Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2011

Κι όμως η Ελλάδα ακόμη συγκινεί..

Κι όμως η Ελλάδα ακόμη συγκινεί..

Το άρθρο στους NEW YORK TIMES, ο καθηγητής του Κολούμπια Μάρκ Μαζάουερ το έγραψε την επομένη της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου από την Ελληνική Βουλή.

Διαβάστε το προσεκτικά είναι συγκλονιστικό και τέτοιες φωνές τις έχει ανάγκη η δοκιμαζόμενη αυτή την περίοδο χώρα.

«Χθες, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Ελλάδα καθώς το κοινοβούλιο της ψήφισε ένα διχαστικό πακέτο μέτρων λιτότητας το οποίο θα μπορούσε να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ίσως προκαλεί έκπληξη που αυτή η μικρή άκρη της χερσονήσου των Βαλκανίων συγκεντρώνει τόση προσοχή. Σκεφτόμαστε συνήθως την Ελλάδα ως την πατρίδα του Πλάτωνα και του Περικλή, με την πραγματική της σημασία να βρίσκεται βαθιά στην αρχαιότητα...

Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από... τη φυλακή της αυτοκρατορίας.


Για τους φιλέλληνες, η παλιγγενεσία της αποτελούσε τον πιο ευγενή αγώνα. "Στο μεγάλο πρωινό του κόσμου", έγραψε ο Σέλεϊ στο ποίημά του "Ελλάς", "το μεγαλείο της Ελευθερίας τινάχθηκε και έλαμψε! "


Η νίκη θα σήμαινε τον θρίαμβο της ελευθερίας όχι μόνο επί των Τούρκων αλλά και επί όλων των δυναστών που κρατούσαν υπόδουλους τόσο πολλούς ευρωπαίους. Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί και Αμερικανοί έτρεξαν να πολεμήσουν υπό την γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας για χάρη της δημοκρατίας. Και μέσα σε μια δεκαετία, η χώρα κέρδισε την ελευθερία της...


Στη διάρκεια του 20ου αιώνα ο ριζοσπαστικός...
νέος συνδυασμός της συνταγματικής δημοκρατίας και του εθνικισμού που ενσάρκωσε η Ελλάδα εξαπλώθηκε στην ήπειρο και κορυφώθηκε στην "ειρήνη που τερμάτισε κάθε ειρήνη" στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τρεις αυτοκρατορίες, η οθωμανική , εκείνη των Αψβούργων και η ρωσική, κατέρρευσαν και αντικαταστάθηκαν από έθνη-κράτη. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άνοιξε και πάλι τον δρόμο για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που τώρα ήταν η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας που βγήκε στο προσκήνιο.


Σε έναν κόσμο εθνικών κρατών, εθνοτικές μειονότητες όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ελλάδας και οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν μια συνταγή για διεθνή αστάθεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έλληνες και τούρκοι ηγέτες αποφάσισαν να ανταλλάξουν τους μειονοτικούς πληθυσμούς τους, εκτοπίζοντας περί τα δύο εκατομμύρια χριστιανούς και μουσουλμάνους προς χάριν της εθνικής ομοιογένειας.


Η ελληνο - τουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για να εκτοπίσουν ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Είναι ειρωνικό, λοιπόν, που η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές. Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Άξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνο - ιταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα.


Και πολλοί χειροκρότησαν πάλι λίγους μήνες αργότερα όταν ένας νεαρός αριστερός αντιστασιακός ονόματι Μανώλης Γλέζος σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη ένα βράδυ με έναν φίλο και κατέβασαν τη σημαία με την σβάστικα που οι Γερμανοί είχαν πρόσφατα υψώσει. Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, η ελληνική αστυνομία θα έριχνε δακρυγόνα στον κ. Γλέζο ο οποίος διαδήλωνε κατά του προγράμματος λιτότητας. Αλλά στο τέλος, η Ελλάδα υπέκυψε στη γερμανική κατοχή.


Η κυριαρχία των ναζιστών έφερε μαζί της την πολιτική κατάρρευση, την μεγάλη πείνα, και μετά την απελευθέρωση, την βύθιση της χώρας σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις. Μόλις λίγα χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της ιστορίας, ως μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν χρησιμοποίησε τον κλιμακούμενο εμφύλιο στην Ελλάδα για να πείσει το Κογκρέσο να στηρίξει το Δόγμα Τρούμαν και την ειρηνική δέσμευση αμερικανικών πόρων για τον αγώνα κατά του Κομμουνισμού και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης.


Ανυψωμένη ξαφνικά σε έναν διατλαντικό αγώνα, η Ελλάδα συμβόλιζε τώρα μια πολύ διαφορετική Ευρώπη - μία Ευρώπη που είχε αυτοκαταστραφεί, και που ο μόνος δρόμος εξόδου από την ανέχεια των μέσων της δεκαετίας του 1940 ήταν ως μικρότερος εταίρος της Ουάσινγκτον. Καθώς τα δολάρια άρχισαν να ρέουν, αμερικανοί σύμβουλοι έλεγαν στους έλληνες πολιτικούς τι να κάνουν και αμερικανικές βόμβες ναπάλμ έκαιγαν τα ελληνικά βουνά καθώς οι κομμουνιστές αντάρτες τρέπονταν σε φυγή.


Η πολιτική και οικονομική ένωση της Ευρώπης υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στις αδυναμίες και την εξάρτηση της διχοτομημένης ηπείρου. Και εδώ η Ελλάδα έγινε σύμβολο μιας νέας φάσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 δεν έφερε στη χώρα μόνο την πλήρη ένταξη σε αυτό που θα γινόταν η Ευρωπαϊκή Ένωση. Προανήγγειλε επίσης (μαζί με τη μετάβαση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη δημοκρατία την ίδια εποχή) το παγκόσμιο κύμα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1980 και του '90, πρώτα στη Νότια Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία και μετά στην Ανατολική Ευρώπη.


Και έδωσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την όρεξη για διεύρυνση και τη φιλοδοξία να εξελιχθεί από ένα μικρό κλαμπ πλούσιων δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε φωνή για ολόκληρη την προσφάτως εκδημοκρατισμένη ήπειρο, η οποία εξαπλώθηκε κατά πολύ στο νότο και την ανατολή. Και τώρα, σήμερα, αφότου έσβησε η ευφορία της δεκαετίας του '90 και μια νέα ταπεινοφροσύνη χαρακτηρίζει τους Ευρωπαίους, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας η οποία θα προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα θέσει το ερώτημα: "ποιο θα είναι το μέλλον της ηπείρου;".


Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη - κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα.

Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον.»

Ανάρτηση από siglitiki στο eglimatikotita.gr

Εξομολόγηση εκ βαθέων, του Μητροπολίτου Καλαβρύτων κ. Αμβροσίου,

Εξομολόγηση εκ βαθέων
Μια ζωή, ταπεινή θυσιαστική προσφορά
στο Θεό και τον άνθρωπο
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβροσίου
ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ, ΑΓΩΝΩΝ
ΚΑΙ ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ
__________Στίς 19 Νοεμβρίου 1978 ὁ Πανάγαθος Θεός ωδήγησε τα βήματά μου εδώ στην ιστορική Βοστίτσα, τήν αγιασμένη απο τη Χάρη της Παναγίας μας, της Τρυπητής, πόλη, στο όμορφο Αίγιο καί τους ανθρώπους του και με κατέστησε, ανάξιον όντα, Επίσκοπο καί Μητροπολίτη τῶν πιστών τέκνων της Ορθοδοξίας, που κατοικούν και με την παρουσία τους ζωντανεύουν τήν ιστορική αυτή Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.
___________Μέσα από την καρδιά μου αυθόρμητα και με περισσή κατάνυξη αναβλύζουν λόγια δοξολογίας, αἴνου καί ευχαριστιών πρός στον Αρχιποίμενα Κύριό μου, τον Ιησούν Χριστόν, διότι με άνέκφραστη φιλανθρωπία επέβλεψε επ εμέ τόν αμαρτωλό και άθλιο δούλο Του, τον γυιό ενός τσαγκάρη καί μιάς μοδίστρας, του Γεωργίου και της Νικολίτσας Λενή. Εξ απαλών ονύχων μέ έθελξε τό μεγαλείο του Χριστού μας. Μεγάλωσα μέσα στην Εκκλησία, κάτω από τούς θόλους του Ιερού Ναού Παντοκράτορος των Πατρών, υπηρέτησα το ιερό Βήμα σαν «παπαδἀκι», μαθήτευσα στα Κατηχητικά Σχολεία και τις Χριστιανικές Ομάδες της εποχής, ἔμαθα την ιεραποστολή ἤδη από αυτά τα μαθητικά μου χρόνια και τέλος παρέδωσα την ὐπαρξή μου ολόκληρη στην Εκκλησία του Σωτήρος Χριστού, ἔγινα ολοκαύτωμα στο βωμό της αγάπης Του!
Ο υποσημειούμενος έζησε και μεγάλωσε σε δύσκολα χρόνια. Άν καί καλό παιδί, παιδί της Εκκλησίας, έφαγε το ξύλο της ζωής του από τον αείμνηστο Πατέρα του, ο οποίος, ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής, ὀπως άλλωστε ὀλοι οι γονεῖς τότε, έδερναν τα παιδιά τους προκαταβολικά, για να προλάβουν μια υποτιθέμενη ζημιά. Ὅταν π.χ. πήγαιναν με τη στάμνα στη βρύση της γειτονιάς για να κουβαλήσουν νερό, καθ’όσον εἀν γύριζαν με σπασμένη τη στάμνα το ξύλο δεν θα είχε νόημα ἠ και χρηστική σημασία! Το πνεύμα της εποχής τότε ήταν τό «προνοείν!». «Σε δέρνω προκαταβολικά, ώστε –προσέχοντας- να μη σπάσεις τή στάμνα», μας ἐλεγαν με αποφασιστικότητα! Ας είναι ελαφρύ τό χώμα που τούς σκεπάζει!
Τελειώνοντας τό οκτατάξιο τότε Γυμνάσιο, δηλ. το σημερινό Γυμνάσιο καί Λύκειο, έδωσε γραπτές εξετάσεις στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου καί μπήκε μέ τούς πρώτους. Σαν φοιτητής δούλευε σκληρά, προκειμένου νά εξασφαλίζει ένα μέρος των εξόδων του, ενώ παράλληλα δεν παρέλειπε νά ασκεῖ τό έργο του Κατηχητού και του Ομαδάρχη των Χριστιανικών Μαθητικών Ομάδων (ΧΜΟ), τόσο στην πόλη όσο και στις χριστιανικές Κατασκηνώσεις της εποχής εκείνης.
Στην διαμόρφωση του χαρακτήρος του μεγάλο ρόλο έπαιξαν πρωτίστως η χριστιανική αγωγἠ, που έλαβε από τούς γονείς του, ἐπειτα δε ο αείμνηστος Αρχιμ. πατήρ Χριστόδουλος Παπαγιάννης, Ιεροκήρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ο πνευματικός του Πατήρ, εν συνεχεία δε ο τότε Κύριος Κωνσταντίνος Καρούσος, Κατηχητής του και πνευματικός του Σύμβουλος, (δηλ. ο νύν Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρ. Πειραιώς κ.κ. Καλλινίκος), ο Οποίος όχι μόνον τον εστήριξε στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας του, αλλά και εδραίωσε μέσα του τον πόθο της Ιερωσύνης! Τον ιερό αυτό πόθο, τον οποίον ο Φιλάνθρωπος Κύριος παιδιόθεν είχε εμφυτεύσει στην καρδιά του. Δεν είχε συμπληρώσει ακόμη το πέμπτο (5ο) έτος της ηλικίας του, οπότε κάθε φορά που τον ερωτούσαν «Θανασάκη, όταν μεγαλώσεις, τί θα γίνεις;» ἐδιδε την ακόλουθη απάντηση: «Αντιπρόσωπος του Θεούλη!», δηλ. κληρικός.
Κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1959, όταν ακόμη φοιτούσε στο 4ο έτος της Θεολογικής Σχολής, δηλ. στην ηλικία των ΕΙΚΟΣΙ ΚΑΙ ΕΝΟΣ ΕΤΩΝ ἐλαβε την μεγάλη απόφαση της ζωής του, ήτοι το να αφιερωθή ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της Εκκλησίας και του αγίου Θυσιασηρίου, ήτοι να γίνει Μοναχός καί Κληρικός. Την επιθυμία του εκείνη, ο Αθανάσιος -ως Απόφαση ζωής πλέον- έθεσε υπό τήν φροντίδα του προαναφερθέντος πολυσεβάστου προσώπου, ο οποίος είχεν εισέλθει ήδη στην αγία Ιερωσύνη, δηλ. του μετά ταύτα Μητροπολίτου Πειραιώς κ.κ. Καλλινίκου, για να αποτελέσει το πρώτο δόκιμο Μέλος της Μοναστικής Αδελφότητος «Η ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ», στην οποία επειτα από λίγο καιρό προσετέθη και ο «Χριστάκης» Παρασκευΐδης, τελειόφοιτος τότε της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, δηλ. ο μετά ταύτα αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η Συνοδική και Σταυροπηγιακή Ιερά Μονή της Παναγίας Χρυσοπηγής μέ έδρα της το Καπανδρίτι της Αττικής, η οποία αναδείχθηκε φυτώριο Κληρικών και Μοναχών της Εκκλησίας μας. .
Τα χρόνια τότε περνούσαν φτωχικά μεν, πλήν όμως και όμορφα καί γρήγορα! Με τον αείμνηστο Χρήστο Παρασκευαΐδη τα χρόνια εκείνα μαγειρεύαμε το φαγητό για την Αδελφότητα, επλέναμε στη σκάφη τα ρούχα μας, τα σεντόνια μας κλπ, κάνοντας δηλ την ἀγνωστη σήμερα «μπουγάδα» με τη σκάφη, χρησιμοποιούσαμε την «αλυσίβα» (δηλ. βρασμένο νερό με ένα σακκουλάκι στάκτης για τα ασπρόρρουχα) και το λουλάκι, σφουγγαρίζαμε το Μοναστήρι μας, απλώναμε στα σύρματα, στεγνώναμε και σιδερώναμε τα ρούχα μας, παραδίδαμε ιδιαίτερα μαθήματα σε μαθητές του Γυμνασίου και όλα αυτά με περισσή ἀγάπη και ακόμη περισσότερο ενθουσιασμό, ὠστε να αντιμετωπίζουμε ή να συμπληρώνουμε τα έξοδα της διαβιώσεώς μας. Πρό πάντων όμως αγωνιζόμασταν τον καλόν αγώνα της κατά Χριστόν αρετής και της ευσεβείας, σμιλεύοντας τον νεανικό χαρακτήρα μας με το καλέμι της υπακοής!
Έπειτα κατά τό έτος 1961 ήλθε η μετάβασή μας στα αγιασμένα Μετέωρα. Εκεί στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ. κατά την ευδοκία του Θεού, εδώσαμε την μοναχική μας Ομολογία καί ἐλάβαμε το ουράνιο δώρο και χάρισμα της Ιερωσύνης. Έκτοτε ο Χρήστος έγινε Χριστόδουλος και ο Αθανάσιος ονομάσθηκε Αμβρόσιος. Από τότε, δηλ. από τό ἔτος 1961, αρχίζει η ταπεινή μας διακονία και προσφορά μέσα στην Εκκλησία. Μια προσφορά, που για τον υποσημειούμενο συνεχίζεται, αν καί έχουν συμπληρωθή ΠΕΝΗΝΤΑ (50) ΧΡΟΝΙΑ θυσίας και θυσιών, πενήντα χρόνια ευλογιών και δοκιμασιών, πενήντα χρόνια αγώνων και παλαισμάτων, πενἠντα χρόνια δακρύων, πόνου, στεναγμών και αναστεναγμών, αλλά και πενήντα χρόνια διακονίας στον Αμπελώνα του Κυρίου μας, στην Εκκλησία. Πενήντα τόσα χρόνια εκ των οποίων τά ΤΡΙΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ (35) στην Αρχιερωσύνη. Και για να μη μπερδεύεσθε˙ από τόν Αύγουστο του έτους 1976 έως τον Οκτώβριο του έτους 1978 ο υποσημειούμενος διετέλεσε Τιτουλάριος Μητροπολίτης Ταλαντίου καί παραλλήλως Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου, από δε της 12ης Οκτωβρίου 1978 εξελέγη Μητροπολίτης της ιστορικής αυτής Επαρχίας. Ἐκτοτε, και πιό συγκεκριμένα από της 19ης Νοεμβρίου 1978, ημέραν της ενθρονίσεώς του, η ζωή μου ως Μητροπολίτου σας, η πνοή μου, το σώμα μου, η ψυχή μου, το πνεύμα μου, οι γνώσεις μου, μικρές ή μεγαλύτερες, τα χαρίσματά μου και τά ελαττώματά μου είναι δοσμένα ολοκληρωτικά στον ευγενή και αξιαγάπητο Λαό, τον οποίο η Χάρις του Κυρίου μου ενεπιστεύθη.
Μέχρι λοιπόν της 18ης Νοεμβρίου 1978 μπορώ να ομιλώ για τον εαυτό μου. Από της 19ης Νοεμβρίου 1978 τον λόγον έχετε όλοι εσείς, αγαπητά και περιπόθητα τέκνα μου εν Κυρίω, παιδιά μου εν Χριστώ Ιησού! Ἐκτοτε ΔΕΝ ΑΝΗΚΩ ΠΙΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ! Σεις είσθε η πνοή μου και η ζωή μου, το αγαλλίαμα της ψυχής μου, ο στέφανός μου ή η αιτία της καταδίκης μου, στην περίπτωση κατά την οποία δεν εκτελώ ατην αποστολή μου θεαρέστως! Περιουσίαν δεν απέκτησα, επειδή σεις είσθε η περιουσία μου! Χρήματα δεν εσυσσώρευσα, επειδή σεις είσθε ο θησαυρός μου. Τους εξ αίματος συγγενείς μου εκράτησα μακρυά από την Επισκοπήν μας, επειδή στην καρδιά μου σείς έχετε καταλάβει την θέση του Πατέρα μου, της Μητέρας μου, των αδελφών, οικείων και συγγενών μου. Τα έδωσα όλα για τη δόξα του Χριστού μας, όλα για την εύκλεια της Εκκλησίας μας!
Τριάντα τρία χρόνια έπειτα από την ημέρα της ενθρονίσεώς μου στις καρδιές σας και στον τόπο μας, αισθάνομαι ευγνωμοσύνη πρός τον Κύριο, διότι με αξίωσε μέχρι σήμερα να τηρώ επακριβώς όσα σας υποσχέθηκα κατά την πρώτην εκείνην ημέραν, που ήλθα κοντά σας:
Καθώς αυτά εδώ τα δικηροτρίκηρα, με τα οποία δηλούται η παρουσία του Αρχιερέως στη Εκκλησία, καίγονται, λυώνουν καί αναλίσκονται, σας έλεγα τότε, έτσι κι εγώ θα είμαι για σας μια φωταυγής λαμπάδα! «Θα καίγωμαι και θα αναλίσκωμαι καθημερινώς, διά να φωτίζεσθε εν Κυρίω όλοι εσείς, αδελφοί μου». Σύνθημά μου θά είναι το «άλλοις υπηρετών, αναλίσκομαι» “Εργαζόμενος «υπέρ υμών συνεχώς και αδιακόπως και ευαγγελιζόμενος εν μέσω υμών το σωτηριώδες μήνυμα της πίστεώς μας «αδάπανον θήσω τό ευαγγέλιον του Χριστού», προσφέρων δωρεάν τα πάντα και πρός πάντας αδιακρίτως. Αμοιβή μου θα είναι η καλλιέργεια της ψυχής σας, η πνευματική πρόοοδος της καρδιάς σας, η σωτηρία σας! ‘Εγεννήθην πτωχός, έζησα ως πτωχός και ακτήμων μέχρι σήμερα, έρχομαι ανάμεσά ως «μηδέν έχων» και θα παραμείνω εις όλην μου την ζωήν πτωχός, για να σας πλουτίζω με την ιδικήν μου πτωχείαν και να σας στολίζω με την αγάπην μου. Θα παραμείνω δια βίου κοντά σας ως «προσφέρων καί προσφερόμενος» κατά τό υπόδειγμα του Κυρίου μας» (από τον Ενθρονιστήριο Λόγο μας, βλ. περιοδικόν ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Τόμος 1978, σελ. 592).
Στη σημερινή -προσωπική- δε αρχιερατική μου επέτειο σας παρακαλώ και σας προσκαλώ να δοξάσετε μαζί μου το Ὀνομα του Χριστού μας, ο Οποίος με ελέησε τόσο πολύ. Συγχωρήστε μου, σας παρακαλώ και σας ικετεύω, συγχωρήστε μου αδελφοί μου και παιδιά μου, τα λάθη μου, τις παραλείψεις μου, τις ατέλειες του χαρακτήρος μου! Και δοξάστε μαζί μου το Όνομά του Κυρίου μας, τόσο για τα πρός με Δωρήματά Του, όσο και για την ευλογία Του στην πόλη μας και την Μητρόπολή μας. «Μεγαλύνατε τον Κύριον και υψώσωμεν το όνομα Αυτού επί το αυτό συν εμοί» (από τήν λειτουργία του Αγίου Ιακώβου).
Τελειώνοντας αυτή τη μικρή μου αναφορά καί εξομολόγηση, επιτρέψατε μοι να απευθύνω μια μικρή προσευχή πρός τόν Χριστό μας.
«Εν πλήθει αμαρτιών μεμολυσμένον με μη εξουθενώσης Δέσποτα Κύριε ο Θεός μου˙ ιδού γαρ προσέρχομαι τω θείω τούτω και επουρανίω Μυστηρίω, ουχ ως άξιος υπάρχων, αλλ΄εις την Σήν αφορών αγαθότητα, ταύτην αφίημί Σοι την φωνήν˙ ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ˙ ήμαρτον γαρ εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου και ουκ ειμί άξιος αντοφθαλμήσαι τη ιερά ταύτη και πνευματική τραπέζη, εφ ή ο Μονογενής Σου Υιός, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εμοί τω αμαρτωλώ και πάση κηλίδι κατεστιγμένω μυστικώς πρόκειται εις θυσίαν˙ δι’ Ου ταύτην Σοι την ικετηρίαν προσάγω, του καταπεμφθήναι μοι το Πνεύμα Σου το Παράκλητον, ενισχύον και καταρτίζον με προς τήν λειτουργίαν ταύτην και την παρά Σου μοι επαγγελθείσαν φωνήν ακατακρίτως τω λαώ επιφθέγξασθαι ταύτην καταξίωσον˙ εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, μεθ’ ού ευλογητός ει και δεδοξασμένος συν τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νύν και αεί καί εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(Θεία λειτουργία Αγ. Ιακώβου, του Αδελφοθέου)
Αίγιον, 19 Νοεμβρίου 2011
+ Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
Πηγή: http://mkka.blogspot.com/2011/11/blog-post_19.html

Στην εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου


Νους ανθρώπινος δεν μπορεί να συλλάβει το έργο, μάλλον δε το θαύμα της θείας οικονομίας. Θεία οικονομία είναι ό,τι έκανε κι ό,τι κάνει η αγάπη κι η σοφία του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Σ’ έναν αναστάσιμο ύμνο της Εκκλησίας, έτσι επιγραμματικά γίνεται λόγος για το έργο και το θαύμα τούτο· «δι’ ημάς Θεός εν ανθρώποις· διά την καταφθαρείσαν φύσιν του γένους ημών· ο Λόγος σαρξ εγένετο…»· για μας ο Θεός ήρθε μεταξύ μας, για την ανθρώπινη φύση μας, που την ρήμαξε η αμαρτία, ο Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος. Το έργο και το θαύμα αυτό πραγματοποιήθηκε από τον Ιησού Χριστό, παραδίδεται από την Εκκλησία και κηρύσσεται στη θεία Γραφή από τους Ευαγγελιστές και τους Αποστόλους. Οι πιστοί το δέχονται «διά πίστεως», όχι δηλαδή σαν γνώση και φυσική ανακάλυψη, άλλα ως αποκάλυψη Θεού και ως ιερή παράδοση της Εκκλησίας. Μέσα σ’ ένα τέτοιο ιερό κόσμο αποκαλύψεως του Θεού και παραδόσεως της Εκκλησίας τοποθετείται η σημερινή εορτή των Εισόδων της υπεραγίας Θεοτόκου. Ένας από τους ιερούς πατέρες της Εκκλησίας, ο άγιος Πρόκλος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, γράφει για τη σημερινή εορτή ότι «αγνείας έχει υπόθεσιν, και του κοινού γένους των γυναικών καύχημα το τελούμενον»· η εορτή δηλαδή των Είσοδίων υπόθεση έχει την αγνεία και την ηθική καθαρότητα της γυναίκας, κι αυτό που γίνεται με τη σημερινή εορτή είναι για έπαινο όλων των γυναικών.
Όχι μόνο στην εορτή των Εισοδίων, αλλά και σε κάθε θεομητορική εορτή την γυναίκα εορτάζουμε και τον έπαινο της γυναίκας ψάλλει η Εκκλησία. Κανένας άλλος θεσμός, καμιά πολιτεία και καμιά κοινωνία δεν τίμησε και δεν σεβάστηκε τόσο πολύ τη γυναίκα όσο η Εκκλησία. Η γυναίκα για την Εκκλησία είναι η μητέρα μας, η αδελφή μας, η σύζυγος και ο σύντροφος της ζωής μας και η μητέρα των παιδιών μας.
Η γυναίκα, που παρασύρθηκε στην παρακοή και παρέσυρε μαζί της στην πτώση όλο το ανθρώπινο γένος, η γυναίκα πάλι είναι το όργανο στην οικονομία του Θεού, για να σηκωθεί και να σωθεί ο κόσμος. Η γυναίκα, η αγνή παρθένος Μαρία είναι η μητέρα του Θεού που ενανθρώπησε, η Μαρία είναι η Θεοτόκος.
Άλλο όνομα, όνομα μοναδικό, και σαν τίτλος τιμής και σαν θεϊκή πραγματικότητα, σαν το Θεοτόκος, δεν υπάρχει. Το έδωκε η Εκκλησία στην παρθένο Μαρία στην τρίτη οικουμενική Σύνοδο, όχι μόνο για να την τιμήσει, αλλά και για να εκφράσει το θείο γεγονός, ότι ο Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος και γεννήθηκε από τη Μαρία.
Κάθε θεομητορική εορτή σαν σήμερα μας δίνει πάντα την ευκαιρία να μιλήσουμε για την υπεραγία Θεοτόκο, άλλοτε σαν την αγνή παρθένο, άλλοτε σαν την υποδειγματική και μοναδική μητέρα, και πάντα σαν την γυναίκα, που είναι η «αγία αγίων μείζων», η τιμιότερη και ενδοξότερη από τους αγίους Αγγέλους. Αλλ’ ακόμα, σε σχέση μ’ εμάς τους πιστούς, η υπεραγία Θεοτόκος είναι η μεσίτρια προς τον φιλάνθρωπο Θεό και η προστασία με τα χίλια ονόματα, σε κάθε δύσκολη περίσταση, σε κάθε ανάγκη, σε κάθε κίνδυνο και σε κάθε συμφορά. Γιατί είναι η μητέρα του Χριστού, στον οποίο έχει παρρησία- γιατί είναι η μητέρα μας, στην οποία έχομε το θάρρος και την ελπίδα μας.
Η Εκκλησία έχει φυλάξει για την ύπεραγία Θεοτόκο τις θερμότερες προσευχές και τους ποιητικότερους ύμνους, που είναι η έκφραση και το ξεχείλισμα των ιερών συναισθημάτων κάθε ευσεβούς ψυχής. Όχι μόνο στις θεομητορικές εορτές, αλλά σε κάθε εορτή και σε κάθε ιερή ακολουθία της Εκκλησίας είναι πάντα ζωντανή η παρουσία της Θεοτόκου στα τροπάρια εκείνα, που ειδικά λέγονται θεοτόκια. Το θεοτοκάριο επίσης είναι η υμνολογική συλλογή με τους καλύτερους ασματικούς Κανόνες προς την ύπεραγία Θεοτόκο.
Πού αλλού λοιπόν τιμήθηκε η γυναίκα, για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα, πού αλλού τιμήθηκε η γυναίκα όσο στην Εκκλησία από την Εκκλησία;
Στο σύγχρονο ψέμα, που είναι ο αγώνας της γυναίκας για την εξίσωσή της με τον άνδρα, ο αγώνας που πάει να διαλύσει και να ξεθεμελιώσει την οικογένεια και τον κοινωνικό βίο των ανθρώπων, στο σύγχρονο αυτό ψέμα του αγώνα της γυναίκας δεν θα θέλαμε να αντιτάξουμε τίποτ’ άλλο παρά την αποστολική περικοπή, που διαβάζεται στην ιερή ακολουθία του Γάμου. Μακάρι να την πρόσεχαν και να θέλανε να την καταλάβουν όσα ζευγάρια έρχονται να πάρουν την ευλογία της Εκκλησίας για να κάνουν σπίτι. Όχι εκείνοι που πιστεύουν στην ιερότητα της συζυγίας και στην αγιότητα του μεγάλου μυστηρίου του Γάμου, αλλά εκείνοι που έρχονται για να στεφανωθούν στην Εκκλησία από μια συνήθεια ή γιατί τους αναγκάζει ο πολιτικός νόμος. Σ’ αυτό το ιερό κείμενο, που η Εκκλησία διάλεξε να διαβάζεται στην ακολουθία του Γάμου, με θεόπνευστο τρόπο διαγράφεται το χρέος που έχουν αμοιβαία ο άνδρας και η γυναίκα να βοηθούν, να σέβονται και να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Έπειτα από όσα λέει ο Απόστολος, δεν μένει περιθώριο για αγώνες και για δικαιώματα, όταν οι σύζυγοι είναι ένας άνθρωπος και ο ένας απέναντι στον άλλον βλέπει τον εαυτό του.
Μπροστά στην παραφροσύνη των ανθρώπων, που ομαδικά πάνε να πέσουν στο γκρεμό, η Εκκλησία δεν έχει παρά να φωνάξει, κι ας φαίνεται πως δεν θέλει να ακούσει κανείς. Πάντα υπάρχει το «λείμμα»· είναι πάντα οι λίγοι, που βλέπουν και ακούνε σωστά. Σ’ αυτούς απευθύνεται το κήρυγμα, σαν μαρτυρία, της αλήθειας του Θεού, που σημαδεύει την παρουσία της Εκκλησίας στον κόσμο.
*
Η Εκκλησία πιστεύει πως δεν θα χαθεί ο κόσμος στη θάλασσα της πλάνης και της αμαρτίας, αφού γι’ αυτό ήρθε ο Υιός του Θεού, «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού». Η Εκκλησία, κι όταν φαίνεται πως δεν μπορεί τίποτα περισσότερο, και τότε δεν παύει να ενσαρκώνει ένα υγιές πνεύμα αντιστάσεως, να είναι, καθώς είπε ο Ιησούς Χριστός, «το άλας της γης», που συγκρατεί τις ανθρώπινες κοινωνίες από την τελεία πνευματική και ηθική αποσύνθεσή τους. Σήμερα περνάμε μια κρίση, καθώς όλοι το ομολογούν, κι εκείνοι ακόμα που δεν πιστεύουν σε καμιά πνευματική πραγματικότητα. Αυτοί περιμένουν τη βελτίωση και τη σωτηρία ή από τη δική τους δύναμη και σοφία ή και από κάποια τύχη. Εμείς εργαζόμαστε κατά το θείο θέλημα και προσευχόμαστε να στείλει ο Σωτήρας Χριστός «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου» το θείο φωτισμό του στον κόσμο. Αμήν.

Συνομιλία του Αρχιερέα Ζαχαρίου και της Θεοπρομήτορος Άννας κατά την Είσοδο της Θεοτόκου στον ναό του Σολομώντος


Απόσπασμα από τον Λόγο στά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου του Αγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως
Αρχιερέας .Ζαχαρίας.(απευθύνεται πρός την Αγία Άννα)
Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;
Αγ.Αννα
Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·
Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.
Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;
Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;
Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;
Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;
Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;
Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.
Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.
Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό. Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας. Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.
Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω· Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο. Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.
Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε·
Αρχιερέας Ζαχαρίας πρός την Αγία Άννα
Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.
Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·
Αρχιερέας Ζαχαρίας πρός την Θεοτόκο
Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.
Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.
Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.
Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.
Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.
Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.
Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.
Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.
Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.
Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.
Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.
Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.
Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία

Περιγραφή και σχολιασμός της εικόνας των Εισοδίων.


Απόσπασμα από την εργασία:
Η ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(των εκπαιδευτικών :πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου-πρεσβυτέρας Χαρούλας Τσουλιάη )
H είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό είναι το προοίμιο της εύνοιας του Θεού στους ανθρώπους, η προκήρυξη της σωτηρίας των ανθρώπων, η προαγγελία του Χριστού και η πραγματοποίηση του σχεδίου της θείας Οικονομίας για την σωτηρία του Κόσμου. Αυτά διακηρύσσει το Απολυτίκιο της εορτής:
«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας ηπροκήρυξις. Εν Ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν· Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις».
Ο ορθόδοξος αγιογράφος με βάση την διήγηση του πρωτευαγγελίου του Ιακώβου και την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας περί της Θεοτόκου συνθέτει την εικόνα των Εισοδίων.
Η παράσταση των Εισοδίων είναι ένα εικονογραφικό θέμα ,που αφορά την παιδική ηλικία της Παναγίας .Το συναντάμε από τον 9ο αιώνα στις τοιχογραφίες στο Goreme και στο Kizil Cukur της Καππαδοκίας ενταγμένο στον ευρύτερο εικονογραφικό κύκλο του βίου της Θεοτόκου. Κατά τον 11ο αιώνα αποκτά επίσης χαρακτήρα περισσότερο θεολογικό-συμβολικό ,με σκοπό τον τονισμό του σωτηριώδους έργου του Θεανθρώπου Χριστού.Έτσι συναντάμε την παράσταση των Εισοδίων και σαν μεμονωμένη σκηνή ,ενταγμένη και στο λειτουργικό κύκλο του Δωδεκάορτου ,με αποτέλεσμα την ευρύτερη διάδοσή της.Από τον 12οαιώνα το εικονογραφικό αυτό θέμα παγιώθηκε σε γενικές γραμμές και περιλαμβάνει:
Α.Τα κύρια πρόσωπα που είναι η Θεοτόκος, οι Θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα, η ομάδα των λαμπαδηφόρων παρθένων, ο Αρχιερέας Ζαχαρίας .
Β.Τα επιμέρους στοιχεία που είναι ο ναός , τα αρχιτεκτονήματα και η σκηνή της διατροφής της μικρής Μαρίας από τον Άγγελο.
Α.Η Θεοτόκος.

Το κεντρικό πρόσωπο της παράστασης είναι η μικρή Παναγία, στην ηλικία των τριών χρονών. Τίποτα, εκτός από το μικρό μέγεθος του σώματός της, δε θυμίζει την ηλικία της. Όπως αναφέρει ο Χατζηδάκης, περιγράφοντας μια εικόνα των Εισοδίων, η Παναγία αποδίδεται «με χαρακτηριστικά άχρονης και πανάχραντης κόρης». Αυτό οφείλεται όχι μόνο στα χαρακτηριστικά του προσώπου της που αποδίδουν σοβαρότητα και ωριμότητα, αλλά και στην αποφασιστικότητα της κίνησής της.
Επίσης ίδια εντύπωση προκαλείται και από την ενδυμασία της.
Εικονίζεται να φορά ρούχα ενήλικων γυναικών, δηλαδή το μαφόριο και μακρύ χιτώνα, σε αντίθεση με άλλες σκηνές της παιδικής ηλικίας της Παναγίας. Τα ρούχα είναι απλά και λιτά και σπανίως διακοσμημένα με λιγοστά στολίδια. Μάλιστα η ανάγκη κάποιων ζωγράφων να φανερώσουν, μέσα από όλη αυτή τη σοβαρότητα και το μικρό της ηλικίας της, τους οδήγησε ώστε να την απεικονίσουν αισθητά πιο μικρή σε σχέση με τα υπόλοιπα πρόσωπα της παράστασης ( με εξαίρεση σε ορισμένες περιπτώσεις την ομάδα των λαμπαδηφόρων παρθένων).
Η θέση της μέσα στη σκηνή είναι στο μέσο της παράστασης, αφού ηγείται της πομπής. Εικονίζεται να προχωρά μόνη της και να κατευθύνεται προς τον αρχιερέα που στέκεται μπροστά στην πύλη του ιερού ή στέκεται ήδη μπροστά του. Σε κάποιες περιπτώσεις εικονίζεται να βρίσκεται ήδη πάνω στο τελευταίο σκαλοπάτι, χωρίς όμως να λείπουν και ορισμένες εξαιρέσεις, όπου παριστάνεται πριν ακόμη ανεβεί τα σκαλοπάτια, ενώ σε άλλες, στην προσπάθεια να δοθεί περισσότερη κίνηση στη σκηνή, παριστάνεται η Θεοτόκος να ανεβαίνει τα δύο σκαλοπάτια που οδηγούν στο ιερό του ναού.
H στάση της Θεοτόκου, όπως την παρατηρούμε στις παραστάσεις των Εισοδίων εκφράζει τη συναίσθηση της ιερότητας της στιγμής. Εικονίζεται να προχωρά προς τον αρχιερέα χωρίς κανένα δισταγμό, και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώνοντας τα δυο της χέρια προς αυτόν. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα χέρια της είναι σκεπασμένα με το μαφόριό της. Σε άλλες σκύβει ευλαβικά το κεφάλι, καθώς δέχεται την ευλογία του ιερέα και σε άλλες τρέχει ορμητικά προς την αγκαλιά του.
Β.Οι Θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα.

Από τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την απεικόνιση της σκηνής των Εισοδίων είναι οι μορφές των γονέων της μικρής Παναγίας, ο Ιωακείμ και η Άννα. Είναι αυτοί που αποφάσισαν να την αφιερώσουν στον ναό, και τώρα έφτασε η στιγμή να εκπληρώσουν το τάμα τους.
Η σοβαρότητα και η σχετική αυστηρότητα της στάσης και των κινήσεών τους, φανερώνουν ότι γνωρίζουν την ιδιαιτερότητα, τη σπουδαιότητα αλλά και την ιερότητα του γεγονότος στο οποίο συμμετέχουν.
Γεγονός σημαντικό και μεγάλο όχι μόνο γι’ αυτούς, που αποχωρίζονται την κόρη τους, αλλά και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έτσι ο συνήθης τρόπος απεικόνισής τους είναι να παραδίδουν τη μικρή Μαρία με κινήσεις ήρεμες και συγκρατημένες, απλώνοντας ελαφρά τα χέρια τους προς το μέρος της, προτρέποντάς την να προχωρήσει, ακριβώς όπως αναφέρεται στα απόκρυφα κείμενα και την υμνογραφία. Η ελαφρά αυτή κίνηση των χεριών υποδηλώνει ίσως και μια στάση δέησης. Συνήθως απεικονίζονται ο ένας δίπλα στον άλλο.
Γ.Η ομάδα των λαμπαδηφόρων Παρθένων.

Άλλο ένα από τα βασικά στοιχεία του εικονογραφικού θέματος των Εισοδίων είναι και η ομάδα των λαμπαδηφόρων παρθένων που συνόδεψαν την Παναγία στο ιερό, όχι τόσο για το ρόλο τους στην πραγματοποίηση του γεγονότος, όσο από εικονογραφική άποψη, για τη διαμόρφωση της διάταξης της συγκεκριμένης σκηνής. Στις περισσότερες περιπτώσεις η ομάδα των λαμπαδηφόρων παρθένων ακολουθεί τους γονείς της Θεοτόκου. Σε άλλες η πομπή μεταφέρεται στο κέντρο της παράστασης καθώς οι κοπέλες είναι αυτές που οδηγούν την Παναγία στον ναό.
Σύμφωνα με το συριακό, το γεωργιανό, το αιθιοπικό και το αρμενικό κείμενο, οι κόρες των Ιουδαίων που συνόδευαν τη μικρή Παναγία κρατούσαν αναμμένες λαμπάδες ή φανάρια, με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή της μικρής και να μη θελήσει να γυρίσει προς τα πίσω –προς τους γονείς-.
Τον εορταστικό χαρακτήρα του γεγονότος στο οποίο συμμετέχουν οι κοπέλες τονίζουν και τα ενδύματά τους, που είναι εορταστικά και σε αρκετές περιπτώσεις ιδιαίτερα στολισμένα. Μάλιστα, η κίνηση των ενδυμάτων σε συνδυασμό με τις έντονες κινήσεις των παρθένων και των άλλων προσώπων της σκηνής, δίνει κινητικότητα στο σύνολο της παράστασης.
Στις περισσότερες περιπτώσεις , οι κοπέλες είναι ζωγραφισμένες με ακάλυπτο κεφάλι με περιποιημένα χτενίσματα και συχνά στολισμένα με πέρλες και κορδέλες-ταινίες Οι μορφές τους ζωγραφίζονται ιδιαίτερα ραδινές για να τονιστεί ο χαρακτήρας πομπής του γεγονότος. Κατά κανόνα η ομάδα αυτή της συνοδείας της Παναγίας απεικονίζεται με ανάστημα όμοιο με αυτό των γονέων της, τονίζοντας έτσι την παιδική ηλικία της, καθώς βρίσκεται μεταξύ ενήλικων.
Ο αριθμός των παρθένων κυμαίνεται από έξι ως πάνω από εννιά και πολλές φορές σχετίζεται και με τον διαθέσιμο χώρο που υπάρχει.
Ανάλογη με τον αριθμό των παρθένων και τον διαθέσιμο χώρο είναι και η παράταξή τους μέσα στη σκηνή. Συνήθως παρατάσσονται σε δύο ή τρεις σειρές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για επτά κοπέλες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις – και ειδικά όταν εικονίζονται πάνω από δέκα – τοποθετούνται σε ομάδες και σε άτακτη σειρά.
Δ.Ο Αρχιερέας-Ο Ναός.

Ο αρχιερέας, που υποδέχεται τη μικρή Μαρία απεικονίζεται ντυμένος με την επίσημη αρχιερατική ενδυμασία, άλλοτε ιδιαίτερα πολυτελή ή με διακοσμημένο μανδύα με κουφικά σχέδια και φορά στο κεφάλι του μίτρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις εικονίζεται να κρατά θυμιατό.
Ο Ναός αποδίδεται συμβολικά με την απεικόνιση του ιερού βήματος, το οποίο προσδιορίζεται από χαμηλό φράγμα, το κιβώριο και την Αγία Τράπεζα. Το Άγιο βήμα εικονίζεται πιο πίσω και το κιβώριο βρίσκεται στο κέντρο της σύνθεσης, πάνω από τους πρωταγωνιστές της. Βέβαια δεν λείπουν και οι περιπτώσεις στις οποίες δεν έχουμε τη συμβολική απεικόνιση του ναού, αλλά την απεικόνιση του εσωτερικού ή του εξωτερικού του, χωρίς το κιβώριο του ιερού βήματος.
Υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες ο ναός αποδίδεται προοπτικά σχηματίζοντας στη μέση κόγχη, όπου βρίσκεται και το ιερό. Σε άλλες πάλι το ιερό με το κιβώριο και την Αγία Τράπεζα εικονίζονται στο βάθος, πίσω από δύο ανοιγμένα βήλα. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις από τον ουρανό του κιβωρίου κρέμονται μία ή δύο καντήλες.
Ο αρχιερέας λοιπόν εικονίζεται στην πύλη του Ιερού Βήματος, έτοιμος να υποδεχτεί ή υποδέχεται κιόλας την Παναγία. Συνήθως παριστάνεται πίσω ή μπροστά από τα βημόθυρα, που είναι κλειστά.
Η πιο συνηθισμένη στάση στην οποία απεικονίζεται ο αρχιερέας είναι η στάση υποδοχής, δηλαδή να στέκεται μπροστά στην πύλη με ανοιχτά τα χέρια, έτοιμος να υποδεχτεί την μικρή Μαρία. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζεται με λυγισμένα τα γόνατα ή να σκύβει, προκειμένου να έρθει πιο κοντά στο ανάστημα της τρίχρονης κόρης.
Ο αρχιερέας παριστάνεται στραμμένος προς την Παναγία, ενώ σε λίγες παραστάσεις έχει το χέρι του σε θέση ευλογίας. Η ευλογία του αρχιερέα ανταποκρίνεται προς το περιεχόμενο του σχετικού χωρίου του Πρωτευαγγελίου «και εδέξατο αυτήν ο ιερεύς και φιλήσας ευλόγησεν αυτήν».
Ε.Τα Αρχιτεκτονήματα.

Σημαντικό, αν και συμπληρωματικό, ρόλο στη διαμόρφωση του εικονογραφικού θέματος των Εισοδίων και στην εξέλιξη αυτού, παίζουν και τα κτίρια και τα διάφορα οικοδομήματα που πλαισιώνουν τα βασικά πρόσωπα της παράστασης, καθώς και τα υφάσματα, συνήθως ερυθρά, που στολίζουν το βάθος τη σύνθεσης.
Συνήθως πρόκειται για κτίρια στα άκρα της σύνθεσης, τα οποία συνδέει χαμηλότερος τοίχος ή για ένα κτίριο στα αριστερά και χτιστή σκάλα με πολλά σκαλοπάτια, στην κορυφή της οποίας κάθεται η Παναγία, στο επεισόδιο της διατροφής της από τον άγγελο.
Τα κατακόκκινα υφάσματα συνδέουν τα κτίρια με το κιβώριο με όμορφα δεσίματα και με τα παραπετάσματα που κρέμονται από το κιβώριο, εντείνουν τη χρωματική λαμπρότητα και τονίζουν τον τελετουργικό και εορταστικό χαρακτήρα των Εισοδίων.
ΣΤ.Η σκηνή της διατροφής της Θεοτόκου από τον Άγγελο.

Ένα συμπληρωματικό γεγονός που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της σύνθεσης
του εικονογραφικού θέματος των εισοδίων, είναι η διατροφή της Παναγίας κατά τη διάρκεια της παραμονής της στα Άγια των Αγίων, από το χέρι ενός αγγέλου. Αναφέρεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου ότι : «ην δε Μαρία εν τω ναώ κυρίου, ως περιστερά νεμομένη, και ελάμβανεν τροφήν εκ χειρός αγγέλου».
Σύμφωνα λοιπόν με το κείμενο, η Παναγία εικονίζεται συνήθως πίσω από τον αρχιερέα, μέσα στο χώρο του ιερού βήματος, καθισμένη σε θρόνο που βρίσκεται στην κορυφή χτιστής σκάλας. Παριστάνεται να απλώνει τα χέρια της για να πάρει τον στρογγυλό άρτο που της προσφέρει ένας ιπτάμενος άγγελος. Αξίζει να σημειώσουμε ότι εικονίζεται και ο αρχιερέας, που έκθαμβος παρακολουθεί τον θαυμαστό τρόπο της διατροφής της από τον άγγελο, ενώ την έχει ήδη οδηγήσει στα άδυτα του ναού.
Ο άγγελος που φέρνει την τροφή παριστάνεται ιπτάμενος και στο ένα χέρι να κρατά ένα στρογγυλό άρτο –που τον προτείνει προς την Παναγία- ενώ στο άλλο, ένα μακρύ σταυρό. Σε κάποιες ελάχιστες περιπτώσεις, ο άγγελος προσφέρει στην Παναγία εκτός από τον άρτο και ένα μικρό πήλινο δοχείο νερού, το οποίο είναι διακοσμημένο με γεωμετρικά σχήματα και η Παναγία δεν κάθεται σε θρόνο, αλλά στο τελευταίο σκαλοπάτι ή μπροστά σε μικρό τραπέζι.
Κατά κανόνα ο άγγελος απεικονίζεται ολόσωμος, σε οριζόντια θέση. Σε μερικές παραστάσεις φαίνεται σα να κρύβεται από τη μέση και κάτω, πίσω από το κιβώριο του ιερού βήματος.
Το θέμα της διατροφής από τον άγγελο είναι αναπόσπαστο τμήμα της παράστασης των Εισοδίων. Γι’ αυτό και είναι σπάνιες οι περιπτώσεις από τις οποίες απουσιάζει, κυρίως λόγω έλλειψης χώρου.

H εικονογραφία των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Μονή της Χώρας στην Κων/πολη.

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Άξιομνημόνευτη είναι η παράσταση των Εισοδίων στην Μονή της Χώρας (1315-1320) στην Κων/πολη..Στο Καθολικό της Μονής ,το θέμα της διατροφής από τον άγγελο εικονίζεται δύο φορές.
Πρώτη παράσταση.Η προσφορά της Μαρίας


Δεύτερη παράσταση.Η διατροφή της Μαρίας.

undefined
Η μία στην παράσταση των Εισοδίων ,που ιστορείται στον τρίτο θόλο του εσωνάρθηκα και η δεύτερη ,σαν μεμονωμένη σκηνή ,στην νότια καμάρα του θόλου.Φαίνεται ότι ο ψηφιδιγράφος δεν μπόρεσε να αποφύγει αυτή την επανάληψη ,καθώς το θέμα της διατροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παράστασης των Εισοδίων.Και στις δύο περιπτώσεις -στην παράσταση των Εισοδίων και στην μεμονωμένη σκηνή -το θέμα της διατροφής ιστορείται με τον συνηθισμένο τρόπο ,με την Θεοτόκο καθισμένη κάτω από το κιβώριο σε ψηλή καθέδρα ,να απλώνει τα χέρια να παραλάβει από τον ιπτάμενο άγγελο, που την είχε πλησιάσει ,τον άρτο.Διαφέρουν όμως ως προς τον ουρανό του κιβωρίου-που στην πρώτη περίπτωση είναι θολωτός ,ενώ στην δεύτερη πυραμοειδής-και στην παρουσία μιας καθισμένης κοπέλας από την ομάδα των λαμπαδηφόρων παρθένων ,που έχει προστεθεί στην μεμονωμένη σκηνή.Το θέμα αυτό δεν υπάρχει μεμονωμένο σε κανένα άλλο μνημείο .Η επιγραφή που συνοδεύει το ψηφιδωτό της Μονής της Χώρας “η Θεοτόκος δεχομένη τον άρτο παρά του Αγγέλου” έχει άμεση σχέση με το κείμενο του Πρωτευαγγελίου ” ην δε Μαρία εν των ναώ Κυρίου ως περιστερά νεμομένη και ελάμβανεν τροφήν εκ χειρός αγγέλου”.

Τo Συναξάριο της Θεομητορικής εορτής των Εισοδίων.


(Aπό το Μηνιαίο του Νοεμβρίου)
Ένδον τρέφει σε Γαβριήλ Nαού Kόρη,
Ήξει δε μικρόν και το χαίρε σοι λέξων.
Bη Iερόν Mαρίη τέμενος παρά εικάδι πρώτη.

+ H εις τον νομικόν Nαόν της κυρίας Θεοτόκου Eίσοδος, επροξένησεν εις τους Oρθοδόξους Xριστιανούς εορτήν θαυμαστήν και παγκόσμιον.
Eπειδή και έγινεν αύτη με παράδοξον τρόπον, και είναι ένα προοίμιον του μεγίστου και φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου.
Tο οποίον διά μέσου της Θεοτόκου έμελλε να γένη εις τον κόσμον. Έλαβε δε την αφορμήν η εορτή των Eισοδίων διά την υπόθεσιν ταύτην.
H παναοίδιμος Άννα, επειδή όλην σχεδόν την ζωήν της επέρασε στείρα χωρίς να γεννήση παιδίον, τούτου χάριν παρεκάλει τον Δεσπότην της φύσεως ομού με τον άνδρα της Iωακείμ, να χαρίση εις αυτούς τέκνον. Kαι αν επιτύχουν του ποθουμένου, ευθύς να αφιερώσουν εις τον Θεόν το γεννηθέν παιδίον.
Kαι λοιπόν εγέννησε παραδόξως την πρόξενον γενομένην της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, την καταλλαγήν και φιλίωσιν του Θεού μετά των ανθρώπων, την αιτίαν της αναπλάσεως του πεσόντος Aδάμ, και της τούτου εγέρσεως και θεώσεως. Aυτήν λέγω την Yπεραγίαν και Δέσποιναν Θεοτόκον Mαρίαν. Όθεν όταν αύτη έγινε τριών χρόνων, επήραν αυτήν οι γονείς της, και επρόσφεραν κατά την σημερινήν ημέραν εις τον Nαόν.
Kαι πληρούντες τας υποσχέσεις οπού έκαμαν, αφιέρωσαν την θυγατέρα αυτών εις τον χαρισάμενον ταύτην Θεόν. Kαι παραδίδουσιν αυτήν εις τους ιερείς, και μάλιστα εις τον τότε Aρχιερέα Ζαχαρίαν. O οποίος ταύτην παραλαβών, έμβασε μέσα εις το ενδότατον του Nαού, όπου μόνος ο Aρχιερεύς μίαν φοράν τον χρόνον εισήρχετο. Kαι τούτο εποίησε κατά βούλησιν Θεού, όστις έμελλε μετά ολίγον να γεννηθή εξ αυτής, διά την διόρθωσιν και σωτηρίαν του κόσμου.
Eκεί λοιπόν η Παρθένος διέμεινε χρόνους δώδεκα, τρεφομένη μεν ξενοπρεπώς από τον Aρχάγγελον Γαβριήλ με τροφήν ουράνιον. Aξιουμένη δε της του Θεού εμφανείας, έως ότου επλησίασεν ο καιρός του θείου Eυαγγελισμού, και των ουρανίων και υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων. Tα οποία εμήνυον, ότι ο Θεός ευδόκησε να σαρκωθή από αυτήν φιλανθρώπως, διά να αναπλάση τον φθαρέντα κόσμον υπό της αμαρτίας. Tότε γαρ η Θεοτόκος εξελθούσα από τα Άγια των Aγίων, παρεδόθη εις τον μνήστορα Iωσήφ1, ίνα εκείνος υπάρχη φύλαξ και μάρτυς της παρθενίας αυτής. Kαι ίνα υπηρετήση, τόσον εις τον άσπορον τόκον της, όσον και εις την φυγήν την εις Aίγυπτον, και εις την απ’ εκείνης επάνοδον εις γην Iσραήλ.
(Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη)

Οἱ ἑορτὲς τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια ἡ Ἐκκλησία ἔχει δώσει στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τίτλους ἁγιότητας μεγαλύτερους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν δοθεῖ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον Ἅγιο. Ὀνομάστηκε Ὑπεραγία, Παναγία. Τὴν εὐλαβούμαστε ὡς κάποια ποὺ εἶναι μεγαλύτερη καὶ ἁγιότερη ἀπὸ τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, μεγαλύτερη ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ποὺ προικισμένοι μὲ τὴν ὅραση μποροῦν νὰ δοῦν, ν’ ἀτενίσουν καὶ νὰ λατρέψουν, ὡς κάποια ποὺ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι στὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου. Ἐπειδὴ αὐτοὶ ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι βλέπουν, λατρεύουν καὶ ὑπηρετοῦν τὸ Θεὸ ὡς τὸν Κύριό τους, ὡστόσο παραμένουν κατὰ κάποιο τρόπο μακριὰ ἀπ’ Αὐτόν, σὲ σχέση μὲ ἐκείνη ποὺ στὴν ἀνυπέρβλητη ἁγιότητά της ἔγινε ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, ἡ Μητέρα τοῦ σαρκωμένου Λόγου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Νύμφη, ἡ τέλεια ἀποκάλυψη αὐτοῦ ποὺ ὁλόκληρη ἡ κτίση ἔχει κληθεῖ νὰ εἶναι καὶ νὰ γίνει.


Ἡ γιορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ ναὸ ξεσηκώνει ἐμφανῶς ἀρκετὰ ἱστορικὰ προβλήματα. Ξέρουμε ὅτι στὸ Ἰσραὴλ κανένας δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ εἰσέλθει στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅτι ὁ Ἀρχιερέας ἔμπαινε σ’ αὐτὸν μόνο μία φορὰ τὸ χρόνο ἀφοῦ εἶχε περάσει ἐξαγνισμὸ μὲ θυσιαστικὸ αἷμα. Αὐτὸ ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ γιορτὴ τὸ περιγράψαμε ἀρχικά, διευρύνθηκε σ’ ἕνα κήρυγμα περὶ προσευχῆς ποὺ γράφτηκε κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὸ Θεοφάνη τὸν Ἔγκλειστο. Τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, λέει, εἶναι ὁ πυρήνας τῆς καρδιᾶς τῆς ἀνθρώπινης λατρείας. Εἶναι ὁ τόπος ὅπου οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μποροῦν νὰ συναντήσουν τὸ Θεὸ στὸ βαθμὸ ποὺ μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ὁ Θεός. Εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ μυστηρίου τοῦ Ἰσραήλ. Εἶναι ἀκόμη τὸ σημεῖο τὸ ὁποῖο, μὲ κάποιον τρόπο, εἶναι πέρα ἀπὸ τὸ σημεῖο τῆς θυσίας. Ἡ θυσία ἀνοίγει τὴν πόρτα σὲ αὐτό. Ἡ θυσία παραμένει κατὰ κάποιον τρόπο σ’ αὐτὴ τὴν πλευρά. Καὶ τὸ νὰ εἰσέλθει κάποιος στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων πρώτιστα σημαίνει νὰ εἰσέλθει κανεὶς στὰ βάθη τῆς λατρείας, στὰ βάθη τῆς προσευχῆς ποὺ κάνει κάποιον παρόντα μπροστὰ στὸν ζῶντα Θεό, ποὺ κάνει κάποιον νὰ σταθεῖ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μὲ τὸν ζωντανὸ Θεό. Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς μορφὲς γιορτάζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ὑποδηλώνουν σὲ μᾶς σὲ ποιὸ σημεῖο Ἐκείνη (ἡ Παναγία) στέκεται ὅλη τὴ ζωή της, στὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ ὅλη τὴν παράδοση, σὲ ὅλη τὴν λατρεία.

Ἡ παράδοση λέει ὅτι ἀνατράφηκε ἀπὸ τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄννα. Στὶς εἰκόνες μπορεῖς νὰ δεῖς κορίτσια μὲ κεριὰ καθὼς τὴν φέρνουν στὸ ναό. Τὴν ὁδήγησαν στὸν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος τὴν πῆγε σ’ ἕνα μέρος ποὺ δὲν εἶχε πρόσβαση οὔτε ὁ ἴδιος.

Τώρα δὲ νομίζω πὼς ὑπάρχει κάποια πλεονέκτημα στὸ νὰ συζητᾶ κανεὶς τὴν πιθανὴ ἱστορικότητα ἑνὸς γεγονότος τέτοιου εἴδους. Ἐξεταζόμενο ἁπλὰ ἀπὸ ἱστορικῆς πλευρᾶς φαίνεται μᾶλλον δύσκολο νὰ ἔγινε κάτι τέτοιο. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι τὸ τί ἀντιπροσωπεύει αὐτό· ἀντιπροσωπεύει μιὰ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία, ἔχοντας φτάσει στὸ σημεῖο ὡρίμανσης ἑνὸς νέου παιδιοῦ, ἀλλὰ στὸ σημεῖο ὡρίμανσης κάποιου ποὺ μπορεῖ νὰ λατρέψει, νὰ ὑπηρετήσει, ν’ ἀκούσει, νὰ εἶναι ἕτοιμο νὰ ἀνταποκριθεῖ καὶ νὰ ὑπακούσει, αὐτὴ ἐπέλεξε ὅλα ἐκεῖνα καὶ μπῆκε στὰ βάθη τῆς ὑπακοῆς, τῆς ἀκοῆς, τῆς προσοχῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Μὲ αὐτὸ δὲν θέλω νὰ πῶ ὅτι αὐτὸ συνέβη ἢ δὲν συνέβη. Ἀλλά, ἀναφορικὰ μὲ ἐκείνη, αὐτὸ ποὺ μετράει εἶναι προφανῶς αὐτὴ ἡ θέαση τοῦ γεγονότος πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν ἱστορικότητα τοῦ γεγονότος ποὺ περιγράψαμε στὶς εἰκόνες ἢ στὴ φολκλορικὴ παράδοση.


Μετάφραση http://www.agiazoni.gr/

Ἡ Ζωὴ τῆς Παναγίας

Τσαγκάρης Παναγιώτης (Θεολόγος)



Στὸ χῶρο τοῦ σύμπαντος τὸ φαινόμενο τῆς ἔκλειψης τοῦ ἡλίου εἶναι κάτι ποὺ συχνὰ συμβαίνει. Στὸ χῶρο τῆς χριστιανικῆς πίστης ὅμως, ὑπάρχει ἕνας ἥλιος ποὺ δὲν γνωρίζει ἔκλειψη εἰς τὸν αἰώνα. Εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Χριστός! Μαζί του λάμπει στοὺς αἰῶνες καὶ ὁ ἥλιος τῆς Παναγίας μητέρας Του. Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἥλιος, ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Θεοῦ, «ἡ μετὰ Θεὸν Θεός», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο, καθὼς εἶναι ἐκείνη ποὺ δέχθηκε μέσα της, ἐκύησε, ἐγέννησε, γαλακτοτρόφησε καὶ ἀνέθρεψε τὸ νοητὸ Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης.

Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἥλιος ἁγνείας, παρθενίας, ὑπακοῆς, ὑπομονῆς, σιωπῆς, ἀγάπης, πίστης, σεμνότητας, καθαρότητας, διακριτικότητας, σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ὡραιότητας. Ἥλιος καλοκαιρινός, δεκαπενταυγουστιάτικος, ποὺ λαμπρύνει τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀποτελεῖ καύχημα καὶ κόσμημα τῶν χριστιανῶν.

Ἂς δοῦμε σύντομα τὴ μοναδικὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς μοναδικῆς γυναίκας.

Κατὰ τὸ λεγόμενο, «πρωτευαγγέλιο» τοῦ Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, ὁ ἱερέας Ματθᾶν (23ος ἀπόγονός του Δαβίδ, κατὰ τὸν γενεαλογικὸ πίνακα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου), παντρεύτηκε τὴ Μαρία καὶ μαζὶ ἀπέκτησαν τὸν Ἰακώβ, τὸν πατέρα τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ μνήστορος τῆς Παναγίας, καὶ τρεῖς κόρες:

τὴ Μαρία, ἡ ὁποία γέννησε τὴ Σαλώμη τὴ μαία,

τὴ Σοβῆ, ἡ ὁποία γέννησε τὴν Ἐλισάβετ, τὴ μητέρα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου καὶ

τὴν Ἄννα, ἡ ὁποία γέννησε τὴ Μαρία, τὴ μητέρα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἄννα (ἡ μνήμη τῆς τιμᾶται στὶς 25 Ἰουλίου), παντρεύτηκε σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν, τὸν τριαντάχρονο τότε Ἰωακείμ (ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 9 Σεπτεμβρίου μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του Ἄννα), ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ, ὅπως κι ἐκείνη. Ὅμως πέρασαν 40 χρόνια ἔγγαμου βίου καὶ ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα δὲν εἶχαν ἀποκτήσει παιδί. Ἡ ἀτεκνία στὴν ἐποχὴ τοὺς ἦταν μεγάλη ντροπή. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ ντροπὴ τὴν ἔφερναν πάνω τους καὶ οἱ δυό τους ἀγόγγυστα κι ἀδιαμαρτύρητα ἀπέναντι στὸ Θεό. Ὑπέμεναν τὸ θέλημά Του, Τὸν θερμοπαρακαλοῦσαν, πίστευαν μὲ ἁπλοϊκὴ καὶ πηγαία πίστη στὴν παντοδυναμία Του καὶ περίμεναν…

Ἀπέναντι στὴ τόση πίστη, ὑπομονὴ καὶ προσευχὴ ὁ Θεὸς ἀπάντησε μὲ πολλαπλὰ μεγάλα θαύματα. Στέλνει τὸν ἄγγελό Του καὶ λύει τὴν ἀτεκνία τῆς Ἄννας (9 Δεκεμβρίου). Καὶ ἡ γριὰ καὶ στείρα Ἄννα, ὡς ἄλλη Σάρα, θὰ μείνει ἔγκυος καὶ στὰ 60 της χρόνια θὰ γεννήσει καὶ θ᾿ ἀποκτήσει (8 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα Δευτέρα τοῦ ἔτους 15 π.Χ.) κόρη. Καὶ τί κόρη(!) τὴ Μαρία, τὴ μετέπειτα Παναγία Δέσποινα.

Τῆς ἔδωσαν τ᾿ ὄνομα τῆς γιαγιᾶς της, ὅμως τὸ καθένα ἀπὸ τὰ πέντε γράμματα τοῦ ὀνόματός της παραπέμπει καὶ σὲ ἕνα γυναικεῖο πρόσωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ ὁποῖο διακρίθηκε γιὰ μία τουλάχιστον ἀρετή:

ἡ Μ-αριάμ, γιὰ τὴν ἁγνότητά της,

ἡ Ἀ-βιγαία (=πηγὴ χαρᾶς), γιὰ τὴν ταπείνωση & τὴ σωφροσύνη της,

ἡ Ρ-αχήλ (=ἀμνάδα), γιὰ τὴν ὀμορφιά της,

ἡ Ἱ-ουδήθ, γιὰ τὴν ἀνδρειοφροσύνη & τὴν πίστη της,

ἡ Ἄ-ννα (=Θεία Χάρη), γιὰ τὴν ὑπομονή της.

Ἔτσι τὸ ὄνομα Μαρία περιγράφει καὶ τὰ χαρίσματα τῆς Παναγίας.

Στὸ δῶρο αὐτὸ τοῦ Θεοῦ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς τῆς Μαρίας, ἀπαντοῦν μὲ ἀντίδωρο. Προσφέρουν στὸ Θεὸ ἐκεῖνο ποὺ τοὺς πρόσφερε. Φέρνουν στὸ ναὸ καὶ ἀφιερώνουν στὸ Θεὸ τὴν τρίχρονη(!) κορούλα τους.

Μεγάλη ἡ καρδιά τους – Μεγάλη ἡ ἀπόφασή τους – Μεγάλη ἡ πίστη τους.

Ἂς τοὺς θαυμάσουμε καὶ ἂς τοὺς μοιάσουμε.

Τὸ τρίχρονο κοριτσάκι τρέχοντας ἀνέβηκε τὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ κι ἔπεσε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἁγίου ἀρχιερέα Ζαχαρία. Ἐκεῖνος προφανῶς, γνωρίζοντας ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτὸ τὸ παιδί, γεμάτος χαρά, ἀφοῦ πρῶτα πείθει τὸν λαὸ γιὰ τὸ σωστό της παράδοξης ἀπόφασής του, ὁδηγεῖ (21 Νοεμβρίου) τὴ μικρὴ κόρη στὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» του ναοῦ (!!!), ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ μόνο ὁ ἀρχιερέας ἔμπαινε κι αὐτὸς μιὰ φορὰ τὸ χρόνο. Ἐκεῖ φυλάσσονταν ἀπὸ τοὺς ἱσραηλίτες τὰ ἱερότερα τῶν κειμηλίων τους, ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης ποὺ περιεῖχε τὶς πλάκες μὲ τὶς δέκα ἐντολές, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν καὶ τὸ δοχεῖο μὲ τὸ μάννα.

Ἐκεῖ θὰ παραμείνει ἐπὶ 12 συναπτὰ ἔτη ἡ πιὸ ἁγνὴ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, ἡ μικρὴ Μαρία, ζωντας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, ὑπακοὴ καὶ τρεφόμενη ἀπὸ ἀγγελικὰ χέρια, καθὼς ἐκείνη ἔμελλε νὰ ἀναδειχθεῖ μεγαλύτερη κι ἀπὸ τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» καὶ νὰ γίνει ἡ νέα κιβωτὸς ποὺ μέσα της θὰ στέγαζε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ.

Στὰ ἐννέα της χρόνια θὰ γνωρίσει τὴν πίκρα τῆς ὀρφάνιας, καθὼς θὰ στερηθεῖ καὶ τοὺς δυὸ ἀγαπημένους γονεῖς της. Ἔτσι οἱ ἱερεῖς τοῦ ναοῦ καὶ οἱ συγγενεῖς της, ὅταν πλέον ἦρθε ἡ ὥρα (σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν) νὰ ἀφήσει τὸ ναὸ καὶ νὰ βγεῖ ἔξω στὸν κόσμο, ἀποφασίζουν νὰ μὴν τὴν ἀφήσουν μόνη ἐκτεθειμένη στοὺς κινδύνους τῆς ζωῆς, ἀλλὰ νὰ τὴν προστατεύσουν.

Τὴν θέτουν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ Ἰωσήφ, ἑνὸς μακρινοῦ συγγενῆ της (ὅπως εἴδαμε ἀνωτέρω), τοῦ ὁποίου ἡ γυναίκα εἶχε πεθάνει καὶ τοῦ εἶχε ἤδη ἀφήσει 7 παιδιά, 4 ἀγόρια καὶ 3 κορίτσια (τὰ ὁποῖα ἀργότερα θὰ θεωρηθοῦν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς ἐποχῆς, ὡς ἀδέλφια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ). Ἡ ἀπόφασή τους αὐτὴ ἐπικυρώθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καθὼς κατὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἰωσὴφ ὡς μνηστήρα τῆς Μαρίας, ἕνα περιστέρι βγῆκε ἀπὸ τὴ ράβδο του καὶ πέταξε πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του.

Ὁ Ἰωσὴφ παρέλαβε τὴ 16χρονη Μαρία, παρὰ τοὺς δισταγμοὺς ποὺ εἶχε, ἐπειδὴ ἦταν χῆρος με παιδιὰ καὶ μεγάλος σε ἡλικία (75 ἐτῶν).

Ἡ Μαρία δὲν πρόλαβε νὰ κλείσει χρόνο στὴ νέα της ζωὴ κι ἕνα ἀνοιξιάτικο κυριακάτικο ἀπόγευμα στὶς 25 τοῦ Μαρτιοῦ, ἐνῶ μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά της ἦταν προσηλωμένη στὴν νοερὰ προσευχή, μὲ τὰ χείλη σιγόψελνε ὕμνους στὸ Θεὸ καὶ μὲ τὰ χέρια χρυσοκένταγε τὸ νέο «καταπέτασμα» τοῦ ναοῦ, ἄκουσε ἀπὸ τ᾿ Ἀρχαγγελικὰ τοῦ Γαβριὴλ τὰ χείλη, τὴν ἐκπλήρωση τοῦ «πρωτευαγγελίου». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη Μαρία!. Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». Ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου γιὰ νὰ συμβεῖ τὸ ποθούμενο, καθὼς ἁγιωτέρα καὶ καθαροτέρα ψυχὴ δὲν ὑπῆρξε μέχρι τότε, οὔτε θὰ ὑπάρξει σὰν αὐτὴ τῆς Παναγίας. «Μὴ φοβᾶσαι, Μαρία, θὰ γεννήσεις τὸ Γιὸ τοῦ Ὑψίστου. Πνεῦμα Ἅγιο θὰ σὲ ἐπισκιάσει». Καὶ ἡ ἀπάντησή της ποὺ ἀκολούθησε τοὺς πρώτους ἀνθρώπινους δισταγμούς της: «Ἰδού, ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου». Ἡ σωτήρια ἀπάντηση ποὺ περίμενε ὅλος ὁ κόσμος, δόθηκε.

Ἡ Μαρία ἔγγυος (καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ τὴν ἀγγίξει ἄνδρας!!!). Δὲν τὸ χωράει ὁ νοῦς τοῦ δίκαιου Ἰωσήφ. Ὅμως Ἄγγελος Κυρίου θὰ τὸν ἐνημερώσει γιὰ τὰ συμβάντα καὶ ἔτσι ἐκεῖνος, μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ κόσμου θὰ πάρει τὴν εὐθύνη καὶ θὰ καλύψει τὴν Παρθένο.

Ἡ ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ θὰ γίνει μάνα ὄντας παρθένος. Παρθένος πρίν, κατὰ καὶ μετὰ τὸν τοκετό. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὶς εἰκόνες της ἁγιογραφεῖται μὲ τρία ἀστέρια (δυὸ στοὺς ὤμους καὶ ἕνα στὸ μέτωπο) πάνω στὴν ἐσθήτα της καὶ ὑμνολογεῖται ὡς «Νύμφη ἀνύμφευτη».

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ βέβαια, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει ὁ νοῦς ὄχι μόνο του Ἰωσήφ, μὰ καὶ κάθε ἀνθρώπου. Κι ὅμως ἡ ἐξαδέλφη τῆς Μαρίας ἡ Ἐλισάβετ, φωτιζόμενη ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸ πεῖ: «ἦρθε σὲ μένα ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου» καὶ τὸ βρέφος ποὺ εἶχε στὴν κοιλιά της θὰ σκιρτήσει μὲ τὴν παρουσία τῆς Παρθένου Μαρίας.

Ἀκολουθεῖ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν Βηθλεὲμ τὴ γενέτειρα τοῦ Ἰωσήφ, γιὰ νὰ ἀπογραφοῦν ἐκεῖ ὁ ἴδιος καὶ ἡ Μαρία, σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου.

«Ἑτοιμάζου Βηθλεέμ, ἤνοικτε πάσιν ἡ Ἐδέμ».

Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἄσημο χωριὸ ποὺ βρίσκεται 10 χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ θὰ γεννήσει ἡ Παρθένος σ᾿ ἕναν στάβλο καὶ θὰ ἐναποθέσει σ᾿ ἕνα παχνὶ τὸν κτίσαντα τὸν κόσμο ὅλον.

Ὁ Ἐμμανουήλ (=ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας) εἶναι ἐδῶ κι ἡ μάνα του κρυφὰ Τὸν καμαρώνει, καθὼς ἁπλοϊκὰ τσομπανόπουλα Τὸν προσκυνοῦνε, ἄγγελοι Τὸν ὑμνοῦνε, ἄδολα ζῶα Τὸν ζεσταίνουν μὲ τὰ χνῶτα τους, μάγοι (σπουδαγμένοι πανεπιστήμονες τοῦ καιροῦ τους) Τὸν χρυσώνουν.

Στὶς 8 μέρες ἀκολουθεῖ ἡ περιτομὴ καὶ ἡ ὀνοματοδοσία τοῦ νεαροῦ ἀγοριοῦ. Ἰησοῦς θἆναι τ᾿ ὄνομά Του.

Στὶς 40 μέρες οἱ εὐλογημένοι γονεῖς τοῦ Ἰησοῦ, ἀκολουθώντας τὴν παράδοση καὶ τὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ, θὰ φέρουν τὸ παιδὶ στὸ ναό, γιὰ νὰ πάρουν ὅλοι μαζὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συνεχίσουν ἔτσι οἱ γονεῖς μὲ δύναμη καὶ φρόνηση, τὴν ἀνατροφὴ τοῦ παιδιοῦ τους.

Θὰ ἀκολουθήσει ἡ φυγὴ τῆς ἁγίας οἰκογένειας στὴν Αἴγυπτο, κατόπιν ἀγγελικῆς προτροπῆς, γιὰ νὰ γλιτώσει ὁ μικρὸς Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ φονικὸ μαχαίρι τοῦ Ἡρώδη. Ἀγόγγυστα καὶ μὲ χαρὰ ἡ Μαρία θὰ ὑποφέρει τὸν ξεριζωμὸ ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τὸν ξενιτεμὸ πρὸς χάριν τοῦ παιδιοῦ της.

Δὲν θὰ ἀργήσει ὅμως νὰ ἔλθει καὶ ἡ ποθητὴ μέρα τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα καὶ ἡ ἐγκατάσταση τῆς ἱερῆς οἰκογένειας στὴ Γαλιλαία.

Τὴν Παναγία θὰ τὴν ξανασυναντήσουμε στὰ εὐαγγέλια. Θὰ ψάχνει ἐναγωνίως τὸ δωδεκάχρονο πιὰ ἀγόρι της, ποὺ Τὸ εἶχε χάσει, κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὸ ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου εἶχαν πάει γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Ἄραγε μέσα σὲ τί ἀγωνία θὰ ζοῦσε ἡ ἁγία της ψυχὴ ἐκεῖνες τὶς τρεῖς ἡμέρες ποὺ πέρασαν, προτοῦ βρεῖ τὸν Ἰησοῦ νὰ διδάσκει στὸ σπίτι τοῦ πατέρα Του, τοὺς σοφοὺς ἀρχιερεῖς τοῦ ναοῦ;

Τὴ λαχτάρα ποὺ τῆς ἔδωσε τότε ὁ Γιός της, θὰ τῆς τὴν ξεπληρώσει ὅταν πιὰ τριαντάχρονος θ᾿ ἀρχίσει τὸ δημόσιο ἔργο Του.

Γιὰ χάρη τῆς μητέρας Του τότε θὰ κάνει τὸ πρῶτο θαῦμα Του, ἂν καὶ ἦταν παράκαιρο ὅπως τῆς εἶπε. Ἐντούτοις, θὰ κάνει τὸ νερὸ κρασὶ στὸν ἐν Κανᾷ γάμο γιὰ νὰ συνεχισθεῖ τὸ γλέντι καὶ ἡ χαρὰ τῶν παρευρισκομένων σ᾿ αὐτὸ τὸ γιορτάσι, διότι… Ἐκείνη Τοῦ τὸ ζήτησε!

Σὲ κάποια ἄλλη στιγμὴ ὅμως, ὅταν Τὸν ἀναζητοῦσαν ἡ μητέρα του καὶ τ᾿ ἀδέρφια Του, θὰ πεῖ πὼς μητέρα μου κι ἀδέρφια μου εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Οἱ καλοθελητὲς θὰ σχολιάσουν πὼς πλήγωσε μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, τὴ μητέρα Του.

Λέτε, ἀλήθεια, νὰ ἀδιαφοροῦσε τόσο πολὺ γιὰ Ἐκείνη ὁ Κύριος;

Ποιός; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἦταν καρφωμένος πάνω στὸ Σταυρό, καὶ φρικτὰ ὑπέφερε, ἐντούτοις νοιάστηκε γιὰ ΄κείνη, γιὰ νὰ μὴν μείνει μόνη καὶ ἀπροστάτευτη μετὰ τὸ θάνατό Του καὶ τὴν ἔθεσε ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ ἀγαπημένου Του μαθητῆ, τοῦ Ἰωάννη.

Κι Ἐκείνη λέτε νὰ μὴ γνώριζε τὴ σημασία τῶν παραπάνω λόγων τοῦ παιδιοῦ της, ὅταν ἦταν:

Ἐκείνη ποὺ Τὸν γέννησε καὶ Τὸν ἀνέθρεψε;

Ἐκείνη ποὺ Τὸν παράστεκε σ᾿ ὅλες τὶς περιοδεῖες Του;

Ἐκείνη ποὺ στὸ Γολγοθὰ ἐπάνω καὶ κάτω ἀπ᾿ τὸ Σταυρὸ τοῦ παιδιοῦ της ἀνήμπορη καὶ μόνη παρακολουθεῖ τὰ φρικτὰ γενόμενα ποὺ σὰν κοφτερὸ λεπίδι σχίζουν τὰ σωθικὰ της; «Σφαγήν Σου τὴν ἄδικον Χριστέ, ἡ Παρθένος βλέπουσα..» (ὅπως εἶχε προφητεύσει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὅταν κατὰ τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου στὸ ναὸ εἶχε πεῖ: «Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴ διελεύσεται ρομφαία» (Λουκ. 2, 35).

Ἐκείνη ποὺ κατὰ τὴν ἀποκαθήλωση ἔλουσε μὲ τὰ δάκρυά της, μύρωσε καὶ νεκροπρεπῶς ἐνταφίασε τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Γιοῦ της;

Ἐκείνη ποὺ πρωτοτίμησε ὁ Γιός της μὲ τὴν ἀναστημένη παρουσία Του;

Ἐκείνη ποὺ μπροστὰ στὰ μάτια της Γιός της καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς;

Ἐκείνη ποὺ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔλαβε στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους;

Ἐκείνη ποὺ ξεκίνησε μετὰ ἀπὸ τὸν κλῆρο ποὺ τῆς ἔλαχε, νὰ πάει νὰ κηρύξει τὸ Γιό της στὴν Ἰβηρία;

Ἀλλὰ τελικά, τὸ θέλημα τοῦ Γιοῦ της ἦταν νὰ βρεθεῖ στὴ χερσόνησο τοῦ Ἄθωνα καὶ αὐτὸς ὁ εὐλογημένος τόπος νὰ τῆς παραχωρηθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ἀπὸ τότε καὶ ἕως τὰ τέλη τῶν αἰώνων ὡς περιβόλι δικό της.

Ἡ Παναγία γνώριζε ἀπὸ τὸν τὴν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ὅλα τὰ μελλούμενα, ἀλλὰ «διετήρει πάντα τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. δ´ 51).

Μιὰ συνεχὴς σιωπή, προσευχή, διακριτικὴ ὑπομονὴ καὶ ταπείνωση, ἦταν ἡ ζωή της.

Κι ἔτσι συνέχισε νὰ πολιτεύεται καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Γιοῦ της στοὺς οὐρανούς.

«Ξενυχτοῦσε στὴν προσευχή. Καὶ δὲν προσευχόταν ὄρθια ἢ γονατιστή. Χρωμάτιζε τὴν προσευχή της μὲ τὶς ἐπίμονες γονυκλισίες (=μετάνοιες). Ἔκανε τόσες πολλὲς μετάνοιες, ὥστε στὰ ἁγία γόνατά της σχηματίστηκαν «κόμποι» (ὅπως τῆς γίδας). Τὸ δὲ μάρμαρο ποὺ ἀκουμποῦσαν τὰ γόνατά της ...βαθούλωσε!!!

Μετὰ τὴν ὁλονύκτια προσευχή της, ξάπλωνε γιὰ λίγο, ἔχοντας σὰ στρῶμα μία πέτρα.

Ἡ δὲ προσευχή της (καὶ τί προσευχή!) ἔκανε θαύματα! (Ἡ Παναγία προσευχόταν!) Θεράπευε ἄρρωστους, ἔβγαζε δαιμόνια κ.λ.π.

Ὅμως ἡ φιλεύσπλαχνος Παρθένος δὲν εἶχε περιορισθεῖ μόνο στὴν προσευχή, ἀλλ᾿ εἶχε ἀνοιχθεῖ καὶ πρὸς τὸν κόσμο. Δὲν ἐπικοινωνοῦσε μονὸ μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν κόσμο. Τὴ νύχτα δηλαδὴ τὴν εἶχε ἀφιερώσει στὴν ἐπικοινωνία της μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴν ἡμέρα στὴν ἐπικοινωνία της μὲ τὸ συνάνθρωπο.

* Ὑποδεχόταν τοὺς ξένους με πλατιὰ καρδιά. Καὶ τοὺς περιποιοῦνταν.

* Ἔκανε ἐλεημοσύνες.

* Ἔτρεχε στὰ ὀρφανά, στὶς χῆρες, στοὺς καταπονημένους, στοὺς θλιβομένους.

Ἡ μεγάλη της εὐσπλαχνία ράγιζε καὶ τὶς πέτρινες ψυχές.»

Ὥσπου ἦρθε ἡ ὥρα σὲ ἡλικία ἄγνωστη σὲ μᾶς (ἄλλοι λένε 59 ἐτῶν καὶ ἄλλοι 74, κάτι, ποὺ εἶναι ἴσως καὶ τὸ πιθανότερο), νὰ πάει νὰ συμβασιλεύσει στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Γιό της «πεποικιλμένη τῇ Θείᾳ δόξῃ».

Ὁ Ἄγγελος Γαβριὴλ τῆς φέρνει τὴν εἴδηση τῆς ἀναχώρησής της μετὰ τρεῖς ἡμέρες στοὺς οὐρανούς, προσφέροντάς της ἕνα κλαδὶ φοίνικα ποὺ εἶναι σύμβολο ἀθανασίας.

Στὸ διάστημα τῶν τριῶν ἡμερῶν, ἔκανε ὅλες τὶς ἀπαραίτητες ἑτοιμασίες ποὺ ἐπιβάλλεται νὰ γίνουν γι᾿ αὐτὸ τὸ ταξίδι.

Προσευχήθηκε στὸ ἀγαπημένο της ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κι ἐκεῖ τὰ δέντρα ἔκλιναν τὶς κορφές τους γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν, νὰ τὴν τιμήσουν καὶ νὰ τὴν ἀποχαιρετήσουν.

Μὰ τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν τελειωμό. Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν διασκορπιστεῖ στὰ πέρατα τῆς γῆς γιὰ νὰ κηρύξουν «Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον». Τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ὅμως, σύννεφα τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς μετέφεραν «Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ», στὸ σπίτι τῆς Παναγίας. Παρόντες ἐκεῖ καὶ ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος καὶ ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Ἰερόθεος, πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Δὲν μποροῦσαν ν᾿ ἀφήσουν μόνη της τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἐπίγειες στιγμές της.

Κι Ἐκείνη τοὺς μιλάει, τοὺς νουθετεῖ, τοὺς καθοδηγεῖ καὶ τοὺς παρηγορεῖ, μὲ τὴν ἀπαράμιλλη γλυκύτητα ποὺ τὴν διακρίνει πάντα. Καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα (9 τὸ πρωὶ τῆς 15ης Αὐγούστου), παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὰ χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ Γιοῦ της, ὁ Ὁποῖος τότε ἐκπλήρωσε καὶ τὴν ἐπιθυμία της, νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τοὺς τόπους ὅπου πῆγε Ἐκεῖνος γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τοὺς Προπάτορες, ἀλλὰ νὰ δεῖ καὶ τοὺς βασάνους τῶν ἁμαρτωλῶν στὴν κόλαση.

Ὅταν λοιπόν, ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ πῆγε τὴν ψυχή της στὸν χῶρο ἐκεῖνο, τόσο συγκλονίσθηκε ἡ Θεοτόκος ἀπὸ τὸ φοβερὸ θέαμα τῶν βασανισμένων στὴν κόλαση ποὺ παρακάλεσε τὸν Γιό της γι᾿ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς. Καὶ Ἐκεῖνος γιὰ τὸ δικό της χατήρι κάθε χρόνο καὶ γιὰ πενήντα ἡμέρες (ἀπὸ τὸ Πάσχα μέχρι τὴν Πεντηκοστή), ἀπελευθερώνει τοὺς κολασμένους ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς κόλασης.

Ὅταν ἡ Παναγία ἄφησε τὴν τελευταία γήινη πνοή της, ὁ Πέτρος πρῶτος τῆς ψάλλει ἐπιτάφια ἐγκώμια καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι σηκώνουν τὸ νεκροκρέββατό της καὶ προχωροῦνε πρὸς τὸ μνῆμα γιὰ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ πανάγιο σκῆνος της. Ὅμως οἱ πάγκακοι Ἰουδαῖοι δὲν σέβονται οὔτε αὐτὴ τὴν ἱερὴ γιὰ κάθε ἄνθρωπο στιγμή. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς μάλιστα, ὁ Ἰεφονίας ἔπιασε τὸ νεκροκρέββατο τῆς Παναγίας μὲ σκοπὸ νὰ τὸ ἀνατρέψει. Παρευθὺς τοῦ κόβονται, ἀπὸ ἀόρατο σπαθί, τὰ βέβηλα χέρια του. «Μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μου συγχώρα με» φωνάζει. Καὶ ἀμέσως ἐπανασυγκολοῦνται τὰ κομμένα μέλη τοῦ σώματός του. Ἄλλοι ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ ὄχλο ποὺ ἀκολουθοῦσε ὀργισμένος καὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιτεθεῖ στὴ νεκρικὴ πομπή, τυφλώνονται. Ὅσοι ἀπ᾿ αὐτοὺς πίστεψαν στὸ Χριστὸ καὶ τὴν μητέρα Του, θὰ βροῦν τὸ φῶς τους, ὅταν ὁ θεραπευμένος πλέον Ἰεφονίας, παίρνει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Πέτρου τὸ φοίνικα ποὺ εἶχε δώσει ὁ Γαβριὴλ στὴν Παναγία καὶ τοὺς ἀκουμπάει στὰ μάτια.

Ὅμως καὶ πάλι κατὰ θεία εὐδοκία, «εἷς ἐκ τῶν δώδεκα», ὁ Θωμᾶς, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ γενόμενα. Ἁρπάζεται ἀπὸ σύννεφο, μόλις τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τὴν κοίμησή της καὶ μεταφέρεται στὴ Γεθσημανῆ. Ἐκεῖ βλέπει τὴν Παναγία νὰ ἀνεβαίνει σύσσωμη στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ τοῦ δίνει, ὡς ἱερὸ ἐνθύμιό της, τὴν ἁγία ζώνη της, ἡ ὁποία σήμερα φυλάσσεται ὡς θησαυρὸς πολυτιμότατος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Συναντᾶ, λοιπόν, ὁ Θωμᾶς τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες δὲν ἔφυγαν πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς Παναγίας, καὶ τοὺς θερμοπαρακαλεῖ νὰ ἀνοίξουν τὸν τάφο της, νὰ τὴν δεῖ καὶ νὰ τὴν ἀποχαιρετήσει κι αὐτός. Καὶ ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος, ὅταν ἄνοιξαν τὸν τάφο διαπίστωσαν ὅτι αὐτὸς ἦταν ἄδειος ἀπὸ τὸ πανάχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου. Στὸν τάφο μέσα εἶχε μείνει μόνο τὸ σεντόνι μὲ τὸ ὁποῖο τύλιξαν κατὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τὸ νεκρὸ σῶμα της. Ἡ Παναγία μετέστη σωματικῶς στοὺς οὐρανούς. Δὲν ἀνέστη ἁπλῶς ἐκ τοῦ τάφου, ὅπως ὁ Κύριος, ἀλλὰ καὶ μετέβη ταυτόχρονα ὁλόσωμη στοὺς οὐρανούς, ὅπως τὴν εἶδε ὁ Θωμᾶς. Ἔτσι θὰ τὴ δοῦνε, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὅλοι οἱ μαθητὲς νὰ τοὺς χαιρετᾶ καὶ νὰ τοὺς διαβεβαιώνει: «Χαίρετε, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας», κι ἐκεῖνοι θὰ ἀναφωνοῦν: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν».

Δὲν ἔχουμε λοιπόν, μόνο ἀνάσταση, τὴν πρώτη ποὺ ἐνεργεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστὸς καὶ αὐτὴ πρὸς χάρη τῆς μητέρας Του, ἀλλὰ καὶ ἀνάληψη συνάμα, τῆς Θεοτόκου στοὺς οὐρανούς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἑορτάζουμε τὸ μικρὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, τὸν Δεκαπενταύγουστο, ὄχι τὸν θάνατο, ἀλλὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου.

«Πάντα ὑπὲρ ἔννοιαν, πάντα ὑπερένδοξα τὰ σὰ Θεοτόκε μυστήρια».

Ἔτσι τίμησε ὁ Χριστὸς τὴν μητέρα Του.

Ἡ Ἁγία Ἑλένη γιὰ νὰ τιμήσει τὴν Ὑπερδεδοξασμένη Θεομήτορα, ἔχτισε ναὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ σήμερα ἐπάνω στὸν τάφο της (ποὺ βρίσκεται στὴ Γεθσημανῆ καὶ ὄχι ὅπως λένε οἱ δυτικοὶ στὴ θέση «Καπουλὴ Παναγιά», λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὴν Ἔφεσο).

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς γιὰ νὰ τιμήσει τὴν Πάναγνη μορφή της, «ἱστόρησε» πάνω ἀπὸ 70 εἰκόνες τῆς Παναγίας. Τὴν πρώτη εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ ἔφτιαξε, τὴν ἔφερε στὴν Κυρία Θεοτόκο κι ἐκείνη τὴν εὐλόγησε. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, εἰκόνες τῆς Παναγίας ποὺ ἔχει φτιάξει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς εἶναι ἡ Μεγαλοσπηλιώτισσα στὰ Καλάβρυτα, ἡ Παναγία Σουμελᾶ στὴ Βέροια, ἡ Κυκκώτισσα στὴν Κύπρο, ἡ Ἐλεοῦσα στὴ Βίλνα τῆς Ρωσίας καὶ ἡ Προυσιώτισσα στὴν Εὐρυτανία.

Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης πάλι, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὅταν ἀκόμη ἦταν ἐν ζωῇ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιὰ νὰ τὴν τιμήσουν, ἔχτισαν, στὴν περιοχὴ Λύδδα τῆς Παλαιστίνης, τὴν πρώτη ἐκκλησία ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ ὄνομά της, τὴν ὁποία μάλιστα ἡ ἴδια ἡ Παναγία ἐγκαινίασε μὲ τὴν παρουσία της.

Οἱ χριστιανοὶ γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν Κεχαριτωμένη, τὴν ἔχουν κοσμήσει μὲ πάμπολλα ἐπίθετα καὶ χαρακτηρισμοὺς καὶ τῆς ἔχουν δώσει πλῆθος ὀνομάτων.

Οἱ Ἕλληνες γιὰ νὰ τιμήσουν τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τοὺς 8.000 περίπου ἐνοριακοὺς ναοὺς τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας, ἔχουν ἀφιερώσει στὴν μνήμη της τοὺς 2.000. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ περισσότερα μοναστήρια μας. Ἐπίσης, τ᾿ ἁγιασμένο ὄνομά της τὄχουν δώσει σὲ ἀγαπημένα πρόσωπά τους, σὲ νησιά, ὄρη, χωριὰ κλπ.

Ἐμεῖς ἄραγε, μὲ ποιὸ τρόπο, θὰ τιμήσουμε τὴ μάνα μας, γιατὶ εἶναι καὶ δική μας μάνα, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶναι ἀδελφός μας;

Ἐμεῖς ἄραγε, μὲ ποιὸ τρόπο θὰ τιμήσουμε αὐτὸν τὸν Ἀτίμητο Θησαυρὸ τῆς πίστης μας, ποὺ ἂν καὶ μετέστη ἐκ τῆς γῆς, «τὸν κόσμο οὐ κατέλιπε» καὶ σκέπει καὶ φρουρεῖ πάντας ὅσους εὐλαβῶς προστρέχουν στὴν χάρη της;

Ἡ Παναγία δὲν ἀπαιτεῖ τίποτε, ἐνῶ δέχεται τὰ πάντα. Δὲν ἐπιδιώκει τίποτε καὶ κατέχει τὰ πάντα. (π. Ἀλέξ. Σμέμαν)

Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς διδάξει, οὔτε ν᾿ ἀποδείξει τίποτε. Ἡ παρουσία της ὅμως καὶ μόνο, μὲ τὸ φῶς καὶ τὴν χαρά της, ἀπομακρύνει τὸ ἄγχος τῶν φανταστικῶν μας προβλημάτων. (π. Ἀλέξ. Σμέμαν)

Ὅταν ὁ Μέγας Ναπολέων μπῆκε νικητὴς στὸ Λουξεμβοῦργο, οἱ κάτοικοι ἔτρεξαν νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ τῆς πόλεως ποὺ τὰ εἶχαν φυλάξει στὰ χέρια ἑνὸς ἀγάλματος τῆς Παναγίας.

- Ἀφήσατέ τα στὰ χέρια τῆς Παναγίας, εἶπε ἐκεῖνος, γιατὶ ὅ,τι φυλάει ἡ Παναγία εἶναι καλὰ φυλαγμένο.

Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος εἶπε κάποτε. Ἕνα δάκρυ τῆς μητέρας μου ἀθώωσε πολλούς. Ἀλήθεια πόσους ἔχουν ἀθωώσει τὰ δάκρυα καὶ ἡ μεσιτεία τῆς Μεγάλης Μάνας μας τῆς Παναγίας!

Ἡ ἁγιότητα σὲ μιὰ ψυχὴ αὐξάνει ὅσο πιὸ πολὺ αὐξάνει ἡ εὐλάβειά της πρὸς τὴν Παναγία.

Ἀδύνατον νὰ χάσει τὴν ψυχή του ἐκεῖνος ποὺ τιμᾶ τὴν Παναγία

The Mother of God

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



( It is not always easy to speak of the Mother of God to Christians whose tradition may find little or no place for her in worship or in prayer. To begin by talking about the theology of the Incarnation leads quickly to the heart of the matter, but is likely to be counterproductive. In this sermon, preached at the University Church of Great St Mary's, Cambridge, on 19 May 1985, a different approach is used: we are introduced to the person, to Mary as an example of what it means to be a Christian and a child of God. Surely this is the proper introduction to one whose fiat made salvation possible for us all. )



I want tonight to speak of the Blessed Virgin, of the Mother of God, in her relation to us; to try to look at what we can learn from her, what she is as an image - almost an ideal image - of what we should be.

I want first of all to make a point concerning the Orthodox way of calling her the Mother of God. By this we mean simply that she is the one who brought God Incarnate into the world. Of course, she is not the mother of the Word of God according to his divinity, but without her the Word would not have been made flesh, the Son of God would not have become the Son of Man.

An English writer, Charles Williams, describes the event in a most wonderful way, as it seems to me, indicating at the same time the reality of the event and the decisive role of the Mother of God. He says that when the time was right, a maiden of Israel proved capable of pronouncing the name of God with all her mind and all her will and all her flesh, and the Word became flesh.

It is a gift of self, and it is at the same time an unreserved and heroic acceptance: a gift of self in humility, and an heroic acceptance because of what it could have been, what is meant humanly speaking.

Some of you may remember that the word 'humility' comes from the Latin humus, the fertile ground. Humility is not a condition which we try to ape by saying that we are unworthy, that we are not as good as others imagine us to be - if they do. Humility is a condition of the earth, lying completely open and surrendered: the earth which is open to all actions, of mankind, of the rain, accepting the refuse and accepting the furrow and bringing fruit, surrendered, offered and given.

This is the essence of humility and this is the kind of humility which we see in the Mother of God. And this is something which we could learn and which is so difficult to learn, because we are so continuously and so painfully afraid of offering ourselves, of surrendering, of giving ourselves to God or even to those who love us and whom we love. Surrendering gifts is frightening, because it implies also a sort of frailty. To refuse oneself, to resist, gives us a sense of strength and vigour; and yet it is not our strength that can achieve great things.

You probably remember how Paul the apostle asked God to give him strength to fulfil his mission, and how the Lord said, 'My strength is made manifest in weakness. My grace sufficeth unto thee'. And the weakness of which the Lord speaks, of course, is neither laziness nor sloth nor timidity. It's another weakness, it's that of surrender.

If I had to convey it in images I would speak of the way in which a child is taught to write. A pencil is put into his hand, the mother takes the hand in hers, and then begins to move it; and as long as the child does not know, and cannot foresee, what is expected of him, the lines are so perfect, the straights are straight, the curves are curved. The moment the child begins to imagine he understands what is expected of him, becomes helpful, pushes, pulls, and turns, it becomes a scribble.

Isn't that exactly what happens to us when instead of listening deeply, silently, listening intently in the stillness of our heart and ready to wait on God, we make haste to understand what he wants, and try to do it before we have understood? The same is true (in terms of analogies) of the way in which a surgical glove, so frail that the nail can pierce it, tear it, put on an experienced, skilled hand can work miracles. Replace its frailty by the strength of an armour's gauntlet and nothing will be possible. And the same will apply to the image of a sail on a sailing ship. The sail is the frailest part of it and yet, directed in the right way, it can engulf the wind and carry the heavy, strong, resisting structure to its haven.

This is the kind of weakness, of frailty, of surrender, that we can see in the generous gift of the Mother of God to her Lord. She is the one who is the response of the whole creation to the maker. God offering himself and the creation in her person, accepting him, receiving him, worshipping and lovingly, freely and daringly.

When the Mother of God came to Elizabeth her cousin, Elizabeth exclaimed: 'Blessed is she who has believed. It will be done to her according to the promise of God'. She is the one who above and beyond all creatures has believed - believed in the sense of trusting the Lord, unreservedly and unconditionally.

We do not often think of what the words of the archangel at the Annunciation spelt. The archangel told the Virgin that she will bear a child, and we wonder, we marvel, at the name of this child Jesus who is our saviour; but at that moment the promise was also a threat. According to the law of the Old Testament an unmarried girl who bore a child was condemned to stoning. She did not say, 'But this cannot be, it will cost me my life'. She did not either say 'it cannot be' because she believed that every word of God can be fulfilled, every promise of his. She said, 'Here am I, the handmaid of the Lord. Be it unto me according to his will'. And his will was, humanly speaking, her death, unless a miracle occurred.

We must learn something from this, because so often we are afraid of a promise or a prompting from God. What is the cost which we shall have to pay? What is the risk entailed in obeying and following the commandment of God or the call?

And in that the virgin of Israel proved a worthy daughter of Abraham, the one who is Isaac. The Lord had promised to Abraham that he would have a son, that this son would be the beginning of a race as numerous as the stars of heaven and the sand of the beaches. Then suddenly, when the son was already a little boy, fully alive, loved, growing, opening up to the future, the Lord commanded Abraham to bring him as a blood offering, and at that moment Abraham believed God more than he believed his promise. He trusted God to know what he was doing in the certainty that God's word was truth.

The Virgin was in the same position. She trusted God because his word was truth, and we must learn if we want to belong to that new creation of which she was the first, if we want to be of the race of the Mother of God, if we want to be God's own people through whom God is present in the world, we must learn to trust, to believe, to be as faithful as she promised to be.

Then we can see another moment of her life. In St John's gospel there is the story of Cana of Galilee, a wedding feast in a village, people gathered who had brought to the feast all they possessed, all they could give; and long before their hearts were satiated with joy and with peace, long before they could say, 'We have had enough and we can go home, carrying with us a heart fulfilled', the feast was coming to an end. The family was poor, the wine was coming to its end. And then the Mother of God turned to the Lord and said they had no wine. A simple remark; and Christ turned to her with a question, on which we do not dwell because we are piously accustomed to accept whatever we read in the gospel unthinkingly, or dismiss it also unthinkingly. Christ turned to her and said, 'What have we got in common, you and me?' The question I think means, 'Are you turning to me because you are my mother, because you brought me up, because I was obedient to you in the course of all my childhood, and you expect me now to do your bidding?

Or is there any other reason? If it is this, if our only link, the only thing we have in common, is your motherhood, according to the flesh, mine hour has not yet come. We are still in the realm of natural events'. The Mother of God does not argue. She does not say anything to him. She turns to the servants and says: 'Whatever he may say to you, do it'. Whatever he may say. And then Christ, seemingly contradicting his own words that his hour had not come, works the glorious miracle of Cana, transforming the waters of ablution into the good wine of the kingdom.

What happened? What happened between the question and the words of the Mother of God? Just one thing. Instead of arguing she made an act of perfect faith, and by this act of faith in her divine son she established the Kingdom of God. She established Christ in this wedding feast as the king of heaven, as the Lord, and because through her the Kingdom had come, what was impossible in terms of the natural world occurred eschatologically: that is, the future and eternity poured into time, and within this eternity what cannot be contained by time happened.

Here is another thing which we can learn from her. It is not enough for us to believe more or less, we must establish for others that situation which is the Kingdom of God and in which things may happen to them and for them. There is an old saying that God can enter into any realm provided a human being opens the door. We are that kind of doorkeeper. Doorkeepers usually keep doors shut: our vocation is to keep a door open for God who knocks at every door to find a door open. In moments of strife or moments of tension, when we have no words and do not know what to do, we can sit still, turn to the Lord and say, 'Lord, I believe. Come, and give us thy peace'; and continue praying in the midst of the storm, in the midst of the strife, in the midst of the terror. Pray that the Lord, who is the Lord of the storm, as he is the Lord of peace, may come and spread his peace as he did on the lake of Tiberias when he commanded the waves to be still and the wind to be silent.

This is our vocation. Our vocation is to be sent like light into the darkness, with our divine hope where there is no hope; like salt where there is corruption. Our place as Christians is not in the safety of our Christian communities, but in the storm that must be stilled; at the heart of corruption that must be stopped; at the point of hopelessness where we must bring a hope which is beyond all human hope. Light that shines in the darkness, that is our vocation, and the image that we find in Cana of Galilee, so quiet and peaceful, opens up on all the tragedies of the world, all the events, great or small, that begin in a family and end in international conflict. And then, lastly, two events which I would like to bring together. The presentation of Jesus in the Temple and the Crucifixion.

Every male child first-born of a woman was to be brought to the Temple as an offering. If we read back into the Old Testament about the institution of the act we discover that God commanded the Hebrews to bring the first-born male children of every family to the temple as a blood offering, as a ransom for the first-born of Egypt, who had to die that the Jews might go free. Every first-born male child was therefore brought and God had the right of death and of life upon him. Century after century God accepted a vicarious offering, turtle doves and sheep, and once only in the whole of history he accepted a human offering: his only begotten Son became man who had to die on the Cross to redeem mankind - so that the two events are really connected with one another. But the mother who brought this child knew that God had all power over him of life and death, and unhesitatingly, in humility and faithfulness, brought this child. Later, when we see Calvary as described in the Gospel, we do not see a mother fainting or a mother protesting or a mother clamouring for mercy, as so many pictures have it.

At the foot of the Cross we see the Mother of God wrapt in deep, tragic silence seeing the fulfillment of what had been begun when she brought her child to the Temple. She stood silent, at one with the divine and human will of her son: she was fulfilling the offering which she had begun thirty-three or so years before. At one with the will of God, at one with the will of her divine son, renouncing her own will, her own hopes, in an act of offering.

This is something that very few of us will ever have to face in life, or at least I hope so; but it happens all the time in various parts of the world, and it has happened throughout history when one person has allowed another to give his or her life for a cause, for God or for men. Without a word of protest, sharing in the heroic offering.

I would like to leave these images with you, however incomplete and imperfect they are. Look at them and ask yourselves. Where do I stand? What would I do, placed in the same circumstances? The Mother of God was the response of all creation to God's love, but God's love is sacrificial love. At the heart of the love of God there is the gift of self, the Cross.

May God grant us to learn from this frail maiden her heroic simplicity and her wonderful wholeness. And let us learn from all the steps of her life, all the self-denial and the gift of self, all the beauty of her surpassing humility and its perfect obedience to the law of eternal life. Amen.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...