Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ' ΛΟΥΚΑ ( Λουκ 18, 18-27 ) ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ


Ο άρχοντας της συναγωγής που ήλθε «πειράζων» τον Χριστό στη σημερινή ευαγγελική διήγηση, ζούσε μέσα του ένα βασανιστικό πρόβλημα.
Αναζητούσε την αιώνια ζωή χωρίς να βρίσκει ικανοποίηση στους βαθείς του πόθους του. Γι' αυτό ρώτησε τον Χριστό «διδάσκαλε ἀγαθέ , τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω ;»
Από τον διάλογο που ακολούθησε φάνηκε ότι ήταν τηρητής κάποιων βασικών διατάξεων του Μωσαϊκού νόμου . «Τάς ἐντολάς οἶδας», του είπε ο Χριστός και του απαρίθμησε στη συνέχεια τις αρνητικές εντολές του νόμου καθώς και την εντολή που αναφέρεται στην τιμή του πατέρα και της μητέρας . «Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου», ήταν η απάντησή του. Ενώ τηρούσε όλες τις διατάξεις του νόμου, δεν έβρισκε μέσα σ' αυτές την αιώνια ζωή. Έμενε ανικανοποίητος. Δεν αισθανόταν την εμπειρία της αιώνιας ζωής και γι' αυτό την αναζητούσε με αγωνία.
Πολλοί θα θεωρούσαν αυτόν τον άνθρωπο ως κάποιον που ψάχνει το μέλλον και χάνει το σήμερα. Αναζητά την αιώνια ζωή που αφορά, όπως νομίζουν, τη μετά θάνατο κατάστασή μας, ενώ θα έπρεπε ν' ασχολείται με τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα. Σαν άνθρωπος του νόμου θα έπρεπε να δείξει ενδιαφέρον για τις εντολές που έχουν κοινωνικό περιεχόμενο. Για όλες αυτές τις εντολές η απάντησή του ήταν αποστομωτική « ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμιν ἐκ νεότητός μου» .
Δεν παραθεωρούσε τις εντολές που αφορούσαν τις κοινωνικές σχέσεις.
Δεν ήταν κλέφτης και σεβόταν τη ζωή των συνανθρώπων του.
Όμως ήταν ανικανοποίητος. Θα λέγαμε, ότι είχε κατανοήσει την ανεπάρκεια της ηθικιστικής θεωρήσεως του νόμου, την εξάντλησή του στην καλή εξωτερική συμπεριφορά. Κι ενώ η φαρισαϊκή συνείδηση έφθανε στο αδιέξοδο, ο Χριστός έδειξε την ολοκλήρωση του δρόμου. Στο « όλα αυτά τα εφύλαξα από την νεότητά μου» ο Χριστός του αποκρίθηκε : « ἔτι ἕν σοί λείπει» ώστε να γίνεις άριστος και να έχεις την βεβαιότητα, ότι θα κληρονομήσεις την αιώνια ζωή.
Πριν πούμε για το ένα που έλλειπε , ας κάνουμε κάποιες επισημάνσεις.
Ο « ἄρχων» που συζητούσε με τον Χριστό, ζούσε την ανεπάρκεια του ηθικισμού, ήταν εκκοσμικευμένος. Ο ηθικισμός είναι συνέπεια της εκκοσμίκευσης.
Είναι η καλλιέργεια μιας «ευσεβούς» επιφάνειας, ενώ η καρδιά είναι δέσμια του κόσμου. Ηθικιστής δεν είναι αυτός που αφιερώνει τη ζωή του στο Θεό, αλλά αυτός που είναι δέσμιος στον πλούτο του, δίνει στον Θεό μόνο ό, τι μπορεί να τον δείξει ενάρετο στα μάτια του κόσμου.
Αυτός όμως ο τρόπος ζωής δεν συνδέει τον άνθρωπο με τον Θεό, αλλά δημιουργεί αδιέξοδα .
Γενικά όταν λέμε «εκκοσμίκευση» εννοούμε την υποταγή του πιστού στην νοοτροπία του κόσμου, το χάσιμο της εσωτερικής ζωής και την υποκατάσταση του ανακαινιστικού έργου της εκκλησίας με μεθόδους του κόσμου. Μια κατηγορία «εκκοσμικευμένων» προτείνει : η εκκλησία να ελευθερωθεί από τους «τύπους» του παρελθόντος και να μετατρέψει το κήρυγμα της μετανοίας σε κήρυγμα που θα καταφάσκει στη ζωή.
Έργο της θα έπρεπε να είναι η αγάπη που υλοποιείται με πολύμορφη κοινωνική προσφορά και παρέμβασή της στα σημερινά προβλήματα του κόσμου.
Πίσω όμως από μια τέτοια νοοτροπία κρύβεται η αδυναμία μας να απαγκιστρωθούμε από τον πλούτο των απολαύσεων και των ανέσεων καθώς και η δίψα για κοινωνική προβολή και καταξίωση , Γι' αυτό και σαν κορυφαίο έργο της εκκλησίας κατανοούμε μόνο το φιλανθρωπικό έργο της εκκλησίας. Ενώ όταν μας προβάλλουν την ολοκληρωτική εγκατάλειψη του κόσμου για τον Χριστό γινόμαστε περίλυποι, όπως ο σημερινός άρχοντας του ευαγγελίου.
Αυτό δεν σημαίνει, ότι η φιλανθρωπία δεν είναι έργο της εκκλησίας. Αντίθετα, είναι έκφραση της ζωής της. Στην ορθόδοξη Παράδοση όμως οι κοινωνικές παρεμβάσεις συνδέονται με την εσωτερική καλλιέργεια που πραγματοποιούνται εν Πνεύματι Αγίω. Είναι απαύγασμα της αγάπης για τον άνθρωπο και τον κόσμο που πηγάζει από την ορθόδοξη άσκηση και το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας.
Ο «άρχων» που ζητούσε να μάθει πως κληρονομείται η αιώνια ζωή, ήταν εσωτερικά δούλος στα υλικά που κατείχε νόμιμα.
Δεν μπορούσε να «σταυρώσει» τον κόσμο, γιατί σ' αυτόν στήριζε την ανικανοποίητη ζωή του. Ο Χριστός γνωρίζοντας τη μεγάλη του εξάρτηση από τον πλούτο, του επεσήμανε, ότι το ένα που του έλλειπε, ήταν η απελευθέρωσή του από αυτόν. Ο λόγος αυτός του Χριστού ήταν βαρύς για τον άρχοντα της συναγωγής γι' αυτό «περίλυπος ἐγένετο».
Η λύπη του μοιάζει με την κατάθλιψη πολλών που δεν μπορούν να αντέξουν την ατμόσφαιρα της εκκλησίας, την άσκηση που δεσμεύει την ψυχή από τα πάθη . Η εκκοσμίκευση έχει παραλύσει τα νεύρα της ψυχής μας. Συμβιβάζονται με τον «άρχοντα του κόσμου ετούτου».
Οι δικές μας εξαρτήσεις μας γεννούν το ερώτημα : « τίς δύναται σωθῆναι;»
Η απάντηση του Χριστού είναι κατηγορηματική «τά άδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστί»
Αντί να κάνουμε τα πάθη μας ιδεολογία και θεολογία για να δικαιολογούμε τους εαυτούς μας, ας θέσουμε με ταπείνωση αλλαγής την αδυναμία μας στον Θεό.

π.Γ.Στ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ ΛΟΥΚΑ«Διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ»



«Διάδος πτωχοίς και  έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρον ακολούθει μοι»
Αγαπητοί  μου αδελφοί,
Στην σημερινή  ευαγγελική  περικοπή, η οποία αποτελεί τον χρυσούν κανόνα της μεγάλης διδασκαλίας του Θεανθρώπου Ιησού, καταγράφονται η αγάπη και η αγαθοεργία, μεγάλες  αρετές  που πρέπει ο κάθε χριστιανός να πράττει, χωρίς διάκριση σε κάθε άνθρωπο πού έχει την ανάγκη και χρήζει της  βοήθειας του.
Η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους  χωρίς διάκριση, μάλιστα δε προς στους δυστυχείς και πτωχούς και πονεμένους, είναι η αληθινή αρετή και συνθήκη απαραίτητος δια την  απόκτηση  της κληρονομιάς των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών· «διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ».
Ο πλούσιος της  σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ενώ  τηρούσε κατά γράμμα τις δέκα  εντολές, έλλειπε  όμως από αυτόν η πρώτη και μεγάλη εντολή, η εντολή της αγάπης.
Στην ψυχή του η αγάπη προς τους πτωχούς και ταλαιπωρημένους ανθρώπους ήταν ξένη και ως εκ τούτου ήταν σκληρός  και απάνθρωπος, δεν αγαπούσε τους πτωχούς, δεν  ήταν φιλόπτωχος, φιλεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος.
Αν και είχε  ακούσει  την διδασκαλία  του Σωτήρος Χριστού και ζητούσε επιμόνως από τον Κύριο να γνωρίσει το πως θα κερδίσει την βασιλεία των ουρανών, εν τούτοις δεν απαρνείται  τον πλούτο, αλλά δέσμιος αυτού κινείται ζητώντας τα  πρόσκαιρα  και μάταια αγαθά, αγνοώντας το «μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σής και βρώσις αφανίζει και όπου  κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι».
Η προσήλωσή του προς τα εφήμερα  και πρόσκαιρα αγαθά  του κόσμου τούτου  είχαν σκληρύνει την καρδιά του και δεν ήθελε να πιστέψει ότι όλα  εδώ στη γη μένουν και ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα».
Διά τον νομομαθή και πλούσιο αυτό νέο δεν υπήρχε ούτε πτωχός, ούτε ταλαίπωρος, ούτε δυστυχής  άνθρωπος· μόνο τον εαυτό του σκέπτεται και  δεν πονά κανένα, μα κανένα συνάνθρωπό του, δεν πονά και δεν συμμερίζεται τον πόνο και την δυστυχία του πτωχού αδελφού του.
Ο πλούσιος αυτός αλλά και άρχοντας του λαού δεν ενεργεί και δεν πράττει εκείνα που λέγει ο νόμος του Θεού: «αγαπήσεις  τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δεν γνωρίζει την αρετή της  φιλοπτωχίας, δεν πράττει, όπως οφείλει κατά τον νόμο, την αρετή της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης.
Η φιλανθρωπία, η μεγάλη αυτή αρετή με  την οποία ο άνθρωπος κερδίζει την ουράνιο βασιλεία, είναι δι΄αυτόν ξένη. Στην προτροπή από τον φιλάνθρωπο Κύριο ότι, «ένα ακόμη σου λείπει, πώλησε όλα όσα έχεις και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς και έλα να με ακολουθήσεις», αυτός κλαίει και λυπάται, διότι ήταν «πλούσιος σφόδρα».
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, που αποτελεί τον χρυσούν κανόνα της  μεγάλης διδασκαλίας του Κυρίου μας, καλεί τον άνθρωπο της κάθε  εποχής,  και  ιδιαίτερα τον  χριστιανό που  γνωρίζει το άγιο ευαγγέλιο, να δείξει  την αγάπη προς  τους πτωχούς, εάν θέλει να κερδίσει την αιώνιο βασιλεία.
Η φιλοπτωχία είναι αρετή μεγάλη, την οποία οφείλει να εκτελεί ο χριστιανός χωρίς καμία διάκριση και  μάλιστα πρέπει η φιλοπτωχία  να γίνεται κατά το θέλημα  του πρώτου και μεγάλου Φιλανθρώπου  του Ιησού Χριστού, ο Οποίος πτώχευσε δια να  πλουτίσει τον παραπεσόντα στην αμαρτία  άνθρωπο και να τον ενώσει με τον  ουράνιο Πατέρα Του.
Δεν αρκεί όμως μόνο να προσφέρει κανείς υλική βοήθεια στον πτωχό και αδύναμο άνθρωπο, αλλά η προσφορά αυτή πρέπει να γίνεται μετά πολλής  προσοχής και διάκρισης και με μεγάλη μυστικότητα κατά το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού: «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η  δεξιά σου».
Δυστυχώς πολλοί πλούσιοι πολλές φορές ευεργετούν τους πτωχούς, όχι από αγάπη αλλά για επίδειξη και υπερηφάνεια, από ιδιοτέλεια, και με τελικό σκοπό το πώς να φανούν στον περίγυρό τους ότι  είναι ελεήμονες, είναι φιλάθρωποι, είναι φιλόπτωχοι και ενεργούν κατά το΄Αγιον Ευαγγέλιο.
Οι άνθρωποι αυτοί ομοιάζουν με τον άρχοντα πλούσιο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος «περίλυπος εγένετο, ήν γάρ πλούσιος σφόδρα», καθώς και με τον τυπολάτρη και κομπορρήμονα Φαρισαίο, οποίος με ελαφρά την συνείδηση έλεγε: «εγώ δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ».
Ας γνωρίζουν οι άνθρωποι αυτοί ότι την βοήθεια την οποίαν προσφέρουν στους πτωχούς, δια να φανούν ότι κάμνουν έργο φιλανθρωπίας, δεν είναι αγνή, δεν είναι ταπεινή, δεν είναι ευάρεστη στον Θεό και δεν ωφελεί τελικά την ψυχή τους: «Αμήν γάρ λέγω  υμίν, ότι απέχουσι από τον μισθόν αυτών».
Ευτυχείς είναι οι άνθρωποι εκείνοι, που από ειλικρινή αγάπη συντρέχουν και βοηθούν τους πτωχούς και ανακουφίζουν τις δυστυχίες τους: «Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ».
Ο φιλόπτωχος και ο ευεργετικός άνθρωπος λαμβάνει πλούσια την αμοιβή και ανταπόδοση, ενώ αντίθετα ο άσπλαχνος και εδώ στη γη τιμωρείται αλλά και κατά την μέλλουσα κρίση θα  στερηθεί των αιωνίων αγαθών: «κρίσις», λέγει η αγία Γραφή, «τω μη ποιήσαντι έλεος».
Ο Πτωχεύσας δια τον άνθρωπο Κύριος δεν καταδικάζει τον πλούτο, αλλά καταδικάζει την κακή χρήση του πλούτου, καταδικάζει τον άνθρωπο εκείνο που δεν συμμερίζεται τον αδελφό του στην ανάγκη του, στην θλίψη του, στην στενοχώρια του.
Ο άνθρωπος αυτός δεν κάνει καλή χρήση των αγαθών που του έδωσε ο Δωροδότης Θεός και μάλιστα δεν τα  αξιοποιεί κατά το ευαγγέλιο και δεν κάμνει πράξη το «ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι και ο έχων βρώματα ομοίως ποιήτω».
Εάν ο άνθρωπος, ο πλούσιος άνθρωπος, πράξει  κατά το ευαγγέλιο και βοηθήσει τον πτωχό συνάνθρωπό του, τότε  πραγματικά αισθάνεται χαρά και αγαλλίαση ότι έκαμε μία καλή και θεάρεστη πράξη.
Αντιθέτως, εκείνος ο άνθρωπος πού έχει και κατέχει και δεν ανταποκρίνεται στην εντολή της αγάπης, μένει ξένος και μακριά από την πραγματικότητα αυτής της ζωής, και μάλιστα εν γνώσει του, δεν ακολουθεί την προσταγή του Κυρίου το «δεύρο ακολούθει μοι.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η φιλοπτωχία, την οποία μας καλεί να πράξουμε η σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι αρετή μεγάλη και εκδήλωση καθαρή της χριστιανικής αγάπης και μάλιστα κατά τους πατέρας της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο, Μέγα Βασίλειο, Ιωάννη τον Χρυσόστομο, Ιωάννη τον Ελεήμονα…. είναι το κλειδί δια να ανοίξει κανείς την είσοδο του Παραδείσου.
Δια τούτο ας  μη περιφρονούμε τους  πτωχούς και αδυνάτους συνανθρώπους μας, εάν θέλουμε και επιζητούμε και εμείς να έχουμε θησαυρό στους ουρανούς. Αλλά χωρίς καμία διάκριση να ανοίγουμε την πόρτα μας σ΄εκείνους που την κτυπούν και ζητούν την βοήθεια μας, δια να ανοίξει και για εμάς διάπλατα η πύλη του παραδείσου την ημέρα εκείνη την μεγάλη και φωταυγή.
Το «διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ», οι λόγοι αυτοί του Θεανθρώπου Ιησού ας πληρούν τις καρδίες μας όλες τις ημέρες της επί γης παρουσίας μας, εάν θέλουμε να έχουμε αναφαίρετο θησαυρό στους ουρανίους θαλάμους.
ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π./ΠΗΓΗ

Κυριακή ΙΓ’ Λουκά – Ο πλούσιος νέος

Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. ιη΄ 18-27
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 19 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ  Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. 20 τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. 21 ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. 22 ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 23 ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. 24 ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ  Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! 25 εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 26 εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι; 27 ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.
Ο πλούσιος νέος

Διάθεση θυσίας

Ο πλούσιος νέος είχε μεγάλα πνευματικά ενδιαφέροντα. Ήταν κι άρχοντας της Συναγωγής και είχε μεταφυσικές αναζητήσεις. Μόλις λοιπόν αντίκρισε τον Κύριο, Τον πλησίασε και με ισχυρό ενδιαφέρον Τον ρώτησε: Διδάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή; Κι ο Κύριος του απάντησε: Γιατί με ονομάζεις «αγαθό», αφού νομίζεις ότι είμαι ένας απλός άνθρωπος; Κανείς δεν είναι απολύτως αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός. Γνωρίζεις τις εντολές! Να μη μοιχεύσεις· να μη φονεύσεις· να μην κλέψεις· να μην ψευδομαρτυρήσεις· να τιμάς τον πατέρα σου και τη μητέρα σου. Εκείνος ξαφνιασμένος από την απροσδόκητη αυτή απάντηση είπε με απορία: Μα όλα αυτά τα φύλαξα από τα παιδικά μου χρόνια! Ένα σου λείπει ακόμη, ανταπάντησε ο Κύριος. Πούλησε την περιουσία σου, μοίρασέ την στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· κι έλα να με ακολουθήσεις. Αυτός όμως όταν το άκουσε αυτό, λυπήθηκε πολύ. Διότι ήταν πολύ πλούσιος και δεν ήθελε να αποχωρισθεί τα πλούτη του. Κι έφυγε από το Χριστό.
Πώς όμως αρνήθηκε την προτροπή του Κυρίου ο νέος αυτός, ο οποίος είχε τόσο μεγάλες πνευματικές αναζητήσεις; Είχε μεγάλο ενδιαφέρον για την αιωνιότητα, κάτι που δεν έχουν οι πολλοί άνθρωποι, που ζουν μόνο για τις ηδονές και την ύλη. Ήθελε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και γι’ αυτό από τα παιδικά του χρόνια αγωνιζόταν να τηρεί τις εντολές του Θεού. Κι έψαξε να βρει τον κατάλληλο διδάσκαλο για να πάρει απάντηση σ’ ένα τόσο σοβαρό θέμα. Διότι προσδοκούσε ότι ο Κύριος θα μπορούσε να τον οδηγήσει με ασφάλεια στην αιώνια ζωή. Περίμενε λοιπόν ν’ ακούσει κάτι ιδιαίτερο και ανώτερο από αυτά που έκανε. Όταν όμως πήρε την απάντηση αυτή, ξαφνιάστηκε. Αυτός είχε ζωή καθαρή, είχε πίστη, είχε αναζητήσεις, δεν είχε όμως αυτογνωσία και διάθεση θυσιαστικής υπακοής. Επιθυμούσε την άλλη ζωή, αλλά ήταν κυριευμένος από το φοβερό πάθος της φιλαργυρίας. Κι ενώ στην αρχή φάνηκε πρόθυμος να ακούσει τις οδηγίες του Κυρίου και να τις εφαρμόσει, στη συνέχεια όταν του τέθηκε το δίλημμα, ή ο Χριστός ή ο χρυσός, προτίμησε τα πλούτη του κι αρνήθηκε την αιώνια Βασιλεία.
Δεν αρκεί λοιπόν μόνο να πιστεύουμε και να ποθούμε την αιώνια ζωή. Δεν αρκεί να έχουμε πνευματικά ενδιαφέρονται και να ακούμε θρησκευτικές ομιλίες, δεν μας εξασφαλίζει το γεγονός ότι πολλοί έχουμε από τα παιδικά μας χρόνια τηρήσει κάποιες βασικές εντολές. Μπορεί κάποιο πάθος μας να αποβεί καταστροφικό για τη σωτηρία μας, εάν δεν έχουμε διάθεση υπακοής και θυσίας. Γι’ αυτό χρειάζεται να μάθουμε να υπακούμε στις εντολές του Θεού. Σε όλες κι όχι μόνο σ’ εκείνες που θέλουμε. Εάν θέλουμε να είμαστε γνήσιοι μαθητές του Χριστού, πρέπει να Τον ακολουθούμε όπου μας καλέσει, θυσιάζοντας τα πάντα γι’ Αυτόν, όσο κι αν αυτό μας φαίνεται δύσκολο ή ακατόρθωτο.

Με τη χάρη του Θεού

Όταν ο Χριστός είδε το νέο να φεύγει τόσο πολύ λυπημένος, είπε: Πόσο δύσκολα θα μπουν στη Βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν χρήματα! Είναι ευκολότερο μία καμήλα να περάσει από τη μικρή τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά να μπει ένας πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Εκείνοι τότε που το άκουσαν αυτό, απόρησαν: Μα τότε ποιος μπορεί να σωθεί; Κι ο Κύριος απάντησε: Εκείνα που είναι αδύνατο να γίνουν με την ασθενική δύναμη του ανθρώπου, αυτά είναι κατορθωτά και δυνατά με τη Χάρη του Θεού.
Η Χάρις του Θεού λοιπόν κάνει δυνατά όχι μόνο τα δύσκολα αλλά και τα αδύνατα. Διότι μόνο με τη Χάρη του Θεού μπορεί ο πλούσιος να απαγκιστρωθεί από την προσκόλλησή του στα πλούτη του. Βέβαια και γενικότερα όλες οι προσκολλήσεις στα διάφορα πάθη που έχουν οι άνθρωποι μόνο με τη Χάρη του Θεού μπορούν να υπερνικηθούν. Ο Κύριος τονίζει όμως την προσκόλληση στον πλούτο, επειδή αυτή δημιουργεί πολύ μεγάλη εξάρτηση. Αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο και τον κυριεύει. Τον ταυτίζει με την ύλη και τον σκληραίνει πολύ. Γι’ αυτό ο Κύριος μας εξηγεί ότι η απεξάρτηση από τα πλούτη είναι αδύνατη με τις φτωχές μας ανθρώπινες δυνάμεις και δυνατή μόνο με τη Χάρη του .
Γενικότερα όμως όλοι μας, σ’ όποιο πάθος κι αν έχουμε κάποια αδυναμία, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι στο δρόμο προς τη Βασιλεία του Θεού χρειαζόμαστε όλοι μας τη Χάρη του Θεού. Μόνο με τις δικές μας δυνάμεις τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κανένα πάθος. Διότι η πνευματική ζωή είναι ζωή υπερφυσική, είναι θαύμα χάριτος του Θεού. Το να αποκολληθεί η καρδιά του ανθρώπου από την ύλη, τον κόσμο και τη σάρκα και να στραφεί προς το Θεό και τα ουράνια αποτελεί θαύμα της Χάριτος του Θεού. Η θεία Χάρις μας απαλλάσσει από τα πάθη μας, μας κινεί σε μετάνοια, μας καθαρίζει, μας αναγεννά, μας αγιάζει. Εμείς κάνουμε το ελάχιστο, προσφέρουμε τη διάθεσή μας, και το μεγάλο και ακατόρθωτο το εργάζεται η Χάρις του Θεού. Ας κάνουμε λοιπόν εμείς το ελάχιστο, για να μας προσφέρει ο Θεός το άπειρο, την παντοδύναμη Χάρη του.
Από το περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ. 1989

Ὁλοκληρωμένοι ἢ μισοὶ χριστιανοί; (Λουκ. 18, 18-27)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)



Κυριακὴ ΙΓ’ Λουκᾶ

Εἶναι συμπαθὴς ἡ περίπτωση τοῦ Ἰουδαίου ἄρχοντα ποὺ ἔχοντας τηρήσει ἀπὸ τὴ νεότητά του ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ρωτάει τὸν Ἰησοῦ, τί τοῦ μένει ἀκόμη νὰ κάνει γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ τί κρατᾶ συνήθως τὸν ἄνθρωπο γερὰ δεμένο στὴ γῆ, τοῦ ἀπαντᾶ: « Ἕνα σοῦ λείπει ἀκόμη, πούλησε τὴν περιουσία σου καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς· ἔτσι θὰ ἔχεις θησαυροὺς στὸν οὐρανό, κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις στὸ δύσκολο δρόμο τοῦ σταυροῦ».

Δὲν χωράει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Ἰουδαῖος αὐτὸς ἄρχοντας ἦταν εὐσεβὴς ἄνθρωπος, ἐφ’ ὅσον τηροῦσε τὸ Νόμο κι εἶχε μέσα του τὴν ἐπιθυμία τῆς τελειότητας. Ὁ Νόμος ὅμως τῆς Π. Διαθήκης καταλήγει, ὁλοκληρώνεται καὶ κορυφώνεται στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τὴν ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Κι ἡ ἀπαίτηση αὐτὴ δὲν συνίσταται μόνο στὴν τήρηση τῶν βασικῶν ἐντολῶν ἀλλὰ στὴν πλήρη ἀποδέσμευση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ἀπὸ ὅ,τι τὸν κρατᾶ κολλημένο στὸ χῶμα ἀφ’ ἑνὸς καὶ στὸ ὁλοκληρωτικὸ δέσιμό του στὸ Θεό, ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ στάση τοῦ πλούσιου αὐτοῦ Ἰουδαίου ποὺ λυπήθηκε βαθύτατα γιὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔφυγε μὴ μπορώντας νὰ τὴν ἀκολουθήσει, δείχνει πόσο δύσκολο εἶναι νὰ δοθεῖ κανεὶς ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό. Κι ἀκόμη μαρτυρεῖ πόσο εὔκολο εἶναι νὰ δημιουργεῖ μιὰ ψεύτικη ἱκανοποίηση μέσα στὴν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, ἱκανοποίηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν τήρηση ὁρισμένων, ἔστω βασικῶν ἐντολῶν.

Πιστεύει κανεὶς πολὺ γρήγορα ὅτι ξόφλησε τοὺς λογαριασμούς του μὲ τὸ Θεὸ μὲ τὸ νὰ τηρήσει μερικὲς τυπικὲς διατάξεις, μὲ τὸ νὰ ἀκολουθήσει κανονικὰ ὅλες τὶς νηστεῖες, μὲ τὸ νὰ ἐκκλησιάζεται πυκνά, μὲ τὸ νὰ μὴν εἶναι παραβάτης τῶν βασικῶν ἐντολῶν. Σὲ μιὰ κρίσιμη ὅμως στιγμὴ τῆς ζωῆς του ποὺ καλεῖται νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ στὰ χρήματά του, ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ στὴν κοινωνικὴ ἢ ἐπαγγελματικὴ θέση του, ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἐπίγειους δεσμούς του, δὲν θυσιάζει τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ γιὰ τὸ Θεό, ἀποδείχνοντας ἔτσι ὅτι ἡ θρησκευτικότητά του καλύπτει ἕνα μόνο μέρος τῆς ζωῆς του, αὐτὸ ποὺ φαίνεται ἐξωτερικά, κι ὄχι τὸ σύνολό της, κι ὄχι ὅλο τὸ βάθος της· ὅτι συνίσταται στὴν ἀνώδυνη τήρηση ἐντολῶν κι ὄχι στὴν ὀδυνηρὴ ὑποταγὴ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στὴν ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἰησοῦς δὲν κατηγορεῖ τὸν εὐσεβῆ συνομιλητή του γιὰ ὅ,τι ἔκανε, ἀλλὰ γιὰ ὅ,τι παρέλειψε νὰ κάνει· δὲν τὸν κατακρίνει γιὰ τὶς ἀρετές του, ἀλλὰ γιατί βλέπει ὅτι αὐτὲς δὲν ἐντάσσονται στὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμό του στὸ Θεὸ κι εἶναι μεμονωμένες ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του, ἄν καὶ- κατὰ πάντα- σωστὲς καὶ ἀξιέπαινες. Βλέπει ἀκόμη ὅτι ἡ θρησκευτικότητά του δὲν συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ ζωὴ του μέσα στὴν κοινωνία· ὅτι ὁ δρόμος ποὺ τὸν φέρνει στὸ Θεὸ δὲν περνάει μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν καὶ δὲν διασταυρώνεται μὲ τοὺς δρόμους τῶν συνανθρώπων του. Εἶναι ἕνας μονόδρομος ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἱκανοποίηση μέσα στὴ συνείδησή του, ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἱκανοποίηση τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος δὲν δέχεται συμβιβασμούς, ὑποκρισίες καὶ ψευτιές.

Στὴν περικοπὴ μᾶς ὑπογραμμίζονται τρεῖς κυρίως ἀλήθειες:

1) Ὁ Θεός, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔχει ἀπόλυτη ἀπαίτηση ἀπ’ ὅλους, χωρὶς συμβιβασμοὺς καὶ μονόπλευρες ἐκδηλώσεις· ζητάει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο κι ὄχι μόνο μερικὲς θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις, μερικὲς ἀρετές του, μερικὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν του.

2) Ἐκεῖνο ποὺ ἐμποδίζει τὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ προσκόλληση στὸν ἐπίγειο θησαυρισμό.

3) Αὐτὸ ποὺ φαίνεται δύσκολο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ εἶναι δηλ. ὄχι μερικὰ ἀλλὰ ὁλοκληρωτικὰ δοσμένος στὸ Θεό, γίνεται εὔκολο μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ βίωση καὶ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς χάρης μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἐὰν «τὰ ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸ Θεό», τότε ἂς μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ὑποταγὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ Θεὸ εἶναι πράγμα ἀκατόρθωτο καὶ ἀπραγματοποίητο

Ἡ κλῆσις τοῦ νεανίσκου (Λουκ. ιη΄18-27)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)



 Ὁ Κύριος κατὰ τὴν εὐλογίαν τῶν παιδιῶν εὑρίσκετο εἴς τινα οἰκίαν ἐν Περαίᾳ. «Ἐκπορευομένου αὐτοῦ εἰς ὁδὸν» ἐξελθόντος δηλαδὴ Αὐτοῦ ἐκ τῆς οἰκίας ταύτης καὶ βαδίζοντος πρὸς Ἱεροσόλυμα (1) «προσδραμὼν» τρέξας πρὸς Αὐτὸν «προσελθὼν» καὶ πλησιάσας «εἷς νεανίσκος καὶ γονυπετήσας αὐτῷ ἠρώτα λέγων˙ Διδάσκαλε ἀγαθὲ τί ποιήσω» τί νὰ κάμω «ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» ἵνα ἀποκτήσω τὴν αἰώνιον ζωήν; Ὁ προσελθὼν οὗτος νεανίσκος ἦτο «ἄρχων» ἐπίσημός τις λόγῳ κοινωνικῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ἢ λόγῳ τοῦ πλούτου του. Προσέρχεται μετὰ ζήλου ὡς φαίνεται ἐκ τῶν λέξεων «προσδραμὼν» καὶ «γονυπετήσας».

Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ˙ «Tί μὲ ἐρωτᾷς περὶ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τί λέγεις ἀγαθόν; Οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰμὴ εἷς ὁ Θεός». Ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται, ὅτι εἶναι Θεός, διότι δὲν λέγει «δὲν εἶμαι ἀγαθός», ἀλλὰ διορθώνει ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τοῦ νεανίσκου, τὴν ἑξῆς: Ὁ νεανίσκος βλέπων τὸν Χριστὸν ὡς ἁπλοῦν ἄνθρωπον καὶ διδάσκαλον ὀνομάζει αὐτὸν «ἀγαθὸν» καὶ ταυτοχρόνως ζητεῖ ἀπὸ Αὐτὸν τί «ἀγαθὸν» πρέπει νὰ πράξῃ, ἵνα εὕρη τὴν «αἰώνιον ζωὴν» τὴν εὐτυχίαν του. Ὁ νεανίσκος δηλαδὴ ὀνομάζων διὰ τῆς αὐτῆς λέξεως «ἀγαθὸς» τὸν ὡς ἄνθρωπον νομιζόμενον ὑπ' αὐτοῦ Ἰησοῦν καὶ τὴν ὑψίστην ἐντολήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτύχῃ τὴν αἰώνιον ζωήν, συγχέει ἄνθρωπον καὶ Θεὸν καὶ νομίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ δώσῃ τὴν εὐτυχίαν εἰς ἄλλον ἄνθρωπον. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: Ἡ εὐτυχία δὲν πηγάζει ἀπὸ ἄνθρωπον, ὅπως μὲ νομίζεις. Ἡ «αἰώνιος ζωὴ» εἶναι ἡ ἐν τῷ Θεῷ εὐτυχία. Αὕτη ὡς τοιαύτη ἔχει πηγὴν τὸν Θεόν.

Ὁ Κύριος οὕτω κατευθύνας τὸν νεανίσκον λέγει: «εἰ θέλεις εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν» ἂν θέλῃς νὰ ἀποκτήσῃς τὴν μακαριότητα «τήρει τὰς ἐντολάς». Αἱ θεῖαι ἐντολαὶ εἶναι ἔκφρασις τοῦ θείου θελήματος, ἑπομένως εἶναι ἀγαθαί, εἶναι τὸ ὕψιστον ἀγαθόν, τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εὕρῃς τὴν «αἰώνιον ζωὴν» τὴν εὐτυχίαν σου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ἑβραϊκὸς Νόμος εἶχε διατυπωθῆ ὑπὸ τῶν Γραμματέων καὶ Ραββίνων εἰς 613 ἐντολάς, ὁ νεανίσκος ἀπαντᾷ˙ «ποίας» ἐντολὰς ἀπὸ ὅλας αὐτὰς πρέπει νὰ τηρῶ κατὰ προτίμησιν; Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: Οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτόν σου. Ὁ νεανίσκος νομίσας, ὅτι τοῦ ὑπελείπετο ἔργον τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμε διὰ τῶν πολλῶν χρημάτων τοῦ ἀπαντᾶ. «Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου» αὐτὰ τὰ ἔκαμα ἀπὸ μικρὸ παιδί˙ «τί ἔτι ὑστερῶ;» τί ὑπολείπεται, ἵνα τέλειος γίνω; Πράγματι ὁ νεανίσκος ἦτο εἰλικρινὴς καὶ εἶχε φυλάξει αὐτὰ ἔστω κατὰ τὸν πρὸ Χριστοῦ βαθμὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ, διότι κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Μᾶρκον «ὁ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ» παρατηρήσας αὐτὸν συμπαθῶς «ἠγάπησεν αὐτὸν» τὸν ἐξετίμησεν.

Ὁ Κύριος «εἶπεν αὐτῷ˙ ἕν σοι ὑστερεῖ» ἓν πρᾶγμα σοῦ λείπει˙ «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι» ἐὰν θέλῃς, νὰ γίνῃς τέλειος «ὕπαγε, πώλησον τὰ ὑπάρχοντα, δὸς πτωχοῖς» δῶσε αὐτὰ ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς «καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν Οὐρανῷ» καὶ θὰ ἀποκτήσῃς Οὐράνιον θησαυρόν, ἀμοιβὴν πλουσίαν δηλαδὴ μετὰ θάνατον. Δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ πλήρης πτωχεία, διότι τοιαύτην εἶχον καὶ πρὸ Χριστοῦ φιλόσοφοί τινες. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν Χριστόν. Διὰ τοῦτο λέγει ὁ Κύριος: «δεῦρο, ἀκολούθει μοι» ἔλα κοντά μου. Ἡ κλῆσις αὕτη εἶναι οὐχὶ γενικὴ δι' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἰδικὴ διὰ τὸν νεανίσκον. Ὁ Κύριος συνιστᾷ τοιαύτην αὐταπάρνησιν εἰς τὸν νεανίσκον, διότι οὗτος ἦτο πλεονέκτης καὶ ἤθελε νὰ γίνῃ ἄνθρωπος τέλειος. Ἡ πλεονεξία του ἀλλὰ καὶ ἡ κατὰ βάθος ἀγαθότης του φαίνεται ἐκ τῶν ἑξῆς: «ἀκούσας ὁ νεανίσκος τὸν λόγον» τοῦτον τοῦ Κυρίου δὲν ὠργίσθη, ἀλλὰ «στυγνάσας, σκυθρωπάσας ἀπῆλθε περίλυπος λυπούμενος» ἔφυγε λυπημένος «ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα» ἦτο πολὺ πλούσιος «ἔχων κτήματα πολλὰ» λέγουν οἱ Εὐαγγελισταί. Μεγάλος πειρασμὸς εἶναι ὁ πλοῦτος, διότι ἐνέκρωσε τὴν ἀγαθὴν διάθεσιν τοῦ ζηλωτοῦ νεανίσκου!

«Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον» λυπηθεὶς ἐκ τούτου καὶ «περιβλεψάμενος» ἰδὼν γύρω Του, ἵνα διεγείρῃ τὴν προσοχὴν τῶν παρισταμένων, λέγει εἰς τοὺς μαθητάς Του: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ, «ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται» δυσκόλως πλούσιος θὰ εἰσέλθῃ «εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» καὶ κατὰ τὸν Μᾶρκον ἀκριβέστερον «πὼς δύσκολόν ἐστι τοὺς πεποιθότας ἐπὶ χρήμασιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν!» Πόσον δύσκολον εἶναι ἡ εἴσοδος τῶν πλουσίων εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν! Ὅσοι πιστεύουν εἰς τὰ χρήματα, δὲν εἶναι πολῖται τοῦ Οὐρανοῦ! Ὁ Κύριος προσθέτει πόσον δύσκολον εἶναι αὐτὸ καὶ λέγει: «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν». Κάμηλος ἐνταῦθα εἶναι τὸ ζῷον ἡ κάμηλος ἢ ἡ κάμιλος τὸ καραβόσχοινον. Κάμηλος εἶναι ὁ πλούσιος μὲ τὰ πολλά του λεπτὰ διὰ τὸν ὄγκον καὶ τὸ ξένον φορτίον του, ὅμοια πρὸς τὸ τῆς καμήλου. «Τρυμαλιὰ ραφίδος» τρύπα βελόνης εἶναι ὁ στενὸς δρόμος τοῦ πλουσίου διὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ὅπως εἶναι ἀδύνατον ἡ φορτωμένη κάμηλος νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ὀπῆς τῆς βελόνης, κατὰ παρόμοιον τρόπον εἶναι ἀδύνατον οἱ πλεονέκται πλούσιοι ἄνευ μετανοίας διὰ τῆς θείας βοηθείας νὰ εἰσέλθωσι διὰ τῆς στενῆς ὁδοῦ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, διότι τὰ καθήκοντα τῶν πλουσίων εἶναι περισσότερα καὶ δυσκολώτερον ἐκτελοῦνται.

Οἱ παρευρισκόμενοι ἐκεῖ ἄνθρωποι καὶ «μαθηταὶ ἀκούσαντες ἐθαμβοῦντο» ἐξεπλήσσοντο, διότι ἐνόμιζον τὸν πολὺν πλοῦτον ὡς δεῖγμα θείας εὐνοίας καὶ ὄχι ὡς πειρασμόν. Οὗτοι «περισσῶς ἐξεπλήσσοντο» ὑπερβολικὰ ἠπόρουν «λέγοντες πρὸς ἑαυτοὺς» μεταξύ των «καὶ τίς δύναται σωθῆναι;» τίς δύναται νὰ σωθῇ, ἀφοῦ ἄλλοι εἶναι πλούσιοι, ἄλλοι ἀγαποῦν τὸν πλοῦτον. Ὁ Κύριος «ἐμβλέψας» μὲ προσοχὴν δηλαδὴ παρατηρήσας «εἶπεν αὐτοῖς» ἀπήντησεν εἰς αὐτούς: «Παρ' ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ τῷ Θεῷ πάντα δυνατά». Τόση εἶναι ἡ δύναμις τοῦ πλούτου, ὥστε μόνον ὁ Θεὸς δύναται νὰ μᾶς ἀποσπάσῃ ἀπὸ αὐτόν, ἂν θελήσωμεν καὶ ἡμεῖς.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπαντᾷ: «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθησαμέν σοι• τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;» ποία ἡ ἀμοιβή μας; Ποῖα πάντα ἀφῆκεν ὁ Πέτρος; Δίκτυα, πλοῖον, κάλαμον! Ζητεῖ μισθόν! Ὁ Κύριος ἀμείβει καὶ τὴν ὀλίγην αὐταπάρνησιν. «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς˙ ἀμὴν λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ «ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκαλουθήσαντές μοι» ὅτι σεῖς οἱ ἀκόλουθοί Μου « ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθήσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ». «Παλιγγενεσία» εἶναι ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν κατὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κόσμου. Δώδεκα φυλαί, τὰς ὁποίας θὰ κρίνωσιν οἱ Ἀπόστολοι καθήμενοι ὡς δικασταί, εἶναι ὄχι μόνον οἱ κατὰ σάρκα, ἀλλὰ καὶ οἱ κατὰ πνεῦμα ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, Ἰουδαῖοι καὶ Χριστιανοί, θὰ δικάσωσι δὲ οἱ Ἀπόστολοι διὰ τοῦ βίου των σιωπηρῶς, διότι ἐφήρμοσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἠμέλησαν.

Κατόπιν ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γενικώτερον καὶ λέγει: «Οὐδείς ἐστιν, ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς» οὐχὶ δι' ἄλλον λόγον, ἀλλὰ «ἕνεκεν ἐμοῦ» πρὸς χάριν Μου «καὶ ἕνεκεν τοῦ Εὐαγγελίου, ἐὰν μὴ λάβῃ» ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ λάβῃ «ἑκατονταπλασίονα» ἑκατὸν φορὰς περισσότερα «νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ» εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον «οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ πατέρα καὶ μητέρα καὶ τέκνα καὶ ἀγρούς», θὰ λάβῃ δὲ ταῦτα καὶ ἐδῶ «μετὰ διωγμῶν» ἐν μέσῳ διωγμῶν «καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ» εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν θὰ λάβῃ «ζωὴν αἰώνιον» αἰώνιον μακαριότητα. Ἡ ἀμοιβὴ θὰ εἶναι ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, διότι ὁ πιστὸς θὰ εὕρῃ 100 φορὰς περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν. Ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς πνευματικοὺς θὰ εὕρῃ ὁ πιστὸς πολλοὺς τόσον ἐδῶ ὅσον καὶ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Παρ’ ὅλους τοὺς διωγμοὺς θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη ἀμοιβὴ ὄχι μόνον εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Καὶ οἱ διωγμοὶ μνημονεύονται ὡς δωρεά, διότι «ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον εἰς Αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ Αὐτοῦ πάσχειν» κατὰ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον. Φιλιπ. 1,29.

Ὁ Κύριος θέλων νὰ τονίσῃ, ὅτι ὁ κληθεὶς πιστὸς πρέπει νὰ παραμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὴν πίστιν του, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναί τις μεγαλύτερος εἰς τὴν θέσιν ἢ τὰ χρόνια, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγνώρισε τὸν Χριστόν, μικρότερος ὅμως εἰς τὴν πίστιν λέγει: « Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι». Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι μεγαλύτερος, δὲν ἕπεται, ὅτι εἶναι καὶ καλλίτερος. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι κληρονομική. Ὁ Νεανίσκος ἦτο πρῶτος ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Φιλάργυρος ὅμως ὢν καὶ μὴ ὑπακούσας εἰς τὴν κλῆσιν ἔγινε τελευταῖος. Οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν τελευταῖοι ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως. Ὑπακούσαντες ὅμως καὶ τὰ πάντα ἀφήσαντες, ἔγιναν πρῶτοι.


Θέμα : Τὸ ψεῦδος — Ἀλήθεια.

Μία ἐκ τῶν ἄλλων ἐντολῶν, τὰς ὁποίας συνέστησεν ὁ Κύριος εἰς τὸν νεανίσκον, εἶναι καὶ τὸ «μὴ ψευδομαρτυρήσῃς» δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν ψέμματα. Δὲν ὑπάρχει χειροτέρα καὶ περισσότερον διαδεδομένη ἀσθένεια ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἀναγκαιότερον φάρμακον ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Ἂς ἴδωμεν καὶ τὰ δύο.

Α.' Ψ ε ῦ δ ο ς . Τοῦτο ἔχει ποικίλας μορφάς. Εἶναι ἁπλοῦν, διπλοῦν, πολλαπλοῦν. Ἁπλοῦν εἶναι ὅταν ἄλλα λέγουν τὰ χείλη καὶ ἄλλα ἡ καρδία. Διπλοῦν εἶναι ἡ διπλοπροσωπία ἤτοι ἄλλα λέγομεν ἐμπρὸς ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ ἄλλα ὄπισθέν του. Πολλαπλοῦν εἶναι, ὅταν διὰ τὸ ἴδιον πρόσωπον ἄλλο λέγεις εἰς τὸν Α καὶ ἄλλο εἰς τὸν Β. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ πρῶτον.

Ἁπλοῦν ψεῦδος. Ἄλλα ἤκουσες καὶ ἄλλα λέγεις. Ἄλλα εἶδες καὶ ἄλλα μαρτυρεῖς. Ἄλλα πράττεις καὶ ἄλλα περισσότερα καλὰ καὶ ὀλιγώτερα κακὰ ὁμολογεῖς. Ἄλλα πιστεύεις μέσα σου καὶ ἄλλα ὑπάρχουν εἰς τὰ χείλη σου. Ἐπάνω εἰς τὸν θυμόν σου ἢ εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν σου ποσάκις δὲν εἶπες ψέμματα; Κατὰ τὴν ἀκατάσχετη φλυαρίαν σου διηγούμενος διάφορα γεγονότα πόσες φορὲς δὲν προέβης εἰς διαφόρους ἐκδόσεις ἐπηυξημένας, διὰ νὰ ἀπόδειξῃς, ὅτι ἔχεις πνεῦμα καὶ νὰ προκαλέσῃς τὰ γέλια; Ἐπάνω εἰς τὸ ὑλικόν σου συμφέρον ποσάκις δὲν ἐψεύσθης, διὰ νὰ μὴ χάσῃς τὸν πελάτην σου; Ἐπάνω εἰς τὸν ἐγωισμόν σου ποσάκις δὲν ἐψεύσθης, διὰ νὰ μὴ εἴπῃς κάτι σωστὸν τὸ ὁποῖον θὰ σοῦ ἔδιδε ταπεινὸν φρόνημα, συντριβήν; Χειρότερον ὅμως εἶναι τὸ ψεῦδος εἰς τὴν διπλοπροσωπίαν.

Ἡ διπλοπροσωπία. Εἶσθε μία παρέα καὶ ὡς θέμα συζητήσεως ἔχετε πρόσωπόν τι ἀπόν. Λέγονται κατ' αὐτοῦ τὰ ἐξ ἁμάξης. Ἐμφανίζεται τὸ πρόσωπον αὐτό; Ἀρχίζουν οἱ λιβανισμοί του! Εἶσθε μία παρέα ἀπὸ φίλους ἢ φίλες. Τὰ λόγια σας εἶναι ἀμοιβαῖα θυμιάματα. Φεύγει ἓν μέλος τῆς παρέας. Ἀρχίζουν τὰ ξομπλιάσματα. Πόθεν τοῦτο; Τὸ πρόσωπον τοῦ κρινομένου εἶναι σπαθὶ μαγικό, χειρότερον ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου γλῶσσαν. Σοῦ μεταμορφώνει τὰ πάντα. Σὲ κάμνει μικρὸ παιδί, ὥστε νὰ τὸν θυμιᾷς, ὅταν εἶναι ἐμπρός σου, ἐνῷ λέγεις ὅσα παίρνει ἡ σκοῦπα, ὅταν εἶναι ἀπόν. Γίνεσαι γουστέρα ὅταν εἶναι ἐνώπιόν σου καὶ λεοντάρι, ὅταν εἶναι μακράν σου. Ἡ διπλοπροσωπία σὲ μεταβάλλει εὐκολώτατα διὰ τῶν ψευδολογιῶν σου ἀπὸ γουστέρα εἰς λεοντάρι καὶ ἀπὸ λεοντάρι εἰς γουστέρα. Τὸ ψεῦδος σὲ κάμνει κατὰ τὴν διπλοπροσωπίαν σου δειλὸν καὶ φλύαρον. Ἀλλὰ καὶ ἡ δειλία σου καὶ ἡ φλυαρία σου σὲ σπρώχνουν εἰς τὴν διπλοπροσωπίαν αὐτήν. Σὲ ὁδηγεῖ ἡ δειλία σου εἰς τὸ ψεῦδος, διότι δὲν τολμᾷς νὰ εἴπῃς ἐνώπιόν του τὴν ἀλήθειαν. Σὲ ὠθεῖ ἡ φλυαρία σου νὰ ψεύδεσαι, διότι δὲν μπορεῖς νὰ συγκράτησῃς τὴν γλῶσσαν σου. Καλά! δὲν σέβεσαι τὴν ἀπουσίαν τοῦ κρινομένου, δὲν σέβεσαι τὴν παρουσίαν του, ἀναλογιζόμενος τί εἶπες, ὅταν ἦτο ἀπὼν καὶ τί λέγεις τώρα; Δὲν σέβεσαι τουλάχιστον τὸν ἑαυτόν σου ; Χειροτέρα ὅμως καὶ ἀπὸ τὴν διπλοπροσωπίαν εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ ψεύδους τῆς πολυπροσωπίας.

Ἡ Π ο λ υ π ρ ο σ ω π ί α. Διὰ τὸ ἴδιον πρόσωπον ἄλλα λέγομεν ἐνώπιόν του, ἄλλα εἰς ἄλλον τινὰ καὶ διαφορετικὰ εἰς τρίτον. Εἶσαι ὑφιστάμενος καὶ ἔχεις τὸν προϊστάμενόν σου. Ἄλλα λέγεις ἐνώπιόν του, ἄλλα λέγεις εἰς συνάδελφόν σου φιλικῶς διακείμενον πρὸς αὐτὸν καὶ ἄλλα εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος διάκειται ἐχθρικῶς πρὸς αὐτόν. Σοῦ ἀρέσει νὰ συμφωνῇς μὲ ὅλους πλὴν τοῦ ἑαυτοῦ σου. Οἱ τοιοῦτοι λέγονται πολιτικάντες. Κοροϊδεύουν ὅλους. Ὁμοιάζουν σὰν τοὺς ἀράπηδες τῶν καπνοδόχων, οἱ ὁποῖοι στρέφονται πρὸς τὴν ἑκάστοτε διεύθυνσιν τῶν ἀνέμων. Καπνὸν ἔχουν μέσα τους, παφιλένιοι εἶναι ἀπ' ἔξω, ἀράπηδες εἶναι μέσα καὶ ἔξω!

Κάποτε εἴς τι χωρίον δύο ἀντίδικοι μετέβησαν εἰς τὸν οἰκεῖον εἰρηνοδίκην πρὸς ἐκδίκασιν τῆς διαφορᾶς των. Καὶ οἱ δύο ἀντίδικοι, ἀλλὰ χωριστὰ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον ἀνέφερον τὰς ἀπόψεις των καὶ κατέθετε ἕκαστος εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην τὸ σχετικὸν φιλοδώρημα. Ὁ Εἰρηνοδίκης ἀκούσας τὸν πρῶτον καὶ ἰδὼν τὸ γενναῖον φιλοδώρημά του εἶπεν εἰς αὐτόν: Ἔχεις δίκαιον. Μετ' ὀλίγον ἔρχεται ὁ δεύτερος ἀντίδικος κομίζων καὶ αὐτὸς γενναῖον φιλοδώρημα. Ἐκθέτει τὴν ἄποψίν του. Ὁ Εἰρηνοδίκης ἀπαντᾷ καὶ εἰς αὐτόν: Ἔχεις δίκαιον. Ἡ παροῦσα τότε γυναῖκα του ἐρωτᾷ τὸν Εἰρηνοδίκην, ποιός ἐκ τῶν δύο ἔχει δίκαιον; Ὁ Εἰρηνοδίκης ἀπαντᾷ : Καὶ σὺ ἔχεις δίκαιον! Κωμικὸν εἶναι τὸ παράδειγμα; Τέτοια εἶναι καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολυπρόσωποι. Πόσοι ἐκ τῶν μειδιασάντων δὲν θὰ εἶναι ἔνοχοι; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ μειδίαμα ἂν ἦτο δάκρυ, θὰ ἦτο καταλληλότερον διὰ τὸν λυτρωμόν μας. Ποῖον τὸ φάρμακον; Ἡ ἀλήθεια!

Β'. Ἡ Ἀ λ ή θ ε ι α. Μερικοὶ νομίζουν, ὅτι διὰ νὰ εἴπουν τὴν ἀλήθειαν πρέπει νὰ ὑβρίσουν. Ὄχι. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρά, ὄχι ὅμως καὶ ὕβρις. Διὰ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγαπῶν τὴν ἀλήθειαν βοηθήματός τινος καὶ τοῦτο εἶναι ἡ εὐγένεια, ἵνα γίνῃ δεκτή. Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ δύο πράγματα: θάρρος καὶ εὐγένειαν. Θάρρος διὰ νὰ λεχθῇ καὶ φανῇ, εὐγένειαν διὰ νὰ εἰσακουσθῇ.

Θάρρος! Μεγάλο θάρρος μέχρι ἀγῶνος χρειάζεται ἐπάνω εἰς τὸν θυμόν σου καὶ εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν σου, νὰ εἶσαι ἀκριβὴς εἰς τὰ λόγια σου καὶ εἰλικρινὴς εἰς τὸν ἄλλον, νὰ εὕρῃς καὶ νὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν. Μεγάλο θάρρος μέχρι ἀγῶνος χρειάζεσαι, ὅταν ἀπὸ τὴν παρέαν ἀνάβῃ ἡ φλυαρία καὶ πρόκειται νὰ θέσῃς χαλινόν τινα ἀληθείας εἰς τὴν γλῶσσαν σου. Μεγάλον θάρρος μέχρι αὐτοθυσίας χρειάζεσαι νὰ εἴπῃς εἰς τὸν πελάτην σου, πότε θὰ εἶναι ἕτοιμον τὸ παραγγελθὲν φόρεμα ἢ ἔπιπλον. Μέγα θάρρος χρειάζεται νὰ λέγῃς εἰς τὸν φίλον σου τὴν ἀλήθειαν. Μεγαλύτερον ὅμως θάρρος χρειάζεσαι, ὄχι μόνον ὅταν δὲν λέγῃς ψέμματα, ἀλλὰ καὶ ὅταν διευκολύνῃς τοὺς ἄλλους νὰ μὴ σοῦ λέγουν ψέμματα. Τοῦτο θὰ γίνῃ, ὅταν δὲν σοῦ κακοφαίνεται, διότι σοῦ λέγουν τὴν ἀλήθειαν, ὅταν δὲν σοῦ ἀρέσουν αἱ κολακεῖαι. Τὸ νὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν, εἶναι θάρρος, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐγωισμός. Τὸ νὰ σοῦ εἴπουν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ τὴν δεχθῇς καὶ μάλιστα, ὅταν διευκολύνῃς τοὺς ἄλλους πρὸς τοῦτο, εἶναι μεγαλύτερον θάρρος, διότι εἶναι καὶ ταπείνωσις.

Εὐγένεια! Ἀλλὰ τὸ γλύκασμα τῆς ἀληθείας εἶναι ἡ εὐγένεια. Πόσην ἀλήθειαν καὶ εὐγένειαν πραγματικὴν ἔχεις, ὅταν λέγῃς εἰς τὸν πελάτην σου πότε ἀκριβῶς θὰ εἶναι ἕτοιμη ἡ παραγγελία του! Πόσην εὐγένειαν ἔχεις, ὅταν δὲν ἔχῃς φλυαρίαν, ἀλλὰ ὀλίγα καὶ σωστὰ λόγια! Πόση εὐγένεια εἶναι, ὅταν ἤρεμος ἀπὸ θυμὸν καὶ ὑπερβολικὸν ἐνθουσιασμόν, λέγῃς τὴν ἀλήθειαν! Πόσην εὐγένειαν καὶ θάρρος ἔχει ἡ σιωπή σου, ἵνα μὴ εἴπῃς ψευδῆ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύεις. Ὅταν σιωπᾷς, διὰ νὰ μὴ εἴπῃς ψέμματα, πόσον θάρρος, ἀλλὰ καὶ εὐγένειαν ἔχεις! Ὅταν ἐρωτώμενος διὰ ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζεις, ἀπαντᾷς δὲν ξέρω, πόσον θάρρος καὶ εὐγένειαν δεικνύεις! Πόσον θάρρος καὶ εὐγένειαν δεικνύεις, ὅταν δὲν φαίνεσαι διπρόσωπος, ἀλλὰ σιωπᾷς ἢ μὲ τρόπον εὐγενῆ λέγεις εἰς τὸν φίλον σου τὴν πραγματικήν σου γνώμην! Πόσην εὐγένειαν ἔχεις, ὅταν δὲν εἶσαι πολυπρόσωπος, ὅταν δὲν θέλῃς νὰ κοροϊδεύῃς τοὺς ἄλλους συμφωνῶν δῆθεν μὲ ὅλους! Εὐγένεια καὶ θάρρος δεικνύεις, ὅταν φροντίζῃς νὰ εὑρίσκῃς τρόπους γλυκεῖς διὰ νὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν. Οὔτε θράσος, ὥστε νὰ ὑβρίζῃς, οὔτε δειλία, ὥστε νὰ μὴ λέγῃς τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ θάρρος καὶ εὐγένειαν.

Κλασσικὸν παράδειγμα θάρρους καὶ εὐγενείας πρὸς τὴν ἀλήθειαν εἶναι τὸ κάτωθι. Ὁ Διόνυσος, ὁ τύραννος τῶν Συρακουσῶν, ἐπεδεικνύετο ὡς ποιητής. Ἡμέραν τινὰ ἐκάλεσε τὸν ποιητὴν Φιλόξενον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀπαγγέλλει τὸ ποίημά του καὶ ζητεῖ τὴν γνώμην του. Ὁ ποιητὴς ὁμολογεῖ ὅτι τὸ ποίημα δὲν ἀξίζει. Ὁ ποιητὴς φυλακίζεται εἰς τὰς «Λατομίας», ὑγρὰς φυλακὰς ἐντὸς βράχου τινός. Μετὰ καιρὸν καλεῖται ὑπὸ τοῦ ἰδίου Τυράννου ὁ εἰς τὰς φυλακὰς εὑρισκόμενος. Φιλόξενος καὶ εἰς ἔνδειξιν δῆθεν ἐκτιμήσεως παραθέτει εἰς αὐτὸν πλουσίαν τράπεζαν. Κατὰ ταύτην ὁ Τύραννος πάλιν ἀπαγγέλλει ποίημά του καὶ ζητεῖ τὴν γνώμην τοῦ ποιητοῦ Φιλοξένου. Ὁ Φιλόξενος ἐγείρεται διὰ νὰ φύγῃ. Ὁ Τύραννος τὸν ἐρωτᾷ, ποὺ πηγαίνει. Ἐκεῖνος ἀπαντᾷ. Εἰς τὰς Λατομίας. Οἱ παριστάμενοι ἐγέλασαν. Πόσην εὐγένειαν καὶ ἀλήθειαν ἔδειξεν ὁ Φιλόξενος! Ἐπροτίμησε νὰ φυλακισθῇ παρὰ νὰ μὴ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν. Πόσον θάρρος! Πηγαίνει μόνος του εἰς φυλακὴν σιωπῶν. Πόση εὐγένεια! Ἂς ἔχωμεν θάρρος μέχρι αὐτοθυσίας, εὐγένειαν μέχρι σιωπῆς. Ἰδοὺ ἡ ποικιλία καὶ εὐκολία τοῦ ψεύδους, ἡ δυσκολία καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀληθείας. Ἂς λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ (ΛΟΥΚΑ ΙΗ΄ 18-27)

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΑΚΤΗΜΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΑΠΟΤΑΓΗΣ!
Ο φιλάνθρωπος Θεός που φροντίζει για την σωτηρία μας, όρισε για τους ανθρώπους δύο τρόπους ζωής, την συζυγία και την παρθενία ώστε όποιος δεν μπορεί να υπομείνει το άθλημα της παρθενίας να έλθει σε κοινωνία γάμου με γυναίκα , γνωρίζοντας ότι θα του ζητηθεί λόγος για την σωφροσύνη, τον αγιασμό και την ομοίωσή του με τους αγίους εκείνους που είχαν σύζυγο και τεκνοποίησαν. Τέτοιος ήταν στην Παλαιά Διαθήκη ο Αβραάμ, το μέγα καύχημα του οποίου ήταν ότι προτίμησε τον Θεό και δέχτηκε να θυσιάσει το μονογενή του υιό χωρίς οίκτο, είχε δε και τις θύρες της σκηνής του ανοικτές, έτοιμος να δεχτεί αυτούς που επρόκειτο να φιλοξενηθούν. Δεν άκουσε το «πώλησον σου τα υπάρχοντα και δος τοις πτωχοίς». Ακόμη μεγαλύτερη αρετή επέδειξαν ο Ιώβ και άλλοι πολλοί, όπως ο Δαυΐδ και ο Σαμουήλ. Στην καινή Διαθήκη τέτοιοι υπήρξαν ο Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι. Θα ζητηθούν λοιπόν από τον κάθε άνθρωπο οι καρποί της προς τον Θεό και τον πλησίον αγάπης και θα τιμωρηθεί όποιος παραβεί αυτές ή κάποιες από τις εντολές. Αυτό δηλώνει και ο Κύριος στα Ευαγγέλια λέγοντας: «Ο αγαπών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» και « ος ου μισεί τον πατέρα αυτού και την μητέρα αυτού και την γυναίκα και τα τέκνα, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται μου είναι μαθητής».
Άραγε το σκέπτεσαι ότι και στους έγγαμους απευθύνονται τα Ευαγγέλια; Ιδού, σου έγινε σαφές ότι η υπακοή στο Ευαγγέλιο θα ζητηθεί από όλους τους ανθρώπους, μοναχούς και έγγαμους. Διότι θα είναι αρκετή γι’ αυτόν που ήλθε σε γάμου κοινωνία η παραχώρηση της ακράτειας και της επιθυμίας και συνουσίας προς το θήλυ. Όλα τα άλλα που αναφέρουν οι εντολές έχουν νομοθετηθεί για όλους και δεν είναι ακίνδυνα για τους παραβάτες. Διότι όταν ο Χριστός ευαγγελιζόταν τις εντολές του Πατέρα απευθυνόταν προς αυτούς που ζουν στον κόσμο και κάποτε που συνέβη να ρωτηθεί ιδιαιτέρως από τους μαθητές Του, τους διαβεβαίωσε λέγοντας: «Α δε υμίν λέγω, πάσι λέγω (σε όλους)».
Μην επαναπαυθείς λοιπόν εσύ, που προτίμησες τον γάμο, σαν να έχεις δικαίωμα να ζήσεις με τρόπο κοσμικό. Οφείλεις να καταβάλεις περισσότερους κόπους και προσοχή για να επιτύχεις την σωτηρία, αφού επέλεξες να ζεις μέσα στις παγίδες και στο βασίλειο των δυνάμεων της αποστασίας και έχεις μπροστά στα μάτια σου τους ερεθισμούς των αμαρτιών και διεγείρεις όλες σου τις αισθήσεις νύκτα και ημέρα προς την επιθυμία τους. Γνώριζε λοιπόν ότι δεν θα αποφύγεις την πάλη προς τον αποστάτη, ούτε θα μπορέσεις να τον νικήσεις χωρίς να κοπιάσεις πολύ για την τήρηση των ευαγγελικών εντολών. Διότι πως θα αρνηθείς την μάχη προς τον εχθρό ενώ ζεις μέσα στο σκάμμα της μάχης; Και αυτό είναι ολόκληρη η γη, στην οποία ο εχθρός, όπως διδασκόμαστε στο βιβλίο του Ιώβ, περιφέρεται και περιπατεί ως λυσσασμένος σκύλος, αναζητώντας ποίο θα καταπιεί. Εάν λοιπόν αρνείσαι την μάχη προς τον ανταγωνιστή, θα μεταβείς σε άλλο κόσμο, όπου αυτός δεν υπάρχει. Εάν όμως τούτο είναι αδύνατον, σπεύσε να μάθεις πως να αγωνίζεσαι εναντίον του, διδασκόμενος την τέχνη της πάλης από τις Γραφές, ώστε να μην ηττηθείς από αυτόν εξ’ αγνοίας και παραδοθείς στο αιώνιο πυρ.
            Και αυτά μεν λέχθηκαν προς του εγγάμους εκείνους που δεν έχουν αγωνιστικό φρόνημα και αμελούν όσον αφορά την τήρηση των εντολών του Χριστού. Συ όμως, ο εραστής του ουρανίου πολιτεύματος και πραγματευτής της αγγελικής διαγωγής, συ που επιθυμείς να γίνεις συστρατιώτης των αγίων μαθητών του Χριστού, τόνωσε τον εαυτό σου προς υπομονή των θλίψεων και πρόσελθε ανδρείως στη σύγκλητο των μοναχών. Στην αρχή της υποταγής σου να φερθείς με γενναιότητα ώστε να μην παρασυρθείς από την σφόδρα συμπάθεια προς τους κατά σάρκα συγγενείς, ενισχυόμενος από το ότι θα ανταλλάξεις τα θνητά με τα αθάνατα και όταν εγκαταλείπεις τα πράγματα που σου ανήκαν, να είσαι άκαμπτος και βέβαιος ότι τα αποστέλλεις στους ουρανούς, αφού με το να τα αποκρύπτεις στους κόλπους των πτωχών τα βρίσκεις πολύ επαυξημένα κοντά στον Θεό. [Όσον αφορά την δική μου ζωή], και εγώ δαπάνησα πολύ χρόνο στην ματαιότητα, και αφάνισα όλη σχεδόν την νεότητά μου στην ματαιοπονία, στην αδιάκοπο δηλαδή μέριμνα με την πρόσληψη των μαθημάτων της «υπό του Θεού μωρανθείσης σοφίας». Όταν όμως κάποτε σαν να ξύπνησα από βαθύ ύπνο έστρεψα την προσοχή μου προς το θαυμαστόν φώς της αληθείας του Ευαγγελίου και συγχρόνως κατενόησα το άχρηστο «της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων», θρήνησα πολύ για την ελεεινή μου ζωή και παρακαλούσα να μου δοθεί χειραγωγία για να εισαχθώ στα δόγματα της ευσεβείας. Και μάλιστα πριν από όλα , φρόντισα να διορθώσω κάπως το ήθος μου, το οποίο από την μακροχρόνιά μου συναναστροφή μου με τους φαύλους είχε διαστροφή. Δια βάζοντας λοιπόν το Ευαγγέλιο είδα εκεί ότι το μεγαλύτερο εφόδιο προς τελείωση είναι η πώληση των υπαρχόντων και η διάθεσή τους προς τους πτωχούς αδελφούς και γενικώς η αμεριμνησία για την ζωή αυτήν και το να μην επιστρέφει η ψυχή προς καμία συμπάθεια προς τα παρόντα.
            Πράγματι αυτός που κατέχεται από την σφόδρα επιθυμία να ακολουθήσει τον Χριστό δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει σε κανένα από τα εγκόσμια ούτε στην αγάπη των γονέων ή των οικείων όταν αυτή αντιτίθεται στα προστάγματα του Κυρίου – τότε έχει θέση και το «ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα αυτού και την μητέρα» και τα λοιπά ούτε να υποχωρήσει στον ανθρώπινο φόβο όταν πρόκειται για το συμφέρον της ψυχής, πράγμα που κατόρθωσαν οι άγιοι, οι οποίοι είπαν ότι «πειθαρχείν Θεώ μάλλον παρά ανθρώποις» ούτε να δειλιάσει από τον χλευασμό των καλών έργων εκ μέρους των εκτός της Εκκλησίας , ώστε να νικηθεί από την περιφρόνηση τους. Εάν όμως θέλει να γνωρίσει ακριβέστερα και σαφέστερα το σθένος και τον πόθο αυτών που ακολουθούν τον Κύριο, ας ενθυμηθεί τον Απόστολο, ο οποίος αναφερόμενος στον εαυτό του και προς δική μας διδασκαλία λέγει: «Ει τις  δοκεί πεποιθέναι εν σαρκί (να βασιστεί στα νομικά, τα σωματικά), εγώ μάλλον περιτομή οκταήμερος, εκ γένους Ισραήλ, φυλή Βενιαμίν, Εβραίος εξ Εβραίων, κατά νόμον φαρισαίος, κατά ζήλον διωκών την Εκκλησία, κατά δικαιοσύνη την εν νόμω γενόμενος άμεμπτος αλλ’ άτινα ην μοι κέρδη, ταύτα ήγημαι διά τον Χριστόν ζημίαν. Αλλά μεν ουν και ηγούμαι (θεωρώ) πάντα ζημίαν είναι δια το υπερέχον της γνώσεως Χριστού Ιησού του Κυρίου ημών δι’ ον τα πάντα εζημιώθην και ηγούμαι σκύβαλα (ακαθαρσίες) είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω». Και πράγματι, - για να ειπώ κάτι τολμηρόν μεν, όμως αληθινό. Εάν ο Απόστολος παρομοιάσει τα ίδια τα προνόμια του νόμου, τα οποία ο Θεός είχε δώσει για κάποια εποχή, προς τα απόπτυστα περιττώματα του σώματος, τα οποία επειγόμεθα εξαιρετικώς να αποβάλωμε, επειδή ακριβώς τα έκρινε ως εμπόδια για την γνώση του Χριστού και την δικαιοσύνη αυτού και για την συμμόρφωσή μας προς τον θάνατο αυτού, τι θα έλεγε κανείς για εκείνα που αποτελούν κανονισμούς ανθρωπίνους; Και γιατί χρειάζεται να επιβεβαιώσουμε τον λόγο με δικούς μας συλλογισμούς και με τα παραδείγματα των αγίων; Υπάρχει η δυνατότητα να παραθέσουμε τα ίδια τα λόγια του Κυρίου και με αυτά να πείσουμε την φοβισμένη ψυχή, αφού ο ίδιος διακηρύσσει σαφώς και αναντιρρήτως «Ούτως ουν πας εξ υμών, ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσι, ου δύναται μου είναι μαθητής» και προς τον πλούσιο νέο, μετά το: «ει θέλεις τέλειος είναι», πρώτα είπε: «’Υπαγε, πώλησον σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς» και έπειτα προσέθεσε το: «Δεύρο, ακολούθει μοι». Αλλά και η παραβολή του εμπόρου  είναι για κάθε συνετόν άνθρωπο σαφές ότι στο ίδιο μας οδηγεί: «Ομοία εστί» λέγει «η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω εμπόρω ζητούντι καλούς μαργαρίτας, ος ευρών ένα πολύτιμο μαργαρίτην, απελθών επώλησε πάντα όσα είχε και ηγόρασε αυτόν». Είναι πράγματι φανερό, ότι ο πολύτιμος μαργαρίτης έχει τεθεί εδώ ως παρομοίωση της επουρανίου βασιλείας, την οποία ο λόγος του Κυρίου μας δείχνει ότι είναι αδύνατον να επιτύχουμε, εάν δεν θυσιάσουμε ως αντάλλαγμα όλα τα υπάρχοντά μας και πλούτο και δόξα και οικογένεια και ό,τι άλλο θεωρείται από τους πολλούς σπουδαίο. Έπειτα ο Κύριος διακήρυξε ότι είναι αδύνατον να κατορθωθεί το επιζητούμενο όταν ο νους διασκορπίζεται σε διάφορες φροντίδες «ουδείς δύναται» είπε «δυσί κυρίοις δουλεύειν» και πάλιν «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Ένα θησαυρό λοιπόν πρέπει να εκλέξουμε, τον επουράνιο, ώστε σ’ αυτόν να έχουμε την καρδία μας. «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός σου, εκεί και η καρδιά σου έσται», λέγει ο Κύριος. Εάν λοιπόν αφήσουμε για τους εαυτούς μας κάποιο κτήμα γήινο και φθαρτήν περιουσίαν, επειδή ο νους θάβεται σ’ αυτά σαν σε βόρβορο, η ψυχή κατ’ ανάγκη δεν θα μπορεί να δει τον Θεό ούτε να κινηθεί προς επιθυμία του επουρανίου κάλλους και των αγαθών που σύμφωνα με τις επαγγελίες έχουν ετοιμαστεί για εμάς. Την απόκτηση αυτών μας είναι αδύνατον να την επιτύχουμε, εάν ένας απερίσπαστος και σφοδρότερος πόθος δεν μας οδηγεί να τα ζητούμε και δεν ανακουφίζει τον κόπο που τα συνοδεύει.
Η αποταγή λοιπόν, όπως απέδειξε ο λόγος, είναι λύση των δεσμών της υλικής αυτής και προσκαίρου ζωής και ελευθερία από τις ανθρώπινες υποχρεώσεις, η οποία μας καθιστά ικανωτέρους να πάρουμε τον δρόμο που οδηγεί προς τον Θεό είναι αφετηρία μιας οδού άνευ εμποδίων προς απόκτηση και χρήση πραγμάτων πολυτίμων «υπέρ χρυσίον και λίθον τιμίον πολύν» και με λίγα λόγια, μετάθεση της ανθρώπινης καρδίας προς την ουράνια πολιτεία, ώστε να μπορούμε να λέμε ότι «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει» και το ακόμη μεγαλύτερο, είναι αρχή της ομοιώσεώς μας προς τον Χριστό, ο οποίος «δι’ ημάς επτώχευσεν, πλούσιος ών».
Εάν δεν κατορθώσουμε αυτή την ομοίωση, είναι αδύνατον να φθάσουμε στον κατά το Ευαγγέλιο του Χριστού τρόπο ζωής. Διότι πώς μπορεί να κατορθωθεί η συντριβή της καρδιάς ή η ταπείνωση του φρονήματος ή η απαλλαγή από το θυμό, από την λύπη, από τις φροντίδες και με ένα λόγο από τα ολέθρια πάθη της ψυχής μέσα στον πλούτο στις βιοτικές μέριμνες και στην προσκόλληση και εξοικείωση με όλα αυτά; Πράγματι όταν ένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να μεριμνά ούτε γι΄ αυτά τα αναγκαία, όπως για την τροφή και το ένδυμα, ποια λογική του επιτρέπει να συμπίγνεται, ως από αγκάθια, από τις πονηρές μέριμνες του πλούτου, οι οποίες εμποδίζουν την καρποφορία του σπόρου που σπείρει ο γεωργός των ψυχών μας; Διότι αυτός ο Κύριός μας, είπε: «Ούτοι εισίν οι εις τας ακάνθας σπαρέντες, οι υπό μεριμνών και πλούτου και ηδονών του βίου συμπνίγονται και ου τελεσφορούσιν (δεν καρποφορούν)». Συνδέει δηλαδή τον πλούτο με τις ηδονές.
Πράγματι τα χρήματα είναι το όργανο του απολαυστικού βίου. Κατάργησε λοιπόν πρώτα την εμπαθή σου τέχνη, δηλαδή την γαστριμαργία και την καλοπέραση και έτσι θα μπορέσεις εύ7κολα να περικόψεις τον όγκο των χρημάτων σου. Είναι βαρύ, πιστεύω, ενώ υπάρχει αυτή η τέχνη να μην υπάρχει το όργανο. Διότι όποιος δεν απέβαλε το πρώτο, πως θα μπορέσει να εκδιώξει το δεύτερο; Γι΄ αυτόν το λόγο και ο Σωτήρ κατά την συζήτησή του με τον πλούσιο νεανία, δεν το προστάζει αμέσως να αποβάλει τα χρήματά του , αλλά προηγουμένως τον ρωτά εάν έχει τηρήσει τις εντολές του νόμου. Και όπως θα έκανε κάθε γνήσιος διδάσκαλος, τον ρωτά ο Κύριος: Εάν έμαθες τα γράμματα του αλφαβήτου, εάν διδάκτηκες τις συλλαβές, εάν έχεις μάθει τουλάχιστον τα ονόματα, προχώρησε λοιπόν και στην τελειότατην ανάγνωση δηλαδή «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρον ακολούθει μοι». Και νομίζω ότι εάν δεν έδινε την διαβεβαίωση ότι έχει εκτελέσει αυτά τα οποία του ζητήθηκαν, δεν θα τον προέτρεπε προς την ακτημοσύνη. Διότι πώς θα μπορούσε να προχωρήσει στην ανάγνωση, αφού δεν γνώριζε να συλλαβίζει;
Είναι τέλειο αγαθό η ακτημοσύνη, για όσους έχουν την δυνατότητα. Αυτοί που την υπομένουν, αισθάνονται στην σάρκα μίας στενοχωρία, στην ψυχή όμως έχουν άνεση. Όπως ακριβώς τα στερεά ενδύματα, εάν πατηθούν και περιστραφούν βίαια πλένονται και καθαρίζονται, έτσι και η δυνατή ψυχή με την εκούσια πτωχεία γίνεται πολύ σταθερή, αυτοί όμως που έχουν ασθενέστερο λογισμό παθαίνουν το αντίθετο. Διότι μόλις λίγο πεισθούν, καταστρέφονται σαν τα σχισμένα ενδύματα χωρίς να μπορούν να υπομείνουν την πλύση που προξενεί η αρετή. Και ενώ ένας είναι ο τεχνίτης, το τέλος των ενδυμάτων είναι διαφορετικό διότι αυτά μεν σχίζονται και καταστρέφονται, ενώ εκείνο καθαρίζεται και ανανεώνεται. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να πει ότι η ακτημοσύνη είναι κειμήλιο αγαθό για όσους έχουν ανδρείο φρόνημα διότι αποτελεί χαλινό των πρακτικών αμαρτημάτων.
Πρώτα όμως πρέπει κανείς να εξασκηθεί με τους κόπους εννοώ την νηστεία, την χαμαικοιτεία και την λοιπήν άσκηση και με τον τρόπο αυτό να αποκτήση αυτή την αρετή. Διότι όσοι δεν ενήργησαν έτσι, αλλά έσπευσαν αιφνιδίως να απορρίψουν την περιουσία τους ως επί το πλείστον μετανόησαν. Καλή λοιπόν η ακτημοσύνη, γι’ αυτούς που είναι συνηθισμένοι στις αρετές διότι αφού απέβαλαν όλα τα περιττά, στρέφουν το βλέμμα προς τον Κύριο, ψάλλοντας καθαρά το θείο εκείνο λόγιο το οποίο λέγει: «Οι οφθαλμοί ημών προς σε ελπίζουσι και συ δίδως την τροφή τοις αγαπώσι σε εν ευκαιρία (στην κατάλληλη στιγμή)». Και με άλλο τρόπο πάλι ωφελούνται από την αποβολή του πλούτου επειδή δεν έχουν τον νου τους στους θυσαυρούς της γης, ενδύονται την βασιλεία των ουρανών και εφαρμόζουν με ακρίβεια αυτό που λέγει ο υμνωδός Δαυίδ: «Κτηνώδης εγενήθην παρά σοι (υπάκουος και χωρίς απαιτήσεις)». Διότι όπως ακριβώς τα υποζύγια ζώα κάνουν την εργασία τους και αρκούνται μόνο στις τροφές που έχουν ανάγκη για να ζήσουν, έτσι και οι εργάτες της ακτημοσύνης, θεωρούν τα χρήματα μηδαμινά, εργάζονται δε μόνο για την καθημερινή τροφή που χρειάζεται το σώμα. Αυτοί κρατούν το θεμέλιο της πίστεως προς αυτούς έχει λεχθεί από τον Κύριο να μη μεριμνούν για το αύριο και ότι «τα πετεινά του ουρανού ου σπείρει, ουδέ θερίζει, και ο Πατήρ ο ουράνιος τρέφει αυτά». Σε αυτά τα λόγια βασίστηκαν- αφού είναι λόγια του Θεού- και λέουν με παρρησία το γραφικό εκείνο λόγιο: «επίστευσα, διό ελάλησα».
Αλλά και ο εχθρός, από τους ακτήμονες υφίσταται μεγαλύτερη ήττα διότι δεν έχει σε τι να τους βλάψει. Επειδή οι περισσότερες από τις θλίψεις και τους πειρασμούς προέρχονται από τις χρηματικές ζημιές. Πράγματι τί έχει να κάνει στους ακτήμονες; Τίποτα. Να κάψει χωράφια; Δεν έχουν. Να αφανίσει τα ζώα τους; Ούτε από αυτά διαθέτουν. Να κάνει κακό στα φίλτατα τους πρόσωπα, αλλά και αυτά τα αποχαιρέτησαν προ πολλού. Είναι μέγιστη λοιπόν η μάστιγα κατά του εχθρού και πολύτιμος θησαυρός για την ψυχή η ακτημοσύνη.
Αυτά σας τα λέγω για να σας ασφαλίσω από τον εχθρό. Δεν αρμόζουν όμως οι λόγοι μου σε όλους, αλλά μόνο σε αυτούς που επιθυμούν τον μοναχικό βίο. Διότι όπως ακριβώς δεν είναι κατάλληλος μία και η αυτή τροφή για όλα τα ζώα, έτσι και σε όλους τους ανθρώπους δεν συμφέρει ο ίδιος λόγος. «Ου δει γαρ οίνον νέον», λέγει, «βάλειν εις ασκούς παλαιούς». Πράγματι, διαφορετικά διατρέφονται εκείνοι που εμφορούνται από την επιθυμία της θεωρίας και της γνώσεως, διαφορετικά εκείνοι που γεύονται την ασκητική και πρακτική ζωή, διαφορετικά δε, κατά τη δύναμή τους, εκείνοι που ζουν στον κόσμο και επιδιώκουν τα έργα της δικαιοσύνης. Όπως δηλαδή από τα ζώα άλλα μεν ζουν στη ξηρά, άλλα στο νερό και άλλα στον αέρα, έτσι και οι άνθρωποι άλλοι μεν κατέχουν το μέσο τρόπο όπως τα χερσαία, άλλοι δε ατενίζουν προς τα ύψη σαν τα πετεινά, άλλοι δε έχουν καλυφθεί από τα ύδατα των αμαρτιών όπως τα ψάρια διότι λέγει: «Ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και κατεπόντισε με καταιγίς πολλών αμαρτημάτων». Και αυτή μεν είναι η φύσις των ζώων εμείς όμως αναπτερωμένοι σαν τους αετούς, ας ανέλθουμε στα ψηλότερα και ας «καταπατήσωμεν λέοντα και δράκοντα» ας γίνουμε κύριοι εκείνου που κάποτε ήταν άρχοντας. Αυτό όμως θα το επιτύχουμε εάν όλη μας τη διάνοια την προσφέρουμε στον Σωτήρα. Ο πόθος αυτής της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς στον Θεό των όλων είναι που παρακινεί όσους θέλουν να ανέλθουν υψηλά στην επιλογή του ελαφρού φορτίου της ακτημοσύνης. Απαρνούνται τις κοσμικές φροντίδες και ακολουθώντας το πατερικό απόφθευγα: «ακτήμων μοναχός, αετός υψιπέτης» καταλαμβάνουν τις ερήμους και επιδίδονται αποκλειστικά στον μεγαλειώδη αγώνα της ενώσεως με τον Θεό.
Αυτή την οδό ακολούθησαν όλοι οι πατέρες του μοναχισμού, ως αντιπρόσωπο των οποίων ας αναφέρουμε τον ηγέτη και καθηγητής της ερήμου Αντώνιο τον Μέγα ο οποίος από την πολύ νεαρά του ηλικία είχε αυτό τον προβληματισμό. Δεν ήταν ακόμη είκοσι ετών όταν καθώς πήγαινε μια μέρα προς το ναό συγκέντρωσε το νού του και περπατώντας συλλογιζόταν πως οι μεν Αποστόλοι εγκατέλειψαν τα πάντα και ακολούθησαν τον Σωτήρα, οι δε χριστιανοί των Πράξεων πωλούσαν τα υπάρχοντά τους και τα έφερναν και τα έφερναν μπροστά στα πόδια των Αποστόλων για να τα μοιράσουν εκείνοι σε όποιους έχουν ανάγκη, ποια δε και πόση αμοιβή τους αναμένει στους ουρανούς. Ενώ λοιπόν σκεπτόταν αυτά εισήλθε στην Εκκλησία, και συνέβη να αναγινώσκεται την στιγμή εκείνη το Ευαγγέλιο άκουσε τότε τον Κύριο να λέγει προς τον πλούσιο: «Ει θέλεις τέλειος είναι ύπαγε, πώλησον σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και δεύρο ακολούθει μοι, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ». Και ο Αντώνιος, επειδή είχε ως από θείο χάρισμα ζωντανή μέσα του την μνήμη των αγίων, σαν να έγινε μόνο γι’ αυτό το ανάγνωσμα, εξήλθε αμέσως από την Εκκλησία και τα μεν κτήματα που είχε από τους προγόνους του (ήσαν περίπου τριακόσια εύφορα και πολύ καλά χωράφια) τα χάρισε στους συγχωριανούς του, για να μην ενοχλήσουν σε τίποτα αυτό και τη μικρή του αδελφή με την οποία έμεινε μετά τον πρόσφατο θάνατο των γονέων του. Όσα δε άλλα είχαν κινητά τα πώλησε όλα και αφού τα συγκέντρωσε αρκετά χρήματα τα έδωσε στους πτωχούς κρατώντας μόνο λίγα για την αδελφή του. Όταν όμως εισήλθε πάλι στην Εκκλησία άκουσε να λέγει ο Κύριος στο Ευαγγέλιο: «Μη μεριμνήσετε περί την αύριον» δεν άντεξε τότε να περιμένει άλλο, και αφού εξήλθε μοίρασε και εκείνα στους πτωχούς. Ενεπιστεύθει την αδελφή του σε γνωστές και έμπειρες παρθένους και αφού την παρέδωσε σε παρθενώνα για να ανατρέφεται, άρχισε ο ίδιος την ζωή της ασκήσεως πλησίον της οικίας του, προσέχοντας στον εαυτό του και ζώντας με καρτερία και υπομονή. Αργότερα ο πόθος που είχε προς το Θεό τον οδήγησε στην βαθύτερη έρημο όπου κατέστει φωστήρ της οικουμένης.... Αλλά και το ότι η φήμη του είχε επεκταθεί παντού και θαυμαζόταν μεν από όλους, τον αγαπούσαν δε ακόμη και αυτοί που δεν τον είχαν δει, είναι γνώρισμα της αρετής του και της θεοφιλούς ψυχής του. Διότι ο Αντώνιος, καθώς και οι άλλοι υψιπέτες αετοί της ερήμου, δεν έγινε γνωστός από συγγράμματα ούτε από την ανθρώπινη σοφία ούτε από κάποια τέχνη, αλλά μόνο από την θεοσέβείαν του. Και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτό ήταν δώρο του Θεού. Διότι πως, ενώ ήταν κρυμμένος και διέμενε στο όρος, θα γινόταν πασίγνωστος και στην Ισπανία και στην Γαλλία και στην Αφρική, εάν δεν είχε μέσα του το Θεό, ο οποίος κάνει γνωστούς παντού τους δικούς του ανθρώπους και μάλιστα το είχε υποσχεθεί αυτό και στον Αντώνιο από την αρχή; Και αν αυτοί αποκρύπτουν τη ζωή και τις πράξεις τους και αν επιδιώκουν να διαφεύγουν της προσοχής των ανθρώπων, ο Κύριος όμως τους προβάλλει ενώπιον όλων ωσαν φώτα, ώστε και με αυτόν τον τρόπο να γνωρίζουν όσοι πληροφορούνται περί αυτών ότι οι εντολές είναι δυνατόν να κατορθωθούν και έτσι να αυξάνουν τον ζήλο τους για την οδό της αρετής.
Αυτά όλα ας τα ακούσουν και οι άλλοι αδελφοί για να μάθουν ποιος πρέπει να είναι ο βίος των μοναχών και να πεισθούν ότι ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός «δοξάζει τους δοξάζοντας αυτόν» και εκείνους που τον υπηρετούν μέχρι τέλους όχι μόνο στην Βασιλεία των Ουρανών τους οδηγεί, αλλά και στην παρούσα ζωή, μολονότι αυτοί κρύπτονται και προσπαθούν συνεχώς να αναχωρούν, τους καθιστά παντού φανερούς και περιβόητους τόσο για την αρετή τους όσο και για την ωφέλεια που προξενούν στους άλλους.
Και εάν χρειαστεί, ας αναγνωσθούν αυτά και στους Εθνικούς, ώστε να αντιληφθούν έστω και με αυτό τον τρόπο, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός όχι μόνο Θεός είναι και Υιός του Θεού, αλλά ότι και εκείνοι που τον λατρεύουν γνήσια και πιστεύουν σ’ Αυτόν ευσεβώς, δηλαδή οι χριστιανοί, αποδεικνύουν εμπράκτως ότι οι δαίμονες, τους οποίους αυτοί οι ειδωλολάτρες θεωρούν ως Θεούς, όχι μόνο δεν είναι Θεοί, αλλά και καταπατούνται και καταδιώκονται από αυτούς ως πλάνοι και φθορείς των ανθρώπων «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»

Πλοῦτος: Πρόκληση Ζωῆς (Λουκ. ιη΄18-27)

Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)


undefined



Μπροστὰ σὲ μία βασικὴ πρόκληση τῆς ζωῆς μᾶς τοποθετεῖ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλουσίου νέου. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνατρεπτικὸς γι’ αὐτὸ καὶ ἀκούγεται ἰδιαίτερα σκληρός, καθὼς ζητᾶ τὴν ὑπέρβαση μιᾶς ἰσχυρῆς γήινης ἐξάρτησης: «Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς (...) καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι»

Ἡ ἐπιδίωξη τοῦ πλούτου εἶναι κοινὸς σκοπὸς πολλῶν ἀνθρώπων, γιατί ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι τὸ θεμέλιό τῆς εὐημερίαs τους. Ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι σχετικό, σίγουρα δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τὴ ζωὴ μαs χωρὶς τὸ χρῆμα, ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο ἱκανοποιοῦμε βασισικὲς ἀνθρώπινεs ἀνάγκες. Ὅμως τὸ χρῆμα, ὅπωs καὶ τόσα ἄλλα πράγματα καὶ μεγέθη τῆς καθημερινότητάs μαs, εἶναι διφορούμενο, ἀμφιλεγόμενο καὶ δισήμαντο. Ἔχει θετικὴ ἀλλὰ καὶ ἀρνητικὴ σημασία. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πῶς στεκόμαστε ἀπέναντί του. Τὸ ἴδιο πράγμα γιὰ κάποιον μπορεῖ νὰ γίνει ἑστία κατάραs καὶ γιὰ ἄλλον πηγὴ ἁγιασμοῦ, γιὰ τὸ ἕναν αἴτια σωτηρίαs καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ἀφορμὴ καταστροφῆς. Τὸ χρῆμα εἶναι ἀγαθό, ὅταν βελτιώνει τὴ ζωὴ μαs καὶ γίνεται μέσο ἀνακούφισης γιὰ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Μπορεῖ, ὅμως, νὰ γίνει ὀλέθριο πάθοs, ὅταν προσκολληθοῦμε σὲ αὐτὸ καὶ τὸ εἰδωλοποιήσουμε. Τότε τὸ χρῆμα γίνεται σκοπός, ἄμετρη καὶ ἄσβεστη ἐπιθυμία ποὺ μᾶς καταδυναστεύει.

Ἡ στάση καὶ ἢ συμπεριφορὰ τοῦ πλούσιου νέου τὸ ἐπιβεβαιώνει. Τὸ χρῆμα τὸν κρατοῦσε γερὰ δεμένο στὴ γῆ, παρὰ τὶς ὅποιες καλὲs του διαθέσεις καὶ τὶς πνευματικές του εὐαισθησίεs. Στὴν κρίσιμη, ὡστόσο, στιγμὴ ἔπρεπε νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὴ γήινη ἐξάρτησή του. Ἡ ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτη. Ζητοῦσε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ προβλεπόμενο τυπικὸ καθῆκον. Ἤθελε τὴν ὑπέρβαση, τὴν τελειότητα, τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία, τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴ θυσία, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴ γνησιότητα τῆς πίστης του. Μᾶλλον, γιὰ νὰ συναισθανθεῖ ὁ ἴδιος τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν «ἐξάρτησή» του, γιατί ὁ Χριστὸς τὴ γνώριζε. Ὅμως ὁ νέος δὲν μπόρεσε νὰ ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ τὸ ὀχυρό τοῦ πλούτου. «Ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθει, ἐπλατύνθει καὶ ἐγκατέλειπε τὸν Θεὸν» (Δευτ. 32,15). Καὶ τότε οἱ αὐταπάτες καὶ οἱ ψευδαισθήσεις του κατέρρευσαν, καθὼς ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ πίστη του ἦταν ἐπιφανειακή. Καὶ αὐτό, γιατί δὲν κάλυπτε οὔτε τὸ σύνολο τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ βάθος τῆς ὕπαρξής του. Τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς του ἦταν τὸ ἐγώ του καὶ ὄχι ὁ Θεὸς ποὺ νόμιζε ὅτι πίστευε. Εἶχε τοποθετήσει στὴ θέση τοῦ Θεοῦ ἕνα δημιουργημένο ἀγαθό, τὸν πλοῦτο, καὶ ἔτσι, λατρεύοντας τὸ «ἀγαθό» του, λάτρευε τὸ ἐγώ του. Νὰ γιατί δὲν μποροῦσε νὰ δώσει τὸν πλοῦτο του, γιατί ἦταν σὰν νὰ ἔδινε τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό.


Τὸ πάθος τοῦ πλουτισμοῦ

Ἡ παθιασμένη ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν κατοχὴ ὅλο καὶ περισσότερων ἀγαθῶν δὲν γνωρίζει διαχωριστικὲς γραμμὲς καὶ σύνορα θρησκευόμενων ἢ ἀδιάφορων ἀνθρώπων. Εἶναι πάθος καί, ὅπως κάθε πάθος, ἀναφέρεται στὸν κάθε ἄνθρωπο, γιατί εἶναι σύμπτωμα τῆς πεσμένηs ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κοινῆς ἀνθρώπινης φύσης μας. Αὐτὴ ἡ τάση, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου γιὰ πλουτισμὸ ὑποδηλώνει ὄχι μόνο ὑπέρμετρο ἐγωισμό, ἀλλὰ καὶ αἰσθήματα ἀνασφάλειας, ἀβεβαιότητας καὶ φοβίας. Ὁ ἀνθρωποs ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο, ἡ ζωὴ ἀπρόβλεπτη καὶ ἡ ὕπαρξή του παροδικὴ καὶ εὔθραυστη. Ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τὰ ἐγκόσμια ἀγαθὰ μοιάζουν νὰ εἶναι τὰ μοναδικὰ στηρίγματα ποὺ τοῦ προσφέρουν σιγουριὰ καὶ ἀσφάλεια. Εἶναι προτεραιότητεs ζωῆς, ποὺ ἀξίζουν, γιατί τὸν ἐξασφαλίζουν. Αὐτό, βέβαια, εἶναι μιὰ ἀπατηλὴ ἐντύπωση καὶ μιὰ ἐσφαλμένη κατεύθυνση τῆς ζωῆς μαs. Ὁ Χριστός μᾶς τὸ λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ ἐξάρτησή μαs ἀπὸ τὸ χρῆμα εἶναι εἰδωλολατρία ποὺ μᾶς κατευθύνει, μᾶς ὑποτάσσει καί, τελικά, μᾶς καταδυναστεύει.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ λόγος καὶ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ δὲν κρίνουν καὶ δὲν καταδικάζουν ἐκεῖνο ἢ τὸ ἄλλο. Ὅπου αὐτὸ τὸ λέμε καὶ τὸ καταλαβαίνουμε ἔτσι, εἶναι γιὰ νὰ βοηθήσουμε καὶ νὰ βοηθηθοῦμε. Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς δείχνει τὴν τελειότητα, ποὺ ἔγκειται στὴν ὑπέρβαση τῶν ἐγκόσμιων ἀγαθῶν, πραγμάτων καὶ σχημάτων. Αὐτὸ μοιάζει νὰ εἶναι ἕναs ἀνέφικτος ἰδεώδηs στόxοs. Καὶ τότε καλούμαστε νὰ ταπεινωνόμαστε γιὰ νὰ ζοῦμε ἰσορροπημένα καὶ νὰ δίνουμε στὰ ἀγαθά, στὰ πράγματα καὶ στὰ σχήματα τοῦ κόσμου τὴ σχετικὴ ἀξία ποὺ ἔχουν. Νὰ ἀνακαλύπτουμε τὴν ἀπόλυτη ἀξία τῆς ζωῆς μας, τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ προέρχεται καὶ καταλήγει σὲ Αὐτόν. Ἀμήν.

Κυριακή ΙΓ΄Λουκά - «Έτι εν σοι λείπει» -Ιερά Μητρόπολις Πάφου

 


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ ιη΄18-27
 «Έτι εν σοι λείπει»
Πολλοί, και μάλιστα εκ των Φαρισαίων και Γραμματέων, έκαναν πονηρές ερωτήσεις στον Ιησού Χριστό με κακό σκοπό «όπως αυτόν παγιδεύσωσιν εν λόγω», δηλαδή να δείξουν στο λαό ότι δεν δίδασκε σωστά και σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο ο Κύριος.
Ο Ιουδαίος για τον οποίο μας μίλησε σήμερα το Ευαγγέλιο, φαίνεται να έρχεται με καλή πρόθεση, να ρωτήσει και να μάθει. Και ερωτά τον Ιησού Χριστό τι πρέπει να κάνει για να κληρονομήσει την αιώνιο ζωή: «Τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω».

Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι και οι Ιουδαίοι, σύμφωνα με την διδασκαλία του Μωσαϊκού Νόμου και των Προφητών, πίστευαν στον Ένα και αληθινό Θεό, εν αντιθέσει με όλους τους άλλους λαούς, ότι πίστευαν επίσης, στην αθανασία της ψυχής και επομένως, και στην άλλη, την μετά θάνατο αιώνιο ζωή. Έρχεται, λοιπόν, αυτός ο Ιουδαίος και κάνει αυτήν την ερώτηση στον Κύριο. Τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνιο ζωή;
Ας έλθουμε τώρα ο καθένας μας στον εαυτό του. Έχουμε εμείς αυτό το ενδιαφέρον για την μετά θάνατο ζωή; Σκεπτόμεθα ότι όλοι μας ανεξαιρέτως γι’ αυτήν προοριζόμεθα; Κάνουμε αυτό το ερώτημα εμείς στον εαυτό μας ή δεν θέλουμε ούτε να το σκεφθούμε; Και αν αυτός ο Ιουδαίος πίστευε και ενδιεφέρετο στηριζόμενος στο Νόμο του Μωϋσέως και τα διδάγματα των Προφητών, πόσο περισσότερο θα έπρεπε να απασχολεί εμάς τους Χριστιανούς αυτή η σκέψη, που έχουμε τώρα τον ίδιο το Θεό ,τον Ιησού Χριστό, να μας διδάσκει, να εφιστά την προσοχή μας στο σπουδαιότατο αυτό ζήτημα.
Πλήθος παραβολών του Κυρίου αναφέρεται στη Βασιλεία των Ουρανών. Κάθε λόγος Του την αιώνιο ζωή προϋποθέτει. Για να μας εξασφαλίσει αυτή την αιώνιο ζωή σταυρώθηκε. Ανέστη και ανελήφθη λέγοντας μας ότι ανεβαίνει στους ουρανούς, για να εξασφαλίσει εκεί θέσεις για όλους μας: «Εν τη οικία του πατρός μου, είπε, μοναί πολλαί εισίν, ει δε μη, είπον αν υμίν, πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν».
Τόποι για να μείνετε υπάρχουν πολλοί, τόποι διαμονής, και εγώ πηγαίνω με την ανάληψη μου να σάς τους ετοιμάσω και σάς περιμένω εκεί.
Μεγαλύτερη παρηγοριά δεν θα μπορούσε να υπάρξει για τον άνθρωπο, ότι δεν θα χαθεί, δεν θα εξαφανισθεί μέσα στο χώμα του τάφου, αλλά θα ζήσει ζωή αιώνια και καμιά άλλη φροντίδα μας δεν θα έπρεπε να είναι ζωηρότερη από την φροντίδα μας να εξασφαλίσουμε ένα τόπο στην άλλη ζωή.
Αλλά ας επανέλθουμε στην ερώτηση του Ιουδαίου. Τι του απάντησε ο Κύριος; Του συνέστησε να τηρεί πιστά τις εντολές του Θεού και του υπενθύμισε μερικές από τις εντολές του Θεού και του υπενθύμισε μερικές από αυτές. Και αυτός με χαρά απάντησε στον Ιησού Χριστό: Κύριε, του λέγει, εγώ αυτά τα τηρώ από τα παιδικά μου χρόνια, μήπως όμως χρειάζεται και κάτι άλλο; Και του απαντά ο Κύριος: Πράγματι, «έτι εν σοι λείπει», ένα ακόμα σου λείπει. Να πουλήσεις και να μοιράσεις στους φτωχούς την περιουσία σου. Τότε θα αποκτήσεις θησαυρούς στους ουρανούς και θα κερδίσεις την αιώνιο ζωή.
Δεν περίμενε αυτή την απάντηση. Ήταν πολύ πλούσιος και προσκολλημένος στην περιουσία του. Αυτό δεν μπορούσε να το κάνει. Έβαλε το κεφάλι του κάτω στεναχωρημένος και εγκατέλειψε τον Ιησού. Τον βλέπει ο Κύριος να απομακρύνεται και λέγει με λύπη σ’ αυτούς που βρίσκονταν εκεί: «Δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού».
«Άραγε πόσοι από εμάς τους σημερινούς Χριστιανούς είμαστε στην ίδια θέση, αιχμάλωτοι, δέσμιοι, όχι μόνο στα πλούτη, αλλά και σε πάθη και αδυναμίες και πρόσωπα και αμαρτήματα που μας κάνουν ανίκανους να ακολουθήσουμε τον Σωτήρα μας! «Δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού».
Όχι μόνο δύσκολο, αλλά κακό. Να χάνεις για τα προσωρινά πλούτη, τα αιώνια αγαθά. Τα χρήματα και κτήματα και αν ακόμη τα απέκτησες με τίμια μέσα και με τον ιδρώτα σου, το ξέρεις ότι δεν θα τα πάρεις μαζί σου. Ούτως ή άλλως εδώ θα τα αφήσουμε, αλλά δεν είναι κρίμα αυτά να γίνουν η αιτία να χάσουμε και την αιώνιο ζωή μας, αλλά και να τιμωρηθούμε από τον Θεό, γιατί αφήσαμε αυτά να μας αιχμαλωτίσουν, να κυριεύσουν τη ψυχή μας!
Και θα πρέπει, λοιπόν, ένας πλούσιος να καταδικαστεί επειδή είναι πλούσιος και να χάσει την αιώνιο ζωή; Όχι. Υπάρχει τρόπος: Να ξέρει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να απολαμβάνει αυτός μόνος και τα παιδιά του τα αγαθά που του έδωκε ο Θεός. Του τα έδωκε ο Θεός σαν διαχειριστή που θα δώσει λογαριασμό της διαχειρίσεως τους. Να ζήσει αυτός, η οικογένεια του, αλλά να ζήσουν και άλλοι, που για τον ένα ή άλλο λόγο έχουν ανάγκη προστασίας, όπως άρρωστοι, άνεργοι, ορφανά, ξένοι, πρόσφυγες, γέροντες. Να κάνει ότι έκαμε ο Αβραάμ που φιλοξενούσε ξένους, που ήταν πλούσιος αλλά και δίκαιος. Ότι έκαμαν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Ότι έκαμαν τόσοι και τόσοι που μας χάρισαν γηροκομεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και διάφορα άλλα φιλανθρωπικά Ιδρύματα. Είθε να μας βοηθήσει ο Θεός να δούμε το αιώνιο συμφέρον μας.
 Γιώργος Σαββίδης – Μητρόπολη Πάφου

Διαβάστε εδώ ένα ΑΓΝΩΣΤΟ μέχρι σήμερα ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Την επιστολή του Πατριάρχου Ειρηναίου, τότε υποψηφίου προς τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος, κ.κ. Σημίτη και Γεώργιο Α. Παπανδρέου που τους ενημέρωνε για τα όσα απαράδεκτα συνέβαιναν στα Ιεροσόλυμα, κατονομάζοντας τους υπαιτίους!

Διαβάστε εδώ ένα ΑΓΝΩΣΤΟ μέχρι σήμερα ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Την επιστολή του Πατριάρχου Ειρηναίου, τότε υποψηφίου προς τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος, κ.κ. Σημίτη και Γεώργιο Α. Παπανδρέου που τους ενημέρωνε για τα όσα απαράδεκτα συνέβαιναν στα Ιεροσόλυμα, κατονομάζοντας τους υπαιτίους!!!

Φώτης Κόντογλου - Ἅγιος Νίκων ὁ«Μετανοεῖτε»

Φώτης Κόντογλου - Ἅγιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε»

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Αὔριο Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Νίκωνος «τοῦ Μετανοεῖτε». Τὸν εἴπανε «Μετανοεῖτε», ἐπειδὴ ἔλεγε συχνὰ στοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουνε, ὅπως ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.
Πατρίδα τοῦ ἤτανε κάποια χώρα τοῦ Πόντου ποὺ τὴ λέγανε Πονεμωνιακή. Γεννήθηκε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς. Οἱ γονιοί του ἤτανε πλούσιοι, μὰ ὄχι μοναχὰ στὰ ὑλικὰ πλούτη μὰ καὶ στὰ πνευματικά. Γιὰ τοῦτο τὸν ἀναθρέψανε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου». Καὶ ἐνῶ τὰ ἄλλα τὰ ἀδέρφια του καὶ οἱ φίλοι τοῦ ἤτανε παραδομένοι στὶς διασκεδάσεις καὶ στὰ ἱπποδρόμια, ὁ Νίκων ἀγαποῦσε τὴ θρησκεία, κ᾿ ἤτανε ταπεινὸς καὶ φρόνιμος σὲ ὅλα, λιγόφαγος, ἁπλὸς στοὺς τρόπους, σεμνολόγος, φυλάγοντας τὰ μάτια του νὰ μὴν μπεῖ μέσα του ὁ σαρκικὸς πειρασμὸς ποὺ χαλᾶ τὴν ἁγνότητα τῆς νεότητος. Μιὰ μέρα τὸν ἔστειλε ὁ πατέρας του, ποὺ εἶχε πολλὰ κτήματα, νὰ ἐπιστατήσει ἀπάνω στοὺς ἐργάτες ποὺ δουλεύανε σ᾿ αὐτά, καὶ σὰν εἶδε τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρώτα ποὺ χύνανε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τόσο λυπήθηκε ἡ ψυχή του, ποὺ παράτησε παρευθὺς καὶ τὰ κτήματά του καὶ τοὺς γονιούς του καὶ τὴν πατρίδα τοῦ κ᾿ ἔφυγε χωρὶς νὰ γνωρίζει ποὺ πηγαίνει, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἤτανε τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Ἀφοῦ πέρασε πολλοὺς τόπους ποὺ δὲν τὸν ἤξερε κανένας, ἔφταξε σ᾿ ἕνα βουνὸ ποὺ ἤτανε τὸ σύνορο ἀνάμεσα στὸν Πόντο καὶ στὴν Παφλαγονία καὶ ποὺ εἶχε κ᾿ ἕνα μοναστήρι λεγόμενο Χρυσὴ Πέτρα. Σὰν εἶδε τὸ μοναστήρι ὁ Νικήτας, ἔνοιωσε μεγάλη χαρά. Κι᾿ ὁ Θεὸς φώτισε τὸ γέροντα ἡγούμενο, ποὺ ἤτανε ἅγιος ἄνθρωπος, καὶ βγῆκε στὴν πόρτα καὶ καλωσόρισε τὸν Νικήτα καὶ τὸν ἀγκάλιασε σὰν πατέρας τὸ γυιό του καὶ τὸν κάλεσε μὲ τὄνομά του. Ὁ Νικήτας σὰν ἄκουσε τὸ γέροντα νὰ τὸν φωνάζει μὲ τὄνομά του χωρὶς νὰ τὸν ἔχει δεῖ ποτέ, φτεροκόπησε ἡ καρδιά του καὶ μπῆκε μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενο στὴν ἐκκλησία, καὶ τὴν ἴδια ὥρα τὸν κούρεψε μοναχὸ μὲ τὄνομα Νίκων. Ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ξέχασε ὁλότελα πιὰ πὼς ζεῖ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Τὴ μέρα δούλευε στὴν ὑπηρεσία ποὺ τὸν ἔβαλε ὁ γέροντάς του, καὶ τὴ νύχτα δὲν κοιμότανε, ἀλλὰ ἀγρυπνοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ μὲ δάκρυα, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ μολευθεῖ ἡ νεανικὴ ψυχή του ἀπὸ κανέναν ἄσχημο διαλογισμὸ κι᾿ ἀπὸ τὴν πονηριὰ ποὺ μπαίνει τόσο εὔκολα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ τῆς μονῆς τὸν ἀγαπήσανε πολύ, γιατὶ ἤτανε ἀπερηφάνευτος, πρᾷος καὶ καλοκάγαθος. Δώδεκα χρόνια ἔζησε μέσα στὸ μοναστήρι τῆς Χρυσῆς Πέτρας. Στὸ μεταξὺ ὁ πατέρας του χάλασε τὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν βρεῖ, πλὴν μάταια κοπίασε. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ τὸν ψάχνει, ὁ ἅγιος παρακάλεσε τὸ γέροντά του νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὅπως κ᾿ ἔγινε. Μὰ σὰν πέρασε τὸ ποτάμι Παρθένι, γύρισε κ᾿ εἶδε στὴν ἀντικρινὴ ἀκροποταμιὰ τὸν πατέρα του μὲ τὰ ἄλλα παιδιά του καὶ μὲ τὴ συνοδεία του, καὶ σὰν τὸν γνώρισε ὁ γέρος, ἄρχισε νὰ κλαίγει καὶ νὰ φωνάζει στὸν Νικήτα νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι τους, κ᾿ ἤθελε νὰ πέσει στὸ ποτάμι. Μὰ τὸν μποδίσανε οἱ δικοί του, γιατὶ εἶχε φουσκώσει τὸ ρεῦμα του ἀπὸ τὰ πολλὰ νερὰ ποὺ κατέβασε. Κι᾿ ὁ μακάριος Νίκων, σφίγγοντας τὴν καρδιά του, γύρισε κατὰ τὸν πατέρα του καὶ γονάτισε καὶ τὸν προσκύνησε, κ᾿ ὕστερα ἔστριψε πάλι καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του. Πέρασε ἀπὸ βουνὰ ἔρημα, ἀπὸ κρεμνοὺς καὶ καταβόθρες. Τὰ ροῦχα του ἤτανε λερὰ καὶ τριμμένα, τὰ πόδια του ξυπόλητα. Βαστοῦσε μοναχὰ ἕνα ραβδὶ κ᾿ ἕνα σταυρό. Τρία χρόνια γυροβολοῦσε ἔτσι στὰ βουνὰ ποὺ ἤτανε λημέρια τῶν ληστῶν, κ᾿ ἔτρωγε χορτάρια. Πολλὲς φορὲς τὸν συναπαντούσανε αὐτοὶ οἱ φονηάδες καὶ τὸν κλωτσούσανε. Μὰ σὰν εἴδανε πὼς στὴν κακία τοὺς ἀποκρινότανε μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ταπείνωση, τὸν ἀγαπήσανε κι᾿ αὐτοὶ καὶ τὸν τιμούσανε σὰν ἅγιο. Σὰν περάσανε τρία χρόνια ποὺ ἔζησε ἀπάνω στὰ βουνά, ἀποφάσισε νὰ κατέβει στὶς πολιτεῖες καὶ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴ μετάνοια. Ἤτανε τότε ὡς 36 χρονῶν, κατὰ τὰ 959 μ.X. Ἀφοῦ πέρασε βιαστικὰ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, μπαρκάρησε σ᾿ ἕνα καράβι γιὰ νὰ πάγη στὴν Κρήτη, στὰ 961 μ.X., ἐπειδὴ οἱ Ἄραβες εἴχανε ἀλλαξοπιστήσει τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὸ σπαθί. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπόρεσε καὶ τοὺς γύρισε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ πῆγε στὴν Ἐπίδαυρο στὰ μέρη τοῦ Δαμαλᾶ, κ᾿ ἐκεῖ κήρυξε τὴ μετάνοια κ᾿ ἔσωσε ψυχές. Ἀπὸ τὸν Δαμαλᾶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι γιὰ νὰ πάγη στὴν Ἀθήνα. Μαζὶ μὲ τὸ καΐκι ποὺ μπῆκε ὁ ἅγιος, ταξίδευε κ᾿ ἕνα ἄλλο γιὰ τὴν Ἀθήνα, καὶ περνώντας ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα βγήκανε οἱ ναῦτες νὰ πάρουνε νερό. Αὐτὸ τὸ νησὶ ἤτανε ἔρημο ἀπὸ τοὺς κουρσάρους. Ὁ ἅγιος εἶπε στοὺς καπετάνιους νὰ μὴ φύγουνε ἀκόμα ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα, γιατὶ θὰ πάθουνε. Ὁ ἕνας καπετάνιος ποὖχε τἄλλο τὸ καΐκι δὲν τὸν ἄκουσε κ᾿ ἔφυγε, μὰ κεῖνος ποὖχε μέσα τὸν ἅγιο ἀπόμεινε. Μὰ τὸ καΐκι ποὺ ἔκανε πανιὰ τὸ πιάσανε οἱ κουρσάροι πρὶν φτάξει στὴν Ἀθήνα. Σὰν ἔφτασε ὁ ἅγιος σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀρχαία πολιτεία, ποὺ ἦταν ἄλλη φορὰ φημισμένη στὸν κόσμο πλὴν τότε ἤτανε καταντημένη ἕνα χωριό, ἄρχισε τὸ κήρυγμα κ᾿ ἔφερε πολὺν καρπό, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἤτανε θεοφοβούμενοι. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα πῆγε στὴν Εὔβοια, καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολὺς νὰ τὸν ἀκούσει. Καὶ μὲ τὴν ὀχλοβοή, ἕνα παιδὶ ποὺ εἶχε ἀνεβεῖ στὸ κάστρο μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον κόσμο, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε, καὶ βάλανε τὶς φωνὲς κ᾿ ἔγινε μεγάλη σύγχυση κ᾿ οἱ γονιοὶ τοῦ παιδιοῦ καταριόντανε τὸν ἅγιο. Μὰ ἐκεῖνος δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ τοὺς εἶπε ἥσυχα: «Τὸ παιδὶ ζεῖ, δὲν πέθανε». Κι᾿ ἀλήθεια τὸ παιδὶ σηκώθηκε ἀπάνω γελαστὸ σὰν νὰ πήδηξε ἀπὸ τὸ μπιντένι, κι᾿ οἱ γονιοί του κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος πέσανε καὶ προσκυνούσανε τὸν ἅγιο, καὶ τὸ παιδὶ τοὺς ἔλεγε πὼς σὰν γλύστρησε καὶ βρέθηκε στὸν ἀγέρα, εἶδε ἐκεῖνον τὸν καλόγερο ποὺ φώναζε «Μετανοεῖτε» νὰ πετᾶ καὶ νὰ τὸ πιάνει στὴν ἀγκαλιά του ὡς ποὺ τὸ κατέβασε μαλακὰ στὴ γῆ. Ὕστερα ἀπὸ τὸν Εὔριπο, πῆγε στὶς Θῆβες, κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὸ βουνὸ Κιθαιρῶνα, ποὺ τὸ λέγανε τότε ὄρος τῆς Μυουπόλεως, κ᾿ ἐκεῖ ἀσκήτεψε μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο, κοντὰ στὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ μοναστήρι, ποὺ ἔχτισε ὁ ὅσιος Μελέτιος ὕστερα ἀπὸ χρόνια, κι᾿ αὐτὸς Ἀνατολίτης. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Κόρινθο, στὸ Ἄργος, στὸ Ναύπλιο, κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ἄναβε στὶς καρδιὲς τὸν πόθο τῆς θρησκείας κ᾿ ἔκανε πολλὰ θαύματα, προπάντων ἔγιαινε ἀρρώστους ἀνθρώπους.
Ἀφοῦ πέρασε ὅλον τὸν Μοριᾶ, κ᾿ ἔφταξε ὡς τὴ Μάνη, πῆρε πάλι τὸ δρόμο γιὰ νὰ γυρίσει στὴ Σπάρτη, ἀπ᾿ ὅπου εἶχε περάσει. Μὰ πρὶν πάγει στὴ Σπάρτη, μπῆκε σ᾿ ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκότανε σὲ κάποιο ἔρημο μέρος ποὺ τὸ λέγανε «Μῶρον» καὶ κειτότανε ἄρρωστος καὶ θερμιασμένος. Σὲ λίγες μέρες μαθεύτηκε τὸ καταφύγιό του καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολύς σὲ κεῖνο τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι περιμένανε τὴ γιατρειά τους ἀπὸ τὸν ἄρρωστον. Σὰν σηκώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, πῆγε στὸ Ἀμύκλι, κ᾿ ἐπειδὴ ἐκείνη ὅλη τὴν περιφέρεια τὴ ρήμαξε τὸ θανατικὸ ἀπὸ λοιμικὴ ἀρρώστια κ᾿ εἶχε πιάσει τὸν κόσμο φόβος καὶ τρόμος, μαζεύθηκε πολὺς λαὸς καὶ πήγανε καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει στὴ Σπάρτη. Ὁ ἅγιος τοὺς εἶπε πὼς θὰ παρακαλέσει τὸ Θεὸ νὰ πάψει τὴν ὀργή του, καὶ πὼς θὰ καθίσει στὴ Σπάρτη ὡς ποὺ νὰ πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πῆγε στὴ Σπάρτη, καὶ σὰν ἐμπῆκε στὴν πολιτεία, πὼς σὰν φανερωθεῖ ὁ ἥλιος σκορπᾶ καὶ χάνεται ἡ ἀντάρα, ἔτσι καὶ σὰν φάνηκε ὁ ἅγιος ἔπαψε τὸ θανατικό, κι᾿ ὁ κόσμος ξεκουράσθηκε ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ ἔπεσε σὲ μετάνοια. Ἀπὸ τότε δὲν ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὴ Σπάρτη ὁ ἅγιος, κ᾿ ἡ πολιτεία τούτη ἔγινε ἡ δεύτερη πατρίδα του. Ἔχτισε μία μεγάλη ἐκκλησία στὄνομα τοῦ Σωτῆρος, ποὺ βρεθήκανε τὰ θεμέλιά της κοντὰ στὸ κάστρο τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, κι᾿ αὐτὴ ἡ διαβόητη πολιτεία ποὺ ἤτανε ξακουσμένη στὸν κόσμο γιὰ τὴν παλληκαριά της, καταστάθηκε ἡ καθέδρα τῆς Χριστιανοσύνης μὲ ἄρχοντά της τὸν πράον κ᾿ ἥμερον μαθητὴ τοῦ Κυρίου ποὺ δίδαξε στὸν κόσμο τὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ τὴν εἰρήνη. Στὸ μεταξὺ βαφτιζόντανε οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ὑπήρχανε πολλοὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ πλήθαινε ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλὰ ἦρθε καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Νίκωνα ἡ μέρα νὰ πληρώσει, σὰν ἄνθρωπος κι᾿ αὐτός, τὸ «κοινὸν χρέος τοῦ θανάτου», κι᾿ ἀρρώστησε. Μάζεψε λοιπὸν γύρω στὸ κλινάρι του τὰ πνευματικὰ τέκνα του, καὶ τὰ εὐλόγησε καὶ τοὺς εἶπε πὼς σιμώνει τὸ τέλος του, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε πολλὲς συμβουλὲς καὶ τοὺς στερέωσε στὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ, εἶπε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, εἰς χεῖρας σου παρατίθημι τὸ πνεῦμα μου» καὶ παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή του σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ γι᾿ αὐτὸν ὑπόφερε τόσους κόπους. Κοιμήθηκε στὰ 998 μ.X., στὶς 26 Νοεμβρίου, σὲ ἡλικία 75 χρονῶν.
Τὸ σκήνωμα γίνηκε προσκύνημα. Ὁ λαὸς τὸ τριγύρισε καὶ βούιζε ὅπως κάνουνε οἱ μέλισσες γύρω στὸ κουβέλι. Ὅλοι θέλανε νὰ πᾶνε κοντὰ στὸ λείψανο, καὶ πολλοὶ παίρνανε ἀπὸ εὐλάβεια κάποιο πρᾶγμα ἀπὸ πάνω του, ἄλλος ἕνα κομμάτι ροῦχο, ἄλλος λίγες τρίχες, ἄλλος ἔκοβε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴ ζώνη του νὰ τἄχουνε γιὰ φυλαχτό. Ὁ δεσπότης μὲ ὅλο τὸ ἱερατεῖο κηδέψανε τὸ τίμιο σκῆνος, ποὺ ἤτανε βαλμένο μέσα σὲ θήκη ἀκριβὴ κι᾿ ἀνάβρυσε ἅγιο μύρο, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι γιάνανε, τυφλοί, στηθικοί, ὑδρωπικοί, παράλυτοι κι᾿ ἄλλοι ποὺ βασανιζόντανε ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ἀπολυτίκιό του λέγει:
«Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων
θείαν λάρνακα τῶν Σῶν λειψάνων
ἀναβρύουσαν πηγᾶς τῶν ἰάσεων
καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεως
τοὺς Σοὶ προστρέχοντας, Πάτερ ἐκ Πίστεως.
Νίκων ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».
Ἕνας εὐσεβὴς ἄρχοντας, λεγόμενος Μαλακηνός, τόσον ἀγαποῦσε τὸν ἅγιο Νίκωνα, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ζήσει χωρὶς νὰ βλέπει τὴν ὄψη του. Φώναξε λοιπὸν ἕνα ζωγράφο καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ ζωγραφίσει τὸν ἅγιο, μὰ ἐπειδὴ ὁ ζωγράφος δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτέ, ὁ Μαλακηνὸς ἱστόρησε μὲ λόγια ὅσο μποροῦσε στὸ ζωγράφο τί λογῆς ἤτανε ἡ φυσιογνωμία του. Ὁ ζωγράφος πῆγε στὸ ἐργαστήρι του κ᾿ ἔπιασε νὰ κάνει τὴν εἰκόνα, ἀλλὰ κοπίασε πολὺ χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὸν ἐπιτύχει τὸν ἅγιο ὅπως ἤτανε. Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ καθότανε στενοχωρημένος, βλέπει νὰ μπαίνει ἕνας καλόγερος κοντός, νηστεμένος, μὲ μαλλιὰ μαῦρα κι᾿ ἀνακατεμένα, μὲ μαῦρα ἀχτένιστα γένια, μ᾿ ἕνα κουρελιασμένο παλιόρασο καὶ νὰ βαστᾶ ἕνα ραβδὶ μ᾿ ἕνα σταυρὸ στὴν ἄκρη, ποὺ τὸν ἔδωσε στὸ ζωγράφο νὰ τὸν φιλήσει. Ὕστερα τὸν ρώτησε γιατί εἶναι στενοχωρημένος. Σὰν τοῦ εἶπε ὁ ζωγράφος τὴν αἰτία, τοῦ λέγει ὁ καλόγερος: «Κοίταξέ με, ἀδελφέ, καὶ ζωγράφισε τὴν εἰκόνα, γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἱστορίζεις μοιάζει μὲ μένα σὲ ὅλα». Σὰν τὸν κοίταξε καλὰ ὁ ζωγράφος ἀπόρησε, ἐπειδὴ ἤτανε ἴδιος ὅπως τὸν εἶχε περιγράψει ὁ Μαλακηνός. Γύρισε λοιπὸν τὸ πρόσωπό του κατὰ τὸ σανίδι ποὺ ζωγράφιζε νὰ δεῖ ἂν μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο, ποὺ ἔκανε, καὶ βλέπει πὼς εἶχε τυπωθεῖ ὁ καλόγερος ποὺ τοῦ μιλοῦσε. Τὸν ἔπιασε φόβος καὶ φώναξε «Κύριε ἐλέησον», καὶ σὰν γύρισε νὰ τὸν ξαναδεῖ, δὲν εἶδε τίποτα.
Ὅπως τὸν εἶδε ὁ ζωγράφος, ἔτσι εἶναι ζωγραφισμένος ὁ ἅγιος Νίκων στὶς εἰκόνες ποὺ βρεθήκανε κανωμένες ἀπὸ παλιοὺς ἁγιογράφους. Ἡ πιὸ παλιὰ εἰκόνα του βρίσκεται στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ τῆς Λειβαδιᾶς ἱστορημένη μὲ ψηφιά, μὰ τὸν παριστάνει μὲ μαλλιὰ χτενισμένα. Φαίνεται ὅμως πὼς πιὸ σωστὰ παραστήσανε τὴ φυσιογνωμία του οἱ ζωγράφοι ποὺ τὸν ζωγραφίσανε σὲ ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται κοντὰ στὰ μέρη τῆς Σπάρτης, ὅπως εἶναι στὸ Παληομονάστηρο τῆς Κρίτσοβας, ζωγραφισμένος στὰ 1267, στὴν Παναγία τὴ Χρυσαφίτισσα στὰ Χρύσαφα, στὸν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἀναβρυτῆς, στὴν ἐκκλησιὰ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ χωριὸ Πέρπαινη, κι᾿ ἀλλοῦ. Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλαιὲς καὶ μαστορικὲς εἰκόνες του εἶναι καὶ κείνη ποὺ βρῆκα στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα γιὰ νὰ καθαρίσω καὶ νὰ στερεώσω τὶς παλιὲς τοιχογραφίες. Βρίσκεται κοντὰ στὴ μικρὴ τὴν πόρτα ποὺ μπαίνει κανένας στὴν ἐκκλησιά. Ὁ ἅγιος εἶναι ζωγραφισμένος ὅπως τὸν ἱστορίζει τὸ συναξάρι του, μὲ βουλιασμένα τὰ μάγουλά του ἀπὸ τὴν κακοπάθηση, μὲ ζωηρὰ μάτια, μὲ μαῦρα μαλλιὰ ἀνακατεμένα κι᾿ ἀχτένιστα καὶ μὲ μαῦρα γένια. Ἔτσι τὸν γράφει κι᾿ ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ στὴν «Ἑρμηνεία τῶν ζωγράφων»: «Νέος στρογγυλογένης, μακρότριχος, ἔχων τὰς τρίχας ἠγριωμένας». Λέγοντας «νέος» θέλει νὰ πεῖ μαυρομάλλης

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...