Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιουλίου 19, 2011

Ιωάννης Κ. Αγγελόπουλος, Διδακτική προσφορά των πατερικών κειμένων


Διδακτική προσφορά των πατερικών κειμένων
του Δρ Ιωάννη Κ. Αγγελόπουλου, Σχολικού Συμβούλου Θεολόγων
1. Εἰσαγωγὴ
Ἡ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν προστατῶν τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μεγάλων Πατέρων καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς δίδει τὴν ἀφορμὴ νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸν πλοῦτο τῆς πατερικῆς θεολογίας. Ὁ πλοῦτος αὐτός, παρὰ τὸ σύνθημα «Ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες», τὸ ὁποῖο ἐκυριάρχησε καὶ στὴν ἑλληνικὴ θεολογία ἐδῶ καὶ πενήντα χρόνια, παραμένει ἀναξιοποίητος στὴν ἐκπαίδευσι.
Ὅπως ἐσημείωνε ὁ Κων/νος Φούσκας, «τὰ Πατερικὰ Κείμενα μέχρι τὸ 1968 δὲν εἶχαν στὰ σχολικὰ προγράμματα θέση ὡς μάθημα ξεχωριστὸ ἢ κάποια ἰδιαίτερη, ἔστω, προβολὴ στὴν ἔκθεση τῆς ὕλης τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ πατερικὴ σκέψη ἢ ἦταν ἄγνωστη στοὺς συγγραφεῖς σχολικῶν ἐγχειριδίων ἢ προβαλλόταν χλωμὰ ὡς ἐπίδειξη εἰδικῶν γνώσεων καὶ ὄχι ὡς ἀδαπάνητος θησαυρός, ὁ ὁποῖος μποροῦσε νὰ συμβάλει οὐσιαστικὰ στὴν ‘κατὰ Χριστὸν’ μόρφωση τῶν μαθητῶν. Ὁ πλοῦτος τῆς πατερικῆς σοφίας ἦταν κλεισμένος στὸ χρηματοκιβώτιο τῆς ὀρθόδοξης Παραδόσεως καὶ οἱ φύλακες εἶχαν χάσει τὰ κλειδιά, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν ἀπελευθερώσουν, γιὰ νὰ πλουτίσουν τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση»1. «Ἡ ἀναγέννηση τῶν πατερικῶν σπουδῶν, ἡ ὁποία σημειώθηκε μεταπολεμικὰ στὴ χώρα μας καὶ κυρίως στὸ ἐξωτερικό, ὁρίμασε τὴν ἰδέα ὅτι θρησκευτικὴ ἀγωγὴ χωρὶς τὴν πατερικὴ μαρτυρία ἦταν ἐλλιπὴς καὶ φτωχή»2.
Κατὰ τὰ ἔτη 1969 ἕως καὶ 1985 ἐχρησιμοποιήθη ἐπικουρικῶς πρὸς τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἕνα Ἀνθολόγιο πατερικῶν κειμένων, συνταχθὲν ἀπὸ τὸν Καθηγητὴ Εὐάγγελο Θεοδώρου. Ἡ εἰσαγωγὴ εἰδικοῦ μαθήματος πατερικῆς θεολογίας στὴν ἐκπαίδευσι δὲν εὐδοκίμησε: «Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις τὰ Πατερικὰ Κείμενα ὡς ξεχωριστὸ μάθημα ἦταν μιὰ λύση ἀνάγκης. Καὶ παρόλο ποὺ τὰ Πατερικὰ Κείμενα εἶχαν τὴν ἀξιόλογη συγκυρία νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀξία τους γιὰ τὴ θέση ποὺ διεκδικοῦσαν στὴν ἐκπαίδευση τόσο καιρό, βρέθηκαν ἀνέτοιμα γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: 1) Ἡ ἐπιλογὴ τῶν κειμένων ποὺ ἔχει τὸ ‘Ἀνθολόγιο’ δὲν εἶναι κατάλληλη γιὰ σήμερα, ἀφοῦ τὰ κριτήρια καὶ οἱ στόχοι ἐπιλογῆς τους τὸ 1969 ἦταν διαφορετικά. Τὰ διδακτικὰ βιβλία, στὰ ὁποῖα θὰ πρόσφεραν ἐπικουρικὴ διδακτικὴ βοήθεια, ἔπαυσαν νὰ χρησιμοποιοῦνται, γιατὶ κατὰ τὰ ἔτη 1977-1980 ἀντικαταστάθηκαν. 2) Οἱ περισσότεροι συνάδελφοι τῆς μάχιμης Μ.Ε. δὲν ἦταν προετοιμασμένοι οὔτε ψυχικὰ οὔτε ἴσως ἐπιστημονικὰ νὰ ὑλοποιήσουν τὴν ἀλλαγή, ἀφοῦ καὶ οἱ εἰδικῆς μορφῆς ὁδηγίες ποὺ συνέταξε τὸ ΚΕΜΕ δὲν ἔφτασαν ἔγκαιρα σ’ αὐτούς. Ἔτσι ἀδικήθηκε καὶ τὸ μάθημα καὶ ἡ Ἐκπαίδευση»3.
Τὰ νεώτερα μετὰ τὸ 1977 βιβλία τῶν θρησκευτικῶν ἔχουν τὸν ἐμπλουτισμὸ πολλῶν διδακτικῶν ἑνοτήτων Δημοτικοῦ, Γυμνασίου καὶ Λυκείου μὲ πατερικὰ παραθέματα. Παρ’ ὅλα αὐτὰ παραμένει εἰσέτι ἄγνωστος καὶ ἀχρησιμοποίητος ὁ μεγάλος πλοῦτος τῶν ἁγίων Πατέρων στὴν σχολικὴ πρᾶξι καὶ σὲ οὐδεμία τάξι γίνεται συστηματικὴ μελέτη καὶ ἀνάλυσις τῶν πατερικῶν κειμένων.
Ἡ εἰσήγησις αὐτὴ θὰ κινηθῆ στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μποροῦμε νὰ ἀξιοποιήσωμε τὸν ἄγνωστο αὐτὸ πλοῦτο στὴν καθ’ ἡμέραν διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν σὲ ὅλες τὶς τάξεις Γυμνασίου καὶ Λυκείου.
2. Ἐργαλεῖα γνωριμίας καὶ σπουδῆς
α. Γιὰ νὰ γνωρίσωμε βαθύτερα τὸν πλοῦτο τῶν πατερικῶν κειμένων θὰ πρέπει νὰ φρεσκάρωμε τὶς γνώσεις μας περὶ αὐτῶν. Σὲ αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσουν τὰ κυκλοφοροῦντα πανεπιστημιακὰ ἐγχειρίδια Εἰσαγωγῆς στὴν Πατρολογία καὶ Πατρολογίας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσωμε κάποια γενικὰ πατρολογικὰ ἔργα γιὰ νὰ μποροῦμε μὲ μεγαλυτέρα ἄνεσι νὰ προσεγγίζωμε τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ ὀρθόδοξοι πατρολόγοι τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν συγγράψει πολὺ ἀξιόλογα καὶ διαφωτιστικὰ ἔργα στὸν τομέα τους.
β. Γιὰ εἰδικώτερα θέματα πρέπει νὰ μελετήσωμε εἰδικὲς μονογραφίες πατερικῆς θεολογίας. Αὐτὴ ἡ μελέτη θὰ μᾶς καταστήση ἱκανοὺς νὰ διακρίνωμε τὴν βαθεῖα σκέψι συγκεκριμένων ἁγίων Πατέρων καὶ κατὰ συνέπεια νὰ ἐξοικειωθοῦμε μὲ αὐτούς.
γ. Γιὰ τὴν ἀνεύρεσι καταλλήλων πατερικῶν χωρίων καὶ ἀποσπασμάτων πολὺ μᾶς βοηθοῦν οἱ διάφορες κλεῖδες ποὺ κυκλοφοροῦν. Ἡ Κλεὶς Πατρολογίας καὶ Βυζαντινῶν Συγγραφέων, τοῦ Δωροθέου Σχολαρίου παραμένει ἀναντικατάστατος μέχρι τῶν ἡμερῶν μας καὶ ἀποτελεῖ ἀνεκτίμητο βοήθημα γιὰ τὴν εὕρεσι τῶν περιεχομένων στὴν μεγάλη πατρολογικὴ σειρὰ τοῦ J.-P. Migne. Ἐξ ἴσου χρήσιμα εἶναι καὶ τὸ ἔργο Πίνακες τῆς Ἑλληνικῆς Πατρολογίας, τοῦ Φερδινάνδου Καβαλλέρα, ἡ Συναγωγὴ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τοῦ Καθηγητοῦ Βασιλείου Δεντάκη, ἀλλὰ καὶ ἕνα μικρὸ Συνοπτικὸ Θεματολογικὸ Εὑρετήριο Ἑλλήνων Πατέρων, τοῦ Θεοκλήτου Βίμπου.
δ. Στὴν προσωπική μας βιβλιοθήκη θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἂν ὄχι ὁλόκληρες πατρολογικὲς σειρές, τουλάχιστον τόμοι κατ’ ἐπιλογήν. Ἡ κλασσικὴ σειρὰ τῆς Patrologia Graeca (PG), τοῦ Migne μὲ 161 τόμους, παραμένει μέχρι σήμερα ἡ μοναδικὴ πλήρης καὶ γι’ αὐτὸ ἀνατυπώνεται συνεχῶς στὸ ἐξωτερικὸ καὶ στὸ ἐσωτερικό. Ὑπάρχει, μάλιστα, ψηφιοποιημένη ὁλόκληρος στὸ διαδίκτυο (booksgoogle). Ἡ σειρὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων (ΒΕΠΕΣ) 93 τόμων, συνεχίζει νὰ ἐκδίδη ἀνατυπώσεις κριτικῶν κειμένων, μὲ τὸ μειονέκτημα ὅτι προσφέρει μόνον τὰ πρωτότυπα κείμενα χωρὶς μετάφρασι. Στὴν Θεσσαλονίκη ἡ σειρὰ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ΕΠΕ) καὶ Φιλοκαλία ἐξέδωσε τὰ ἅπαντα πλήθους ἁγίων Πατέρων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων μὲ παράλληλο μετάφρασι στὴν νεοελληνική. Παρενθετικῶς ἀναφέρομε ἐδῶ τὴν γνώμη τοῦ Γέροντος Παϊσίου γιὰ τὴν μελέτη τῶν πατερικῶν ἔργων ἀπὸ τὸ πρωτότυπο. «Καλὸ εἶναι νὰ διαβάζη κανεὶς κείμενο καὶ ὄχι μετάφραση, ἐπειδὴ ὁ μεταφραστὴς ἑρμηνεύει τὸ πρωτότυπο ἀνάλογα μὲ τὴν δική του πνευματικότητα»4. Στὸ ἐξωτερικὸ συνεχίζονται πολὺ ἀξιέπαινες προσπάθειες γιὰ κριτικὴ ἔκδοσι πλείστων ὅσων πατερικῶν ἔργων. Ἀναφέρομε τὴν γνωστὴ σειρὰ Sources Chretiennes (SC) μὲ πάνω ἀπὸ 500 τόμους μὲ κείμενο καὶ γαλλικὴ μετάφρασι. Καὶ στὴν Γερμανία γίνονται κριτικὲς ἐκδόσεις τῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ κ.ἄ.
ε. Χρησιμώτατα σύγχρονα ἐργαλεῖα εἶναι ὁ θησαυρὸς ἑλληνικῆς γλώσσης (Thesaurus Lingua Graeca, TLG), ὁ ὁποῖος κυκλοφορεῖ σὲ ψηφιακὸ δίσκο μὲ πλῆθος κειμένων ἀπὸ πολλοὺς ἁγίους Πατέρες καὶ τὸ διαδίκτυο, ὅπου ἔχει καταχωρισθῆ σὲ ψηφιακὴ φωτογραφικὴ ἀνατύπωσι ὁλόκληρος ἡ Πατρολογία τοῦ Migne (ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ) καὶ πληθώρα ἄλλων μεμονωμένων πατερικῶν ἔργων. Στὰ ἔργα αὐτὰ μποροῦν νὰ ἀναζητήσωμε λέξεις καὶ μέςῳ αὐτῶν χωρία ὁλόκληρα ἀπὸ τὰ πατερικὰ συγγράμματα.
στ. Αὐτοτελεῖς μεταφράσεις καὶ ἀνθολόγια ἀπὸ ρήσεις συγκεκριμένων ἁγίων Πατέρων κυκλοφοροῦν πάρα πολλά, μὲ τὸ μειονέκτημα ὅμως ὅτι δὲν προσφέρουν πάντοτε καὶ τὸ πρωτότυπο κείμενο, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς φανῆ χρήσιμο ὄχι μόνον γιὰ λόγους αἰσθητικῆς ἀπολαύσεως, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ γιὰ λόγους κατανοήσεως τῆς μεταφράσεως. Τὰ Λεξικὰ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν στὴν προσέγγισι καὶ κατανόησι τοῦ πρωτοτύπου κειμένου, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἀπαιτεῖ κόπο καὶ ἐξάσκησι χρόνων.
3. Ἐπιλογὴ τῶν πατερικῶν κειμένων
Ἡ χρῆσις τῶν παραπάνω βοηθημάτων μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ ἐπιλέξωμε κατάλληλα πατερικὰ κείμενα γιὰ νὰ τὰ ἐντάξωμε στὴν διδακτική μας ἐργασία σὲ συγκεκριμένες διδακτικὲς ἑνότητες, στὶς ὁποῖες θεωροῦμε ὅτι ἐνδείκνυται νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμε ἐπικουρικῶς ἢ καὶ πρωτευόντως.
Τὰ κυκλοφοροῦντα Ἀνθολόγια πατερικῶν κειμένων μποροῦν νὰ μᾶς προσφέρουν ἕτοιμο ὑλικό, ἀλλὰ χρειάζεται μία προετοιμασία ἐκ μέρους μας γιὰ νὰ προβάλλωμε καὶ νὰ ἀξιοποιήσωμε τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ στὴν διδακτικὴ πρᾶξι.
Ἐκλεκτὰ πατερικὰ ἀποσπάσματα εὑρίσκομε συχνὰ καὶ σὲ θρησκευτικὰ περιοδικὰ ἢ ἀκόμη καὶ στὸ διαδίκτυο στὶς διάφορες θρησκευτικὲς ἱστοσελίδες. Αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα πρέπει νὰ τὰ ἀρχειοθετοῦμε ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμε στὶς κατάλληλες διδακτικὲς ἑνότητες. Μερικὲς φορὲς τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ δὲν παραπέμπουν σὲ κάποια πηγή, δὲν γνωρίζομε τὴν προέλευσί τους καὶ αὐτὸ κάποιες φορὲς μᾶς δυσκολεύει στὴν ἀνεύρεσι τῆς πηγῆς. Ὠρισμένα, ὅμως, μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν στὴν τάξι μὲ τὴν ἁπλῆ ἀναφορὰ τοῦ συγγραφέως τους (π.χ. κείμενο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου).
Ἡ προσωπικὴ μελέτη καὶ σπουδὴ τῶν ἁγίων Πατέρων, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ γίνεται ἀπὸ κάθε εὐσυνείδητο χριστιανό, πόςῳ μᾶλλον ἀπὸ ἕνα διδάσκαλο τῆς θεολογίας, θὰ μᾶς δίδει σὺν τῷ χρόνῳ νέο ὑλικὸ πρὸς ἀξιοποίησί του στὴν διδακτικὴ διαδικασία. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ ἀποδελτίωσις αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ καὶ ἡ ὀρθὴ ἀρχειοθέτησίς του, ὥστε νὰ μποροῦμε εὔκολα νὰ τὸ ἀνασύρωμε σὲ κάθε ἀναζήτησί μας. Ἡ ἀποδελτίωσις καὶ ἀρχειοθέτησις τῶν πατερικῶν χωρίων μπορεῖ νὰ γίνη σήμερα μὲ τὴν χρῆσι τοῦ ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστοῦ. Τὰ εὑρετήρια τῶν διαφόρων ἐπεξεργαστῶν κειμένου μποροῦν σὲ ἐλάχιστα δευτερόλεπτα νὰ μᾶς ἀνασύρουν ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα μας τὰ κατάλληλα κάθε φορὰ ἀποσπάσματα πατερικῶν ἔργων.
4. Ἀρχὲς μελέτης καὶ ἑρμηνείας τῶν πατερικῶν κειμένων
Γιὰ τὴν μελέτη καὶ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἔργων τῶν ἁγίων Πατέρων ἰσχύουν κάποιες γενικὲς ἀρχές, τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ γνωρίζωμε καὶ νὰ ἐφαρμόζωμε γιὰ νὰ ἐπιτύχωμε τοῦ σκοποῦ μας.
α. Ὡς πρώτη ἀρχὴ ἀναφέρομε τὴν διαφοροποίησι τῶν κειμένων τῶν ἁγίων Πατέρων ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα φιλολογικὰ κείμενα. Δὲν θὰ πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ νὰ ἀντιμετωπίζωνται τὰ πατερικὰ κείμενα μόνον ὡς ἁπλᾶ φιλολογικὰ κείμενα. Ὅπως σημειώνει σύγχρονος θεολόγος: «σκοπός μας δὲν εἶναι ἡ φιλολογικὴ ἀνάλυση καὶ ἡ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση τῶν Πατερικῶν κειμένων. Κύριος σκοπὸς τοῦ μαθήματος εἶναι νὰ ἐμβαθύνουν οἱ μαθητές μας στὸ πνεῦμα τῶν φωτισμένων καὶ θεωμένων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ ἐξοικειωθοῦν πρὸς τὴν Πατερικὴ σκέψη καὶ νὰ βιώσουν τὴν Πατερικὴ διδασκαλία, ποὺ ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρη, ἀφοῦ μεταδίδει μηνύματα ζωῆς καὶ σωτηρίας. Κάθε τι τὸ αἰώνιο εἶναι πάντοτε καὶ ἐπίκαιρο»5.
β. Τὰ πατερικὰ κείμενα προϋποθέτουν γιὰ τὴν κατανόησί τους τὴν ἀπόκτησι τοῦ νοῦ τῶν ἁγίων Πατέρων διὰ τῆς μιμήσεως τῆς ζωῆς τους. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἑρμηνεύονται καὶ κατανοοῦνται μὲ τὸ ἴδιο Πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο συνέγραψαν: «Ἡ κατανόηση καὶ ἡ ἑρμηνεία τῶν Πατερικῶν κειμένων δύναται νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο ὅταν συντελεῖται μὲ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο ἐγράφησαν, δηλαδὴ ‘ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ’. Διαφορετικὰ τὸ ἔργο τῶν Θεολόγων θὰ ὁμοιάζει μὲ ἐκεῖνο τοῦ ἀνατόμου, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ ἕνα νεκρὸ σῶμα»6, ὑπεγράμμιζε ὁ Κων. Μουρατίδης. Καὶ ὁ χαριτωμένος γέρων Παΐσιος ἐδίδασκε: «Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὰ ἔβλεπαν ὅλα μὲ τὸ πνευματικό, μὲ τὸ θεϊκὸ μάτι. Τὰ Πατερικὰ εἶναι γραμμένα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔκαναν τὶς ἑρμηνεῖες οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Τώρα δὲν ὑπάρχει συχνὰ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ καταλαβαίνουν τὰ Πατερικά. Τὰ βλέπουν ὅλα μὲ τὸ κοσμικὸ μάτι· δὲν βλέπουν πιὸ πέρα· δὲν ἔχουν τὴν εὐρύτητα ποὺ δίνουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη»7.
γ. Γι’ αὐτὸ ἀπαιτεῖται (ὅπως καὶ στὴν μελέτη τῆς Βίβλου) ὁ φωτισμὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόησι τῶν πατερικῶν κειμένων. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οἱ λέξεις καὶ οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὰ πατερικὰ κείμενα διαφορετικὰ κατανοοῦνται ἀπὸ τοὺς ἁγίους συγγραφεῖς τους καὶ διαφορετικὰ ἀπὸ τὸν δικό μας νοῦ ἢ πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸν νοῦ τῶν αἱρετικῶν· «κατὰ τοὺς πατέρας ἡ ὑποκειμένη ὑπόθεσις καὶ ὄχι ἡ γραμματικὴ ἔννοια ἢ ἡ κακὴ χρῆσις ἑνὸς ὅρου καθιστᾶ αὐτὸν ὀρθόδοξον ἢ αἱρετικόν»8. Καὶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μαθαίνομε γιὰ τοὺς ἀγῶνες ποὺ ἔδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες γιὰ νὰ μὴ νοθευτῆ ἡ οὐσία τῆς πίστεως, ἐπινοοῦντες καὶ χρησιμοποιοῦντες καινοφανεῖς ὅρους καὶ λέξεις, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, ἐξέφραζον τὴν παραδεδομένη πίστι τῶν Ὀρθοδόξων.
δ. Τὸ ἰδανικὸ στὴν ἑρμηνεία τῶν πατερικῶν κειμένων εἶναι αὐτὴ νὰ γίνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο Πατέρα (σὲ ἄλλο ἔργο του) ἢ ἀπὸ ἄλλον μεταγενέστερο ἅγιο Πατέρα τοῦ ἰδίου πνεύματος καὶ τῆς ἰδίας ἁγίας ζωῆς καὶ ὄχι κατὰ τὸ δοκοῦν ἑκάστου μελετητοῦ καὶ ὑποψηφίου ἑρμηνευτοῦ. Κι αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν Πατρολογία: οἱ μεγάλοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας κατενόησαν ὀρθῶς καὶ ἑρμήνευσαν ἀσαφῆ ἢ δυσνόητα χωρία προγενεστέρων ἁγίων Πατέρων, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς μὲ τὴν ἑρμηνεία χωρίων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ ψευδο-Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγείτου.
Ὅπως ἔχει ἐπισημανθῆ: «Τὸ πρόβλημά μας λοιπὸν δὲν εἶναι ἡ ἀναζήτηση νέων ἐξωτερικῶν μορφῶν καὶ σχημάτων στὴ διδακτική μας ἐργασία. Τὸ θέμα εἶναι τὸ τί περνᾶμε μέσα ἀπὸ τὶς διάφορες μορφὲς στὰ παιδιά. Περνᾶμε ἀτόφιο καὶ ἀκέραιο τὸ πατερικὸ μήνυμα ἢ περνᾶμε τὶς δικές μας ἀπόψεις καὶ ἀντιλήψεις ἢ ἀκόμα καὶ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ ἀκούσουν τὰ παιδιά; Ἂν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε τὸ λάθος μας δὲν εἶναι μόνο οὐσιαστικό, εἰδολογικό, δηλ. κατὰ περιεχόμενο, ἀλλὰ καὶ μεθοδολογικό»9.
ε. Ἑτέρα ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ εἶναι ἡ χρῆσις τῶν ἀποσπασμάτων τῶν πατερικῶν ἔργων νὰ γίνεται ἐν γνώσει τοῦ συνόλου κειμένου καὶ τῶν συνθηκῶν συγγραφῆς του. Αὐτὸ μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ γνωρίσωμε τὸ ἀκριβὲς νόημα καὶ νὰ μὴ τὸ παρερμηνεύωμε, ὅπως συνήθιζαν νὰ τὸ παρερμηνεύουν οἱ αἱρετικοὶ τῶν διαφόρων ἐποχῶν καὶ νὰ χρησιμοποιοῦν πρὸς ἐνδυνάμωσι τῶν κακοδοξιῶν τους σπαράγματα πατερικῶν χωρίων, ἀλλοιωμένων ὡς πρὸς τὴν ἔννοιά τους. Ὅπως ἐπισημαίνει σύγχρονος πατρολόγος οἱ λέξεις - ὅροι ἐκφράζουν ἔννοιες καὶ ἕπονται αὐτῶν: «Ὅ,τι πάλιν, ἐχρησιμοποιεῖτο ἐν αἱρετικῇ ἐννοίᾳ δὲν ἀπεκλείετο νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ ἐν ὀρθοδόξῳ, δεδομένου ὅτι ὁ ὅρος ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν ἡ ὁποία ἑκάστοτε ἀποδίδεται εἰς αὐτόν. Αἱ ἔννοιαι προηγοῦνται τῶν λέξεων καὶ αἱ λέξεις ἀκολουθοῦν καὶ ἐκφράζουν αὐτάς. Κατὰ συνέπειαν ἡ σημασία τῶν ὅρων καὶ λέξεων δύναται νὰ διαφοροποιῆται, ἀρκεῖ νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ‘κατὰ φύσιν’, δηλαδὴ τὸ ἀντικείμενον τῆς πίστεως. Τοῦτο δὲν μεταβάλλεται, δὲν ἀλλοιοῦται καὶ δὲν προσαρμόζεται εἰς τὰς λέξεις, ἀλλ’ αἱ λέξεις ἐναρμονίζονται πρὸς αὐτό. ‘Οὐ γὰρ αἱ λέξεις – παρατηρεῖ ὁ Μ. Ἀθανάσιος – τὴν φύσιν παραιροῦνται· ἀλλὰ μᾶλλον ἡ φύσις τὰς λέξεις εἰς ἑαυτὴν ἕλκουσα μεταβάλλει. Καὶ γὰρ οὐ πρότεραι τῶν οὐσιῶν αἱ λέξεις, ἀλλ’ αἱ οὐσίαι πρῶται καὶ δεύτεραι τούτων αἱ λέξεις (ΒΕΠ 30, 181)»10. Καὶ οἱ συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες συνεγράφη ἕνα κείμενο μᾶς βοηθοῦν στὴν ὀρθὴ κατανόησί του, γιατὶ τὰ γραφόμενα μπορεῖ νὰ ἀναφέρωνται σὲ συγκεκριμένη περίπτωσι καὶ νὰ μὴν ἔχουν γενικὴ ἰσχὺ ἢ τὸ ἀντίστροφο.
στ. Ἀκόμη, θὰ πρέπει νὰ ἐνθυμούμαστε ὅτι τὰ πατερικὰ κείμενα ἑρμηνεύουν καὶ ἐπανερμηνεύουν σὲ κάθε ἐποχή, μὲ ὅρους καὶ νοοτροπία σύγχρονο, τὴν ἅπαξ ἀποκαλυφθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ παραδοθεῖσα ὑπ’ Αὐτοῦ πίστι τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως, ἐτόνιζε ἰδιαιτέρως στὴν ἐποχή του ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος: «οὐ δὲ νῦν ἡ πίστις ἤρξατο, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Κυρίου διὰ τῶν μαθητῶν εἰς ἡμᾶς διαβέβηκεν»11. Ἀναφέρομε ἐδῶ τὴν ρῆσι τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ πρὸς κάποιον ρωμαιοκαθολικὸ διδάκτορα «ὅτι οἱ μοναχοὶ ἡμῶν οὐχὶ μόνον ἀναγινώσκουν αὐτὰ τὰ βιβλία [πατερικὰ], ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἠδύναντο νὰ συγγράψουν παρόμοια… Οἱ μοναχοὶ δὲν συγγράφουν, διότι ἤδη ὑπάρχουν πολλὰ ὡραῖα βιβλία καὶ ἱκανοποιοῦνται δι’ αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως τὰ βιβλία αὐτὰ δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐξηφανίζοντο, τότε οἱ μοναχοὶ θὰ συνέγραφον νέα»12.
ζ. Τέλος, ἡ κατανόησις τῆς πατερικῆς θεολογίας προϋποθέτει τὴν ὑπὸ τῶν Πατέρων θεώρησι, δηλ. τὴν θεολογικὴ θεώρησι, τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου, τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας· ἄλλως τὰ κείμενά τους παραμένουν ἀκατανόητα καὶ ἐνίοτε ἀντιφατικά. Κατὰ τὴν ἐπιτυχῆ διατύπωσι τοῦ Κων. Μουρατίδη: «ἡ Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Θεολογία δὲν εἶναι ἕνα γνωσιολογικὸ ἁπλῶς σύστημα περὶ Θεοῦ, κόσμου καὶ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μιὰ θεανθρωπίνη λειτουργία κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἀνθρώπινος λόγος κοινωνεῖ τοῦ Θείου Λόγου καθιστάμενος ‘θείας φύσεως κοινωνός’»13. Γι’ αὐτὸ παρατηροῦνται δυσκολίες καὶ προσκόμματα κατὰ τὴν μελέτη καὶ ἑρμηνεία τῶν πατερικῶν κειμένων. Σημειώνει ἄλλος σύγχρονος θεολόγος: «Πολλὲς φορὲς ξεκινᾶμε ἀπὸ μιὰ λαθεμένη ἀφετηρία. Προσπαθοῦμε νὰ πείσουμε τὸν ἑαυτό μας πὼς εἶναι κάτοχος τοῦ πατερικοῦ μηνύματος λόγῳ θεολογικῶν σπουδῶν ἢ κάποιας εἰδικῆς κλίσεως, ἐπειδὴ ἴσως στὸ μάθημα τῆς Πατρολογίας νὰ ἔχουμε ἀριστεύσει. Σὲ ἄλλη περίπτωση νομίζουμε ὅτι ξέρουμε τόσο καλὰ τοὺς Πατέρες, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ τοὺς κρίνουμε ὡς ἀκατανόητους, ἀνεδαφικοὺς καὶ ἀνεφάρμοστους γιὰ τὶς σημερινὲς ἀνάγκες τῶν παιδιῶν. Ἴσως διαθέτουμε κάποια βεβαιότητα, πὼς ἡ προβληματικὴ τῶν παιδιῶν δὲν ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τοὺς Πατέρες, πὼς οἱ Πατέρες ἔγραψαν γιὰ ἀνθρώπους ὥριμους καὶ πιστοὺς καὶ πὼς τὰ παιδιὰ δὲν διαθέτουν τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις προσεγγίσεως τῶν πατερικῶν κειμένων»14.
Ἐν κατακλείδι, ὅπως ἔγραφε ἕτερος θεολόγος: «’Ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν’, εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, δηλαδὴ τὴν ἑρμηνείαν τῶν πατερικῶν κειμένων, σημαίνει ἀκριβῶς ἐφαρμογὴν τῶν γενικῶν ἑρμηνευτικῶν ἀρχῶν τῶν πατέρων, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα, τὴν διάνοιαν, τὸν νοῦν, τὸν σκοπόν, τὰ ὅρια, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν τὰ κείμενα αὐτά, ‘ἐν γνώσει’ καὶ ‘δυνάμει τοῦ Πνεύματος’ δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ»15.
5. Προτάσεις διδαχῆς τῶν πατερικῶν κειμένων
α. Γιὰ τὴν προσφορωτέρα διδασκαλία ἑνὸς πατερικοῦ κειμένου χρειάζεται νὰ δοθοῦν στὴν ἀρχὴ κάποια εἰσαγωγικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν συγγραφέα καὶ τὸ περιβάλλον τοῦ ἀποσπάσματος. Κατατοπίζονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ μαθητὲς γιὰ τὶς συνθῆκες καὶ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποία ἐγράφη τὸ συγκεκριμένο κείμενο.
β. Κατόπιν γίνεται ἡ παρουσίασις τοῦ κειμένου μὲ παράλληλο μετάφρασι. Ἡ παρουσίασις μπορεῖ νὰ γίνη μὲ ἀνάγνωσί του, μὲ ἀκρόασι, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν χρῆσι ἐποπτικῶν μέσων (εἰκόνες, προβολὴ τοῦ κειμένου). Ἐπειδὴ τὰ παιδιὰ δυσκολεύονται στὴν κατανόησι ἀρχαίων κειμένων μπορεῖ νὰ προηγεῖται ἡ παρουσίασις τῆς μεταφράσεως καὶ νὰ ἕπεται τὸ πρωτότυπο κείμενο. Μπορεῖ, ἀκόμη καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐπεξεργασία του νὰ γίνεται ἀπὸ τὴν μετάφρασι, ἀλλὰ νὰ δίνεται ἡ εὐκαιρία στοὺς μαθητές, ἔστω στὸ τέλος, νὰ διαβάζουν σιωπηρῶς τὸ ἀρχαῖο κείμενο καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν καὶ αἰσθητικῶς τὸ ἔργο.
γ. Ἀκολουθεῖ ἡ νοηματικὴ ἀνάλυσις καὶ ἐμβάθυνσις τοῦ κειμένου. Μὲ τὶς κατάλληλες ἐρωτήσεις ὁ διδάσκων προχωρᾶ στὴν διασάφησι ὅρων, λέξεων καὶ ἐννοιῶν καὶ βοηθᾶ τοὺς μαθητές του στὴν κατανόησι τοῦ κειμένου καὶ στὴν περαιτέρω ἐμβάθυνσί του.
δ. Στὴν συνέχεια συνδέεται τὸ κείμενο μὲ τὴν διδακτικὴ ἑνότητα, στὴν ὁποία τὸ παραθέτομε καὶ μὲ τὴν μέχρι τοῦδε γνωστὴ διδαχθεῖσα ὕλη τοῦ μαθήματος τῆς χρονιᾶς ἢ καὶ προηγουμένων ἐτῶν. Μερικὲς φορὲς μπορεῖ ἀντὶ τῆς ἐπεξεργασίας μιᾶς διδακτικῆς ἑνότητος νὰ δουλεύωμε στὴν τάξι μὲ ἕνα πατερικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο συμπίπτει ἐννοιολογικῶς μὲ τὴν πρὸς διδασκαλία ἑνότητα.
ε. Στὸ τέλος καταλήγομε σὲ συμπεράσματα ὄχι μόνον θεωρητικῶν γνώσεων, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶν συνεπειῶν αὐτῶν τῶν γνώσεων, ἀφοῦ κατὰ τὴν πατερικὴ θεολογία θεωρία καὶ πρᾶξις εἶναι ἀλληλένδετες. «Δὲν μποροῦμε νὰ ἐργαζόμαστε μόνο θεωρητικὰ ἢ πρακτικά. ‘Πρᾶξις ἐστι θεωρία ἐνεργουμένη καὶ θεωρία ἐστὶ πρᾶξις μυσταγωγουμένη’ (Μάξιμος Ὁμολογητής). Στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει κάτι τὸ θεωρητικό, ποὺ δὲν εἶναι συνάμα καὶ πρακτικό»16.
στ. Ὡς παράδειγμα διδασκαλίας πατερικοῦ κειμένου ἐπιλέγομε τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ ἁγίου Βασιλείου, Ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ, § 2 (ΒΕΠ 54, 78-79), τὸ ὁποῖο παρατίθεται καὶ στὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο τῆς Γ’ Γυμνασίου (σ. 64).
i. Ἐνδεικτικῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη διδακτικὴ ἑνότητα, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῆ καὶ στὶς ἑξῆς:
Α’ Γυμνασίου, στὶς δ.ἑ. γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐμφάνισι τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο.
Β’ Γυμνασίου, στὶς δ.ἑ. γιὰ τὸν καλὸ Σαμαρείτη, τὴν τελικὴ κρίσι, τὴν κατάπαυσι τῆς τρικυμίας.
Α’ Λυκείου, στὴν δ.ἑ. γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς στὴ λατρεία.
Β’ Λυκείου, στὶς δ.ἑ. γιὰ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὸν δυναμικὸ καὶ ἀπελευθερωτικὸ χαρακτῆρα τοῦ Χριστιανισμοῦ, γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ κόσμου καὶ τὴν δικαιοσύνη τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὸν συνάνθρωπο ὡς ἀδελφό.
Γ’ Λυκείου, στὶς δ.ἑ. γιὰ τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα, γιὰ τὸ ὅραμα τῆς εἰρήνης, γιὰ τὸ οἰκολογικὸ πρόβλημα.
ii. Θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναδύονται ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο πατερικὸ κείμενο εἶναι ἐνδεικτικῶς τὰ ἀκόλουθα:
‑ Τὸ φυσικὸ κακὸ καὶ ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου (πῶς συνδέονται)
‑ Οἱ φυσικὲς καταστροφὲς καὶ ἡ θεία Πρόνοια (πῶς συμβιβάζονται)
‑ Ἡ ὑπέρβασις τοῦ φυσικοῦ κακοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ (πῶς συντελεῖται)
‑ Ἡ οἰκολογικὴ κρίσις καὶ τὸ ἀσκητικὸ πνεῦμα (πῶς ὑπερβαίνεται)
‑ Ἡ ἐσχατολογικὴ ἐξαφάνισις τοῦ φυσικοῦ κακοῦ (πῶς ἐξαφανίζεται)
iii. Συμπεράσματα ἐκ τοῦ κειμένου μποροῦν νὰ ἐξαχθοῦν τὰ κάτωθι:
‑ Οἱ κοινωνικὲς καὶ οἰκολογικὲς ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου: ἡ διάχυσις τῆς ἁμαρτίας στὴν κοινωνία καὶ στὴν κτίσι ὡς ἄλλη λοιμικὴ νόσος καὶ ἡ θεραπεία αὐτῆς τῆς καταστάσεως
‑ Χρησιμοποίησις τῆς ρήσεως τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ: «Πρέπει νὰ ἔχωμεν συμπάσχουσαν καρδίαν, καὶ οὐχὶ μόνον τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀγαπῶμεν, ἀλλὰ νὰ συμπονῶμεν καὶ πᾶν πλάσμα, πᾶν ὅ,τι ἐκτίσθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἰδού, ἓν πράσινον φύλλον ἐπὶ τοῦ δένδρου, καὶ σὺ ἀπέσπασας αὐτὸ ἄνευ ἀνάγκης»17!
6. Ἐπίλογος
α. Θεωροῦμε ἀναγκαία τὴν ἀξιοποίησι τοῦ πλούτου τῆς πατερικῆς θεολογίας στὴν σχολικὴ θρησκευτικὴ ἐκπαίδευσι τῶν μαθητῶν μας. «Ἡ πολυδιάστατη σημασία καί ἀξία τῶν Πατερικῶν Κειμένων στὴν ἐκπαίδευση γενικὰ καὶ τὴ θρησκευτικὴ ἀγωγὴ εἰδικὰ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴ διδακτικὴ μέθοδο τῶν Πατέρων, ἀπὸ τὰ προσωπικὰ βιώματα, τὰ ὁποῖα τώρα εἶναι σύμβολα καί πρότυπα, καὶ ἀπὸ τὸ πλουσιότατο καὶ ἀνεπανάληπτο περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους»18.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν ὄντως διδάσκαλοι: «Σπουδασμένοι στὰ Πανεπιστήμια τῆς ἐποχῆς τους, καταρτιζόμενοι συνεχῶς ἀπὸ τὴ μελέτη καὶ τὴν αὐτοεπιμόρφωση καὶ ὡριμάσαντες στὰ σχολεῖα τῆς ἐρήμου καὶ τῆς ἀσκήσεως, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν ὅλα τὰ προσόντα γιὰ νὰ διαπρέψουν στὸ διδακτικὸ ἔργο, ἔστω καὶ ἄν οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς δὲ δίδαξαν ποτὲ σὲ ὀργανωμένα σχολεῖα ἤ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς δὲ σπούδασαν πουθενά, ἀλλὰ διέπρεψαν ὡς αὐτοδίδακτοι καὶ θεοδίδακτοι»19.
Ἐπὶ πλέον οἱ ἅγιοι Πατέρες μὲ τὰ κείμενά τους ἀντιμετώπιζαν πραγματικὰ καὶ διαχρονικὰ προβλήματα: «Οἱ ‘Ἐπιστολές’ τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖες ἔχουν διασωθεῖ, εἶναι μιὰ χειροπιαστὴ μαρτυρία γιὰ τὸ τεράστιο καθοδηγητικό τους ἔργο, τὸ ὁποῖο ἐπιτελοῦσαν καὶ ὅταν βρίσκονταν μακριὰ ἀπὸ τοὺς ‘μαθητές’ τους, π.χ στὴν ἔρημο, τὴν ἐξορία ἤ στὴ φυλακή. Εἶναι τόσες πολλὲς χιλιάδες οἱ Ἐπιστολὲς τῶν Πατέρων, τὶς ὁποῖες κατέχουμε σήμερα ὡς πολύτιμη κληρονομιά, καὶ τόσο μεγάλη ἡ ποικιλία τῶν θεμάτων μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται, ὥστε νὰ μποροῦμε νἀ ἰσχυριστοῦμε, χωρὶς φόβο νά διαψευστοῦμε, ὅτι τὸ φαινόμενο αὐτὸ τῆς παροχῆς ἀγωγῆς μὲ αὐτὸ τὸν εἰδικὸ τρόπο εἶναι μοναδικὸ σὲ παγκόσμια καὶ διαχρονικὴ κλίμακα. Κάποτε μάλιστα οἱ Ἐπιστολὲς ἔπαιρναν τέτοια ἔκταση καὶ εἶχαν τέτοια πραγμάτευση θέματος, ὥστε νὰ ἔχουν ὅλα τὰ γνωρίσματα μιᾶς πραγματείας»20.
Ἀκόμη, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐφήρμοζαν τὴν ἀρχὴ τῆς αὐτενεργείας: «Ἡ ψυχοσωματικὴ μετοχὴ τοῦ μαθητῆ, γνωστή σήμερα ὡς ἀρχὴ τῆς αὐτενέργειας ἤ τῆς ἐργασίας, ἦταν στὴν ἡμερήσια διάταξη τῆς πατερικῆς διδαχῆς. Οἱ Πατέρες δὲν κήρυτταν ‘ἀφ΄ ὑψηλοῦ’ ἀλλὰ χειραγωγοῦσαν τοὺς ἀκροατές τους. Δὲν ἐνδιαφέρονταν γιὰ κάποιο ὡράριο ὑποχρεωτικῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ ἐπιδίωκαν τὴν καλὴ ‘ἀλλοίωση’ τοῦ ἐκπαιδευομένου, ἔστω καὶ ἄν αὐτὸ τοὺς κόστιζε πολύμοχθο ἀγώνα»21.
Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶναι ἀπαραίτητα τὰ πατερικὰ κείμενα στὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα τῶν θρησκευτικῶν: «Ἡ διεκδίκηση σημαντικῆς θέσεως τῶν Πατερικῶν Κειμένων στὸ ὡρολόγιο καὶ τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα τῶν Θρησκευτικῶν γίνεται δεκτὴ ἀπὸ τοὺς Θεολόγους καὶ τοὺς συναδέλφους ἄλλων εἰδικοτήτων, ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς γονεῖς τους, καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς ὑπεύθυνους φορεῖς, οἱ οποῖοι διευθύνουν τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση, μόνο ὅταν ὅλοι αὐτοὶ πεισθοῦν ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ ἔχουν νὰ δώσουν ἀληθινὰ μηνύματα ζωῆς στὸ σύγχρονο ἄνθρωπο»22.
β. Μία παλαιοτέρα πρότασις γιὰ ἔνταξι τῶν πατερικῶν κειμένων στὴν ἐκπαίδευσι ἐτόνιζε ὅτι: «μιὰ καλὴ διευθέτηση θὰ ἦταν ἴσως νὰ ἔμπαιναν ἀποσπάσματα Πατερικῶν Κειμένων σὲ κάθε δ.ἑ. ἢ στό τέλος κάποιων κεφαλαίων, μὲ σκοπὸ νὰ χρησιμοποιοῦνται ἐπικουρικὰ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ νὰ ἀξιοποιοῦνται διδακτικὰ ἀπὸ τοὺς καθηγητές. Αὐτὸ βέβαια ἔχει τὸ μειονέκτημα ὅτι ἔτσι τὰ Πατερικὰ Κείμενα γίνονται ὕλη περιθωριακή, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὰ Πατερικὰ Κείμενα μένουν στὰ διδακτικὰ βιβλία χωρὶς νὰ ἐνοχλοῦν κανένα, μὲ τὴν πιθανότητα νὰ κινήσουν κάποτε τὸ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τῶν φορέων τῆς ἀγωγῆς»23. Κάτι, τὸ ὁποῖο σὲ ἕνα βαθμὸ ἔχει ἤδη ἐπιτευχθῆ στὴν διάρκεια τῶν τελευταίων δεκαετιῶν.
Σήμερα, ὑπάρχει ἡ σκέψις γιὰ τὴν σύνταξι ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴ Παιδείας τῆς Π.Ε.Θ. ἑνὸς νέου Ἀνθολογίου Πατερικῶν Κειμένων. Γνωρίζομε, βεβαίως, τὶς πολλὲς δυσκολίες γιὰ τὴν ἐπιλογή τους: «Ὅπως καὶ νά ‘χει τὸ πράγμα, τὸ θέμα τῆς ἐπιλογῆς τῶν κατάλληλων δειγμάτων τῆς πατερικῆς σκέψεως, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς μέσο τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς τῶν μαθητῶν εἶναι πολὺ σημαντικὸ καὶ δύσκολο. Θὰ ἔλεγα ὅτι εἶναι πιὸ δύσκολο νὰ ἐπιλέξει κανεὶς τὰ κατάλληλα δείγματα ἀπὸ τὴν πατερικὴ γραμματεία, ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιλέξει τὴν ὕλη στὴν περίπτωση καταρτισμοῦ ἀναλυτικοῦ προγράμματος μὲ τὸ συνηθισμένο ‘παραδοσιακὸ’ τρόπο. Δὲν εἶναι μόνο ἡ αὐξημένη εὐθύνη, τὴν ὁποία αἰσθάνονται ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἐγχείρημα, ἀλλὰ εἶναι ἡ τεράστια ἔκταση τῆς πατερικῆς γραμματείας σὲ συγγραφεῖς καὶ κείμενα, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ σφαιρικὴ εἰκόνα τῆς πατερικῆς σκέψεως, τὴν ὁποία πρέπει νὰ διαθέτουν, καὶ ἡ γνώση τῶν παιδαγωγικῶν καὶ σχολικῶν ἀπαιτήσεων τῆς ἐποχῆς μας»24.
Γι’ αὐτὸ ἀπαιτεῖται, κατὰ τὴν γνώμη μας, συστράτευσις πολλῶν καὶ εἰδημόνων συναδέλφων ὄχι μόνον τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ καὶ τῆς σχολικῆς πράξεως.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. «Α’ Πατρολογικὸ Σεμινάριο τῆς Π.Ε.Θ.» (29-30/10/1983), Κοινωνία (1983) 326-424.
2. ΒΙΜΠΟΥ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ, Συνοπτικὸ θεματολογικὸ εὑρετήριο Ἑλλήνων Πατέρων, Ἀθήνα: Γρηγόρης, χ.χ.
3. ΒΡΑΚΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ἀνθολόγιο ἀρχαίων ἑλληνικῶν καὶ πατερικῶν κειμένων, Ἀθήνα: Ἔννοια, 2008.
4. Δ’ Πανελλήνιον Θεολογικὸν Συνέδριον: Ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες καὶ Παιδεία, Ἀθῆναι: Π.Ε.Θ., 1970.
5. ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, Κλεὶς Πατρολογίας καὶ βυζαντινῶν συγγραφέων, Ἀθήνα: Ὠφέλιμο Βιβλίο, 1980.
6. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ἀνθολόγιο πατερικῶν κειμένων, Ἀθήνα: ΟΕΔΒ, 1975.
7. ΚΑΒΑΛΛΕΡΑ ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΥ, Πίνακες ἑλληνικῆς πατρολογίας J.-P. Migne, Ἀθήνα: Κέντρον Πατερικῶν Ἐκδόσεων, 2008.
8. ΚΡΙΚΩΝΗ ΧΡΗΣΤΟΥ, Συλλογὴ πατερικῶν κειμένων, τόμ. Α’ – Β’ , Θεσσαλονίκη: University studio press, 1994-1998.
9. Μικρὴ φιλοκαλία τῆς καρδιᾶς. Μιὰ ἀνθολογία πατερικῶν κειμένων, μὲ παραθέματα σύγχρονων θεολόγων καὶ διδακτικὲς ὁδηγίες γιὰ μαθητικὸ κοινό, Ἀθήνα: Ἀκρίτας, 2006.
10. ΜΟΥΤΣΟΥΛΑ ΗΛΙΑ, Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Πατρολογίαν, Ἀθήνα: Γρηγόρης, 2009.
11. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ, Καινὴ Διαθήκη καὶ ἑρμηνευτὲς Πατέρες, Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 2010.
12. ΟΡΦΑΝΟΥ ΜΑΡΚΟΥ, «Ἡ ὑπὸ τῶν Πατέρων ἑρμηνεία τῆς Παραδόσεως», Κοινωνία (1983) 330-348.
13. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Πατέρων Λόγος καὶ Διδαχή: Ἀνθολόγιο πατερικῶν κειμένων, Ἀθήνα: Γρηγόρης, 2008.
14. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Πατρολογία, τόμ. Α’-Β’, Ἀθήνα 2000.
15. ΠΑΠΑΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Ἡ διδακτικὴ τῶν πατερικῶν κειμένων στὴν Γ’ τάξη τοῦ Γυμνασίου, Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 2000.
16. ΠΑΠΑΡΝΑΚΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ἑρμηνεία κειμένων τῆς Π. Διαθήκης κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη: Γράφημα, 2009.
17. ΤΡΑΚΑΤΕΛΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Οἱ Πατέρες ἑρμηνεύουν: Ἀπόψεις πατερικῆς βιβλικῆς ἑρμηνείας, Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 1996.
18. ΤΣΑΓΚΑΡΛΗ – ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ, Ἡ πατερικὴ διδαχὴ στὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ καὶ διδακτικὴ ἀξιοποίηση, Ἀθήνα: Λύχνος, 2003.
19. ΤΣΑΜΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ἀνθολόγιο ἐκκλησιαστικῶν κειμένων, Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 2004.
20. ΤΣΑΜΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία καὶ κείμενα πατερικῆς γραμματείας, Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 2008.
21. ΧΑΡΩΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Σχέδια διδασκαλίας πατερικῶν κειμένων, Ἀθῆναι: Γρηγόρης, 1970.
22. ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τόμ. Α’ – Ε’, Θεσσαλονίκη: Κυρομᾶνος, 1985-1992.
23. ΨΕΥΤΟΓΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Θέματα πατερικῆς θεολογίας, τόμ. 1-3, Θεσσαλονίκη: Κυρομᾶνος, 1995-2007.
24. ΨΕΥΤΟΓΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Στοιχεῖα ἐκκλησιαστικῆς γραμματολογίας μὲ ἀνθολόγιο πατερικῶν ἔργων, Θεσσαλονίκη: Κυριακίδη, 1994.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 351.
2. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 351
3. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 353.
4. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, τόμ. Β’ (Σουρωτή: Ἱ.Ἡσ. Ἰωάννης Θεολόγος, 1999), σ. 100-101.
5. Βασιλείου Χαρώνη, «Ἡ διδακτικὴ τῶν πατερικῶν κειμένων», Κοινωνία (1983), σ. 392.
6. Κωνσταντίνου Μουρατίδου, «Προσφώνησις στὸ Α’ πατρολογικὸ Σεμινάριο τῆς ΠΕΘ», Κοινωνία (1983), σ. 328.
7. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, τόμ. Α’ (Σουρωτή: Ἱ.Ἡσ. Ἰω. Θεολόγου, 1999), σ. 231.
8. Μάρκου Ὀρφανοῦ, «Ἡ ὑπὸ τῶν Πατέρων ἑρμηνεία τῆς Παραδόσεως», Κοινωνία (1983), σ. 333.
9. Κωνσταντίνου Γρηγοριάδη, «Ἡ προσφορὰ τῶν πατερικῶν κειμένων καὶ οἱ διδακτικὲς ἀπαιτήσεις τους», Κοινωνία (1983), σ. 374.
10. Μάρκου Ὀρφανοῦ, «Ἡ ὑπὸ τῶν Πατέρων ἑρμηνεία τῆς Παραδόσεως», Κοινωνία (1983), σ. 332.
11. Μ. Ἀθανασίου, Ἐπιστολὴ ἐγκύκλιος, 1, 8 (ΒΕΠ 31, 195). Πρβλ. Μάρκου Ὀρφανοῦ, «Ἡ ὑπὸ τῶν Πατέρων ἑρμηνεία τῆς Παραδόσεως», Κοινωνία (1983), σ. 333-334.
12. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης (Ἔσσεξ: Ἱ.Μ. Τ. Προδρόμου, 1999), σ. 89.
13. Κωνσταντίνου Μουρατίδου, «Προσφώνησις στὸ Α’ πατρολογικὸ Σεμινάριο τῆς ΠΕΘ», Κοινωνία (1983), σ. 327.
14. Κωνσταντίνου Γρηγοριάδη, «Ἡ προσφορὰ τῶν πατερικῶν κειμένων καὶ οἱ διδακτικὲς ἀπαιτήσεις τους», Κοινωνία (1983), σ. 374.
15. Μάρκου Ὀρφανοῦ, «Ἡ ὑπὸ τῶν Πατέρων ἑρμηνεία τῆς Παραδόσεως», Κοινωνία (1983), σ. 337.
16. Κωνσταντίνου Γρηγοριάδη, «Ἡ προσφορὰ τῶν πατερικῶν κειμένων καὶ οἱ διδακτικὲς ἀπαιτήσεις τους», Κοινωνία (1983), σ. 384.
17. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης (Ἔσσεξ: Ἱ.Μ. Τ. Προδρόμου, 1999), σ. 474.
18. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 354.
19. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 354.
20. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 355.
21. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 356.
22. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 357.
23. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 362.
24. Κωνσταντίνου Φούσκα, «Τὰ πατερικὰ κείμενα στὴ γενικὴ Ἐκπαίδευση», Κοινωνία (1983), σ. 364.
-Εδημοσιεύθη στὸ περιοδικὸ Κοινωνία 54 (2011) 185-189 (καὶ συνεχίζεται).

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΛΘΕ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥΣ ΣΩΣΑΙ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΛΘΕ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥΣ ΣΩΣΑΙ

____

__________

_________

________

________
 

Όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις



 

Όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις
Όντως, στην υπό παρουσίαση θαυμαστή περίπτωση οι νόμοι της φθοράς ανεστάλησαν και δεν ακολούθησαν τις γνωστές συνήθειές τους.
Άνοιξη του έτους 1947. Κυριακή, 11 Μαΐου. Ο παπά - Θανάσης Πιάς, εφημέριος του χωριού Ελατόβρυση Ναυπακτίας, μετά την τέλεση της θείας Λειτουργίας και κατόπιν χαλκευθείσης κατηγορίας συλλαμβάνεται από άθεους, αντίχριστους, ανθέλληνες και ξενοκίνητους «αδελφούς» μας και κρατείται απομονωμένος σ' ένα σπίτι. Στις 13 Μαΐου οδηγείται αναπολόγητος στη θέση «Λάλκα» της Κοινότητας Κρυονερίων Ναυπακτίας, όπου βασανίζεται φρικτά και τέλος, μετά από λογχισμό στον κρόταφο, θανατώνεται. Ακολούθως, το καθημαγμένο σώμα του ρίπτεται γυμνό σ' ένα πρόχειρο λάκκο, εκτεθειμένο σχεδόν στην διάθεση των αρπακτικών πτηνών και σαρκοβόρων αγρίων ζώων. Παράλληλα, από τους αιμοδιψείς σφαγείς του εκδίδεται διαταγή, με την οποία απαγορεύεται η αναζήτηση του σκηνώματος του εκτελεσθέντος ιερέα.
Η πρεσβυτέρα, αείμνηστη Πολυξένη, θαρραλέα από τη φύση της και αιρομένη στο ύψος των περιστάσεων, αψηφά τις απειλές και τους κινδύνους και αρχίζει την έρευνα σε δασώση μέρη, με μόνο σύντροφο - τις πρώτες ημέρες - τον ποιμενικό τους σκύλο. Την 8η ημέρα, 20-5-1947, ανευρίσκεται το σκήνωμα του Μάρτυρα, από την πρεσβυτέρα και ολίγους συγγενείς του, άφθαρτο, να αιμορραγεί και να εκχέει άρρητη ευωδία. Την ίδια μέρα μεταφέρεται με πρόχειρο φορείο στο χωριό μας Ελατόβρυση για να γίνει η προετοιμασία της κηδείας, η εκφορά και η ταφή. Ο ιατρός της 74ης Ταξιαρχίας του Ελληνικού Στρατού, η οποία στρατοπέδευε εκείνες τις ημέρες στην Ελατόβρυση, επειδή το σκήνωμα δεν είχε αλλοιωθεί και δεν ανέδιδε καμία δυσοσμία, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητή της Ταξιαρχίας, επέτρεψε την παραμονή στο σπίτι και την έκθεση του σε λαϊκό προσκύνημα μέχρι τη μεσημβρία της επομένης (21-5-1947), οπότε έλαβε χώραν ο ενταφιασμός του.
Κατά την εξόδιο ακολουθία Τμήμα της Ταξιαρχίας του Στρατού απένειμε προς τον Εθνομάρτυρα τις κεκανονισμένες τιμές (Λοχαγού). Τον επικήδειο εξεφώνησε ο τότε Υπολοχαγός Μαυραγάνης Γεώργιος, ο οποίος και ενεχείρισε αντίγραφο του λόγου του στην πρεσβυτέρα μετά το πέρας της νεκρωσίμου ακολουθίας.
Η εμφάνιση και διατήρηση του σεπτού σκηνώματος αναλλοίωτου, ιδιαιτέρως δε η ευωδία, η οποία εκχεόταν απ' αυτό, παρ' ότι είχαν παρέλθει οκτώ (8) πλήρεις ημέρες από το μαρτυρικό τέλος του Ιερέα, προκάλεσαν όχι μόνο κατάπληξη αλλά και συγκίνηση σε οικείους, συγγενείς, συγχωριανούς, ως και στους άνδρες της Χωρ/κης και της 74ης Ταξιαρχίας Στρατού.
Σ' αυτή την εξαίρεση ή την αναστολή των νόμων της φύσεως η λογική δεν δίνει απάντηση ούτε και η επιστήμη.
Οι νόμοι της φύσεως και εν προκειμένω της φθοράς υποχώρησαν μόνον επειδή το θέλησε ο Θεός.
Το σκήνωμα κατά δήλωση πολλών ατόμων, τόσο κατά την ανεύρεση του, όσο και κατά την μεταφορά και παραμονή του στο σπίτι, αλλά και κατά την εκφορά, εξέχεε - παραδόξος - μία ξεχωριστή ευωδία. Μία ευωδία που ήταν άρρητη, ουράνια.
Όσον αφορά στη διατήρηση του σκηνώματος αναλλοιώτου επί 8ήμερο, από του θανάτου του Μάρτυρος, πιστεύουμε ότι και η Ιατροδικαστική Επιστήμη αδυνατά να δώσει σχετική εξήγηση, διότι δεν εμπίπτει στα δεδομένα της. Και αυτό το στηρίζουμε στο γεγονός ότι οι συνθήκες όπως ενθυμούντο όλοι οι Ελατοβρυσίτες, οι οποίοι βρίσκονται στο χωριό μας από 10 έως 21 Μαΐου 1947, που επικρατούσαν τότε στην περιοχή, δηλαδή τόσο στη θέση «Λάλκα» όπου παρέμεινε το σκήνωμα του σε πρόχειρο λάκκο επί 8ήμεορ, όσο και στο χωριό μας, όπου παρέμεινε επί 24ωρο περίπου, στο σπίτι του Ιερέα, προ της ταφής, ήταν κατάλληλες, για την ακώλυτη εμφάνιση των υστεροφανών σημείων του θανάτου, κυρίως δε της σήψεως. Ήταν εποχή ανοίξεως - β' 10ήμερο μηνός Μαΐου - ημέρα μεγάλης διαρκείας, ζέστη δε σχετική, με κανονική υγρασία και παρουσία αφθόνου οξυγόνου. Όπως όμως κι αν έχει το πράγμα, επί του σκήνους του π. Αθανασίου Πιά έχουμε φανέρωση σημείου του Θεού. Αυτό και μόνο πρέπει να προκαλέσει το ενδιαφέρον για τον Ιερέα, τον μάρτυρα και τον ποιμένα των λογικών προβάτων της Ελατόβρυσης.
Ο παπά Θανάσης Πιάς ήταν, αναμφίβολα, μία μεγάλη μορφή της κοινωνίας και της εκκλησίας, πρώτα της εκκλησίας που διακονούσε και ήταν λειτουργός του Υψίστου. Πλούσιος σε χαρίσματα της διακονίας του και απέριττος στις κοινωνικές εκδηλώσεις του στη μικρή κοινωνία της ενορίας του. Δεν άφηνε να περάσουν οι πράξεις της αδικίας και οι παραλείψεις των υποχρεώσεων απ' τους ενορίτες του. Φρόντιζε πάντοτε να οικοδομεί το σώμα και να σωφρονεί την ψυχή της «εκκλησίας του».
Και ως τέτοιος στις δύσκολες στιγμές που περνούσε η χώρα μετά την κατοχή δεν θέλησε να εγκαταλείψει την ενορία του, όπως δεν την εγκατέλειψαν, άλλωστε και οι συγχωριανοί του. Τότε δε, που ο πειρασμός ήταν μεγαλύτερος να στραφούν οι συγχωριανοί του στις χειρότερες αμαρτίες και αδικίες, προσπάθησε να δώσει λόγον αγάπης. Αλλά, αν το πλήρωμα της «εκκλησίας» ήταν άρτιο και καθαρό, υπήρχαν και οι αντίθετοι και οι αντίχριστοι στην περιοχή, που δεν θέλησαν ή δεν έστεργαν τα ηθικά αναστήματα, τις καταβολάδες των παραδόσεων, τους λύχνους προς το δρόμο της σωτηρίας.
Αυτοί οι «άνθρωποι» αναίτια, αναπολόγητα «εξέβαλον έξω του αμπελώνος και απέκτειναν» (Ματθ. κα' 39) τον λευίτη της Ελατόβρυσης. Εφόνευσαν τον πιστόν του Θεού με μαρτύριο φρικτό, το οποίο δέχθηκε ως μιμητής «των του Χριστού παθημάτων» (Α' Πετρ. ε' 1). Και θα φανεί, νομίζω, στη συνέχεια ποια συνέπεια κατείχε τον ευλαβέστατο αιδεσιμώτατο της Ελατόβρυσης, τόσο στην εκκλησιαστική του ζωή, όσο και στην κοινωνική του. Και θα εξαρτηθεί απ' τον καθένα, να εκτιμήσει την προσφορά του, και να προσφέρει το μνημόσυνο του στην άγια ψυχή του αειμνήστου μάρτυρα. Ειδικότερα δε για τους χωριανούς του, όσοι τυχόν τον έβλαψαν, τον επίκραναν ή στάθηκαν ψυχροί και αδιάφοροι στην τελευταία περίοδο της ζωής του και στα κρίσιμα ημερόνυχτα της απαίσιας συλλήψεως του, να αφήσουν να κυλήσει το δάκρυ της συμπαθείας και του πόνου.
Είναι αλήθεια, ότι για το ακούσιο μαρτύριο του, ο δικαιοκρίτης Θεός, επεφύλαξε, τόσο για τον Μάρτυρα, όσο και για μας τους Ελατοβρυσίτες μία ξεχωριστή ευλογία, την οποία αποκάλυψε λίγες ημέρες μετά το θάνατό του. Κι αυτή έγκειται στο αναμφισβήτητο πλέον γεγονός της διατηρήσεως του σεπτού του σκηνώματος, οκτώ ημέρας από το μαρτύριο του ιερέα, «αναλλοίωτου και εκχέοντος άρρητον ευωδίαν». Το απροσδόκητο αυτό φαινόμενο αναντίρρητα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Μάρτυρας, με τη ζωή του και το μαρτύριο του, ευαρέστησε τον Θεό, ο Οποίος και ευλόγησε και καθαγίασε το σεπτό του σκήνωμα με τον πρωτάκουστο τούτο τρόπο.
Το θαυμαστό γεγονός συγκίνησε και εκέντρισε το ενδιαφέρον του γράφοντος (ο οποίος τότε ήταν μαθητής του Δημοτικού Σχολείου και κάτοικος του χωριού και το έζησε εν τω μέτρω του δυνατού), με αποτέλεσμα να ασχοληθεί επί έτη με αυτό και να το παρουσιάσει, κατά το δυνατόν, απτά, στην παρούσα εργασία του...
Προτού κλείσω τον πρόλογο τούτο, θα ήθελα να δηλώσω ρητά και λακωνικά, ότι ο σκοπός της παρούσης εργασίας μου είναι προφανής∙ ιερός - θρησκευτικός και ιστορικός, μακριά από κάθε ιδιοτέλεια ή σκοπιμότητα, Ιερός, γιατί σ' αυτή περιγράφεται η θυσία κληρικού και το παράδοξο, που διαπιστώθηκε στο μισοπεθαμένο σκήνωμα του, όταν βρέθηκε 8 ημέρες μετά το μαρτύριο. Ιστορικός για το θαύμα αυτό, όντας έκτακτο και υπερφυσικό συμβάν, από της πραγματοποιήσεως του εισήλθε πλέον στο χώρο της ιστορίας και ως ιστορικό γεγονός, παρουσιάζεται άρρηκτα συνδεδεμένο προς το μαρτύριο, τους δράστες του στυγερού εγκλήματος και τους λόγους για τους οποίους τελέσθηκε. Βασικώς οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται από δηλώσεις, περιγραφές αυτόπτων μαρτύρων, τις οποίες κατέγραψα σε κασέτες, για να διευκολύνω τον ιστορικό του μέλλοντος όσο και κάθε άλλο μελετητή, που τον απασχολεί ή θα τον απασχολήσει το Ψαλμικό. «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού» (Ψαλμ. ξζ' 36).
Κατά συνέπειαν, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, υπόνοια ή μομφή από οιονδήποτε, θα είναι ξένη προς τις προθέσεις μας, κακόβουλος και προερχόμενη «εκ του πονηρού».
Δεν αναμοχλεύουμε πάθη, δεν αναξέουμε πληγές, που άφησε το πρόσφατο παρελθόν στην πατρίδα μας. Επιθυμία διακαής του γραφόντος είναι, πέραν του σαφούς θρησκευτικού σκοπού του πονηματίου, η προσευχή μας προς τον Πανάγαθο Θεό, ώστε να ανανήψουμε, να μετανοήσουμε, ιδιαίτερα δε, όσοι εγκλημάτησαν κατά τις περιόδους της κατοχής και του συμ/πολέμου, και όλοι μαζί «εν μετανοία και αγάπη» να υπηρετήσουμε απ' εδώ και πέρα «Χριστόν και Ελλάδα».
Η αντικειμενική περιγραφή των ιστορικών γεγονότων πρέπει να είναι ο σκοπός του καθενός, που ασχολείται με την παρουσίαση τους, διότι έτσι επιτυγχάνεται η αληθινή συγγραφή της Ιστορίας και υπηρετείται το δίκαιο και η αλήθεια.
Παραδίδοντας στη δημοσιότητα το παρόν πόνημά μου, οφείλω να αναπέμψω από βάθους καρδίας θερμές ευχαριστίες προς το Θεάνθρωπο Κύριο, διότι με αξίωσε να ασχοληθώ από 5ετίας, περίπου, εν μέρει με τη ζωή, βασικά, όμως, με το μαρτύριο ενός πιστού «άχρι θανάτου» Λειτουργού του Υψίστου του παπά - Θανάση Πιά. Κατορθώθηκε δε απ' την έρευνα να συγκεντρωθούν συγκλονιστικά στοιχεία μετά την παρέλευση 40 ολόκληρων χρόνων από τη θυσία του Ιερομάρτυρος, τα οποία κινδύνευαν να χαθούν, λόγω του θανάτου των ηλικιωμένων αυτόπτων μαρτύρων και τη διαρροή του χρόνου.
Οφείλω ακόμη να ευχαριστήσω θερμά τον Ιερομάρτυρα, διότι - οφθαλμοφανώς - μου παρέσχε την ευλογία και την συνδρομή να συγκεντρωθούν στοιχεία ένα προς ένα και ν' αποτελέσουν μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι της μελέτης αυτής.
* Από το επίκαιρο και σύγχρονο μαρτυρολόγιο του ιερομάρτυρος Αθανασίου Πιά, που έφερε εις το φως της δημοσιότητας ο αξιέπαινος εν Χριστώ αδελφός Αναστάσιος Κ. Καραγιάννης, αναδημοσιεύουμε τον πρόλογο.
Περιοδικόν Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία

Ἁγία Μακρίνα (19 Ἰουλίου)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

undefined



Καὶ ἡ ἔξω ἱστορία καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διέσωσαν ὀνόματα ὄχι μόνο μεγάλων ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ μεγάλων γυναικῶν. Ἔχει καὶ ἐδῶ ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναίκα. Τὴν ἴδια ἀξία ἔχουν καὶ τὸ ἴδιο μεγάλοι καὶ θαυμαστοὶ εἶναι καὶ ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα. Οἱ ἄνδρες στὰ δικά τους ἔργα καὶ οἱ γυναῖκες πάλι στὰ δικά τους. Γιατί βέβαια γιὰ ἄλλα ἔργα καὶ δραστηριότητες εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνδρες καὶ γιὰ ἄλλα οἱ γυναῖκες. Ἀφύσικο πράγμα εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀσύμφορο, νὰ ἀντιστρέφονται οἱ ὅροι καὶ νὰ ἀπασχολοῦνται οἱ ἄνδρες μὲ τὰ γυναικεῖα ἔργα καὶ οἱ γυναῖκες μὲ τὰ ἀνδρικά.

Μία γυναίκα, ποὺ τὸ ὄνομά της καὶ τὸ ἔργο ἔμειναν πολὺ σεβαστὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ὁσία Μακρίνα, τῆς ὁποίας τὴν ἱερὴ μνήμη γιορτάζουμε σήμερα. Ἡ ὁσία Μακρίνα εἶναι ἀδελφή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ πρωτότοκη σὲ μιὰ οἰκογένεια μὲ ἐννέα παιδιά, ποὺ ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία τρεῖς ἐπισκόπους. Πατρίδα της εἶναι ἡ Καππαδοκία, μία ἐπαρχία μὲ πλούσια καὶ μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, πατρίδα πολλῶν ἁγίων καὶ μεγάλων ἱεραρχῶν. Ἡ οἰκογένεια τῆς ὁσίας Μακρίνας ἦταν ἀπὸ τὶς πιὸ ξεχωριστὲς οἰκογένειες τῆς Καππαδοκίας, μὲ προγόνους ἁγίους μάρτυρες στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν καὶ μὲ δάσκαλο τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ θαυματουργό.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης, ἀδελφός τῆς ὁσίας Μακρίνας, ἔγραψε τὸ βίο της, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφός της, ὁ Μέγας Βασίλειος, μᾶς δίνει πληροφορίες, ὥστε νὰ γνωρίζουμε πολλὰ καὶ μὲ ἀκρίβεια γιὰ τὴν ὁσία τοῦ Θεοῦ. Ἀρχίζοντας τὴ βιογραφία τῆς ἀδελφῆς του, ὁ ἅγιος Γρηγόριος γράφει• «Αὐτὰ ποὺ γράφω εἶναι ἀξιόπιστα, γιατί δὲν τὰ διάβασα, ἀλλά μοῦ τὰ δίδαξε ἡ πείρα, καὶ σὲ ὅσα μὲ ἀκρίβεια ἔχω νὰ σᾶς πῶ δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ ξένη μαρτυρία». Ἡ Μακρίνα λοιπὸν ἦταν τὸ πρῶτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς της μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια· ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα, ἤξερε καὶ ὅλο τὸ Ψαλτήριο.

Ὁ πατέρας της σὲ μικρὴ ἀκόμα ἡλικία τὴν ἀρραβώνιασε μὲ κάποιον καλὸ νέο, ἀλλὰ ὁ νέος αὐτὸς πέθανε πρὶν νὰ ἔλθει ὁ καιρὸς γιὰ τὸ γάμο. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετό· ἡ Μακρίνα, σὰν καὶ νὰ εἶχε γίνει ὁ γάμος, ἔμεινε πιστὴ στὴ γνώμη τοῦ πατέρα της κι ἀφοσιώθηκε νὰ βοηθήσει τὴ μητέρα της στὴν ἀνατροφὴ τῶν ἀδελφῶν της. Ὅλα τὰ ἀδέλφια στὸ σπίτι τὴ σέβονταν σὰν δεύτερη μητέρα τους, καὶ εἶναι αὐτὴ ποὺ κατόρθωσε νὰ πείσει τὸν Μέγα Βασίλειο νὰ ἀφήσει τὴ δικηγορικὴ καὶ νὰ γίνει μοναχός. Ὅταν μάλιστα πέθανε ὁ πατέρας της, ἡ Μακρίνα ἀνέλαβε νὰ ἀναθρέψει καὶ διδάξει τὸν ἔνατο ἀδελφό της Πέτρο, τὸν ἔπειτα ἐπίσκοπο Σεβαστείας.

Ἀλλὰ ἡ ὁσία Μακρίνα δὲν ὑπῆρξε μόνο γιὰ τὴν οἰκογένειά της «τοῦ βίου διδάσκαλος» καὶ «μετὰ τὴν μητέρα μήτηρ», ἀλλὰ καὶ μεγάλη ὁσία καὶ μοναχή. Ὅταν μεγάλωσαν οἱ ἀδελφοί της καὶ πῆραν ὁ καθένας τὸ δρόμο του, ἡ Μακρίνα ἀποτραβήχτηκε στὰ οἰκογενειακά τους κτήματα, στὸν Πόντο κι ἐκεῖ ἵδρυσε μεγάλο καὶ ὑποδειγματικὸ γυναικεῖο κοινόβιο μοναστήρι. Νὰ τί γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης γιὰ «τὸ φροντιστήριο» αὐτὸ τῆς ἀρετῆς, ὅπως τὸ χαρακτηρίζει. «Ἅγιες γυναῖκες, ποὺ ἔδωσαν τὸ βίο τους γιὰ νὰ κερδίσουν τὴ ζωή».

Ἡ ὁσία Μακρίνα πέθανε ἕνα χρόνο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ της Μεγάλου Βασιλείου, δηλαδὴ τὸ 380. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ποὺ βρέθηκε στὸ θάνατό της καὶ τῆς ἔκλεισε τὰ μάτια, μᾶς περιγράφει συγκινητικὰ τὶς τελευταῖες στιγμές της. Μᾶς ἀπομνημονεύει καὶ τὴν προσευχὴ τῆς ὁσίας πρὶν παραδώσει τὸ πνεῦμα, μιὰ προσευχὴ γεμάτη πίστη καὶ ἐλπίδα. Ἡ ὁσία Μακρίνα, μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως, ἔκανε τὸ πέρασμα «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Προσευχόταν μὲ πολὺ σιγανὴ φωνὴ σταυρώνοντας τὰ μάτια, τὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά της

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ - 19 ΙΟΥΛΙΟΥ

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

 

Η καταστροφή της Μονής του Σαρώφ



Ὅπως γράφει ὁ Ἡγούμενος Μεθόδιος,στό ἔργο του περί τοῦ Ἱερομονάχου του Σάρωφ Γεωργίου,«κατά τήν περίοδο τῆς καταστροφῆς τοῦ Σάρωφ, οἱ μοναχοί σκέφθηκαν νά φυγαδεύσουν τά τίμια Λείψανα καί γιά τοῦτο κλειδώθηκαν στό Ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου διακηρύσσοντας, ὅτι προτιμοῦν τόν θάνατο ἀπό τήν παράδοση τῶν Λειψάνων. Ἐπί τρεῖς ἡμέρες οἱ μοναχοί ἔμειναν κλειδωμένοι στό ναό, νηστεύοντες καί προσευχόμενοι. Ζοῦσε τότε στό Σαρώφ ἕνας ἀσκητής, ὁ π. Ἰσαάκ, μαθητής καί διάδοχος τοῦ Στάρετς Ἀνατολίου (+ 1922). Ὁ Γέρων Ἰσαάκ μετά ἀπό τριήμερη προσευχή καί νηστεία, πῆρε ἀπό τόν ὅσ. Σεραφείμ τήν ἀκόλουθη ἐντολή: «Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι τά Λείψανά μου νά φύγουν ἀπό ἐδῶ καί τό νομαστήρι νά καταστραφεῖ. Μή γίνεσθε ἐμπόδιο». Μετά τό ὅραμα τοῦ Γέροντος οἱ μοναχοί ἄνοιξαν τήν ἐκκλησία καί παραδόθηκαν. Τά Λείψανα τοποθετήθηκαν σ’ ἕνα ξύλινο κιβώτιο καί φυγαδεύθηκαν καί οἱ μοναχοί ἐξορίστηκαν. Ὅλα αὐτά ἔγιναν τό ἀπόγευμα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1917» (“Messager of the Rus”, φ. Μαϊου - Ἰουνίου 1934, σελ. 20).Ὅταν οἱ Μπολσεβίκοι ἔκλεισαν τήν Μονή Σάρωφ, ἄναψαν μία μεγάλη φωτιά στή αὐλή τοῦ συγκροτήματος καί ἔκαψαν ὅλα τά ἐκκλησιαστικά βιβλία, ἄμφια, ἱερές εἰκόνες, ἔπιπλα καί σκεύη. Τότε κάηκε καί τό δρύϊνο φέρετρο πού εἶχε σκαλίσει ὁ ἴδιος ὁ ὅσ. Σεραφείμ καί στό ὁποῖο ἀναπαύθηκαν τά Λείψανά του γιά 70 χρόνια (1833 – 1903). Στή συνέχεια ἀνατίναξαν τίς δύο καλύβες τοῦ Ὁσίου, τήν «κοντινή» καί «μακρυνή ἔρημο» καί ἔχωσαν μέ μπολντόζα τήν «θεολογική πηγή» του. Τά κτήρια τῆς μονῆς χρησιμοποιήθηκαν σταδιακά γιά διάφορους σκοπούς (στρατόπεδο συγκεντρώσεως, ἵδρυμα γιά παιδιά κρατουμένων, κ.ἄ.) καί τελικά στέγασαν ἕνα πυρηνικό ἐργοστάσιο, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν εἶναι σήμερα (2009) δυνατή ἡ ἐγκατάσταση ἤ παραμονή ἀνθρώπων καί νά εἶναι ἀπαγορευμένη ζώνη. Οἱ πιστοί μποροῦν μόνον ἀπό μακρυά νά δοῦν τό ψηλό του καμπαναριό, πού δέν καταστράφηκε ἀπό τούς ἀθεϊστές.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τό 1930 ὁ ὅσ. Σεραφείμ μέ ἐμφάνισή του ἀποκατέστησε μέ τρόπο θαυμαστό τήν θαυματουργή πηγή του. «Ἡ ἱστορία τῆς πηγῆς - λέει ἡ Μοναχή Μαρία τοῦ Ντιβίγιεβο – εἶναι σχετικά πρόσφατη. Τό 1930 κάποιος στρατιώτης εἶδε ἕνα γέροντα μοναχό. Τόν ρώτησε, λοιπόν, πῶς βρέθηκε ἐκεῖ, σέ μία ζώνη ἀπαγορευμένη. Ὁ γέροντας αὐτός δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν ἅγ. Σεραφείμ. Χτύπησε στό ἔδαφος μέ τό μπαστούνι του καί ἀμέσως ἔτρεξε ἁγίασμα, πού μέχρι σήμερα τρέχει. Ὁ στρατιώτης τά ‘χασε. Ἡ ἔκπληξή του μεγάλωσε ὅταν εἶδε πώς ὁ γέροντας αὐτός ἐξαφανίσθηκε, χάθηκε ἀπό τά μάτια του. Ἡ πηγή αὐτή εἶναι θαυματουργική. Πάρα πολλά θαύματα ἔχουν γίνει ἐδῶ, πολλοί ἄρρωστοι ἔχουν θεραπευθεῖ» (Κέντρου Νεότητος Θηβῶν, «Ρωσία – Φινλανδία», 2004, σελ. 274).Στό σημεῖο τῆς πηγής ἔχει δημιουργηθεῖ μία μικρή λίμνη, ὅπου οἱ πιστοί «βαπτίζονται» καί κατά τήν πίστη τους λαμβάνουν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διά πρεσβειῶν τοῦ ὁσ. Σεραφείμ.
Κάποιες ἀποσπασματικές πληροφορίες ἔχουν διασωθεῖ σχετικά μέ Νεομάρτυρες Μοναχούς τοῦ Σάρωφ.
-Ὁ Ἡγούμενος Ρουφῖνος. Τό Σάρωφ κλείσθηκε ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἡγουμένου Ρουφίνου. Ἡ μονή κλείσθηκε γιά πολλούς λόγους καί κυρίως λόγῳ τῶν στενῶν σχέσεων τῶν μοναχῶν μέ τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, μέ τούς Ἀρχιερεῖς – δηλαδή – Κληρικούς καί λαϊκούς πού δέν ἀναγνώρισαν τήν Σοβιετική ἐξουσία. Ὁ Ἡγούμενος Ρουφῖνος φυλακίστηκε στή φυλακή τοῦ Ἀρζαμᾶς, ὅπου - σύμφωνα μέ πληροφορίες συγκρατουμένων του – βασανίστηκε ἄγρια μέχρι θανάτου (Πρωθιερέως Μιχαήλ Polsky, «Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Ρωσίας», 1957, σελ. 228).-Ὁ Προηγούμενος Ἱερόθεος. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ καί ἡ διακήρυξη τῆς ἁγιότητος του (τό 1903). Ζοῦσε ἀσκητικά στή μονή μέχρι τήν σύλληψή του καί τόν ἐγκλεισμό του στή φυλακή Τεμνίκωφ (πρώην Μονή Σαναξάρ), ὅπου ἀπεβίωσε μαρτυρικά μετά ἀπό βασανιστήρια καί πολλές κακουχίες.
-Ὁ Μοναχός Βασίλειος. Ἀσκητής – Διακονητής στή «θεολογική πηγή» τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, κατέλειπε μνήμη ἁγίου μοναχοῦ. Γνήσιος συνεχιστής καί ἐκφραστής τοῦ πνεύματος τοῦ Ὁσίου, μαρτύρησε στήν ὑπακοή καί διακονία του. Ἐκτελέστηκε στήν πηγή.
-Ὁ Μοναχός Ἰσαάκ. Σημειοφόρος Γέροντας, μαθητής καί διάδοχος τοῦ Στάρετς Ἀνατολίου, ἦταν γνωστός σέ ὅλη τήν Ρωσία γιά τό προορατικό του χάρισμα. Αὐτός μετέφερε στούς μοναχούς τοῦ Σάρωφ τό θέλημα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, σχετικά μέ τήν τύχη τῶν τιμίων του Λειψάνων. Μετά τήν καταστροφή τῆς μονῆς δέν εἶναι γνωστή ἡ τύχη του, ἀλλά μᾶλλον ἐξορίστηκε, ὅπως καί οἱ ἄλλοι μοναχοί.
Παρά τήν καταστροφή τοῦ Σάρωφ ἡ πνευματική παρουσία τοῦ ὁσ. Σεραφείμ ἦταν συνεχής, ὅπως ἀναφέρει στά ἀπομνημονευματά της ἡ Μοναχή Βερόνικα, κρατούμενη στό νοσοκομεῖο ἑνός στρατοπέδου συγκεντρώσεως τῆς περιοχῆς. «Γύρω ἀπό τά παραπήγματα – γράφει - ὑψώνονταν ἕνας πράσινος τοῖχος, τόν δάσος τῶν αἰωνόβιων πεύκων… Ὁ Ἅγιος ἐμφανίστηκε προσωπικά σ’ ἕνα δρόμο τοῦ Σάρωφ, σέ ἕναν ἄρρωστο κρατούμενο μοναχό, ὅταν αὐτός εἶχε καταρρεύσει κάτω ἀπό τό βάρος πού μετέφερε καί δέν μποροῦσε νά συνεχίσει. Σχεδόν ὅλοι οἱ πιστοί καρτούμενοι εἶχαν ἐμπειρία τῆς βοηθείας τοῦ Ὁσίου στή ζωή τους. Εἶχαν αἰσθανθεῖ τήν προστασία καί τήν ὑπεράσπιση τοῦ Ὁσίου, στό μέσο τῶν πλέον δύσκολων στιγμῶν.
Ἀρχικά στό χῶρο τοῦ μοναστηρίου δημιουργήθηκε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Μετά τήν μεταφορά τοῦ στρατοπέδου ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ ἵδρυμα γιά τά παιδιά τῶν κρατουμένων. Εἶναι βεβαιωμένο, ὅτι συχνά τά παιδιά ἔβλεπαν ἕνα γέροντα μέ ἄσπρη κάπα καί μαῦρο ἐπανωκαλύμαυχο
» (“St. Vladimir’s Russian National Calendar”, 1973, σελ. 119).Σήμερα ἡ Μονή Σαρώφ παραμένει ἀκατοίκητη, ἀφοῦ τήν τελευταῖα περίοδο τῆς Σοβιετικῆς ἐξουσίας εἶχε μετατραπεῖ σέ πυρηνικό ἐργοστάσιο καί συνεχίζει νά εἶναι ἀπαγορευμένη ζώνη.

Ο Βασίλης Παλαιοκώστας γράφει στον Γιώργο Παπανδρέου

undefined
Φίλε πρωθυπουργέ... Εντάξει, φίλοι δεν είμαστε αλλά κάπως πρέπει να σε πω. Αν σε πω Γιωργάκη, εσύ μπορείς να με πεις Βασιλάκη και ν’ αρχίσουν τα μπερδέματα...
Φίλε, δεν ξέρω αν με θυμάσαι, είμαστε συμφοιτητές στο κολλέγιο. (...) ΤΙ; δεν ήξερες ότι το London Schools of Economics έχει παράρτημα στα Τρίκαλα στα δυο στενά; Εγώ επιμένω ελληνικά. Το bachelor και το master στον τόπο σου. Για το διδακτορικό βλέπουμε...
Αλήθεια πώς τα βλέπεις τα πράγματα εδώ στην ξενιτιά; Ζόρια, ε;
Ρε φίλε, τα ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ ο Γιούνγκερ και ο Τρισέ τι κάνουν; Θυμάσαι, ρε συ, που θέλανε να βάλουνε χέρι στον κουμπαρά της τάξης; Εγώ τα ‘βλεπα αυτά και τρελαινόμουν. Εσύ όμως, ρε μπαγάσα, πάντα ήσουνα με το μέρος τους. Μέχρι που μια μέρα δεν άντεξα, πήρα τον κουμπαρά όπως ήτανε και την κοπάνησα. ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ;
Και δηλαδή, τι μάθαμε τόσα χρόνια στο κολλέγιο; ΜΟΝΟ ΝΑ ΦΟΡΑΜΕ ΕΝΑ ΓΑΝΤΙ. Εγώ το φοράω για να μην αφήνω αποτυπώματα κι εσύ κι η παρέα σου τα κάνετε όλα με το γάντι. Είδες ότι το παράρτημα Τρικάλων δεν υστερεί σε τίποτα από το κεντρικό;
Τραβάμε όμως κι οι δύο, φίλε, μεγάλο κουπί. Εμένα με λένε “βασιλιά των ορέων” –επειδή τα ελληνικά σου είναι σαλάτα... με όμικρον, όχι με ωμέγα... ξηγηθήκαμε;- κι εσένα “βασιλιά της Αποτυχίας” –μην ξεχνιόμαστε, το άλφα κεφαλαίο... Να μου το θυμάσαι όμως μια μέρα, θα σε πάρουν στο κυνήγι και θα πάρεις κι εσύ τα βουνά... Μέχρι να βρεις αλάτι και μέχρι το κουπί που κρατάς να το περάσουν για σκουπόξυλο... Σκουπόξυλο που σου χρειάζεται!
Ρε φίλε... αυτό το κορίτσι η Σούλα... η Τίνα ήθελα να πω... τι κάνει;
Ο Παπουτσής, φίλε, είναι γαμώ τα παιδιά! Μεγαλύτερη ασφάλεια δεν έχω νιώσει στη ζωή μου. Και ησυχία!.. Βάλ’ τον αυτόν όλη μέρα με τους κουκουλοφόρους κι ασ’ τον ν’ ασχολείται. Μέχρι που σκέφτομαι να κατηφορίσω κατά τα μέρη σου και να το κάνω Μαξίμου – Προεδρικό Μέγαρο με τα πόδια. Όπως τη Χίλαρυ... Τι παιδί κι αυτή! Κι εγώ να την είχα γυναίκα μου, υπουργό εξωτερικών θα την έκανα. Μακριά κι αγαπημένοι...
Ρε φίλε... το ‘ξερες; Καλά, όταν το ‘μαθα, έπαθα πλάκα. Μας έχουν βγάλει παρατσούκλι. Το καλό όμως είναι άλλο. Τα παρατσούκλια μας αρχίζουν από φι. Εμένα με λένε “Φαντομά” κι εσένα “Φάντασμα της πολιτικής”.
Εγώ στο ριφιφί κι εσύ στο φιρί φιρί (το πας...)
Ξέρεις κάτι; Μπορεί οι παλιές αγάπες να πάνε στον παράδεισο, εγώ όμως δεν μπορώ να πετάξω στα σκουπίδια τη νεανική φιλία μας. Εντάξει, φίλε, σου αξίζει! Κατάδωσέ με! Χθες έκανα μπάνιο στην Ψάθα.
Ρε Γιώργο, δεν εννοώ την ψάθα που στρώνουμε στα βοτσαλάκια όταν πάμε για μπάνιο με τη γυναίκα και τα παιδιά!
Φίλε, πάρε εσύ το ένα εκατομμύριο της επικήρυξης. Παρ’ το για να σώσεις την Ελλάδα.
Επειδή είμαι σίγουρος ότι όπως θα το πάρεις θα το δώσεις στις τράπεζες, μην αγχώνεσαι! ΕΓΩ ΜΕΤΑ, ΘΑ ΤΟ ΠΑΡΩ ΠΙΣΩ.
Φίλε, δεν είναι εποχή να γυρίσω στον Κορυδαλλό. Σαν δημόσιος υπάλληλος αισθάνομαι. Και μετά από τόσες περικοπές, δε λέει. Τι θα μου μείνει και μένα στα γεράματά μου;
Φίλε... ξέρω τι σκέφτεσαι. Θες ένα ελικόπτερο για να την κάνεις. Άστο πάνω μου. Θα τα κανονίσω όλα εγώ.
Φίλε... θα σε στεναχωρήσω. ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΣΕ ΦΕΡΕΙ ΠΙΣΩ...

Ἁγιότητα καὶ Θεὸς

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Κάθε ἁγιότητα εἶναι ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ μέσα μας: εἶναι μία ἁγιότητα ποὺ σημαίνει συμμετοχὴ καὶ ὑπὸ μία ἔννοια κάτι περισσότερο ἀπὸ αὐτό, ἀφοῦ συμμετέχοντας σ’ ὅ,τι δεχόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό, γινόμαστε μία ἀποκάλυψη ἐκείνου ποὺ μᾶς ξεπερνᾶ. Καθὼς γινόμαστε φῶς περιορισμένο, ἀποκαλύπτουμε τὸ Φῶς. Ὅμως, δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι σ’ αὐτὴ τὴ ζωή ἐντός τῆς ὁποίας πασχίζουμε γιὰ ἁγιότητα, ἡ πνευματικότητά μας πρέπει νὰ ὁρίζεται ἀπὸ πολὺ ἀντικειμενικοὺς καὶ συγκεκριμένους ὅρους. Ὅταν διαβάζουμε βιβλία γιὰ τὴν πνευματικότητα ἢ βιβλία ποὺ καταπιάνονται μὲ τὴ μελέτη τοῦ θέματος αὐτοῦ, βλέπουμε πὼς ἡ πνευματικότητα ὁρίζεται πολὺ συχνὰ (εἴτε αὐτὸ λέγεται ρητὰ εἴτε ἁπλῶς ὑπονοεῖται) ὡς μία στάση, μία κατάσταση τῆς ψυχῆς, μία ἐσωτερικὴ συνθήκη, ἕνας τύπος ἐσωτερικότητας κ.ο.κ. Στὴν πραγματικότητα, ἂν ἀναζητήσετε τὴ βαθύτερη σημασία καὶ τὸν ἐσωτερικὸ πυρήνα τῆς πνευματικότητας, θὰ ἀνακαλύψετε ὅτι αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ καταστάσεις τῆς ψυχῆς, οἰκεῖες σέ μᾶς, ἀλλὰ ὅτι ἀποτελεῖ τὴν παρουσία καὶ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο, ἐντὸς ἡμῶν, ἐξ ἡμῶν καὶ δι’ ἡμῶν. Κατ’ οὐσίαν δηλαδή, δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ζήτημα τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τὴν ἐκφράζουμε.

Ὑπάρχει μία ἀπόλυτη ἀντικειμενικότητα τόσο στὴν ἁγιότητα ὅσο καὶ στὴν πνευματικότητα ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπ’ αὐτή. Ἡ πνευματικότητα εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει ὅτι εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ μᾶς διδάσκει νὰ λέμε: «Ἀββᾶ ὁ πατήρ». Εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, αὐτὸ ποὺ δίνει ἐντὸς μας σχῆμα στὴ θεία γνώση. Κι ἀκόμα, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἁγιότητα ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ -μόνο ὡς σῶμα Χριστοῦ μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε στὴν ἁγιότητα, μόνο ὡς σῶμα Χριστοῦ μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε στὸν Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τότε ἀναδύεται ἕνα ἐρώτημα τεράστιας σημασίας. Στὴν προοπτική τῆς ἀναζήτησής μας γιὰ ἁγιότητα, μέσα στὸ πλαίσιο (εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι) τοῦ κτιστοῦ κόσμου καὶ τοῦ κόσμου τῶν ἀνθρώπων (τοῦ τραγικοῦ καὶ περίπλοκου κόσμου ποὺ ζοῦμε), ἂν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αὐτὸ ποὺ ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἐκφράζει στὸ πρόσωπο καθενὸς ἀπὸ τὰ μέλη της, τότε ποιὸ εἶναι τὸ ὅριο αὐτῆς τῆς ἀγάπης; Μὲ ἄλλα λόγια, ποῦ βρίσκεται τὸ ὅριο τῆς δικῆς μας αἴσθησης ἀλληλεγγύης καὶ εὐθύνης; Ὑπάρχει ἄραγε κάποια στιγμὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀπαγκιστρωθοῦμε καὶ νὰ ποῦμε: «Σὲ ἀφήνω, πάρε τὸν δρόμο σου· ἂν μετανοήσεις, ἂν ἀλλάξεις, θὰ ξαναβρεθοῦμε καὶ πάλι, ἀλλὰ ὅσο εἶσαι ἔτσι ὅπως εἶσαι, δὲν μπορῶ νὰ παραμένω μαζί σου»; Ἢ μήπως δὲν ὑπάρχουν ὅρια, ὄχι μόνο στὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ στὴν πελώρια καὶ παθιασμένη ἀλληλεγγύη Του; Ἡ Βίβλος, σὲ περισσότερα ἀπὸ ἕνα ἐδάφια, θέλοντας νὰ μᾶς τοποθετήσει ἐνώπιον τῆς παρουσίας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «Ἔρως», κάνει δηλαδὴ λόγο γιὰ μιὰ ἀγάπη καὶ μιὰ δέσμευση ἀπόλυτη καὶ παθιασμένη, ποὺ ἐναγκαλίζεται τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ἀποκλείει τίποτα.

Θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας σὲ μιὰ ἀναφορὰ ποὺ σίγουρα δὲν εἶναι βιβλικὴ καὶ δὲν διαθέτει κάποια αὐθεντία ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ ποὺ ὡστόσο μοῦ φαίνεται ἐνδιαφέρουσα. Τὸν δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ἕνας Ρῶσος ἱερέας. ἕνας ἄνθρωπος μὲ φλογερὸ φρόνημα, ἔγραψε τὴν αὐτοβιογραφία του. Ἤθελε νὰ καταδείξει πὼς ἕνας ἄνθρωπος πίστης μπορεῖ νὰ παραμείνει ἑδραῖος στὴν πίστη του, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ δολιότητα (ἢ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐξελάμβανε ὡς δολιότητα) τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρόλογο αὐτῆς τῆς αὐτοβιογραφίας, ὁ συγγραφέας κάνει λόγο γιὰ τὴ θεία Σύνοδο ποὺ προηγήθηκε τῆς κτίσης τοῦ κόσμου καὶ λέει: «Στὸ φῶς ὅσων γνωρίζουμε γιὰ τὸν ἔνσαρκο Θεό, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς κάποια στιγμὴ ὁ Πατέρας εἶπε στὸν Υἱό: «Υἱέ μου, ἂς ποιήσουμε τὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο». Καὶ ὁ Υἱὸς ἀπάντησε: «Πατέρα, ἂς γίνει κατὰ τὸ θέλημά Σου». Καὶ ὁ Πατέρας πρόσθεσε: «Υἱέ μου, γνωρίζεις ἄραγε πὼς ἂν ἐνεργήσω διά Σοῦ, θὰ ἔρθει κάποια μέρα ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ μᾶς προδώσει καί, προκειμένου νὰ τὸν φέρουμε πάλι κοντά μας, θὰ πρέπει νὰ πεθάνεις;». Καὶ ὁ Υἱὸς ἀπάντησε καὶ πάλι: «‘Ἂς γίνει κατὰ τὸ θέλημά Σου, Πατέρα». Κι ἔτσι πλάστηκε ὁ κόσμος». Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα δὲν εἶναι ἀπὸ κάποιο ἀπόκρυφο κείμενο, δὲν προσποιεῖται δηλαδὴ ὅτι διατυπώνει κάποια βιβλικὴ πραγματικότητα μὲ ἄλλη ὁρολογία, ἀλλὰ ἐκφράζει μία βαθιὰ ἐσωτερικὴ ἀλήθεια: ὁ Θεός, μέσα στὴν πραγματικότητα τῆς θείας πανσοφίας Του, θέλησε καὶ κάλεσε στὴν ὕπαρξη τὸν κόσμο, ἔχοντας πλήρη συνείδηση τῶν συνεπειῶν ποὺ αὐτὴ ἡ θεία κλήση (ἡ θεία κλήση ποὺ ἔκανε ἕναν ἐλεύθερο κόσμο νὰ ἀναδυθεῖ ἐκ τοῦ μηδενὸς) θὰ εἶχε γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι, θὰ λέγαμε, ἕνας ἀγώνας μεταξὺ Θεοῦ καὶ κόσμου, καὶ ἡ τραγωδία γιὰ τὴν ὁποία τόσο συχνὰ παραπονιόμαστε εἶναι πιὸ τραγικὴ γιὰ τὸν Θεὸ παρὰ γιὰ τὸν κόσμο!


 


Μέσα ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, βλέπουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει συνεχῶς τὴν πλήρη εὐθύνη τῆς δημιουργικῆς Του ἐνέργειας. Βῆμα-βῆμα ὑποστηρίζει τοὺς προφῆτες, διακηρύσσει τὸ θέλημά Του, ἀποκαλύπτει τὸ βάθος τῆς σκέψης Του. Ὁ Ἀμὼς λέει ὅτι προφήτης εἶναι ἐκεῖνος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς μοιράζεται τὶς σκέψεις Του. Καὶ ὁ Θεὸς διατηρεῖ τὴν πιστότητά του, ὅταν ἡ κτίση γίνεται ἄπιστη -θυμηθεῖτε τὸν Ὠσηὲ καὶ τὶς εἰκόνες ποὺ δίνει γιὰ τὸν πιστὸ σύζυγο, ποὺ ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὴ σύζυγό του. Ἔτσι, πίσω ἀπὸ καθετὶ ὑπάρχει μία μονομερὴς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὅμως ὁ Θεὸς σηκώνει τὴν πλήρη καὶ ἔσχατη εὐθύνη. Αὐτὸ εἶναι σημαντικό, ἐπειδὴ ἂν εἴμαστε «ἐν Θεῷ», πρέπει νὰ μοιραστοῦμε μαζί Του αὐτὴ τὴ θεία εὐθύνη, ἢ τουλάχιστον νὰ λάβουμε ἀπ’ αὐτὴ τὸ μερίδιό μας. Ἡ ἐπιλογή μας νὰ εἴμαστε Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ παραδείσιο προνόμιο. Εἶναι κατ’ οὐσίαν μία ἐπιλογὴ συμμετοχῆς στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ συνάμα καὶ μία ἐπιλογὴ συμμετοχῆς στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Ἐνσάρκωση καὶ τὴ θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας. Θέλω ἐδῶ νὰ ἐπιμείνω στὴν ἔνταση αὐτῆς τῆς ἀλληλεγγύης, στρέφοντας ἁπλὰ τὴ σκέψη σας σ’ ἐκεῖνα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ τελευταῖα Του σχεδὸν λόγια, ποὺ πρόφερε πάνω στὸν σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;».

Ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἀλληλεγγύη τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὴν Ἐνσάρκωση, ἔχουμε συνεχῶς κατὰ νοῦ τὶς μείζονες καὶ ἐλάσσονες ἐκφράσεις αὐτῆς τῆς ἀντινομίας. Ἔχουμε κατὰ νοῦ τοὺς περιορισμοὺς στοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος ὁ Θεῖος Λόγος ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό Του, εἰσερχόμενος στὴν ἱστορία καὶ γενόμενος δέσμιος τοῦ χώρου: πεινᾶ, διψᾶ, κουράζεται. Καὶ σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο: ἀναζητᾶ καὶ ἀποδέχεται τὴ συντροφιὰ τῶν ἁμαρτωλῶν. Ζεῖ καταμεσῆς τοῦ μίσους καὶ ἐν τέλει αὐτὸ τὸ μίσος εἶναι ποὺ Τὸν σκοτώνει. Αὐτὲς οἱ δύο τελευταῖες λέξεις μοῦ φαίνονται πολὺ ἀδύναμες, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδυναμία τους: «τὸ ἀνθρώπινο μίσος Τὸν σκοτώνει». Αὐτὸ ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κατανοήσουν τί τὸ ἰδιαίτερο εἶχε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Ἂν εἶναι ζήτημα θανάτου, τότε ὅλοι ὅσοι συμμετέχουν στὴ θνητότητα πεθαίνουν -κι Ἐκεῖνος δὲν ἔκανε τίποτα παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ὅλοι μας κάποτε θὰ κάνουμε. Ἂν εἶναι ζήτημα βασάνων, τότε ὑπάρχουν μυριάδες ἄνθρωποι ποὺ ὑπέφεραν ἀπείρως περισσότερο ἀπ’ ὅσο Ἐκεῖνος στὸν σταυρό. Δύο ληστὲς σταυρωνόντουσαν τὴν ἴδια ὥρα μ’ Ἐκεῖνον – πέθαναν κι ἐκεῖνοι θάνατο ἀνθρώπινο πάνω στὸν σταυρό. Ἂν φέρουμε στὸ νοῦ μας τὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς, βλέπουμε ὅτι τὰ ἀνθρώπινα βάσανα, ἡ ἀνθρώπινη φρίκη, ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἁγιότητας, ἔχουν ξεπεράσει ὅ,τι θὰ μπορούσαμε νὰ φανταστοῦμε γιὰ τὰ σωματικὰ βάσανα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ τραγικότητα τοῦ θανάτου Του δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀπώτατη συμμετοχή Του στὴν ἀνθρώπινη τραγωδία καὶ τὴν ἀνθρώπινη μοίρα.

Ἡ μοναδικὴ ἀνθρώπινη τραγωδία, ἡ μόνη ποὺ μετρᾶ, αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὁποία προκύπτουν ὅλες οἱ ἄλλες, εἶναι ἡ θνητότητα, καὶ αὐτὴ ἡ θνητότητα συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία, μὲ τὸν ἀποχωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ εἶναι σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο ποὺ ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀλληλεγγύη Του μὲ μᾶς περιέχει κάτι πιὸ τρομερὸ ἀπ’ ὅσο μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέει στὴ μελέτη του γιὰ τὴν Ἐνσάρκωση: «Εἶναι ἀδιανόητο νὰ λέμε πὼς θὰ μποροῦσε ἡ ἀνθρώπινη σάρκα ποὺ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴ Θεότητα παντοτινὰ νὰ εἶναι θνητή, ἔστω καὶ ὡς ἀνθρώπινη σάρκα». Νὰ εἶσαι θνητὸς σημαίνει νὰ εἶσαι ἀποχωρισμένος. Καὶ ὁ Μάξιμος ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐνσάρκωσης, ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ἐξαιτίας τῆς συνόδου θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας στὸ πρόσωπό Του, ἦταν ἀθάνατος, ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατός Του δὲν εἶναι μόνο μία ἁπλὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης, ἀλλὰ διέπεται ἀπὸ τὴν ἔσχατη ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας, ποὺ συνίσταται στὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θανάτωση ἐξαιτίας αὐτοῦ. Ἐδῶ ἔχουμε κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικό: Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του ἀποδέχτηκε ὄχι μόνο τὰ ὅρια ἀλλὰ καὶ τὸ βάθος τῆς τραγωδίας μας. Ὅπως λέει καὶ τὸ παλιὸ λόγιο, ὅ,τι ὁ Χριστὸς δὲν προσέλαβε, παραμένει ἐκτός τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας. Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε συμμετάσχει στὴ διάρρηξη τῶν σχέσεών μας μὲ τὸν Θεό, στὴν ἀποξένωσή μας ἀπὸ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἕνας θεολόγος μας ἀποκάλεσε «ψυχολογικὴ ἔκληψη» καὶ ποὺ Τὸν ἔκανε νὰ ἀπωλέσει τὴ θέα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τότε δὲν θὰ εἶχε πλήρως συμμετάσχει στὴ θνητότητά μας, καὶ ἡ θνητότητά μας θὰ ἔμενε ἔξω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἀπολύτρωσης.

Ἑπομένως, βλέπουμε πόσο μακριὰ πηγαίνει ἡ θεία ἀγάπη μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀλληλεγγύη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς: Ὁ Χριστὸς ἀποδέχεται ὄχι μόνο τὸ νὰ εἶναι ὡς ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὄχι μόνο νὰ συμμετέχει σὲ καθετὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἀποξένωσή μας, στὸ γεγονὸς τῆς ξενιτείας καὶ τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὸν Πατέρα, προκειμένου νὰ συμμετέχει στὴ μοναδικὴ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου: τὸν ἀθεϊσμό.

Ἡ ἴδια ἰδέα ἐκφράζεται καὶ στὸ Ἀποστολικὸ Σύμβολο, ὅταν λέμε «Καταβέβηκεν εἰς τὸν Ἅδη». Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Δάντη σκεφτόμαστε τὸν Ἅδη (τὴν κόλαση) μὲ ὅρους βασανιστηρίων. Ὅμως ὁ Ἅδης γιὰ τὸν ὁποῖο κάνει λόγο ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δὲν εἶναι μία κόλαση βασανιστηρίων, ἀλλὰ ὁ Sheol, ὁ τόπος ἐκεῖνος ὅπου ἀποκόπτονταν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, ὁ τόπος ὅπου δὲν ὑπῆρχε ὁ Θεός, ἐπειδὴ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀπολύτρωση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε ἕνα χάσμα μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο μόνο ἡ Ἀπολύτρωση, τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ μποροῦσε νὰ πληρώσει. Κατεβαίνει λοιπὸν στὸν Ἅδη. Ὁ Ἅδης ἀνοίγει διάπλατα γιὰ νὰ ἁρπάξει ἕνα νέο θύμα καὶ νὰ γίνει αὐτὸ σημεῖο τῆς τελειωτικῆς του νίκης ἐπὶ τοῦ Θεοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζει ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δεχόταν. Καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν Ἅδη ποὺ δέχεται ἕναν ἄνθρωπο, εἰσέρχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πιστεύω πὼς ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ μικρολεπτομέρεια ποὺ ἐξηγεῖ τί εἴδους προμήνυμα εἶχε ὁ ψαλμωδός, ὅταν διακήρυττε: «Ποῦ νὰ πάω μακριὰ ἀπὸ τὸ Πρόσωπό Σου; Στὸν οὐρανό; Μὰ ἐκεῖ εἶναι ἡ κατοικία Σου. Στὸν Ἅδη; Μὰ κι ἐκεῖ εἶσαι Ἐσύ». Δὲν ὑπάρχει τίποτα πλέον ἀπὸ τὴ συνθήκη τοῦ κτιστοῦ, τίποτα ἀπὸ τὴ συνθήκη τοῦ ἀνθρώπου (πέρα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία), ποὺ νὰ εἶναι ἐκτός τῆς ἐμπειρίας τοῦ Χριστοῦ, ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ.

Τὰ πάντα περιέχονται σ’ Ἐκεῖνον, καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἀθεϊστὴς στὸν κόσμο ποὺ νὰ γνώρισε τὸν ἀθεϊσμό, τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴ γνώρισε ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ποὺ πέθανε πάνω στὸν σταυρὸ μὲ αὐτὴ τὴν ἀπόλυτη κραυγὴ τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἀγωνίας. Κι ἐδῶ πάλι βλέπουμε τὸ εὖρος τῆς θείας ἀγάπης καὶ τὸ βάθος τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἀνθρώπινη συνθήκη. «Τίποτα ἀνθρώπινο δὲν μοῦ εἶναι ξένο», λέει ὁ Τερτυλλιανός. Ἴσως δὲν γνώριζε τί ἔκταση εἶχε αὐτὴ ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Πέθανε. Πέθανε ἀναμάρτητος. Μὲ τί εἴδους θάνατο πέθανε; Μὲ τὸν δικό μας, μὲ ἕνα θάνατο δανεικό. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ θεία κλήση, νὰ παραμένεις ἀναμάρτητος καὶ νὰ πεθαίνεις ἕνα θάνατο δανεικό;

Σταχυολογήματα από τη διδασκαλία του Αγ.Σεραφείμ του Σαρώφ

* Όπου ευρίσκεται ο Θεός, εκεί δεν υπάρχει κακό. Όλα όσα απορρέουν από τον Θεόν, έχουν μέσα τους την ειρήνη και οδηγούν τον άνθρωπο προς την αυτοκατάκριση και ταπείνωση.
* «Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί» (Ιακώ­βου 6, 26). Η πραγματική πίστις δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς τα έργα. Όποιος πραγματικά πι­στεύει, εκείνος οπωσδήποτε θα πράττει και καλά έργα.
* Εάν ο άνθρωπος από αγάπη προς τον Θεόν και χάριν της ενάρετου Ζωής δεν έχει περιττή μέριμνα για τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι γι’ αυτόν φροντί­ζει ο Θεός, αυτή του η εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού είναι και πραγματική και συνετή.
* Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεόν, θεωρεί τον εαυτό του ταξιδιώτη και ξένο στη γη αυτή. Στην επι­δίωξή του να ενωθεί με τον Θεόν, με το νου και την καρδιά του διαρκώς ατενίζει μόνον Αυτόν.
* Ο άνθρωπος που θα αποφασίσει να ζήσει την εσω­τερική ζωή, πρώτα απ’ όλα πρέπει να έχει τον φόβο του Θεού που είναι και η αρχή της σοφίας.
* Ο νους του προσεκτικού ανθρώπου ομοιάζει με άγρυπνο φύλακα και φρουρό της εσωτερικής Ιερου­σαλήμ. Από το ύψος της πνευματικής ζωής βλέπει με το καθαρό του μάτι τα πέριξ και τις εντός της ψυχής του ενάντιες δυνάμεις, σύμφωνα με τα λόγια του Ψαλμωδού: «Και εν τοις εχθροίς μου επείδεν ο οφθαλμός μου» (Ψαλμ. νγ’, 9).
* Ο άνθρωπος με την σάρκα του ομοιάζει με αναμ­μένο κερί. Το κερί είναι προορισμένο να λιώσει και ο άνθρωπος να πεθάνει. Η ψυχή του όμως είναι αθά­νατη, γι’ αυτό και η μέριμνά μας πρέπει να στρέφεται περισσότερο για την ψυχή παρά για το σώμα: «Τι γάρ ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού» (Ματθ. ιστ’, 26).
* Εάν επιτρέψει ο Κύριος να δοκιμάσει ο άνθρωπος ασθένειες, τότε Εκείνος θα του δώσει και την δύναμη της υπομονής.
* Πρέπει να συνηθίσεις τον νου σου να κολυμβά στον νόμο του Κυρίου, κάτω από την καθοδήγηση του Οποίου να προσαρμόζεις και την ζωήν σου.
* Η ειρήνη της ψυχής αποκτάται διά των θλίψεων. Η Γραφή λέγει: «Διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν» (Ψαλμ. ξε’, 12).
* Τίποτε δεν συμβάλλει τόσο στην απόκτηση της εσω­τερικής ειρήνης, όσο η σιωπή και η συζήτησις με τον εαυτόν μας μάλλον, παρά με τους άλλους.
* Μπορείς, βλέποντας τον ήλιο με τους φυσικούς οφθαλμούς, να μη χαίρεσαι; Μα πόσο μεγαλύτερη χαρά θα νοιώθεις, όταν ο νους σου βλέπει με τους ε­σωτερικούς οφθαλμούς τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστόν;
* Για να διατηρήσεις την ψυχική ειρήνη πρέπει να διώχνεις από κοντά σου την αθυμία, να προσπαθείς να έχεις το πνεύμα της χαράς, να αποφεύγεις την κατάκριση των άλλων και να συγκαταβαίνεις στις αδυναμίες του αδελφού σου.
* Κάθε πρόοδο και επιτυχία σ’ οποιοδήποτε τομέα της ζωής μας πρέπει να αποδίδουμε στον Κύριο και μαζί με τον προφήτη να λέμε: «Μη ημίν, Κύριε, μη ημίν, αλλ’ ή τω ονόματι σου δός δόξαν» (Ψαλμ. ριγ’,9).
* Κατά το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας, δηλα­δή στο ήμισυ της επιγείου ζωής, συμβαίνει να κάνει ο άνθρωπος μεγάλο αγώνα για την διατήρηση του εαυ­τού του. Πολλοί σ’ αυτή την ηλικία δεν παραμένουν στην αρετή, ξεφεύγουν, και ακολουθούν τον δρόμον των επιθυμιών τους.
* Όποιος θέλει να σωθεί πρέπει να έχει την καρδιά του σε κατάσταση μετανοίας και συντριβής: «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 19).
* Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να έχει καρδιά τα­πεινή και λογισμό ειρηνικό, τότε όλες οι σκευωρίες του εχθρού μένουν ανενέργητες. Διότι όπου υπάρχει η ειρήνη των λογισμών, εκεί αναπαύεται ο Ίδιος ο Θεός: «Εν ειρήνη ο τόπος Αυτού» (Ψαλμ. οε’, 3).
* Η απελπισία είναι η μεγαλύτερη χαρά του διαβό­λου. Είναι αμαρτία θανάσιμη.
* Προτού ακούσεις τον άλλον δεν πρέπει να απαν­τάς. «Ος αποκρίνεται λόγον πριν ακούσαι, αφροσύνη αυτώ εστί και όνειδος» (Παροιμ. ιη’, 13).
* Όταν ο άνθρωπος δεχθεί κάτι το θεϊκό μέσα του, η καρδιά του χαίρεται. Όταν αντιθέτως δεχθεί κάτι το διαβολικό τότε συγχύζεται και ταράζεται.
* Όποιος υποφέρει την ασθένεια του με υπομονή και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, στεφανώνεται σαν μάρτυς και αγωνιστής.
* Πρέπει να προσπαθούμε να είμεθα ελεύθεροι από τους ακάθαρτους λογισμούς, ιδιαιτέρως όταν προσευχόμεθα προς τον Θεό. Διότι δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η δυσοσμία με την ευωδία.
* Εάν εμείς δεν συμφωνούμε με τους κακούς λογι­σμούς, που προέρχονται από τον διάβολον, κάνουμε πολύ καλά. Διότι το ακάθαρτο πνεύμα μόνον στους εμπαθείς ανθρώπους ασκεί αποτελεσματικά την επίδρασή του. Ενώ τους απαθείς προσπαθεί να τους επηρεάσει από μακριά.
* Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράσσε­ται από σαρκικούς λογισμούς. Πρέπει γι’ αυτό να προσεύχεται επίμονα στον Θεό, για να σβήσει εγκαί­ρως την σπίθα των αισχρών επιθυμιών μόλις εμφανισθεί. Τότε δεν θα δυναμώσει ποτέ η φλόγα.
* Πρέπει πάντοτε να υπομένουμε όλα χάριν του Θεού, ευχαρίστως. Η ζωή μας είναι μια στιγμή συγ­κριτικά με την αιωνιότητα, και γι’ αυτό: «Ουκ άξια, κατά τον Απόστολον, τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η’, 18).
* Ας αγαπήσουμε την ταπεινοφροσύνη για να δού­με την δόξα του Θεού, διότι όπου στάζει η ταπεινο­φροσύνη εκεί αναβλύζει η δόξα του Θεού.
* Χωρίς το φως όλα είναι σκοτεινά και χωρίς την ταπεινοφροσύνη τίποτε δεν υπάρχει μέσα στον άν­θρωπο, παρά μόνο ένα σκοτάδι.
* Όπως το κερί αν δεν θερμανθεί και μαλακώσει, δεν μπορεί να δεχθεί επάνω του την σφραγίδα, έτσι και η ψυχή, χωρίς να δοκιμασθεί με τους κόπους και τις ασθένειες δεν μπορεί να λάβει επάνω της την σφραγίδα της αρετής.
* Στους πλησίον μας πρέπει να φερόμεθα με λε­πτότητα, χωρίς ούτε με το βλέμμα μας να τους προσ­βάλλουμε.
* Το πνεύμα του συγχυσμένου και θλιμμένου άνθρω­που φρόντισε να το ενθαρρύνεις με λόγια αγάπης.
* Για την αδικία που σου προξενούν οι άλλοι, όποια κι’ αν είναι αυτή, δεν πρέπει να εκδικείσαι, αλλά αν­τίθετα να συγχωρείς από τα βάθη της καρδιάς σου εκείνον που σε αδίκησε.
* Δεν πρέπει να τρέφεις στην καρδιά σου μίσος και αντιπάθεια κατά του πλησίον, που σε εχθρεύεται. Αλ­λά να τον αγαπάς και να του κάνεις όσο μπορείς καλό, ακολουθώντας την εντολή του Χριστού: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υ­μάς» (Ματθ. ε’, 44).
* Η θύρα της μετανοίας είναι για όλους ανοικτή και είναι άγνωστο ποιος θα πρωτομπεί σ’ αυτή, εσύ που κατακρίνεις τον άλλον ή αυτός που κατακρίνε­ται από σένα.
* Κατάκρινε πάντοτε τον εαυτόν σου και θα παύσεις να κατακρίνεις τους άλλους.
* Μπορείς να κατακρίνεις μια πράξη κακή, ποτέ όμως εκείνον που την έπραξε.
* Όταν εγκαταλειφθεί ο άνθρωπος από τον Θεό, τότε ο διάβολος είναι έτοιμος να τον αφανίσει, όπως αφανίζει η μυλόπετρα το σπόρο του σταριού.
* Η περιττή μέριμνα για τα βιοτικά πράγματα είναι γνώρισμα άνθρωπου άπιστου και μικρόψυχου. Και εί­ναι συμφορά εάν εμείς φροντίζοντας οι ίδιοι για τον εαυτό μας δεν στηριζόμαστε στον Θεό, που προνοεί για μας!
* Είναι καλύτερο για μας να περιφρονούμε όσα δεν είναι δικά μας, δηλαδή τα πρόσκαιρα και τα παροδικά, και να ζητούμε τα δικά μας, δηλαδή τα άφθαρτα και τα αιώνια.
* Η θλίψις είναι το σκουλήκι της καρδιάς, που κα­τατρώγει την μητέρα που το γέννησε.
* Όποιος ενίκησε τα πάθη αυτός ενίκησε και την θλίψη. Όποιος νικιέται από τα πάθη δεν θα αποφύγει τα δεσμά της θλίψεως. Όπως ο άρρωστος φαίνεται από το χρώμα του προσώπου του, έτσι ο εμπαθής από την κατάθλιψη.
* Ο Κύριος φροντίζει για την σωτηρία μας. Ο ανθρωποκτόνος όμως διάβολος προσπαθεί να μας οδηγήσει στην απελπισία.
* Δεν πρέπει να κλονιζόμαστε στην πνευματική ζωή από καμιά εχθρική δύναμη. Αντίθετα να στηριζό­μαστε στα λόγια του Θεού: «Τον δε φόβον αυτών ου μη φοβηθώμεν, ουδ’ ου μη ταραχθώμεν, ότι μεθ’ η­μών ο Θεός. Κύριον τον Θεόν ημών αυτόν αγιάσωμεν και Αυτός έσται ημίν φόβος» (πρβλ. Ήσ. η’, 12-13).
ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000/vatopaidi

«ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ: ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ»



Ομάδα ασκητών πατέρων από την Νέα Σκήτη κλήθηκε από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους να αναλάβει την επαναφορά της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου στην ιστορική της θέση και πορεία. Οι πατέρες αυτοί ήταν πνευματικοί απόγονοι του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού (†1959), με Γέροντα τον πολύ γνωστό για την πνευματικότητά του Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινό και με πρώτο ηγούμενο τον Γέροντα Εφραίμ και επάνδρωσαν τη Μονή το 1990. Σε σύντομο χρονικό διάστημα με την βοήθεια του Θεού η Μονή επανήλθε στην ιστορική της θέση και για το λόγο αυτό απέκτησε διεθνή φήμη. Η νέα Αδελφότητα συνέχισε το αυστηρό τυπικό της κοινοβιακής ζωής που είχε στη Νέα Σκήτη και στην ιστορική Μονή Βατοπαιδίου, που για όσους δεν γνωρίζουν υπήρξε «η Μονή μαικήνας για κάθε έργο ευποιίας στην Ελληνική Ανατολή», όπως λένε οι επιστήμονες.

Όπως αναφέρεται στην Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις Μονές, «αυτές και πριν την σύσταση του Ελληνικού Κράτους και μετά από αυτό επιτελούσαν κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο», ειδικότερα όταν τους το επέτρεπε η οικονομική τους κατάσταση, όπως συνέβαινε στη συγκεκριμένη Μονή.

Οι κοινοβιάτες μοναχοί είναι ακτήμονες. Η αλήθεια για την κυριότητα της Μονής Βατοπαιδίου στη λίμνη Βιστωνίδα αποκαλύπτεται με ντοκουμέντα. Ποτέ οι Μονές δεν παραπλάνησαν το Ελληνικό Δημόσιο, αντίθετα το Ελληνικό Δημόσιο κατά καιρούς συμπεριφέρθηκε προς αυτές με απόλυτη εξαπάτηση και κατάφωρη αδικία, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση που προσπάθησε να ανατρέψει αποφάσεις τριών προηγούμενων Κυβερνήσεων που είχαν αναγνωρίσει τα απαράγραπτα δίκαια της Μονής.

Είναι θαυμαστή η πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική, εκπαιδευτική και φιλανθρωπική δράση της Μονής Βατοπαιδίου στο παρελθόν και το παρόν. Όλα αυτά διαστρεβλώθηκαν προς τον ελληνικό λαό με σκοπό να κατασυκοφαντηθεί η Μονή και να σταματήσει το έργο αυτό που φαίνεται ότι ενοχλούσε σημαντικά τη σύγχρονη προσπάθεια αφελληνισμού της χώρας. Είναι καιρός να ακουστεί η αλήθεια, να διαλυθούν οι μύθοι και να στηλιτευτούν συμπεριφορές αντεθνικές, οι οποίες έπληξαν την καρδιά του Έλληνα που από τον ορυμαγδό της παραπληροφόρησης δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το επικίνδυνο παιγνίδι κατασυκοφάντησης όλων των αξιών και των θεσμών της Ελλάδας

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...