Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Ιουλίου 03, 2011

Εχθρός του Λαού- Η ΣΤΑΥΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ


 
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ”
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Π. ΑΝΣΙΜΩΦ

“ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ”
Η ΣΤΑΥΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ
π. ΠΑΥΛΟΥ ΑΝΣΙΜΩΦ
(1891 - 1937)
Ο Άγιος Νεομάρτυρας Παύλος μαρτύρησε κατά τα φρικτά χρόνια της Σοβιετικής δικτατορίας και των απαισιότατων και άδικων διωγμών κατά της Εκκλησίας. Υπήρξε χαρισματούχος Κληρικός που ξεκίνησε με πολύ ζήλο και θυσίες την διακονία του.
Παρά ταύτα χαρακτηρίζεται σύντομα ως «εχθρός του λαού»… Ο λόγος σύνηθισμένος: απλώς επειδή ήταν Κληρικός! Αυτό στιγματίζει στην συνέχεια όλη την οικογένειά του- και τον παγκοσμίου φήμης υιό του Γεώργιο, συγγραφέα της βιογραφίας του. Το καταπληκτικό βιβλίο «Εχθρός του λαού» περιγράφει με συναρπαστικό τρόπο κυρίως τα τελευταία γεγονότα της ζωής του Νεομάρτυρος. Επίσης, μέσα από τις γενικές περιγραφές των καταστάσεων που επικρατούσαν μπορούμε να πληροφορηθούμε την αλήθεια για εκείνη την ιστορική περίοδο.
Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα που συγκινούν, παραδειγματίζουν και ωφελούν. Η ανδρεία και η τελεία αγάπη των Μαρτύρων για τον Χριστό είναι πάντοτε το καλύτερο παράδειγμα για κάθε αγωνιζόμενο Χριστιανό. Ευχαριστούμε θερμώς τον Πανοσ. Καθηγούμενο της Ι. Μονής Σαγματά Αρχιμ. Νεκτάριο για την ευλογία που μας παρείχε για την αναδημοσίευση των αποσπασμάτων.
***
Η πρεσβυτέρα του περιμένει παιδί και οι γονείς ελπίζουν ότι θα αποκτήσουν ένα γιο, για να συνεχιστεί η παράδοση της ιεροσύνης στην οικογένεια. Ήλθε η μέρα του τοκετού. Ο Θεός τους χάρισε δύο γιους. Δόξα Σοι, Κύριε.
Αλλά, όπως ο φτωχός βλέπει στο όνειρό του τον εαυτό του βασιλιά και όταν ξυπνάει είναι πάλι φτωχός, έτσι και το όνειρο του φοιτητή και πατέρα γκρεμίζεται από τη σύγκρουση με την πραγματικότητα. Η Ρωσία αναστατώθηκε. Στην αρχή ένας πόλεμος χωρίς νόημα, με μια αφορμή τιποτένια, ένας πόλεμος που εξελίχθηκε σε παγκόσμιο. Έπειτα η Επανάσταση. Οι Επαναστάτες χωρίς χαλινάρια, έριξαν από τον θρόνο του τον τσάρο. Στη θέση του έβαλαν τη δική τους προσωρινή κυβέρνηση. Λίγο μετά αυτούς τους Επαναστάτες τους έδιωξαν οι άλλοι Επαναστάτες. Μενσεβίκοι και Μπολσεβίκοι. Και οι μεν και οι δε έλεγαν ότι τώρα αυτοί είναι τα αφεντικά της Ρωσίας και θα ρίξουν και τον Θεό κάτω, όπως έριξαν και τον Τσάρο. Και θα βάλουν τη δική τους κυβέρνηση, τους δικούς τους νόμους, το δικό τους Θεό.
Στο Καζάν, όπως παντού στη Ρωσία, κυριαρχεί η φτώχεια, η πείνα, η καταστροφή. Δεν υπάρχει όχι μόνο ψωμί και γάλα, αλλά τίποτα. Κανένα χαρτονόμισμα δεν ισχύει πια. Τα τσαρικά ακυρώθηκαν, τα κερενσκικά χρεωκόπησαν, στα νέα σοβιετικά χαρτονομίσματα δεν πιστεύει κανείς. Εάν θέλει να αγοράσει κανείς κάτι, μπορεί μόνο με την ανταλλαγή. Από πού όμως να έχει ένας νέος φοιτητής και να περισσεύει κάτι από τα ρούχα του; Από χρυσαφικά έχουν μόνο τις δύο βέρες τους, αλλά αυτές δεν διανοούνται να τις δώσουν.
Στην Ακαδημία, δίνουν στους φοιτητές μόνο ένα γεύμα καθημερινά. Αυτό το μικρό μερίδιο ήταν η μοναδική τροφή για την οικογένεια του ιερέα. Η μητέρα δεν είχε αρκετό γάλα για τα μικρά κι έπειτα σταμάτησε και αυτό. Και τι γάλα να έχει μια πεινασμένη αδύνατη μητέρα, η οποία το μερίδιό της από το φαγητό του πατέρα προσπαθεί να το δώσει στα παιδιά της. Ο πατέρας παρακολουθεί τα μαθήματα ή διαβάζει στη βιβλιοθήκη. Προσπαθεί να βγάλει κάποια χρήματα, λειτουργώντας στο ναό των τυφλών, ή στο ναό του εργοστασίου πυρίτιδος. Τα χαρτονομίσματα δεν είχαν πια αξία. Τα μόνα που είχαν κάποια αξία ήταν τα τσαρικά νομίσματα. Μ’ αυτά μπορούσες να αγοράσεις λίγα παξιμάδια, ή αν είσαι τυχερός λίγο γάλα. Όμως όλες οι προσπάθειες ήταν άκαρπες.
Ένα από τα δίδυμα δεν άντεξε. Ξεψύχησε στα χέρια της πεινασμένης μάνας. Στα δίδυμα έδωσαν τα ονόματα των παππούδων που ήταν ιερείς: Βιατσεσλάβ και Γεώργιος. Ο Βιατσεσλάβ έφυγε. Ο πατέρας πήρε μερικά σανίδια και έφτιαξε ένα πρόχειρο μικρό φέρετρο. Εκεί έβαλαν το μωρό. Μόλις που φαινόταν το μικρό κορμάκι του, κοκκαλιασμένο, σα σκελετός με τεντωμένη επιδερμίδα.
Στην Ακαδημία, η ζωή γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Οι περαστικοί πετούσαν πέτρες στα παράθυρα, οι φοιτητές και οι ιερείς αντιμετώπιζαν την κοροϊδία, την ειρωνία, τους εξευτελισμούς στους δρόμους. Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού που νοικιάζαμε άρχισαν να αγριεύουν.
Ο πατέρας βλέποντας ζωντανό ακόμα, αλλά πολύ αδύνατο τον Γεώργιο, αγνώριστη και πολύ αδύναμη την γυναίκα του και την κόρη του, αποφάσισε να τους στείλει στους μακρινούς συγγενείς, στο χωριό Πολόγκογιε, κάπου κοντά στον ποταμό Βόλγα. Παίρνει λοιπόν την Μαρία, την Ελπίδα, τριών χρονών κοριτσάκι, και τον μικρό γιο τους και πηγαίνει στο λιμάνι. Προσπαθεί να βρει κάποιο πλοίο. Όμως, πλοία επιβατικά δεν υπήρχαν. Βρήκαν ένα φορτηγό πλοίο που μετέφερε ξυλεία, και παρακάλεσαν τον καπετάνιο. Αυτός δέχτηκε να τους πάρει. Έτσι οι πρόσφυγες έφτασαν στο χωριό Πολόγκογιε και οι συγγενείς τους έδωσαν στέγη και τροφή.
Η νέα εξουσία επιβάλλεται παντού. Οι μυστικές υπηρεσίες δικτυώνονται, ελέγχουν τα πάντα, παρακολουθούν τους πάντες. Έμπαιναν στα σπίτια των κατοίκων, έψαχναν, άρπαζαν τα πράγματά τους. Μπήκαν στα σπίτια των συγγενών μας, πήραν τις γούνες. Από τις δύο μικρές ξαδέρφες μου, την Ελπίδα και τη Βάλια, άρπαξαν τις πάνινες κούκλες, που τους είχαν στείλει δώρο στη γιορτή τους. Στα κοριτσάκια είπαν:
-Αυτές οι κούκλες θα πάνε στον παιδικό σταθμό να παίζουν όλα τα παιδιά και όχι μόνον εσείς.
Στην Θεολογική Ακαδημία έγινε η τελετή απονομής των πτυχίων. Φαινόταν ότι δεν είχε και ιδιαίτερη αξία ή σημασία. Οι πτυχιούχοι καταλάβαιναν ότι η αποφοίτησή τους από τη σχολή σήμαινε μια πορεία σταυρική, μέσα στην κακία και την επιθετικότητα.
Ήδη ο εμφύλιος πόλεμος είχε ξεκινήσει από την αρχή της Επανάστασης. Εκατομμύρια τα θύματα. Υπήρχε και το εξωτερικό μέτωπο. Στις αρχές της δεκαετίας του '20 υπογράφηκε η ταπεινωτική για τη Ρωσία συνθήκη του Μπρεστ, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία που παραλίγο να κέρδιζε τον πόλεμο, παραχωρούσε στους αντιπάλους τις τεράστιες δυτικές εκτάσεις της και υποχρεωνόταν να πληρώνει τεράστια ποσά ως αποζημίωση. Ο εμφύλιος σιγά -σιγά έσβηνε, γιατί η Ρωσία είχε εξαντληθεί και δεν είχε πια δυνάμεις.
Οι άνθρωποι που είχαν κάποια αξία ή περιουσία, ευγενείς, επιστήμονες, όλοι όσοι χαρακτηρίζονταν αστοί, κηρύχθηκαν σε διωγμό. Δήμευση περιουσίας, εξορία, φυλακή, εκτέλεση. Σ’ όλη τη Ρωσία απλωνόταν ένα κύμα ιερής εξέτασης, κυριαρχούσε η κόκκινη τρομοκρατία. Η αφαίρεση της περιουσίας μετατράπηκε σ’ ένα ανοικτό, χωρίς ντροπή, ανελέητο πλιάτσικο, ποτισμένο με αίμα. Να τί έλεγαν:
-Αυτός έχει, εσύ δεν έχεις. Άρπαξέ τα. Η εξουσία είναι δική μας. Δε σου τα δίνει; Σκότωσε και πάρτα. Ό,τι είχαν, είναι δικό μας πλέον, ανήκει σε μας.
Έτσι ξεκίνησε μία, χωρίς προηγούμενο, αρπαγή της περιουσίας των πολιτών, με την ενθάρρυνση της νέας εξουσίας. Αρπάζουν τα πάντα, από μονοκατοικίες και διαμερίσματα, μέχρι το άλογο, ακόμη και την τσιγαροθήκη και τα υποδήματα. Στην Πετρούπολη κάθε Κυριακή, μπροστά στα χειμερινά ανάκτορα, εξέθεταν και πουλούσαν τα αντικείμενα του παλατιού. Πλήθος ανθρώπων που διψούσαν να πλουτίσουν, μαζεύονταν και άρπαζαν ό,τι έβλεπαν. Καρέκλες, χαλιά, κηροπήγια, τραπέζια, φλυτζάνια.
πατέρας του μουσουργού Μπρουσελόφσκι αγόρασε μία μικρή ανοξείδωτη μπανιέρα με τη μονογραφή Α.Ρ. Ήταν η μπανιέρα που έπλεναν τον διάδοχο του θρόνου Αλέξιο Ρωμανώφ. Έφερε την μπανιέρα στο σπίτι του και εκεί μέσα φύλαγαν τα κάρβουνα, τα ξύλα, τους κουβάδες με τα λάχανα τουρσί. Στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Μπρουσελόφσκι μετακόμισε στην Άλμα Άτα. Εγκαταστάθηκαν στα προάστια της πόλης. Τα σπίτια εκεί δεν διέθεταν λουτρά και όλοι οι κάτοικοι έρχονταν να πλυθούν σ’ αυτή την μπανιέρα του Αλέξιου, κουβαλώντας μάλιστα και το δικό τους νερό.
Αφού άρπαξαν από παντού, έπειτα στράφηκαν και κατά των εκκλησιαστικών αντικειμένων και ιερών σκευών. Είχε ενσκήψει τότε ο λιμός και δικαιολόγησαν την αρπαγή λέγοντας ότι τα έσοδα θα πάνε για τους πεινασμένους. Ο Πατριάρχης Τύχων πείσθηκε και δήλωσε ότι όλα τα καλύμματα των εικόνων και άλλα πράγματα αξίας, εκτός από τα ιερά σκεύη, θα πρέπει να δοθούν για χάρη των πεινασμένων. Μόνοι τους οι ιερείς και οι ενορίτες βοηθούσαν, έβγαζαν τα χρυσά καλύμματα από τις εικόνες και τα πρόσφεραν για χάρη των πεινασμένων. Οι ευκολόπιστοι παππούληδες και οι πιστοί, αλλά και ο ίδιος ο Πατριάρχης Τύχων, δεν γνώριζαν και δεν μπορούσαν να φανταστούν, ότι αυτά τα πολύτιμα αντικείμενα, δεν πήγαιναν για τους λιμοκτονούντες αλλά κάπου αλλού. Πρεσαρισμένα και κομματιασμένα, τα έριχναν σε μίαν άβυσσο που ονομαζόταν υποχρεώσεις της συνθήκης του Μπρεστ. Είτε τα έκλεβαν οι αετονύχηδες. Οι πεινασμένοι όμως περίμεναν, πίστευαν, πέθαιναν από την πείνα κι ευλογούσαν τον Θεό με την αγαθή σκέψη ότι κάποιος ίσως χόρτασε και επιβίωσε. Τί άλλο να έκαναν οι ιθύνοντες; Η Ρωσία είναι τεράστια. Δεν μπορείς να δώσεις σε όλους ψωμί!
Το κυνήγι του θησαυρού, για όλα δηλαδή τα αντικείμενα αξίας, έγινε το κύριο μέλημα για τους κομισάριους της C.K.* Όταν συνέλαβαν τον πατέρα μου άρπαξαν ό,τι βρήκαν στο σπίτι, βιβλία, γράμματα, το αρτοφόριο, τα άμφια, ακόμη και δύο ασημένια κουταλάκια που βρήκαν στον μπουφέ. Στους εργάτες έταξαν να τους δώσουν τα εργοστάσια, με αυτό το σύνθημα τους εξαγόρασαν. Φυσικά δεν τους τα παρέδωσαν. Τη γη την πήραν από τους αγρότες, οι φτωχοί έγιναν εκατομμύρια, τους πιο ευκατάστατους αγρότες (κουλάκους) τους έδιωξαν από τον τόπο τους, ή τους εξόρισαν, ή τους εκτέλεσαν. Τους μορφωμένους, τους επιστήμονες, τους ευγενείς τους εξόρισαν, άλλους τους έβαλαν σε πλοία ή τραίνα και τους έδιωξαν από τη χώρα, αφού πρώτα τους άδειασαν τα πορτοφόλια, τις τσέπες, τις τσάντες τους. Τη λευκή φρουρά και τους τσαρικούς αξιωματικούς τους εξόρισαν, τους εκτέλεσαν, τους γελοιοποίησαν.
Τα πανεπιστήμια, τις ακαδημίες, τα ινστιτούτα, τα μετέτρεψαν σε τμήματα ταχείας καταπολέμησης της αγραμματοσύνης. Ήταν μία παρωδία. Έμπαινες χωρίς εξετάσεις, φτάνει να 'χεις περάσει τις κομματικές εξετάσεις, κι έπαιρνες πτυχίο πάλι χωρίς εξετάσεις. Προετοίμασαν αμέτρητους μυστικούς πράκτορες σε όλη τη χώρα, που έκαναν αναφορές για τους πάντες και τα πάντα. Η δημόσια διοίκηση δόθηκε στα χέρια των πιστών στο κόμμα. Το βασικό    κριτήριο δεν ήταν ούτε η γνώση, ούτε η μόρφωση, ούτε η   εξειδίκευση, ούτε οι ικανότητες, ούτε  η γνώση  ξένων γλωσσών. Ένα μόνο μετρούσε: Η πίστη στο κόμμα.  Εάν έδινες τα εχέγγυα  ότι  είσαι πιστός στο κόμμα, άνοιγαν οι δρόμοι. Έτσι, ο καθένας έδειχνε όπως μπορούσε αυτή την πίστη του στο κόμμα. Πρόδιδε τον αδελφό, τον πατέρα, έστελνε αναφορές για τους γείτονές του κ.λπ.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η συκοφαντική αναφορά για τον συνάδελφο, ή για τον προϊστάμενο. Όλες οι αναφορές υποβάλλονταν γραπτώς στην ασφάλεια και οι κομισάριοι δεν ερευνούσαν για να επιβεβαιώσουν την καταγγελία. Χωρίς άλλη έρευνα συνελάμβαναν τον υπάλληλο ή τον προϊστάμενο, τον φυλάκιζαν και τον εκτελούσαν. Όμως τον υπάλληλο που κατέθετε τη συκοφαντική αναφορά, τον επιβράβευαν και τον προήγαγαν σε ανώτερη θέση. Το βασικό και παντοδύναμο όργανο από το οποίο εξαρτώντο τα πάντα, και το οποίο όλοι φοβούνταν σαν το διάβολο ήταν η C.K.

* C.K.:  Πρόκειται για την «ασφάλεια» του νέου καθεστώτος η οποία ιδρύθηκε από τον Λένιν και οργανώθηκε από τον Ντζερζίνσκι. Σκοπό είχε τη δίωξη κάθε αντεπαναστατικής ενέργειας. Το 1922 αντικαταστάθηκε από την G.P.U., το 1936 από την N.K.V.D. και τέλος την K.G.B.

***
Η μητέρα άφησε στο χώμα τη βαλίτσα της, μία ξύλινη κούτα που την έφτιαξε ο π. Παύλος. Ανέβηκε τις σκάλες του ναού, που ήταν βρεγμένες από τη βροχή, μαζί με την τετράχρονη κόρη της και την ανηψιά τους. Ήθελε να καθήσει εκεί στην πόρτα του ναού και να ζητιανέψει! Θεέ μου, πώς να πει αυτές τις λέξεις, πώς να παρακαλέσει τους ενορίτες να τους δώσουν κάτι; Πού να το φανταζόταν ότι αυτή η γυναίκα του π. Παύλου, που τέλειωσε με άριστα το Πανεπιστήμιο, αυτή η πανέμορφη κοπέλα που ήταν το καμάρι των εκδηλώσεων του Πανεπιστημίου, η πρεσβυτέρα του π. Παύλου, ότι θα φτάσει κάποτε να αναγκαστεί να ζητιανεύει μαζί με τα μικρά παιδιά της; Ζητιανεύει στο όνομα του Χριστού κάτι να της δώσουν. Ίσως δεν θα τολμούσε να ξεκινήσει να ζητιανεύει, αλλά όταν θυμόταν την κηδεία του μικρού γιου της, όταν έβλεπε τα μεγάλα μάτια του άλλου δίδυμου γιου, ξεχνούσε τη ντροπή, το στόμα της άρχιζε να ψελλίζει, να παρακαλεί και άπλωνε την παγωμένη παλάμη της*.

* Προς το τέλος της δεκαετίας του ’20 το καθεστώς με το νέο νόμο για την «θρησκεία», σκόπευε να διαλύσει την Εκκλησία και οποιασδήποτε θρησκεία. Χιλιάδες εκκλησιών γκρεμίστηκαν, αμέτρητοι ιερείς και πιστοί εξοντώθηκαν και βασανίστηκαν. Επεκράτησε μία τέτοια μανία καταστροφής κάθε θρησκευτικού και εκκλησιαστικού πράγματος, που ανάλογή της δεν συναντάμε στην ιστορία. Οι ιερείς και οι οικογένειές τους εξομοιώθηκαν με τους «κουλάκους» (πλούσιους γαιοκτήμονες) και τους αφαιρέθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αυτό σήμαινε ότι δεν θα είχαν πλέον δικαιώματα στα δελτία τροφίμων, στην ιατρική περίθαλψη κ.λπ. ενώ φορολογούντο σκληρά. Τα παιδιά τους δεν γίνονταν δεκτά στα Γυμνάσια και πανεπιστήμια. Πολλές τότε ιερατικές οικογένειες διαλύθηκαν. Οι μητέρες προτίμησαν να απαρνηθούν τους συζύγους τους, παρά να δουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από την πείνα ή τις αρρώστιες. Εμφανίστηκαν τότε ιερείς ρακένδυτοι μπροστά στις εκκλησίες να εκλιπαρούν για ελεημοσύνη, ή πρεσβυτέρες που παρέμειναν πιστές στους συζύγους τους, να ζητιανεύουν με τα παιδιά τους. Ενέσκηψε στο μεταξύ ο φοβερός λιμός που αποδεκάτισε τον πληθυσμό και το πρόβλημα έγινε εντονότερο.      
***

Έτσι ξεκίνησε τη ζωή του στο χωριό το νέο ζευγάρι. Και οι δύο απόφοιτοι Πανεπιστημίου. Ταλαιπωρημένοι από την οδοιπορία τους από το Βόλγα στο Κουμπάν. Η νεαρή μητέρα μου για πρώτη φορά στη ζωή της άρχισε να μαθαίνει πώς πρέπει να ταΐζει το άλογο, πώς βάζουν τα χαλινάρια, πώς βάζουν το κάρο πίσω, πώς αρμέγουν την αγελάδα. Οι γυναίκες των Κοζάκων, που ήξεραν από τη γεύση του ιδρώτα, παρακολουθούσαν πώς δουλεύει η οικογένεια με αυστηρό κριτικό μάτι. Ο πρώτος χρόνος της διαμονής στο χωριό ήταν πολύ δύσκολος. Κανένας δεν τους βοηθούσε σε τίποτα. Ούτε μια συμβουλή δεν τους έδιναν. Ακόμη και όταν γεννούσε η αγελάδα τους. Όλοι σώπαιναν και όλοι παρακολουθούσαν πώς θα τα καταφέρει αυτή η νεαρή παπαδιά. Ήταν ένας χρόνος πολύ δύσκολος. Ένοιωθαν σα να έδιναν καθημερινά εξετάσεις. Η μητέρα στο νοικοκυριό, ο πατέρας στο ναό. Λειτουργεί, βαπτίζει, παντρεύει, κηδεύει, προσεύχεται και στα διαλείμματα ασχολείται με όλα τα άλλα, νερό, φτυάρια, τσεκούρια, πριόνια... Βοήθεια δεν υπάρχει, παρά μόνον εμπόδια. Θα έπρεπε να είναι πανταχού παρών. Πήγαινε να οργώσει το χωράφι του. Ερχόταν κάποιος από τους ενορίτες του, και του φώναζε επιτακτικά:
-Παπά, έλα να εξομολογήσεις και να κοινωνήσεις τη θεία μου. Είναι βαριά άρρωστη. Ο γιατρός είναι μακρυά. Έλα γρήγορα μη τυχόν και πεθάνει και δεν προλάβεις. Άσε την παπαδιά να συνεχίσει το όργωμα.
Κι ο πατέρας άφηνε το χωράφι κι έτρεχε δέκα χιλιόμετρα μακρυά να προλάβει την άρρωστη. Η μητέρα άφηνε τις άλλες δουλειές και συνέχιζε τη δουλειά του πατέρα μου στο χωράφι. Το κοριτσάκι τους, οκτώ χρονών, πρόσεχε το μωρό τους, που στη βάπτισή του πήρε το όνομα Γεώργιος.
Επιτέλους σιγά - σιγά, όλες οι δυσκολίες και τα προβλήματα ξεπεράστηκαν. Ο π. Παύλος και η παπαδιά του μπήκαν στις καρδιές των ενοριτών. Δούλευαν σκληρά, όπως και οι χωριανοί. Όμως δεν θα έπρεπε να ξεχνούν και το κύριο έργο του ποιμένα: Να ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό. Γι’ αυτό το έργο είχε χρόνια προετοιμαστεί. Ονειρευόταν από παιδί να γίνει ένας καλός ποιμένας, να ποιμαίνει με αγάπη και αυτοθυσία τα λογικά πρόβατα του Χριστού. Τώρα που είχε αναλάβει αυτή την ενορία θα έπρεπε να είναι έτοιμος να τρέξει σε οποιαδήποτε ανάγκη των ενοριτών, να ανταποκρίνεται στα αιτήματά τους: Θ. Λειτουργία, κήρυγμα, εξομολόγηση, ευχέλαιο, βαπτίσεις, γάμους. Τον καλούσαν μέσα στο χωριό, αλλά και μακρυά. Έτρεχε με χιόνια, με βροχές, με κρύα, με την ανυπόφορη ζέστη του νότου, ακόμη και μέσα στη νύκτα. Πήγαινε με το άλογο, ή με τα πόδια να συναντήσει τους ανθρώπους που τον ζητούσαν. Έτρεχε να τους ακούσει, να ελαφρύνει τον πόνο τους, να τους στηρίξει, να τους ζεστάνει, να τους δώσει ελπίδα, να ενισχύσει την πίστη τους. Και μπορεί να ήταν αδύνατος στην πίστη αυτός που τον καλούσε, να ήταν εκνευρισμένος, αγράμματος, δεν έχει σημασία. Ως καλός ποιμένας θα έπρεπε να τρέξει, να συμπαρασταθεί, να απλώσει το χέρι του σε κάθε άνθρωπο που ζητούσε βοήθεια. Αυτό ήταν το έργο της ζωής του. Γι’ αυτό ο Θεός του έδινε δύναμη.
Το έργο του π. Παύλου γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Το άθεο καθεστώς είχε κηρύξει πόλεμο κατά της Εκκλησίας. Το εκκλησίασμα όλο και αραίωνε. Από τη Μόσχα ήλθε η είδηση: «Θεός δεν υπάρχει». Στα χωριά πήγαιναν οι αγκιτάτορες και έκαναν αθεϊστική προπαγάνδα. Μερικοί απ’ αυτούς έμπαιναν στην εκκλησία κατά την ώρα της Λειτουργίας. Φορούσαν τις στολές, τα καπέλα τους, κρατούσαν όπλα. Δημιουργούσαν επεισόδια, φώναζαν, απειλούσαν, έβριζαν. Κάποιος έφτασε στο σημείο να βάλει το αποτσίγαρό του στο δίσκο που ήταν για τους φτωχούς. Όλο και πιο συχνά εμφανίζονταν στο χωριό ομάδες στρατιωτών. Και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ποιοι είναι και ποιους αντιπροσωπεύουν. Έρχονταν μόνο για να απαιτήσουν, να αρπάξουν, να κλέψουν.
Κάποια νύκτα μια έφιππη ομάδα στρατιωτών σταμάτησε μπροστά στο σπίτι του π. Παύλου. Κτύπησαν την πόρτα. Ο π. Παύλος τους άνοιξε και αυτοί ζήτησαν να τους πάει μέχρι το ποτάμι για να ποτίσουν τα άλογά τους. Πράγματι τους οδήγησε ως το ποτάμι. Όταν πότισαν τα άλογά τους είπαν με αναίδεια στους λίγους χωρικούς που ήταν εκεί:
-Ε, παιδιά, αφού είναι άχρηστος ο παπάς, θα τον εκτελέσουμε εδώ πέρα να τελειώνουμε.
Ένας από τους στρατιώτες ετοίμασε το όπλο του. Όταν του είπαν ότι έχει παιδιά, σταμάτησε.
- Άντε, αφήστε τον τον καημένο να ζήσει. Πήγαινε στα παιδιά σου.
Ο π. Παύλος θλιμμένος γύρισε σπίτι. Είδε τα παιδιά και την πρεσβυτέρα του, αλλά δεν είπε λέξη. Πήγε στο εικονοστάσι, γονάτισε και προσευχήθηκε.
***
Υπήρχαν όμως και οι οικογένειες για τις οποίες ο ερχομός της νύχτας σήμαινε την αρχή της φρίκης. Όπως φάνηκε αργότερα, οι οικογένειες αυτές ήταν απίστευτα πολλές. Σκοτεινά έργα, σκοτεινή ώρα. Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ιανουάριος, είναι οι μήνες με τις μεγαλύτερες νύχτες το χρόνο. Το σκοτάδι διαρκεί πάρα πολύ. Τα βράδια κανείς δεν έβγαινε από το σπίτι, ακόμη κι αν δεν είχε το σπίτι θέρμανση. Ήσυχα, τουρτουρίζοντας από το κρύο, έπαιρναν το βραδυνό τους με το φως μιας λάμπας από κηροζίνη. Και όσοι είχαν ηλεκτρικό προσπαθούσαν να κάνουν οικονομία. Πολλές οικογένειες ζούσαν με την αγωνία. Θα 'ρθουν απόψε; Κάθε θόρυβος από κάποιο αυτοκίνητο, ένα παράθυρο, κάποιο γαύγισμα ενός σκυλιού δημιουργούσε αναστάτωση. Όταν πια η ώρα πήγαινε πέντε, ή έξι το πρωί πήγαιναν να κοιμηθούν. Και αυτό το πράγμα γινόταν κάθε νύχτα για χρόνια.
***
Εκείνα τα χρόνια οι ποινικοί κρατούμενοι ήταν λίγοι. Και δεν ενδιέφεραν την σοβιετική εξουσία ούτε οι εγκληματίες ούτε οι ληστές. Μικρό το κακό. Οι πραγματικά επικίνδυνοι ήταν οι πολιτικοί κρατούμενοι, όσοι χαρακτηρίζονταν «εχθροί του λαού». Οι κατηγορίες ήταν βαριές γι’ αυτούς. Κατηγορούνταν για κατασκοπία, προδοσία, δεξιά απόκλιση, τροτσκική φράξια, συνομωσία, προετοιμασία αντεπανάστασης κλπ. Οι ποινές ανελέητες: στρατόπεδα, καταναγκαστικά έργα και εκτέλεση. Ποτέ δεν θα μάθουμε τον αριθμό των εκτελεσθέντων. Με τα πτώματα εκατομμυρίων αθώων είναι στρωμένοι πολλοί δρόμοι στα δάση και στις στέπες, στα κανάλια και τις σιδηροδρομικές γραμμές.
Στο θάλαμο είχαν στοιβάξει περίπου πενήντα άτομα. Η χωρητικότητα του θαλάμου ήταν πολύ μικρότερη. Ανάμεσά τους ήταν και άλλοι κληρικοί και μοναχοί. Ήταν κι ένας μοναχός από ένα μοναστήρι που το έκλεισαν και το μετέτρεψαν σε φυλακή ανηλίκων. Ο Ηγούμενος οδηγήθηκε στη φυλακή και παρέδωσε στον μοναχό αυτό ένα άγιο ποτήριο με ένα μικρό κάλυμμα. Ο μοναχός πήγαινε σε διάφορα μοναστήρια και ζητιάνευε. Ειδικά στο μοναστήρι τους. Όμως τα αγόρια και τα αφεντικά της μονής - φυλακής τον χτυπούσαν και τον έδιωχναν. Ζητούσε λίγο φαγητό και μια γωνίτσα να κοιμηθεί. Μάταια όμως, κανείς δεν τον λυπόταν. Κι έμοιαζε σαν αδέσποτο σκυλάκι. Όταν τον συνέλαβαν παρέδωσε στα φυλακισμένα παιδιά το άγιο ποτήριο, για να το φυλάνε, το οποίο φυσικά το πούλησαν. Όταν του έκαναν έλεγχο, βρήκαν μόνο το κάλυμμα. Αυτό είχε μόνο κι εκεί έβαζε τα παξιμάδια του. Το έβαλε κάτω από το κεφάλι του, το φύλαγε στο στήθος του και το έβαζε μπροστά του για να προσευχηθεί πριν κοιμηθεί. Ήταν ένα κάλυμμα - κειμήλιο, ποτισμένο με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα.
Κάποια μέρα τον κάλεσαν για ανάκριση. Μετά δεν τον ξαναενόχλησαν. Το ίδιο και τον π. Αντώνιο. Μέσα στο θάλαμο ήταν κρατούμενος και ο γιος του σκοπευτή της Λετονίας, ο οποίος ήταν περήφανος για τον πατέρα του και για το ρόλο που έπαιξε στην επανάσταση. Έστελνε ατέλειωτα γράμματα στον Στάλιν όπου ανέφερε τα κατορθώματα του πατέρα του και δήλωνε πιστός στο έργο του κόμματος. Λες και θα ίδρωνε το αυτί του Στάλιν! Σταμάτησαν και γι’ αυτόν οι ανακρίσεις. Υποσχέθηκαν ότι σύντομα θα τους ανακοινώσουν την απόφαση. Έτσι, σιγά σιγά δημιουργήθηκε η ομάδα των κρατουμένων, οι οποίοι είχαν τελειώσει με τις ανακρίσεις και περίμεναν τις αποφάσεις της τρόικας. Οι κρατούμενοι για να σπάσουν την ανία και αδημονία άρχισαν πάλι να προφητεύουν.
- Οι παπάδες θα πάνε στο Σολοφκί* ή σε στρατόπεδο.
- Ο νεαρός (γιος του σκοπευτή) θα απελευθερωθεί.
- Ο μοναχός θα πάει για το σκοπευτήριο.
Οι νύχτες γίνονταν όλο και πιο μεγάλες. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο και περισσότερο ο π. Παύλος πίστευε ότι θα φύγει μακρυά, για κάποιο στρατόπεδο. Υπολόγιζε στην «πείρα» των παλαιών κρατούμενων. Αυτοί καταλάβαιναν. Συνήθως δεν έπεφταν έξω, αν και η τρόικα πολλές φορές είναι απρόβλεπτη. Σκεφτόταν πως η καλύτερη λύση θα ήταν το στρατόπεδο. Αυτό συζητούσε και με τον π. Αντώνιο. Υπολόγιζε να καταδικαστεί δέκα χρόνια. Ήταν η πιο επιεικής ποινή. Άραγε θα αντέξει; Θα μπορέσει να δει την οικογένειά του, τους ενορίτες του, τα πνευματικά του παιδιά; Πώς θα είναι τότε; Θα κρατήσουν την πίστη τους; Και θα μπορέσει όλα αυτά τα χρόνια να πάρει νέα τους, κάποιο γράμμα, κάποιο δέμα...; Σκεφτόταν τη στιγμή που θα ανεβαίνει στο τραίνο για την εξορία. Είχε δει τέτοιες στιγμές. Είναι φοβερές, όχι μόνο για τους ίδιους τους κρατούμενους, αλλά και για τους συγγενείς. Κανείς δεν γνωρίζει πότε θα φύγει μία αποστολή. Κυκλοφορούσε κάποια φήμη και τότε οι συγγενείς, κυρίως οι γυναίκες των κρατουμένων, ετοιμάζουν κάποια δέματα. Πηγαίνουν στο σταθμό Γιαροσλάβσκι της Μόσχας και περιμένουν. Κάποτε καταφθάνουν οι «μαύροι κόρακες». Είναι κατάμεστοι από τους κατάδικους. Τους κατεβάζουν γρήγορα και τους σπρώχνουν στα βαγόνια - φυλακές. Και οι γυναίκες τους τρέχουν, ψάχνουν, ρωτάνε για να βρουν τους ανθρώπους τους. Μέσα σ’ αυτό το χάος δύσκολα τους βρίσκουν. Δίνουν και σημειώματα στους κατάδικους με μια ελπίδα μήπως βρουν τους δικούς τους ανθρώπους. Πόσες γυναίκες γυρνούν πίσω με τα δέματα στα χέρια...
Ο π. Παύλος θυμόταν την απελευθέρωσή του μετά από τη δεύτερη σύλληψη. Ήταν αδύνατος, ταλαιπωρημένος, ζαλισμένος, αλλά είχε κρατήσει στη μνήμη του δεκάδες ονόματα και διευθύνσεις αλλά και υποθέσεις που του είχαν πει οι συγκρατούμενοί του. Και τότε όλη η οικογένεια έτρεχε στις διευθύνσεις αυτές και μετέφερε τις ειδήσεις που τόσο περίμεναν οι οικογένειες των κρατουμένων. Κάπως έτσι υπολόγιζε να έλθει και στην οικογένειά του κάποια είδηση γι’ αυτόν.
Σα κινηματογραφική ταινία περνούσε μπροστά του η ζωή του και η διακονία του στην εκκλησία. Τα πρώτα όνειρά του για την ιερωσύνη, οι σπουδές του, ο γάμος του, τα παιδιά που έχασε, οι ταλαιπωρίες, οι μετακινήσεις, οι αλλαγές, οι διώξεις, οι φυλακές και θυμόταν τους ενορίτες του.
Καθένας με τον πόνο του, τα προβλήματά του. Όλους τους αγαπούσε, τους δεχόταν σαν καλός ποιμένας, τους άκουγε, τους συμβούλευε. Τώρα που να βρίσκονται; Σκορπισμένοι, δίχως φροντίδα, «ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα».
Τις σκέψεις του διέκοψε ο θόρυβος στην πόρτα. Ο φρουρός ξεκλείδωσε, μισάνοιξε την πόρτα και φώναξε:
- Αριθμός τάδε, τάδε, τάδε... Έξω με τα πράγματά σας.
Ένας κρύος αέρας μπήκε από την ανοιχτή πόρτα. Ο π. Παύλος, ο π. Αντώνιος, ο μοναχός και πολλοί άλλοι βγήκαν έξω από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του θαλάμου. Προχώρησαν στο στενόμακρο διάδρομο και τους έβγαλαν στην τετράγωνη εσωτερική αυλή. Το κρύο διαπεραστικό, το σκοτάδι πηχτό. Μία μικρή λάμπα προσπαθούσε να φωτίσει λίγο. Μυριάδες χιονονιφάδες χόρευαν στον αέρα. Χώρισαν τους κρατούμενους κατά ομάδες κι έπειτα τους πήγαν στα αυτοκίνητα, στους «μαύρους κόρακες». Στα πλάγια έγραφαν «ψωμί». Όλοι όμως γνώριζαν το εσωτερικό περιεχόμενο της κλούβας. Πίσω είχε μία στενή πόρτα μ’ ένα παραθυράκι με κάγκελα. Αμέσως μόλις ανέβαινες στην πόρτα, στέκονταν δύο φρουροί. Ένας σιδερένιος τοίχος με μία άλλη πόρτα με κάγκελα. Όλος ο χώρος σα μεγάλο σιδερένιο κουτί και στο ταβάνι ένα μικρό άνοιγμα για εξαερισμό. Όταν αυξήθηκε η ζήτηση για τέτοια αυτοκίνητα, δεν έγραφαν απ’ έξω «ψωμί». Όλοι γνώριζαν τί πραγματικά κουβαλούσε αυτό το απαίσιο «κοράκι». Όταν κάποιος συναντούσε στο δρόμο ένα «μαύρο κόρακα» το θεωρούσε σαν κακό σημάδι, σα να συναντούσε απότομα ένα νεκρό.
Οι κρατούμενοι στέκονταν όρθιοι μέσα στη χιονοθύελλα κρατώντας τα λιγοστά πράγματά τους. Ρωτούσαν ο ένας τον άλλον.
- Ποιο άρθρο;
- 58.
Από τα μακριά μαλλιά, τα γένια και τα ράσα εύκολα καταλάβαινε κανείς πως όλη αυτή η ομάδα ήταν κληρικοί και μοναχοί. Νέοι και ηλικιωμένοι τους μάζεψαν σ’ ένα χώρο της αυλής με φωνές και βαρετές εντολές.
- Όρθιοι. Όχι κουβέντες.
Σ’ αυτό τον παγωμένο χώρο οι κρατούμενοι προσπαθούσαν να μαντέψουν γιατί τους κάλεσαν και μάλιστα με τα πράγματά τους; Γιατί είναι μόνο ιερωμένοι; Θα τους πάνε σε άλλη φυλακή; Θα τους πάνε στο σιδηρόδρομο με προορισμό το βορά ή τη Σιβηρία; Για να τους εκτελέσουν αποκλείεται. Θα τους καλούσαν ξεχωριστά. Τότε τί θα γίνει με όλη την ομάδα που όλο και μεγαλώνει; Κάποιος είπε με σιγουριά:
- Σολοφκί.
Οι περισσότεροι θεώρησαν ότι αυτό είναι το πιο πιθανό. Και όσο έβλεπαν να φέρνουν όλο και καινούργιους ιερείς, το Σολοφκί θεωρήθηκε σίγουρο. Ξαφνικά έφεραν έναν πολύ χοντρό, αξύριστο, κοσμικό άνθρωπο που μιλούσε αρκετά ελεύθερα. Άρχισαν να αμφιβάλλουν για το Σολοφκί. Ο νέος αυτός άνθρωπος είχε ανάπηρο το χέρι του. Τον πονούσε και με το υγιές χέρι του προσπαθούσε να κρατάει πάνω του ένα παράξενο παλτό για να μην κρυώσει. Όταν βρέθηκε με τους κληρικούς άρχισε να μιλάει μαζί τους και τους είπε την ιστορία του. Ανέφερε ότι ήταν τραγουδιστής. Ήθελε να τραγουδάει στην όπερα, γνώριζε προσωπικά τους μεγάλους καλλιτέχνες, την Νεζντάνοβα, τον Παντορζίσκι και άλλους, όμως τον εμπόδισε το παράλυτο χέρι του. Έτσι έγινε χοράρχης στην εκκλησία. Το ίδιο και η γυναίκα του. Έγινε χοράρχης σε άλλη εκκλησία.
- Με συνέλαβαν το καλοκαίρι, τους είπε, μπροστά στην εκκλησία, μετά τη Θεία Λειτουργία. Έτσι όπως ήμουν με τις παρτιτούρες στα χέρια. Καταδικάστηκα με βάση το άρθρο 58 σε δέκα χρόνια φυλακή για αντισοβιετική προπαγάνδα.
Πάλι η ομάδα σιγουρεύτηκε ότι θα τους πάνε στο Σολοφκί. Έπειτα έφεραν έναν κρατούμενο με σγουρά μαλλιά και μοντέρνο χτένισμα. Ήταν ξένος. Όταν είδε με ποιους τον έβαλαν, απομακρύνθηκε λίγο μ’ ένα ύφος αποδοκιμασίας. Σε λίγο έφεραν κι έναν γεροδεμένο χοντρούλη. Μόλις είδε ιερέα δίπλα του φώναξε:
- Ευλόγησον πάτερ.
Ο π. Παύλος τον ευλόγησε διακριτικά. Ο κρατούμενος είπε ότι ήταν διάκονος στην εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού. Είχε συλληφθεί, είχε περάσει πολλά βασανιστήρια και είχε χάσει την ακοή του. Από τα αυτιά του έβγαινε συνέχεια υγρό. Κρατούσε απ’ το χέρι τον π. Παύλο γιατί μαζί με την ακοή είχε χάσει και την ισορροπία του. Οι κρατούμενοι ιερείς άρχισαν πάλι να πιστεύουν ότι θα τους πάνε στα Σολοφκί. Η πόρτα άνοιγε κι έκλεινε συνεχώς και όλο έβαζαν κρατούμενους, στην πλειοψηφία τους κληρικούς. Ο άγνωστος ξένος κρατούμενος πήγε κοντά στο φρουρό και άρχισε να του μιλάει στα ρωσικά, αλλά με ξένη προφορά.
- Είμαι Ιταλός, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και εμπειρογνώμονας. Ήρθα στη Ρωσία έπειτα από το κάλεσμα του μεγάλου Λένιν, για να βοηθήσω στην εκπλήρωση του μεγάλου σχεδίου για τον ηλεκτρισμό της Ε.Σ.Σ.Δ. Κατά λάθος με συνέλαβαν. Έχω γράψει γράμμα στον Στάλιν και περιμένω απάντηση.
Ο φρουρός ασυγκίνητος. Τον έστειλαν στην ομάδα που πριν περιφρόνησε. Στο μεταξύ η ομάδα των κληρικών μεγάλωνε. Όλο και περισσότεροι κληρικοί έρχονταν απ’ το κτήριο της φυλακής, αλλά και λίγοι κοσμικοί.
Πρόσεξαν ιδιαίτερα ένα νεαρό, πολύ λεπτό με κρυοπαγήματα στα χέρια. Φορούσε μία γυναικεία κλειστή ζακέτα και από μέσα ένα άσπρο πουκάμισο. Δεν ήθελε να βγει στο κρύο και όλο κάτι έλεγε στο φρουρό στην ανοιχτή πόρτα.
Ο προϊστάμενος που κρατούσε στα χέρια του κάποιες τσαλακωμένες κόλλες έδωσε εντολή να φορτώσουν τους κρατούμενους στο «μαύρο κόρακα». Τρεις τέσσερις κρατούμενοι μόλις το άκουσαν έτρεξαν και μπήκαν στην κλούβα και κάθισαν μπροστά με την πλάτη τους στην καμπίνα του οδηγού που ήταν πιο ζεστά. Οι φρουροί το αντιλήφθηκαν και φώναξαν.
- Όχι καθιστοί, όλοι όρθιοι, ο ένας πλάι στον άλλον.
Οι κρατούμενοι κατάλαβαν ότι θέλουν να χωρέσουν όλοι στην κλούβα. Παρατήρησαν δε πως δεν χωρίζουν κληρικούς και κοσμικούς. Αυτό σήμαινε πως δεν προορίζονται για το Σολοφκί. Στην κλούβα δημιουργήθηκε το αδιαχώρητο. Ο νεαρός έμεινε τελευταίος, σα να έκανε πως δεν χωρούσε. Οι φρουροί τον άρπαξαν και τον έσπρωξαν μέσα στην κλούβα. Η πόρτα έκλεισε δύσκολα. Η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Όμως δεν τέλειωσαν. Σε λίγο δύο φρουροί μετέφεραν ένα σώμα πληγωμένο. Ήταν κι αυτός κληρικός. Μέσα στα τρυπημένα ράσα του φαινόταν μια φαλάκρα και άσπρα μαλλιά. Από την άλλη πλευρά φαίνονταν τα δάχτυλα μιας πατούσας που ήταν γεμάτη πληγές. Ο προϊστάμενος φώναξε:
- Ο αριθμός 55.
Ο πληγωμένος ιερέας πρόφερε αργά τον αριθμό του. Ο προϊστάμενος κοίταξε τις κόλλες του και φώναξε:
- Μέσα στο αυτοκίνητο.
Κατέβηκαν δύο κρατούμενοι να τον σηκώσουν. Ο ένας φώναξε:
- Σύντροφε, προϊστάμενε, είμαι τυχαία εδώ πέρα. Εγώ βοηθούσα τις μυστικές υπηρεσίες...
- Γρήγορα μέσα στο αυτοκίνητο.
Οι φρουροί τους έσπρωξαν μέσα. Οι δύο φρουροί ανέβηκαν και αυτοί στο αυτοκίνητο. Προσπάθησαν να κλείσουν την πόρτα, σπρώχνοντας τους κρατούμενους. Κλείδωσαν και περίμεναν. Ο προϊστάμενος έκανε έλεγχο της εξώπορτας και κατευθύνθηκε προς την καμπίνα του οδηγού. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε μουγκρίζοντας. Άραγε πού πηγαίνει; Βρισιές, διαμαρτυρίες, συνομιλίες ακόμη και αναστεναγμοί εμπόδιζαν να καταλάβει κανείς την πορεία του «μαύρου κόρακα» μέσα στους δρόμους της Μόσχας. Μέσα στην κλούβα σκοτάδι. Όλοι οι κρατούμενοι ήταν όρθιοι, δεν μπορούσαν ούτε το χέρι τους να κινήσουν. Η αναπνοή δύσκολη. Κινδύνευαν από ασφυξία. Σε κάθε στροφή το μαρτύριο γινόταν εντονώτερο.
- Περνάμε το άγαλμα των ηρώων της Πλέρνας.
- Άρα δεν πάμε για το σταθμό Γιαροσλάβσκι.
- Μάλλον στην Ταγκάνκα (φυλακές της Μόσχας).
Ησύχασαν όλοι για να μπορούν να παρατηρούν καλύτερα τη διαδρομή. Η ωραία φωνή του χοράρχη ακούγεται σαν ξεναγός.
- Πάροδος Κιτάισκι. Τώρα θα κάνουμε στροφή αριστερά στην Ταγκάνκα.
Με τη λέξη Ταγκάνκα καθένας άρχισε να σκέφτεται το μέλλον του και να ελπίζει. Νέα φυλακή σημαίνει νέα συνάντηση με τους ανακριτές και ίσως βρουν κατανόηση και αλλαγή της υπόθεσης. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι τους στέλνουν επίτηδες στην άλλη φυλακή, για να τους απελευθερώσουν, επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία για τα δήθεν εγκλήματά τους. Μάλλον πίστευαν, ότι ο καλός πατερούλης Στάλιν διάβασε τις επιστολές τους, συγκινήθηκε και επενέβη... Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Οι περισσότεροι όμως ήταν πεπεισμένοι ότι η νέα φυλακή σημαίνει καθυστέρηση της υπόθεσης. Ούτως ή άλλως θα πάμε εξορία και η Ταγκάνκα θα είναι μια νέα σειρά ανακρίσεων, βασανιστηρίων, εξευτελισμών. Από τα κουρέλια που ήταν πεταμένα στο πάτωμα του φορτηγού, ακούστηκε κάτι που έμοιαζε με βογγητό, ένας αναστεναγμός. Ο νεαρός που τον βοήθησε να ανέβει στο αυτοκίνητο τον ρώτησε:
- Γιατί βογκάς πάτερ;
- Έστω μία σταγόνα... απάντησε ξέπνοα.
- Όλοι θέλουν έστω και μία σταγόνα, πετάχτηκε κάποιος.
Αυτός που ήταν δίπλα στον ξαπλωμένο ελευθέρωσε με δυσκολία το χέρι του, έβγαλε το μουσκεμένο απ’ το χιόνι σκουφί του και το ακούμπησε στον παγωμένο τοίχο του αυτοκινήτου. Με δυσκολία προσπάθησε να σκύψει λίγο και να βρει το πρόσωπο του εξαντλημένου κληρικού. Προσπάθησε να στίψει στο στόμα του μία σταγόνα.
Από το πάτωμα ακούστηκε η φωνή του.
- Ο Θεός να σ’ ευλογεί, καλέ Σαμαρείτη.
- Ε, πάτερ, όλοι όσοι φορούν τα ράσα είναι Σαμαρείτες. Και τα δικά σου κουρέλια κάποτε ήταν ράσα. Έτσι δεν είναι;
- Ναι, αδελφέ μου. Ο Κύριος με έφερε ανάμεσα στους συλλειτουργούς μου.
-    Πού υπηρετούσες, γέροντα;
-    Ε, αξίωσε ο Θεός...
-    Πώς ονομάζεστε, πάτερ;
-    Σεραφείμ. Σεραφείμ, αδελφέ μου.
Αυτόν τον ψιθυρισμό τον άκουσαν όλοι. Γι’ αυτούς τους βρεγμένους, παγωμένους, ταλαιπωρημένους κατάδικους, αυτό το όνομα έμοιαζε με μια ακτίνα φωτός, που μπήκε ξαφνικά στο σιδερένιο σκοτεινό κουτί. Σεραφείμ! Ναι, ο μητροπολίτης Σεραφείμ, ο οποίος φώτιζε με το εμπνευσμένο έργο του γενιές και γενιές ορθοδόξων. Ο Σεραφείμ που πρώτος έγραψε το πολύτιμο και πολύτομο έργο για τη ζωή και την πολιτεία του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο Σεραφείμ, που είναι άριστος μουσικός και ζωγράφος. Είναι αυτός που το 1903 συμμετείχε στην μεγάλη γιορτή της ανακομιδής του λειψάνου του οσίου Σεραφείμ και κρατούσε τα τίμια λείψανα μαζί με τον τσάρο Νικόλαο Β’. Ήταν γιος φημισμένου ναυάρχου. Όλοι τον ήξεραν, όλοι γνώριζαν το μεγαλείο του και το εξαίρετο έργο αυτού του ανθρώπου. Και τώρα, αυτό το μεγάλο όνομα βρίσκεται μέσα στην παγωμένη κλούβα, πεταμένος στα πόδια των κρατουμένων, τυλιγμένος σε κάτι κουρέλια, μισοπεθαμένος, βασανισμένος, πληγωμένος.
Πόσο επίκαιρα ήταν τα λόγια του Απ. Παύλου. «Δοκώ γαρ ότι ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξαν ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω και αγγέλοις και ανθρώποις. Ημείς μωροί διά Χριστόν... ημείς ασθενείς... ημείς άτιμοι... άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν... λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν. Ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων περίφημα έως άρτι» (Αποκ. 19, 6).
Δηλαδή. «Μου φαίνεται πως ο Θεός σ’ εμάς τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σα να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε στο στάδιο. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και για ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί για χάρη του Χριστού... εμείς είμαστε αδύναμοι... εμείς είμαστε περιφρονημένοι. Ως αυτή την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι... Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με φιλικά λόγια. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου, ως αυτή την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας».
Ξαφνικά ακούστηκε η φωνή από κάποιον που ήξερε το δρόμο.
- Αριστερά! Η φυλακή είναι αριστερά. Αυτός πήγε δεξιά και τώρα τρέχει. Γιατί;
Καμία απάντηση. Ο «μαύρος κόρακας» έτρεχε πλέον σ’ έναν άσχημο χωματόδρομο με πολλές λακούβες και πέτρες. Οι αναρτήσεις σκληρές. Έτρεμε ολόκληρος, τρανταζόταν. Οι κρατούμενοι μέσα σα τσουβάλια έπεφταν από δω και από κει. Η σιωπή έπαυσε. Άρχισαν να ανησυχούν, να αναρωτιώνται.
- Πού μας πάνε;
- Δεν μας πήγαν στο σταθμό, ούτε στην Ταγκάνκα.
Όμως σ’ αυτή την περιοχή εκτός από την Ταγκάνκα δεν υπάρχει κάτι άλλο για να στείλουν ένα αυτοκίνητο γεμάτο κρατούμενους. Ρωτούσαν, ξαναρωτούσαν ανήσυχοι, ελπίζοντας να βρουν μίαν απάντηση, έστω και ψεύτικη. Κάποιος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει. Η πορεία αυτή είναι μακρυνή, δρόμος χωρίς επιστροφή. Ο απαίσιος αυτός δρόμος οδηγεί στο σκοπευτήριο...
Το αυτοκίνητο προχωρούσε όλο και πιο μακριά. Έτρεχε πολύ γρήγορα. Τα χαλίκια εκσφενδονίζονταν στον πάτο του. Οι φρουροί άρχισαν να χτυπούν την πόρτα και να φωνάζουν.
- Σιωπή. Πάψτε να μιλάτε. Σιωπή, αλλιώς...
Αμέσως κυριάρχησε σιωπή. Δεν μιλούσε κανείς. Όλοι τους ανήσυχοι, ταλαιπωρημένοι, ανάσαιναν βαριά. Δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλον. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν το πρόσωπό τους προς τα πάνω, με μία ελπίδα ότι σ’ αυτό το απόλυτο σκοτάδι κάτι θα φανεί, κάτι θα ακουστεί. Σ’ αυτή την απόλυτη ησυχία ακούστηκε η φωνή του λεπτού.
- Αφού δεν μας πάνε στο σταθμό, ούτε στην Ταγκάνκα, τότε πού μας πάνε;
Ήταν μια μαχαιριά αυτή η ερώτηση. Πάλι κυριάρχησε η σιωπή. Το αυτοκίνητο συνέχιζε, η μηχανή του μούγκριζε. Τώρα ο δρόμος έγινε ακόμη χειρότερος. Ξαφνικά σταμάτησαν. Ο οδηγός δεν έσβησε τη μηχανή. Από μακριά ακούστηκε ένα άλλο αυτοκίνητο. Πλησίασε και τους προσπέρασε. Ήταν άδειο. Εκτέλεσε την αποστολή του. Κάτω απ’ το πάτωμα ακούστηκε η ξεψυχισμένη φωνή του μητροπολίτου.
- Κύριε, πού κατευθύνεις τα βήματά μου;
- Σεβασμιώτατε, πάμε στο σκοπευτήριο!
Όλοι το άκουσαν. Είχαν ακούσει τόσες φορές και τόσα πολλά για το σκοπευτήριο. Εκεί φέρνουν τους κρατουμένους - μελλοθάνατους. Τους βγάζουν τα ρούχα και τους εκτελούν βιαστικά, ομάδες - ομάδες. Πολλοί δεν ξεψυχούν αμέσως. Δεν χαλάνε όμως τις σφαίρες. Έτσι ζωντανούς, πληγωμένους, τους ρίχνουν στο λάκκο, πετούν λίγο χώμα βιαστικά, για να μπει πάνω τους ένα άλλο στρώμα εκτελεσμένων. Παρ’ όλο που το χώμα από κάτω κινείται, γιατί οι προηγούμενοι είναι ακόμη ζωντανοί. Οι μαύροι κόρακες, γεμάτοι με τους μελλοθάνατους, περιμένουν στη σειρά, γιατί οι επαγγελματίες φονιάδες, δεν προλάβαιναν να τουφεκίζουν και να τους ρίχνουν στο λάκκο. Το πολύγωνο σκοπευτήριο είχε γίνει εφιάλτης.
Άρχισαν να συνειδητοποιούν τί τους περίμενε. Μερικοί έκλαιγαν, άλλοι φώναζαν. Οι ιερείς ψιθύριζαν προσευχές. Ένας λαϊκός φώναξε.
- Όχι, δεν μπορεί. Δεν θα μας αφήσει να φύγουμε. Αφού του έγραψα...
Η φωνή του λεπτού, γεμάτη κακία.
- Εσείς όλοι οι παπάδες είστε σκοτεινές δυνάμεις. Καλά να πάθετε όλοι, όλοι, όλοι. Εγώ δεν είμαι μαζί σας. Ανήκω στον άλλο νέο κόσμο. Ακούστε με εσείς έξω. Είμαι δικός σας, δεν θέλω να είμαι μαζί τους.
Μέσα απ’ το σκοτάδι ακούστηκε μια άλλη φωνή.
- Κύριλλε, θα μείνουμε εδώ στη γη μόνο λίγα λεπτά ακόμη.
- Ω, μπαμπά...
Ο π. Αντώνιος προσπάθησε να συγκρατηθεί, να μην ξεσπάσει σε κλάμα. Πίεζε τον εαυτό του. Συνέχισε ήρεμα και αργά να μιλάει στο γιο του, ο οποίος τον είχε αποκηρύξει.
- Παιδί μου, είναι αργά να κατακρίνουμε κάτι. Εσένα δεν θα σε βοηθήσει κανείς. Αν δεν μπορείς να προσεύχεσαι, μην μιλάς. Να οπλιστείς με υπομονή για να αντέξεις αυτή την εκτέλεση. Σε λίγα λεπτά, παιδί μου, θα φύγουμε απ’ αυτό τον κόσμο.
Ο μαύρος κόρακας συνέχιζε το δρόμο προς το θάνατο. Οι κρατούμενοι δεν μπορούσαν να σταθούν απ' τις στροφές και τα τραντάγματα. Ο λεπτός έκλαιγε, φώναζε, χτυπιόταν στο σιδερένιο τοίχο. Ο π. Αντώνιος έκλαιγε πνιχτά. Κάποιοι ετοιμάζονταν να διαμαρτυρηθούν. Όμως οι περισσότεροι απ’ τους κρατουμένους κατάλαβαν ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Ήλθαν οι τελευταίες στιγμές της ζωής τους και θα έπρεπε να προσευχηθούν για όλους. Για τους δικούς τους, για τους φυλακισμένους, για τους μάρτυρες. Να τους δώσει ο Θεός δύναμη να αντέξουν, να υπομείνουν όλα τα μαρτύρια, από τους ανθρώπους αυτούς, που επέλεξαν να υπηρετούν το «θηρίο» και να εκτελούν τα άνομα έργα που τους προστάζει. Καρπός της κακίας των ανθρώπων που φέρουν στο μέτωπό τους τη σφραγίδα του «θηρίου» είναι και αυτό το εφιαλτικό σιδερένιο κουτί που τους έχουν εγκλωβισμένους. Μάρκα του αυτοκινήτου: ΖΕΙΣ, από τα αρχικά του «Εργοστασίου Κατασκευής Αυτοκινήτων Ονόματος Στάλιν». Τί άλλο θα ήταν;
Ξαφνικά από τη γωνιά που στεκόταν στριμωγμένος ο π. Παύλος ακούστηκε η φωνή του διάκου.
-  Ευλόγησον, Δέσποτα.
Όλοι οι κρατούμενοι πάγωσαν. Λες και γκρεμίστηκε ο τοίχος και μπήκε μέσα φως. Από τον εξαντλημένο μητροπολίτη ακούστηκε σιγανά και μελωδικά.
- «Ευλογητός ο Θεός ημών, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Οι κρατούμενοι κοκκάλωσαν. Άρχιζε η προσευχή. Και όχι απλή προσευχή. Η νεκρώσιμος ακολουθία. Μία προσευχή για τους ίδιους, αλλά και για όλους τους βασανισμένους, χτυπημένους, ταπεινούς, ποδοπατημένους, δολοφονημένους.
- «Αμήν. Άμωμοι οι εν οδώ, Αλληλούια.
» Αι χείρες σου εποίησάν με και έπλασάν με...
» Σος ειμί εγώ σώσον με ότι τα δικαιώματά σου εξεζήτησα...
» Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε...».
Ο κουφός διάκος, φώναζε δυνατά τις αιτήσεις. Το χτυπημένο στόμα του δεν μπορούσε να προφέρει σωστά τις λέξεις. Στο σιδερένιο κουτί η καθαρή φωνή του φαινόταν σα να είναι φωνή από άλλον κόσμο. Μία φωνή πέρα απ’ τα σύνορα.
«Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου.
Των αγίων ο χορός εύρε πηγήν της ζωής...».
Όλοι ελευθέρωσαν το δεξί τους χέρι κι έκαναν αργά - αργά με δυσκολία το σταυρό τους. Καθένας ένοιωθε πως η απλή αυτή κίνηση φέρνει μαζί της ένα τεράστιο όγκο προσευχών, δεήσεων, μετανοιών, ελπίδων για τον εαυτό του και τους δικούς του. Και μόνον ο σταυρός του Θεανθρώπου, μπορεί να αντέξει όλο αυτό το βάρος.
«Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου.
Οι τον Αμνόν του Θεού κηρύξαντες, και σφαγιασθέντες ώσπερ άρνες, και προς ζωήν την αγήρω, άγιοι, και αΐδιον μετατεθέντες, τούτον εκτενώς, μάρτυρες, αιτήσασθε, οφλημάτων λύσιν ημίν δωρήσασθαι».
Όλοι οι κρατούμενοι γνώριζαν καλά τα τροπάρια και τις ευχές της νεκρώσιμης ακολουθίας. Τόσες φορές την τέλεσαν σε κεκοιμημένους. Τώρα όλα αυτά τα λόγια τα έψαλλαν για τους ίδιους. Ο «μαύρος κόρακας» συνέχιζε να τρέχει, να τραντάζεται.
«Εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου...».
«Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου...».
Με μία φωνή έψαλλαν το κοντάκιο.
«Μετά των αγίων ανάπαυσον, Χριστέ, τας ψυχάς των δούλων σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος».
Μία απότομη στροφή του αυτοκινήτου και όλοι πετάχτηκαν στα αριστερά. Για λίγα δευτερόλεπτα διακόπηκε η ακολουθία. Βρήκαν την ισορροπία τους, πήραν βαθειά ανάσα και συνέχισαν τα αριστουργηματικά τροπάρια του αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού.
«Ποία του βίου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος;
Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος;
Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα...».
Οι φρουροί ενοχλήθηκαν. Άρχισαν να χτυπούν την πόρτα και να φωνάζουν
- Σταματήστε. Τί πάθατε; Πάψτε να τραγουδάτε.
Κανείς δεν μπορούσε να τους σταματήσει.
«Εμνήσθην του προφήτου βοώντος. Εγώ ειμί γη και σποδός και πάλιν κατενόησα εν τοις μνήμασι και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον. άρα τίς εστι, βασιλεύς ή στρατιώτης ή πλούσιος ή πένης ή δίκαιος ή αμαρτωλός, αλλά ανάπαυσον Κύριε μετά δικαίων τους δούλους σου, ως φιλάνθρωπος».
Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό. Σκέφθηκαν τον ανοιχτό λάκο, τον ομαδικό τάφο. Μετά από χρόνια ποιος θα μπορεί να αναγνωρίσει σε ποιον θα ανήκουν τα «γεγυμνωμένα οστά...».
Ο κουφός διάκος προσπαθούσε με ένταση κάτι να ακούσει να μην χάσει τη σειρά. Διάβασε τον Απόστολο. Στο τέλος όλοι έψαλλαν το Αλληλούια. Τί ήταν αυτό; Δεν ήταν πια ψαλμωδία. Ήταν έκρηξη ενός ηφαιστείου, η δύναμη του οποίου δεν έχει όρια.
«Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια».
Στο στόμα αυτών των αδύναμων, πεινασμένων, ταλαιπωρημένων ανθρώπων οι ήχοι αυτοί της προσευχής έμοιαζαν ανίκητοι. Ήχοι αιωνιότητας.
«Και ήκουσα ως φωνήν όχλου πολλού, ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντών ισχυρών λεγόντων. αλληλούια» (Αποκ. 19, 6).
Η πόρτα άρχισε να χτυπάει. Οι φρουροί φώναζαν.
- Σταματήστε πια...
Η ψαλμωδία σταμάτησε. Έτσι νόμισαν οι φρουροί. Ήταν δυνατόν όμως; Ο π. Παύλος είπε από στήθους το Ευαγγέλιο. Τα λόγια του Χριστού γέμισαν μ’ ελπίδα τις πληγωμένες καρδιές.
«Αμήν, Αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με, έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν...».
Είκοσι χρόνια τώρα η αθεϊστική προπαγάνδα βάλθηκε να ξεριζώσει την πίστη, να αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός, αιωνιότητα, ανάσταση νεκρών.
«Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του ανθρώπου, και οι ακούσαντες ζήσονται...»•
«Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι», έψαλλαν όλοι οι κρατούμενοι στο τέλος του Ευαγγελίου.
Ξεπετάχτηκε τέτοια δύναμη από μέσα τους, που οποιοδήποτε χτύπημα, οποιαδήποτε εκτέλεση και βασανιστήρια θα ήταν γι’ αυτούς μάταιος κόπος.
Ο διάκος άρχισε τις αιτήσεις.
«Ελέησον ημάς ο Θεός...»
«Έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτοίς παν πλημμέλημα εκούσιον τε και ακούσιον».
«Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον», απάντησαν μ’ ένα στόμα.
Ο πεσμένος στο σιδερένιο πάτωμα γέροντας μητροπολίτης συγκέντρωσε τις δυνάμεις του. Άρχισε αργά - αργά τη συγχωρητική ευχή.
«Ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός... αυτός Κύριε ανάπαυσον τας ψυχάς των κεκοιμημένων δούλων σου...».
Όλοι άρχισαν να μνημονεύουν τα ονόματα των μελλοθανάτων και των κεκοιμημένων. Σαν ένα μεγάλο σύννεφο ανέβαιναν ψηλά τα ονόματα των καταδικασμένων, ζωντανών ακόμα, αλλά όλων αυτών που θεωρούσαν τους εαυτούς τους νεκρούς.
-Χριστοφόρου, Φιλίππου, Παύλου, Σεργίου, Φιλαρέτου, Ευσεβίου, Ζωσιμά, Μιχαήλ, Σάββα, Σεραφείμ αρχιερέως...
Μόλις τελείωσαν ακούστηκαν και άλλα δύο ονόματα.
- Αντωνίου ιερέως και Κυρίλλου.
Ο μητροπολίτης συνέχισε.
«.. .εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός...».
Ο μαύρος κόρακας φρενάρισε απότομα. Όλοι έπεσαν μπροστά. Ο μητροπολίτης Σεραφείμ σύρθηκε λίγο στο πάτωμα. Με δυσκολία συνέχισε.
«Ότι συ ει η Ανάστασις, η ζωή, και η ανάπαυσις...».
Όλοι μ’ ένα στόμα επανέλαβαν την εκφώνηση. Μέσα σ’ αυτό το σιδερένιο κουτί, που έμοιαζε πλέον σα φέρετρο, στριμωγμένοι, σε ατμόσφαιρα αποπνικτική, όλοι αυτοί οι κρατούμενοι κατάλαβαν ότι έφτασε η στιγμή που θα τελειώσει η ματαιότητα του κόσμου. Είχαν την ελπίδα ότι θα περάσουν πλέον σ’ έναν άλλο κόσμο αιώνιο και φωτεινό. Ένοιωθαν ότι απ’ αυτό το φρικτό σκοπευτήριο θα ξεκινήσει η αιώνια ζωή, η ευλογημένη βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, για την οποία τόσες φορές είχαν μιλήσει και είχαν προσευχηθεί.
Η πόρτα του σιδερένιου κλουβιού άνοιξε. Ο φρουρός φώναξε.
- Έξω, ένας - ένας.
Χωρίς να χάσουν την προσευχή τους οι κρατούμενοι άρχισαν γρήγορα και όπως φαινόταν με επιθυμία, να βγαίνουν απ’ το μαύρο κόρακα. Ταλαιπωρημένοι, κακοντυμένοι, αχτένιστοι, όμως με μία εσωτερική χάρη να γεμίζει την ψυχή τους, σα να πήγαιναν σε γάμο. «Χαίρωμεν και αγαλλιώμεθα και δώμεν την δόξαν αυτώ, ότι ήλθεν ο γάμος του αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν. Και εδόθη αυτή ίνα περιβάληται βύσσινον λαμπρόν καθαρόν. το γαρ βύσσινον τα δικαιώματα των αγίων εστί. Και λέγει μοι. γράψον, μακάριοι οι εις το δείπνον του γάμου του αρνίου κεκλημένοι...» (Αποκ. 19, 7-9).
Μερικοί έβλεπαν τον γέροντα επίσκοπο που ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα. Μέσα στη νύχτα ξεχώριζε το κεφάλι του με τα άσπρα μαλλιά. Τον κουβαλούσαν τέσσερις ιερείς στα χέρια. Μπροστά πήγαιναν όλοι οι άλλοι κρατούμενοι, αργά σα σε λιτανεία. Ο γέροντας άρχισε την απόλυση.
«Ο και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχων ως αθάνατος Βασιλεύς και αναστάς εκ νεκρών ... τας ψυχάς των δούλων σου εν σκηναίς δικαίων τάξαι, εν κόλποις Αβραάμ αναπαύσαι και μετά δικαίων συναριθμήσαι.. .».
Και πάλι άρχισαν να ψάλλουν όλοι μαζί:
«Αιωνία η μνήμη».
Η λιτανεία συνεχιζόταν. Οι φρουροί έβριζαν. Τους έβγαλαν σ’ ένα χωράφι, το έδαφος παγωμένο, το χιόνι κρύσταλλο. Εκεί υπήρχε ένα πρόχειρο στέγαστρο όπου κάθονταν οι δήμιοι του εκτελεστικού αποσπάσματος. Ο υπεύθυνος αξιωματικός με το πιστόλι στο χέρι φώναξε:
- Γδυθείτε όλοι!
- «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν, δώμεν αδελφοί...», έψαλλε δυνατά ένας ιερέας. Και όλοι με δάκρυα χαρμολύπης άρχισαν να ασπάζονται ο ένας τον άλλον. Οι φρουροί τα έχασαν. Δεν το είχαν ξαναδεί αυτό. Στον επικεφαλής αξιωματικό έτρεξε ο Κύριλλος. Μία ύστατη προσπάθεια μήπως...
- Σύντροφε αξιωματικέ, είμαι τυχαία εδώ πέρα. Θέλω να ζήσω. Δεν είμαι μαζί τους.
Ανάλγητος ο αξιωματικός σήκωσε το πιστόλι του και τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Έτσι είχε μάθει απ’ το μεγάλο δάσκαλό του, τον Ντζερζίνσκι, που συμβούλευε: «Ο καλύτερος τρόπος να σωπάσει κάποιος είναι μία σφαίρα!». Κοντά στον Κύριλλο που έπεσε νεκρός έτρεξε ένας κοκκαλιάρης, μελανιασμένος απ’ το κρύο.
- Πίσω, φώναξε ο αξιωματικός.
- Είναι ο γιος μου!
Συνεχίζοντας την προσευχή του ο π. Αντώνιος άρχισε να βγάζει τα ρούχα από το λεπτό κορμάκι του γιου του. Τον πήρε στα χέρια, τον έσφιξε στην αγκαλιά του, σαν να ήθελε να τον ζεστάνει.
- Εμπρός.
Οι δήμιοι στέκονταν με τα ντουφέκια στη σειρά απέναντι από τους γυμνούς, μελανιασμένους απ’ το κρύο κρατουμένους.
- Εμπρός, κουνηθείτε.
Οι κρατούμενοι προχωρούσαν δίπλα από το φρεσκοσκεπασμένο, μακρόστενο λάκκο. Τα γυμνά τους πόδια σκόνταφταν και γλιστρούσαν στην παγωμένη γη.
-    «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή. Γη ει και εις γην απελεύσει», ψέλισσε αργά ο επίσκοπος που τον κρατούσαν οι εν Χριστώ αδελφοί του. Μερικοί είχαν δυνάμεις και περπατούσαν μόνοι τους, μερικοί βοηθούσαν τους πιο αδύνατους. Ο κουφός διάκος περπατούσε τελευταίος από πίσω. Μαζί με τα ρούχα του έβγαλαν τις γάζες και η πληγή του τον πονούσε φοβερά. Έφτασαν στην άκρη του τεράστιου λάκκου. Τα σκελετωμένα γυμνά σώματα έτρεμαν. Τα στόματα χτυπούσαν δυνατά.
- Προσοχή. Με το πρόσωπο στο λάκκο!
- Αιωνία η μνήμη, έψαλλαν όσοι μπορούσαν.
Γύρισαν προς το λάκκο. Δευτερόλεπτα τους χωρίζουν απ’ την άνω Ιερουσαλήμ. Τα μάτια της ψυχής βλέπουν πλέον «ουρανόν καινόν και γην καινήν... και την πόλιν την αγίαν Ιερουσαλήμ...
Και ήκουσα φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης. Ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και σκηνώσει μετ’ αυτών και αυτοί λαός αυτού έσονται και αυτός ο Θεός μετ’ αυτών έσται, και εξαλείψει απ’ αυτών ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος ουκ έσται έτι... Εγώ τω διψώντι δώσω εκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν» (Αποκ. 21, 1-7).
«Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη βασιλεία σου...».
Τα όπλα κροτάλιασαν.
Αυτοί οι παγωμένοι σκελετοί δεν αισθάνονταν πια ούτε τα χτυπήματα στο κεφάλι και στην πλάτη, ούτε άκουγαν τους πυροβολισμούς, ούτε ένοιωθαν τον πόνο της πληγής και τη φοβερή ψύξη της παγωμένης γης. Έφυγαν ψάλλοντας. Τα σώματά τους έπεσαν κατευθείαν στο μεγάλο λάκκο. Οι δήμιοι δεν προλάβαιναν να ρίξουν λίγο χώμα. Ήδη είχε έλθει και ο επόμενος μαύρος κόρακας με την επιγραφή: «ψωμί».
«Μετά ταύτα είδον, και ιδού όχλος πολύς... εστώτες ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του αρνίου, περιβεβλημένους στολάς λευκάς... Και είπε μοι. ούτοι εισίν οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης, και έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου... το αρνίον το αναμέσον του θρόνου ποιμανεί αυτούς και οδηγήσει αυτούς επί ζωής πηγάς υδάτων, και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών» (Αποκ. 7, 9-17).

*     Σολοφκί. Πρόκειται για μία συστάδα νησιών στη Λευκή θάλασσα. Στο μεγαλύτερο νησί, τον 15ον αιώνα κτίστηκε το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως και στα γύρω νησιά πολλές σκήτες. Το 1923 το μοναστήρι μετετράπη σε «στρατόπεδο αναμορφωτικής εργασίας». Στο τέλος της δεκαετίας του ’20 ο ευλογημένος αυτός τόπος μετετράπη σε κολαστήριο. Αμέτρητοι κρατούμενοι βασανίστηκαν με απάνθρωπες μεθόδους και εκτελέστηκαν. Απ’ το Σολοφκί ξεκίνησαν και όλα τα άλλα στρατόπεδα με αποτέλεσμα η αχανής Σοβιετική Ένωση να μετατραπεί σε «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του Σολζενίτσιν. Το 1995 εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι μοναχοί και άρχισε πάλι η μοναστική ζωή σ’ αυτό το μαρτυρικό τόπο. Κάποιοι χώροι του μοναστηριού έχουν μετατραπεί σε μουσείο ήδη από τη Χρουστσωφική περίοδο της αποσταλινοποίησης. (Περισσότερα μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει στο έργο του Α. Βολκώφ, Μια χούφτα στάχτη, εκδ. «Ακρίτας», 2002).


ΠΗΓΗ: “ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥΓΕΩΡΓΙΟΥ Π. ΑΝΣΙΜΩΦ
Εκδόσεις: “ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

Σάββατο, Ιουλίου 02, 2011

Άκουσον τους λόγους μου αγαθέ μου Υιέ (12)


Ο ξυπόλυτος άγιος της Κίνας, του Παρισιού & των ΗΠΑ

Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (1896-1966)




 Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου το 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος αυτής της οικογένειας ανακηρύχτηκε  Άγιος του 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ. Ο Άγιος αυτός Ιεράρχης Ιωάννης εκοιμήθη στις αρχές του 18ου αιώνος αλλά μεταλαμπάδευσε την χάρη του στον μακρινό του ανιψιό, το Μιχαήλ (γιατί αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Αγίου Ιωάννη και όταν έγινε αργότερα μοναχός πήρε το όνομά του θείου του. Ο πατέρας του, ο Μπόρις, ήταν στρατάρχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανις Πανεπιστημίου Κιέβου. Η σχέση του με τους γονείς του ήταν πάντα άριστη. Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί και πολύ ευγενικός και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του ήταν αυτός που γνώριζε τόσο καλά τους βίους των Αγίων και έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Τόσο πολύ εντυπωσίασε την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που επηρεάστηκε από την χριστιανική ζωή του μικρού Μιχαήλ και βαπτίστηκε Ορθόδοξος.
 
 Είχαν μια εξοχική κατοικία κοντά σ' ένα Μοναστήρι που το επισκεφτόταν τακτικά ο μικρός Μιχαήλ. Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μπόρις και Γλαφύρα τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα που συνέχισε να ζει με ριζωμένη βαθειά την πίστη του γιατί όταν τα παιδιά λείπουν για αρκετό καιρό από το σπίτι τους επηρεάζονται εύκολα οι νέες τους ψυχές. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του. Εκεί συνάντησε και τον Επίσκοπο της Πολτάβα τον Θεοφάνη που ήταν  ένας πολύ αγαπητός Ιεράρχης που επηρέασε τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του, οι συμμαθητές του γελούσαν και τον κορόιδευαν, τιμωρήθηκε από τις αρχές για την πράξη του αυτή, όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος που ήταν προστάτης της Σχολής είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα. Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ κάνει υπακοή στους γονείς του. Και όπως παρατηρούσαν οι συμμαθητές του αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων από τα μαθήματα του, ωστόσο όμως ήταν καλός μαθητής. Τα χρόνια πέρασαν και  τελείωσε τις σπουδές του. Τότε άρχισε ένα αντιχριστιανικό ρεύμα ν' απλώνεται στην Ρωσία, όμως ο Μιχαήλ είχε βαθειά μέσα του την πίστη και ήταν τολμηρός. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ι. Ναού και να την λιώσουν.
       Όλοι συμφώνησαν, άλλοι φοβόντουσαν ν' αντιδράσουν και ετοιμάζονταν να το κάνουν αυτό, όμως ο Άγιος  διαφώνησε μαζί με λίγους και άρχισαν οι συλλήψεις. Οι γονείς του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ τους είπε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας». Έτσι φυλακίστηκε και μετά από 1 μήνα τον άφησαν ελεύθερο, ξανά συλλαμβάνεται και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή. Ο Μιχαήλ ζούσε σε άλλο κόσμο και ποθούσε τον Θεό. Το 1921 φεύγει όλη η οικογένεια του (αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος) και πάνε στην Γιουγκοσλαβία όπου σπούδασε στο Βελιγράδι στην Θεολογική σχολή και για να μπορεί να τα βγάζει πέρα πουλούσε εφημερίδες. Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ. Αργότερα μέχρι το 1934 διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα Ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ. Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτια τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε. Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα.
 Όταν έφευγαν οι μαθητές για διακοπές στα σπίτια τους μιλούσαν με θαυμασμό για τον καθηγητή τους τον Βλαντίκα Ιωάννη που πάντα προσευχόταν, που ποτέ δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι, που νήστευε αυστηρά και λειτουργούσε και κοινωνούσε καθημερινά. 

Το 1934 αποφασίζουν να τον εκλέξουν Επίσκοπο, ο Άγιος αρνείται και τους λέει ότι έχει πρόβλημα στην ομιλία του, αυτοί του λένε ότι και ο Μωυσής είχε πρόβλημα και τον εκλέγουν και τον χειροτονούν Επίσκοπο για την Σαγγάη. Φτάνει στις 21 Νοεμβρίου το 1934 στην Σαγγάη και βρίσκει μια μισοκτισμένη Εκκλησία και με κάποια προβλήματα στους κατοίκους εκεί που προσπάθησε να τους βοηθήσει ώστε να 'ρθει η ειρήνη, οργάνωσε ορφανοτροφείο και το αφιερώνει στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόνσκ που αγαπούσε τα παιδιά. Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγγάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά. Όταν ήρθαν και εκείνοι οι κομουνιστές πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και μετά στην Αμερική. Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.
 Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε. Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα. Όταν ήρθαν στην Κίνα οι κομμουνιστές έφυγαν οι Ρώσοι για την Αμερική και φεύγει και ο Άγιος το 1951 στην Αμερική μεταφέροντας το ποίμνιο του. Οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν και τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Έτσι ο Άγιος τελούσε θείες λειτουργίες στα Γαλλικά, στα Ολλανδικά, όπως τελούσε πρώτα στα Ελληνικά, στα Κινέζικα και στα Αγγλικά. Δεν επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν κραγιόν να ασπαστούν τις εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό. Μια πνευματική του κόρη η Ζηναίδα Ζουλιέμ, που τον υπηρέτησε στην Γαλλία μας αναφέρει μερικά περιστατικά από την προορατικότητα του Αγίου.

Γνώρισα λέει για πρώτη φορά τον Άγιο πηγαίνοντας στο σπίτι του στις Βερσαλλίες, ένα κελλί που ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μικρά κουτιά με γράμματα μέσα, ένα τραπέζι, ένα καναπέ και μια σακούλα με ξερά πρόσφορα. Φορούσε πέδιλα ή παντόφλες και πολλές φορές ήταν και ξυπόλητος γιατί τα έδινε στους φτωχούς. Κάλτσες δεν φορούσε, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Του ζήτησε να πάει να εργαστεί σε κάποια περιοχή και ήρθε να της δώσει ευλογία, όμως ο Άγιος της είπε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή να εργαστεί και όπως πράγματι έτσι και έγινε λες και το πρωτογνώριζε. Τον γνώρισε το 1958 και ο πατέρας της πείθανε τον 1957, πριν πεθάνει της είπε: «απόψε μ' επισκέφθηκε ένας μοναχός κοντός με μαύρα» και αναρωτιόταν, ποιος να ήταν τότε δεν ήξερε τον Άγιο Ιωάννη. Όταν τον γνώρισα λοιπόν λέει η Ζηναίδα, μια μέρα ενώ ήμουνα στο σπίτι του σκεφτόμουν, κρίμα, εάν τον είχα γνωρίσει τότε που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου θα προσευχόμουν και θα γινόταν καλά τότε ο Άγιος στράφηκε και της λέει: ξέρεις, επισκέφτηκα τον πατέρα στου όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο και άνοιξε τον μικρό του κατάλογο και βρήκε στην σελίδα τ' όνομα του πατέρα μου «Βασίλειος Ζουλιέμ». Πως είναι δυνατόν να γνώριζε τις σκέψεις μου εάν δεν ήταν προορατικός, άρα δεν ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο πατέρας μου.
 Πολλές φορές ήθελα να τον ρωτήσω πολλά αλλά ήταν απασχολημένος και το βράδυ που θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω εγώ τα είχα ξεχάσει και εκείνος ενώ έτρωγε την σούπα του σιγοψιθύριζε και άκουγα όλα όσα ήθελα να μάθω από τις ερωτήσεις που σκεφτόμουν να του κάνω και ο Άγιος σαν να τις γνώριζε και μου τις απαντούσε. Όταν αργότερα θα έφευγε για το Σαν Φρανσίσκο στεναχωριόμουν πολύ και ενώ μας μιλούσε στην Εκκλησία εγώ έκλαιγα και τότε γυρίζει και μου λέει: «οι άνθρωποι που έχουν τους ίδιους στόχους και αγωνίζονται για την κατάκτηση του ιδίου πράγματος έχουν ενότητα ψυχής και δεν αισθάνονται την απόσταση του χωρισμού, η απόσταση δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ενότητα των ανθρώπων σε μία ψυχή». Και αμέσως ηρέμησα. Όταν προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα το Άκτιστο Φως τον έλουζε και δεν πατούσε στην γη. Πάντοτε ράντιζε με αγιασμό τον Ναό και το γραμματοκιβώτιο που έριχνε τα γράμματα του μόνος του αφού τα σταύρωνε πήγαινε ξυπόλητος στο χιόνι και στην βροχή και τα έριχνε. Όταν έφυγε στην Αμερική  άλλαξαν το γραμματοκιβώτιο με άλλο καινούργιο, εγώ στεναχωρέθηκα και όταν αργότερα ήρθε πάλι για λίγο στην Γαλλία ο Άγιος τον είδα να παίρνει τον αγιασμό και να πηγαίνει να ραντίσει το νέο γραμματοκιβώτιο χωρίς εγώ να του έχω πει τίποτα. Μια μέρα περνώντας από τον Ναό άκουσε κλάματα, προχώρησε μέχρι το ιερό κοιτώντας μέσα είδε τον Άγιο να είναι γονατιστός πίσω από την Αγία Τράπεζα και να κλαίει γοερά  για τα προβλήματα των άλλων, Δεν άντεχε η ψυχή της να τον ακούει που έκλαιγε και έφυγε αθόρυβα από τον Ναό.
       Πριν φύγει για την Αμερική της είχε πει: όταν εσύ Ζηναίδα είσαι άρρωστη ή κάποιος άλλος να με ειδοποιείτε να έρθω και πράγματι μόλις διάβαζαν την Παράκληση θεραπευόταν. Το 1962 στις 21 Νοεμβρίου τον στέλνουν στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπο στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς. Γύρω στο λαιμό του είχε δέσει μια δερμάτινη θήκη με την εικόνα της Παναγίας μέσα, που είχε φέρει από την Ρωσία. Όταν πήγαινε στους ασθενείς διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και γινόταν το θαύμα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα κοιτούσε με το στοργικό του βλέμμα, όλοι δεν ξεχνούσαν το ζεστό του βλέμμα, όταν σε κοίταζε ήξερες ότι εκείνη την στιγμή ήσουν το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο. Συνήθιζε να περπατά ξυπόλητος ακόμα και στο πιο άγριο τσιμέντο στο πάρκο στις Βερσαλίες, έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ και μόνο όταν κάποιος φρόντιζε γι' αυτό, αλλιώς το παρέλειπε και αυτό. Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα  από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή. Στην Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων ξαναδιάβαζε πάλι τα ονόματα που εντωμεταξύ του είχαν δώσει και άλλα και αργούσε πολύ. Μετά την θεία Λειτουργία παρέμενε για ώρες στην Εκκλησία. Με περισσή φροντίδα καθάριζε το Άγιο Δισκοπότηρο και το Άγιο Δισκάριο, την Αγία Τράπεζα και την Αγία Πρόθεση. Παράλληλα έτρωγε λίγο πρόσφορο και έπινε άφθονο ζεστό νερό. Τα γράμματα που λάβαινε τα διάβαζε το απόγευμα μετά τη θεία λειτουργία αφού έβαζε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και τα άνοιγε μην τυχόν και υπάρχει σε κάποιο γράμμα επείγουσα ανάγκη. Πολλές φορές έλεγε το περιεχόμενο των γραμμάτων πριν ακόμα τα διαβάσει, είχε το χάρισμα της προορατικότητας. Πολλές φορές εκεί στην Σαγγάη που ήτα γύριζε έξω τι νύχτες και έδινε ψωμί και χρήματα στους αστέγους και ζητιάνους, ακόμη και σε μεθυσμένους.

Το Σάββατο στις 2 Ιουλίου το 1966 ο Άγιος έφυγε από αυτή την ζωή. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί, κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ακούστηκες ένας θόρυβος και όταν μπήκαν μέσα τον βρήκαν κάτω πεσμένο από την πολυθρόνα του και όπως λένε προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του εκ των προτέρων και ήξερε ότι ο θάνατος του πλησιάζει και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν  24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί, έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες, όλη την νύχτα διάβαζαν το ψαλτήρι και όλοι αγρυπνούσαν για τελευταία φορά μαζί του. Ο κόσμος ερχόταν για να προσκυνήσει και να χαιρετήσει για τελευταία φορά τον Δεσπότη τους.
 Όλοι οι Ιεράρχες που τον γνώριζαν μιλούσαν για την ασκητική του ζωή. Μια ζωή όλο αγώνα πνευματικό που δεν είχε ξαπλώσει για 40 χρόνια σε κρεβάτια από τότε που έγινε μοναχός, που κοιμόταν μόνο μία ή δύο ώρες το βράδυ είτε όρθιος, είτε γονατιστός και σκυφτός στο πάτωμα, πολλές φορές κοιμόταν για λίγο απαντούσε κανονικά στο τηλέφωνο, όπως μαρτυρεί κάποιος που έτυχε να' ναι μπροστά του στο δωμάτιο του, ενώ μιλούσε του έπεσε το ακουστικό λίγο πάνω στα γόνατα και κοιμισμένος, όπως ήταν, απαντούσε σαν ν' άκουγε τον συνομιλητή του. Όλοι ένοιωσαν ότι είχαν μείνει ορφανοί γιατί ο Άγιος έδειχνε κατανόηση στον καθένα τους και πολλή αγάπη. Τον κήδεψαν στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.
 Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, «στην Χαρά όλων των θλιβομένων». Εδώ υπηρέτησε τον Θεό και τους ανθρώπους και εδώ αναπαύεται ο Άγιος. Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγγάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγ. Παρασκευή. Ετάφη σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό. Όλοι έφερναν στην μνήμη τους τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που τους είχε υποσχεθεί ότι και μετά την κοίμηση του θ' άκουγε τις προσευχές τους και τις θλίψεις τους όπως συμβαίνει σ' έναν ζωντανό άνθρωπο. Έτσι πήγαιναν τακτικά στον τάφο τους. Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν. Μόλις άνοιξαν την λάρνακα, είχε σκουριάσει λίγο το φέρετρο γιατί ήταν μεταλλικό, άνοιξαν με φόβο Θεού και προσευχή το φέρετρο. Το πρόσωπο του Αγίου ήταν σκεπασμένο με τον αέρα (κάποιο πανί) και η ματιά τους έπεσε στ' άφθαρτα χέρια του Αγίου. Ξεσκέπασαν και το πρόσωπο του και αποκαλύφθηκε και το άφθαρτο πρόσωπο του. Μια υπερκόσμια πνευματική γαλήνη, μια ευλαβική σιωπή απλώθηκε παντού. Βίωναν όλοι στιγμές θείας Χάριτος μπροστά στον Άγιο του Θεού. Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά το 1994 στις 2 Ιουλίου να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον. Ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε και μας έστειλε ένα μεγάλο Άγιο να πρεσβεύει για εμάς δίπλα στον Θρόνο του Θεού στα χρόνια αυτά της γενικής αποστασίας μας από τον Θεό.

Η εικόνα της Θεοτόκου "Πάντων θλιβομένων η Χαρά"

Ο Καθεδρικός Ναός με τους χρυσούς τρούλους και που είναι αφιερωμένος στην Παναγία, στην χαρά των θλιβομένων, βρίσκεται στη λεωφόρο Γκίρι μεταξύ 26ης και 27ης λεωφόρου και είναι το κτίριο που δεσπόζει στην βορειοδυτική πλευρά του Σαν Φρανσίσκο. Ο Ναός είναι ορατός από πολλά σημεία της πόλης, ή έρχεσαι από τη θάλασσα ή από την γέφυρα Χρυσή πύλη. Το κουβούκλιο του τάφου βρίσκεται δύο πατώματα κάτω από το Ιερό. Κατεβαίνει σ' ένα υπόγειο παρεκκλήσιο με χαμηλό αγιογραφημένο ταβάνι με τον Παντοκράτορα και με αγιογραφίες στους τοίχους και γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο. Εδώ έρχονται καθημερινά, μετά την κοίμηση του οι πιστοί και προσεύχονται στον τάφο του. Χιλιάδες πιστοί επισκέπτονται τον Άγιο, άλλοι του στέλνουν γράμματα και ζητούν την βοήθεια του και τις προεσβείες του. Ζητούν το νήμα από τα κεριά που ανάβουν στον τάφο του και λίγες σταγόνες λάδι από την καντήλα που καίει εκεί.
 Κάθε χρόνο στις 2 Ιουλίου τελείται η Θεία Λειτουργία και καταφθάνουν εκεί στο παρεκκλήσιο του τάφου του πλήθους κόσμου. Στο κέντρο βρίσκεται η λάρνακα που είναι σκεπασμένη με τον μανδύα του Αγίου, γύρω υπάρχουν μανουάλια με κεριά αναμμένα. Στην κεφαλή της λάρνακας βρίσκεται τοποθετημένη η Επισκοπική μίτρα του Αγίου και η ποιμαντορική του ράβδος βρίσκεται στο κάτω μέρος της λάρνακας. Και εκεί βρίσκεται ένα αναλόγιο με το Ψαλτήρι που το διαβάζουν οι πιστοί όταν πηγαίνουν στο Άγιο και μετά του λένε τα προβλήματα τους. Σ' ένα άλλο αναλόγιο δίπλα είναι η εικόνα των Εισοδίων της Παναγίας που την αφιέρωσε μια οικογένεια από την Κίνα στον Άγιο ως ευγνωμοσύνη που τους είχε βοηθήσει και έδωσε ένα ιερό όρκο η κυρία αυτή μαζί με την μητέρα της να δωρίσουν την εικόνα τους αυτή, το κειμήλιο τους στον Άγιο Ιωάννη στον τάφο του. Αυτή η εικόνα είχε έναν ιδιαίτερο νόημα για τον Άγιο, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, γιατί στην ζωή μας τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία. Αυτή την γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας ο Άγιος την αγαπούσε πολύ, η κουρά του έγινε σε Μοναστήρι της Γιουγκοσλαβίας που ήταν αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων. Επίσης την ημέρα των Εισοδίων πήγε ως Επίσκοπος στην Σαγγάη στον Ναό της Παναγίας μας που ονομαζόταν; «η αμαρτωλών Σωτηρία» και πάλι την ημέρα των Εισοδίων έρχεται στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπος. Όταν παντρεύτηκε η κυρία αυτή πήγε στην Αμερική στον Σαν Φρανσίσκο και απέχτησαν έναν αγόρι των Ιωάννη. Όταν αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό και θα τον έστελναν στον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αγόρι που ευλαβείτο πολύ τον Άγιο Ιωάννη πήγε στον τάφο του και του άφησε μια φωτογραφία που είχε του Αγίου πάνω στην Επισκοπική του μήτρα, που βρίσκεται πάνω στην Λάρνακα και μετά από λίγες μέρες την πήρε ως ευλογία, την έβαλε στην τσέπη της στολής του στο μέρος της καρδιάς και πήγε στον πόλεμο. Και από ότι έγραφε στην μάνα του ο αξιωματικός γιος της ο Άγιος τον προστάτεψε και καμία σφαίρα δεν τον χτύπησε. Κάποτε το απόσπασμα του αιχμαλωτίστηκε και αυτός γλύτωσε, μία βόμβα έπεσε δίπλα τους, άλλοι τραυματιστήκαν σοβαρά και αυτός έμεινε αβλαβής.
 Η καντήλα πάνω από τη Λάρνακα του Αγίου καίει συνεχώς. Έρχονται εδώ όλοι με μια παιδική πίστη να μιλήσουν στον Άγιο, να παραπονεθούν για τις θλίψεις τους και ο Άγιος τους ακούει και τους βοηθάει. Ο Άγιος θέλει να προσευχόμαστε και να μην ξεχνάμε να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους από ένα περιστατικό που φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου ανθρώπου και του είπε: «να προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους». Επίσης και σ' ένα διάκο φανερώθηκε και του είπε ότι: «είμαι πολύ ευτυχής που προσεύχεσαι για τους αρρώστους, πάντα να προσεύχεσαι και να επισκέφτεσαι τους αρρώστους». Σε κάποια γυναίκα που τον είδε στον ύπνο της, της είπε: «πείτε στον κόσμο παρόλο που έχω πεθάνει είμαι ακόμα ζωντανός» μία νοσοκόμα διηγείται ότι ένα βράδυ ένας σοβαρά άρρωστος ζητούσε τον Άγιο να πάει εκεί ένοιωθε ότι θα πέθαινε, είχε όμως ξεσπάσει μια καταιγίδα και με τον αέρα που φυσούσε κόπηκε το ρεύμα, δεν λειτουργούσαν και τα τηλέφωνα και η νοσοκόμα του είπε ότι τώρα δεν μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε το πρωί θα πάει κάποιος στον Επίσκοπο. Σε μισή ώρα ακούστηκαν κτύποι στην είσοδο του Νοσοκομείου και όταν ρώτησε ο μισοκοιμισμένος φύλακας, ποιος είναι; - Ανοίξτε την πύλη, είμαι ο Επίσκοπος Ιωάννης, με κάλεσαν και με περιμένουν. Άνοιξε ο φύλακας και ο Άγιος διέσχισε γρήγορα τον διάδρομο και ρώτησε την νοσοκόμα: «ποιος είναι ο άρρωστος που με περιμένει, πήγαινε με σε αυτόν». Πως ο Άγιος διάβασε την σκέψη του αρρώστου και πήγε μέσα στην καταιγίδα στο νοσοκομείο δίπλα του; ήταν προορατικός και τα αψηφούσε όλα για τους ασθενείς του. Επειδή ταξίδευε συχνά αεροπορικώς και η σωρός του πάλι αεροπορικώς ήρθε από το Σιάτλ στο Σαν Φρανσίσκο, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς, αλλά επειδή γλύτωσε κάποιος από τροχαίο θεωρείται και προστάτης των ταξιδιωτών.
 Μια δασκάλα φωνητικής, η Άννα, είχε βοηθήσει τον Άγιο στην Σαγγάη που ήταν. Του μάθαινε να προφέρει σωστά τα φωνήεντα, γιατί είχε πρόβλημα με το κάτω σιαγόνι του και δεν μπορούσε να προφέρει τις λέξεις. Από την πολλή νηστεία ήταν εξαντλημένος ο οργανισμός του και κρεμόταν πολύ το κάτω σιαγόνι του. Αυτός πάντα της έδινε σε κάθε επίσκεψη 20 δολλάρια. Μόλις άρχιζε την νηστεία, άρχιζε πάλι το ελάττωμα αυτό και τον επισκεφτόταν συχνά. Το 1945 τραυματίστηκε στον πόλεμο σοβαρά και ζητούσε να ‘ρθει στο νοσοκομείο ο Άγιος να την κοινωνήσει. Όμως είχε άσχημο καιρό με ανεμοθύελλα. Ήταν 10 με 11 την νύχτα, οι γιατροί της είπαν δεν μπορεί να γίνει αυτό, επειδή ήταν περίοδος πολέμου και το νοσοκομείο έκλεινε μετά την δύση του ηλίου. Το πρωί θα ειδοποιούσαν τον Επίσκοπο. Εγώ φώναζα: έλα Βλαντίκα, και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει μέσα ο Άγιος μουσκεμένος από την βροχή. Τον άγγιξα γιατί νόμισα πως ήταν το πνεύμα του, εκείνος χαμογέλασε, με κοινώνησε και εγώ κοιμήθηκα. Όταν αργότερα ξύπνησα τους είπα ότι ήρθε ο Άγιος και με κοινώνησε, αυτοί όμως δεν με πίστεψαν το νοσοκομείο κλείνει μετά την δύση μου είπαν, οι πόρτες είναι κλειστές. Μία άλλη ασθενής τους είπε ότι πράγματι είχε έρθει ο Άγιος εκεί, αλλά ούτε εκείνη την πίστεψαν. Και ενώ η νοσοκόμα που δεν την πίστευε της έφτιαχνε το προσκέφαλο, βρήκε 20 δολλάρια. Ο Άγιος όταν ήρθε της άφησε και λεφτά γιατί δεν είχε τίποτα εκείνο το διάστημα. Τα χρόνια πέρασαν, όταν έφυγε ο Άγιος για το Σαν Φρανσίσκο, ήρθε και εκείνη εκεί και ήθελε να την ψάλλει και να την κηδέψει ο Άγιος. Και πράγματι το 1968 πέθανε το βράδυ της Μεταμορφώσεως από αέριο από γκάζι του σπιτιού της και μία άλλη κυρία, η Όλγα, είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ τον Άγιο μέσα στον Ναό να θυμιάζει ένα φέρετρο με την Άννα μέσα και να της ψέλνει τόσο ωραία την νεκρώσιμη ακολουθία. Έτσι ο Άγιος της εκπλήρωσε την επιθυμία της. Το πρωί έμαθε η Όλγα ότι εκείνο το βράδυ πέθανε η Άννα.
 Της Ζηναίδας της είχε αναθέσει τα δωρεάν γεύματα για πτωχούς, έπαιρνε λεφτά από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου, ένα ποσό των 20 δολαρίων κάθε μήνα για το σκοπό αυτό. Μια μέρα της έκανε δώρο 10 γαλλικά φράγκα, εγώ λέει η Ζηναίδα, τα ξόδεψα όλα για το σκοπό αυτό και ειδικά αυτόν τον μήνα έκανα πολλά έξοδα και χρώσταγα 70 δολλάρια. Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα προσευχή στον Άγιο (γιατί έλειπε στην Αμερική), του ζητούσα να με βοηθήσει, κάνω αυτό που μου είπες, αλλά τώρα έχω πολλά προβλήματα, βοήθησε με. Και το πρωί ο ταχυδρόμος της έδωσε ένα γράμμα από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου. Νόμισε πως θα ήταν τα συνηθισμένα 20 δολλάρια μέσα, όταν όμως το άνοιξε βρήκε 70 δολάρια, ακριβώς όσα χρωστούσε. Πήγε λοιπόν και ξεχρέωσε, έγραψε και ένα ευχαριστήριο γράμμα και τον επόμενο μήνα ήταν πάλι τα καθιερωμένα 20 δολλάρια. Εκείνα τα λεφτά της τα είχε στείλει ο Άγιος. Πριν φύγει της ανέθεσε να φροντίζει ένα ορφανό παιδί, τον Βλαντιμίρ. Αλλά κάτι με τα δωρεάν γεύματα, κάτι με την ηλικιωμένη μητέρα της και τον θείο της έσπασαν τα νεύρα της και άρχισε να παρακαλεί τον Άγιο να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα. Θα τα παρατήσω, έλεγε, δεν αντέχω άλλο. Και το βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο να έρχεται  σπίτι της και να πηγαίνει σε αυτήν μόνο και να την ευλογεί. Το πρωί ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα, ένα περιοδικό που είχε την μορφή του Αγίου όπως τον είχε δει στον ύπνο της και στο εξώφυλλο ένα σημείωμα: «Στην Ζηναίδα». Αμέσως πήρε χαρά και δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα της αυτό. Άλλη μια φορά την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Μια μέρα ενώ θα έβγαινε έξω, κοιτώντας από το παράθυρο τον κόσμο είχε ανάμεσα σε κάτι αυτοκίνητα κάτι σαν μια μικρή σωλήνα, την κυρίεψε η περιέργεια και άρχισε να ντύνεται για να πάει κάτω να δει να το κλωτσήσει. Τότε κτυπάει η πόρτα, ανοίγει ήταν ο Άγιος. Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα 5 λεπτά και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα. Τότε ξανακτυπά στο παράθυρο και είδε αστυνομικούς στο δρόμο να παίρνουν με πολλή προσοχή αυτό το παράξενο πράγμα. Κατέβηκε γρήγορα κάτω και έμαθε ότι ήταν βόμβα και θα ήτα νεκρή που σκεφτόταν να το κλωτσήσει εάν δεν την καθυστερούσε ο Άγιος Ιωάννης.
 Μια κυρία άρρωστη με πρόβλημα καρδιάς, φορούσε μια κονκάρδα με τον Άγιο Ιωάννη και μια μέρα λιποθύμησε στην Εκκλησία, τότε ο ψάλτης την σταύρωσε με την κονκάρδα, προσευχήθηκε στον Άγιο Ιωάννη να την κάνει καλά και πράγματι αμέσως συνήλθε.
 Μια μέρα λέει η Ζηναίδα είχε μαγειρέψει η μητέρα της ένα φαγητό, τα βαρενίκι, που το τρώνε πολύ στην Ρωσία είναι ένα είδος ζυμαρικών με τυρί και θα πήγαινε στον Επίσκοπο Ιωάννη. Τα είδε στο τραπέζι ο θείος της και τα λαχτάρησε, πήγε η Ζηναίδα στον Άγιο μετά το φαγητό μαζί με τα βερανίκι και ο Άγιος έφαγε πολύ λίγο από τα τρόφιμα που του πήγε, τα βερενίκι όμως δεν τα άγγιξε καθόλου, τον πίεζε να φάει η Ζηναίδα, όμως αυτός δεν έφαγε καθόλου λες και προγνώριζε ότι τα είχε λαχταρήσει ο θείος της.
 Κάποτε σκεφτόταν να πάει να του ζητήσει ευλογία να πάει σε Μοναστήρι. Το βράδυ τον είδε στον ύπνο της και δεν της έδινε ευλογία και κοιτώντας στον τοίχο της λέει: για χάρη του μείνε, και άνοιξε ο τοίχος και βγήκε ένα μωρό. Εκείνη έκλαιγε και ξύπνησε και σε λίγες μέρες γέννησε η γυναίκα του αδελφού της, αλλά αρρώστησε από φυματίωση και πάνω στον μήνα πέθανε, και ο αδελφός της της έδωσε να μεγαλώσει το μωρό. Γι΄ αυτό τότε της είχε πει ο Άγιος αυτά τα λόγια. Τον νοιώθει τόσο κοντά της τον Άγιο Ιωάννη η Ζηναίδα ακόμη και τώρα που έχει πεθάνει. Κάποτε θα πήγαινε με τον ανηψιό της, τον Φιλίπ, στην Αμερική και ο ανηψιός της τα χάλασε τα λεφτά του, θα ‘χει η θεία μου, έλεγε, και δεν τους έφταναν για τα εισιτήρια. Της είχε στείλει και λίγα χρήματα κάποιος γνωστός της αρχιμανδρίτης εις μνήμη του αγαπημένου Επισκόπου Ιωάννη. Και αποφάσισαν να πάνε, αλλά τα χάλασε ο ανηψιός της τα δικά του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο να την βοηθήσει. Έλεγε. Εάν νομίζεις πως αυτό το ταξίδι θα ‘ναι για το καλό του Φιλίπ, βοήθησε μας. Και εκείνη την ημέρα πήρε ένα σημείωμα από το ταχυδρομείο 7.700 φράγκων στ' όνομα της, ακριβώς το ποσό που χρειάζονταν για τα εισιτήρια. Πήγε στο ταχυδρομείο και της είπαν ότι μπορεί να πάρει αμέσως σήμερα τα χρήματα και τα πήρε χωρίς να χει μαζί της ούτε καν την ταυτότητά της. Ευχαρίστησα τον Άγιο που πάντα με βοηθάει. Ήθελε να πάρει κόκκινες κρυστάλλινες καντηλόκουπες από την Αμερική (γιατί στην Γαλλία δεν έβρισκε) και όλο το ξεχνούσε εκεί που γύριζε στην Αμερική, και μόλις πήγαν στον τάφο του Αγίου, αμέσως το θυμήθηκε και πήγε μετά και αγόρασε, ο Άγιος την βοήθησε να τις θυμηθεί. Την ευλογία του Αγίου Ιωάννη να έχουμε όλοι μας.
  
Απολυτκιον.Ήχος πλ. Α'
Τον συνάναρχον Λόγον.
 
Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.

 ΚοντάκιονΉχος πλ. δ'.  Τη Υπερμάχω
  
      
Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.
 
Μεγαλυνάριον.

       Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.

(Από την Ακολουθία του Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ, ποίημα Χαραλ. Μπούσια, εκδ. Ι. Μονής Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος 2006).

Πηγή: Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου Τεύχος 23 Μάιος - Αύγουςτος 2008
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"  Θεσσαλονίκη

Άκουσον τους λόγους μου αγαθέ μου Υιέ (11)

undefined
undefined

Ἕλληνας γιατρὸς στὴ Γενεύη χειρούργησε ΔΩΡΕΑΝ 11.000 ἄπορα παιδιά!!!

"Προέρχομαι ἀπὸ θρησκευτικὴ οἰκογένεια καὶ εἶμαι βαθιὰ πιστός", λέει ὁ ἴδιος

Ὁ Ἕλληνας γιατρὸς Αὐξέντιος Καλαγκός, διευθυντὴς τῆς καρδιοχειρουργικῆς κλινικῆς του Πανεπιστημιακοῦ Νοσοκομείου τῆς Γενεύης, τὰ τελευταία 12 χρόνια χειρούργησε 11.000 ἄπορα παιδιά!!! Βασικός του σκοπός, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, "δὲν εἶναι τὰ χρήματα, ἀλλὰ τὰ ἔργα. Ποτὲ νὰ μὴ γυρνᾶς τὴν πλάτη στὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων". Καὶ προσθέτει: "Ὅταν ἤμουνα μικρός, μ' ἔστελνε ὁ πατέρας μου νὰ τοῦ πάρω ἐφημερίδα. Μία μέρα, εἶδα σὲ πρωτοσέλιδο τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς πρώτης μεταμόσχευσης καρδιᾶς, ποῦ ἔκανε ὁ Μπάρναντ, στὴ νότια Ἀφρική. Λέω, τότε, τοῦ πατέρα μου: Ὅταν μεγαλώσω, θὰ γίνω χειρουργός, ὅπως αὐτός. Βέβαια αὐτὸ ἦταν ἡ ἔκφραση τοῦ...

 ἐντυπωσιασμοῦ κι ἕνα παιδικὸ ὄνειρο. Μεγαλώνοντας, ὅμως, δὲν ἀποχωρίστηκα αὐτὸ τὸ ὄνειρο. Ἀκόμη ὁ μεγάλος αὐτὸς ἐπιστήμονας δὲν διστάζει νὰ μιλήσει, πολὺ ἁπλὰ καὶ αὐθόρμητα, γιὰ τὴν πίστη του στὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὶς ἀξίες, στὶς ὁποῖες δίνει προτεραιότητα.



Σχόλιο : Χθὲς ἑορτάζαμε τὴ μνήμη τῶν Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ ποὺ μὲ πνεῦμα ἀφιλαργυρίας καὶ ἀνιδιοτέλειας βοηθοῦσαν κάθε ψυχικὰ καὶ σωματικὰ ἀσθενῆ, ἀρνούμενοι νὰ δεχτοῦν χρήματα. Ὁ παραπάνω χειροῦργος ἀποδεικνύεται ἄξιος μιμητής τους καὶ μάλιστα σὲ μία ἐποχὴ ποὺ τόσοι συνάδελφοί του δὲν ἀντιλαμβάνονται τὴ σημασία τοῦ λειτουργήματος ποὺ ἀσκοῦν. Ὁ Θεὸς νὰ τοῦ δίνει δύναμη καὶ σὲ ἐμᾶς ἀγωνιστικὸ φρόνημα ὥστε νὰ τὸν μιμηθοῦμε…

12 ρητά του Μοναχού Πορφύριου


undefined

Πειραιώς Σεραφείμ: «κίβδηλες καί ψευδεῖς δεσμεύσεις καί ὑποσχέσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ»

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Της Ιεράς Μητρόπολης Πειραιώς
Τό ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. 2/8243/0020/1.3.2011 (σχετ. 2/10033/31.1.2011, 2/8955/25.1.2011) ἔγγραφο τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καί τῆς Γεν. Γραμματείας Δημοσιονομικῆς Πολιτικῆς, πού ὑπογράφεται ἀπό τόν Ὑφυπουργό κ. Φίλιππο Σαχινίδη μέ θέμα: «Ἔγκριση πρόσληψης προσωπικοῦ» φέρει στό φῶς τά ὑπ’ ἀριθμ. Φ. 908 / 3936 / Η & Φ. 908 / 3836ο / Η ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, διά βίου μαθήσεως καί Θρησκευμάτων μέ τά ὁποῖα ὑπεβλήθη ὁ προγραμματισμός τῶν προσλήψεων προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, γιά τό οἰκονομικό ἔτος 2011.  Στόν προγραμματισμό αὐτόν προβλέπεται ἡ πρόσληψις 44.045 νέων ὑπαλλήλων ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ πρόσληψις 250 ἱεροδιδασκάλων στίς Μουφτεῖες τῆς Θράκης γιά τήν διδασκαλία τοῦ Κορανίου.
Σέ αὐτόν τόν προγραμματισμό πού περιβάλλει μέ τόση «ἁβρότητα» τίς Μουφτεῖες τῆς Θράκης δέν εὑρέθη οὔτε μία θέσις γιά τήν τροφό καί κιβωτό τοῦ Γένους Ὀρθόδοξο Καθολική Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος παρά τίς κίβδηλες καί ψευδεῖς δεσμεύσεις καί ὑποσχέσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως καί τοῦ μέχρι πρό τινος ἁρμοδίου ἐπί τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ σέ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Τίθεται λοιπόν τό ἐρώτημα οἱ Μουφτεῖς τῶν Μουσουλμάνων συμπολιτῶν μας τῆς Θράκης εἶναι στήν κρίση καί τήν ἀντίληψη τῶν κυβερνώντων μείζονος σημασίας θεσμοί ἀπό τήν διασώσασα τήν ἐθνική μας ἰδιοπροσωπεία καί μέ ποταμούς αἵματος ποτίσασα τό δένδρο τῆς ἐθνικῆς μας παλιγγενεσίας Ἁγιωτάτη μας Ἐκκλησία;
Οἱ Μουφτεῖες τῆς Θράκης, καί οἱ «ἱεροδιδάσκαλοι» τοῦ Κορανίου μᾶς χάρισαν τήν ἐθνική μας ἐλευθερία, ὥστε νά μήν ἀποτελοῦμε σήμερα τό ὑπόλοιπον τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας;
Τόσον πολύ ἀμβλύθηκε ἡ ἐθνική μας μνήμη καί σέ τέτοιο βαθμό ἐθνικῆς ὑποθερμίας ἔχουμε φτάσει, ὥστε νά λησμονοῦμε ὅτι ὅποιος στά τέσσερα μαῦρα ἀτέλειωτα ἑκατόχρονα τῆς σκλαβιᾶς ἐξισλαμίζετο ταυτόχρονα καί ἐκτουρκίζετο;
Ἤ μήπως τό χάπι τῆς δῆθεν πολυπολιτισμικότητας πού «πλασάρουν» οἱ διεθνεῖς ἔμποροι τῆς ἀλλοτρίωσης στό club τῶν ὁποίων τακτική θαμών εἶναι ἡ κ. Ὑπουργός ἐπί τῆς Παιδείας, πού μέ τήν ἀπάλειψη τοῦ προσδιορισμοῦ «ἐθνική» σηματοδότησε καί τήν νέα τάξη πραγμάτων, ἔχει καί ἰδιότητες «νηδύμου ὕπνου» πέραν τῶν ἄλλων δολίων ἐπιπλοκῶν;
Τά δημοκρατικά ἀνακλαστικά τῆς κ. Ὑπουργοῦ Παιδείας καί τῆς Κυβερνήσεως ἐξαντλοῦνται μόνο στήν ἐνίσχυση τῆς διδασκαλίας τοῦ Κορανίου καί ἐπιχειροῦν νά θέσουν στό περιθώριο τῆς ἱστορίας καί τῆς ζωῆς τήν Ἐκκλησία τοῦ Γένους καί τίς οὐσιώδεις ποιμαντικές ἀνάγκες τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πού ὅσο καί ἄν «ἀλυχτοῦν» οἱ γλοιώδεις ἰνστρούκτορες τοῦ δαιμονικοῦ περιπαίγματος καί οἱ διατάκτες τους στά Μ.Μ.Ε. ὁ ὀντολογικός καί ἰδεολογικός χωρισμός Ἐκκλησίας καί Ἔθνους δέν θά ἐπισυμβεῖ ποτέ διότι στόν πνευματικό γενετικό κώδικα τῶν Ἑλλήνων ἐνυπάρχει διϊστορικά ἡ ἀκατάλυτη κοινωνία Ῥωμηοσύνης καί Εὐαγγελίου.
Εἶναι βέβαια γιά τούς σχεδιασμούς τῆς νέας ἐποχῆς πού ἀγωνίζεται νά σαπροποιήσει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί νά χωματοποιήσει τήν ψυχή του καί νά τό μεταβάλλει σέ ἄθυρμα τῶν σχεδιασμῶν της μέ τόν ἀτομοκεντρισμό καί τήν καταναλωτική μανία, δύσχρηστος ὁ ἀληθής χριστιανός διότι εἶναι ἀδύνατος ἡ καταδολίευσις τῆς ἐλευθερίας του κατά τόν μεγαλειώδη λόγο τοῦ Εὐαγγελίου: «Μή φοβεῖσθε ἀπό τῶν ἀποκτεινόντων τό σῶμα τήν δέ ψυχήν ὑμῶν μή δυναμένων ἀποκτενεῖν» (Ματθ. 10:28).
Καταλείοντες μέ ὀδύνη, ὑπενθυμίζομε ὅτι σήμερα τιμᾶται ἡ μνήμη ἑνός ἀπό τίς χιλιάδες τῶν παλικαριῶν καί κοριτσιῶν τοῦ Γένους καί τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως τοῦ 18χρονου  ἁγίου  Νεομάρτυρος Μιχαήλ Πακνανᾶ τοῦ Κηπουροῦ, πού στίς 30 Ἰουνίου τοῦ 1770, στήν Ἀθήνα, δυό βήματα ἀπό τήν πλατεῖα Συντάγματος (παρά τίς στῆλες τοῦ Ὁλυμπίου Διός), ὑπερασπίζοντας τήν ἀδούλωτη ψυχή του καί τήν ἀδιαπραγμάτευτη κοινωνία του μέ τό Χριστό μέ μόνο ὅπλο του τήν ἀκατάλυτη πίστη του στόν Ἀναστάντα Κύριο τῆς ζωῆς, ἀπεκεφαλίσθη ἀπό τούς ὁμοπίστους τῶν νεοδιορισθησομένων «ἱεροδιδασκάλων» τοῦ Κορανίου τῶν ὁποίων τήν δαιμονική θρησκεῖα, πού ἀναγνωρίζει μέν τήν ὑπερφυσική εἴσοδο στήν ἀνθρώπινη ἱστορία τοῦ ἐνσαρκωθέντος ἀληθοῦς Μεσσίου καί αἰωνίου Λόγου-Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ Πατρός ἀλλά ἀπομειώνει τό θεανδρικό Του πρόσωπο καί τό ἄφθιτο εὐαγγελικό Του μήνυμα κηρύττουσα μεταφυσικές «γενετησίους ἱκανοποιήσεις» μεσούσης τῆς διασαλπιζομένης οἰκονομικῆς κρίσεως «ἀβαντάρει» ἡ κ. Διαμαντοπούλου.
Καί τό κρίσιμο ἐρώτημα πού τελικά τίθεται εἶναι: Ἡ κ. Διαμαντοπούλου εὐθύνεται γι’ αὐτό ἤ ἐκεῖνοι πού μέ τήν ψῆφο τους τῆς ἔδωσαν αὐτή τήν δυνατότητα;

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Τα Καλάβρυτα αποχαιρέτησαν τον μακαριστό Φιλάρετο-φωτογραφικό υλικό

Τα Καλάβρυτα, κλήρος και λαός, αποχαιρέτησαν σήμερα τον μακαριστό καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας, κυρό Φιλάρετο. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε σήμερα Παρασκευή, στις 12 το μεσημέρι στην Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας υπό του Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιου, ενώ συμμετείχαν συμμετείχαν οι Μητροπολίτες Ελασσόνος Βασίλειος, Κοζάνης Παύλος, Πατρών Χρυσόστομος, Θηβών Και Λεβαδείας Γεώργιος.
Δημοσιεύουμε φωτοφραφίες από την Εξόδιο Ακολουθία που λάβαμε από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών. 
undefined

ΕΝΟΧΗ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΣΗ

undefined
Όταν, πριν οπό αρκετά χρόνια, εμφανίσθηκε η ασθένεια το έιτζ, ένας δημοσιογράφος και συγγραφέας (Ν. Δήμου) έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «επιστροφή των τύψεων» και υποστήριξε, χωρίς πολλά λόγια και περιστροφές, την εξής τοποθέτηση: Καλά χαιρόμασταν μέχρι τώρα τον έρωτα. Ήρθε τώρα αυτή η αρρώστια και μας γέμισε τύψεις! Τί κατάρα, τί συμφορά παγκόσμια!

            Στην εποχή μας η ενοχή είναι παρεξηγημένη έννοια. Από τη μια πλευρά είναι νοσηρό, να φορτώνουμε τον κόσμο με ανόητες ενοχές. Από την άλλη όμως, η κατάπνιξη και απώθηση των ενοχών δημιουργεί τέρατα, προκαλεί πνευματική αναισθησία.
            Το πρόβλημα δεν είναι, αν είσαι περισσότερο ή λιγότερο ένοχος. Το πρόβλημα είναι, ενώπιον τίνος (ποιού) είσαι ένοχος. Η Εκκλησία δεν είδε αυτό το πρόβλημα δικαστικά. Η Εκκλησία την ενοχή την ονομάζει αμαρτία. Και αμαρτία σημαίνει, αποτυχία του  ανθρώπου να αγαπήσει τον Θεό.
            Το μυστήριο της εξομολόγησης προσφέρει τη δυνατότητα να ξαλαφρώσουμε οπό το βάρος των τύψεων, να ελευθερωθούμε από  τους ελέγχους της συνειδήσεως, να λάβουμε συγχώρηση από τον ίδιο το Θεό. Πόσο ανακουφίζεται και αγνίζεται η καρδιά! Όχι με την επιπόλαιη, τυπική, εξωτερική αλλά με την παστρική, ξεκάθαρη και ειλικρινή εξομολόγηση. Πόσο καθαρίζεται και φωτίζεται η καρδιά. Χωρίς εξομολόγηση ο χριστιανός μένει ασυγχώρητος.

            Σφάλλουν όσοι αναβάλλουν. Ισχύει πολύ περισσότερο και σ᾿ αυτή την περίπτωση το σύνθημα: ο δρόμος του αύριο οδηγεί στην πόλη του ποτέ.
            Πλανώνται, όσοι το μεταθέτουν στα γηρατειά. Δεν ξέρουν, αν θα φθάσουν. Και δεν είναι ασφαλείς, γιατί δεν ξέρουν αν θα έχουν τη δυνατότητα τότε να μετανοήσουν.
            Η ζωή στην αμαρτία πολλά χρόνια αποκτά ρίζες βαθιές, που δεν αποκόπτονται εύκολα. Η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση. Ο θάνατος έρχεται, σαν κλέφτης, τη νύκτα χωρίς να τον περιμένουμε.
•           Εάν βρισκόταν το φάρμακο του καρκίνου, κανένας καρκινοπαθής δεν θα ανέβαλε να το πάρει.
•           Εάν χαρίζονταν τα δάνεια, κανένας χρεώστης δεν θα αρνιόταν την χάρη.
•           Εάν δινόταν απελευθέρωση στους αιχμαλώτους, κανένας δεν θα προτιμούσε τα δεσμά.
Είμαστε άρρωστοι, χρεώστες και αιχμάλωτοι στα πάθη και στην αμαρτία. Κάθε παράβαση των εντολών του Θεού είναι πνευματική δουλεία. Όπως ο αετός, έστω και ένα δακτυλάκι του να είναι πιασμένο στο δόκανο, δεν μπορεί να φύγει, να πετάξει, έτσι και ο άνθρωπος που είναι υποδουλωμένος και στο πιο μικρό πάθος, δεν μπορεί να ζήσει την εν Χριστώ ελευθερία.

            Ο Χριστός μας προσκαλεί: Ελάτε κοντά μου όλοι οι κουρασμένοι και φορτωμένοι· και Εγώ θα σας χαρίσω ανάπαυση. Έγκαιρα και ειλικρινά. Θα δοκιμάσετε την ανεκλάλητη χαρά. Θα αισθανθείτε βαθειά ανακούφιση. Χωρίς μετάνοια και εξομολόγηση δεν υπάρχει σωτηρία.
Αρχιμ. Ιωήλ Ν.
(«Λυχνία» -Νικοπόλεως, Ιούνιος 2011)

Μία θαυμαστή διήγηση από το Γεροντικό για την Θεία Δικαιοσύνη

Κάποιος αββάς που ασκήτευε και είχε παρρησία στο Θεό, τον παρακαλούσε με δάκρυα να του φανερώσει τον τρόπο που ο Θεός κρίνει και αποφασίζει σε κάποιες περιπτώσεις και που οι άνθρωποι δεν τον κατανοούν, αλλά νομίζουν ότι πρόκειται για παράξενα πράγματα. Ο Θεός όμως για πολύ καιρό δεν ήθελε να του φανερώσει τίποτα, επειδή ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να γνωρίσει και να καταλάβει τα μυστήρια του Θεού. Ο ασκητής πάλι δεν έπαυε νύχτα και μέρα να κάνει τη σχετική δέηση. Μια μέρα λοιπόν ο Θεός, θέλοντας να τον πληροφορήσει, έβαλε στην καρδιά του τον λογισμό να πάει να δει ένα γέροντα ασκητή, που βρισκόταν σε άλλο τόπο, όπου για να φτάσει κανείς έπρεπε να περπατήσει πολλές μέρες.
Σαν άρχισε την πορεία ο ασκητής, έστειλε ο Θεός στον δρόμο του έναν άγγελο με μορφή νέου καλογήρου, που τον χαιρέτησε με το «ευλόγησον πάτερ». Ο γέρων ασκητής αποκρίθηκε: «ο Θεός να σε συγχωρέσει, τέκνον μου». Τότε ο άγγελος ρώτησε τον γέροντα: «που πηγαίνεις, αββά;» και ο γέρων απάντησε: «πηγαίνω στον τάδε ασκητή να τον δω». Κι ο άγγελος είπε: «κι εγώ εκεί πηγαίνω και ας προχωρήσουμε μαζί».
Αφού περπάτησαν οι δυό τους την πρώτη μέρα, έφθασαν το βράδυ σ΄ένα χωριό και κατέλυσαν στο σπίτι ενός ευλαβούς και φιλόξενου ανθρώπου, που τους φιλοξένησε. Μάλιστα έφερε στην τράπεζα έναν ασημένιο δίσκο. Την ώρα που επρόκειτο να αναχωρήσουν, πήρε ο άγγελος τον δίσκο κρυφά, τον πέταξε στον αέρα και ο δίσκος χάθηκε. Ο γέρων σαν το είδε αυτό λυπήθηκε, όμως δεν είπε τίποτα.
Την δεύτερη μέρα έφθασαν σε ένα άλλο χωριό, όπου τους περιποιήθηκε φιλόξενα ένας ευλαβής χριστιανός. Αυτός είχε ένα μονάκριβο γιό και τον έφερε να τον ευλογήσουν και να του δώσουν την ευχή τους. Ο άγγελος όμως την ώρα που επρόκειτο να φύγει μαζί με τον ασκητή, έπιασε το παιδί από το λαιμό και το έπνιξε. Μπροστά σ΄αυτό το θέαμα ο γέρων δοκίμασε μεγάλη έκπληξη και τρόμαξε, αλλά και πάλι δεν μίλησε.
Αφού περπάτησαν και την Τρίτη μέρα, έφθασαν σ΄ένα άλλο μέρος, αλλά επειδή δεν βρήκαν κανένα να τους υποδεχθεί κάθισαν σε μια αυλή που είχε έναν τοίχο έτοιμο να πέσει. Ο άγγελος σηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε, τον γκρέμισε και τον ξαναέκτισε αμέσως από τα θεμέλια.
Αντικρύζοντας κι αυτό το τελευταίο ο γέροντας δεν μπόρεσε πλέον να σιωπήσει, αλλά άρχισε να του λέει: σε εξορκίζω στο όνομα του Θεού του Υψίστου να μου πεις την αλήθεια. Τι είναι αυτά που έκανες; Άγγελος είσαι ή δαίμονας; Αυτά που έκανες δεν είναι έργα ανθρώπου. Κι όταν ο άγγελος ρώτησε «τι έκανα;», ο γέροντας είπε: «χθες και προχθές που μας δέχθηκαν εκείνοι οι φιλόχριστοι άνθρωποι και μας φιλοξένησαν, εσύ του μεν ενός πήρες τον ασημένιο δίσκο και τον πέταξες στον αέρα και εξαφανίσθηκε, του Δε άλλου έπνιξες τον γιο. Και εδώ που ήρθαμε δεν μας πρόσφεραν καμμιά περιποίηση ή φιλοξενία, καταπιάστηκες με το κτίσιμο και τους ευεργετείς».
Τότε του αποκρίθηκε ο άγγελος: «άκουσε αββά, κι εγώ θα σου φανερώσω την αλήθεια των πραγμάτων. Ο πρώτος που μας δέχθηκε είναι άνθρωπος θεοφιλής και δίκαιος και διοικεί τα υπάρχοντά του κατά τις εντολές του Θεού. Εκείνος όμως ο ασημένιος δίσκος προέρχονταν από άδικη κληρονομιά και για να μην χάσει κοντά σ΄αυτόν και τον μισθό από τα καλά του έργα, με πρόσταξε ο Θεός να τον εξαφανίσω, ώστε να είναι η φιλοξενία του καθαρή και απαλλαγμένη από ανομία. Ο άλλος πάλι που μας φιλοξένησε, είναι ευλαβής και ενάρετος άνθρωπος και αν ζούσε ο γιος του, επρόκειτο να γίνει όργανο του σατανά και να διαπράξει πολλά κακά που θα έκαναν να λησμονηθούν τα καλά έργα του πατέρα του. Γι΄αυτό όρισε ο Θεός να πεθάνει κι εκείνος έτσι μικρός, για να σωθεί και η δική του ψυχή και του πατέρα του».
Τότε ο γέροντας είπε: «όλα αυτά τα έκανες καλά, τι έχεις όμως να πεις για την τελευταία περίπτωση;» και ο άγγελος απάντησε: « μάθε, πάτερ, και γι΄αυτό, ότι ο νοικοκύρης αυτής της αυλής είναι κακός και άδικος και θέλει να βλάψει πολλούς, αλλά δεν το μπορεί εξαιτίας της φτώχιας του. Ο παππούς του όταν έκτιζε αυτόν τον τοίχο, έκρυψε μέσα σ΄αυτόν χρήματα πολλά, κι αν τον είχα αφήσει να πέσει, ο κακότροπος αυτός ιδιοκτήτης, θέλοντας να τον κτίσει, θα εύρισκε μέσα στα κατεδαφισμένα υλικά αυτά τα χρήματα και θα τα χρησιμοποιούσε για να κάνει το κακό που ήθελε. Γι αυτό με πρόσταξε ο Θεός να στερεώσω τον τοίχο, για να μη βρει τα χρήματα ο κακός αυτός άνθρωπος, που επρόκειτο να τα χρησιμοποιήσει στις κακές του επιθυμίες και να βλάψει τους ανθρώπους. Και ξέρει ο Θεός πότε θα τον φανερώσει, σε άνθρωπο που πρέπει και θα τον χρησιμοποιήσει σε καλά έργα.
Είδες, λοιπόν πως κρίνει ο Θεός σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ζητούσες να μάθεις. Γι αυτό πήγαινε στο κελί σου και μη σε μέλει για τα πράγματα του κόσμου, πως και γιατί γίνονται. Διότι τα κρίματα του Θεού είναι απροσμέτρητη άβυσσος, όπως είπε ο προφήτης, και οι ενέργειές Του ανεξιχνίαστες και ακατανόητες και δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίζει τα πάντα με ακρίβεια. Πίστευε λοιπόν, πάτερ, ότι ο Θεός είναι δίκαιος και δεν κάνει καμμία αδικία. Όσα επιτρέπει να γίνονται, όλα δικαίως γίνονται.
Όταν άκουσε αυτά από τον άγγελο ο ασκητής, δόξασε τον Θεό και, αφού αποσύρθηκε στο κελλί του, στο εξής δεν εξέταζε τίποτα.
Από το  περιοδικό  Θεοδρομία

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...