Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2011

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΟΦΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑ (25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Η αγία Αικατερίνα ήταν από την πόλη της Αλεξάνδρειας, κόρη κάποιου άρχοντα, ονόματι Κώνστα, πάρα πολύ ωραία, αξεπέραστης μάλιστα ομορφιάς, ψηλή και λεπτή κατά το σώμα, ετών δεκαοκτώ. Αυτή λοιπόν αφού σπούδασε, στο ανώτερο δυνατό σημείο, όλη τη ελληνική και ρωμαϊκή παιδεία, δηλαδή τον Όμηρο και τον Βιργίλιο, τον μέγιστο ποιητή των Ρωμαίων, τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό από τους ιατρούς, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, τον Φιλιστίωνα και τον Ευσέβιο από τους φιλοσόφους, τον Ιαννή και τον Ιαμβρή από τους μεγάλους μάγους, τον Διόνυσο και τη Σύβιλλα, όπως και κάθε ρητορική τέχνη που είχε εφευρεθεί στον κόσμο, ακόμη όμως αφού έμαθε  και κάθε λέξη από τις διάφορες γλώσσες, εξέπληξε όχι μόνο αυτούς που την έβλεπαν, αλλά και αυτούς που άκουγαν για τη φήμη, τη σοφία και την παιδεία της. Λόγω της ομολογίας της για τον Χριστό, βασανίστηκε πολύ από τον βασιλιά Μαξέντιο, ενώ στο τέλος της έκοψαν και το κεφάλι, δεχόμενη έτσι και το στεφάνι του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Χριστό, τον αληθινό Θεό μας».
«Αικατερίνα, και σοφή και παρθένος∙ εκ δε ξίφους, και μάρτυς∙ ώ καλά τρία!» Οι στίχοι αυτοί του συναξαρίου φανερώνουν τα χαρίσματα με τα οποία η Αικατερίνα κέρδισε τον Παράδεισο και απέκτησε τόσο μεγάλη θέση στο στερέωμα της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται περί των φυσικών λεγομένων χαρισμάτων, τα οποία λίγο ή πολύ έχουν όλοι οι επί γης άνθρωποι. Μολονότι η αγία, όπως σημειώνει το συναξάρι της, ήταν όντως προικισμένη και με αυτά – διότι και σπάνια σωματική ομορφιά είχε και ιδιοφυής ήταν και σεμνή στο ήθος εκ χαρακτήρος – όμως με τη χάρη του Θεού και την ελεύθερη βούλησή της απέκτησε τα πνευματικά χαρίσματα, με τα οποία και μόνον αγιάζεται κανείς εν Θεώ και εισέρχεται στη Βασιλεία των Ουρανών. Και πνευματικά χαρίσματα είναι αυτά που έρχονται σε φως, όταν ο άνθρωπος αποκτήσει επίγνωση της δωρεάς του Θεού που του έδωσε στο άγιο βάπτισμα, όταν δηλαδή νιώσει ότι έγινε μέλος Χριστού και προσπαθήσει να ενεργοποιήσει τη νέα εν Χριστώ ζωή του τηρώντας τις εντολές του Χριστού.
 Έτσι λοιπόν και με την αγία Αικατερίνα: κατά τον στίχο που αναφέραμε, υπήρξε σοφή, με την έννοια ότι πέραν της ανθρώπινης σοφίας, φωτίστηκε πρωτίστως από τον Θεό και έλαβε Εκείνου τη σοφία. Ο φωτισμός αυτός μάλιστα, κατά τον υμνογράφο της αγίας, τον άγιο Θεοφάνη, δόθηκε με τη μεσολάβηση του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Διά στόματος εκείνου έλαβε την όντως σοφία, την εξ ουρανού η αγία. «Την σοφίαν την όντως εξ Ουρανού, διά στόματος, μάρτυς, του Μιχαήλ, λαβούσα, πανεύφημε». Ο υμνογράφος όμως επιμένει στο θέμα αυτό, ιδίως μέ  ένα στίχο που φαίνεται να την παραλληλίζει  και με τον ίδιο τον Σολομώντα. Χωρίς να  κατονομάζει τον θεωρούμενο πράγματι σοφό βασιλιά του Ισραήλ, και μάλιστα από την παιδική του ηλικία, ίσως τον εννοεί, διότι και η Αικατερίνα «την εκ Θεού σοφίαν έλαβε παιδόθεν», κάτι που το απέδειξε, όταν με αυτήν κυρίως τη σοφία, έχοντας ως όργανο βεβαίως και την έξω, δηλαδή την κοσμική σοφία που είχε αποκτήσει, μπόρεσε να μυήσει στην πίστη του Χριστού εκατόν πενήντα διαπρεπείς ρήτορες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ως όπλο τους μόνον την κοσμική έννοιά της. Κι όχι μόνον τους μετέστρεψε, αλλά και τους έκανε, με τη χάρη του Θεού, να γίνουν και εκείνοι μάρτυρες Κυρίου. Είναι γνωστό ότι μαζί της εορτάζουν κατά το συναξάρι της ημέρας και «οι άγιοι εκατόν πεντήκοντα ρήτορες, οι διά της Αγίας Αικατερίνης πιστεύσαντες τω Χριστώ, οίτινες ετελειώθησαν πυρί». «Μαρτύρων το καύχημα, της ευσεβείας μύστης γεγένησαι, τω λαμπρώ σου Νυμφίω, Μαρτύρων δήμον προσαγαγούσα Χριστώ». (Αικατερίνα, που είσαι το καύχημα των μαρτύρων, έγινες μύστης της ευσέβειας, διότι οδήγησες στον λαμπρό σου Νυμφίο Χριστό (ολόκληρο) δήμο μαρτύρων).
Και μας δίνει την ευκαιρία η πάνσοφος αυτή νύμφη του Κυρίου, εν σχέσει και με τη σοφία των ρητόρων που αντιμετώπισε, να σημειώσουμε αυτό που επισημαίνει και ο υμνογράφος και που έχει αξία διαχρονική: η κοσμική σοφία των ρητόρων, επειδή ακριβώς δεν διαπνεόταν από τη χάρη του Θεού και στηριζόταν μόνον στις πλοκές των ανθρωπίνων ματαίων συλλογισμών, τελικώς ήταν «ανάπλεως απαιδευσίας», εντελώς γεμάτη από απαιδευσία. «Χαίροις, (Αικατερίνα), η των φληνάφων ρητόρων την θρασυστομίαν ελέγξασα, ως απαιδευσίας ανάπλεως». (Να χαίρεσαι, Αικατερίνα, σύ που έλεγξες το θρασύ στόμα των ρητόρων σαν κάτι που ήταν γεμάτο από έλλειψη παιδείας). Αληθινά: μία παιδεία χωρίς Χριστό, δηλαδή χωρίς χάρη Θεού, τι μπορεί να είναι; Κατά τη ρήση ενός αγίου Γέροντα: ένας έξυπνος δαιμονισμός. Πόσο πρέπει να προβληματιστούμε όλοι πάνω σ’  αυτήν την παρατήρηση του αγίου υμνογράφου! Ιδίως σήμερα, που χωρίς αιδώ και σκέψη πολλοί «υπεύθυνοι με θέση και εξουσία» αποδύονται σε αγώνα εξοβελισμού από την ελληνική εκπαίδευση κάθε χρώματος χριστιανικού.
Η αγία Αικατερίνα όμως υπήρξε και παρθένος και μάρτυς. Είχε δηλαδή εκείνα τα χαρίσματα που θεωρούνται τα πιο ισχυρά προκειμένου κανείς να «κατακτήσει» τον ουρανό. Το αίμα μάλιστα του μαρτυρίου της ήταν η προσφορά της στον Κύριο, κάτι παρόμοιο με την προσφορά της γυναικός του Ευαγγελίου,  που αγόρασε μύρο και το πρόσφερε σ’  Εκείνον, αλείφοντάς το στα πόδια Του, ως έκφραση της αγάπης της. «Ως αλάβαστρον μύρου το αίμα σου προσενήνοχας τω σω Νυμφίω Χριστώ, Αικατερίνα αθληφόρε αήττητε». Κι ήταν σαν μύρο το αίμα της, γιατί υπήρξε καρπός της βαθειάς αγάπης της σε Εκείνον, του πόθου της που την έκαιγε σαν φωτιά. «Πόθω πυρπολουμένη, Μάρτυς παναοίδιμε, τω του Δεσπότου σου». Και βεβαίως η παρθενία της, όπως πολλές φορές έχει τονιστεί, δεν εννοείται ως χάρισμα από πλευράς πρωτίστως σωματικής – υπάρχουν πολλές με το χάρισμα αυτό μακριά από τον Θεό: ας θυμηθούμε την παραβολή των δέκα παρθένων – αλλά από πλευράς ψυχικής και πνευματικής: ως καθαρότητα ψυχική λόγω αγιασμένης ζωής. «Καθάρασα σεαυτήν προθύμως διά πολιτείας». Η δύναμη της διπλής χάρης της αγίας Αικατερίνης ενώπιον του Θεού, της παρθενίας δηλαδή και του μαρτυρίου, διαπιστώνεται από τον υμνογράφο με εντυπωσιακό τρόπο. Βλέπει την αγία να βρίσκεται σε φωτεινούς θαλάμους στον Παράδεισο, κοσμούμενη με νυφικά στολίδια, κρατώντας με το δεξί χέρι της τη λαμπάδα της παρθενίας και με το αριστερό την κομμένη της κεφαλή. Όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος παρίσταται στην εικόνα του με το αποκομμένο κεφάλι του, έτσι και η αγία Αικατερίνα. «Μετέστης προς θαλάμους φωτοειδείς, νυμφικοίς κοσμουμένη στολίσμασι, παρθενικήν έχουσα λαμπάδα τη δεξιά, τη δε ετέρα φέρουσα την αποτμηθείσαν σου κεφαλήν».
Ο άγιος υμνογράφος μας καθοδηγεί και σε άλλες διαστάσεις της πολυτάλαντης προσωπικότητάς της. Κι η διάσταση που δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστη είναι ο τονισμός από αυτόν των αποτελεσμάτων της αγιασμένης ζωής και του μαρτυρίου της αγίας. Σημειώνει μεταξύ άλλων στο εξαποστειλάριο της ακολουθίας: «Ενεύρωσας το φρόνημα γυναικών, ω παρθένε, Αικατερίνα πάντιμε, αθλοφόρων η δόξα». (Ισχυροποίησες το φρόνημα των γυναικών, παρθένε και πάντιμε Αικατερίνα, συ που είσαι η δοξα των αθλοφόρων μαρτύρων). Η αίσθηση του υμνογράφου, αίσθηση της όλης Εκκλησίας, ότι η αγία Αικατερίνα με ό,τι έζησε και έκανε έδωσε νεύρο στο φρόνημα των γυναικών, τις έκανε πιο ισχυρές, είναι κάτι σημαντικό. Σε εποχή που τονίζονται τα δικαιώματα των γυναικών, που ο λεγόμενος φεμινισμός, ως κίνημα για να αποκτήσουν οι γυναίκες εκείνα που δικαιούνται μέσα σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία,  έρχεται συχνά πυκνά στην επικαιρότητα, η διαπίστωση ότι οι γυναίκες μάρτυρες, σαν την αγία Αικατερίνα, είναι αυτές που ουσιαστικά και δραστικά δυναμώνουν το φρόνημά τους, πρέπει να εξαγγέλλεται. Νομίζουμε ότι εδώ βρισκόμαστε σε ό,τι ανώτερο έχει δοθεί ως ώθηση  για τον φεμινισμό. Διότι αυτός δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στο παράδειγμα. Και δυναμικότερο παράδειγμα από μία γυναίκα που έδωσε και τη ζωή της για την πίστη στον Θεό και στον άνθρωπο δεν υπάρχει

Στην εορτή της Αγίας Αικατερίνης



undefined
Το μαρτύριο της πίστεως, είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως, δεν είναι, απλώς πράξη ηρωισμού, αλλά πράξη πίστεως και ελπίδας. Οι άγιοι δεν είναι ήρωες, αλλά μάρτυρες της αναστάσεως. Τόσο λιγότερο μπορούμε να καταλάβουμε αυτό, όσο λιγότερο το ζούμε, όσο περισσότερο χωρίζομε το μαρτύριο και την ομολογία από το πάθος και την ανάσταση του Χριστού. Έξω από αυτή τη θεία πραγματικότητα δεν υπάρχει δικαίωση του βίου και της ζωής των ανθρώπων, όσοι κι αν είναι οι αγώνες τους, όσα κι αν είναι τα κατορθώματά τους. Και η υπέρτατη πράξη του μαρτυρίου, μετά τη θεία Λειτουργία, δεν βρίσκει δικαίωση παρά μόνο στο πάθος και την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Επειδή είναι η ανάσταση, γι’ αυτό ο κόπος και ο θάνατος των δικαίων «ουκ έστι κενός εν Κυρίω». Δεν θα χαθεί ο κόπος των δικαίων, γιατί ο σταυρός δεν είναι το τέλος, γιατί ο θάνατος των αγίων δεν είναι τελευτή, αλλά τελείωση.
Αλλά ας έλθουμε τώρα πιο κοντά στο πρόσωπο και το μαρτύριο της αγίας Αικατερίνης, της οποίας η Εκκλησία σήμερα εορτάζει και τιμά την μνήμη. Δεν είναι ανάγκη να διηγηθούμε σε κάθε λεπτομέρεια το μαρτύριο της Αγίας, γιατί δεν είναι αυτό που κυρίως ενδιαφέρει. Ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποιούσαν οι διώκτες της Εκκλησίας για να βασανίσουν τους μάρτυρες της πίστεως μέσα σε όλη τους την ποικιλία ήσαν πάντα τα ίδια. Δεν έχει λοιπόν τόση άξια να λέμε κάθε φορά και να περιγράφουμε πως η εγκληματική φαντασία και εφευρετικότητα των δημίων βασάνισε τον κάθε μάρτυρα, αλλά να προσέχουμε μάλλον στον ιδιαίτερο τρόπο, με τον οποίο κάθε μάρτυρας στέκεται μπροστά στον τύραννο και σηκώνει το μαρτύριο του. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, κι εδώ είναι που φαίνεται η αξία του μαρτυρίου, στο πως δηλαδή αντιδρά ο μάρτυρας στη δοκιμασία του και δέχεται να πεθάνει για την πίστη του. Δεν είναι ζήτημα μόνο αν θα αντέξει ως το τέλος, αλλά και πως θα σηκώσει το μαρτύριό του, όχι μόνο με ποιά σωματική αντοχή, αλλά και με ποιά ψυχική καρτερία και προσωπική αξιοπρέπεια. Ας αφήσουμε το πως αποθνήσκει στο Σταυρό ο Ιησούς Χριστός, αλλά το πως τελειώνεται ο πρωτομάρτυρας Στέφανος μάς είναι πάντα ένα τέλειο παράδειγμα μαρτυρικής ομολογίας και χριστιανικής τελευτής του βίου. Όταν η Εκκλησία δέεται για τα τέλη της ζωής μας να είναι «ανεπαίσχυντα», αυτό εννοεί, να μην ντροπιαστούμε την τελευταία στιγμή, η τελευτή μας να είναι τελείωση· όταν τα μάτια μας θα κλείνουν στο φως του κόσμου, η ελπίδα μας να βλέπει την ανάσταση του Χριστού.
Η αγία Αικατερίνα ήταν μια νέα γυναίκα, με όλα τα προσόντα που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν από το μαρτύριο. Ήταν τα προσόντα εκείνα που πολύ τα πρόσεχαν οι διώκτες, κι απ’ αυτά άρχιζαν και προσπαθούσαν με κολακείες και με υποσχέσεις να κερδίσουν την ανθρώπινη αδυναμία. Έτσι πάντα ο «πειράζων», ξεγελιέται και πάει να πειράξει τον άνθρωπο χτυπώντας την αδυναμία του. Έτσι το έκαμε στον Ιησού Χριστό στην έρημο και στο πάθος, μα γελάστηκε ο ίδιος και νικήθηκε, γιατί δεν κατάλαβε πως μέσα στον άνθρωπο ήταν ο Θεός, καθώς και πάντα είναι ο νικημένος, όταν πέσει επάνω στους ανθρώπους του Θεού. Η αγία Αικατερίνα ήταν μια νέα και ωραία και μορφωμένη και πλούσια γυναίκα από μία ξεχωριστή οικογένεια της Αλεξάνδρειας. Όλα αυτά ήσαν μια ζηλευτή προίκα, που της εξασφάλιζε μια βέβαιη και λαμπρή αποκατάσταση. Μα δεν τα λογάριασε για τίποτε κι έλεγε στο λογισμό της τα λόγια του μεγάλου Αποστόλου· «τα πάντα ηγούμαι σκύβαλα είναι διά το υπερέχον της γνώσεως Χριστού Ιησού του Κυρίου μου». Όλα τα θεωρώ σκουπίδια, για την υπεροχή που έχει απέναντι σ’ όλα αυτά η αλήθεια του Ιησού Χριστού· όλα αυτά τα βλέπω για τίποτα, όταν ξέρω τι είναι ο Ιησούς Χριστός και ζω την αλήθεια του που με σώζει. Ότι αυτά έλεγε και πίστευε μέσα της η αγία Αικατερίνα φαίνεται στα λόγια εκείνα, που είπε στον ηγεμόνα, μπροστά στον οποίο οδηγήθηκε κατηγορούμενη για να απολογηθεί. Άφοβη και ατάραχη, με το θάρρος που της έδινε η χάρη του Θεού, με μια χριστιανική γυναικεία ευπρέπεια και σεμνή αξιοπρέπεια είπε- «Η καταγωγή μου είναι γνωστή σε όλη την Αλεξάνδρεια. Οι γονείς μου είναι από τους ευγενέστερους της αυτοκρατορίας. Επέρασα τη νεότητά μου αναζητώντας την αλήθεια. Όσο μελετούσα, τόσο έβλεπα την ματαιότητα των εγκόσμιων. Έτσι έγινα χριστιανή] και πιστεύω στον μόνο αληθινό Θεό και τον Ιησού Χριστό, που ήλθε απεσταλμένος για να σώσει τον κόσμο. Όλη μου η δόξα και το καύχημα μου είναι να φανώ αντάξια χριστιανή] και νύμφη του Ιησού Χριστού».
Δεν άκουσε πολλές φορές τέτοια λόγια ο κόσμος και μόνο από τα στόματα των Άγιων ακούονται τέτοιες ομολογίες, που αρωματίζουν τον αέρα. Μέσα σε όσα χυδαία και γελοία που ακούονται κάθε μέρα, μέσα σε όσα μωρά και ανόητα, μέσα σε όσα ασεβή και βλάσφημα που ρυπαίνουν τις ακοές των ανθρώπων, για τα οποία ο κόσμος, καθώς είπε ο Ιησούς Χριστός, θα δώσει λόγο, η ομολογία της αγίας Αικατερίνης αποτελεί θεοφιλές αντίβαρο· όλη η βρωμιά του κόσμου ζυγίζει λιγότερο από την ομολογία των Άγιων στην πλάστιγγα της θείας δικαιοσύνης, ώστε να έχει κι έδώ εφαρμογή το «ων ουκ ην άξιος ο κόσμος», που γράφει ο Απόστολος. Κι αν στέκει ακόμα και δεν βούλιαξε η γη, είναι γιατί η αγιοσύνη των δικαίων βαραίνει περισσότερο από την αμαρτία που κατακλύζει τον πλανήτη· αλλ’ όμως είναι πάντα περισσότεροι από δέκα οι δίκαιοι, για χάρη των οποίων ο Θεός δεν μας κατέστρεψε ακόμα, γιατί δεν θέλει να συναπολέσει «δίκαιον μετά ασεβούς».
Όλη η δόξα και το καύχημα της αγίας Αικατερίνης ήταν να είχε ένα άξιο τέλος του βίου, μια τελευτή που θα ήταν τελείωση και αρχή μιας καινούργιας ημέρας· αυτής της ημέρας που η Εκκλησία την ονομάζει γενέθλιο ημέρα. Αυτή η τελευταία ημέρα και ώρα στον βίο του πιστού είναι πολύ κρίσιμη· μια ζωή ολόκληρη έχει να κριθεί σ’ αυτή την τελευταία ώρα. Την τελευταία ώρα ο ληστής κέρδισε τον παράδεισο και την τελευταία ώρα πολλοί και δίκαιοι ακόμα αφήνουν το βίο, χωρίς να περάσουν στη ζωή. Ο «πειράζων» και σ’ αυτή την τελευταία ώρα δεν αφήνει το έργο του. Για κάθε δίκαιο λέει «πειράσωμεν τα εν εκβάσει αυτού», ας τον δοκιμάσουμε τώρα που πεθαίνει. «Ύβρει και βασάνω ετάσωμεν αυτόν, ίνα γνώμεν την επιείκειαν αυτού», ας τον ταπεινώσουμε κι ας τον βασανίσουμε για να δούμε την αγιοσύνη του. «Θανάτω ασχήμονι καταδικάσωμεν αυτόν, έσται γαρ αυτού επισκοπή εκ λόγων αυτού», ας τον καταδικάσουμε σε σκληρό και ατιμωτικό θάνατο, κι από τα λόγια του θα δούμε ποιός είναι στ’ αλήθεια. Σ’ ένα από τα πρώτα βιβλία μετά την Καινή Διαθήκη είναι γραμμένο το εξής. «Ουδέν γαρ ωφελήσει ημάς ο πας χρόνος της πίστεως ημών, εάν μη εν τω ανόμω καιρώ στώμεν», τίποτα δεν θα μας ωφελήσει να ζήσουμε όλη μας τη ζωή με πίστη, αν δεν αντέξουμε και δε σταθούμε στη δύσκολη ώρα. Ας φροντίζουμε να είμαστε πιστοί και δίκαιοι κι ας ευχηθούμε να μη μας βρει ο άνομος καιρός, ειδεμή και μας περιμένει δοκιμασία, ας μας δώσει ο Θεός τη δύναμη να λέμε μαζί με την αγία Αικατερίνα· «Όλη μας η δόξα και το καύχημα είναι να φανούμε αντάξιοι χριστιανοί». Αμήν

(Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου (+). «Ο Λόγος του Θεού», τ. Α΄)

Αικατερίνα η Πάνσοφη

 



Ο υμνωδός την ονομάζει «πανεύφημον νύμφην Χριστού» την Αγίαν Αικατερίναν και πολύ δικαίως γιατί η Αγία ως μόνον νυμφίον της ψυχής της είχε κάνει τον Χριστόν. Η ζωή της πραγματικά πολύαθλος κατέπληξε τους πάντας. Η σοφία και η γνώσις, όλη η επιστήμη του καιρού της είχε γίνει κτήμα της. Όλα όμως τα περιφρόνησε για την αγάπη του μοναδικού Νυμφίου, του Χριστού.

Και όμως η σοφία του κόσμου αυτού δεν την παραπλάνησε, ούτε η γήινη φιλοσοφία. Την έθεσε στην υπηρεσία της αληθινής φιλοσοφίας, για να ελκύση στην πίστι του Χριστού τους φιλοσόφους του καιρού εκείνου και τους ρήτορας.

Υπέμεινε πολλά βασανιστήρια και φυλακίσεις και απ' όλα αυτά την εγλύτωσε θαυματουργικά ο Κύριος. Τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή της με μαρτυρικόν διά ξίφους θάνατον, διά να πρεσβεύη από τότε για όλους, όσοι επικαλούνται την προστασία της. Ιδιαιτέρως τιμάται εις το όρος Σινά από τους μοναχούς της Μονής Σινά, γιατί θαυματουργικώς μετεφέρθη το σώμα της επί του όρους αυτού. [...]
  
Γνωριμία με τον Ιησού Χριστό

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μαρτύρησε κατά την εποχή των ασεβών βασιλέων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου (305-313). Ήταν κόρη του ηγεμόνος της Αλεξανδρείας Κώνστα (η Κέστου) φημισμένη για το κάλλος της και τη σοφία, διότι είχε μορφωθή με τα διδάγματα της ελληνικής παιδείας και γνώριζε Όμηρο, Βιργίλιο, Αριστοτέλη, Πλάτωνα και άλλους αρχαίους συγγραφείς.

Πολλοί πλουσιώτατοι άρχοντες της συγκλήτου την ζήτησαν σε γάμο από την μητέρα της, που ήταν κρυφή χριστιανή εξ αιτίας του διωγμού, που κίνησε ο Μαξιμιανός. Οι συγγενείς και η μητέρα της την συμβούλευαν να παντρευθή για να μην περιέλθη η βασιλεία του πατέρα της σε ξένο άνδρα, αλλά η Αικατερίνη αγαπούσε την παρθενία και απέφευγε τις προτάσεις. Η παράδοση αναφέρει το εξής περιστατικό: Όταν άρχισαν να την ενοχλούν συστηματικά τους είπε:

Βρήτε ένα νέο να μου μοιάζη στα τέσσερα χαρίσματα που ομολογείτε, ότι ξεπερνώ τις άλλες νέες και τότε να τον κάνω σύζυγό μου, γιατί δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερό μου. Ερευνήστε αν υπάρχη κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία, και στην ωραιότητα. Αν του λείπη κάτι απ' αυτά δεν είναι άξιος για μένα.

Εγνώριζαν όλοι, ότι ήταν αδύνατο να βρεθή τέτοιος άνθρωπος και της έλεγαν, ότι ο γιος του βασιλιά της Ρώμης και άλλοι είναι ευγενείς και πλουσιώτεροι από αυτή, αλλά υστερούν στην σοφία και στην ομορφιά. Αλλά η κόρη δεν δεχόταν να πάρη «αγράμματο», όπως έλεγε.

Η μητέρα της είχε πνευματικό ένα άγιο άνθρωπο έξω από την πόλι. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν να τον συμβουλευθούν. Ο ασκητής άκουσε τα φρόνημα λόγια της και σκέφθηκε να την ελκύση στην πίστι του Χριστού. Της είπε λοιπόν: Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, που σε υπερβαίνει σ' όλα τα χαρίσματα και σ' άλλα αναρίθμητα. Η ωραιότητά του νικά στη λάμψη τον ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα όντα, ο πλούτος του διαμοιράζεται σ' όλο τον κόσμο και δεν λιγοστεύει ποτέ, η ευγένειά του είναι ασύλληπτη και ακατανίκητη.

Η κόρη νόμισε, ότι πρόκειται για επίγειο άρχοντα και ρωτούσε αν αυτά τα χαρίσματα ήταν αληθινά. Ρώτησε λοιπόν:
Τίνος είναι γιός;
Αυτός δεν έχει πατέρα στη γη, αλλά γεννήθηκε υπερφυσικά από μια Υπεραγία Παρθένο, που αξιώθηκε για την αγιότητά της να μείνη αθάνατη στην ψυχή και στο σώμα.

Είναι δυνατό να δω αυτό το νέο, για τον οποίο διηγείσαι τόσα θαυμαστά;

Αν κάμης ό,τι σου πω, θα αξιωθής να δης το πρόσωπό του.

Σε βλέπω άνθρωπο γνωστικό και σεβάσμιο, πιστεύω ότι δεν μου λες ψέματα. Είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι μου πης.

Τότε ο ασκητής της έδωσε μιά εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε το θείο Βρέφος και της λέει: Αυτή είναι η αειπάρθενος Μητέρα Εκείνου. Πάρε την και αφού κλείσης την πόρτα του δωματίου συ κάμε ολονύκτια προσευχή και παρακάλεσε αυτήν, που ονομάζεται Μαρία, να σου δείξη τον Υιόν της. Ελπίζω, ότι αν παρακαλέσης με πίστι, θα σε ακούση.

Πήρε η Αικατερίνη την εικόνα και όλη τη νύκτα κλεισμένη στο θάλαμό της προσευχόταν, όπως της είπε ο γέροντας. Από τον κόπο κοιμήθηκε και βλέπει σε όραμα την Παναγία με το θείο Βρέφος. Αλλά είχε στραμμένο το πρόσωπό του προς τη Μητέρα του, έτσι η κόρη έβλεπε τα νώτα του, επιθυμώντας να δη από μπροστά πήγε προς το άλλο μέρος, αλλά ο Χριστός έστρεφε πάλι το πρόσωπό του. Τούτο έγινε τρεις φορές. Τότε άκουσε την Παναγία να λέη:
Κύτταξε, παιδί μου, τη δούλη σου Αικατερίνη, πόσο είναι ωραία και καλή.

Το βρέφος αποκρίθηκε:

Είναι σκοτεινή και άσχημη, τόσο που δεν μπορώ να την δω καθόλου.

Δεν είναι πάνσοφη παραπάνω από όλους τους ρήτορες, πλούσια και ευγενή;

Μητέρα μου, είναι αμαθής και πολύ χαμηλά όσο βρίσκεται σε τέτοια κατάστασι, ώστε δεν πρέπει να με δη στο πρόσωπο.

Σε παρακαλώ, παιδί μου, να μην περιφρονήσεις το πλάσμα σου, αλλά να την νουθετήσης κα να την οδηγήσης για να απολαύση τη δόξα σου και να δη το πρόσωπό σου, που επιθυμούν και οι Άγγελοι να βλέπουν.

Ας πάη στο γέροντα, που της έδωσε την εικόνα και ας κάνη ό,τι θα την συμβουλεύση και τότε θα με δη.

Την άλλη μέρα ξεκίνησε το πρωί με λίγες γυναίκες κι έφθασε στο κελλί του γέροντα. Με δάκρυα του διηγήθηκε το όραμα και του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο όσιος διηγήθηκε όλα τα Μυστήρια της αληθινής πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία του ανθρώπου.

Μετά την κατήχησι η Αγία αποθέτοντας τον παλαιό άνθρωπο και φορώντας στολή θεοΰφαντη, γύρισε στα ανάκτορα. Όλη τη νύκτα πέρασε προσευχόμενη μέχρι την ώρα που κοιμήθηκε και είδε σε οπτασία την Παρθένο με το βρέφος, που κοίτταζε την Αικατερίνη, με πολύ ιλαρότητα. Στην ερώτηση της Θεομήτορος αν ήταν τώρα αρεστή η κόρη, ο Δεσπότης απάντησε:

Τώρα έγινε ένδοξη η άσχημη και σκοτεινή, η πτωχή και χωρίς γνώσι έγινε πλούσια και πάνσοφη, η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και ένδοξη. Είναι στολισμένη με τέτοια χαρίσματα, ώστε επιθυμώ να τη μνηστευθώ για νύφη μου άφθορη.

Δεν είμαι άξια, Υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω τη βασιλεία σου, αλλά αξίωσέ με να συναριθμηθώ με τους δούλους σου.

Η Θεοτόκος τότε πήρε το δεξί χέρι της κόρης και της είπε:

Δώσε της, παιδί μου, δακτυλίδι σαν αρραβώνα, για να την αξιώσης της βασιλείας σου.

Τότε ο Κύριος της έδωσε ένα ωραίο δακτυλίδι λέγοντας:

Σήμερα σε παίρνω για νύφη μου αιώνια και άφθορη. Να φυλάξης αυτή τη συμφωνία. Να μην πάρης άλλον νυμφίο στη γη.
Από τη στιγμή εκείνη ελκύσθηκε η Αικατερίνη από τον Ουράνιο Νυμφίο και αιχμαλωτίσθηκε η καρδιά της από τον θείο έρωτα του Χριστού.

Από εδώ

Ενώπιον του βασιλέως Μαξεντίου

Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς έβγαλε την εξής διαταγή: «Εγώ ο βασιλιάς, προστάζω όλους, όσοι είναι υπό την εξουσία μου, να μαζευθούν στ' ανάκτορα για να τιμήσωμε τους μεγάλους θεούς, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη μας με θυσίες για όσες ευεργεσίες μας έκαναν. Όποιος περιφρονήσει αυτή την εντολή και τολμήσει να προσκυνήση άλλον θεό θα τιμωρηθή σκληρά».

Μετά από αυτά τα προστάγματα συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να προσφέρη θυσία, ό,τι ο καθένας μπορούσε. Ο βασιλιάς θυσίασε εκατόν τριάντα ταύρους, ενώ οι άλλοι άρχοντες και ηγεμόνες λιγώτερους.

Η Αικατερίνη εστενοχωρείτο, που έβλεπε την ασέβεια των ανθρώπων, που πρόδιδαν τη ψυχή τους από φόβο. Από ζήλο θεϊκό παρακινημένη πήρε λίγους δούλους και πήγε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου θυσίαζαν. Στάθηκε στην πόρτα ελκύοντας τα βλέμματα όλων. Ειδοποίησε εν συνεχεία τον βασιλιά, ότι έχει να του πη κάτι σπουδαίο για μια υπόθεσι. Ο βασιλιάς πρόσταξε να πλησιάση. Η Αικατερίνη υποκλίθηκε και με παρρησία είπε:

Έπρεπε, βασιλιά, πρώτα συ να γνωρίσης την πλάνη, που έχετε λατρεύοντας σαν θεούς τα είδωλα. Είναι ντροπή και μεγάλη ανοησία να προσκυνάτε φθαρτά και αναίσθητα δημιουργήματα. Δεν πιστεύετε τουλάχιστον τον σοφό Διόδωρο, που λέγει, ότι οι θεοί αυτοί ήταν άνθρωποι με πάθη και ελαττώματα, αλλά επειδή μερικές φορές έδειξαν ανδρεία, ωνομάσθηκαν αθάνατοι. Αργότερα οι άνθρωποι νομίζοντας ότι είναι πράγματι θεοί τους προσκυνούσαν και τους τιμούσαν. Ακόμη και ο Πλούταρχος κατηγορεί και περιφρονεί όσους σέβονται τέτοια αγάλματα. Πρέπει να υπακούσης, βασιλιά, σ΄ αυτούς τους διδασκάλους και να μην γίνης αιτία να χαθούν τόσες ψυχές. Ένας είναι ο Θεός, Αΐδιος και Αθάνατος, που για την σωτηρία μας έγινε άνθρωπος. Αυτός ο Παντοδύναμος Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες θυσίες, αλλά μόνο προστάζει να τηρούμε τις εντολές του.

Ο βασιλιάς θύμωσε στο άκουσμα των συνετών λόγων της Αικατερίνης, αλλά μη μπορώντας να αναντιωθή αποκρίθηκε:

Άφησε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε θα ακούσουμε τα λόγια σου.

Όταν τελείωσε την ανόητη πανήγυρι και τελετή, πρόσταξε να φέρουν την Αγία στ' ανάκτορα και της είπε:
Πες μας ποια είσαι και τι σημαίνουν τα λόγια, που προηγουμένως έλεγες;

Είμαι κόρη του ηγεμόνα Κώνστα. Ονομάζομαι Αικατερίνη και έχω σπουδάσει Ρητορική, Φιλοσοφία, Γεωμετρία και τις άλλες επιστήμες. Αλλά όλα αυτά τα περιφρόνησα και ήλθα να γίνω νύφη του Δεσπότη Χριστού, που λέγει με το στόμα του προφήτου: «Απολώ την σοφία των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω».

Ο βασιλιάς θαύμασε την σοφία, την ευστροφία και την ωραιότητα της παρθένου κι' ενόμισε ότι δεν ήτο γεννημένη στη γη από θνητούς, αλλά ότι ήταν θεότης απ' εκείνες, που σεβόταν ο ίδιος και λάτρευε. Επειδή ο βασιλιάς φανέρωσε αυτή τη γνώμη του, η Αικατερίνη του είπε:

Βέβαια, αληθινά είπες αυτά, βασιλιά, διότι ονομάζεις θεούς τους δαίμονες, που σας δείχνουν διάφορα φαντάσματα και σας παρακινούν σε ασέλγειες και σ' άλλες άτοπες επιθυμίες. Εγώ είμαι απ' τη γη και μ' έπλασε ο Θεός με τέτοια μορφή και με τίμησε με το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσι» και γι' αυτό πρέπει να θαυμάζεται η σοφία του Πλάστη, επειδή από ευτελή ύλη κατώρθωσε να δώση τόση ομορφιά.
 
Εικόνα της αγίας, έργο του Φώτη Κόντογλου

Μη λέγης κακό για τους θεούς, που έχουν δόξα αθάνατη, είπε πειραγμένος ο βασιλιάς.

Αν θελήσης να αποτινάξης το σκοτάδι της απάτης θα γνωρίσης την ευτέλια των θεών σου και θα καταλάβης τον αληθινό Θεό. Και μόνο το όνομα του Θεού η και ο Σταυρός του τυπούμενος στον αέρα αφανίζει τους θεούς σου, κι' αν θέλης μπορώ να στο αποδείξω.

Ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως τον νικήση με αποδείξεις και ντροπιασθή και της είπε:

Είναι άπρεπο να συζητά ο βασιλιάς με γυναίκες. Θα μαζέψω τους σοφούς ρήτορές μου και τότε θα καταλάβης την αδυναμία των λόγων σου και θα πιστέψης αυτά που λέω εγώ.

Συνομιλία με τους ρήτορες

Μαρτύριον των ρητόρων

Μετά απ' αυτή τη συνομιλία ο βασιλιάς με επιστολές κάλεσε όλους τους σοφούς και ρήτορες. Το περιεχόμενο των επιστολών ήταν περίπου έτσι:

«Εγώ ο βασιλιάς χαιρετώ όλους τους σοφούς και τους ρήτορες των Ελλήνων και σας παρακαλώ να έλθετε εδώ γρήγορα, για να αποστομώσετε μια γυναίκα σοφή, με τη βοήθεια του σοφώτατου θεού Ερμή. Αυτή η γυναίκα χλευάζει τους θεούς μας, ονομάζει τις πράξεις τους μύθους και φλυαρίες. Αν την νικήσετε, θα αξιωθήτε πολλών τιμών».

Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εκατόν πενήντα σοφοί, οξείς στο νου και ικανώτατοι στην ομιλία. Τους είπε λοιπόν ο βασιλιάς.

Ετοιμασθήτε με επιμέλεια ν' αγωνισθήτε καλά και μην αμελήσετε, νομίζοντας ότι είναι εύκολο το έργο σας, επειδή έχετε να αντιμετωπίσετε μια γυναίκα. Αλλά ετοιμασθήτε σαν να έχετε ανταγωνιστή σοφώτατον ρήτορα. Δείξτε την σοφίαν σας, που νομίζω ότι υπερβαίνει τη σοφία και αυτού του Πλάτωνος.

Σ' αυτά τα λόγια απάντησε κάποιος απ' τους ρήτορες που ξεχώριζε:

Έστω κι' αν είναι η φρονιμώτερη γυναίκα και η σοφώτερη δεν θα μπορέση να συζητήση μαζί μας. Πρόσταξέ την, λοιπόν, να έλθη.

Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, ελπίζοντας ότι θα νικήση την πλήρη χάριτος φιλοσοφία διατάζει να φέρουν την κόρη στο θέατρο, όπου είχε συγκεντρωθή πλήθος κόσμου. Πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι στην Αγία ήλθε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της λέγει:

Μη ταράζεσαι, κόρη. Ο Κύριος θα προσθέση σοφία στην σοφία σου, για να νικήσης τους ρήτορες και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν και θα αξιωθήτε όλοι να λάβετε το στεφάνι του μαρτυρίου.

Όταν παρουσιάσθηκε εμπρός στους σοφούς η παρθένος, ο υπερήφανος ρήτορας, που είχε διαβεβαιώσει τον βασιλιά για την νίκη, της είπε:

Συ είσαι εκείνη, που βλασφημεί τους θεούς μας τόσο αναίσχυντα;

Εικ. από εδώ
Εγώ είμαι. Δεν βλασφημώ όμως αναίσχυντα, όπως είπες, αλλά ήπια και με φιλαλήθεια μιλώ για τους ψεύτικους θεούς σας.

Ενώ οι μεγάλοι ποιητές τους ονομάζουν υψηλούς, συ, που γνώρισες την σοφία τους, τολμάς να μιλάς με τόση θρασύτητα;

Την φοβία μου την έχω δώρο από τον Θεό, που είναι η Σοφία και η Ζωή. Εκείνος, που σέβεται και τηρεί τις θείες εντολές είναι πράγματι φιλόσοφος. Τα έργα των θεών σας και οι διηγήσεις γι' αυτούς είναι γεμάτες απάτη. Πες μου ποιος από τους μεγάλους ποιητές τους ονόμασε θεούς!...

Πρώτος ο Όμηρος και ο Ορφέας και όλοι οι άλλοι. Μην απατάσαι, λοιπόν, συ η σοφή να προσκυνάς τον Εσταυρωμένο, που κανένας ποιητής δεν τον ωνόμασε Θεό.

Μα ο ίδιος ο Όμηρος λέγει για τον Δία, ότι είναι απατεώνας, πανούργος και ψεύτης και ότι ήθελαν να τον δέσουν η Ήρα, ο Ποσειδών κι' η Αθηνά, αν δεν πρόφθαινε να κρυφθή. Και οι άλλοι αναφέρουν τέτοια υβριστικά για τους Θεούς. Είπες, ότι τον Εσταυρωμένο δεν τον αναφέρει κανένας παλαιός σοφός, και γι' αυτό να μην ασχολούμεθα μ' αυτόν, που είναι ο αληθινός Θεός, Δημιουργός πάσης κτίσεως και όλου του ανθρώπινου γένους. Θυμίσου τι λέγει για τη σάρκωσί του και τη σωτήρια Σταύρωσί Του η Σίβυλλα και ο Απόλλων. Αυτός ο Θεός έγινε άνθρωπος, περπάτησε στη γη, δίδαξε, εθαυματούργησε. Έπειτα καταδέχτηκε και τον θάνατον για να λύση την πρώτη καταδίκη και να ανοίξη τις πύλες του Παραδείσου. Μετά το μαρτύριό του πέθανε και αναστήθηκε. Όταν ανέβηκε στους Ουρανούς 'έστειλε στον κόσμο τους Μαθητές φωτισμένους απ' το Άγιο Πνεύμα, για να λυτρώσουν τις ψυχές από την πλάνη της απιστίας. Αυτά πρέπει και συ να τα πιστέψης και να γνωρίσης τον αληθινό Θεό και να γίνης δούλος του, αν θέλης το συμφέρον σου. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει καλώντας όλους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς»...

Με τέτοια λόγια γεμάτα σοφία κατέπληξε η πάνσοφη τον φιλόσοφο, που έμεινε άφωνος. Ο βασιλιάς βλέποντας την ήττα του σοφού διέταξε τους άλλους να συζητήσουν με την χριστιανή. Εκείνοι όμως δήλωσαν:

Δεν μπορούμε ν' αντισταθούμε στην αλήθεια, τώρα μάλιστα, που βλέπομε ότι ο καλύτερος ρήτορας νικήθηκε.

Τότε ο βασιλιάς θύμωσε και πρόσταξε να τους κάψουν στο μέσον της πόλεως. Εκείνοι έπεσαν στα πόδια της Αγίας παρακαλώντας να τους συγχωρήση ο Θεός για όσα από άγνοια έκαμαν, γιατί τώρα πιστεύουν στην αληθινή πίστι και επιθυμούν να βαπτιστούν και να πάρουν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία λοιπόν τους είπε:

Είσθε τώρα ευτυχείς και καλότυχοι, γιατί αφήσατε το σκοτάδι και ακολουθήσατε το φως της αλήθειας. Η φωτιά, που σας απειλεί ο ασεβής βασιλιάς, θα γίνη για σας Βάπτισμα, που θα σας καθαρίση από κάθε ακαθαρσία της ψυχής και του σώματος.
Έτσι τους παρακίνησε όλους και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού στέλνοντάς τους στο μαρτύριο.
Τους έρριξαν οι στρατιώτες στη φωτιά στις 17 Νοεμβρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας πήγαν μερικοί ευσεβείς να συνάξουν τα λείψανα και τα βρήκαν όλα σώα και ακέραια χωρίς να τα έχη βλάψει η φωτιά,

Βασανιστήρια και φυλάκισις της Αγίας

Ο βασιλιάς από την πλευρά του είχε συγκεντρώσει όλη του την φροντίδα στην Αγία. Επειδή δεν μπορούσε να την νικήση με συλλογισμούς φιλοσοφίας, προσπαθούσε να επιτύχη το σκοπό του με κολακείες και πανουργίες λέγοντας:

Υπάκουσε σε μένα, που σε συμβουλεύω σαν φιλόστοργος πατέρας να προσκυνήσης τους μεγάλους θεούς και ιδιαίτερα τον Ερμή, που σε στόλισε με της φιλοσοφίας τα χαρίσματα και θα σου δώσω το μισό της εξουσίας μου και θα κατοικής μαζί μου στ' ανάκτορα.

Βγάλε το προσωπείο, βασιλιά, και μην υποκρίνεσαι, απάντησε η Αγία. Εγώ είμαι χριστιανή και θα γίνω νύφη Χριστού, που τον έχω μοναδικό Νυμφίο και σύμβουλο, στολισμό της παρθενίας μου και ποθώ το μαρτύριο περισσότερο από κάθε βασιλικό ένδυμα και στεφάνι.

Μη μ' αναγκάσης να βρίσω την αξία σου χωρίς να το θέλω, είπε πάλι ο βασιλιάς.
Κάνε ό,τι θέλεις, γιατί με την πρόσκαιρη αυτή ατιμία θα γίνης αφορμή να δοξασθώ με δόξα αθάνατη και να πιστέψη πλήθος κόσμου στον Χριστό μου ακόμη και μέσα από το παλάτι σου.
Ωργίσθηκε ο βασιλιάς ύστερα απ' αυτήν την απάντησι και διέταξε να την κτυπήσουν με νεύρα βοδιών. Κτυπούσαν, λοιπόν, την Μάρτυρα επί δύο ώρες δυνατά στην κοιλιά και στην ράχη, μέχρις ότου ξέσκισαν το παρθενικό της σώμα. Η Αγία στεκόταν με τόση ανδρεία και γενναιότητα, ώστε εθαύμαζαν όσοι την έβλεπαν. Το βράδυ δόθηκε διαταγή να την φυλακίσουν και να μην της δώσουν φαγητό και νερό για δώδεκα μέρες, μέχρι να βγη η απόφασι με ποιο τρόπο θα θανατωθή.

Επιστροφή εις την πίστιν της βασιλίσσης και του Πορφυρίωνος

Η Φαυστίνα, σύζυγος του βασιλιά, είχε πόθο να γνωρίση την Αγία, που την είχε αγαπήσει ακούγοντας τις αρετές και τα ανδραγαθήματά της. Βρήκε, λοιπόν, την ευκαιρία, όταν έλειπε ο σύζυγός της από την πόλι. Κάλεσε την στρατοπεδάρχη Πορφυρίωνα, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, και του είπε:

Την περασμένη νύκτα είδα σ' όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σου στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρης ένα τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.

Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα, απάντησε ο Πορφυρίων.

Όταν νύκτωσε λοιπόν πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα. Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα κι' εκείνος τους άνοιξε την πόρτα της φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια της Μάρτυρος λέγοντας:

Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, είπε η βασίλισσα, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν' ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα κι' αν στερηθώ τη ζωή και την βασιλεία μου δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα.

Κι' εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρης, αφού υπομείνης μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσης αιώνια.

Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός κι' απάνθρωπος.

Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνη στη δύσκολη ώρα του μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέση το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια.

Ενώ οι δυό γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:

Τι χαρίζει ο Χριστός σ' όσους πιστεύουν; Θέλω κι΄ εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του.
Δεν διάβασες ποτέ καμμιά γραφή των χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε γι' αυτά;

Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ' αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει γι' άλλα πράγματα.

Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθή τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές του.

Τότε η χάρις γέμισε τη καρδιά του Πορφυρίωνα. Πίστεψε μ' όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και αφού πήραν όλοι δύναμι από την Μάρτυρα έφυγαν.

Τροφή από τον Θεόν. Νέα βασανιστήρια

Ο φιλάνθρωπος Χριστός δεν άφησε μόνη την Αγία. Σαν φιλόστοργος πατέρας έστελνε τροφή μ' ένα περιστέρι και την δυνάμωνε λέγοντάς της: «Μη δειλιάσης, κόρη, γιατί εγώ είμαι μαζί σου. Θα μείνης ανέγγιχτη από τα μαρτύρια και με την υπομονή σου θα επιστρέψης πολλούς στην ορθή πίστι και θα αξιωθής πολλών αφθάρτων τιμών».

Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πρόσταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του. Μόλις την είδε απόρησε, γιατί ενώ περίμενε να την δη αδυνατισμένη κα καταβεβλημένη, την είδε να λάμπη από ομορφιά και χάρι. Σκέφθηκε, ότι ίσως κάποιος φύλακας να την έτρεφε κρυφά και σχεδίαζε να τιμωρήση τους φύλακες. Η Αγία όμως για να μην τιμωρηθούν ανεύθυνοι άνθρωποι, ωμολόγησε την αλήθεια:

Κανένας άνθρωπος, βασιλιά, δεν μου έδωσε τροφή, αλλά με έτρεφε ο Δεσπότης Χριστός, που φροντίζει για τους δούλους του.

Ο βασιλιάς προσπάθησε για τελευταία φορά να την μεταπείση με κολακείες:

Σε σένα, ηλιόμορφη κόρη, αξίζει το βασίλειο, Σε σένα, που υπερβαίνεις κι' αυτή την Αφροδίτη στην ομορφιά. Έλα, λοιπόν, να θυσιάσης στους θεούς και να γίνης βασίλισσά μου. Μη θελήσης, σε παρακαλώ, να χαθή τέτοια ομορφιά με βασανιστήρια.

Εγώ είμαι γη και πηλός και κάθε ομορφιά μαραίνεται σαν άνθος και σαν όνειρο χάνεται η από αρρώστια η από τα γηρατειά η από τον θάνατο. Λοιπόν, μη νοιάζεσαι για την ομορφιά μου.

Ενώ συνομιλούσε η Αγία με τον βασιλιά, κάποιος έπαρχος, Χουρσασαδέν ονομαζόμενος, θέλοντας να δείξη στο βασιλιά αγάπη κι' εύνοια, είπε:

Εγώ, βασιλιά, ξέρω μια μηχανή, που μ' αυτήν θα νικήσης την κόρη η θα θανατωθή με πόνους. Διάταξε να κάμουν τέσσερους ξύλινους τροχούς. Γύρω σ' αυτούς να καρφώσουν ξυράφια κι' άλλα σίδερα κοφτερά. Οι δυό να γυρίζουν αριστερά κι' οι άλλοι δυό δεξιά. Στη μέση τους θα βάλουν δεμένη αυτήν και έτσι γυρίζοντας οι τροχοί θα κατασχίσουν τις σάρκες της.
Το σχέδιο άρεσε στο βασιλιά κι' έδωσε διαταγή να κατασκευασθή το μηχάνημα. Σε τρεις μέρες κατασκευάσθηκε ο τροχός και για να φοβίσουν την Αγία έκαναν επίδειξι γυρίζοντας γρήγορα τους τροχούς. Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στην Αικατερίνη λέγοντας:

Βλέπεις; Σ' αυτό το μηχάνημα θα δοκιμάσης τον θάνατο, αν δεν προσκυνήσης τους θεούς.
Σου είπα πολλές φορές την απόφασί μου. Μη χάνης καιρό. Κάμε ό,τι θέλεις, του είπε με θάρρος η Αικατερίνη.

Ύστερα από τη σταθερή απόφασί της την έρριξαν στους τροχούς δεμένη, αλλά η θεία χάρις βοήθησε την Αγία, που βρέθηκε λυμένη και αβλαβής, με τη βοήθεια ενός Αγγέλου. Όταν οι παριστάμενοι είδαν το παράδοξο θέαμα φώναξαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».

Μαρτύριον της βασιλίσσης

Ο βασιλιάς σκοτισμένος από το θυμό του έκανε σαν τρελλός και απειλούσε ότι θα της επιβάλη νεώτερη τιμωρία. Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα η βασίλισσα βγήκε από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και ελέγχοντας τον σύζυγό της είπε με παρρησία:
Στ' αλήθεια είσαι μωρός κι' ανόητος να πολεμάς τον ζωντανό Θεό και να βασανίζης άδικα την δούλη του.

Στο άσκουσμα αυτών των λόγων ο βασιλιάς έγινε αγριώτερος και από τα θηρία. Άφησε λοιπόν την Αικατερίνη και στράφηκε κατά της συζύγου του. Διέταξε να της κόψουν τους μαστούς. Η Φαυστίνα αντιμετωπίζει με χαρά τα βασανιστήρια. Προσεύχεται να της δώση ο Θεός δύναμι και βοήθεια. Η θηριωδία του συζύγου της φθάνει στο αποκορύφωμα. Διατάζει να της κόψουν το κεφάλι. Η βασίλισσα δέχθηκε με αγαλλίασι την απόφασι λέγοντας στην Αγία:

Δούλη του αληθινού Θεού, κάνε προσευχή για μένα.

Πήγαινε να βασιλεύσης με τον Χριστόν αιώνια, της αποκρίθηκε η Αγία.
Η μακάρια Φαυστίνα μαρτύρησε στις 23 Νοεμβρίου. Τη νύκτα ο Πορφυρίων με τους συντρόφους του κρυφά έθαψε το λείψανό της.

Μαρτύριον του Πορφυρίωνος και των πιστευσάντων στρατιωτών

Το άλλο πρωί επειδή ήθελε να τιμωρήση ο βασιλιάς μερικούς σαν υπεύθυνους, παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων με τους λοιπούς στο κριτήριο και είπε:

Και εμείς είμαστε Χριστιανοί, στρατιώτες του Μεγάλου Θεού.

Ο βασιλιάς αναστέναξε από λύπη και φώναξε.

Χάθηκα, γιατί έχασα τον θαυμαστό Πορφυρίωνα. Και σεις στρατιώτες μου, τι πάθατε και περιφρονήσατε τους θεούς των πατέρων μας; Τι σας έκαναν;

Ο Πορφυρίων λοιπόν είπε στον τύραννο:

Γιατί αφήνεις το κεφάλι και ρωτάς τα πόδια; Με μένα να μιλήσης.

Συ είσαι η αιτία της καταστροφής τους. Διατάζει λοιπόν να τους αποκεφαλίσουν. Ήταν 24 Νοεμβρίου.

Μαρτυρικόν τέλος της Αγίας

Την επομένη έφεραν την Αικατερίνη στο κριτήριο. Της λέει ο βασιλιάς:

Πολλή θλίψι και ζημιά μου έδωσες, συ πλάνησες την γυναίκα μου και τον ανδρείο μου στρατηλάτη, που ήταν η δύναμη του στρατού μου. Πρέπει να σε θανατώσω αλύπητα. Αλλά σε συγχωρώ, γιατί λυπάμαι να χαθή μια κόρη σοφή και όμορφη, όπως συ. Θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω μόνιμη βασίλισσα.

Άδικα όμως προσπάθησε να της αλλάξη τη γνώμη. Απελπίσθηκε λοιπόν κι' έδωσε εντολή να την αποκεφαλίσουν. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και πήγαν στον τόπο της καταδίκης. Ακολουθούσε πολύς λαός πίσω, άνδρες και γυναίκες, που έκλαιγαν πικρά για την κόρη, την ωραία, την πάνσοφη, την Αγία, που επρόκειτο να χαθή.

Εκείνη όμως τους παρηγορούσε λέγοντάς τους:

Αφήστε τον ανώφελο θρήνο και χαρήτε, γιατί εγώ βλέπω τον Νυμφίον μου Ιησού Χριστόν, τον πλάστη και Σωτήρα μου, που με προσκαλεί στα άρρητα κάλλη του Παραδείσου, να βασιλεύσω μαζί του αιώνια.

Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου της έκαμε την προσευχή της λέγοντας:

«Κύριε Ιησού Χριστέ, σ' ευχαριστώ, γιατί μου έδωσες υπομονή και ωδήγησες τα βήματά μου. Συγχώρησε , Κύριε, τα σφάλματά μου και κράτησε αθέατο το σώμα μου από εκείνους, που θα το ζητούν. Φύλαξέ το σώο και ακέραιο, όπου ορίσης συ ο Βασιλεύς μου. Δώσε τα προς το συμφέρον αιτήματα σ' όσους Σε επικαλούνται. Αμήν».

Τότε ο δήμιος έκοψε με το ξίφος την τίμια κεφαλή της στις 25 Νοεμβρίου του 307. Το τίμιο λείψανό της Άγιοι Άγγελοι το μετέφεραν στο όρος Σινά, όπου και ιδιαίτερα τιμούν την Αγία.
Αυτός είναι ο βίος της πάνσοφης Αικατερίνης και το μαρτύριό της. Αγάπησε τον Κύριο τόσο ώστε θυσίασε τα πάντα για την δόξα Του. Η μνήμη της εορτάζεται την ημέρα του μαρτυρίου της, στις 25 Νοεμβρίου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος πλ. α' Τον συνάναρχον Λόγον.
Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την θείαν, και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν, ότι εφίμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών, του Πνεύματος τη δυνάμει, και νυν ως Μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον.
Την σοφίαν άνωθεν, κομισαμένη του λόγου, των ρητόρων ήλεγξας, τας φληναφίας ευτόνως, κάλλεσι, της παρθενίας ωραϊσμένη, αίμασι, της μαρτυρίας πεποικιλμένη, διά τούτο σε ως νύμφην, Αικατερίνα Χριστός προσήκατο.


Η μεταφορά του σώματας της αγίας στο Σινά


Όταν έφτασε η μέρα και η ώρα της εκτελέσεως της μάρτυρος, πλήθος αναρίθμητο περίμενε να ιδή το στερνό δύσκολο δρόμο της. Οι Χριστιανοί έκλαιγαν. Οι ειδωλολάτρες της έλεγαν, πως ήταν κρίμα να φύγει πάνω στα νιάτα της, σαν δροσάτο λουλούδι, από τη ζωή, και πως έπρεπε γι' αυτό να υπακούσει στον Μαξιμίνο. Εκείνη όμως ατάραχη απαντούσε: - Μη με λυπάστε! Βαδίζω προς τον δρόμο της αιωνίας άνοιξης. Με περιμένουν τα κάλλη του ουρανού, η ευτυχία του Παραδείσου Όταν έφθασε στην πλατεία, κι ενώ δίπλα της έστεκε με το ξίφος ο δήμιος, σήκωσε πάλι τα μάτια της στον ουρανό κι ευχαρίστησε τον Χριστό. Παρακάλεσε δε στη προσευχή της, όπως το σώμα της, μετά το μαρτύριο να γίνει αθέατο και φυλαχθή σώο και ακέραιο. Και όποιος στο ψυχορράγημα του την επικαλεσθεί να μπορεί να τον βοηθήσει. Έπειτα έκανε νεύμα στον δήμιο να εκτελέσει την διαταγή. Ένα αστραφτερό ξίφος υψώθηκε τότε, κατέβηκε με δύναμη και έκοψε την τίμια κεφαλή της Αγία Αικατερίνης. Ήταν 25 Νοεμβρίου 307 μ. Χ. 
Όπως αναφέρουν οι συναξαριστές δύο θαύματα έγιναν κατά την ώρα της αποκεφαλίσεως της. Το πρώτο είναι, ότι αντί για αίμα έτρεξε κατά την αποκεφάλιση της από τον λαιμό της γάλα και το δεύτερο, ότι το σώμα της εξαφανίστηκε μπροστά από τα μάτια του κόσμου, που παρακολουθούσε το τέλος της. Οι άγγελοι το μετέφεραν στη κορυφή του όρους Σινά, η οποία από τότε ονομάζεται "κορυφή της Αγίας Αικατερίνης". Εκεί σώζεται ακόμη σήμερα το λιθόκτιστο εκκλησάκι. Από το εκκλησάκι αυτό τον 8ον αιώνα μετέφεραν τα λείψανα της στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του όρους Σινά, την οποία είχε κτίσει ο Ιουστινιανός. Εκεί φυλάσσονται ακόμη τα λείψανα της Αγίας. Επάνω στον τάφο της καίουν 9 ολόχρυσες κανδήλες.


Το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στην Αίγινα
 
Στην Αίγινα υπάρχει Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Υπήρχε εκεί ένα εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης και θαυματουργικά βρέθηκε η εικόνα της. Δυστυχώς το εκκλησάκι αυτό το είχε ένας πολύ βλάσφημος. Το 1908 το αγόρασαν δυο καλογριές. Ο Άγιος Νεκτάριος τότε ευχαριστήθηκε πολύ. Ευχαρίστησε το Θεό που απαλλαχθήκανε από τον βλάσφημο και είπε: - Αυτό θα γίνη Μοναστήρι καλλίτερο από το δικό μας! Και πράγματι μέχρι σήμερα είναι ομορφότερο και καλλίτερο από το Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Όταν αγοράσθηκε το κτήμα εκείνο, δεν είχε νερό. Σκάψανε τριάντα μέτρα και νερό δεν βρισκόταν. 
Τότε ένας Αγιορείτης Ιερομόναχος, έκανε παράκληση στην Αγία με τις μοναχές. Κατέβασε κατόπιν μέσα στο ξεροπήγαδο την εικόνα, λιβάνισε και είπε με την αθώα πίστη του: - Εάν Αγία μου Αικατερίνη δεν μας βγάλεις νεράκι, δεν θα σε βγάλουμε απ' εδω μέσα!! Την νύχτα που προσεύχονταν οι καλογριές, ακούσθηκε θόρυβος και παράξενος κρότος, το δε μικρό μοναστηράκι σείστηκε από τα θεμέλια του. - Θύμωσε, είπαν, η Αγία και θα μας καταστρέψη, γιατί την αφήσαμε μέσα στα χώματα. Το πρωί κατέβηκε ο Ιερομόναχος να βγάλει την εικόνα. Βλέπει όμως στα τοιχώματα του ξεροπήγαδου χαραγμένο ένα Σταυρό. Και είδε πως ο Σταυρός εκείνος ήταν βρεγμένος στο κάτω μέρος. Σηκώνει την εικόνα και φωνάζει στις καλογριές για το χαρμόσυνο γεγονός. Το πηγάδι έβγαλε νερό... Ε, λοιπόν, από τότε, το 1924, το νερό του πηγαδιού υπάρχει και αρκετό μάλιστα, ώστε να ικανοποιεί τις ανάγκες του Μοναστηριού. Πολλά θαύματα της Αγίας έχουν γίνει στο Μοναστήρι αυτό και είναι γραμμένα σε ειδικό βιβλίο. Και μόνο σ' αυτό; Άπειρα είναι τα θαύματα, που έχει κάνει η Αγία στα τόσα Μοναστήρια και τους ναούς της, που υπάρχουν στα διάφορα μέρη της γης. Τις ευχές της να έχουμε.
 
π. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, ΑΘΗΝΑΙ 1999 
 
Προσθήκη του blog μας: 
Μήπως η αγία Αικατερίνα είναι μυθικό πρόσωπο;

Δεδομένου ότι πριν τον 9ο αιώνα δεν έχουμε βιογραφία της αγίας (η πρώτη γράφτηκε από τον άγιο Συμεών το Μεταφραστή), ούτε όμως και καμία γραπτή αναφορά σ' αυτήν, κάποιοι θεωρούν ότι είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, πλάσμα της φαντασίας των χριστιανών. Μάλιστα προκαλεί εντύπωση ότι ούτε ο ιστορικός του 4ου αιώνα Ευσέβιος την αναφέρει, ενώ κατά τη βιογραφία της ήταν τόσο σημαντική προσωπικότητα και προκάλεσε μάλιστα τη μεταστροφή και το μαρτύριο της συζύγου του αυτοκράτορα!
Έτσι κάποιοι ισχυρίζονται ότι η αγία επινοήθηκε με επίδραση της βιογραφίας της γνωστής φιλοσόφου του 5ου αι. Υπατίας, που επίσης έζησε στην Αλεξάνδρεια και η περίπτωσή της θυμίζει την αγία Αικατερίνα. Φυσικά οι προκατειλημμένοι κατά του χριστιανισμού συκοφαντούν με χαρά τους "παπάδες", ότι επίτηδες την κατασκεύασαν, ως αντίβαρο στην Υπατία, που υποτίθεται ότι σβήνει με τη λάμψη της το σκοταδιστικό χριστιανισμό... (Για την Υπατία δες αρκετά εδώ & στα links που δίνονται εκεί).
Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός στο βιβλίο του Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία; παραθέτει τη μαρτυρία του Β. Μυρσιλίδη (πριν ένα αιώνα) ότι συνάντησε τιμή της Υπατίας ως αγίας με το όνομα "Αικατερίνη" σε μοναστήρι της ΚΠολης και ότι η Εκκλησία του 5ου αιώνα αγιοποίησε την Υπατία με το όνομα Αικατερίνη (χωρίς όμως φυσικά να ταυτίζεται με την αγία Αικατερίνη).
Η άποψή μου για όλα αυτά: Η μαρτυρία του Μυρσιλίδη, καθότι αστήρικτη στις πηγές, θεωρώ πως είναι αβάσιμη. Η σιωπή των αρχαίων πηγών για την αγία Αικατερίνα φυσικά και είναι παράξενη. ΟΜΩΣ όχι μόνο η ύπαρξη του λειψάνου της, αλλά και τα πολλά θαύματά της ανά τους αιώνες βεβαιώνουν την ύπαρξή της. Ανάλογες περιπτώσεις είναι και οι αποκαλύψεις των λειψάνων άλλων αγίων, άγνωστων προηγουμένως, όπως ο άγιος Ραφαήλ με τη συνοδεία του και ο άγιος Εφραίμ.
Φυσικά, για να θεωρήσει κάποιος τις εμφανίσεις & τα θαύματα ενός αγίου τεκμήριο της ιστορικότητάς του, πρέπει να μην περιφρονεί τις μαρτυρίες των συνανθρώπων του και μαζί και τους ίδιους τους συνανθρώπους του. Εύκολα μπορεί να απορρίψει αυτές τις μαρτυρίες, όσο πολλές κι αν είναι, όποιοι κι αν τις καταθέτουν, χαρακτηρίζοντάς τις ψέματα απατεώνων ή φαντασίες ανόητων, ακόμα κι αν προέρχονται από καθηγητές πανεπιστημίου... Ωστόσο, μια τέτοια τοποθέτηση είναι προϊόν εγωισμού και ιδεολογικού φανατισμού, όχι "ορθολογισμού" ή "έρευνας" οποιουδήποτε είδους. Το ίδιο έχω να πω, χωρίς παρεξήγηση, και για την εύκολη (όσο και αστήρικτη) ερμηνεία ΟΛΩΝ των μαρτυριών για θαύματα ή εμφανίσεις αγίων ως παραισθήσεων.

25 Νοεμβρίου Συναξαριστής


Αικατερίνης Μεγαλομάρτυρος, Μερκουρίου Μεγαλομάρτυρα, των Αγίων 150 Ρητόρων, Πορφυρίωνος και των συν αυτώ 200 Στρατιωτών, Πέτρου Ησυχαστή, των Αγίων 670 Μαρτύρων.


Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη ἡ Μεγαλομάρτυς



Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη καταγόταν ἀπὸ οἰκογένεια εὐγενῶν τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ μαρτύρησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα μ.Χ. Ἦταν εὐφυέστατη καὶ φιλομαθής. Ἤδη σὲ ἡλικία δέκα ὀκτὼ χρονῶν κατεῖχε τὶς γνώσεις τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας καὶ φιλοσοφίας, ἀλλὰ καὶ ἦταν ἄρτια καταρτισμένη καὶ στὰ δόγματα τῆς χριστιανικῆς πίστης.
Ὅταν ἐπὶ Μαξεντίου διεξαγόταν διωγμὸς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ἡ Αἰκατερίνη δὲ φοβήθηκε, ἀλλὰ μὲ παρρησία διέδιδε πὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἔπαρχο τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ συζητήσεις νὰ τὴν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της.
Ὅταν ὁ ἔπαρχος διαπίστωσε τὴν ἀνωτερότητα τῶν λόγων τῆς Αἰκατερίνης, συγκάλεσε δημόσια συζήτηση μὲ τοὺς πιὸ ἄξιους ρήτορες τῆς Ἀλεξάνδρειας, τοὺς ὁποίους ὅμως ἡ Αἰκατερίνη ἀποστόμωσε. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ κάποιοι ἀπὸ τοὺς συνομιλητές της πείσθηκαν γιὰ τοὺς λόγους της καὶ ἀσπάστηκαν τὴν Χριστιανικὴ Πίστη.
Μπροστὰ σὲ αὐτὴ τὴν κατάληξη, ὁ ἔπαρχος διέταξε νὰ τὴ βασανίσουν σκληρὰ μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς ἡ Ἁγία θὰ λύγιζε καὶ θὰ ἀρνιόταν τὸν Χριστό. Ὅμως ἡ Αἰκατερίνη ἔμεινε ἀκλόνητη στὴν πίστη της.
Πέθανε στὸν τροχό, ὕστερα ἀπὸ διαταγὴ τοῦ ἔπαρχου.





Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὴν πανεύφημον νύμφην Χριστοῦ ὑμνήσωμεν, Αἰκατερίναν τὴν θείαν καὶ πολιοῦχον Σινᾶ, τὴν βοήθειαν ἡμῶν καὶ ἀντίληψιν· ὅτι ἐφίμωσε λαμπρῶς, τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει, καὶ νῦν ὡς Μάρτυς στεφθεῖσα, αἰτεῖται πᾶσι τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιoν. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν σοφίαν ἄνωθεν, κομισαμένη τοῦ λόγου, τῶν ῥητόρων ἤλεγξας, τὰς φληναφίας εὐτόνως· κάλλεσι, τῆς παρθενίας ὡραϊσμένη, αἵμασι, τῆς μαρτυρίας πεποικιλμένη· διὰ τοῦτό σε ὡς νύμφην, Αἰκατερίνα Χριστὸς προσήκατο.

Μεγαλυνάριον.
Νύμφη τοῦ Σωτῆρος πανευκλεής, αἴγλη παρθενίας, καὶ σοφίας τῇ καλλονῇ, καὶ Μαρτύρων ἄθλοις, λαμπρῶς πεποικιλμένη, Αἰκατερίνα ὤφθης, ὠς καλλιπάρθενος.





Ὁ Ἅγιος Μερκούριος ὁ Μεγαλομάρτυρας

Γενναῖος στρατιωτικός, ὄχι μόνο τοῦ στρατοῦ τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου, ποὺ ὑπηρετοῦσε, ἀλλὰ καὶ τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Μερκούριος καταγόταν ἀπὸ τὴν Σκυθία. Διακρινόμενος σὲ κάποια μάχη, κατὰ τὴν ὁποία σκότωσε τὸν στρατηγὸ τῶν ἀντιπάλων, τιμήθηκε  μὲ ἀνώτερο ἀξίωμα. Ἀλλὰ ὅταν κλήθηκε νὰ συμμετέχει σὲ εἰδωλολατρικὲς θυσίες, ἀρνήθηκε. Καὶ δὲν δίστασε, ὅταν ρωτήθηκε, νὰ ὁμολογήσει ὅτι ἦταν χριστιανός.
Ὁ βασιλιὰς προσπάθησε στὴν ἀρχή, μὲ γλυκὰ λόγια νὰ τὸν μεταπείσει. Βλέποντας ὅμως, ὅτι ἀποτύγχανε, διέταξε τὸν βασανισμό του. Καὶ ἀφοῦ τὸν γέμισαν μὲ πληγές, καὶ ἐπέφεραν μεγάλα ἐγκαύματα στὶς σάρκες του, ἀποκεφάλισαν τὸν γενναῖο ἀθλητὴ καὶ στεφανηφόρο ἀγωνιστὴ τοῦ Χριστοῦ, στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας, περίπου τὸ 253 μὲ 259 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οὐράνιον Ἄγγελον, χειραγωγὸν ἀσφαλῆ, πρὸς δόξαν ἀρίδηλον, ὡς τοῦ φωτὸς κοινωνός, Μερκούριε ἔσχηκας· ὅθεν τῷ ἀθανάτῳ, Βασιλεῖ πειθαρχήσας, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, ὡς γενναῖος ὁπλίτης· διὸ τοὺς σοὶ προσιόντας, μάκαρ περίσωζε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὤσπερ θεῖον θώρακα, ἠμφιεσμένος, τοῦ Χριστοῦ τὴν δύναμιν, ἀθλητικῶς ἀνδραγαθεῖς, καταπυρσεύων τοὺς ψάλλοντας· χαῖρε Μαρτύρων τὸ κλέος Μερκούριε.

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης νεανίας πανευπρεπής, οἷα στρατιώτης, τοῦ Σωτῆρος περιφανής· φύσεως γὰρ ᾥρα, τὴν ἄθλησιν ἀνθήσας, Μερκούριε θεόφρον, Χριστῷ δεδόξασαι.



     
Οἱ Ἅγιοι 150 Ρήτορες

Αὐτοὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ μαρτύρησαν διὰ πυρός.





Ἡ Ἁγία Βασίλισσα

Αὐτὴ ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλιὰ Μαξεντίου, ποὺ πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ μαρτύρησε διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.




 Ὁ Ἅγιος Πορφυρίων (ἢ Πορφύριος) ὁ Στρατηλάτης καὶ οἱ 200 Στρατιῶτες του

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.





Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Ἡσυχαστὴς

Καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Εὐξείνου Πόντου καὶ ἀπὸ μικρὸς διακρινόταν γιὰ τὴν θερμὴ εὐσέβειά του καὶ τὴν τέλεια ἀφοσίωσή του στὰ πνευματικὰ ἀγαθά.
Πῆγε στὴν Γαλατία καὶ τὴν Παλαιστίνη, ὅπου ἡ πίστη του θερμάνθηκε ἀκόμα περισσότερο καὶ κατέληξε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἀσκήτευε στὰ βουνά της, δοξασμένα ἀπὸ τόσους μεγάλους ἀθλητὲς καὶ διδασκάλους τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Ἡ πνευματική του καρποφορία δὲν ἄργησε νὰ διαδοθεῖ καὶ πλῆθος λαοῦ ἐρχόταν σ’ αὐτόν, ἀποκομίζοντας πολύτιμες συμβουλὲς καὶ παρηγοριὰ στὰ δυσκολοθεράπευτα τραύματα τῆς ψυχῆς.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 95χρονών.




 Οἱ Ἅγιοι 670 Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους

Στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα (Γαλ. γ΄23-δ΄5)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))



Στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης (Γαλ.γ' 23-δ' 5)


α' .Ὁ Ἀπόστολος ποὺ διαβάστηκε σήμερα εἶναι περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Σὲ κάποια περασμένη ὁμιλία εἶπα γιὰ τοὺς Γαλάτες καὶ γιὰ τὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοὺς ἔγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γι’ αὐτὸ καὶ κρίνω πὼς δὲν θὰ πρέπει τώρα νὰ ξαναπῶ τὰ ἴδια. Ἀρχίζω λοιπὸν πρῶτα νὰ ἐξηγῶ στὴ γλώσσα μας τὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπή. Αὐτὴ τὴ μέθοδο ἀκολουθοῦμε πάντα· ἐξηγοῦμε πρῶτα γλωσσικὰ τὸ ἱερὸ κείμενο, κι ὕστερα ἑρμηνεύομε καὶ ἀναπτύσσομε ὅσο μποροῦμε τὰ νοήματα τοῦ θεόπνευστου λόγου. Ὁ Ἀπόστολος μιλάει γιὰ τὸ νόμο καὶ γιὰ τὴν πίστη· τί ἦταν ὁ νόμος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστό, καὶ τί εἶναι ἡ πίστη τώρα ποὺ ἦρθε ὁ Χριστός.

Μὰ ἂς ἀκούσουμε τὰ λόγια του ἁγίου Παύλου· «Ἀδελφοί, πρὶν νὰ 'ρθη ἡ πίστη μᾶς φύλαγε καὶ μᾶς προστάτευε ὁ νόμος κι ἤμαστε κλεισμένοι μέσα στὸ νόμο, περιμένοντας νὰ φανερωθῆ ἡ πίστη. Ὁ νόμος λοιπὸν ἦταν σὲ μᾶς παιδαγωγός, ὥσπου νὰ 'ρθη ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε τότε μὲ τὴν πίστη. Ἀλλὰ τώρα ποὺ ἦρθε ἡ πίστη, δὲν εἴμαστε πιὰ στὰ χέρια παιδαγωγοῦ, ἐπειδὴ σὰν πιστοὶ εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· γιατί ὅσοι βαπτισθήκατε στὸ Χριστό, ντυθήκατε τὸ Χριστό. Δὲν ὑπάρχει Ἰουδαῖος οὔτε Ἕλληνας, δὲν ὑπάρχει δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος, δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναίκα, γιατί ὅλοι ἐσεῖς εἴσαστε ἕνας ἄνθρωπος στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»1.


β'. Ὁ νόμος, γιὰ τὸν ὁποῖο πολὺς λόγος γίνεται στὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Παύλου, ὁ νόμος λοιπὸν εἶναι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἡ συμφωνία καὶ ἡ συνθήκη, ποὺ ἔκαμε παλιὰ ὁ Θεὸς μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μέσα σὲ ὅσα ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ἀπὸ τὴν πρώτη ὥρα τῆς πτώσεως, στοὺς πρωτοπλάστους καὶ τὰ ἀνανέωσε ὕστερα στοὺς Πατριάρχες καὶ στοὺς Προφῆτες, μέσα στὴν παλιὰ ἐκείνη συνθήκη, ξεχωρίζει ὁ νόμος· ὄχι μόνο ὁ ἠθικός, δηλαδὴ οἱ δέκα ἐντολές, ἀλλὰ καὶ ὁ τελετουργικός, ὅλες οἱ διατάξεις ποὺ ἀναφέρονται στὶς θυσίες καὶ γενικὰ στὴ λατρεία. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἦσαν ὅ,τι ὁ Θεὸς εἶχε νὰ κάμη γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἶχαν μία προπαρασκευαστικὴ σημασία καὶ ὁ σκοπὸς τους ἦταν παιδαγωγικός· ἦσαν ἡ ρίζα καὶ ἡ βάση ἀπάνω στὴν ὁποία θὰ στηριζότανε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ὁ νόμος ἦταν ἕνας ἅγιος τρόπος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ φυλαχτοῦν καὶ νὰ προστατευτοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα δὲ καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦν, γιὰ νὰ δεχτοῦν τὴν πίστη καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σὰν παροιμία καὶ σὰν ἀξίωμα ἔμεινε στὴ συνείδηση καὶ στὸ στόμα τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου ὅτι «ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστὸν» (2). Μὲ τὸ νόμο ὁ Θεὸς χειραγώγησε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἑτοίμασε νὰ δεχτοῦν τὸ Χριστό. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς τὸ Εὐαγγέλιο τῆς χάρης εἶναι συνέχεια στὸ νόμο τῆς δικαιοσύνης, πὼς ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι συμπλήρωση καὶ ἐκπλήρωση τῆς Παλαιᾶς. Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὅταν εἶπε πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κατάργηση τὸ νόμο, δηλαδὴ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν συμπλήρωση. Τίποτα δὲν καταργεῖται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πάντα τὸ παλιὸ εἶναι μέσα στὸ νέο, σὰν ὁ σπόρος μέσα στὸ φυτὸ καὶ σὰν ἡ ρίζα στὸ δέντρο.


γ'. Ὅταν ἦρθε ἡ πίστη, ὅταν «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (3), τότε ὁ νόμος, χωρὶς νὰ καταργηθῆ, ἔμεινε πίσω καὶ παραχώρησε τὴ θέση του στὴ νέα πραγματικότητα· αὐτὸ θὰ πῆ τὸ «ἐγένετο», ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἀλήθεια, πραγμάτωσε μία νέα κατάσταση στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία. Τώρα δὲν χρειαζότανε πιὰ παιδαγωγός, τώρα οἱ ἄνθρωποι εἶδαν νὰ ἐκπληρώνωνται ὅσα ἐπροτύπωνε ὁ νόμος καὶ ἐπρόβλεπαν οἱ Προφῆτες. Τώρα, μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, στὸ θεανθρώπινό του πρόσωπο καὶ στὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο, οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Τώρα οἱ πιστοὶ μὲ τὸ βάπτισμα, ὄχι ἁπλῶς πῆραν τὴν προσωνυμία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ σὰν ἕνα παλιὸ ἱμάτιο ξεφόρεσαν τὸν πρῶτο ἑαυτό τους καὶ ντύθηκαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ἀκούσαμε ἀκριβῶς σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο τὰ πολὺ γνωστὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, ποὺ τὰ πῆρε ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ ἔκαμε ὕμνο στὶς μεγάλες Δεσποτικὲς ἐορτές· «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (4).


δ'. Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου κορυφώνεται στὴ μεγάλη διακήρυξη, ποὺ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο καὶ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Εἶναι ἡ διακήρυξη, ποὺ σπάζει τὰ δεσμὰ ὅλων τῶν διακρίσεων μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Τώρα δὲν ὑπάρχουν ξεχωριστὰ λαοὶ καὶ φυλές, δὲν ὑπάρχουν κοινωνικὲς τάξεις, δὲν ὑπάρχουν ξεχωριστὰ ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα, γιατί ὅλοι, μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, εἴμαστε ἕνας ἄνθρωπος.


ε'. Ἄλλο κήρυγμα ἀληθινῆς ἐλευθερίας καὶ ἰσότητας, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ κατοικοῦν σ’ ὅλο τὸν πλανήτη τῆς γῆς, σὰν τὸ κήρυγμα τοῦτο τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀκούστηκε οὔτε ὑπάρχει. Οἱ αἰῶνες τὸ ἐπαναλαμβάνουν σὲ διάφορες γλῶσσες, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν λαῶν καὶ οἱ κοινωνικοὶ ἀναμορφωτὲς τὸ οἰκειοποιοῦνται καὶ τὸ ἐξαγγέλλουν παραλλαγμένο γιὰ δικό τους κήρυγμα. Ὅμως αὐτὴ εἶναι ἡ διακήρυξη καὶ ἡ ἐξαγγελία τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ πνευματοκίνητο στόμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

«Δὲν ὑπάρχει Ἰουδαῖος οὔτε Ἕλληνας, δὲν ὑπάρχει δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος, δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναίκα» (5), γιατί ὅλοι οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἴμαστε ἕνας ἄνθρωπος. Ποιὸς μπορεῖ νὰ ψάλη τώρα ἐπάξια τὸν ὕμνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς διακηρύξεως, μὰ καὶ ποιὸς νὰ κλάψη γοερὰ καὶ νὰ θρηνήση, γιατί χίλιες φορὲς μέχρι τώρα οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ καὶ οἱ κοινωνίες ἐπρόδωσαν τὴν πίστη τους καὶ ρήμαξαν τὸ πρόσωπο τῆς γῆς μὲ τυραννίες, μὲ δουλεμπόρια, μὲ πολέμους, μὲ κατακτήσεις, μὲ ἐπαναστάσεις; Ὅλα αὐτὰ μέσα σὲ εἴκοσι αἰῶνες ἔγιναν ἀπὸ τοὺς χριστιανικοὺς λαούς, κι ἀπὸ κείνους ποὺ τάχα ἀρνιοῦνται τὴ χριστιανική τους καταγωγὴ καὶ πολεμοῦν τώρα τὴ μητέρα τους Ἐκκλησία.


ς'. Μὰ ἂς προχωρήσουμε τώρα πιὸ κάτω στὴν ἐξήγηση τῆς σημερινῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς. Ὅσα θὰ πῆ στὴ συνέχεια ὁ Ἀπόστολος εἶναι τὸ συμπέρασμα σὲ ὅσα εἶπε παραπάνω. «Ἂν λοιπὸν ἐσεῖς εἴσαστε ἄνθρωποι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴσαστε ἄρα ἀπόγονοι καὶ κληρονόμοι τοῦ Ἀβραάμ, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. Λέω λοιπὸν πὼς ὅσον καιρὸ ὁ κληρονόμος εἶναι μικρὸ παιδί, δὲν ἔχει καμμιὰ διαφορὰ ἀπὸ τὸ δοῦλο, ἂν καὶ ὅλη ἡ πατρικὴ περιουσία εἶναι δική του, ἀλλὰ κηδεμονεύεται ἀπὸ ἐπιτρόπους καὶ διαχειριστές, ὡς τὴν ὥρα ποὺ προσδιώρισε ὁ πατέρας. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐμεῖς, ὅταν ἤμαστε ἀνήλικοι, ἤμαστε ὑποταγμένοι στὶς συνθῆκες τοῦ ἐδῶ κόσμου, ὅταν ὅμως συμπληρώθηκε ὁ καιρός, τότε ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν υἱό του, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ μία γυναίκα καὶ ὑποτάχτηκε στὸ νόμο, γιὰ νὰ ἐλευθέρωση ἐκείνους ποὺ ἦσαν δοῦλοι στὸ νόμο καὶ γιὰ νὰ ξαναγίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ» (6).


ζ'. Δὲν μπορεῖτε, μὰ δὲν μπορεῖτε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ καταλάβετε τί αἰσθάνεται καὶ ζῆ ἐκεῖνος ποὺ κηρύττει τὸ θεῖο λόγο. Δὲν θέλω νὰ πῶ οὔτε γιὰ τὴ χαρὰ οὔτε γιὰ τὸ φόβο ποὺ ἔχει ὁ ἱερὸς διδάσκαλος, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ κάνη τὴν πολὺ μεγάλη τιμὴ νὰ εἶναι ἑρμηνευτὴς καὶ κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς ἀνθρώπους.

Μὰ θέλω νὰ πῶ γιὰ τὴ λύπη καὶ γιὰ τὴ στενοχώρια ποὺ αἰσθάνομαι τώρα, γιατί δὲν μπορῶ νὰ ἁπλωθῶ στὴν ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου. Τὸ ξέρω πὼς πάντα λέω τὰ ἴδια, καὶ διαρκῶς παραπονοῦμαι πὼς δὲν μὲ παίρνει ὁ χρόνος. Ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ εἶναι μία ἀλήθεια, ποὺ ἐγὼ κάθε Κυριακὴ τὴν αἰσθάνομαι καὶ τὴ ζῶ. Βλέπετε πὼς δὲν σᾶς ὁμιλῶ προχειρα· βλέπετε πὼς ὅ,τι θέλω νὰ σᾶς πῶ τὸ μελετῶ καὶ τὸ γράφω, γιατί θαρῶ πὼς δὲν εἶναι σωστὸ καὶ δὲν ταιριάζει, οὔτε σὲ μένα οὔτε σὲ σᾶς οὔτε στὴν ἱερότητα τοῦ κηρύγματος, νὰ σᾶς πῶ πέντε πράγματα ὅπως-ὅπως. Πάντα ὅμως, μέσα στὴν ἄλλη μου προσπάθεια, μὲ κρατάει ὁ φόβος μήπως καὶ κουραστῆτε, καὶ ἐνῶ ἐγὼ θὰ ὁμιλῶ ἐσεῖς πιὰ δὲν θὰ μὲ ἀκοῦτε. Ἀλλὰ ἂς προσπαθήσω τώρα, πολὺ σύντομα νὰ σᾶς ἑρμηνεύσω τὸ κομμάτι ποὺ ἐξήγησα γλωσσικά.


η'. Εἴπαμε παραπάνω πὼς τὸ δεύτερο τοῦτο μέρος τῆς σημερινῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς εἶναι τὸ συμπέρασμα, στὸ ὁποῖο καταλήγει ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα εἶπε στὸ πρῶτο. Μὰ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε κι ἀλλιῶς, πὼς εἶναι ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴ ζωή, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος, γιὰ νὰ ἔκφραση παραστατικὰ αὐτὸ ποὺ λέει. Εἶπε πὼς οἱ χριστιανοὶ τώρα κι ὄχι οἱ Ἑβραῖοι εἶναι οἱ ἀπόγονοι καὶ κληρονόμοι τῶν ἐπαγγελιῶν, ποὺ ἔδωκε ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ, κι ἀμέσως, μόλις εἶπε γιὰ κληρονόμους, ἔβαλε στὴ σκέψη του τὸ παράδειγμα τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τῆς κηδεμονίας, ποὺ ὁρίζουν οἱ πολιτικοὶ νόμοι γιὰ τοὺς ἀνήλικους. Ὁ σκοπὸς πάντα τοῦ Ἀποστόλου εἶναι νὰ δείξη τὴν προσωρινότητα καὶ τὴν ἀτέλεια τοῦ νόμου, ποὺ τὸν διαδέχτηκε ἡ χάρη τοῦ Εὐαγγελίου· τὴ δουλεία κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία κρατοῦσε ὁ νόμος τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν ἐλευθερία ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός.


θ'. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς αὐτὰ τὰ γράφει πρὸς τοὺς χριστιανούς, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ Ἰουδαίους ἤ δέχονταν ἐπιρροὲς ἀπὸ ἰουδαϊκὲς διδασκαλίες. Οἱ ἰουδαΐζοντες αὐτοὶ χριστιανοὶ ἦσαν προσκολλημένοι στὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ μάλιστα στὸ θεσμὸ τῆς περιτομῆς καὶ δὲν μποροῦσαν εὔκολα νὰ καταλάβουν τὴν παγκοσμιότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ νέο πνεῦμα τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς, ποὺ εἶναι πνεῦμα ἀγάπης καὶ πνευματικῆς ἐλευθερίας. Πρὶν λοιπὸν νὰ ἔρθη ὁ Χριστός, σὰν τὰ ἀνήλικα παιδιά, οἱ ἄνθρωποι ἦσαν κάτω ἀπὸ τὴν κηδεμονία τοῦ νόμου, μὰ στὸν προσδιωρισμένο καιρὸ ἦρθε ὁ Χριστός· ἦρθε καὶ ὑποτάχτηκε στὸ νόμο, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθέρωση ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ νόμου. Ἔτσι ξαναγίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ στὴ γλώσσα τῆς θείας Γραφῆς καὶ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας λέγεται δικαίωση καὶ σωτηρία στὴν οὐσία του εἶναι νὰ ξαναγίνουν οἱ ἄνθρωποι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, «ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (7).


ι'. Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο στὴ μνήμη σήμερα τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης διαβάζεται στὴ θεία Λειτουργία ἡ ἀποστολικὴ περικοπή, ποὺ ἀκούσαμε καὶ προσπαθήσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ φράση ἀπὸ τὴ μεγάλη διακήρυξη τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» (8). Αὐτὸ βέβαια δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ κεῖνα ποὺ στὸν καιρὸ μας φωνάζουν ὅσες καὶ ὅσοι ἔκαμαν ἔργο τοὺς τὸν «ἀγώνα τῆς γυναίκας». Μακάρι νὰ ἤξεραν οἱ γυναῖκες, ποὺ μολαταῦτα εἶναι χριστιανές, ποὺ τὶς ἀνέβασε καὶ πόσο τὶς ἐτίμησε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία. Μὰ θαρῶ πὼς εἶναι εὔκαιρο καὶ ἀρκετὸ νὰ ἐπαναλάβωμε τὰ λόγια τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ποὺ εἶπε ὅταν ἔκανε τὴν ἀπολογία της μπροστὰ στὸν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα. «Ἡ καταγωγή μου εἶναι γνωστὴ σὲ ὅλη τὴν Ἀλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς μου εἶναι ἀπὸ τοὺς εὐγενέστερους τῆς αὐτοκρατορίας σου. Ἐπέρασα τὴ νεότητά μου ἀναζητώντας τὴν ἀλήθεια. Ὅσο μελετοῦσα ἔβλεπα τὴ ματαιότητα τῶν εἰδώλων. Ὅλη μου ἡ δόξα καὶ τὸ καύχημά μου εἶναι νὰ φανῶ ἀντάξια χριστιανή...». Εἶναι λόγια γεμάτα πίστη καὶ χριστιανικὴ ἀξιοπρέπεια, τὰ ἴδια σὲ ἀτρόμητη ἀνδρεία, σὰν ἐκεῖνα ποὺ λένε πάντα ὅλοι οἱ μάρτυρες, καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὅταν περιφρονοῦν τὰ ὅποια εἴδωλα τοῦ κόσμου τούτου.

Ἔτσι βρίσκει γενικὴ ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, «διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ», καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνδρεία καὶ ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴ καὶ πνευματικὴ ἀξία, «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ». Ἀμήν.


Κοζάνη, 22 Νοεμβρίου 1979

† ὁ Σ.Κ.Δ.


* Ἐλέχθη ἐν τῷ ἱ. Ναῷ τοῦ ἁγ. Νικολάου [Κοζάνης] τῇ 25 Νοεμβρίου 1979.

Οἱ συνέπειες τοῦ ὀρθολογισμοῦ στή ζωή μας

Ἀναστασίου Ἀθανάσιος (Ἀρχιμανδρίτης, Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου)


 


Ὁ ὀρθολογισμός θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἡ ὑπερβολική ἐμπιστοσύνη στή λογική μας, ἡ ἀναγωγή της σέ ὑπέρτατη αὐθεντία καί ἀπόλυτη ἀξία. Εἶναι ἁμαρτητική νοοτροπία καί βιοθεωρία, καί ὄχι κάποια ἁπλή ἁμαρτία. Εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀπιστία. Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική καί ὕπουλη ἐκδήλωση τῆς ὑπερηφάνειας, ἡ ὁποία ὑποκρύπτεται κάτω ἀπό ὅλες τίς ἁμαρτίες μας, ὑφέρπει σέ κάθε μας πράξη καί δηλητηριάζει ὅλα τά καλά ἔργα μας. Αὐτή ὁδηγεῖ στήν αὐτοδικαίωση καί τελικά στήν ἀμετανοησία, κλείνοντας ἔτσι τή θύρα τοῦ θείου ἐλέους. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος ὅλων τῶν κακῶν. Κατά τόν μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ ἡ ὑπερηφάνεια «ἀποτελεῖ τήν μόνιμη ἀπειλή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς», «βρίσκεται στήν ρίζα ὅλων τῶν τραγωδιῶν τοῦ ἀνθρώπινου γένους» καί ἀποτελεῖ «τήν οὐσία τοῦ ἅδη». Ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, λαϊκός, κληρικός ἤ μοναχός, γίνεται ἄτομο καί προσφέρει τόν πνευματικό θάνατο καί τόν ἅδη, τήν κόλαση, ὄχι μόνο στόν ἑαυτό του, ἀλλά καί στήν οἰκογένειά του, στό κοινόβιό του καί σέ ὅλο τό περιβάλλον του.

Ὁ ὀρθολογιστής ὑποβάλλει τήν ἁγνή καί πηγαία πίστη σέ λογικές διαδικασίες, ζητώντας ἐπιχειρήματα καί ἀποδείξεις. Πιστεύει μόνο σέ ὅ,τι μπορεῖ νά κατανοηθεῖ καί νά γίνει ἀποδεκτό μέ τό μυαλό. Γι’ αὐτό καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα, ἀλλά καί πολλοί χριστιανοί μας, ἀμφιβάλλουν ἤ καί δέν πιστεύουν στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, στήν ὕπαρξη τῆς ἄλλης ζωῆς, στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στόν παράδεισο καί τήν κόλαση. Ἀρνοῦνται ἀκόμη τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου, τοῦ προαιώνιου αὐτοῦ ἐχθροῦ μας. Ἀγνοοῦν ὅτι ὁ διάβολος εἶναι πρόσωπο μέ νοῦ καί μέ θέληση, καί ὅτι αὐτός ἀποτελεῖ τήν αἰτία καί τήν πηγή τοῦ κακοῦ, δεχόμενοι γενικά καί ἀόριστα τήν ὕπαρξη μόνο «δυνάμεων τοῦ κακοῦ».

Ἀμφισβητοῦν τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τῆς Θείας Κοινωνίας, τοῦ Γάμου, ὁ ὁποῖος τείνει νά ἀντικατασταθεῖ ἀπό μία ἁπλή συμβίωση, μία ἐλεύθερη σχέση, ἐκτός γάμου. Ἀρνοῦνται ἤ δέχονται ἐπιλεκτικά τά δόγματα τῆς πίστεώς μας, τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, τή λατρεία, τήν εὐσέβεια καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπειδή δέν μποροῦν νά τά συλλάβουν μέ τήν λογική καί τό μυαλό τους.

Νά διευκρινίσουμε σέ αὐτό τό σημεῖο ὅτι ἡ ἀναφορά μας στό ἀρνητικό φαινόμενο τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί στίς ἀνάλογες συνέπειές του στήν πνευματική ζωή τοῦ καθενός σέ καμία περίπτωση δέν ἔχει τήν ἔννοια τῆς ὑποτιμήσεως ἤ τῆς παραγνωρίσεως τῆς λογικῆς, αὐτῆς τῆς ὕψιστης δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί τά ὑπόλοιπα κτίσματα.

Ὁ ὀρθολογιστής ἀντικαθιστᾶ τήν ἀναφορά καί τήν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, πού εἶναι ἡ πίστη, μέ τή σκέψη καί τή διάνοια. Ἔτσι ὅμως καταργεῖται οὐσιαστικά ἡ πίστη, ἀφοῦ ὁ Θεός δέν μᾶς ἀποδεικνύεται, ἀλλά μᾶς φανερώνεται. Μᾶς ἀποκαλύπτεται μυστικά. Βιώνεται καρδιακά καί πηγαία, ἁπλά, ταπεινά καί ἀθόρυβα. Γι’ αὐτό καί ὁ ὀρθολογισμός συνιστᾶ οὐσιαστικά ἀπιστία• μία ἄλλη μορφή ἀθεΐας, χειρότερη ἴσως ἀπό τήν ἀπόλυτη καί καθαρή ἀθεΐα, ἀφοῦ μᾶς ἐφησυχάζει καί μᾶς παραπλανᾶ πώς δῆθεν πιστεύουμε.

Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι καί ὁ λόγος πού καθιστᾶ τόν ὀρθολογισμό, τήν ὀρθολογιστική θεώρηση τῆς πίστεως, ἕνα ἀπό τά σοβαρότερα ἐμπόδια, καί τά δυσεπίλυτα προβλήματα πού ἀπειλοῦν καί ἀλλοιώνουν τήν πνευματική πορεία τῶν σύγχρονων πιστῶν καί ἐπιβουλεύονται τή σωτηρία τους.

Θά λέγαμε ὅτι ὁ ὀρθολογισμός δέν εἶναι ἁπλά καί μόνο μία συγκεκριμένη ἁμαρτία, δέν εἶναι μία πτώση, ἕνα λάθος, πού εἶναι ἀνθρώπινο καί φυσιολογικό νά συμβαίνει σέ κάθε πιστό, πού ἀγωνίζεται γιά τή σωτηρία του, ἀφοῦ κανείς δέν εἶναι ἀναμάρτητος ἤ ἀλάνθαστος. Γι’ αὐτό καί ὅλες οἱ πτώσεις καί ὅλα τά ἁμαρτήματά μας συγχωροῦνται, ὅταν μέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί συντριβή τά ἐναποθέσουμε στό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ μας, μέ τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.

Ὁ ὀρθολογισμός λοιπόν ξεπερνᾶ τά στενά ὅρια τῆς ἁμαρτίας καί λειτουργεῖ ἀλλοιωτικά καί διαφορετικά, ὑποσκάπτοντας τά ἴδια τά θεμέλια καί οὐσιώδη τῆς πίστεως. Καταργεῖ τή σχέση, τήν ἐμπιστοσύνη, τήν ἐλπίδα, γιατί στηρίζεται μόνον στά δικά μας λογικά συμπεράσματα, στίς ἀτομικές μας ἀντιλήψεις καί στήν ἀτομική μας νοοτροπία καί βιοθεωρία.


Νοῦς καί λόγος

Γιά νά κατανοήσουμε καλύτερα τήν διαφορά ἀνάμεσα στήν «καλή» καί «κακή» χρήση τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς (πού εἶναι ὁ ὀρθολογισμός), θά ἦταν χρήσιμο νά ἀναπτύξουμε ἐν συντομίᾳ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν φύση καί τήν λειτουργία της.

Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή καί τήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση, ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο γνωστικά κέντρα. Δηλαδή δύο ὁδούς, δύο τρόπους μέσα ἀπό τούς ὁποίους μπορεῖ νά γνωρίσει τά πράγματα, τήν κτιστή φυσική δημιουργία καί τόν ἴδιο τόν Θεό.

Τά δύο αὐτά κέντρα εἶναι ὁ νοῦς (πού οἱ πατέρες τόν ταυτίζουν μέ τήν καρδιά) καί ὁ λόγος (δηλαδή ἡ λογική, ἡ διάνοια, τό μυαλό). Ὁ νοῦς ἔχει τήν ἕδρα του στήν καρδιά καί ὁ λόγος (ἡ λογική) στόν ἐγκέφαλο. Ὁ νοῦς εἶναι τό κέντρο τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τόν ὀνομάζουν «τό ἡγεμονικόν τῆς ψυχῆς». Μέ τό νοῦ, πού εἶναι ἡ θεωρητική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς (γι’ αὐτό καί ἀναφέρεται καί ὡς «ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς»), ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τή γνώση καί τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέτοχος τῆς θείας Ἀποκαλύψεως.

Ὁ λόγος (ἤ λογική) εἶναι ἡ πρακτική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Μέ τό λόγο (τή λογική) ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τή φύση καί τήν κτιστή δημιουργία. Ἡ γνώση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ βοηθάει, βεβαίως, τόν ἄνθρωπο νά φθάσει καί στήν γνώση τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ὅμως ἀποκτᾶ μέ τό νοῦ. Μέ τή λογική, δηλαδή, δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε τό Θεό. Ἡ λογική μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀνάγκη τῆς πίστεως στό Θεό. Ἡ ἀληθινή, ὅμως, γνώση τοῦ Θεοῦ γίνεται μέ τό νοῦ, μέ τήν καρδιά δηλαδή.

Τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο, πού δέν ἐπιτρέπει στό σύγχρονο ἄνθρωπο νά φθάσει στή γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ὅτι προσπαθεῖ νά Τόν γνωρίσει μέ λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα. Ἀντικαθιστᾶ δηλαδή τό νοῦ (τήν καρδιά) μέ τό λόγο (τή λογική) καί καταλήγει ἔτσι στόν ὀρθολογισμό καί στήν ἀδυναμία νά γνωρίσει ἀληθινά τό Θεό.

Ἀπό τά ἀνωτέρω γίνεται φανερό πώς παραιτοῦμαι ἀπό τή λογική μου δέν σημαίνει ὅτι γίνομαι παράλογος. Ἡ πίστη δέν εἶναι παράλογη, ἀλλά ὑπέρλογη. Δέν κατανοεῖται, ἀλλά βιώνεται. Πίστη δέν σημαίνει κατανόηση, ἀλλά ἐμπιστοσύνη. Δέν ἀντιβαίνει στόν ὀρθό λόγο, ἀλλά τόν ὑπερβαίνει, τόν ξεπερνᾶ. Τό ὑπέρλογο μέσα στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ἡ κατάργηση τῆς λογικῆς, ἀλλά ἡ μετακένωση καί ἀνύψωσή της στήν ἀποδοχή τῶν ἐμπειριῶν τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Τό ὑπέρλογο εἶναι ἡ ἀπόλυτη διάθεση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στό θέλημα καί στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τό λογικό εἶναι τό «στένεμα» τοῦ Θεοῦ καί ἡ σμίκρυνσή του στίς προσωπικές μας ἀνάγκες καί ἀπαιτήσεις, στό ἐγωιστικό θέλημά μας. Τό ὑπέρλογο εἶναι νά ἀφήνω στό Θεό ἀνοιχτό τό δρόμο τῆς καρδιᾶς μου γιά νά ‘ρθεῖ καί νά ἐνεργήσει μέσα μου μέ τό δικό Του τρόπο, πού δέν εἶναι οὔτε λογικός, οὔτε ἄλογος, οὔτε παράλογος, ἀλλά εἶναι ὑπέρλογος. Εἶναι ἡ αἰώνια Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πηγή καί ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας μας. Τό ὑπέρλογο εἶναι ἡ ὑπαγωγή τῆς λογικῆς μας στή Λογική του Θεοῦ. Εἶναι ἡ προσπάθεια πού κάνουμε γιά νά δεχθοῦμε τή Λογική τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτή δέν συμφωνεῖ μέ τή δική μας.

Σκοπός τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ Οὐρανός. Πατρίδα του εἶναι ὁ Οὐρανός. Ὁ χριστιανός εἶναι οὐρανοπολίτης καί στόχος κεντρικός τῆς ζωῆς του εἶναι νά γνωρίσει τό Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί Του, νά φθάσει δηλαδή στή θέωση. Τό ἀπόλυτο ζητούμενο τῆς πνευματικῆς μας πορείας παραμένει πάντοτε ἡ θέωση, πού ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσα ἀπό τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί τό φωτισμό τοῦ νοῦ. Ὁ φωτισμός λοιπόν τοῦ νοῦ ὀφείλει νά εἶναι ἡ κύρια ἐπιδίωξή μας, καί ὄχι ἡ καλλιέργεια τῆς λογικῆς. Ὁ φωτισμένος νοῦς εἶναι αὐτός πού ὁδηγεῖ στό Θεό καί ὄχι ἡ ἀνεπτυγμένη λογική. Ὁ φωτισμένος νοῦς εἶναι ἡ ἀνταμοιβή τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐκχώρηση τῆς λογικῆς μας σ’ Αὐτόν. Γι’ αὐτό καί ἡ προσπάθειά μας θά πρέπει νά εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ὄχι ἡ ἐξάσκηση τῆς λογικῆς μας.



Ἡ πνευματική γνώση

Ὁ στόχος ὅμως αὐτός ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέ τήν «πνευματική γνώση». Πνευματική γνώση εἶναι πίστη, εἶναι ἐμπειρία, εἶναι θεῖος φωτισμός, εἶναι Θεία χάρις καί Θεογνωσία.

Ἡ πνευματική αὐτή γνώση δέν εἶναι ἀπόρροια τῆς λογικῆς τοῦ μυαλοῦ μας. Δέν κατέχεται μόνον ἀπό τούς εὐφυεῖς, ἀπό τούς μορφωμένους, ἀπό τούς ἐπιστήμονες. Δέν ἀπαιτεῖ σύνθετη σκέψη, πολύπλοκες ἀναλύσεις καί συλλογισμούς. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού προσφέρεται σέ ὅλους, μορφωμένους καί ἀγράμματους, γνωστικούς καί ἀδαεῖς, ἔξυπνους καί ἁπλοϊκούς, σέ ὅλους ὅσοι ἔχουν ἁπλή, ταπεινή καί καθαρή καρδιά. Ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στούς ἁπλούς καί ταπεινούς ἀνθρώπους, καί ὄχι ἀποτέλεσμα λογικῆς ἐπεξεργασίας.

Ἡ πνευματική γνώση δέν σπουδάζεται στά πανεπιστήμια καί τά σπουδαστήρια τοῦ κόσμου, δέν ἀναγνωρίζεται μέ διπλώματα καί μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδῶν, δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς, εἶναι φωτισμένος νοῦς, εἶναι μετοχή στήν ἀγάπη, τή χάρη καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τῆς Ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας καί στόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἐργαστήριο τῆς πνευματικῆς γνώσεως εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στήν ἄπειρη ἀγάπη καί πρόνοιά Του. Εἶναι ἡ καθημερινή ἄσκηση καί τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἐξάσκηση τῆς ἀγάπης διά τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἐλεημοσύνης ἐνεργούμενης. Εἶναι ἡ φιλαδελφία, ἡ καλοσύνη καί ἡ ἱλαρότητα.

Ὁ ὀρθολογισμός, περνώντας ἀπό ὅλες τίς πτώσεις τῆς ὑπερηφάνειας, μᾶς ὁδηγεῖ τελικά στήν αὐτοδικαίωση• γιατί μᾶς πείθει ὅτι ἔχουμε δίκιο. Καί ἐφ’ ὅσον οἱ σκέψεις μας, τά λόγιά μας καί οἱ πράξεις μας εἶναι λογικές, ἄρα εἶναι ὀρθές καί δίκαιες. Ἔχουμε λοιπόν δίκιο, ἄρα καί δικαίωμα νά τό ἐπιβάλλουμε ὡς γνώμη, ὡς ἐπιθυμία καί ὡς συμπεριφορά. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό ξεκινᾶ μία ἀτελεύτητη πορεία πρός τήν μηδέποτε ἐπιτυγχανομένη – γιατί εἶναι καί ἀκόρεστη – αὐτοδικαίωσή μας, πού μᾶς παρασύρει σέ μία ἁλυσίδα διαρκῶς μεγαλύτερων καί βαρύτερων ἁμαρτημάτων.

Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς (Λουκ.18,9-14) εἶναι ὁ ἀντιπροσωπευτικότερος τύπος τοῦ αὐτοδικαιούμενου ἀνθρώπου. Καυχᾶται γιά τίς ἀρετές του, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δίκαιο καί συγχρόνως ἐξουθενώνει τόν τελώνη, βλέποντας τόν ἁμαρτωλό, κατώτερό του. Ὁ αὐτοδικαιούμενος γίνεται ὁ ἴδιος κριτής τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ ἀπονέμει τόν τίτλο τοῦ δικαίου, πιστεύοντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος νά τόν ἀνταμείψει.

Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού πάσχει ἀπό ψυχολογικά προβλήματα, ἐπειδή ἀπωθεῖ τήν ἐνοχή του. Γίνεται ἔτσι νευρικός, διαταραγμένος ἀνικανοποίητος, ἀπαιτητικός, ἀνυπόμονος, ἀνυπάκουος, αὐθάδης, ἐριστικός. Ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τοῦ Ἑωσφόρου, δέν θέλει νά ζητήσει συγχώρηση καί νά ὁμολογήσει τίς ἁμαρτίες του. Ἐπαναλαμβάνει ὡς ἐπωδό τά λόγια του μηδενιστῆ Ἀλμπέρτ Καμύ: «Εἶχα δίκιο, ἔχω ὁπωσδήποτε δίκιο, θά ἔχω πάντα δίκιο», καί ὀρθώνει μόνος του ἀνυπέρβλητο φράγμα στήν ἄβυσσο τοῦ Θείου ἐλέους.

Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι συμπυκνωμένη ὑπερηφάνεια, ἀλαζονεία, αὐτοδικαίωση, αὐτάρκεια καί αὐτονομία. Γι’ αὐτό καί ἀλλοτριώνει τόν ἄνθρωπο, τόν ἀπομονώνει καί τόν ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς συνανθρώπούς του. Ὁ ὀρθολογιστής καθίσταται ἔτσι στοιχεῖο διαλυτικό τῆς φιλίας, τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας, τοῦ κοινοβίου καί τῆς κοινωνίας.

Τελικά ὁ ὀρθολογιστής, παρά τή λαμπρότητα τῶν ἐπιτευγμάτων του, καταλήγει νά εἶναι ὁ κουρασμένος, ὁ κενός, ὁ ἀνικανοποίητος, ὁ ἀπογοητευμένος σύγχρονος ἄνθρωπος. Αὐτός πού βιώνει καθημερινά τό δράμα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας του, τῆς ἀνασφάλειάς του καί τοῦ ἀδιεξόδου, στό ὁποῖο τόν παγιδεύει ἡ λογική του καί ἡ αὐτοπεποίθησή του στίς ὁποῖες τόσο στηρίχτηκε.

Θά πρέπει λοιπόν νά βγοῦμε ἀπό τά ὅρια τῆς πεπερασμένης ἀνθρώπινης λογικῆς καί νά μποῦμε στήν ἀπεραντοσύνη, στόν πλοῦτο καί τήν εὐλογία τῆς λογικῆς του Θεοῦ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...