Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2011

Φύσηξε ο βαρδάρης και οι μάσκες έπεσαν

πηγή: Ορθόδοξο Παρατηρητήριο
"Όταν δεν μένει τίποτα  που να μην έχει ειπωθεί 
οι παραιτημένοι σου λένε να σωπάσεις
οι βιαστικοί  σου λένε  να δοκιμάσεις άλλη γλώσσα 
και κάποιοι λοξοί σουλένε  να βάλεις  φωτιά στην καρδιά σου"
(Απο τη νέα ποιητική συλλογή "Πυραγός επί τιμή" του π. Βασιλείου Θερμού στον οποίο και το αφιερώνουμε εξαιρετικά )

Ο τίτλος της ανάρτησής μας   μπορεί να μην  προδιαθέτει τον αναγνώστη για το τι θα διαβάσει  σε αυτήν, ωστόσο  εκφράζει σε  μεγάλο βαθμό αυτό που έχουμε  αντιληφθεί όχι μόνο εμείς αλλά και όλος σχεδόν  ο ελληνικός λαός  σχετικά  με   τα  πρόσωπα  και τα προσωπεία   του   πολιτικού  , κομματικού  , πνευματικού  αλλά και εκκλησιαστικού   προσκηνίου και παρασκηνίου.
Είδαμε  να  σκίζεται  απο τον  εξ εσπερίας  αέρα  ο φερετζές του "νέου πατριωτισμού",  για τον οποίο  τόσα  "όμορφα λόγια "  είχε πεί  ο  κήρυκάς του  κ. Παπανδρέου...
Είδαμε   να πέφτει η  ελλαδεμπορική - λαϊκή    μάσκα  του  κ. Καρατζαφέρη  ( η Ορθόδοξη  είχε μισοπέσει απο παλιά). 
Είδαμε  επίσης να  φεύγει απο τα χέρια  του κ. Σαμαρά ,η  αντιμνημονιακή - πατριωτική  βεντάλια.
Και όλα αυτά έγιναν  στο πρώτο φύσημα του  "Βαρδάρη".

Τώρα που ορκίστηκε  η  "νέα μεταβατική κυβέρνηση" της τρικομματικής δικτατορίας και  πέρασε ο καιρός της απανεμιάς, άρχισε πάλι  να δυναμώνει  αυτός ο τραχύς  βορειοδυτικός  αέρας,  διαλύοντας  τις ομίχλες και παρασύροντας   σκεπάσματα , τέντες , μάσκες και άχυρα.

 Μια  απο τις ομίχλες που διαλύθηκε ήταν και εκείνη που  σκέπαζε  τον  π. Βασίλειο Θερμό.Αυτή δηλαδή που  εμπόδιζε  να δεί κάποιος  "κοινός θνητός"  το αληθινό  νόημα  της  ..λεπτής  και  εκσυγχρονιστικής  θεολογικής του  αντίληψης.

Δεν έχουν περάσει  παρά λίγες ημέρες  απο τότε που διαβάσαμε   ένα άρθρο του στο  "Amen.gr", και  ακόμα προσπαθούμε να  συνέλθουμε  απο τα όσα  είπε   σχετικά  με τα "βρώμικα νερά της συνωμοσιολογίας και του αντισημιτισμού" και  το " πλήθος από φοβίες που φώλιαζαν στο φαντασιακό των Ελλήνων".

Ειλικρινά  νοιώσαμε  έκπληξη όχι   απο  το αλαζονικό ύφος  με το οποίο  περιγράφει το  "κοινωνιολογικό και ψυχολογικό ενδιαφέρον"  που παρουσιάζει ...μεγάλο  μέρος του ελληνικού λαού  και που κατά τον ίδιο  πρόκειται  για  "άτομα τα οποία διαβάζουν λίγο, σκέφτονται υπεραπλουστευτικά " και   ζούν στην "επαρχία και στα λαϊκά στρώματα των μεγαλουπόλεων", αλλά απο την αυθαίρετη  κρίση  να  ονομάζει   κάθε  αντισιωνιστική  ένσταση-  σημείωση    βασισμένη σε  αδιάσειστα  στοιχεία , δημοσιευμένες  θέσεις  και  δηλώσεις , τεκμήρια ,  ιδιότητες κλπ, ως  "βρώμικα νερά της συνωμοσιολογίας και  αντισημιτισμού ".

Ούτε λίγο , ούτε πολύ  ο  π. Β. Θερμός  σαν άλλος "Πάγκαλος"  ή σαν   εκπρόσωπος  της Ισραηλιτικής κοινότητας  έγραψε  ένα λιβελογράφημα    εναντίον  όλων  εκείνων που  τόλμησαν  να  βάλουν  ως  περιεχόμενο   της πολιτικής τους  σκέψης ή των εκτιμήσεών  τους ,  τις λέξεις  "σιωνισμός" , "εβραϊκά λόμπυ" ,  "Τραπεζοπιστωτικά ιδρύματα  εβραϊκών συμφερόντων"  κλπ. 

Για τον  π. Θερμό όλοι εμείς που αντιδρούμε   και αντιστεκόμαστε   σε αυτή τη  νεοταξική και νεοεποχήτικη λαίλαπα , όλοι εμείς που  μιλάμε   για  ελευθερία και  αξιοπρέπεια  , όλοι εμείς που  αγωνιζόμαστε  εναντίον  εκείνων που με μια   μονοκοντυλιά   παρέδωσαν  τη διαχείριση της ζωής  μας  και την εθνική κυριαρχία  της χώρας μας στα βρώμικα χέρια   των  οικονομικών διολοφόνων  του παγκόσμιου  τραπεζοπιστωτικού  συστήματος , όλοι εμείς  που χτυπηθήκαμε  απο τα  ρόπαλα   των κρατικών και  παρακρατικών δυνάμεων καταστολής  υπερασπιζόμενοι  το δικαίωμα στην  εργασία , στην  ηλεκτροδότηση , στην δημόσια δωρεάν  παιδεία , στην ασφάλιση , στην  υγεία , στην ισονομία , στην  εφαρμογή του  Συντάγματος  , στην  ζωή, είμαστε  μια αμόρφωτη , θλιβερή  και αμαρτωλή  "πλέμπα" , που  βγάζει τις φοβίες  και τις ανασφάλειές της  σε ένα   βρώμικο  αντισημιτισμό.

Αυτά  π. Θερμέ  μας τα έχουν πεί και άλλοι  που τώρα  χορεύουν καντρίλιες  με τον  Σαμαρά και τον Καρατζαφέρη.Αυτοί δηλαδή  που σαν και σας   προσπάθησαν να  προβοκάρουν  τον δίκαιο αγώνα μας   βάζοντας μας στο ίδιο τσουβάλι με τους εξ ορισμού  αντισημίτες   του παλιού και του νέου  ναζισμού.

Ούτε αντισημίτες είμαστε , ούτε  φασίστες , ούτε ναζιστές αλλά  Ορθόδοξοι Χριστιανοί  που κρατούν την ματιά  τους  στα πρόσωπα  του Μακρυγιάννη  , του Παππουλάκου, του Παπαδιαμάντη , του Γέροντα Παϊσίου, του Γέροντα  Πορφυρίου  , του Αγίου Ιωάννου  του Χρυσοστόμου , του  Οσίου  πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου  και όλων  των  αγωνιστών και Μαρτύρων του χθές και του σήμερα.

Αφήσατε   τα εκσυγχρονιστικά   κηρύγματα  γύρω απο το πως  εσείς και  οι  φίλοι σας θα "ανακαινίσετε"   το "παλιομοδίτικο"  λατρευτικό  της εκκλησίας μας  και πως θα μας  "σώσετε" με μοντέρνο  και  αποτελεσματικώτερο  τρόπο  απο εκείνον  που περιέγραψαν  οι θεοφώτιστοι ΄Άγιοι Πατέρες , και  μπήκατε  στο ρόλο του  κυβερνητικού  εκπροσώπου προσπαθώντας να μας κάνετε να αισθανθούμε και  ένοχοι  για   εγκλήματα που διέπραξαν  άλλοι.
"...αποπροσανατολίζεται ο πολίτης από την κύρια ευθύνη του, την μετάνοιά του δηλαδή για όσα δεινά και ο ίδιος, με την πονηριά ή με τη ολιγωρία του, επεσώρευσε στον δημόσιο βίο και στην οικονομία. Αποθαρρύνεται από την εσωτερική αλλαγή του για την οποία πρέπει να εργασθή ώστε να επικρατήσει κάποτε επιτέλους και στον τόπο αυτό η ευνομία αντί για τις διαπλοκές συμφερόντων. Με άλλα λόγια, η συνωμοσιολογία και ο αντισημιτισμός είναι κατ’ ουσίαν λαϊκιστικά μεγέθη, διότι χαϊδεύουν τον Έλληνα ψιθυρίζοντάς του πόσο σπουδαίος και αθώος είναι, ένα θύμα των κακών της εκάστοτε εποχής..."
 Όχι  αγαπητέ  π. Θερμέ. 
Δεν   "τα φάγαμε  μαζί"  με τον Πάγκαλο , τον Σημίτη , τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου  ή οποιονδήποτε άλλο  εργάτη  και υπηρέτη   της Siemens , της Thyssen , της Goldman Sachs , της  Group of thirty, της  Trilateral comission, της  λέσχης Μπίλντεμπεργκ και κάθε  άλλου  απατεώνα και οικονομικού δολοφόνου.

Δεν  είμαστε π. Βασίλειε  μια χώρα διεφθαρμένων (όπως είπε ο  τέως   κατοχικός πρωθυπουργός)  η πονηριά   και η ολιγωρία των οποίων  "επεσώρευσε" τα δεινά στον δημόσιο  βίο και την οικονομία, ούτε   η δική μας "εσωτερική αλλαγή" θα  φέρει  την  "ευνομία" (πόσες φορές ακούσαμε τον κ. Παπανδρέου να χρησιμοποιεί αυτήν τη ξεχασμένη λέξη;) και  θα διώξει  μακρυά   τις "διαπλοκές συμφερόντων".

Αν όντως θέλετε να  μιλήσετε  σε κάποιον  για   διαπλοκές συμφερόντων  και ευνομία , μιλήστε  καλύτερα στον φυσικό σας  προϊστάμενο  ο οποίος  αν και  συμμερίζεται τις φιλοεβραϊκές  σας απόψεις ,  ωστόσο   προτιμά να έχει τις δικές του  σχετικά με  όλα τα υπόλοιπα ,  αφού   θεωρεί ως σοβαρό  συζητητή και συνταξιδιώτη   τον "γνωστό  και μη εξαιρετέο" κ. Λαυρεντιάδη. 

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκά ΙΗ΄ 18-27)
Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης
Το πόσο θα πρέπει να προσέχει ο άνθρωπος τις αδυναμίες του, τις προσκολλήσεις και τα πάθη, φαίνεται πολύ καθαρά από την ευαγγελική περικοπή στην οποία περιγράφεται η δραματική περίπτωση του πλουσίου νεανίσκου.
Τι κι αν στο βάθος της καρδιάς του διψά, όχι απλώς κάτι το ιδανικό, αλλ’ αυτή την ίδια την Ζωή, ερωτώντας «τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω»; Τι κι αν εφάρμοζε τις εντολές; «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου» ομολογεί με ειλικρίνεια στον Ιησού...

Στην πράξη, παρά τα σκιρτήματα της καρδιάς, παρά τον πόθο του ουρανού, αποδεικνύεται ένας μεγάλος δεσμώτης. Δεσμώτης σε ένα από τα χειρότερα πάθη που μπορούν να καταστρέψουν τον άνθρωπο. Στο φοβερό και αδυσώπητο πάθος της φιλαργυρίας.
Στο πάθος αυτό, που καταλαμβάνει το τριμερές της ψυχής και τελικώς κάνει το θύμα του να επιλέγει αντί του Χριστού τον χρυσό.
Τι φοβερό κατάντημα! Ένα μόνο του έλειπε για να αγγίξει την κορυφή «έτι έν σοι λείπει», και αντί να σπεύσει να το κατακτήσει, δηλ. να δώσει την περιουσία του στους πτωχούς, ώστε να αξιωθεί να γίνει μαθητής του Θεανθρώπου, αυτός «ακούσας ταύτα, περίλυπος εγένετο». Καταλυπήθηκε, ακριβώς, διότι ήταν «πλούσιος σφόδρα» και δεν δέχθηκε ν’ αποχωριστεί τα πλούτη του. Δηλαδή, δεν θέλησε να εκδιώξει από τη νεανική του καρδιά του το δαιμόνιο του πλούτου και της φιλαργυρίας.
Φυσικά, δεν είναι καθόλου υπερβολικά τα όσα αποκαλύπτει περί της ψυχικής αυτής διαστροφής ο Κύριος Ιησούς στη συνέχεια της περικοπής. Ότι δηλ. «είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να εισέλθει στην Βασιλεία του Θεού».
Και δεν είναι, φίλοι μου, υπερβολή, διότι, πράγματι ο πλούτος αιχμαλωτίζει εύκολα και ισχυρά την ψυχή του ανθρώπου και ταυτοχρόνως την αποξενώνει από το παντοκρατορικό και σωστικό θέλημα του Θεού.
Δυστυχώς, αποτελούν εξαιρέσεις οι πλούσιοι που αγαπούν τον Κύριο πραγματικά. Σπανίζουν όντως οι άνθρωποι που σκορπίζουν το χρήμα τους στους πτωχούς αδελφούς του Ιησού. Που στρέφουν την ψυχή τους στον ουρανό και όχι στον Μαμωνά...
Πράγματι, η προσκόλληση στο χρήμα, δεν αφήνει χώρο για τον Χριστό. Και τούτο, διότι η καρδιά του ανθρώπου, δεν μπορεί να χωρέσει δύο αγάπες συγχρόνως. Εάν δε τούτο συμβαίνει σε όλα τα πάθη, πολύ περισσότερο πραγματοποιείται στην περίπτωση του πλουτισμού, έστω κι αν αυτός εισρέει (σπανιότατο πράγμα) με «ευλογημένο» τρόπο και εισέρχεται μέσω τιμίας οδού...
Δυστυχώς, όπως και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις, οι άνθρωποι επιμένουν στο να δικαιολογούν τα πάθη τους, έτσι και στο σημείο αυτό, αρκετοί είναι οι «χριστιανοί» που με την κοσμοθεωρία τους περί πλουτισμού, προσπαθούν να «διορθώσουν» τον Χριστό...
Και ναι μεν, θα ομολογήσουν ότι ο Θεός τους ευλογεί, θα δοξάσουν τον Κύριο για τα αγαθά «δόξα τω Θεώ και πεπλουτήκαμεν», ίσως και να παραδεχθούν (σε ελάχιστες βεβαίως περιπτώσεις) ότι όλα είναι του Θεού και αυτά που κατέχουν είναι δανεικά, όταν όμως έρθει η ώρα αυτά τα δανεικά να τα επιστρέψουν στον Θεό, μέσω των πτωχών αδελφών, τότε τα πράγματα αλλάζουν άρδην.
Τότε, βλέπει κανείς ότι ο «μεγάλος αδελφός» (ο πλούσιος δηλ. νεανίσκος της Ευαγγελικής περικοπής), έχει δώσει καλά μαθήματα, και ότι τα «μικρότερα αδελφάκια» (οι άμυαλοι πλούσιοι) της κάθε εποχής, κρατούν καλά τις «πλούσιες παραδόσεις». Γνωρίζουν πολύ καλά το μάθημα, με την μόνη διαφορά ότι, μετά τα «μαθήματα οικονομίας και διοικήσεως», θα επακολουθήσουν νομοτελειακώς και τα πικρά παθήματα των πειρασμών και τέλος της κολάσεως...
Λησμονούν οι ταλαίπωροι αυτοί «άνθρωποι», ότι ο πλούτος, δεν ανήκει σ’ αυτόν που δήθεν τον κατέχει, αλλά σ’ αυτόν που τον διανέμει. Άλλωστε έτσι και τον απολαμβάνει.
Και οπωσδήποτε, ο φτωχότερος άνθρωπος στον κόσμο είναι εκείνος που δεν έχει τίποτε άλλο, εκτός από τα χρήματά του... τον δαίμονά του...
Πόσο δίκαιο είχε αυτός που είπε ότι όποιος έχει δεμένη την καρδιά του στο χρήμα, αγοράζει :
• Κρεβάτι, αλλά όχι ύπνο.
• Βιβλία, αλλά όχι μυαλό.
• Γιατρικά, αλλά όχι υγεία.
• Διασκέδαση, αλλά όχι ευτυχία.
• Θρησκεία, αλλά όχι σωτηρία.
• Και φυσικά, διαβατήριο για παντού, εκτός από τον Παράδεισο.

Και στην ερώτηση τώρα, πώς μπορεί να σωθεί ο πλούσιος; Η απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον Κύριο: «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστίν». Δηλ. αν ο άνθρωπος, αφήσει την χάρη του Θεού να πνεύσει μέσα στην πορωμένη του καρδιά, αν είναι καλοπροαίρετος, ο Θεός θα λύσει τους δεσμούς του χρήματος, θα εκδιώξει τον δαίμονα του μαμωνά και έτσι θα τον αναδείξει άξιον της σωτηρίας.
Πιο απλά, είναι ανάγκη, ο πλούσιος που είναι προσκολλημένος στο χρήμα, να αφήσει «ελεύθερα τα χέρια του Θεού», ώστε και ο Θεός στη συνέχεια να τον ελευθερώσει.
Επομένως, στην σπάνια αυτή περίπτωση, ο άνθρωπος εξέρχεται νικητής και διά της προσφοράς ή της περιφρονήσεως του πλούτου, «εξαγοράζει» την Βασιλεία του Θεού.
Αμήν.

Υ.Γ. «Οι φτωχοί μιμούμενοι τους πλούσιους γίνονται φτωχότεροι, οι δε πλούσιοι μιμούμενοι τους φτωχούς, γίνονται πλουσιότεροι».
Ταύτα προς όλους και οίκοθεν νοείται, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν.

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Η ειρήνη του Θεού

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011
Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά
.
πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 18/11/2011
Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Διονύσιος Τάτσης
Πολὺς λόγος γίνεται στὶς μέρες μας γιὰ τὴν εἰρήνη, ποὺ πρέπει νὰ ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν κρατῶν γενικότερα. Διατυπώνονται πολλὲς θεωρίες, ὑποδεικνύονται πολλοὶ τρόποι γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ τὰ πράγματα πολλὲς φορὲς ἐξελίσσονται ἀρνητικὰ καὶ οἱ πόλεμοι δὲν σταμάτησαν πάνω στὴ γῆ. Ἴσως γιατὶ πρέπει νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τῶν ἀνθρώπων...

Ἡ ἀναδημιουργία τῶν ἀνθρώπων μόνο ἀπὸ τὸ Θεὸ μπορεῖ νὰ γίνει, ἀρκεῖ οἱ ἴδιοι νὰ τὸ θέλουν.Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του αὐτὸ τὸ ἔργο ἐπιτέλεσε καὶ ἐπιτελεῖ. Ἡ διδασκαλία του εἶναι ἐκείνη ποὺ κατάργησε τὰ τείχη, ποὺ χωρίζουν τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τέτοια ἦταν πολλά. Ἦταν τὰ θρησκευτικά, τὰ πολιτιστικά, τὰ φυλετικά, τὰ κοινωνικὰ κ.λπ. Ὁ Χριστὸς τὰ γκρέμισε ὅλα αὐτὰ καὶ μίλησε γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, ὄντας ὅλοι παιδιὰ τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ ἀπέδειξε καὶ στὴν πράξη, καθὼς ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ κάνει διακρίσεις καὶ χωρὶς νὰ ὑποστηρίζει μονομερῶς μερικούς. Γιὰ τὸν Χριστὸ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴδιοι, ἔχουν τὰ ἴδια δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὶς ἴδιες δυνατότητες νὰ σωθοῦν.
Βέβαια, δὲν ὁλοκληρώθηκε ἀκόμα τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἔγιναν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέλη τῆς Ἐκκλησίας του. Δὲν γκρεμίστηκαν ὅλα τὰ τείχη.Οἱ ἄνθρωποι κάνουν βήματα καὶ προσέγγισης καὶ ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ διάβολος ἐπηρεάζει ἀκόμα πολλούς.
Ἕνας ἐπίσκοπος σημειώνει σχετικά: «Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔπαυσαν νὰ κτίζουν τείχη μεταξύ τους. Τείχη φυλετικά, πολιτικά, κοινωνικά...Ὅμως ὁ εἰρηνοποιὸς καὶ συμφιλιωτὴς Χριστὸς δὲν σταματᾶ τὸ ἔργο του. Εἴκοσι αἰῶνες τώρα, μὲ τὰ τρυπημένα του χέρια δὲν κάνει τίποτε ἄλλο, παρὰ γκρεμίζει τὰ τείχη καὶ συμφιλιώνει τοὺς ἀνθρώπους μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Θεό».

Κυριακή ΙΓ΄Λουκά – Οι ηθικές μας ελλείψεις. (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Οἱ ἠθικές μας ἐλλείψεις

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Ἔτι ἕν σοι λείπει…» (Λουκ. 18,22)
Ένας πλούσιος , ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ πρόσωπο τῆς περικοπῆς τοῦ εὐαγγελίου. Εἶνε Νέος καὶ ἀηδιάζει τὴν πεζότητα, θέλει νὰ πετάξῃ ψηλά, νοσταλγεῖ τὴν αἰωνιότητα. Ἔτσι πλησιάζει τὸ Χριστό. Ἀκοῦστε τὴν ἐξομολόγησί του·Κύριε! Ἀπὸ μικρὸς προσπάθησα νὰ ζήσω κατὰ τὶς θεῖες ἐντολές. Δὲν μόλυνα τὰ χέρια μου μὲ αἷμα, δὲν προσέβαλα τὴν οἰκογενειακὴ τιμὴ ἄλλου, δὲν ἔκλεψα, δὲν ψευδώρκησα, τίμησα τοὺς γονεῖς. Ἀλλ᾿ αὐτὰ ἆραγε ἀρκοῦν γιὰ νὰ πάρω εἰσιτήριο γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή;
Μήπως ἔχω κάποια ἔλλειψι; «Τί ἔτι ὑστερῶ; »(Ματθ. 19,20).
Ὁ Κύριος διακρίνει στὸ βυθὸ τῆς ψυχῆς το υἕνα φρικτὸ νόσημα, τὴ φιλαργυρία . Καὶ ὁ Ἰατρὸς συνιστᾷ τὸ φάρμακο, τὴν ἀγάπη, ποὺ θυσιάζει τὰ πάντα γιὰ τοὺς ἀδελφούς. «Πάντα ὅ σα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς»(Λουκ. 18,22).
Νά τὸ δραστικὸ φάρμακο. Ἀλλ᾽ ὁ νέος διστάζει. Ὁ λόγος τοῦ φαίνεται βαρύς· ἑκούσια πενία, φάρμακο πολὺ πικρό. Δὲν θὰ τὸ πάρῃ.
Προτίμησε τὸ χρυσὸ παρὰ τὸ Χριστό. Καὶ χάθηκε.
Ἂς  φοβηθοῦμε, ἀδελφοί, μήπως χαθοῦμε κ᾽ἐμεῖς. Γιατὶ κ᾽ ἐμεῖς ἔχουμε ἐλλείψεις καὶ δὲνφροντίζουμε γιὰ διόρθωσι. Ὡς ἔνοχοι ποὺ εἴμαστε , ἂς πλησιάσουμε τὸν Κύριο  κι ἂς ρωτήσουμε· «Κύριε, ἐσὺ ποὺ διέκρινες στὴν καρδιὰ τοῦ νέου τὴ φιλαργυρία, φανέρωσε καὶ σ᾽ ἐμᾶς ποιά πάθη, ποιές ἐλλείψεις ἔχει ὁ χαρακτήρας μας.
Κύριε, σὲ τί ὑστεροῦμε;». Θὰ μιλήσω, ἀδελφοί μου, παραβολικά.
Κάποιος εἶνε ἀδιάθετος. Νιώθει ἀνορεξία, κόπωσι, ζάλη. Πόνους ὅμως δὲν  ἔχει.
Δὲν εἶνε τίποτα,λέει, θὰ περάσῃ. Ἀλλ᾿ ἡ ἀδιαθεσία συνεχίζεται πολλὲς μέρες. Τὸν πιάνει ἀυπνία. Ἀρχίζει πιὰ ν᾽ἀνησυχῇ κ᾽ ἔτσι πάει στὸ ἰατρεῖο. ―Γιατρέ, εἶνε τώρα μερικὲς βδομάδες ποὺ δὲ νιώθω καλά. Ὁ γιατρὸς  ἐξετάζει,  ἀκροάζεται, μετράει σφυγμούς, ἀλλὰ δὲ βρίσκει κάτι.―Περίεργο, λέει, ὅλα ἐν τάξει· ἀλλ᾿ ἂς  ἐξετάσουμε καλύτερα. Κάνει ἀκτινογραφία καὶ ἀναλύσεις, καὶ τώρα βρίσκεται, ὅτι κάπου στὸν ὀργανισμὸ ἄρχισε νὰ πλέκῃ θανατηφόρο δίχτυ τὸ μικρόβιο μιᾶς νόσου , ποὺ καὶ τ᾽ ὄνομά της ἀκόμα τρομοκρατεῖ. Ὁ γιατρὸς εἰδοποιεῖ· ―Βρέθηκε τὸ μικρόβιο. Μὴν ἀπελπίζεσαι ὅμως· τὸ κακὸ εἶνε στὴν ἀρχή· θὰ σοῦ δώσω ἀγωγὴ καὶ θὰ σωθῇς.
Αὐτὰ εἶνε ἕνα παράδειγμα, μιὰ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ νομίζει ὅτι εἶνε ψυχικὰ ὑγιής .Ἐξετάζει ἐπιπόλαια τὸν ἑαυτό του καὶ λέει·Εἶμαι ἐν τάξει! Νὰ τὸν πιστέψουμε, νὰ τοῦ ἐκδώσουμε πιστοποιητικὸ ψυχικῆς ὑγείας, νὰ τὸν ἀνακηρύξουμε καὶ ἅγιο; Πόσο  ἀπατᾶται ὁ δυστυχής! Ἐνῷ λέει ὅτι εἶνε ἐν τάξει, τὸν πιάνει στενοχώρια, δὲ μενει  εὐχαριστημένος μὲ τὸν ἑαυτό του. ―Κάτι ἔχω, μονολογεῖ, ποὺ δὲ μ᾽ ἀφήνει νὰ χαρῶ… Ἀποφασίζει λοιπὸν νὰ ἐπισκεφθῇ ἕνα ψυχικὸ ἰατρεῖο, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἵδρυσε ἐδῶ στὴ γῆ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.Ποιό εἶνε τὸ ἰατρεῖο; Εἶνε –μὴ εἰρωνευθῆτε–τὸ ἐξομολογητήριο. Ἐκεῖ ἕνας ἐπιστήμονας τῶν ψυχῶν, σεβάσμιος πνευματικὸς πατέρας , ποὺ ἐκπαιδεύτηκε χρόνια στὴν τέχνη τῆς διαγνώσεως καὶ θεραπείας τῶν ψυχικῶν νόσων, τὸν δέχεται. ―Τί πρέπει νὰ κάνω, πάτερ, γιὰ νὰ βρῶ τὴ γαλήνη; Καὶ ὁ πνευματικὸς ἰατρός, ἀφοῦ ἀκροᾶται, «ἀκτινοσκοπεῖ», ἀναλύει τὰ ψυχικὰ φαινόμενα καὶ τὰ διάφορα περιστατικὰτοῦ βίου, μετὰ ἀπὸ κοπιώδη καὶ ἐπιμελῆ ἔρευνα ἀποφαίνεται· ―Παιδί μου, στὸ βάθος τῆςψυχῆς σου μὲ τὸ φακὸ τοῦ Εὐαγγελίου διέκρινα ἕνα πλέγμα κακίας· ὀνομάζεται θυμός . Μὲτὴν παραμικρὴ ἀφορμή, γιὰ μικρὰ καὶ  ἀσήμαντα πράγματα, χάνεις τὴν ἠρεμία σου, ἐξάπτεσαι, γίνεσαι ἔξαλλος, φαρμακώνεις τὴ  ζωή σου, ἀναστατώνεις τὸ περιβάλλον, δημιουργεῖς ἔχθρες, ἐπεκτείνεις τὸ μῖσος . Ἔχεις, παιδί μου, τόσα καλά, ἀλλὰ ὁ θυμὸς θὰ σὲ φάῃ, θὰ γίνῃ ὁ νεκροθάφτης σου.
Εἶνε μία σοβαρὴ ἔλλειψις τοῦχαρακτῆρος σου, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος σοῦ ἀπευθύνει τὴ στιγμὴ αὐτὴ τὴν παρατήρησι· «Ἔτι ἕν σοι λείπει», ἐκρίζωσε τὸ θυμό, καὶ φύτεψε τὸ δένδρο τῆς πραότητος , ποὺ κάτωἀπ᾽ τὴ σκιά του θὰ βρῇ ἀνάπαυσι ἡ ψυχή σου.Αὐτὰ θὰ πῇ στὸν ἕνα ὁ πνευματικός. Στὸν δεύτερο ποὺ θὰ ἔρθῃ καὶ θὰ ρωτήσῃ ― «Τί ἔτι ὑστερῶ;» , ὁ πνευματικὸς θὰ πῇ μὲ στοργή·―Τὸ ἐλάττωμά σου εἶνε ἡ κοσμικότης , ἡ κλίσι πρὸς τὶς τέρψεις καὶ διασκεδάσεις. Ἀπὸ κοσμικὸ  κέντρο σὲ κοσμικὸ κέντρο, ἀπὸ χορὸ σὲ χορό, ἀπὸ θέατρο σὲ θέατρο… τί κερδίζεις; Τὸν καιρό σου χάνεις. Καὶ μόνο αὐτό; Τὸ μυαλό σου γεμίζει μὲ εἰκόνες καὶ παραστάσεις ποὺ δημιουργοῦν θύελλα καὶ δὲ σ᾽ ἀφήνουν νὰ ἠρε- μήσῃς. Ἄσε τὴν τύρβη τῆς κοσμικῆς ζωῆς, ζῆσε μὲ πνευματικότητα , γίνε ἐσωτερικώτερος, καὶ θὰ δοκιμάσῃς χαρὰ ἀνώτερη, τὴ  χαρὰ τοῦ  Κυρίου.
Στὸν τρίτο, ποὺ ἔρχεται συντετριμμένος , ὁ πνευματικὸς θὰ πῇ· ―Παιδί μου, ἔχεις κάνει ὣς τώρα πολλὰ καλά. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Ἕνα κακὸ τείνει νὰ σὲ ὑποτάξῃ, νὰ ἀχρηστεύσῃ ὅλεςτὶς καλωσύνες σου. Στὰ βάθη σου ἀναπτύχθηκε καρκίνωμα ποὺ ὁλοένα ἁπλώνεται κι ἀπομυζᾷ τοὺς χυμοὺς τῆς ψυχῆς· εἶνε ἡ μνησικακία .
Κάποιος σοῦ ἔκανε κακὸ κ᾽ ἐσὺ ἀπὸ τότε δὲ θέλεις νὰ τὸ ξεχάσῃς· ἡ ἀνάμνησί του εἶνε ζωηρή. Τὴν εἰκόνα τῆς ἀδικίας σοῦ φρεσκάρει συνεχῶς ὁ Ἑωσφόρος. Γι᾿ αὐτὸ ἀκοῦς τὸ ὄνομα τοῦ ἐχθροῦ σου καὶ ταράζεσαι, διψᾷς ἐκδίκησι.
Εἶνε  ἀνάγκη  ν᾽ ἀντιδράσῃς. Τὸ  φάρμακο  ποὺ σοῦ δίνω εἶνε δοκιμασμένο, φέρνει ἀποτελέσματα. Λέγεται συγχώρησις · πρέπει νὰ δοθῇ μὲ ὅλη τὴν καρδιά, γιὰ νὰ μὴ μείνῃ μόριο μνησικακίας.
Ἔτσι ἀνακαλύπτονται τὰ πάθη. Διότι οἱ ἠθικὲς ἐλλείψεις εἶνε δυσδιάκριτες ἀπὸ μᾶς τοὺς  ἴδιους καὶ ζοῦμε σὲ ἄγνοια τοῦ ἑαυτοῦ μας.Ὁ ἄνθρωπος, ἐνῷ ἐξερεύνησε τὸ Βόρειο Πόλο, δὲν ἔχει ἐξερευνήσει τὸν ἑαυτό του, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶνε ἄγνωστος. Δὲν γνωρίζειτὴν ψυχική του κατάστασι. Ἡ ὑπερηφάνεια,μὲ τὴν ὁποία ἀνατρέφεται ἀπὸ παιδί, σκεπάζειμὲ πέπλο τὶς ἠθικὲς ἐλλείψεις καὶ δημιουργεῖ  τὴν αὐταπάτη, ὅτι καλύτερος ἄνθρωπος δὲν ὑπάρχει. Πῶς θὰ διαλυθῇ ἡ αὐταπάτη; Ἄριστο μέσο, ποὺ ἀνοίγει τὰ μάτια νὰ δοῦμε τὰ βάθη μας, εἶνε ἡ ἱερὰ ἐξομολόγησις . Μὲ τὸ μυστήριο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος πλησιάζει τὸν Κύριο καὶ λέει· Κύριε, ἀγνοῶ τὸν ἑαυτό μου. Ζῶ στὸ σκοτάδι. Ἡ ὑπερήφανη ἰδέα ποὺ ἔχω γιὰ ἀσήμαντα ἔργα  μου, οἱ ἔπαινοι, οἱ κολακεῖες, τὰ ψέματα τῶν γύρω, ὅλ᾿ αὐτὰ μὲ τυφλώνουν. Σύ, ὁ καρδιογνώστης, γνωρίζεις καὶ τὴ δική μου καρδιά, ποιά εἶ νε τὰ πάθη καὶ τὰ ἐλαττώματά της. Αὐτὴ τὴν ἱ-ερὴ στιγμὴ θέτω τὸν ἑαυτό μου ὑπὸ τὴν ἔρευ-να τοῦ πνευματικοῦ. Βάλε τὸ δάκτυλό σου στὴ μυστικὴ πληγή μου . Ὑπόδειξε τί δίαιτα πρέπειν᾿ ἀκολουθήσω, ποιά φάρμακα νὰ πάρω γιὰ νὰ ξαναβρῶ τὴν ψυχική μου ὑγεία. Εἶνε αὐτὴ τόσο πολύτιμη, ὥστε ὅ,τι διατάζεις θὰ τὸ κάνω.Καὶ ὁ Κύριος διὰ τοῦ πνευματικοῦ ἀπαντᾷ·
―Παιδί μου, σὲ ἐξέτασα.
Ἔχεις ῥωγμὲς - ἐλλείψεις ποὺ σὲ ἀσχημίζουν. Ἀλλὰ μὴ φοβᾶσαι.
Πίστευε σ᾽ ἐμένα. Ἐγώ, ποὺ ἔδωσα τὴ θεραπεία σὲ σωματικῶς ἀνιάτους, θὰ δώσω καὶ σ᾽ ἐσένα τὴν ψυχικὴ ὑγεία ποὺ ποθεῖς. Ἀρκεῖ νὰ ἐκτελέσῃς τὴ συνταγὴ ποὺ σοῦ δίνει ἐκ μέρους μουὁ πνε ματικός. Ὑπ᾽ αὐτὸ τὸν ὅρο, θ᾽ ἀναλάβῃς, θὰ νικήσῃς τὰ πάθη, θὰ βγῇς ἀπὸ τὸ θεραπευτήριό μου ὑγιὴς καὶ θὰ φωνάξῃς· «Τὰ ἀδύνατα  πα ρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18,27)
Ὅλοι, ἀγαπητοί μου, ὅσοι βαπτισθήκαμε κι ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε ἅγιοι. Δυστυχῶς, ὅπως δείχνει ἡ ἔρευνα τοῦ ἐξομολογητηρίου,
εἴμαστε ἀτελεῖς . Ὁ καθέναςμας ἔχει κάποια ἔλλειψι, τὴν ἀχίλλειο πτέρνα,τὴν ἀδύνατη πλευρά του. Ἀλλὰ ἡ θρησκεία μας εἶνε ἡ ἰδεώδης· μᾶς δείχνει τὴν κορυφὴ τῶνἹμαλαΐων τῆς ἀρετῆς καὶ λέει· Ἐμπρός, βαδί-ζετε διαρκῶς πρὸς τὰ ἄνω, «γίνεσθε τέλειοι» (Α΄ Κορ. 14,20) . Ναί, ὁ Κύριος, τὸ πρότυπο τῆς τελειό-τητος, θέλει νὰ γίνουμε κ᾽ ἐμεῖς «τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι»(Ἰακ. 1,4).
Καμμιάἔλλειψι νὰ μὴν παρουσιάζῃ ὁ χαρακτήρας μας.Ὅπως μία μικρὴ ῥωγμὴ στὰ ὕφαλα τοῦ πλοίουμπορεῖ νὰ τὸ βυθίσῃ, ἔτσι κ᾽  ἕνα μικρὸ ἐλάττω μα ποὺ μένει ἀπολέμητο μπορεῖ νὰ μᾶς καταστρέψῃ. Ὁ Ἰούδας ἕνα ἐλάττωμα εἶ χε, τὴ φιλαργυρία· τὸ ἄφησε, γιγαντώθηκε καὶ τὸν ἔπνιξε.Ἂς προσέξουμε τὸν ἑαυτό μας. Γιατὶ ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ θὰ στηθῇ ἡ πλάστιγγα τῆς Θείας Δικαιοσύνης καὶ θὰ μᾶς ζυγίσῃ μὲ ἀκρίβεια, κιἀλλοίμονο σ᾽ ὅποιον δώσῃ τὴν ἔνδειξι «μανή,θεκέλ, φάρες» · αὐτὸς μετρήθηκε, ζυγίστηκε, βρέθηκε λειψός (Δαν. 5,25-28) . Λειψὸς στὰ ἔργα ἀγάπης πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Λειψός, ἐνῷ τοῦ δόθηκαν τόσες εὐκαιρίες νὰ διορθωθῇ.
Κύριε, τρέμω . Δὲν θέλω νὰ βρεθῶ λειψὸς τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Σὰν τὸ Δαυῒδ πέφτω καὶ παρακαλῶ· «Γνώρισόν μοι, Κύριε, τὸ πέρας μου καὶ τὸν  ριθμὸν τῶν ἡμερῶν μου, τίς ἐστιν, ἵνα γνῶ τί  ὑστερῶ ἐγώ» (Ψαλμ. 38,5) . Ἀξίωσέ με, πρὶν κλείσω τὰ μά- τια, νὰ γνωρίσω τὸν ἑαυτό μου, ν᾽ ἀναπληρώσω ἐλλείψεις, νὰ ἐκπληρώσω καθήκοντα, καὶ γαλήνιος νὰ πορευθῶ στὴ χώρα τῆς αἰωνιότητος,γιὰ ν᾿ ἀκούσω τὴ γλυκειὰ ἐκείνη φωνή· «Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου»(Ματθ. 25,21
Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949 στὴν καθαρεύουσα

Κυριακὴ Εἰκοστὴ Τετάρτη (Ἐφεσ. β΄ 14-22)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))


 
13 Νοεμβρίου 1966


Ἀγαπητοὶ Χριστιανοί,

Σήμερα ἂς μὴ μιλήσουμε ἐμεῖς· ἂς πάρουμε μία ὁμιλία τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου κι ἂς τὴν ἐξηγήσουμε στὴ γλώσσα μας. Ἂς ἐξηγήσουμε πρῶτα τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα κι ὕστερα ἂς ἀκούσουμε νὰ μᾶς μιλάη ἐπάνω στὸ ἴδιο κείμενο ὁ ἱερὸς Πατέρας.

Ἀδελφοί, τέτοιος ἔπρεπε σ' ἐμᾶς ἀρχιερέας νὰ εἶναι ὅσιος, ἄκακος, ὁλοκάθαρος, ἔξω ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ παραπάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη, ὅπως οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, νὰ προσφέρη θυσίες πρῶτα γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες κι ὕστερα γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ· γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιατί εἶναι ἀναμάρτητος, καὶ γιὰ τὸ λαό, γιατί αὐτὸ τὸ ἔκαμε μιὰ γιὰ πάντα, ὅταν πρόσφερε τὸν ἑαυτό του. Γιατί ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βάζει ἀνάμεσα στὸ λαὸ ἀρχιερεῖς, ποὺ ἔχουνε τὶς ἀνθρώπινες ἀτέλειες, ὅμως ὁ λόγος καὶ ὁ ὅρκος τοῦ Θεοῦ ὕστερα ἀπὸ τὸ νόμο, δηλαδὴ στὴν Καινὴ Διαθήκη, βάζει ἀρχιερέα τὸν υἱό του, ποὺ εἶναι τέλειος στὸν αἰώνα. Καὶ μ' ἕνα λόγο, ἔχομε τέτοιον ἀρχιερέα, ποὺ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλωσύνης στοὺς οὐρανούς, καὶ εἶναι λειτουργὸς τῶν Ἁγίων καὶ τῆς ἀληθινῆς σκηνῆς, ποὺ τὴν ἔχτισε ὁ Κύριος κι ὄχι ἄνθρωπος.

Ἐπειδὴ λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τέτοιον ἔχομε ἀρχιερέα, ὅπως μᾶς τὸν περιγράφει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος, γι' αὐτὸ ἂς τὸν μιμηθοῦμε κι ἂς βαδίσουμε στὰ ἴχνη του. Δὲν ὑπάρχει, γι' αὐτὸ κι ἂς μὴν ἐλπίζουμε σὲ ἄλλη θυσία γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μία θυσία προσφέρθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ τὸν Μέγαν Ἀρχιερέα, ὅπου μὲ αὐτὴν πρόσφερε τὸν ἑαυτὸν του· μία θυσία μᾶς καθάρισε καὶ μᾶς ἀποκατάστησε ἀπέναντι στὸ Θεό. Ὕστερα ἀπ' αὐτὴ τὴ θυσία, ἂν δὲν θὰ τὴν ἐκτιμήσουμε, δὲν μᾶς μένει παρὰ τιμωρία καὶ καταδίκη. Καὶ γι' αὐτὸ τὸ λόγο ἀκριβῶς ὁ ἅγιος Ἀπόστολος διαρκῶς μᾶς μιλάει γιὰ ἕναν Ἀρχιερέα καὶ γιὰ μία θυσία, γιὰ νὰ μὴ θαρρῆ κανεὶς πὼς εἶναι πολλὲς θυσίες κι ἔτσι χωρὶς φόβο ν' ἁμαρταίνη.

Ὅσοι λοιπὸν καταξιωθήκαμε νὰ λάβουμε τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ τὴ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσοι ἔχουμε τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσοι ἔχουμε θέση στὴν τράπεζα τῆς ἀθανασίας καὶ κοινωνοῦμε ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἐμεῖς λοιπὸν ἂς φυλᾶμε γιὰ πάντα τὴν εὐγένεια καὶ τὴν τιμὴ μὲ τὴν ὁποία μᾶς τίμησε ὁ Θεός. Κι ἂς μὴν ἁμαρταίνη κανεὶς μὲ τὴν πρόφαση τάχα καὶ τὴν ἐλπίδα πὼς ἔχει νὰ μετανοήση, πὼς πρὶν ν' ἀποθάνη θὰ τρέξη νὰ ξομολογηθῆ καὶ νὰ ζητήση τὴ συχώρεση τοῦ Θεοῦ, γιατί πολλὲς φορὲς δὲν τὸ κατορθώνουν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι.

Παρακαλῶ, χριστιανοί μου, νὰ πιστέψετε σ' αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ καὶ νὰ μὴ σᾶς περάση ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς τὸ λέγω γιὰ νὰ σᾶς φοβίσω. Ξέρω πολλοὺς ποὺ τὸ ἔπαθαν αὐτό· ἁμάρταιναν μὲ τὴν ἀπαντοχὴ καὶ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ μετανοήσουν κι ἦρθε ἡ τελευταία τους ὥρα κι ἔφυγαν ἀμετανόητοι. Γιατί ὁ Θεὸς γι' αὐτὸ ἔδωκε τὴ μετάνοια· γιὰ νὰ συχωρέση τὶς ἁμαρτίες, ὄχι γιὰ νὰ τὶς πληθύνη. Ὅταν ὅμως κανεὶς χρησιμοποιῆ τὴν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ γιὰ εὐκαιρία ν' ἁμαρταίνη περισσότερο, τότε λοιπὸν ἡ μετάνοια γίνεται αἰτία τῆς ἀμέλειας καὶ τῆς ὀκνηρίας μας. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, προσέχετε. Κανένας ἂς μὴν εἶναι σὰν μισθωτός, κανένας ἂς μὴν εἶναι ἀφιλότιμος, κανένας ἂς μὴν ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ σὰν κάτι βαρὺ καὶ κουραστικό. Μὰ ἂς ἐργασθοῦμε τὴν ἀρετὴ μὲ προθυμία καὶ μὲ χαρά. Ἤ τάχα κι ἂν δὲν ἦταν μισθός, δὲν θὰ 'πρεπε λοιπὸν νὰ ὑπάρχη τὸ καλὸ κι ἡ ἀρετὴ στὸν κόσμο; Ἀλλ' ὅμως, ἔστω καὶ μὲ μισθὸ καὶ μὲ πληρωμή, ἂς γίνουμε καλοὶ καὶ ἐνάρετοι. Γιατί πῶς ἐτοῦτο δὲν εἶναι τάχα ντροπὴ καὶ καταδίκη; Ἂν δὲν μὲ πλήρωσης, λέγει, δὲν γίνομαι καλὸς ἄνθρωπος, φεύγω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Λοιπὸν τολμῶ κι ἐγὼ νὰ πῶ κάτι· Ποτὲ δὲν θὰ εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος κι ἂς δείχνης σωφροσύνη, ὅταν τὸ κάνης ἐπειδὴ θὰ λάβης μισθό. Γιατί ποτὲ δὲν θὰ ἐκτίμησης τὴν ἀρετή, ἂν δὲν τὴν ἀγαπᾶς. Ὁ Θεὸς ὅμως, γιὰ τὴν πολλὴ ἀσθένειά μας, θέλησε ἡ ἀρετὴ νὰ γίνη ἐπιτέλους μισθὸς καὶ πληρωμή· ἐμεῖς ὅμως οὔτε καὶ ἔτσι εἴμαστε ἐνάρετοι.

Ἂς ἐξετάσουμε τώρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τί τάχα εἶναι βαρὺ καὶ κουραστικὸ ἀπ' αὐτὰ ποὺ μᾶς προστάζει ὁ Θεός. Νὰ 'χης, λέγει, τὴ γυναίκα σου καὶ νὰ 'σαι φρόνιμος, νὰ τὴ σέβεσαι καὶ νὰ τὴν τιμᾶς. Ἐτοῦτο λοιπὸν εἶναι βαρύ; Κι ὅμως πολλοὶ δὲν ἔχουν γυναίκα κι εἶναι φρόνιμοι καὶ κάνουν ἐγκράτεια· κι ὄχι μόνο χριστιανοί, μὰ καὶ εἰδωλολάτρες. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ κάνει ὁ εἰδωλολάτρης ἀπὸ ἐγωισμὸ καὶ ματαιοδοξία καὶ δείχνεται ἀνώτερος, ἐσὺ δὲν τὸ κάνεις οὔτε γιὰ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ.

Νὰ δίνης, λέγει, στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ καλά σου. Κι ἐτοῦτο τάχα εἶναι βαρύ; Μὰ κι ἐδῶ μᾶς κατηγοροῦν οἱ ἐχθροί της Ἐκκλησίας, ποὺ δίνουν ὁλόκληρες περιουσίες ἀπὸ κενοδοξία, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸν προσωπικό τους ἐγωισμό.

Ἄλλη ἐντολὴ λέγει· Νὰ μὴν αἰσχρολογῆς· μέσα στὴν αἰσχρολογία εἶναι καὶ ἡ βλασφημία. Εἶναι τάχα κι ἐτοῦτο δύσκολο; Μὰ κι ἂν δὲν ἔδινε ὁ Θεὸς τὴν ἐντολὴ καὶ πάλι θὰ 'πρεπε ν' ἀποφεύγουμε τὴν αἰσχρολογία σὰν ἔντιμοι ἄνθρωποι. Πὼς ὄχι ἡ ἐντολή, μὰ ἡ αἰσχρολογία κι ἡ βλασφημία εἶναι δύσκολο πράγμα, τὸ βλέπουμε στὸ πῶς ὁ καθένας ντρέπεται καὶ κοκκινίζει, ὅταν τοῦ ξεφύγη κανένας αἰσχρὸς καὶ βλάσφημος λόγος, παρεκτὸς κι ἂν εἶναι μεθυσμένος.

Νὰ μὴ μεθᾶς λέγει ἄλλη ἐντολή, καὶ πολὺ σωστὰ τὸ λέγει. Γιατί τὸ μεθύσι ἀπὸ μόνο του εἶναι κόλαση καὶ τιμωρία τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶπε νὰ στερῆς τὸν ἑαυτόν σου καὶ νὰ βασανίζης τὸ σῶμα σου, ἀλλὰ νὰ μὴ μεθᾶς. Δηλαδὴ νὰ μὴν ξευτελίζης καὶ ντροπιάζης τὸν ἑαυτό σου, ἔτσι ποὺ νὰ τοῦ ἀφαιρῆς κάθε ψυχικὸ καὶ λογικὸ γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου.

Μὴν τάχα καὶ δὲν πρέπει νὰ φροντίζουμε καὶ νὰ ἐνδιαφερώμαστε γιὰ τὸ σῶμα; Ὄχι, γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δὲν λέγω αὐτό, ἀλλὰ λέγω νὰ μὴ φροντίζης γιὰ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες του καὶ νὰ μὴν ἀνάβης μέσα σου φωτιά. Ὅπως ἀκριβῶς λέγει ὁ ἅγιος Παῦλος «τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας».

Ἄλλη ἐντολὴ λέγει· Νὰ μὴν ἁρπάζης καὶ νὰ μὴν κλέβης καὶ νὰ μὴν εἶσαι πλεονέκτης· νὰ μὴν παίρνης ψεύτικους ὅρκους στὰ δικαστήρια καὶ νὰ μὴν παραβαίνης ὅσα ὁρκίζεσαι κι ὅσα ὑπόσχεσαι. Ποιὸν κόπο τάχα καὶ ποιὸν ἱδρώτα χρειάζονται αὐτά;

Κι ἄλλη ἐντολὴ λέγει· Νὰ μὴν κατηγορῆς καὶ νὰ μὴ συκοφαντῆς. Ἔχει κι ἐτοῦτο κανέναν κόπο; Τὸ ἀντίθετο μάλιστα εἶναι πολὺ κουραστικό. Γιατί, μόλις κατηγορήσης κάποιον, ἀμέσως σὲ πιάνει ἀνησυχία καὶ σὲ βασανίζει ἡ ὑποψία· μὴν τύχη κι ὅ,τι εἶπες τὸ μάθη καὶ τὸ ἀκούση ἐκεῖνος ποὺ τὸν κατηγόρησες, ἐκεῖνος ποὺ τὸν συκοφάντησες.


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τίποτα δύσκολο καὶ τίποτα βαρὺ δὲν μᾶς προστάζει ὁ Θεός, ἂν βέβαια θέλουμε. Εἰδεμὴ καὶ δὲν θέλουμε, τότε καὶ τὰ εὐκολώτερα μᾶς φαίνονται βουνά. Τίποτα ἀπ' ὅσα προστάζει ὁ Θεὸς δὲν ἔχει κόπο, ἂν θέλη ὁ ἀνθρωπος· γιατί ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου κι ἀπὸ τὴ θεία χάρη ἐξαρτῶνται τὰ πάντα. Ἂς θελήσουμε λοιπὸν κι ἂς ἀγαπήσουμε τὰ καλὰ σ' ἐτοῦτο τὸ βίο, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε καὶ τὰ αἰώνια ἀγαθά, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν

ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΕΡΓΙΟΣ: «ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΒΗΡΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!»

 

Ξέρω ότι όσοι σκέφτονται την κόλαση δε θα φθάσουν εκεί και ο Σέργιος είναι ένας απ’ αυτούς. Έφυγε πριν από 14 χρόνια – ήταν τότε 15 χρονών – με τα πόδια για το Άγιον Όρος! Και μετά από επτάμιση μήνες έφτασε στο περιβόλι της Παναγίας.
Ξεκίνησε από το Τομπολσκ (δυτική Σιβηρία) & δια μέσω Εκατερινμπουργκ, Σαμάρα, Σαράτωβ, Ροστόβ και Ντον, έφτασε στην Ουκρανία μέσω Ντόνετσκ, Κέρσον (εδώ κόντεψε να πνιγεί στον ποταμό Νίπρου, όπου τον έσωσαν κάποιοι ψαράδες), Οδησσό, Βεσσαραβία και πέρασε στη Ρουμανία όπου διέσχισε τον Δούναβη κολυμπώντας 45 λεπτά, έπειτα Βουλγαρία και Ελλάδα, όπου έφτασε στο Άγιον Όρος.
Η αλήθεια είναι ότι όπου υπάρχει θάρρος, υπάρχει και αγιοσύνη. Μεγάλη εμπιστοσύνη στην Παναγία είχε ο Σεργκέι Αλεξέεβιτς. Η Μπορογκόντνιτσα, όπως ο ίδιος λέει, με προστάτευσε και δεν αισθάνθηκα να με πιέζουν τα επίγεια και οι βιοτικές ανάγκες. Ο Σεργέι είναι ένας νεαρός και φτωχός μοναχός, που δεν έχει τίποτα στον κόσμο. Είναι 29 ετών και βρίσκεται στο Αγ. Όρος ήδη 14 χρόνια. Ασκητεύει σ’ ένα από τα πιο σκληρά μέρη του Όρους – στα Καρούλια- και είναι υποτακτικός του Αββα Παμβώ.

Οι μοναχοί αυτού του τόπου είναι πραγματικά σταυρωμένοι μεταξύ ουρανού και γης και σε πολλούς απ’ αυτούς δε μπορείς να φτάσεις εάν δε σου ρίξουν μια σκάλα.
Όταν είδα για πρώτη φορά τον Σέργιο είπα ¨κοίτα ένας αληθινός χριστιανός που δεν έχει καθόλου πονηρία¨ εξαιτίας της ψυχικής γαλήνης με την οποία με πλησίασε. Είχε έρθει στη σκήτη Λάκκου, για τη γιορτή του Αγ. Δημητρίου κι ενώ εμείς είχαμε έρθει με το λεωφορείο, αυτός είχε έρθει από την Αγ. Παύλου περπατώντας τρεις ώρες.
Ήρθε και μου μίλησε με τα ελάχιστα ρουμάνικα που γνώριζε, αλλά πέρα από τα λόγια, αισθάνθηκα ότι ο Σέργιος δεν έχει φέρει μαζί του στο Όρος καμία από τις πονηριές του αιώνος τούτου, ούτε μια βρώμικη σκέψη, αλλά μόνο την αθωότητα της παιδικής του ηλικίας. Και από πάνω θεωρεί ότι δεν υπέφερε αρκετά ακόμη κι αν οι γονείς του – γιατροί χειρούργοι και οι δύο – σκοτώθηκαν στην Τσετσενία όταν ο Σέργιος ήταν 12 ετών. ¨Τι είναι τα βάσανα μου μπροστά σ΄ αυτά του Χριστού; ¨ Αυτόν την αδελφή του και τον αδελφό του, τους υιοθέτησε μια οικογένεια γιατρών, χειρουργοί και αυτοί, οι οποίοι πήγαν στην Τσετσενία αλλά γλύτωσαν. Απαλλαγμένος από τις βιοτικές μέριμνες, έχει τόσην ελευθερία, που εμείς του κόσμου δύσκολα μπορούμε να την αποκτήσουμε. Γι’ αυτό αλλά και για την παντοτινή του χαρά να βλέπει στον καθένα μας το Θεό, τον ζήλεψα. Όταν τον ρώτησα,τι έκανε με το σχολείο αφού έφυγε από το σπίτι τόσο νωρίς, μου είπε. «Αν ήξερα όσα ξέρετε εσείς και δεν ήξερα πώς να σώσω την ψυχή μου, τι θα μου χρησίμευε;».
''Εφοίτησα λίγους μήνες στην Αθωνιάδα και κατάλαβα ότι όπου υπάρχει η σοφία του Θεού, δε χρειάζεται η εγκόσμια μόρφωση. Το Θεό μπορείς να Τον αγαπήσεις, αλλά ποτέ να Τον σκεφτείς.''
Αμήν, του απάντησα , ενώ κατεβαίναμε το μονοπάτι μεταξύ Σιμωνόπετρας και Γρηγορίου για τη γιορτή της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας. Είπαμε κι άλλα με το Σέργιο, στον οποίο όλο φώναζα, ¨ Σιγά πιο σιγά¨. Μου έλεγε ότι δε μπορεί να πάει πιο σιγά επειδή πάντοτε σκέφτεται το θάνατο, την κόλαση, την κρίση – άλλες φορές τον παράδεισο και την Ανάσταση- και ξεχνάει να περπατήσει αργά.
Φθάσαμε αργά και δεν ξεκουραστήκαμε παρά στις τρεις το πρωί και για δύο ώρες. Το πρωί χαιρετηθήκαμε επειδή ο αββάς Παμβώ του είχε δώσει τριήμερη άδεια για να προσκυνήσει και τώρα βιαζόταν να επιστρέψει στην υπακοή του.
Κοιτάζοντας τον προχωρώντας, σκέφτηκα ότι τα βήματα των μοναχών ζωγράφιζουν κάτι σαν ουράνια νησιά στο Άγιον Όρος.


www.agiooros.net/

Κυριακή ΙΓ' Λουκά (η προσκόληση στα χρήματα)

(Λουκ. 18, 18-27)

Η διήγηση της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής αποτελεί ως προς το περιεχόμενό της συνέχεια της παραβολής του άφρονα πλουσίου που ακούσαμε την περασμένη Κυριακή. Εκεί ο Χριστός αποκάλεσε άφρονα τον άνθρωπο που φροντίζει μόνο για την δική του προσωπική απόλαυση και γίνεται δέσμιος του εγωισμού του και τελικά της ολιγοπιστίας του προς τον Θεό. Σήμερα, στον άρχοντα που Τον ρωτά τί πρέπει να κάνει για να κερδίσει την αιώνιο ζωή, του απαντά να τηρεί τις εντολές της Παλαιάς Διαθήκης. Και στην απόκριση του ανθρώπου ότι από μικρός τηρεί αυτές τις εντολές, ο Κύριος τον καλεί να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Λυπήθηκε ο άρχοντας κι έφυγε, και ο Χριστός μονολόγησε: “πόσο δύσκολο είναι να μπουν στη βασιλεία του Θεού εκείνοι που έχουν χρήματα”, πιο δύσκολο και από το να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας1. “Και ποιός μπορεί τελικά να σωθεί;”, Τον ρώτησαν. Κι Εκείνος απάντησε ότι τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό.
Όπως στην παραβολή του άφρονα πλουσίου ο Χριστός δεν κατέκρινε τα υλικά αγαθά αλλά την προσκόλληση του ανθρώπου σε αυτά, έτσι και σήμερα, δεν κατακρίνει τα χρήματα, αλλά την αδυναμία του ανθρώπου ή την απροθυμία του να αποχωριστεί τον πλούτο προκειμένου να κερδίσει την αιωνιότητα. Πολλοί θεωρούν ότι ο Χριστός εξαιρεί από τον Παράδεισο όλους εκείνους που διαθέτουν χρήματα ή υλικά αγαθά, ότι καταδικάζει εκ προοιμίου τους πλούσιους και ότι μας θέλει φτωχούς, ρακένδυτους, κακομοίρηδες. Αυτό είναι μια μεγάλη παρεξήγηση, και φαίνεται καθαρά από τη σημερινή αφήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά.
Φαίνεται καταρχάς από την πρώτη απάντηση που δίνει ο Χριστός στον άρχοντα, ότι για να κερδίσει την αιώνιο ζωή αρκεί να τηρεί τις εντολές του Θεού. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος που διηγείται το ίδιο περιστατικό2, τονίζει μια σημαντική λεπτομέρεια: ο πλούσιος τον ρωτά τί πρέπει επιπλέον να κάνει, ώστε να είναι τέλειος, και τότε ο Χριστός του απαντά να πουλήσει τα υπάρχοντά του και να Τον ακολουθήσει. Επομένως, και από τις δύο διηγήσεις φαίνεται ότι το πρώτιστο που ζητά ο Θεός από εμάς είναι να σεβόμαστε και να τηρούμε τις εντολές του Θεού, να είμαστε δίκαιοι και άνθρωποι αγάπης.
Ότι ο Χριστός δεν απορρίπτει τους πλούσιους φαίνεται επίσης και από το ότι δεν θεωρεί πως είναι αδύνατο να σωθούν, αλλά δύσκολο. Τόσο δύσκολο, που χρειάζεται η βοήθεια του ίδιου του Θεού. Και τούτο επειδή ο άνθρωπος που κατέχει πολλά χρήματα εύκολα προσκολλάται στα υλικά αγαθά και εξαρτάται από αυτά, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να απεγκλωβιστεί από το κυνήγι του χρήματος, της άνεσης και της ευημερίας. Όταν όλα αυτά αποκτήσουν τόση μεγάλη σημασία και γίνουν προτεραιότητα στη ζωή μας, τότε και η καρδιά μας γίνεται σκληρή απέναντι στο συνάνθρωπο και απέναντι στον ίδιο το Θεό. Άρα ο Χριστός δεν καταδικάζει αυτόν καθαυτό τον πλούτο, αλλά την προσκόλληση σε αυτόν, την ψυχική εξάρτηση, την προσκόλληση της καρδιάς μας σε αυτόν. Και γι' αυτό λέει ότι είναι πιο εύκολο να περάσει μια καμήλα μέσα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά ένας εξαρτημένος από τα χρήματα πλούσιος.
Ίσως νομίσουμε ότι τα λόγια αυτά του Κυρίου δεν μας αφορούν άμεσα, μιας που η πλειονότητά μας δεν είμαστε πλούσιοι. Ωστόσο, ο κίνδυνος να προσκολληθεί η καρδιά μας και η φροντίδα μας στα βιοτικά πράγματα, στην απόκτηση αγαθών και στην επιδίωξη του πλούτου, είναι κοινός για τον κάθε άνθρωπο. Όπως είναι κοινός και ο πνευματικός κίνδυνος να θέσουμε όλες αυτές τις υλικές μέριμνες στην κορυφή των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Το βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, με πόση αγωνία και άγχος ο σύγχρονος άνθρωπος κυνηγά την ευημερία και γίνεται δέσμιος του καταναλωτικού πνεύματος. Βλέπουμε πώς ο αγώνας για την απόκτηση όλο και περισσοτέρων αγαθών καταλήγει σε μια ατέρμονη αίσθηση του ανεκπλήρωτου μέσα μας.
Μέσα μας όμως οφείλουμε να αναζητήσουμε την προσωπική μας ευτυχία. Μέσα μας οφείλουμε να ανακαλύψουμε το θησαυρό μας. Μέσα μας βρίσκεται η Βασιλεία του Θεού3, στην αγάπη και τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο αγώνας μας αυτός για την εσωτερική μας τελείωση δεν είναι εύκολος, έχει ως εμπόδιο την ίδια μας τη διάθεση να θέτουμε σε πρώτη προτεραιότητα τα βιοτικά, τα υλικά, τα χρήματα. Δεν είναι όμως ένας αγώνας ατελέσφορος. Αρκεί να μη ξεχνάμε, μέσα στην καθημερινότητά μας, να στρέφουμε το βλέμμα μας και την ελπίδα μας στον Θεό, τον μόνο που μπορεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά και κατορθωτά.

1 Λουκ. 18, 24-25.
2 Ματθ. 19, 16-26.
3 Λουκ. 17, 21: “ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν”.


undefined


Πρωτότυπο κείμενο από Απλά & Ορθόδοξα - π. Χερουβείμ Βελέτζας: http://xerouveim.blogspot.com/2009/11/29-11-09.html#ixzz1elX0BGx3

Κυριακή ΙΓ. Λουκά – η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ., λόγοι Μ. Βασιλείου και Μ. Αθανασίου περι ακτημοσύνης και μοναχικής αποταγής.

Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: Ιη. 18 – 27.
Τω καιρώ εκείνω, επηρώτησεν τον Ιησούν τις αυτόν άρχων λέγων: διδάσκαλε αγαθέ, τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω? Είπε δέ αυτώ ο Ιησούς: τί με λέγεις αγαθόν? Ουδείς αγαθός, ει μή είς, ο Θεός. Τας εντολάς οίδας” μή μοιχεύσης, μή φονεύσης, μή κλέψης, μή ψευδομαρτυρήσης, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. Ο δέ είπε: ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Ακούσας δέ ταύτα ο Ιησούς είπεν αυτώ: έτι έν σοι λείπει, πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ο δέ ακούσας ταύτα περίλυπος εγένετο’ ήν γάρ πλούσιος σφόδρα. Ιδών δέ αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον, είπε: πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού! Ευκοπώτερον γάρ εστι κάμηλον δια τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν, ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Είπον δέ οι ακούσαντες: και τίς δύναται σωθήναι? Ο δέ είπε: τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν.
Απόδοση.
Κάποιος άρχοντας τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς “αγαθό;” Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας: ο Θεός. Τις εντολές τις ξέρεις: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μη¬τέρα σου». Κι εκείνος του είπε: «Όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου». Όταν τ’ άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Ένα ακόμη σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό και έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις εκείνος τ’ άκουσε αυτά, πολύ στενοχωρήθηκε, γιατί ήταν πάμπλουτος.
Όταν ο Ιησούς τον είδε πολύ στενοχωρημένο, είπε: «Πόσο δύ¬σκολα αυτοί που έχουν τα χρήματα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού! Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυ¬πα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όσοι τον άκουσαν είπαν: “Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».
Επιμέλεια κειμένου, Ιωάννης Τρίτος.
Α) Αγίου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας του Μεγάλου
Β) Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας του Μεγάλου
Λόγοι περί ακτημοσύνης και μοναχικής αποταγής
«Έτι εν σοι λείπει. Πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς,
και έξεις θησαυρόν εν ουρανοίς, και δεύρο ακολούθει μοι»
Α.
Ο φιλάνθρωπος Θεός, που φροντίζει για την σωτηρία μας, όρισε για τους ανθρώπους δύο τρόπους ζωής, την συζυγία και την παρθενίαν. Ώστε όποιος δεν ημπορεί να υπομείνη το άθλημα της παρθενίας, να έρθη σε κοινωνία γάμου με γυναίκα, γνωρίζοντας ότι θα ζητηθή λόγος για την σωφροσύνη, τον αγιασμό και την ομοίωσή του με τους αγίους εκείνους που είχαν σύζυγο και ετεκνοτρόφησαν. Τοιούτος ήταν στην Παλαιά Διαθήκη ο Αβραάμ, το μέγα καύχημα του οποίου ήταν ότι προετίμησε τον Θεόν και εδέχθη να θυσιάση τον μονογενή υιόν του χωρίς οίκτον. Είχε δε και τις θύρες της σκηνής του ανοικτές, έτοιμος να δεχθή αυτούς που επρόκειτο να φιλοξενηθούν. Δεν ήκουσε το «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος τοις πτωχοίς». Ακόμη μεγαλυτέραν αρετήν επέδειξεν ο Ιώβ και άλλοι πολλοί, όπως ο Δαυίδ και ο Σαμουήλ. Στην Καινή Διαθήκη τοιούτοι υπήρξαν ο Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι. Θα ζητηθούν λοιπόν από κάθε άνθρωπον οι καρποί της προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπης και θα τιμωρηθή όποιος παραβή αυτές ή κάποιες από τις άλλες εντολές. Αυτό δηλώνει και ο Κύριος στα Ευαγγέλια λέγοντας: «Ο αγαπών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος», και «oς ου μισεί τον πατέρα αυτού και την μητέρα αυτού και την γυναίκα και τα τέκνα, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου είναι μαθητής».
Άραγε το σκέπτεσαι, ότι και στους εγγάμους απευθύνονται τα Ευαγγέλια; Ιδού, σου έγινε σαφές ότι η υπακοή στο Ευαγγέλιον θα ζητηθή από όλους τους ανθρώπους, μοναχούς και εγγάμους. Διότι θα είναι αρκετή, γι’ αυτόν που ήλθε σε γάμου κοινωνίαν, η παραχώρησις της ακρατείας και της επιθυμίας και συνουσίας προς το θήλυ. Όλα τα άλλα που αναφέρουν οι εντολές, έχουν νομοθετηθή για όλους και δεν είναι ακίνδυνα για τους παραβάτες. Διότι όταν ο Χριστός ευηγγελίζετο τις εντολές του Πατρός, απηυθύνετο προς αυτούς που ζουν στον κόσμο. Και κάποτε που συνέβη να ερωτηθή ιδιαιτέρως από τους μαθητάς του, τους διαβεβαίωσε λέγοντας: «Α δε υμίν λέγω, πάσι λέγω».
Μην επαναπαυθής λοιπόν εσύ, που προετίμησες τον γάμον, σαν να έχης δικαίωμα να ζήσης με τρόπον κοσμικόν. Οφείλεις να καταβάλης περισσοτέρους κόπους και προσοχήν για να επιτύχης την σωτηρίαν, αφού εξέλεξες να ζης μέσα στις παγίδες και στο βασίλειον των δυνάμεων της αποστασίας και έχεις εμπρός στα μάτια σου τους ερεθισμούς των αμαρτιών και διεγείρεις όλες σου τις αισθήσεις νύκτα και ημέρα προς την επιθυμίαν αυτών. Γνώριζε λοιπόν ότι δεν θα αποφύγης την πάλη προς τον αποστάτην, ούτε θα ημπορέσης να τον νικήσεις χωρίς να κοπιάσης πολύ για την τήρηση των ευαγγελικών εντολών. Διότι πώς θα αρνηθής την μάχη προς τον εχθρόν, ενώ ζης μέσα στο σκάμμα της μάχης; Και αυτό είναι ολόκληρος η γη, στην οποίαν ο εχθρός, όπως διδασκόμεθα από το βιβλίον του Ιώβ, περιφέρεται και περιπατεί ως λυσσασμένος σκύλος, αναζητώντας ποίον να καταπίη. Εάν λοιπόν αρνήσαι την μάχη προς τον ανταγωνιστήν, να μεταβής σε άλλον κόσμον, όπου αυτός δεν υπάρχει. Εάν όμως τούτο είναι αδύνατον, σπεύσε να μάθης πώς να αγωνίζεσαι εναντίον του, διδασκόμενος την τέχνη της πάλης από τις Γραφές, ώστε να μην ηττηθής από αυτόν εξ αγνοίας, και παραδοθής στο αιώνιον πυρ.
Και αυτά μεν ελέχθησαν προς τους εγγάμους, εκείνους που δεν έχουν αγωνιστικόν φρόνημα και αμελούν όσον αφορά στην τήρηση των εντολών του Χριστού. Συ όμως, ο εραστής του ουρανίου πολιτεύματος και πραγματευτής της αγγελικής διαγωγής, συ που επιθυμείς να γίνης συστρατιώτης των αγίων μαθητών του Χριστού, τόνωσε τον εαυτόν σου προς υπομονήν των θλίψεων και πρόσελθε ανδρείως στην σύγκλητο των μοναχών. Στην αρχή της αποταγής σου να φερθής με γενναιότητα ώστε να μην παρασυρθής από την σφοδρά συμπάθεια προς τους κατά σάρκα συγγενείς, ενισχυόμενος από το ότι θα ανταλλάξης τα θνητά με τα αθάνατα. Και όταν εγκαταλείπης τα πράγματα που σου ανήκαν, να είσαι άκαμπτος και βέβαιος ότι τα αποστέλλεις στους ουρανούς, αφού με το να τα αποκρύπτης στους κόλπους των πτωχών, τα ευρίσκεις πολύ επηυξημένα κοντά στον Θεόν. Όσον αφορά στην ιδική μου ζωήν, και εγώ εδαπάνησα πολύν χρόνον στην ματαιότητα και ηφάνισα όλην σχεδόν την νεότητά μου στην ματαιοπονία, στην αδιάκοπο δηλαδή μέριμνα με την πρόσληψη των μαθημάτων της «υπό του Θεού μωρανθείσης σοφίας». Όταν όμως κάποτε, σαν να εξύπνησα από βαθύν ύπνον, έστρεψα την προσοχή μου προς το θαυμαστόν φως της αληθείας του Ευαγγελίου και συγχρόνως κατενόησα το άχρηστον «της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων», εθρήνησα πολύ για την ελεεινήν μου ζωή και παρακαλούσα να μου δοθή χειραγωγία για να εισαχθώ στα δόγματα της ευσεβείας. Και μάλιστα πριν από όλα, εφρόντισα να διορθώσω κάπως το ήθος μου, το οποίον από την μακροχρόνιο συναναστροφή μου με τους φαύλους είχε διαστραφή. Διαβάζοντας λοιπόν το Ευαγγέλιον, είδα εκεί ότι το μεγαλύτερον εφόδιο προς τελείωσιν είναι η πώλησις των υπαρχόντων και η διάθεσίς των προς τους πτωχούς αδελφούς, και γενικώς η αμεριμνησία για την ζωήν αυτήν και το να μην επιστρέφη η ψυχή προς καμμίαν συμπάθεια προς τα παρόντα.
Πράγματι, αυτός που κατέχεται από την σφοδράν επιθυμία να ακολουθήση τον Χριστόν, δεν ημπορεί πλέον να επιστρέψη σε κανένα από τα εγκόσμια ούτε στην αγάπη των γονέων ή των οικείων. Όταν αυτή αντιτίθεται στα προστάγματα του Κυρίου, τότε έχει θέση και το «ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα αυτού και την μητέρα» και τα λοιπά─. Ούτε να υποχωρήση στον ανθρώπινον φόβον, όταν πρόκειται για το συμφέρον της ψυχής, πράγμα που κατώρθωσαν οι άγιοι, ούτε να δειλιάση από τον χλευασμόν των καλών έργων εκ μέρους των εκτός της Εκκλησίας, ώστε να νικηθή από την περιφρόνησή των. Εάν όμως θέλη να γνωρίση ακριβέστερα και σαφέστερα το σθένος και τον πόθον αυτών που ακολουθούν τον Κύριον, ας ενθυμηθή τον Απόστολον, ο οποίος αναφερόμενος στον εαυτόν του και προς ιδικήν μας διδασκαλία λέγει: «Ει τις δοκεί πεποιθέναι εν σαρκί (να βασισθή δηλαδή στα νομικά, τα σωματικά), εγώ μάλλον. Περιτομή οκταήμερος, εκ γένους Ισραήλ., φυλής Βενιαμίν, Εβραίος εξ Εβραίων, κατά νόμον φαρισαίος, κατά ζήλον διώκων την Εκκλησίαν, κατά δικαιοσύνην την εν νόμω γενόμενος άμεμπτος. Αλλά άτινα ην μοι κέρδη, ταύτα ήγημαι δια τον Χριστόν ζημίαν. Αλλά μεν ουν και θεωρώ πάντα ζημίαν είναι δια το υπερέχον της γνώσεως Χριστού Ιησού του Κυρίου ημών δι’ ον τα πάντα εζημιώθην, και ηγούμαι σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδίσω». Και πράγματι, για να είπω κάτι τολμηρόν μεν, όμως αληθινόν, εάν ο Απόστολος παρομοίασε τα ίδια τα προνόμια του νόμου, τα οποία ο Θεός είχε δώσει για κάποιαν εποχήν, προς τα απόπτυστα περιττώματα του σώματος, τα οποία επειγόμεθα εξαιρετικώς να αποβάλωμε, επειδή ακριβώς τα έκρινεν ως εμπόδια για την γνώση του Χριστού και την δικαιοσύνην αυτού και για την συμμόρφωσή μας προς τον θάνατον αυτού, τι θα έλεγε κανείς για εκείνα που αποτελούν κανονισμούς ανθρωπίνους; Και γιατί χρειάζεται να επιβεβαιώσωμε τον λόγο με ιδικούς μας συλλογισμούς και με τα παραδείγματα των αγίων; Υπάρχει η δυνατότης να παραθέσωμε τα ίδια τα λόγια του Κυρίου και με αυτά να πείσωμε την φοβισμένην ψυχήν, αφού ο ίδιος διακηρύσσει σαφώς και αναντιρρήτως: «Ούτως ουν πας εξ υμών, ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσι, ου δύναταί μου είναι μαθητής», και προς τον πλούσιο νέο, μετά το: «ει θέλεις τέλειος είναι», πρώτα είπε: «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς» και έπειτα προσέθεσε το: «Δεύρο, ακολούθει μοι». Αλλά και στη παραβολή του εμπόρου είναι, για κάθε συνετόν άνθρωπο, σαφές ότι στο ίδιο μας οδηγεί: «Ομοία εστί», λέγει «η βασιλεία των ουρανών, ανθρώπω εμπόρω ζητούντι καλούς μαργαρίτας, ος ευρών ένα πολύτιμον μαργαρίτην, απελθών επώλησε πάντα όσα είχε και ηγόρασεν αυτόν». Είναι πράγματι φανερόν, ότι ο πολύτιμος μαργαρίτης έχει τεθή εδώ ως παρομοίωσις της επουρανίου βασιλείας, την οποίαν ο λόγος του Κυρίου μάς δεικνύει ότι είναι αδύνατον να επιτύχωμε εάν δεν θυσιάσωμε ως αντάλλαγμα όλα τα υπάρχοντά μας, και πλούτον και δόξαν και οικογένειαν και ό,τι άλλο θεωρείται από τους πολλούς σπουδαίο. Έπειτα ο Κύριος διεκήρυξε ότι είναι αδύνατον να κατορθωθή το επιζητούμενον, όταν ο νους διασκορπίζεται σε διάφορες φροντίδες: «Ουδείς δύναται», είπε «δυσί κυρίοις δουλεύειν», και πάλιν, «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Έναν θησαυρό λοιπόν πρέπει να εκλέξωμε, τον επουράνιον, ώστε σ’ αυτόν να έχωμε την καρδία μας. «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός σου, εκεί και η καρδία σου έσται», λέγει ο Κύριος. Εάν λοιπόν αφήσωμε για τους εαυτούς μας κάποιο κτήμα γήινον και φθαρτήν περιουσίαν, επειδή ο νους θάπτεται σ’ αυτά ωσάν σε βόρβορον, η ψυχή κατ’ ανάγκη δεν θα ημπορή να ιδή τον Θεόν ούτε να κινηθή προς επιθυμίαν του επουρανίου κάλλους και των αγαθών που σύμφωνα με τις επαγγελίες έχουν ετοιμασθή για εμάς. Την απόκτησιν αυτών μας είναι αδύνατον να την επιτύχωμε, εάν ένας απερίσπαστος και σφοδρότερος πόθος δεν μας οδηγή να τα ζητούμε και δεν ανακουφίζη τον κόπο που τα συνοδεύει.
Η αποταγή λοιπόν, όπως απέδειξεν ο λόγος, είναι λύσις των δεσμών της υλικής αυτής και προσκαίρου ζωής, και ελευθερία από τις ανθρώπινες υποχρεώσεις, η οποία μας καθιστά ικανωτέρους να πάρωμε τον δρόμο που οδηγεί προς τον Θεόν. Είναι αφετηρία μιας οδού άνευ εμποδίων προς απόκτηση και χρήση πραγμάτων πολυτίμων «υπέρ χρυσίον και λίθον τίμιον πολύν» και, με λίγα λόγια, μετάθεσις της ανθρωπίνης καρδίας προς την ουράνιον πολιτείαν, ώστε να ημπορούμε να λέγωμεν ότι «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει». Και το ακόμη μεγαλύτερον, είναι αρχή της ομοιώσεώς μας προς τον Χριστόν, ο οποίος «δι’ ημάς επτώχευσεν, πλούσιος ων». Εάν δεν κατορθώσωμε αυτή την ομοίωση, είναι αδύνατον να φθάσωμε στον κατά το Ευαγγέλιον του Χριστού τρόπον ζωής. Διότι πώς ημπορεί να κατορθωθή η συντριβή της καρδίας, ή η ταπείνωσις του φρονήματος, ή η απαλλαγή από τον θυμόν, από την λύπην, από τις φροντίδες, και με ένα λόγον, από τα ολέθρια πάθη της ψυχής, μέσα στον πλούτο, στις βιοτικές μέριμνες και στην προσκόλληση και εξοικείωση με όλα αυτά; Πράγματι, όταν ένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να μεριμνά ούτε γι’ αυτά τα αναγκαία, όπως για την τροφή και το ένδυμα, ποία λογική του επιτρέπει να συμπνίγεται, ως από ακάνθες, από τις πονηρές μέριμνες του πλούτου, οι οποίες εμποδίζουν την καρποφορία του σπόρου που σπείρει ο γεωργός των ψυχών μας; Διότι αυτός ο Κύριός μας είπε: «Ούτοι εισίν οι εις τας ακάνθας σπαρέντες, οι υπό μεριμνών και πλούτου και ηδονών του βίου συμπνίγονται, και ου τελεσφορούσιν». Συνδέει δηλαδή τον πλούτο με τις ηδονές.
Β. Πράγματι, τα χρήματα είναι το όργανον του απολαυστικού βίου. Κατάργησε λοιπόν πρώτα την εμπαθή σου τέχνην, δηλαδή την γαστριμαργία και την καλοπέραση, και έτσι θα ημπορέσης ευκόλως να περικόψης τον όγκο των χρημάτων σου. Είναι βαρύ, πιστεύω, ενώ υπάρχει αυτή η τέχνη, να μην υπάρχει το όργανο. Διότι όποιος δεν απέβαλε το πρώτο, πώς θα ημπορέση να εκδιώξη το δεύτερο; Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Σωτήρ, κατά την συζήτησή του με τον πλούσιο νεανία, δεν τον προστάσσει αμέσως να αποβάλη τα χρήματα, αλλά προηγουμένως τον ερωτά εάν έχη τηρήσει τις εντολές του νόμου. Και όπως θα έκαμε κάθε γνήσιος διδάσκαλος, τον ερωτά: Εάν έμαθες τα γράμματα του αλφαβήτου, εάν εδιδάχθης τις συλλαβές, εάν έχης μάθει τουλάχιστον τα ονόματα, προχώρησε λοιπόν και στην τελειοτάτην ανάγνωση. Δηλαδή «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι». Και νομίζω ότι εάν δεν έδιδε την διαβεβαίωσιν ότι έχει εκτελέσει αυτά τα οποία του εζητήθησαν, δεν θα τον προέτρεπε προς την ακτημοσύνη. Διότι ποίος θα ημπορούσε να προχωρήση στην ανάγνωσιν, αφού δεν εγνώριζε να συλλαβίζη;
Είναι τέλειον αγαθόν η ακτημοσύνη, για όσους έχουν την δυνατότητα. Αυτοί που την υπομένουν, αισθάνονται στην σάρκα μίαν στενοχωρία, στην ψυχήν όμως έχουν άνεση. Όπως ακριβώς τα στερεά ενδύματα, εάν πατηθούν και περιστραφούν βιαίως, πλένονται και καθαρίζονται, έτσι και η δυνατή ψυχή, με την εκούσια πτωχεία γίνεται πολύ σταθερά. Αυτοί όμως που έχουν ασθενέστερον λογισμό, παθαίνουν το αντίθετο. Διότι μόλις ολίγον πιεσθούν, καταστρέφονται σαν τα εσχισμένα ενδύματα, χωρίς να ημπορούν να υπομείνουν την πλύση που προξενεί η αρετή. Και ενώ ένας είναι ο τεχνίτης, το τέλος των ενδυμάτων είναι διαφορετικό. Διότι αυτά μεν σχίζονται και καταστρέφονται, ενώ εκείνο καθαρίζεται και ανανεώνεται. Θα ημπορούσε λοιπόν κανείς να ειπή ότι η ακτημοσύνη είναι κειμήλιον αγαθόν για όσους έχουν ανδρείον φρόνημα. Διότι αποτελεί χαλινόν των πρακτικών αμαρτημάτων.
Πρώτα όμως πρέπει κανείς να εξασκηθή με τους κόπους. Εννοώ την νηστεία, την χαμαικοιτία και την λοιπήν άσκηση και με τον τρόπον αυτό να αποκτήση αυτήν την αρετή. Διότι όσοι δεν ενήργησαν έτσι, αλλά έσπευσαν αιφνιδίως να απορρίψουν την περιουσία των, ως επί το πλείστον μετενόησαν. Καλή λοιπόν η ακτημοσύνη, γι’ αυτούς που είναι συνηθισμένοι στις αρετές. Διότι, αφού απέβαλαν όλα τα περιττά, στρέφουν το βλέμμα προς τον Κύριον, ψάλλοντας καθαρώς το Θείον εκείνο λόγιον το οποίο λέγει: «Οι οφθαλμοί ημών προς σε ελπίζουσι. Και συ δίδως την τροφήν τοις αγαπώσι σε εν ευκαιρία (στην κατάλληλη στιγμή δηλαδή)». Και με άλλον τρόπο πάλιν ωφελούνται από την αποβολήν του πλούτου. Επειδή δεν έχουν τον νου των στους θησαυρούς της γης, ενδύονται την βασιλεία των ουρανών και εφαρμόζουν με ακρίβεια αυτό που λέγει ο υμνωδός Δαυίδ. «Κτηνώδης εγενήθην παρά σοι (δηλαδή υπάκουος και χωρίς απαιτήσεις)». Διότι όπως ακριβώς τα υποζύγια ζώα, κάμνουν την εργασία τους και αρκούνται μόνο στις τροφές που έχουν ανάγκη για να ζήσουν, έτσι και οι εργάτες της ακτημοσύνης, Θεωρούν τα χρήματα μηδαμινά, εργάζονται δε μόνον για την καθημερινήν τροφήν που χρειάζεται το σώμα. Αυτοί κρατούν το θεμέλιον της πίστεως. Προς αυτούς έχει λεχθή από τον Κύριο, να μη μεριμνούν για την αύριον, και ότι «τα πετεινά του ουρανού ου σπείρει, ουδέ θερίζει, και ο Πατήρ ο ουράνιος τρέφει αυτά». Σε αυτά τα λόγια εβασίσθησαν, αφού είναι λόγια του Θεού και λέγουν με παρρησία το γραφικόν εκείνο λόγιον: «Επίστευσα, διό ελάλησα».
Αλλά και ο εχθρός, από τους ακτήμονες υφίσταται μεγαλυτέραν ήττα, διότι δεν έχει σε τι να τους βλάψη. Επειδή οι περισσότερες από τις θλίψεις και τους πειρασμούς προέρχονται από τις χρηματικές ζημίες. Πράγματι, τι έχει να κάμη στους ακτήμονες; Τίποτε. Να κάψη χωράφια; Δεν έχουν. Να αφανίση τα ζώα τους; Ούτε από αυτά διαθέτουν. Να κάμη κακό στα φίλτατά των πρόσωπα; Αλλά και αυτά τα αποχαιρέτησαν προ πολλού. Είναι μεγίστη λοιπόν μάστιγα κατά του εχθρού, και πολύτιμος θησαυρός για την ψυχήν η ακτημοσύνη.
Αυτά σας τα λέγω για να σας ασφαλίσω από τον εχθρόν. Δεν αρμόζουν όμως οι λόγοι μου σε όλους, αλλά μόνον σε αυτούς που επιθυμούν τον μοναχικόν βίον. Διότι όπως ακριβώς δεν είναι κατάλληλος μία και η αυτή τροφή για όλα τα ζώα, έτσι και σε όλους τους ανθρώπους δεν συμφέρει ο ίδιος λόγος. «Ου δει γαρ οίνον νέον», λέγει, «βαλείν εις ασκούς παλαιούς». Πράγματι, διαφορετικά διατρέφονται εκείνοι που εμφορούνται από την επιθυμία της θεωρίας και της γνώσεως, διαφορετικά εκείνοι που γεύονται την ασκητικήν και πρακτικήν ζωή, διαφορετικά δε, κατά την δύναμή τους, εκείνοι που ζουν στον κόσμο και επιδιώκουν τα έργα της δικαιοσύνης. Όπως δηλαδή από τα ζώα άλλα μεν ζουν στην ξηράν, άλλα στο ύδωρ και άλλα στον αέρα, έτσι και οι άνθρωποι: άλλοι μεν κατέχουν τον μέσον τρόπον ζωής, όπως τα χερσαία, άλλοι δε ατενίζουν προς τα ύψη ωσάν τα πετεινά, άλλοι δε έχουν καλυφθή από τα ύδατα των αμαρτιών όπως οι ιχθύες. Διότι λέγει: «Ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και κατεπόντισέ με καταιγίς πολλών αμαρτημάτων». Και αυτή μεν είναι η φύσις των ζώων. Εμείς όμως, αναπτερωμένοι σαν τους αετούς, ας ανέλθωμε στα υψηλότερα και ας «καταπατήσωμεν λέοντα και δράκοντα». Ας γίνομε κύριοι εκείνου που κάποτε ήταν άρχοντας. Αυτό όμως θα το επιτύχωμε εάν όλην μας την διάνοια την προσφέρωμε στον Σωτήρα.
Ο πόθος αυτής της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς στον Θεόν των όλων είναι που παρακινεί όσους θέλουν να ανέλθουν υψηλά στην επιλογήν του ελαφρού φορτίου της ακτημοσύνης. Απαρνούνται τις κοσμικές φροντίδες και, ακολουθώντας το πατερικόν απόφθεγμα: «ακτήμων μοναχός, αετός υψιπέτης», καταλαμβάνουν τις ερήμους και επιδίδονται αποκλειστικώς στον μεγαλειώδη αγώνα της ενώσεως με τον Θεόν. Αυτήν την οδόν ηκολούθησαν όλοι οι πατέρες του μοναχισμού, ως αντιπρόσωπο των οποίων ας αναφέρωμε τον ηγέτην και καθηγητήν της ερήμου Αντώνιον τον Μέγαν, ο οποίος από την πολύ νεαρά του ηλικία είχε αυτόν τον προβληματισμό. Δεν ήταν ακόμη είκοσι ετών όταν, καθώς επήγαινε μίαν ημέρα προς τον ναό, συγκέντρωσε τον νου του και περιπατώντας εσυλλογίζετο πώς οι μεν Απόστολοι εγκατέλειψαν τα πάντα και ηκολούθησαν τον Σωτήρα, οι δε χριστιανοί των Πράξεων επωλούσαν τα υπάρχοντά των και τα έφερναν και τα άφηναν εμπρός στα πόδια των Αποστόλων για να τα μοιράσουν εκείνοι σε όποιους έχουν ανάγκη, ποία δε και πόση αμοιβή τους αναμένει στους ουρανούς. Ενώ λοιπόν εσκέπτετο αυτά, εισήλθε στην Εκκλησία, και συνέβη να αναγινώσκεται την στιγμήν εκείνη το Ευαγγέλιον. Ήκουσε τότε τον Κύριο να λέγη προς τον πλούσιον: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και δεύρο ακολούθει μοι, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ». Και ο Αντώνιος, επειδή είχε, ως από θείον χάρισμα, ζωντανήν μέσα του την μνήμην των αγίων, σαν να έγινε μόνο γι’ αυτόν το ανάγνωσμα, εξήλθεν αμέσως από την Εκκλησία, και τα μεν κτήματα που είχεν από τους προγόνους του (ήσαν περίπου τριακόσια εύφορα και πολύ καλά χωράφια) τα εχάρισε στους συγχωριανούς του, για να μην ενοχλήσουν σε τίποτε αυτόν και την μικρή του αδελφή με την οποίαν έμεινε μετά τον πρόσφατο θάνατο των γονέων του. Όσα δε άλλα είχαν κινητά τα επώλησεν όλα, και, αφού συγκέντρωσε αρκετά χρήματα, τα έδωσε στους πτωχούς, κρατώντας μόνον ολίγα για την αδελφή του. Όταν όμως εισήλθε πάλι στην Εκκλησίαν ήκουσε να λέγη ο Κύριος στο Ευαγγέλιον: «Μη μεριμνήσητε περί της αύριον». Δεν άντεξε τότε να περιμένη άλλο, και αφού εξήλθεν εμοίρασε και εκείνα στους πτωχούς. Ενεπιστεύθη την αδελφή του σε γνωστές και εμπείρους παρθένους, και αφού την παρέδωσε σε παρθενώνα για να ανατρέφεται, ήρχισεν ο ίδιος την ζωήν της ασκήσεως πλησίον της οικίας του, προσέχοντας στον εαυτόν του και ζώντας με καρτερίαν και υπομονήν. Αργότερα, ο πόθος που είχε προς τον Θεόν, τον οδήγησε στην βαθυτέραν έρημον, όπου κατέστη φωστήρ της οικουμένης… Αλλά και το ότι η φήμη του είχε επεκταθή παντού και εθαυμάζετο μεν από όλους, τον αγαπούσαν δε ακόμη και αυτοί που δεν τον είχαν ιδεί, είναι γνώρισμα της αρετής του και της θεοφιλούς ψυχής του. Διότι ο Αντώνιος, καθώς και οι άλλοι υψιπέτες αετοί της ερήμου, δεν έγινε γνωστός από συγγράμματα ούτε από την ανθρωπίνην σοφίαν ούτε από κάποια τέχνην, αλλά μόνον από την θεοσέβειάν του. Και κανείς δεν ημπορεί να αρνηθή ότι αυτό ήταν δώρο του Θεού. Διότι ποίος, ενώ ήταν κρυμμένος και διέμενε στο όρος, θα εγίνετο πασίγνωστος και στην Ισπανία και την Γαλλία και την Αφρικήν, εάν δεν είχε μέσα του τον Θεόν, ο οποίος κάνει γνωστούς παντού τους ιδικούς τον ανθρώπους και μάλιστα το είχε υποσχεθή αυτό και στον Αντώνιον από την αρχή; Και αν αυτοί αποκρύπτουν την ζωή και τις πράξεις των και αν επιδιώκουν να διαφεύγουν της προσοχής των ανθρώπων, ο Κύριος όμως τους προβάλλει ενώπιον όλων ωσάν φώτα, ώστε και με αυτόν τον τρόπο να γνωρίζουν όσοι πληροφορούνται περί αυτών, ότι οι εντολές είναι δυνατόν να κατορθωθούν, και έτσι να αυξάνουν τον ζήλο τους για την οδό της αρετής.
Αυτά όλα ας τα ακούσουν και οι άλλοι αδελφοί, για να μάθουν ποίος πρέπει να είναι ο βίος των μοναχών και να πεισθούν ότι ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός «δοξάζει τους δοξάζοντας αυτόν», και εκείνους που τον υπηρετούν μέχρι τέλους” όχι μόνον στην Βασιλεία των Ουρανών τους οδηγεί, αλλά και στην παρούσα ζωήν, μολονότι αυτοί κρύπτονται και προσπαθούν συνεχώς να αναχωρούν, τους καθιστά παντού φανερούς και περιβοήτους τόσον για την αρετή τους όσον και για την ωφέλεια που προξενούν στους άλλους.
Και εάν χρειασθή, ας αναγνωσθούν αυτά και στους εθνικούς. Ώστε να αντιληφθούν, έστω και με αυτόν τον τρόπον, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός όχι μόνον Θεός είναι και Υιός του Θεού, αλλά ότι και εκείνοι που τον λατρεύουν γνησίως και πιστεύουν σ’ αυτόν ευσεβώς, δηλαδή οι χριστιανοί, αποδεικνύουν εμπράκτως ότι οι δαίμονες, τους οποίους αυτοί οι ειδωλολάτρες θεωρούν ως Θεούς, όχι μόνο δεν είναι θεοί, αλλά και καταπατούνται και καταδιώκονται από αυτούς ως πλάνοι και φθορείς των ανθρώπων, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 421 και εξής.
Επιμέλεια Δημήτρης Δημουλάς

Ομιλία εις την ΙΓ΄ Κυριακή του Λουκά Αρχιμανδρίτου Κοσμά Λαμπρινού

Πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των Ουρανών!»
Χρήμα! Πλούτος! Γενικά η ιδιοκτησία είναι έννοιες που για τη κατάκτηση των οποίων πολύς αγώνας έγινε και γίνεται. Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιθυμεί το χρήμα γιατί του εξασφαλίζει ανέσεις και χαρές της ζωής αυτής. Όμως ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι σκλάβος του χρήματος όπως ο νέος τον οποίο μας παρουσιάζει σήμερα ο ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς.
Ο νέος του Ευαγγελίου πλησίασε το Χριστό και τον ρώτησε πως θα κληρονομούσε την αιώνια ζωή. Ασφαλώς το ερώτημα αυτό είναι πολύ ωραίο γιατί αν δεν είχε μέσα του το «μικρόβιο» της φιλαργυρίας θα τον οδηγούσε στον ουρανό. Ο νέος όμως όταν άκουσε το Χριστό ότι πρέπει να δώσει όλη την περιουσία του στους φτωχούς, να ακολουθήσει το Χριστό με όλες τις συνέπειες που είχε αυτή η ακολουθία (διωγμούς δηλ.) και κατόπιν να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, «περίλυπος γενόμενος», όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής, διότι είχε τεράστια περιουσία, έφυγε από το Χριστό και πήγε στα πλούτη του. Έτσι ο Χριστός είπε ότι είναι δύσκολο ανθρωπίνως να μπει πλούσιος στον Παράδεισο. Δεν είπε ότι είναι αδύνατο. Και οι πλούσιοι αν αποκοπούν από τα πλούτη τους θα γίνουν πολίτες της βασιλείας των ουρανών.
Έτσι γεννάται ένα ερώτημα. Μήπως το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία του Χριστού είναι αντίθετη στον πλούτο και την ιδιοκτησία του ανθρώπου; Κάθε άλλο. Όπως βλέπουμε στην Παλαιά Διαθήκη, αρχικά, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων ο Θεός είπε στους πρωτοπλάστους να κατακυριεύουν (της γης), που σημαίνει ότι θα εργάζονται σ’ αυτήν και θα παίρνουν αμοιβή για τον κόπο τους. Ακόμα, πολύ καλύτερα, στην Καινή Διαθήκη, τώρα, και στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζουμε ότι ο Θεός μακαρίζει αυτούς που δίδουν ελεημοσύνη. «Μακάριον εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν» (Πράξ. 20,35).
Για να δώσει όμως κάποιος σημαίνει ότι έχει. Για παράδειγμα οι άγιες Μυροφόρες που ήταν ευκατάστατες γυναίκες «διηκόνουν Αυτώ (τω Χριστώ) από των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. 8,3). Βοηθούσαν οι μυροφόρες από την περιουσία τους. Αλλά δυστυχώς ενώ αυτές έκαναν καλή διαχείριση του πλούτου που είχαν, ένας «μαθητής», που ήταν μάλιστα και ταμίας στην ομάδα των 12 Μαθητών του Χριστού όχι μόνο δεν βοηθούσε αλλά και έκλεβε από το ταμείο.
Ο Χριστός όμως ενώ το ίδιο το χρήμα δεν το καταδικάζει αυτό καθ’ εαυτό, για τους πλουσίους ομιλεί με τα πιο σκληρά λόγια. «Ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών» (Λουκ. 6,24), τους λέει. Όχι γιατί ο πλούτος είναι από μόνος του κακός, αλλά γιατί οι πλούσιοι εύκολα γίνονται δούλοι του χρήματος και ξεχνούν το Θεό.
Μη νομίζετε όμως ότι και η πτωχεία από μόνη της σώζει τον άνθρωπο, παρ’ όλο που ο Χριστός μακαρίζει τους πτωχούς με τα λόγια «μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Λουκ. 6,20). Και ο πτωχός αν δεν είναι ενωμένος με τη πίστη του Χριστού δεν μπορεί να σωθεί. Απλά έχει περισσότερες πιθανότητες σωτηρίας γιατί δεν θα είναι δεσμευμένος με τα βιωτικά αγαθά.
Σε τελευταία ανάλυση τόσο ο πλούτος όσο και η πτωχεία αν χρησιμοποιηθούν σωστά από τον άνθρωπο θα τον ωδηγήσουν στη βασιλεία των ουρανών. Άρα η Εκκλησία δεν απορρίπτει την ιδιοκτησία αλλά επισημαίνει τους κινδύνους που έχει ο πλούτος για την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Του λέει δηλ. ότι ο πλούτος κάνει τον άνθρωπο δούλο του χρήματος. Κι ενώ αυτός (ο πλούσιος) είναι κύριος, στην ουσία είναι δούλος του μαμμωνά. Κι ενώ ο χριστιανός πλούσιος πρέπει να είναι δούλος του Χριστού, στην ουσία είναι δούλος του χρήματος. Επίσης του επισημαίνει η Εκκλησία ότι το χρήμα μπορεί να τον βάλει σε μεγάλες περιπέτειες πνευματικού περιεχομένου. Μπορεί να τον ρίξει δηλ. στην αμαρτία. Γιατί το χρήμα είναι σαν το νερό. Όταν είναι ήρεμο δροσίζει και ζωογονεί τον άνθρωπο, όταν όμως είναι ορμητικό πνίγει και καταστρέφει ό,τι βλέπει στο δρόμο του. Έτσι και το χρήμα όταν διαχειρίζεται σωστά από τον άνθρωπο τον δροσίζει πνευματικά ενώ όταν κατακυριεύεται απ’ αυτό τον ρίχνει στην αδικία και στην αμαρτία.
Γιατί οι κυνηγοί του χρήματος εύκολα αδικούν τον πλησίον τους, εύκολα φοροδιαφεύγουν ή αμαρτάνουν ποικιλώνυμα τυφλωμένοι από τη λάμψη του χρυσού. Γι’ αυτό και ο Κύριος κάνει την μελαγχολική διαπίστωση «πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλεία του Θεού!». Δεν λέει ότι είναι αδύνατον να σωθούν και οι πλούσιοι αλλά ότι είναι πολύ δύσκολο, όσο δύσκολο είναι μια καμήλα να χωρέσει από τρύπα βελόνας.
Κι όμως ο Χριστός δεν αρνείται στους πλουσίους τη βασιλεία Του. Αρκεί κι αυτοί να χρησιμοποιούν το χρήμα όπως θέλει ο Χριστός. Και ο Χριστός αρχικά θέλει να μην κερδίζουμε περιουσίες με αθέμιτα μέσα αλλά με τον τίμιο ιδρώτα μας. Όχι κλέβοντας και αδικώντας τους συνανθρώπους μας, ούτε αδικώντας τον εργοδότη μας ή και τον εργάτη μας. Και δεύτερον χρησιμοποιώντας την περιουσία μας για το καλό των συνανθρώπων μας. Υπάρχουν πλούσιοι που θα μπορούσαν να θρέψουν ολόκληρους λαούς με τις περιουσίες τους και δεν το κάνουν. Αν το έκαναν αυτό η ελεημοσύνη τους αυτή θα τους έβαζε κατά το λόγο του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην βασιλεία του Θεού.
Στην κατοχή, και στην πόλη της Κοζάνης το 1942-43 ο πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, αρχιμανδρίτης εκείνα τα χρόνια, έλεγε από άμβωνος ότι οι πλούσιοι που κρύβουν στα χρηματοκιβώτιά τους τις περιουσίες τους και δεν τις δίνουν για να σωθούν άνθρωποι που πέθαιναν τα χρόνια εκείνα από τη πείνα ήταν εγκληματίες. Μην νομίζετε όμως ότι μόνο τότε υπήρχε φτώχεια. Και σήμερα υπάρχει. Ίσως όχι σε τέτοια κατάσταση αλλά υπάρχει και πρέπει οι πλούσιοι της εποχής μας να βοηθούν τους ενδεείς ανθρώπους της εποχής μας. Να βοηθούν όσους έχουν ανάγκη βοηθείας γιατί τούτο θα αποτελέσει και ως ευχαριστία προς το Θεό που τους χάρισε την περιουσία.
Ο Θεός δεν έδωσε την περιουσία στον πλούσιο-στον κάθε πλούσιο- για να την κακοδιαχειρίζεται αλλά για να συντηρεί τις ανάγκες των συνανθρώπων του. Αδελφοί μου! Ο νέος του Ευαγγελίου δεν άκουσε τη σύσταση του Χριστού, δεν έβγαλε από μέσα του το σαράκι της φιλαργυρίας και έτσι έχασε την ευκαιρία να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Εμείς που ακούμε το Χριστό τι κάνουμε; Δίνουμε τα φθαρτά, που είναι τα χρήματα, για να αποκομίσουμε τα άφθαρτα της βασιλείας των Ουρανών; Δίνουμε τα παροδικά για να κερδίσουμε τα αιώνια; Κάνουμε σωστή χρήση του χρήματος; Αν ναι, σίγουρα θα κληρονομήσουμε αυτό που ποθεί κάθε ανθρώπινη ψυχή. Την αιώνια ζωή. Αμήν

Κυριακή ΙΓ΄Λουκά

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ
Λκ. 18, 18 – 27

18 Καὶ ἐπηρώτησέ τις αὐτὸν ἄρχων λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 19 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς, ὁ Θεός. 20 τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. 21 ὁ δὲ εἶπε· Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. 22 ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 23 ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. 24 Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! 25 εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 26 εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· Καὶ τίς δύναται σωθῆναι; 27 ὁ δὲ εἶπε· Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.
Ακούσαμε, σήμερα, την δέκατη Τρίτη Κυριακή του ευαγγελιστή Λουκά, αγαπητοί μου αδελφοί, την περικοπή με τον πλούσιο νέο, που ρώτησε τον Χριστό τί πρέπει να κάνει, για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Την ίδια ερώτηση, όπως θυμάστε είχε κάνει και ο νομικός, στον οποίο απάντησε ο Κύριος με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Οδοδείκτης για τη σωτηρία τότε ήταν η τήρηση της εντολής της αγάπης. Και, σήμερα, ακούμε τον Ιησού να φανερώνει τις εντολές του μωσαϊκού νόμου ως οδοδείκτες σωτηρίας, και, ιδιαίτερα, τις εντολές που αφορούν τη μοιχεία, τον φόνο, την κλοπή, την ψευδομαρτυρία και την τιμή προς τους γονείς. Στην επιμονή του άρχοντα ότι φύλαξε από τα παιδικά του χρόνια τις εντολές αυτές, του λέει ο Ιησούς ότι μόνο ένα πράγμα ακόμα του λείπει. Να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους φτωχούς, ώστε να αποκτήσει θησαυρό στον ουρανό και να τον ακολουθήσει. Ο νέος τότε λυπήθηκε βαθειά, καθώς ήταν πολύ πλούσιος. Βλέπουμε έτσι, πώς ο πλούτος μπορεί να γίνει εμπόδιο, για να κληρονομήσει κάποιος τη βασιλεία των ουρανών. Όπως ακριβώς ακούσαμε και την προηγούμενη Κυριακή, στην παραβολη του άφρονος πλουσίου. Του πλουσίου, που έκανε σχέδια να γκρεμίσει τις αποθήκες του και να χτίσει μεγαλύτερες, για να τρώει, να πίνει και να ευφραίνεται, σαν να ήταν αθάνατος. Έτσι, όταν ζήτησε την ψυχή του ο Θεός την ίδια νύχτα που έκανε τους μάταιους διαλογισμούς του, παρουσιάστηκε ενώπιον του Θεού με άδεια χέρια. Ανελεήμων και σκληρόκαρδος. Και κρίθηκε τελικά από τις ίδιες του τις πράξεις.
Για αυτό ακούσαμε τον Κύριο, σήμερα, να λέει στον πλούσιο νέο, γίνε ελεήμων και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό. Βέβαια, όπως μας είπε ο πατήρ Παρθένιος την προηγούμενη Κυριακή είναι εύκολο να βρίσκουμε προφάσεις και να λέμε ότι εμείς δεν είμαστε πλούσιοι και πόσο ελεήμονες θα είμασταν, αν είχαμε πλούτο στα χέρια μας. Λοιπόν, τόσο μεγαλύτερη αξία έχει η ελεημοσύνη μας όσο αυτή γίνεται από το υστέρημά μας, για να θυμηθούμε και το ευαγγελικό δίλεπτο της χήρας. Άλλωστε είναι παρατηρημένο ότι οι φτωχοί και οι πονεμένοι άνθρωποι, αυτοί είναι που δείχνουν την αγάπη τους με τον πιο συγκινητικό τρόπο, μοιράζοντας και στον αναγκεμένο πλησίον εξ όλης καρδίας ό,τι δύνανται.
Είναι σημαντικό πάντως να παρατηρήσουμε για άλλη μια φορά τη σύνδεση από τον Χριστό του πλούτου με την αιώνια ζωή, καθώς παρατηρεί βλέποντας τη λύπη του νέου, πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Μάλιστα λέει ότι πιο εύκολα περνάει μία καμήλα μέσα από την τρύπα της βελόνας παρά ένας πλούσιος στον παράδεισο. Και στην ένσταση των μαθητών του, τότε ποιός μπορεί να σωθεί, απαντά ο Χριστός ότι τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό. Δηλαδή, δεν πρέπει να απελπίζεται κανείς είτε πλούσιος είτε φτωχός, αρκεί να ελπίζει στο έλεος του Θεού. Άλλωστε η σωτηρία δικό του δώρο είναι. Με την ελεημοσύνη δεν εξαγοράζουμε τη σωτηρία μας, αλλά προσφέρουμε στον Θεό θυσία ευάρεστη, για την οποία μας αντιπροσφέρει το δικό Του έλεος.
Κλείνοντας, είναι απαραίτητο να τονίσουμε ότι ο πλούτος δεν είναι κακό πράγμα, όταν αποκτάται με τίμιο τρόπο, αλλά ευλογία του Θεού. Μία ευλογία, που μας εμπιστεύεται για να την αξιοποιήσουμε ως καλοί οικονόμοι. Δεν είναι εμπόδιο για τον παράδεισο ο ίδιος ο πλούτος αλλά η νοοτροπία που έχουν συνήθως οι πλούσιοι. Πώς δηλαδή θα τον αυξήσουν, γενόμενοι άπληστοι και αχόρταγοι σαν τον άφρονα πλούσιο, με αποτέλεσμα να βιώνουμε σήμερα την λεγόμενη οικονομική κρίση. Και όπως λένε άνθρωποι φωτισμένοι, δεν είναι κρίση οικονομική αλλά ηθική και πνευματική. Κρίση, που φανερώνει την αποστασία από τον Θεό, την κλειστότητα και τον εγωϊσμό των ανθρώπων. Γιατί, αν ακούγαμε και ζούσαμε το ευαγγέλιο, αν τηρούσαμε την εντολή του Χριστού διάδος πτωχοίς, η κρίση θα αποτελούσε παρελθόν στην ιστορία των ανθρώπων. Αυτός είναι και ο μοναδικό τρόπος θεραπείας της. Προς την κατεύθυνση αυτή ας αγωνιζόμαστε όλοι με την αγάπη μας, όσο για τη σωτηρία μας, ας την εναποθέσουμε με πίστη στην αγάπη και το έλεος του Τριαδικού μας Θεού.

http://stin-enoria.blogspot.com/2009/11/blog-post_28.html

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...