶναι λάθος καί  ἐπικίνδυνο. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας  ἑρμηνεύουν ὅτι «φῶς  τοῦ κόσμου» εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ρυθμίσει τόν νοῦ τους καί τήν καρδιά τους μέ τόν Θεό.
Τό μεγαλύτερο πρόβλημα, πού ἀπασχολεῖ τόν ἄνθρωπο σήμερα, εἶναι τό θέμα τῆς ρύθμισης. Πρέπει νά ρυθμισθεῖ σωστά,  ὥστε νά  ἐνεργεῖ καί νά ζεῖ φυσιολογικά.
Ὅπως ἕνα μηχάνημα ρυθμίζεται καλά καί στή συνέχεια λειτουργεῖ κανονικά, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη εἰδικῆς πνευματικῆς ρύθμισης. Πρέπει νά ἀποκτήσει πνευματική  ὑγεία,  ὥστε νά  ἀντιδρᾶ φυσιολογικά σ’  ὅλα τά  ἐμφανιζόμενα προβλήματα τῆς ζωῆς του.
Στήν ἀκολουθία τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μετά τήν Θεία Κοινωνία, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς φράση-προσευχή πρός τόν Χριστό: «Ἅγνιζε καί κάθαρε καί ρύθμιζέ με». Παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἁγνίζει, νά μᾶς καθαρίζει καί νά μᾶς ρυθμίζει.   Ὑπάρχει, λοιπόν, μεγάλη  ἀνάγκη ρύθμισης, διότι μέ τήν πτώση καί μέ τήν  διάπραξη τῆς  ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν  ἔχουμε  ἀπορρυθμισθεῖ.  Ἀντί νά  ἔχουμε  κέντρο τῆς ζωῆς μας τόν Θεό καί νά ρυθμίζουμε τή ζωή μέ βάση τό νόμο τοῦ Εὐαγγελίου Του, τήν ρυθμίζουμε μέ βάση τήν δική μας λογική καί τίς δικές μας κακές καί πονηρές  ἐπιθυμίες. Κέντρο τῆς ζωῆς μας  ἔγινε  ὁ ἄνθρωπος καί  ὄχι  ὁ Θεάνθρωπος καί ὁ νόμος Σου· ἡ ἐνέργεια τῶν παθῶν καί ὄχι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου  Πνεύματος. Ἔτσι γενικῶς ἔχουμε ἀπορρυθμιστεῖ.
Ἄς δοῦμε ὅμως, ποῦ ὀφείλεται ἡ ἀπορρύθμιση καί πώς θά πετύχουμε τήν ἐκ νέου  ρύθμισή μας.Ὁ ἅγ.  Ἀνδρέας Κρήτης σ’  ἕνα τροπάριο τοῦ Μ. Κανόνος  ἀναφέρει: «ὁ νοῦς  τετραυμάτισται, τό σῶμα μεμαλάκισται, νοσεῖ τό πνεῦμα».  Ὁ νοῦς, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου  ἐτραυματίσθη καί νοσεῖ. Αὐτό σημαίνει  ὅτι μέ τήν διάπραξη  τῆς  ἁμαρτίας καί τήν ζωή μακράν τοῦ Θεοῦ, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου χάνει τήν ἀναφορά,  τήν στροφή πρός τόν Θεό καί στρέφεται πρός  ἄλλες κατευθύνσεις.  Ἔτσι,  ἀποδυναμώνεται καί, ἐάν συνεχίσει νά ζεῖ χωρίς τόν Θεό, νεκρώνεται. Σ΄ αὐτήν τήν  περίπτωση  ὅλα λειτουργοῦν ἀντικανονικά.  Ὁ κόσμος διερωτᾶται σήμερα: Ποῦ ὀφείλονται τό  ἄγχος, τό στρές, τά οἰκογενειακά, πολιτικά, κοινωνικά καί  ψυχολογικά προβλήματα;  Ἡ ἀπάντηση εἶναι μία.  Ὅτι  ὁ ἄνθρωπος  ἔχει  ἀπορρυθμιστεῖ καί ἔχασε τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν Δημιουργό του καί συντηρητή  του.
Πῶς θά ξεφύγουμε ἀπ’ αὐτή τήν καταστροφική κατάσταση;  Ὅλη  ἡ προσπάθειά μας θά πρέπει νά  ἐπικεντρωθεῖ στό νά ρυθμίσουμε τόν νοῦ μας, νά τόν  ἐλευθερώσουμε  ἀπό τήν τυραννία τοῦ κόσμου, τῆς  ἁμαρτίας, τῆς  λογικῆς καί τῶν παθῶν καί νά τόν στρέψουμε πρός τόν Θεό. Αὐτό δέν εἶναι εὔκολη  ὑπόθεση, οὔτε  ἐπιτυγχάνεται μέ αὐτόματες διαδικασίες. ΢’ αὐτό συντελεῖ ἡ ὅλη  μυστηριακή καί ἀσκητική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή μετάνοια, νηστεία, προσευχή  καί Θεία Κοινωνία.
Οἱ τρεῖς λέξεις, πού  ἀναφέρονται στήν εὐχή τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού  σημειώσαμε προηγουμένως, εἶναι χαρακτηριστικές: «Ἅγνιζε»:  ἁγνότητα τῶν  λογισμῶν καί τῆς καρδιᾶς. «Κάθαρε»: ἡ ἐσωτερική καθαρότητα ἀπό τά πάθη καί  τήν φθοροποιό  ἁμαρτία. «Ρύθμιζε»:  ἡ πλήρης  ἐναρμόνιση τῆς ζωῆς μας μέ τόν  νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐάν ἔχουμε αὐτά, τότε ἡ Θεία Χάρη θά ἔρθει νά κατοικήσει μέσα  μας, νά μᾶς ἀγνίσει, νά μᾶς καθαρίσει καί νά μᾶς ρυθμίσει, μέ ἄλλα λόγια νά μᾶς κάνει πραγματικά «τό φῶς τοῦ κόσμου».
Μ’ αὐτό θέλω νά πῶ ὅτι δέν ἀρκοῦν μόνο κάποιες ἐξωτερικές τυπικές χριστιανικές  πράξεις, γιά νά εἶναι κανείς ρυθμισμένος μέ τόν Θεό. Γιά παράδειγμα, δέν εἶναι ἀρκετό νά  ἐκκλησιάζομαι, νά κάνω  ἑορτές  ἐπί τή μνήμη  ἁγίων, νά  ἀφιερώνω τάματα καί νά δίδω  ἐλεημοσύνη.  Ὁ Κύριός μας λέει  ὅτι,  ἐάν πηγαίνεις νά προσφέρεις τό δῶρο σου στό θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή στόν Ναό, καί ἐνθυμηθεῖς  ὅτι  ἔχεις κάτι κατά τοῦ ἀδελφοῦ σου  ἤ ὁ ἀδελφός σου κάτι  ἐναντίον σου, τότε  ἄφησε τό δῶρο σου  ἐκεῖ, πήγαινε νά συμφιλιωθεῖς μαζί του καί «τότε ἐλθέ», ἔλα, νά τό προσφέρεις.
Σχολιάζοντας οἱ Πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας μας τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου, σημειώνουν ὅτι ὁ Κύριος προτιμᾶ καί θέλει τήν ἀγάπη, τήν ἐσωτερική γαλήνη,  τήν συνδιαλλαγή μέ τούς ἀδελφούς μας καί ὄχι τά δῶρα μας. Αὐτά  ἔχουν ἀξία μόνο, ἐάν ἔχουμε ἐσωτερική καθαρότητα. Εἶναι σημαντικό  νά ποῦμε, ὅτι λέγει ὁ Κύριος «τότε ἐλθέ», ἀφοῦ συνδιαλλαγεῖς μετά τοῦ ἀδελφοῦ σου. Δέν λέγει ἔλα καί πάλιν, πού σημαίνει ὅτι τήν πρώτη φορά, ὅταν δέν ὑπῆρχε ἡ ἐσωτερική καθαρότητα, ἦταν σάν νά μήν εἶχε πάει καθόλου στόν Ναό νά προσφέρει τό δῶρο του.
Θά  ἤθελα, κλείνοντας, νά  ἀναφερθῶ γιά λίγο στό θέμα τῆς σύγχρονης οἰκογένειας. Πολλοί  ἔγγαμοι διατείνονται  ὅτι δέν εἶναι δυνατόν κανείς  ὡς οἰκογενειάρχης νά ζήσει χριστιανική ζωή. Αὐτό,  ἐκτός τοῦ ὅτι εἶναι βλασφημία πρός τόν Θεό, συνιστᾶ καί μεγάλη ἄγνοια. Σό μεγάλο πρόβλημα ξεκινᾶ ἀπό τό ὅτι ἀρχίζουν οἱ νέοι τήν ἔγγαμη ζωή, χωρίς νά ἀποκτήσουν τήν πνευματική ρύθμιση μέ τόν Θεό. Χωρίς τόν προσανατολισμό τοῦ νοῦ καί γενικά τῆς ζωῆς τους μέ τόν Θεό. Χωρίς γερά καί σταθερά θεμέλια. Ἀκόμη, γίνεται λόγος ὅτι οἱ γονεῖς πρέπει νά ἀποκτήσουν γνώσεις παιδαγωγικές, ψυχολογικές κ.τ.λ., γιά νά παιδαγωγήσουν σωστά τά παιδιά τους. Ὅμως, αὐτό δέν  ἀρκεῖ. Διότι  ὑπάρχουν γονεῖς, πού  ἔχουν πολλές  ἀνθρώπινες γνώσεις, καί  ὅμως δέν μποροῦν νά προσφέρουν λύσεις στά
ὑπαρξιακά προβλήματα τῶν παιδιῶν τους. Αὐτό  ὀφείλεται στό  ὅτι  ἡ ὅλη οἰκογενειακή ζωή δέν βρίσκεται ρυθμισμένη μέ τόν Θεό.
Ὁ νοῦς εἶναι αἰχμαλωτισμένος  ἀπό τά  ἐξωτερικά προβλήματα, νά τό ποῦμε καί αὐτό: εἶναι αἰχμαλωτισμένος πάνω στά παιδιά. Μέρα νύκτα  ὁ νοῦς  τῶν γονέων εἶναι ἀπασχολημένος μέ τά παιδιά, δηλαδή τίς ἐξωτερικές, κοσμικές, ἀνάγκες τῶν παιδιῶν καί ὄχι μέ τόν Θεό. Γιά τούς πολλούς γονεῖς τό μεγαλύτερο πρόβλημα δέν εἶναι ὁ Θεός καί ἡ σωτηρία τους, ἀλλά τά παιδιά  σάν ἄτομα. Μ’ αὐτό δέν θέλω νά πῶ ὅτι  πρέπει νά  ἐγκαταλείψουμε τήν φροντίδα γιά τά παιδιά.  Ἀλλά πρέπει νά κατανοήσουμε  ὅτι  ἔχουμε  ὑποχρέωση, σύμφωνα μέ τήν  ἐντολή τοῦ Θεοῦ, νά τά ἀναθρέψουμε «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου».
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, γιά νά γίνουμε τό «φῶς τοῦ κόσμου», νά  ἀποκτήσουμε πνευματική ρύθμιση. Αὐτό μπορεῖ νά γίνει μέ τήν προσευχή καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Γιά νά τό πετύχουμε, χρειάζεται,  ὅμως, πάνω  ἀπ’  ὅλα  ἡβοήθεια τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἄς προσευχόμαστε καθημερινά μαζί μέ τήν  ἁγία μας Ἐκκλησία πρός τόν Θεό:  «Ἅγνιζε, καί κάθαρε, καί ρύθμιζε με· κάλλυνε συνέτιζε, καί φώτιζέ με».

πηγή


  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...