Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2011

Αγιορείτες Νεοησυχαστές Πατέρες

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Μετά την αναγέννηση του 18ου αιώνος, με τη δράση του νεοησυχαστικού κινήματος των λεγομένων Κολλυβάδων, και πρωτεργάτες τους οσίους Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (+1794), ο οποίος ως άλλος Γρηγόριος Σιναΐτης (+1346) εργάζεται μεταφραστικά και Ιεραποστολικά σε όλα τα Βαλκάνια· Νικόδημο τον Αγιορείτη (+1809), τον σοφό διδάσκαλο και νέο Γρηγόριο Παλαμά (+1359)· Μακάριο Νοταρά και πρώην Κορίνθου (+1805), τον άλλο Ιερό Φώτιο (+899)· και Αθανάσιο Πάριο (+1813), τον ακαταμάχητο υπερασπιστή των ορθών δογμάτων, ως άλλο άγιο Μάρκο τον Ευγενικό (+1445), έχουμε μία χορεία ενάρετων φίλων της νοεράς προσευχής. 

Με πρώτους τους εξόριστους Ιεροπρεπείς Κολλυβάδες πού εργάσθηκαν πλούσια σε νησιά του Αιγαίου και άλλους τόπους και μετέφεραν σε πολλά λαϊκά στρώματα την ευωδία του αθωνικού αρώματος, που λέγεται νοερά άθληση, νοερά προσευχή, ευχή του Ιησού, δηλαδή η επανάληψη του ονόματος· Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, και με μερικές μικρές παραλλαγές. Παρακάτω θα δούμε μερικούς Αγιορείτες νεοησυχαστές πατέρες [τι είναι ο ησυχασμός, εδώ].
 
Το 1851 συγγράφεται η «Νηπτική θεωρία» περιέχουσα «λόγους είκοσιν Ανωνύμου τινός αγιορείτου Απελπισμένου επικληθέντος, εν οις ακριβώς, αφ’ ων διά της πείρας έμαθε και έπαθε, τον τρόπον της ενάρξεως και οδηγίαν της προοδεύσεως και απλανή τελείωσιν της ατελούς νοεράς εργασίας, τής, παρά των θεσπέσιων Οσίων Πατέρων άνωθεν παραδομένης, καλούμενης νοεράς προσευχής, ίνα εκ προχείρου έχωσιν οι ποθούντες εισελθείν εις τον ιερόν αγώνα ταύτης της συντόμως (δι΄ αγώνων) εισαγούσης εν τη επουρανίω Χρίστου του Θεού Βασιλεία». Με τον απλό αλλά γλαφυρό τρόπο του, ο αφιλόδοξος, ταπεινός, ανώνυμος συγγραφέας -μερικοί τον ταυτίζουν με τον διάσημο ησυχαστή παπα Χαρίτωνα τον ερημίτη (+1906)- θέλει να βοηθήσει τους εργάτες της προσευχής και λέγει πώς θα προετοιμασθούν γι΄ αυτή: «Η παντοτινή νηστεία, η άμετρος κακοπάθεια και ταλαιπωρία του σώματος, η υπερβολική ταπείνωσις». Ο ταπεινός, συνεχίζει να λέει και να επιμένει, «έχει την καρδίαν του τεταπεινωμένην και συντετριμμένην από την βίαν της ευχής, ευθύς οπού ήθελεν εμβή μέσα εις την εκκλησίαν, πάραυτα τον αρπάζει και τον περικυκλώνει μία αληθινή και ζωηρά ευλάβεια εις τον Θεόν και εις τα θεία· και τόσον τον περικυκλώνει η θεϊκή ευλάβεια, ώστε οπού και αυτός ο ίδιος καταλαμβάνει την ενέργειάν της, διότι του φαίνεται πλέον και είναι πεπεισμένος ότι στέκεται όχι εις την επίγειον ταύτην εκκλησίαν, αλλά του φαίνεται από την χαράν του ότι στέκεται εις την άνω Ιερουσαλήμ».

Ο ιερομόναχος Αρσένιος ο Πνευματικός (+1846) ήταν από τη Ρωσία κι έζησε μία εικοσιπενταετία με αυστηρότατη άσκηση σε κελλιά της μονής Ιβήρων και αλλού. Τετάρτη και Παρασκευή είχε τέλεια ασιτία και τις υπόλοιπες ήμερες μονοφαγία και για πολλά έτη το φαγητό του ήταν αλάδωτο. Ο νυκτερινός ύπνος του ήταν πολύ ολιγόωρος και κοιμόταν καθιστός. Ασκούσε επιμελημένα τη νοερά προσευχή. Οι θείες λειτουργίες του ήταν πάντα ένδακρεις. Αγαπούσε να μιλά, αν ποτέ μιλούσε, μόνο για την προσευχή. Προτιμούσε να δίνει παρά να παίρνει. Υπέφερε πραγματικά όταν τον τιμούσαν οι άνθρωποι. Τον ίδιο τρόπο ζωής και ασκήσεως είχε και ο υποτακτικός του Νικόλαος (+1840). Οι μαθητές του δεν άντεχαν τη μεγάλη του φτώχεια. Το μόνο πού επέμενε ήταν η τήρηση του κανόνος της προσευχής, η συνεχής μνήμη του Θεού, η επίκληση του αγίου ονόματος του. Η κοίμηση του ήταν οσιακή.

Ο Γέροντας Ιωάννης (+1843) ήταν κι αυτός Ρώσος στην καταγωγή. Μαθήτεψε για ένα διάστημα στον διάσημο στάρετς όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ στη μονή Νεάμτς της Μολδαβίας, πού είχε περίπου χίλιους μοναχούς. Ο στάρετς δεχόταν όσους υπέμεναν τις στερήσεις μαζί του, μόνο και μόνο για ν΄ αυξάνονται τα στόματα πού θα υμνούσαν προσευχόμενα τον Θεό. Κύριο έργο του στάρετς, καθώς λέγει ο Γέροντας Ιωάννης, ήταν η διδασκαλία της καθαρότητος της καρδιάς και του νου, διά της αδιάλειπτου ευχής του Ιησού. Ο Ιωάννης έκοψε το δάκτυλο του, για να μη τον χειροτονήσουν και χάσει την ηρεμία της αγαπημένης του προσευχής. Έζησε επί έτη στην αθωνική έρημο εργοχειρώντας και προσευχόμενος. Να πώς περιγράφει την κατάσταση του ο ίδιος: «Την καρδιά μου επλημμύρισε ανέκφραστη χαρά και η προσευχή άρχισε να ενεργεί μόνη της. Τόσο με γλύκανε, πού δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Κοιμόμουν μία ώρα καθημερινώς και μάλιστα καθιστός· και πάλι σηκωνόμουν, σαν μη μου χρειαζόταν ο ύπνος· «εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί» … Γεννήθηκαν μέσα μου ανέκφραστη αγάπη και δάκρυα· αν θέλω, μπορώ να κλαίω ασταμάτητα … Συχνά το βράδυ σηκώνομαι να διαβάσω το ψαλτήρι, λέγω την προσευχή του Ιησού και πέφτω σε έκστασι. Δεν γνωρίζω που βρίσκομαι· είμαι στο σώμα η εκτός του σώματος δεν ξεύρω· μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Όταν συνέρχομαι ήδη χαράζει».

Ο Γέροντας Δανιήλ (+1879) έζησε σ’ ερημικά μέρη του Αγίου Όρους με Γέροντα σκληρό και δύσκολο και με πολλές στερήσεις, στον οποίο έκανε άκρα υπακοή. Στους ελάχιστους επισκέπτες του, μετά την τελευτή του Γέροντα του, έλεγε: «Μόνον ελπίζω στο έλεος του Θεού και στις προσευχές του Γέροντα. Με τί άλλο θα μπορούσα να δικαιωθώ;». Αυτό έλεγε συχνά: «Ζητώ μόνον το έλεος του Θεού και σ’ αυτό αποκλειστικώς ελπίζω». «Οσοι επέμεναν να τον συμβουλεύονται τους έλεγε: «Όταν ο άνθρωπος ευρίσκεται σε δυσκολία, στρέφεται με δάκρυα στον Θεό κι εκείνος τον παρηγορεί…». Άλλοτε έλεγε: «Όποιος δοκίμασε τους καρπούς της ησυχίας μπορεί να μείνη στην αυτοσυγκέντρωσι και στην προσευχή περισσότερο από τρεις ήμερες…»
 
Ο ιερομόναχος Ευστράτιος ο Τραπεζούντιος οκταετής προσήλθε να μονάσει στη μονή Σουμελά του Πόντου. Μετά εικοσαετή εκεί παραμονή κι αφού χειροτονήθηκε ιερέας και επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα ήλθε στο Άγιον Όρος στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το τυπικό του ήταν: τρεις χιλιάδες μετάνοιες κάθε νύχτα και η ευχή αδιάλειπτη. Το τυπικό του αυτό ήταν ισόβιο. Η σπηλιά πού ζούσε έμοιαζε με τάφο, σκοτεινή και κλειστή, για να επιμηκύνει τη νύχτα και να καλλιεργεί την προσευχή. Κοιμόταν μία ώρα την ήμερα, σχεδόν όρθιος. Λειτουργούσε καθημερινά. Νήστευε συνέχεια. Σ’ ένα των μαθητών του, πού ζούσαν πλησίον του, αλλά σε άλλον τόπο, πριν τον θάνατο του είπε, πώς του δόθηκε τέτοια προσευχή, ώστε και κατά την ώρα του ύπνου η καρδιά του προσεύχεται. Ο Γέροντας προσευχόταν καθιστός η όρθιος, έκλινε την κεφαλή λίγο προς το στήθος και πρόφερε σιγά, με κατάνυξη και προσοχή την ευχή, προσηλώνοντας το νου στα λόγια της ευχής και συγκρατώντας την αναπνοή, ώστε αυτή να εναρμονίζεται με την κίνηση του νου. Τον κοσμούσε και το διορατικό χάρισμα. Προσευχόμενος είχε κι ένα μεγάλο μανδήλι, για τα πολλά και θερμά του δάκρυα και βρισκόταν σε κατάσταση πνευματικής ανυψώσεως.

Ένας σπουδαίος εργάτης της νοεράς προσευχής υπήρξε ο Γέροντας Βαρνάβας Αγιοβασιλειάτης (+1905). Οι αγρυπνίες του ήταν συχνές και ολονύκτιες και μόνο με το κομποσχοίνι. Ακόμα μεγαλύτερος βιαστής ήταν ο Γέροντας του Ναθαναήλ. Σε συμβουλές του προς μοναχό ησυχάζοντα κατά μόνας, μεταξύ άλλων σπουδαίων, γράφει: «Όταν ενεργήσει η ευχή, έρχονται τα δάκρυα, η χαρά, η κίνησις και ο ανακαινισμός της καρδίας. Αλλά μη τα έχης διά τίποτε, ούτε να τα καταφρονής, αλλά με απλότητα λέγε «Κύριε Ιησού Χριστέ…» καθότι φωτισμός είναι ο Θεός … Όταν δε κάθησαι εις την ευχήν και ο νους σου φεύγει και δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, σήκω από το κάθισμα σου και μη λυπηθής πώς δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, αλλά μάλιστα να είσαι χαρούμενος. Εάν πάλιν το πονηρόν πνεύμα σε δέση και δεν δύνασαι να κάμης διόλου ευχήν, κάμε άλλην πνευματικήν εργασίαν, και εάν δεν δύνασαι κάμε σωματικήν υπηρεσίαν, και να έχης προσοχήν εις τον εαυτόν σου και να μη συγχύζεσαι ποτέ, πάντοτε χαρούμενος να είσαι και όχι λυπημένος, διότι όλοι οι άγιοι με την πραότητα εβάδισαν. Διάβαζε και εξακολούθησον καθώς σε είπον και θέλει περνά η ημέρα σου χωρίς να την καταλαμβάνης…».

Μεγάλος αγωνιστής υπήρξε και ο Γέροντας του γνωστού παπα Σάββα του Πνευματικού του Μικραγιαννανίτη (+1908) Γέρων Ιλαρίων ο Γκουρτζής (+1864), πού από μικρός ήταν ασκητής στην πατρίδα του την Γεωργία. Στο Άγιον Όρος έζησε στις μονές Ιβήρων και Διονυσίου και στην έρημο. Πολλές σπηλιές έγιναν κατοικία του. Πότιζε τα βράχια με δάκρυα και τηρούσε ακριβή σιωπή. Είχε πολλές δαιμονικές επιθέσεις, οι όποιες όμως τον άφησαν απτόητο. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Οι μακρές νηστείες του τον άφηναν ημιθανή. Αγαπούσε πολύ την ησυχία και την αδιάλειπτη προσευχή και με την ευλογία του Πνευματικού, για ένα μεγάλο διάστημα διετέλεσε έγκλειστος. Στα γεράματα του χρησιμοποιούσε αλυσίδες ως κρεμαστήρες για τις πολύωρες αγρυπνίες του. Οι επιθανάτιοι λόγοι του ήταν: «Δόξα τω Θεώ! Ήθελα μαρτυρικό θάνατο, αλλά ο Κύριος δεν με αξίωσε. Μου έστειλε όμως ασθένεια, πού μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μαρτύριο, αν την υπομείνω με καρτερία και πίστη στο θείο θέλημα». Μετά την εκταφή του τα οστά του ευωδίασαν.

Ο όσιος Αντίπας ο Μολδαβός (+1882) από νέος είχε θείες εμπειρίες στην προσευχή του και έτσι αποφάσισε να γίνει μοναχός, διερχόμενος από μεγάλους και πολλούς πειρασμούς. Με τις συμβουλές αγίων Γερόντων και διάφορους ασκητικούς πόνους καλλιέργησε συστηματικά τη νοερά προσευχή. Έζησε για τρία έτη στη μονή Εσφιγμένου και μετά αποσύρθηκε στην βαθύτατη έρημο. Είχε Ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία, όπως κι όλοι οι ησυχαστές. Ο ζήλος του ήταν πάντοτε συνετός. Το αθωνικό τυπικό διατήρησε σ΄ όλη του τη ζωή κι όταν βρέθηκε μακρυά από το προσφιλές του Άγιον Όρος. Καρπός της νήψεώς του ήταν μία γλυκύτητα πού πάντα είχε, κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο. Αγαπούσε τη μόνωση, την ησυχία, τη σιωπή και την ευχή κι όταν ήταν μετοχάρης στον κόσμο. Τις αποφάσεις και τις μετακινήσεις του προετοίμαζε με μεγαλύτερη άσκηση και προσευχή. Καταλήγοντας στη μονή Βαρλαάμ δόθηκε όλος στη φίλη του προσευχή. Την απερίσπαστη προσευχή του συνόδευαν πυκνά και θερμά δάκρυα. Η ταπείνωση, η αυτομεμψία, η υπομονή, η ανεξικακία τον στόλιζαν και τον χαρίτωναν. Μόνη του περιουσία η αθωνίτικη εικόνα της Παναγίας. Αναχώρησε της παρούσης ζωής προσευχόμενος στη Θεοτόκο.

Ο διάσημος ασκητής του Άθωνα Χατζηγιώργης (+1886) ο Καππαδόκης από μικρός κι αυτός αγάπησε εγκάρδια την άσκηση και την προσευχή, όπως και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία πολύ τον βοήθησε. Στο Άγιον Όρος πρωτοήλθε στη μονή Γρηγορίου. Αργότερα πήγε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, υπό την έμπειρη διδαχή του συμπατριώτη του πνευματικού Νεοφύτου (+1860), ο οποίος του έδωσε κανόνα να ζει παρά την σπηλιά του οσίου Νήφωνα. Κατόπιν πήγαν στην Κερασιά και καθιέρωσαν συνεχή, πολυετή, αυστηρή νηστεία με παντοτινό αλάδωτο φαγητό. Η σιωπή, η υπακοή, η ασιτία, η ευχή, η ταπείνωση, η αγάπη, τον κοσμούσαν. Για ν΄ αποφεύγεται η φλυαρία στη συνοδεία του, όταν ήταν όλοι μαζί σε κάποιο διακόνημα, έλεγε δυνατά την ευχή. Η ζωή τους ήταν μια συνεχόμενη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η χαρμολύπη τους χαρακτήριζε. Η διακριτική αγάπη του Χατζηγιώργη βοήθησε πολλούς. Φάρμακα είχαν τα θεία μυστήρια. Η αλουσία του, τα βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα του έκρυβαν μία καθαρή καρδιά, πού αγαπούσε τη νήψη. Εκοιμήθη μόλις μετέλαβε των άχραντων μυστηρίων [εκτενές βιογραφικό του, γραμμένο από το Γέροντα Παΐσιο, εδώ].

Ο μακάριος παπα Χαρίτων ο Πνευματικός (+1906) έγινε μοναχός στα Μετέωρα, κατόπιν πήγε στο Σινά και μετά στην έρημο του Αγίου Όρους. Κοιμόταν λίγο και στο στασίδι, έτρωγε μια φορά την ήμερα, και λάδι μόνο το Σαββατοκύριακο. Αγαπητοί του τόποι τα σπήλαια των αγίων της μείζονος περιοχής των Καυσοκαλυβίων. Επρόκειτο για ησυχαστή, σιωπηλό, φιλήσυχο, εγκρατή, ταπεινό και φιλομαθή. Μελετητής και μιμητής αγίων, υμνογράφος και συναξαριογράφος. Έγραφε: «Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν, δάκρυα, εύχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην, γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε, μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος». Ο πόλεμος του πειρασμού νικιόταν με την επίκληση της Παναγίας. Σπάνια εξήρχετο στα τέλη του βίου του του κελλιού του. Έχοντας διαρκή τη μνήμη του θανάτου, τη μνήμη του Θεού, αναχώρησε για το ανεπίστροφο ταξείδι των ουρανών, καθώς έγραφε, προσευχόμενος.

πηγή: Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος β΄, Τεύχος 24ο, σελ. 57-71, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 1999. Πεμπτουσία.

Ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ μνημόσυνα

 
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός




Πρόλογος

Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εἰδικὲς εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ δογματικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴ μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση.

Ἐπιπλέoν, ἡ διδασκαλία καὶ ἡ διαχρονικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς προτρέπουν νὰ ἐκδηλώνουμε τὴ μέριμνά μας γιὰ τὴν ἀνάπαυση μιᾶς ψυχῆς ὄχι μόνο μὲ προσευχές, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα ἀγάπης. Ἔτσι, οἱ Ἀποστολικὲς Διαταγὲς παραγγέλνουν νὰ προσφέρονται στοὺς φτωχοὺς ὁρισμένα ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα τοῦ νεκροῦ στὴ μνήμη του. Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο, συμβουλεύει νὰ κάνουμε τέτοιες ἀγαθοεργίες, «ὥστε, ἂν μὲν ὁ νεκρὸς εἶναι ἁμαρτωλός, ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του• καὶ ἂν εἶναι δίκαιος, νὰ λάβει μεγαλύτερο μισθὸ καὶ ἀνταπόδοση». Οἱ προσευχές, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, γιὰ τοὺς νεκροὺς περιλαμβάνουν τόσο τὴν μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τους στὶς θεῖες λειτουργίες, ὅσο καὶ τὴν τέλεση εἰδικῶν ἀκολουθιῶν, τῶν μνημοσύνων.

Ἤδη στὶς Ἀποστολικὲς Διδαχὲς βρίσκεται ἡ διάκριση τῶν μνημοσύνων σὲ «τρίτα», «ἔνατα», «τεσσαρακοστὰ» καὶ ἐνιαύσια» (ἐτήσια), ἀνάλογα μὲ τὸ χρόνο τελέσεώς τους ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου.

Πολλοὶ συμβολισμοὶ τῶν ἐπιμέρους μνημοσύνων ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς πατέρες. Οἱ κυριότεροι εἶναι οἱ ἑξῆς: Τὰ «τρίτα» συμβολίζουν τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν’ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία. Τὰ «ἔνατα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν ἀύλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄυλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ. Τὰ «τεσσαρακοστὰ» τελοῦνται γιὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν ἀνάστασή Του. Μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του. Τὰ «ἐνιαύσια» (ἐτήσια), τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή. Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μήνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα»).

Τὴ μεγαλύτερη ὠφέλεια, πάντως, στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους, γιατί τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἑνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγοροῦνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε νεκρὸ μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς «κεκοιμημένους», ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τοῦ μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς ἐκτενεῖς τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ὄρθρου καὶ τῆς θείας λειτουργίας. Ἔχει, ἐπίσης, καθιερώσει καὶ εἰδικὲς ἡμέρες μνημοσύνων. Τὰ Σάββατα σχεδὸν ὅλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, καὶ ἰδιαίτερα τὰ προηγούμενα τῶν Κυριακῶν τῆς Ἀπόκρεω καὶ τῆς Πεντηκοστῆς (Ψυχοσάββατα), εἶναι ἀφιερωμένα στὴ μνήμη τῶν νεκρῶν.

Πρέπει, τέλος, νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.

Ὅσα συνοπτικὰ ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω γιὰ τὰ μνημόσυνα καί, γενικότερα, τὴν κοινωνία τῶν ζωντανῶν μὲ τὰ «κεκοιμημένα» μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ὅλων τῶν μελῶν τοῦ θεανθρώπινου σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀφενὸς ἐνημερωτικὰ γιὰ τὸν «ἀμύητο» ἀναγνώστη καὶ ἀφετέρου προοιμιακά τῆς πραγματείας τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Περὶ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων», ἀποσπάσματα τῆς ὁποίας ἀκολουθοῦν σὲ ἐλεύθερη νεοελληνικὴ ἀπόδοση.

Μ’ αὐτὸ τὸ ἔργο του ὁ μεγάλος ἅγιος καὶ θεολόγος τοῦ 8ου αἰώνα συνοψίζει τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησία μας γιὰ τὰ μνημόσυνα καί, χρησιμοποιώντας πλῆθος πατερικῶν μαρτυριῶν, ἀπαντᾶ σὲ πολλὰ ἐρωτήματα, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἱστορικὴ προέλευση, τὴ σημασία καὶ τὴ σκοπιμότητά τους.

1). Καὶ οἱ Ἰουδαῖοι πρόσφεραν θυσίες γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῶν ἁμαρτιῶν «τῶν μετ’ εὐσεβείας κοιμωμένων» (Β΄ Μακ.12:45)

2) Σχετικὸς εἶναι καὶ ὁ θεολογικὸς συμβολισμὸς τῶν κολλύβων ποὺ προστίθενται σὲ κάθε μνημόσυνο. Τὸ σιτάρι συμβολίζει τὴν ταφή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν πέρα ἀπὸ τὸν τάφο ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, καθώς, πέφτοντας στὴ γῆ, σαπίζει καὶ «πεθαίνει». Ἀπ’ αὐτὸν τὸ «θάνατό» του ὅμως βλασταίνει μία νέα ζωή.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ







Ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ μνημόσυνα

Ὁ διάβολος, ὁ ἄδειος ἀπὸ καθετὶ καλὸ καὶ θεάρεστο, μὲ πρόσχημα ἀλλόκοτο καὶ παράδοξο καὶ ὁλότελα ἄθεσμο, ἔπεσε πάνω σὲ κάποιους καὶ τοὺς φύτεψε τὴν ἰδέα ὅτι τάχα δὲν ὠφελοῦν σὲ τίποτα τοὺς νεκροὺς ὅλες οἱ θεάρεστες πράξεις, ποὺ γίνονται γιὰ τὶς ψυχές. Γιατί λένε, χρησιμοποιώντας ἁγιογραφικὰ χωρία γιὰ νὰ στηρίξουν τὴν ἄποψή τους, «Ὁ καθένας θὰ πάρει τὴν ἀμοιβὴ του ἀνάλογα μὲ τὰ ὅσα καλὰ ἢ κακὰ ἔπραξε σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ» (Β΄ Κορ.5:10) καὶ «Στὸν ἅδη ποιὸς θὰ μετανοήσει ἐνώποιόν Σου;» (πρβλ.Ψαλμ. 6:6) καὶ «Ἐσύ, Κύριε, θὰ ἀμείψεις ἢ θὰ τιμωρήσεις τὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του» (Ψαλμ. 61:13) καὶ «ὅ,τι ἔσπειρε ὁ καθένας, αὐτὸ καὶ θὰ θερίσει». (πρβλ.Γαλ. 6:7).

Ἀλλά, σοφοί μου, θὰ λέγαμε σ’ αὐτούς, ἐρευνῆστε καὶ μάθετε, ὅτι ὅσο μεγάλος κι ἂν εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἐμπνέει ὁ Θεός, ὁ Κύριος τῶν ὅλων, πολὺ πιὸ μεγάλη εἶναι ἡ ἀγαθότητά Του. Καὶ οἱ ἀπειλὲς Του εἶναι, βέβαια φοβερές, μὰ καὶ ἡ φιλανθρωπία Του ἀφάνταστα μεγάλη. Καὶ οἱ καταδίκες Του εἶναι φρικτές, μὰ καὶ ἡ εὐσπλαχνία Του πέλαγος ἀπέραντο.

Προσέξτε τί λέει ἡ Ἁγία Γραφή:

Ὅταν στὴ Σιών, τὴν πόλη τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ, ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος εἶδε τὸ λαὸ του θανατωμένο ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἔψαξε καὶ βρῆκε μέσα στοὺς κόρφους τους μικρὰ εἴδωλα. Ἀμέσως, μὲ κάθε εὐλάβεια καὶ ἀγάπη, πρόσφερε γιὰ τὸν καθένα τους ἐξιλαστήρια θυσία στὸν σπλαχνικὸ Κύριο. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴ Γραφὴ θαυμάζεται γιὰ τὴν πράξη του ἐκείνη, καθὼς καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες (βλ. Β΄ Μακκ. 12:38-45).

Οἱ μαθητὲς τοῦ Σωτήρα μας, πάλι, οἱ μῦστες καὶ αὐτόπτες τοῦ Λόγου, οἱ θεῖοι ἀπόστολοι, ποὺ σαγήνεψαν τὸν κόσμο, θέσπισαν νὰ γίνεται μνημόνευση τῶν πιστῶν νεκρῶν κατὰ τὴν τέλεση τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων. Ἀπὸ τότε μέχρι τώρα ἡ ἀποστολικὴ καὶ καθολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, σ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, κρατάει σταθερὰ καὶ ἀναντίρρητα αὐτὴ τὴν παράδοση, καὶ θὰ τὴν κρατάει ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Αὐτό, ὁπωσδήποτε, δὲν τὸ θέσπισαν οὔτε ἀλόγιστα οὔτε ἄσκοπα οὔτε τυχαῖα. Γιατί τίποτε ἀνώφελο δὲν ἔχει παραλάβει ἡ ἀλάθητη χριστιανικὴ θρησκεία καὶ τίποτε ἄχρηστο δὲν ἔχει διατηρήσει σταθερὰ τόσους αἰῶνες. Ὅλα ὅσα ἔχει παραλάβει καὶ διατηρήσει εἶναι καὶ χρήσιμα καὶ θεάρεστα καὶ πολὺ ὠφέλιμα καὶ πολὺ σωτήρια.

Ἂς δοῦμε, ὅμως, τί ἔχουν πεῖ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα οἱ παλαιότεροι ἅγιοι πατέρες.

Ὁ μεγάλος καὶ βαθὺς γνώστης τῶν θείων Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, στὸ ἔργο του γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, γράφει ἀκριβῶς τὰ ἑξῆς: «Οἱ προσευχὲς τῶν ἁγίων καὶ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καί, πολὺ περισσότερο, μετὰ τὸ θάνατο, ἐπιδροῦν σ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἄξιοι ἱερῶν εὐχῶν, δηλαδὴ στοὺς πιστούς». Καὶ πάλι: «Ὁ πανάγαθος Θεὸς ζητάει νὰ συγχωρήσει ὅλα τὰ πταίσματα, ποὺ ὀφείλονται στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, καὶ νὰ τοὺς τοποθετήσει στὴ χώρα τῶν ζωντανῶν, στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ἀπ’ ὅπου ἔχουν φυγαδευθεῖ ὁ πόνος, ἡ λύπη καὶ ὁ στεναγμός, παραβλέποντας μὲ τὴν ἀγαθότητα τῆς θεαρχικῆς Του δυνάμεως τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανε ὁ νεκρὸς ἀπὸ ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἀφοῦ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, κανένας δὲν εἶναι καθαρὸς ἀπὸ ἁμαρτία.

Βλέπεις ἐσὺ ποὺ ἀντιλέγεις, πὼς βεβαιώνει ὅτι εἶναι ὠφέλιμες οἱ δεήσεις γι’ αὐτοὺς ποὺ πέθαναν μὲ τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό;

Ὁ ἐπώνυμός τῆς θεολογίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, λέει γιὰ τὴ μητέρα του στὸν ἐπιτάφιο λόγο τοῦ ἀδερφοῦ του Καισαρίου: «Ἀκούστηκε κήρυγμα ἀξιοπρόσεκτο καὶ ὁ πόνος τῆς μητέρας γίνεται πιὸ ἐλαφρὸς μὲ τὴν καλὴ καὶ θεάρεστη ὑπόσχεση, ὅτι θὰ τὰ δώσει ὅλα γιὰ χάρη τοῦ παιδιοῦ, θὰ δώσει τὸν πλοῦτο του ὡς ἐπιτάφιο δῶρο γι’ αὐτό». Καὶ πιὸ κάτω: «Ὅσα, λοιπόν, ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς, εἶναι αὐτά. Καὶ ἄλλα τὰ κάναμε ἤδη, ἀλλὰ θὰ τὰ κάνουμε στὸ μέλλον, προσφέροντας τὶς ἐτήσιες τιμὲς καὶ τὰ μνημόσυνα, ἂν φυσικὰ μείνουμε στὴ ζωή».

Μετὰ ἀπ’ αὐτόν, ὁ χρυσώνυμος καὶ πραγματικὰ Χρυσόστομος Ἰωάννης, στὴ θεοφώτιστη ἑρμηνεία του στὸ κατὰ Ἰωάννη εὐαγγέλιο, λέει: «Ἂν οἱ εἰδωλολάτρες καῖνε μαζὶ μὲ τοὺς νεκροὺς καὶ τὰ πράγματα ποὺ τοὺς ἀνήκουν, πόσο μᾶλλον ἐσύ, ὁ πιστός, πρέπει νὰ συνοδέψεις μαζὶ μὲ τὸν πιστὸ καὶ τὰ πράγματά του, ὄχι γιὰ τὴν στάχτη, ὅπως ἐκεῖνα τῶν εἰδωλολατρῶν, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσεις μεγαλύτερη δόξα: Ἂν δηλαδὴ ὁ νεκρὸς εἶναι ἁμαρτωλός, γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του• ἂν πάλι εἶναι δίκαιος γιὰ ν’ αὐξηθοῦν ὁ μισθὸς καὶ ἡ ἀνταμοιβή του». Καὶ στὴν ἑρμηνεία του στὴν πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολὴ γράφει: «Ἂς σοφιστοῦμε κάποιαν ὠφέλεια γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν. Ἂς τοὺς προσφέρουμε κάθε δυνατὴ βοήθεια. Μιλάω γιὰ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ τὶς προσφορές, αὐτὲς ποὺ πραγματικά τοὺς ἐξασφαλίζουν πολλὴ ἀνακούφιση, μεγάλη ἀπολαβὴ καὶ ὠφέλεια. Γιατί αὐτὰ ποὺ νομοθετήθηκαν οὔτε παραδόθηκαν ἔτσι ἄσκοπα καὶ τυχαῖα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς σοφοὺς μαθητές Του. Καὶ δὲν θὰ μᾶς ἄφηναν ἐκείνη τὴν παράδοση νὰ κάνει εὐχὴ ὁ ἱερέας, κατὰ τὴν τέλεση τῶν φρικτῶν μυστηρίων, γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ κοιμήθηκαν, ἂν δὲν γνώριζαν ὅτι θὰ εἶχαν ἀπ’ αὐτὸ πολὺ κέρδος καὶ μεγάλη ὠφέλεια.

Ὁ σοφὸς Γρηγόριος ὁ Νύσσης, πάλι γράφει: «Τίποτα δὲν παραδόθηκε ἀσυλλόγιστα καὶ ἀνώφελα ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ κήρυκες τοῦ Χριστοῦ, μὰ καὶ τίποτα δὲν διατηρήθηκε ἀσυλλόγιστα καὶ ἀνώφελα σ’ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὴ θεία κι ὁλόλαμπρη μυσταγωγία ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν ὀρθόδοξοι, εἶναι ὁπωσδήποτε ὠφέλιμο καὶ θεάρεστο».

Γιατί τὰ λόγια, «Ἐσύ, Κύριε, θ’ ἀμείψεις ἢ θὰ τιμωρήσεις τὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του» (Ψαλμ. 61:13) καὶ «Ὁ καθένας θὰ θερίσει αὐτὸ ποὺ ἔσπειρε» (πρβλ. Γαλ.6:7) καὶ τὰ ἄλλα παρόμοια, ἔχουν λεχθεῖ ὁπωσδήποτε γιὰ τὴ Δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου, τὴ φοβερὴ κρίση καὶ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Τότε, βέβαια, δὲν θὰ ὑπάρχει δυνατότητα βοήθειας. Τότε κάθε ἱκεσία θὰ εἶναι ἀνώφελη. Γιατί, ὅταν τελειώσει τὸ παζάρι, δὲν ὑπάρχει πιὰ ἐμπόρευμα διαπραγματεύσιμο. Πραγματικά, ποῦ θὰ εἶναι τότε οἱ φτωχοί; Ποῦ θὰ εἶναι οἱ ἱερεῖς γιὰ τὴν τέλεση τῆς λατρείας; Ποῦ οἱ ψαλμωδίες; Ποῦ οἱ εὐεργεσίες; Ποῦ οἱ ἀγαθοεργίες;

Γι’ αὐτό, πρὶν ἔρθει ἐκείνη ἡ ὥρα, ἂς βοηθήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ ἂς προσφέρουμε στὸν φιλάνθρωπο Θεὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης μας στοὺς ἀδερφούς. Γιατί δέχεται μὲ εὐχαρίστηση τὶς προσφορές μας γιὰ χάρη ὅσων δὲν πρόλαβαν καὶ ἔφυγαν, θὰ λέγαμε, ἀπροετοίμαστοι. Τὶς δέχεται καὶ τὶς λογαριάζει σὰν πράξεις καὶ προσφορὲς ἐκείνων. Ἔτσι θέλει ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, νὰ Τοῦ ζητᾶνε τὰ πλάσματά Του καὶ νὰ τοὺς δίνει ὅσα εἶναι γιὰ τὴ σωτηρία τους. Καὶ μάλιστα λυγίζει ὁλοκληρωτικά, ὅταν κάποιος δὲν ἀγωνίζεται μόνο γιὰ τὴν δική του ψυχή, ἀλλὰ ἐνδιαφέρεται καὶ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ πλησίον του. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος γίνεται μιμητὴς τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς δωρεὲς τῶν ἄλλων τὶς ζητάει σὰν δικές του χάρες. Ἔτσι ἐκπληρώνει τὴν προϋπόθεση τῆς τέλειας ἀγάπης, ἐξασφαλίζει τὸν μακαρισμὸ («μακάριοι εἶναι ὅσοι δείχνουν ἔλεος στοὺς ἄλλους, γιατί σ’ αὐτοὺς θὰ δείξει ὁ Θεὸς τὸ ἔλεός Του», Ματθ.5: 7) καί, μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ τοῦ πλησίον, εὐεργετεῖ πάρα πολὺ καὶ τὴ δική του ψυχή.

Ἂς περάσουμε τώρα ἀπ’ αὐτὰ σὲ ἄλλα παρόμοια καὶ ἰσοδύναμα. Ὁ Παλλάδιος, στὴ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία του, ἀναφέρει μὲ ἀκρίβεια τὰ θαύματα τοῦ μεγάλου Μακαρίου. Ἐκεῖ γράφει πὼς ὁ ὅσιος Μακάριος, ρωτώντας κάποτε τὸ κρανίο ἑνὸς νεκροῦ ἔμαθε ὅλα τὰ σχετικὰ μ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει. Καὶ στὸ τέλος τὸν ρώτησε: ‘‘Δὲν βρίσκετε, λοιπόν, καμιὰ παρηγοριά;’’ Αὐτὴ τὴν ἐρώτηση τὴν ἔκανε, γιατί συνήθιζε νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς νεκροὺς καὶ ἤθελε νὰ ξέρει ἂν πραγματικά τοὺς ὠφελοῦσε. Τότε ὁ φιλάνθρωπος Κύριος θέλησε ν’ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια στὸ πιστὸ ὑπηρέτη Του. Τὸν πληροφόρησε, λοιπόν, μέσω τοῦ κρανίου: ‘‘Ὅταν προσφέρεις τὶς δεήσεις γιὰ τοὺς νεκρούς, αἰσθανόμαστε μιὰ μικρὴ ἀνακούφιση’’.

Κάποιος ἄλλος, πάλι, ἀπὸ τοὺς ὁσίους πατέρες εἶχε ἕναν μαθητὴ ποὺ ζοῦσε ἀπρόσεκτα. Ἔτσι, μέσα στὴ ραθυμία, ἔφτασε στὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ὁ πολυεύσπλαχνος καὶ φιλάνθρωπος Κύριος φανέρωσε στὸ γέροντα, ποὺ τὸν παρακάλεσε μὲ δάκρυα, ὅτι θὰ ρίξει τὸν μαθητή του στὴν φωτιὰ μέχρι τὸ λαιμό, ὅπως τὸν πλούσιό τῆς παραβολῆς τοῦ Λαζάρου (Λουκ. 16:23-24). Ὅταν ὁ ὅσιος γέροντας ἄρχισε νὰ κτυπιέται καὶ νὰ ἱκετεύει κλαίγοντας τὸ Θεό, Ἐκεῖνος τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι θὰ τὸν βάλει στὴ φωτιὰ μόνο μέχρι τὴ ζώνη. Μὰ ὅταν καὶ πάλι ὁ γέροντας Τὸν παρακάλεσε μὲ μεγάλη ἐπιμονή, ὁ Θεὸς τοῦ ἔδειξε σὲ ὅραμα ὅτι λύτρωσε τελείως τὸ μαθητή του ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως.

Ἀλλὰ ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ διηγηθεῖ μὲ τὴ σειρὰ ὅλες τὶς μαρτυρίες, ποὺ βρίσκονται σκόρπιες μέσα στοὺς βίους τῶν ἁγίων, στὰ μαρτυρολόγια καὶ στὶς ἱερὲς ἀποκαλύψεις, ἀπ’ ὅπου ὁλοφάνερα ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ προσευχές, οἱ λειτουργίες καὶ οἱ ἐλεημοσύνες γιὰ τοὺς νεκροὺς ὠφελοῦν πολὺ τὶς ψυχές τους; Γιατί, ἀπ’ ὅσα δανείστηκαν στὸ Θεό, τίποτα δὲν πάει χαμένο. Ὅλα τὰ ἀνταποδίδει ὁ Κύριος μὲ τὸ παραπάνω.

Ὅσο γιὰ τὸ λόγο τοῦ προφήτη, «Στὸν ἅδη ποιὸς θὰ μετανοήσει ἐνώπιόν Σου;» (πρβ. Ψάλμ. 6:6), εἴπαμε ἤδη πὼς οἱ ἀπειλὲς τοῦ παντοκράτορα Θεοῦ εἶναι, βέβαια, φοβερές, ἀλλὰ τελικὰ τὶς ἐξουδετερώνει ἡ ἀνυπολόγιστη φιλανθρωπία Του. Ἄλλωστε, καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ προφήτη, ἔγινε ὁπωσδήποτε μετάνοια στὸν ἅδη. Ἐννοῶ τὴ μετάνοια ἐκείνων ποὺ πίστεψαν ἐκεῖ, ὅταν κετέβηκε ὁ Κύριος γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Ἀλλὰ καὶ στὸν ἅδη δὲν τοὺς ἔσωσε ὅλους ὁ Ζωοδότης. Ἔσωσε μόνο ὅσους τὸν πίστεψαν. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι καταργεῖται ἡ προφητεία. Ὄχι, ποτέ. Ἁπλὰ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ πανάγαθος Κύριος νικιέται ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του στὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸν προφητικὸ λόγο τοῦ Ἰωνᾶ, «Ἡ Νινευΐ θὰ καταστραφεῖ» (Ἰων.3:4). Καὶ ὅμως δὲν καταστράφηκε, γιατί ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νίκησε τὴ δικαιοσύνη Του. Καὶ στὸν Ἐζεκία εἶπε μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «Τακτοποίησε τὶς ὑποθέσεις τοῦ σπιτιοῦ σου, γιατί θὰ πεθάνεις. (Δ΄ Βασ. 20:1). Καὶ ὅμως δὲν πέθανε. Στὸν Ἀχαάβ, πάλι, ἔστειλε τὸν προφήτη Ἠλία γιὰ νὰ τὸν προειδοποιήσει: «θὰ σοῦ στείλω συμφορὲς» (Γ΄ Βασ. 20:21). Καὶ δὲν τοῦ ἔστειλε. Γιατί; Τὸ ἐξήγησε στὸν προφήτη. Εἶδες πῶς μετανόησε ὁ Ἀχαάβ; Γι’ αὐτὸ δὲν θὰ τοῦ στείλω συμφορὲς ὅσο ζεῖ» (Γ΄ Βασ. 20:29). Πάλι, δηλαδή, ἡ ἀγαθότητά Του νίκησε τὴν ἀπόφασή του, ὅπως ἔγινε καὶ σὲ πάρα πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις καὶ ὅπως θὰ γίνεται μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, τότε ποὺ θὰ τελειώσει τὸ πανηγύρι, τότε ποὺ δὲν θὰ εἶναι πιὰ καιρὸς γιὰ βοήθεια ἀλλὰ κάθε ἄνθρωπος θὰ βρεθεῖ μόνος μὲ τὸ φορτίο του. Ἐνῶ τώρα εἶναι ἀκόμα καιρός, καιρὸς γιὰ φροντίδα, καιρὸς γιὰ συναλλαγή, καιρὸς γιὰ κόπο καὶ τρεχάματα καὶ ἀγώνα. Καὶ μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀπόκαμε, οὔτε ἔχασε τὴν ἐλπίδα του. Μὰ πιὸ μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίστηκε καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὸν πλησίον του.

Γιατί αὐτό, τὸ νὰ τρέχει δηλαδὴ ὁ καθένας σὲ βοήθεια τοῦ πλησίον, εὐχαριστεῖ περισσότερο τὸν φιλεύσπλαχνο Κύριο. Αὐτὸ θέλει καὶ ἐπιθυμεῖ, νὰ εὐεργετοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ μετὰ τὸ θάνατο. Ἂν δὲν ἔβλεπε σωστὸ κάτι τέτοιο, δὲν θὰ μᾶς ἔδινε τὸ δικαίωμα νὰ μνημονεύουμε τοὺς νεκροὺς στὴ θεία λειτουργία, καθὼς καὶ νὰ τοὺς κάνουμε μνημόσυνα στὶς τρεῖς ἡμέρες, στὶς ἐννέα, στὶς σαράντα καὶ στὸ χρόνο, ὅπως χωρὶς καμιὰν ἀντίρρηση τὰ τηρεῖ ὁ εὐσεβέστατος λαός της. Ἄν, δηλαδή, αὐτὰ ἦταν μία κοροϊδία δίχως κέρδος καὶ ὠφέλεια, ὁπωσδήποτε σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς πολλοὺς προγενέστερους θεοφόρους ἁγίους, πατριάρχες, πατέρες καὶ διδασκάλους θὰ ἐρχόταν ἡ φώτιση νὰ σταματήσει τὴν πλάνη. Κανένας τους, ὅμως, δὲν δοκίμασε ποτὲ νὰ καταργήσει τὰ μνημόσυνα. Ἀπεναντίας, μάλιστα, ὅλοι τὰ ἐπικύρωσαν, κι ἔτσι καθημερινὰ ἡ πρακτικὴ αὐτὴ ὄχι μόνο ἁπλώνεται καὶ ριζώνει, ἀλλὰ δέχεται καὶ ἀλλεπάλληλες προσθῆκες.

Ἂς δοῦμε, ὅμως τί λέει καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὸν ὡραιότατο λόγο του γιὰ τοὺς κοιμηθέντες: «Κι ἂν ἀκόμα ὁ νεκρὸς τελείωσε τὴ ζωή του μὲ εὐσέβεια καὶ τοποθετήθηκε στὸ οὐρανό, μὴν ἀρνεῖσαι νὰ προσφέρεις λάδι καὶ ν’ ἀνάβεις κεριὰ στὸν τάφο του, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Γιατί αὐτὰ εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ φέρνουν πλούσια τὴν ἀνταπόδοσή Του, ἀφοῦ τὸ λάδι καὶ τὸ κερὶ εἶναι θυσία, ἡ θεία λειτουργία εἶναι ἐξιλέωση, καὶ ἡ ἀγαθοεργία στοὺς φτωχοὺς φέρνει κάθε ἀγαθὴ ἀνταπόδοση προσαυξημένη. Ὁ σκοπός, λοιπόν, ἐκείνου ποὺ κάνει τὴν προσφορὰ γιὰ τὸν νεκρό, εἶναι ἴδιος μ’ ἐκείνου ποὺ ἔχει ἕνα παιδὶ ἄλαλο, ἀδύναμο καὶ ἄρρωστο, καὶ γιὰ χάρη του προσφέρει μὲ πίστη στὸν ἱερὸ ναό, ὡς θυσία, κεριά, λιβάνι καὶ λάδι. Αὐτά, λοιπόν, δὲν εἶναι σὰν νὰ τὰ κρατάει καὶ νὰ τὰ προσφέρει τὸ ἴδιο τὸ παιδί; Κάτι ἀνάλογο δὲν γίνεται καὶ στὸ μυστήριο τοῦ θείου βαπτίσματος, ὁπότε ὁ ἀνάδοχος ‘‘ἀποτάσσεται τῷ σατανᾶ’’ καὶ ‘‘συντάσσεται τῷ Χριστῷ’’ γιὰ λογαριασμὸ τοῦ νηπίου ποὺ βαπτίζεται; Ὅμοια πρέπει νὰ κατανοοῦμε καὶ τὴν περίπτωση ἐκείνου ποὺ πέθανε πιστὸς στὸν Κύριο, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἴδιος κρατάει καὶ προσφέρει τὰ κεριά, τὸ λάδι καὶ ὅλα ὅσα ἐμεῖς προσφέρουμε γιὰ τὴν λύτρωσή του. Ἔτσι, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπιδίωξη, ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν πίστη, δὲν θὰ ματαιωθεῖ. Γιατί οἱ θεολόγοι ἀπόστολοι καὶ οἱ μυσταγωγοὶ καὶ οἱ πνευματοφόροι πατέρες, ἀφοῦ πρῶτα ἑνώθηκαν μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἔγιναν μέτοχοι τῆς ἐκστατικῆς δυνάμεώς Του, θέσπισαν θεάρεστα τὶς λειτουργίες, τὶς προσευχὲς καὶ τὶς ψαλμωδίες, ποὺ γίνονται κάθε χρόνο στὴ μνήμη τῶν νεκρῶν».

Ἔρχεται, ὅμως, ἕνας ἀντίθετος καὶ λέει: ‘‘Ἂν εἶναι ἔτσι, ὅλοι θὰ σωθοῦν καὶ κανένας δὲν θὰ κολαστεῖ’’.

Σωστά. Καὶ μακάρι νὰ γίνει κάτι τέτοιο. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ποθεῖ καὶ θέλει καὶ ἐπιδιώκει ὁ πανάγαθος Κύριος, εἶναι αὐτὸ ποὺ Τοῦ δίνει χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, τὸ νὰ μὴ στερηθεῖ κανεὶς τὶς θεῖες δωρεές Του. Μήπως τὰ βραβεῖα καὶ τὰ στεφάνια τὰ ἑτοίμασε γιὰ τοὺς ἀγγέλους; Μήπως ἦρθε στὴ γῆ καὶ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἔπαθε καὶ πέθανε γιὰ νὰ σώσει τὶς οὐράνιες δυνάμεις; Μήπως στοὺς ἀγγέλους θὰ πεῖ, «Ἐλᾶτε, οἱ εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, κληρονομῆστε τὴ βασιλεία ποὺ σᾶς ἔχει ἑτοιμαστεῖ» (Ματθ. 25:34); Δὲν μπορεῖς ἐσύ, ὁ ἀντιρρησίας, νὰ ἰσχυριστεῖς ὅτι θὰ γίνει αὐτό. Ἀφοῦ ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὰ ὑπέφερε ὁ Χριστός, ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ ἑτοίμασε. Ποιὸς ἄλλωστε, καλώντας τοὺς φίλους του σὲ πλούσιο γεῦμα, δὲν θέλει νὰ ἔρθουν ὅλοι καὶ νὰ χορτάσουν ἀπ’ τὰ καλά του; Γιὰ ποιὸ σκοπό, δηλαδή, ἑτοίμασε τὸ φαγοπότι, ἂν ὄχι γιὰ νὰ περιποιηθεῖ τοὺς φίλους του; Ἄν, λοιπόν, αὐτὸ θέλουμε ἐμεῖς, δὲν θὰ τὸ θέλει πολὺ περισσότερο ὁ μεγαλοδωρος Θεός, ποὺ ἀπὸ τὴ φύση Τοῦ εἶναι πανάγαθος καὶ φιλάνθρωπος καὶ πού, μοιράζοντας καὶ δίνοντας δῶρα, χαίρεται καὶ ἀγάλλεται περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἐκεῖνος ποὺ τὰ παίρνει;

Κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἀπέκτησε μικρὴ ζύμη ἀρετῶν καί, μολονότι ἤθελε, δὲν πρόφτασε νὰ τὴν κάνει ψωμὶ ἀπὸ ραθυμία ἢ ἀμέλεια ἢ ἀναβλητικότητα, κι ἔτσι μία μέρα, χωρὶς νὰ τὸ περιμένει, τὸν θέρισε ὁ θάνατος, αὐτὸς δὲν θὰ λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτή. Ὁ Κύριος θὰ συγκινήσει τὶς ψυχὲς τῶν οἰκείων του, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν, ἀναπληρώνοντας τὰ ὑστερήματα τοῦ νεκροῦ.

Ἀπεναντίας, ὅποιος ἔζησε ζωὴ ἁμαρτωλή, ὅποιος δὲν πορεύθηκε ποτὲ σύμφωνα μὲ τὴ συνείδησή του, ἀλλὰ κυλιόταν ἄφοβα καὶ ἀδιάντροπα στὶς δυσωδίες τῶν ἡδονῶν, ἱκανοποιώντας ὅλες τὶς ὀρέξεις τῆς σάρκας καὶ ἀδιαφορώντας ὁλότελα γιὰ τὴν ψυχή του, ὅταν θὰ φύγει ἀπ’ αὐτὴ τὴν ζωή, ἀπὸ κανέναν δὲν θὰ βοηθηθεῖ. Ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν τὸν λογαριάζει γιὰ δικό Του, θὰ οἰκονομήσει νὰ τὸν ξεχάσουν καὶ ἡ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ τ’ ἀδέλφια του καὶ οἱ φίλοι του.

Ἐμένα, λοιπόν, ὅποιος εἶναι φίλος μου, εὔχομαι νὰ μὲ βοηθήσει, ἂν εἶναι δυνατόν, ὥστε νὰ μὴν ἀφήσω πίσω μου κανένα ὑστέρημα. Ἄν, ὅμως, φτάσω στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου χωρὶς νὰ εἶμαι ἀπόλυτα ἕτοιμος, παρακαλῶ τὸν πολυέλαιο Κύριο νὰ συγκινήσει τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μου καὶ νὰ θερμάνει τὶς καρδιές τους, ὥστε, ἂν ὡς ἄνθρωπος ἀφήσω κάποιο ὑστέρημα, νὰ μὲ βοηθήσουν ὁλοπρόθυμα καὶ νὰ τὸ ἀναπληρώσουν μὲ καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα. Ἔτσι, ἄλλωστε, διδάσκει καὶ διακηρύσσει ὁ θεολόγος Χρυσόστομος, ποὺ τὸν ἀνέφερα καὶ πιὸ πάνω. «Ἂν δὲν πρόλαβες», λέει, «νὰ τακτοποιήσεις ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ψυχῆς σου ὅσο ζοῦσες, τότε, ἔστω καὶ στὰ τελευταῖα σου, ἄφησε ἐντολὴ στοὺς δικούς σου νὰ στείλουν μαζί σου τὰ ὑπάρχοντά σου, ὅταν πεθάνεις, νὰ σὲ βοηθήσουν δηλαδὴ μὲ ἀγαθοεργίες, ἐλεημοσύνες καὶ προσφορές. Ἔτσι θὰ κάνεις τὸ Λυτρωτὴ νὰ σὲ ἀντιμετωπίσει μὲ ἐπιείκεια, γιατί αὐτὰ τὰ δέχεται μὲ εὐχαρίστηση».

Ὁ ἴδιος, πάλι γράφει κάπου ἀλλοῦ: «Στὴ διαθήκη σου βάλε συγκληρονόμο, μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς συγγενεῖς σου, καὶ τὸν Κύριο. Ἂς ἔχει τὸ χαρτὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κριτῆ. Ἂς μὴν παραλείπει, ἀκόμα, ν’ ἀναφέρει καὶ τοὺς φτωχούς. Ἐγὼ γίνομαι ἐγγυητής τους. Αὐτό, βέβαια, δὲν πρέπει νὰ τὸ χρησιμοποιήσει κανεὶς ὡς πρόφαση, γιὰ νὰ μὴν κάνει ἐλεημοσύνες ὅσο εἶναι ζωντανός. Καὶ ὅσο ζεῖ νὰ κάνει, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ θάνατο νὰ τὶς συνεχίζει. Τὸ ἀντίθετο εἶναι τελείως παράλογο, βέβηλο καὶ ἀσύμφωνο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πολὺ καλὸ καὶ ἀρεστὸ καὶ εὐπρόσδεκτο ἀπ’ τὸ Θεὸ εἶναι τὸ νὰ καθαρίζει κάθε εὐσεβὴς καὶ φιλοχρηστὸς ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του μὲ ὅλες τὶς ἀγαθοεργίες, νὰ ἀποφεύγει κάθε ἁμαρτία καὶ νὰ τηρεῖ τὶς φωτεινὲς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσει, ὅταν φτάσει στὸ τέλος τῆς ζωῆς του, νὰ πεῖ θαρρετὰ στὸν Κύριο: ‘‘Ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, Θεέ μου, ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου’’ (Ψαλ. 107:2). Καὶ ἔτσι μὲ χαρὰ νὰ ὑποδεχτεῖ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ θὰ κατέβουν γιὰ νὰ τὸν παραλάβουν».

Αὐτὸ βέβαια, τὸ κάνουν λίγοι καὶ σὲ λίγες περιπτώσεις, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, «αὐτοὶ ποὺ θὰ σωθοῦν θὰ εἶναι λίγοι» (πρβλ. Λουκ. 13:23), λόγο ποὺ εἶπε ὁ Πάνσοφος μὲ κάποια λύπη. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ βρεθοῦν ἄνθρωποι σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη κατηγορία τῶν σωζομένων, πᾶμε ἀναγκαστικὰ στὴ δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πατέρων. Ἔτσι, μὲ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ὠφελοῦνται καὶ ἡ φιλανθρωπία αὐξάνει καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἡ προσευχὴ στὸ Θεὸ δυναμώνει καὶ τὸ ἐκκλησίασμα τῶν ἱερῶν ναῶν πυκνώνει καὶ ἡ ἀγαθοεργία στοὺς φτωχοὺς ἁπλώνεται.

Οἱ θεοφώτιστοι ἄνθρωποι λένε, πὼς οἱ πράξεις τῶν ἀνθρώπων, στὴν ὕστατη πνοή τους, δοκιμάζονται σὰν σὲ ζυγαριά. Καὶ ἂν ἡ δεξιὰ πλάστιγγα εἶναι πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν ἀριστερή, εἶναι ὁλοφάνερο πὼς ὁ ἑτοιμοθάνατος θὰ παραδώσει τὴν ψυχή του στοὺς ἁγίους ἀγγέλους. Ἂν πάλι καὶ οἱ δύο πλάστιγγες εἶναι ἴσες, νικάει ὁπωσδήποτε ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Μὰ κι ἂν ἀκόμα ἡ ζυγαριὰ γέρνει λίγο πρὸς τὰ ἀριστερά, ὅπως λένε οἱ θεολόγοι, ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ θὰ ἀναπληρώσει ὅσο χρειάζεται. Νὰ οἱ τρεῖς θεῖες κρίσεις τοῦ Κυρίου: ἡ πρώτη εἶναι δίκαιη• ἡ δεύτερη εἶναι φιλάνθρωπη• ἡ Τρίτη εἶναι ὑπεράγαθη. Μετὰ ἀπ’ αὐτὲς ἔρχεται ἡ τέταρτη, ὅταν οἱ ἐφάμαρτες πράξεις εἶναι πολὺ βαρύτερες. Ἀλίμονο τότε, ἀδερφοί! Καὶ αὐτὴ ὅμως ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ εἶναι δίκαιη καὶ θεσπίζει δίκαια γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κρίνονται.

Μετὰ ἀπ’ αὐτά, λοιπόν, ἂς στρέψουμε ὅλη μας τὴν προσοχὴ στὴ φοβερὴ ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε, μήπως τότε κατηγορηθοῦμε, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς μας ὅτι παραμελήσαμε τὶς ὑποχρεώσεις μας ἀπέναντί τους.

Ἀλίμονο σ’ ὅλους, ὅσοι εἶναι σὰν ἐμένα, ποὺ θὰ κληρωθοῦν ἐκείνη τὴν ἡμέρα στ’ ἀριστερά του Κριτῆ. Μακάριοι ἐκεῖνοι, ποὺ ὁ Κύριος θὰ τοὺς βάλει στὰ δεξιά Του καὶ θ’ ἀκούσουν τὴν εὐλογημένη φωνή. «Ἐλᾶτε, οἱ εὐλογημένοι ἀπ’ τὸν Πατέρα μου, κληρονομῆστε τὴ βασιλεία ποὺ σᾶς ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου» (Ματθ. 25:34). Αὐτὴ τὴ φωνὴ μακάρι ν’ ἀξιωθοῦμε νὰ τὴν ἀκοῦμε ὅλοι, ὅσοι θὰ φυλάξουμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη, καὶ ν’ ἀπολαύσουμε τ’ ἀγαθὰ ποὺ τὴν ὀμορφιὰ τους «μάτι ἀνθρώπινο ποτὲ δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ ποτὲ δὲν ἄκουσε καὶ νοῦς δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ σκεφτεῖ». (Α΄ Κορ. 2:9).

Φλογισμένοι οδοιπόροι & ερημίτες στο Σινά




Οι αββάδες του Σινά φορείς της Ορθοδόξου Παραδόσεωςπ. Ιερόθεου Βλάχου, μητροπολίτη Ναυπάκτου
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί

Εάν ο Μωϋσής έγινε τύπος κάθε Χριστιανού και κάθε ορθοδόξου μοναχού, αυτό πολύ περισσότερο ισχύει για τον σιναΐτη μοναχό, που εξέλεξε να έχη ως πνευματική του παλαίστρα τον χώρο της θεοπτίας. Αισθάνεται ότι είναι διάδοχος των μεγάλων εκείνων Προφητών, του Θεσβίτου Ηλιού και του θεόπτου Μωϋσέως, των οποίων η ζωή συνδέθηκε στενά με το όρος του Σινά. Η συνεχής θέα του όρους Χωρήβ, του τόπου της βάτου και της αγίας Κορυφής ασκούσε έντονη έλξη και μυστική παρότρυνση. Άλλωστε, στον χώρο αυτό, εν συνδυασμώ με την χώρα της Αιγύπτου, βιώθηκε ο αρχαίος μοναχισμός. Έτσι, το όρος Σινά είναι τα άγια των αγίων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, και οι σιναΐτες μοναχοί αισθάνονται διάδοχοι κατά πνεύμα των μεγάλων εκείνων Προφητών. Είναι οι κατ’ επαγγελίαν κληρονόμοι της ζωής εκείνων. Η ζωή την οποία αναλύει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στον βίο του Μωϋσέως επηρέασε βαθύτατα την ζωή, την σκέψη και την διδασκαλία των σιναϊτών πατέρων, όπως θα το δούμε πιο κάτω.

Τα γρανιτώδη όρη και η άξενη έρημος της Χερσονήσου του Σινά14 [ οι παραπομπές αρχίζουν από το 14, γιατί αυτό το κείμενο είναι κομμάτι μεγαλύτερου κεφαλαίου - δυστυχώς οι υποσημειώσεις δεν είναι ανεβασμένες στο Διαδίκτυο] διεδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον χαρακτηρισμό του σιναΐτου μοναχού. Άλλωστε, γνωρίζουμε καλά ότι η έρημος με τον περιορισμό των αισθήσεων, βοηθά στην απόσπαση του νού από την διάχυσή του στο περιβάλλον και την συγκέντρωσή του στην καρδιά. Ο απαράκλητος τόπος αναπτύσσει σε έντονο βαθμό την μετάνοια και την ξενιτεία. Τότε σε βαθειά μετάνοια ο νούς του ανθρώπου αίρεται από κάθε περιοριστικό όριο και ανέρχεται με "θανατηφόρον δίψαν" στο κάλλος του Θεού. Γι’ αυτό και πολλοί ασκητές επέλεξαν αυτόν τον τόπο για να ζήσουν την ζωή του Θεού, να θεραπευθούν από όλα τα πάθη και να ενωθούν με τον Θεό. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι και ο Απόστολος Παύλος μετά την αποκάλυψη του Χριστού πήγε στην έρημο της Αραβίας για να κλαύση τις αμαρτίες του και εκεί έπεσε σε ακράτητο στεναγμό και δάκρυα.

Ο τύπος του σιναΐτου μοναχού διαποτίζεται από την άσκηση και την μυστική θεολογία. Μπορεί κανείς να προσθέση ότι η χαρακτηριολογία και ο τύπος του επηρεάζεται και από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ο σιναΐτης ασκητής είναι εξωτερικά σκληρός, αντέχει στις δυσκολίες της ερήμου, είναι τραχύς στις εξωτερικές κοσμικές συνθήκες ζωής, αλλά ταυτόχρονα πολύ ευαίσθητος εσωτερικά. Συνδυάζει την αρρενωπότητα και την ευαισθησία, που είναι πραγματικά γνωρίσματα των ορθοδόξων μοναχών, οι οποίοι διαφέρουν σαφώς από δυτικούς μοναχούς.
Στην συνέχεια θα ήθελα να αναφέρω μερικά τέτοια παραδείγματα αγίων μοναχών, που ασκήθηκαν στον σιναϊτικό χώρο, στα οποία φαίνεται η βίωση, στην προσωπική τους ζωή, της ασκήσεως και της μυστικής θεολογίας.
α) Η ασκητική ζωή των αββάδων του Σινά έφθασε σε μεγάλο βαθμό και ύψος. Φυσικά, όταν ομιλούμε για άσκηση εννοούμε την τήρηση των εντολών του Χριστού και την προσπάθεια του ανθρώπου να μεταμορφώση όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις, ώστε ενώ προηγουμένως λειτουργούσαν παρά φύσιν, τώρα να λειτουργούν κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. [ γι' αυτό η χριστιανική άσκηση δεν είναι μια υπερφυσική σκληραγώγηση ούτε και προέρχεται από μίσος προς το σώμα]. Η έρημος του Σινά βοήθησε πολύ στην βίωση αυτής της ασκήσεως [αββάς = πατέρας, λέξη συριακής προέλευσης].Η ασκητική ζωή βιώνεται και ολοκληρώνεται μέσα σε βαθυτάτη μετάνοια. Η μετάνοια αυτή είναι καρπός της ελλάμψεως της Χάριτος του Θεού, αλλά συγχρόνως εκφράζεται με την βαθυτάτη αυτομεμψία. Κάποιος Γέροντας που ασκήτευσε στην περιοχή της Ραϊθού ήταν σε όλη του την ζωή "σύννους" και συνεχώς, ό, τι και αν έκανε, επανελάμβανε την φράση: "Άρα τί γίνεται", δηλαδή τί συμβαίνει με μένα; Όλη του την ζωή την πέρασε άλλοτε σιωπώντας και άλλοτε λέγοντας αυτήν την μικρή φράση15. Η μετάνοια συνδέεται με ολοκληρωτική μεταστροφή και αναγέννηση του ανθρώπου. Ένας ασκητής του Σινά σε ερώτηση κάποιου αδελφού πώς να προσεύχεται απάντησε: "Εγώ τέκνον, όταν εύχομαι ούτως λέγω, "Κύριε αξίωσόν με δουλεύσαί σοι, ως εδούλευσα τον Σατανάν, και αξίωσόν με αγαπήσαί σε, ως ηγάπησα την αμαρτίαν"16. Η απάντηση αυτή είναι εκφραστικότατη, γιατί δείχνει ότι η αληθινή μετάνοια είναι μεταστροφή και αναγέννηση του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι την αγάπη που αισθάνεται κανείς προς την αμαρτία, πρέπει να την στρέψη ολοκληρωτικά στον Θεό. Και φυσικά αυτό δεν είναι έργο ανθρώπινο, αφού παρακαλεί τον Θεό να τον αξιώση αυτής της μεγάλης εργασίας.



Δεν είναι άσχετη με την μετάνοια η μνήμη του θανάτου. Και αυτή η μνήμη είναι χάρισμα από τον Θεό, που γίνεται με την έμπνευση της θείας Χάριτος. Κάποιος ασκητής που ασκήτευσε σ’ ένα "μικρόν κελλίον" στο όρος Σινά κάθε ημέρα θρηνούσε μνημονεύοντας τον θάνατο17. Για τον μεγάλο σιναΐτη μοναχό άγιο Ιωάννη, τον συγγραφέα της Κλίμακος, στον οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω, λέγεται ότι παρέμεινε στην άσκηση σαράντα ολόκληρα χρόνια "τώ πυρί της θείας αγάπης αεί πυρπολούμενος και μελέτην θανάτου τον βίον τιθέμενος"18.Επειδή ο βίος των ασκητών αυτών ήταν μελέτη θανάτου, γι’ αυτό και ήταν γεμάτος από ζωή. Είναι πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση του Ησυχίου του Χωρηβίτου, ο οποίος ύστερα από την ανάνηψη από μια βαρειά ασθένεια και τα όσα είδε κατά την ώρα της προσεγγίσεως του θανάτου, παρέμεινε μέσα στο κελλί του, απομακρυσμένος από τα βλέμματα των άλλων αδελφών, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, τρώγοντας μόνον ψωμί και νερό. Μετά από δώδεκα χρόνια σιωπής και μονώσεως, όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του, είπε στους αδελφούς του: "Ουδείς μνήμην θανάτου εγνωκώς, δυνήσεται αμαρτήσαί ποτε". Διασώζεται δε η πληροφορία ότι οι αδελφοί, αφού τον ενταφίασαν, ύστερα από λίγες ημέρες, ανεζήτησαν το λείψανό του και δεν το βρήκαν19. Αυτό σημαίνει ότι εκείνος που διακρίνεται για το χάρισμα της μνήμης του θανάτου ουσιαστικά διέρχεται το στάδιο της αναμαρτησίας και της θεώσεως.
Οι σιναΐτες ασκητές γνώριζαν πολύ καλά ότι και το σώμα πρέπει να θεωθή, γι’ αυτό και πρέπει να συμμετάσχη στην άσκηση. Θαυμάζει κανείς όταν μελετά τους βίους των ασκητών του Σινά, όπως μας παραδίδονται σε διάφορα κείμενα. Η σωματική άσκηση ήταν πολύ μεγάλη. Δύο αδέλφια που μόναζαν πολλά χρόνια στην κορυφή του όρους ήταν ενδεδυμένα συνεχώς με "σιδηροπουκάμισα"20. Κάποιος άλλος πατέρας κλείστηκε σ’ ένα σπήλαιο κατά την διάρκεια της Αγίας Τεσσαρακοστής και δέχθηκε τον πόλεμο του διαβόλου. Ο διάβολος γέμισε ολόκληρο το σπήλαιο από κοριούς, ώστε δεν υπήρχε καθόλου τόπος καθαρός, απηλλαγμένος από αυτούς. Ο Γέροντας εκείνος έλεγε: "Εάν δέη με αποθανείν, ουκ εξέρχομαι έως της αγίας εορτής". Τελικά λυτρώθηκε από τον πόλεμο αυτόν του διαβόλου, γιατί την τρίτη εβδομάδα των Νηστειών εισήλθαν στο σπήλαιο πλήθος μυρμηγκιών και εξαφάνισαν τους κοριούς21.
Η νηστεία και η δίψα, λόγω ασκήσεως, αλλά και λόγω ελλείψεως, ήταν μια φοβερή άσκηση και δοκιμασία. Για τον όσιο Ιουλιανό λέγεται ότι πορευόμενος προς το Σινά "τό ποθούμενον όρος", δεν περνούσε μέσα από πόλεις και χωριά, αλλά από την άβατο έρημο. Κατά την πορεία του δεν κρατούσε τίποτε άλλο παρά ψωμί και αλάτι, ένα ξύλινο ποτήρι και ένα σφουγγάρι, ώστε αν βρη νερό βαθειά στην γή, να τοποθετήση το σφουγγάρι εκεί και στην συνέχεια να στραγγίση το νερό στο ποτήρι22. Ο αββάς Ιωάννης, ηγούμενος της Ραϊθού, έλεγε στους αδελφούς του ότι γνώρισε γέροντες ασκητές που έζησαν στον χώρο εκείνο εβδομήντα χρόνια τρώγοντας μόνον χόρτα και χουρμάδες23.
Ένας αναχωρητής διηγόταν ότι ζούσε σε μια σπηλιά κοντά σε μια μικρή πηγή και έναν φοίνικα. Κάθε μήνα ένα κλαδί του φοίνικα παρήγαγε καρπό και έτρωγε ολόκληρο τον μήνα. Τον επόμενο μήνα παρήγαγε το άλλο κλαδί. Με τέτοια σωματική άσκηση ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένος στον Θεό24. Ο αββάς Γεώργιος Βυζάντιος μαζί με τον μαθητή του Γεώργιο μόναζαν σ’ ένα νησί της Ερυθράς θάλασσας. Το νερό το κουβαλούσαν σε μια μικρή σχεδία από την ξηρά. Ύστερα από μια τρικυμία χάθηκε η σχεδία και έμειναν χωρίς νερό. Όταν αργότερα τους επισκέφθηκαν οι αδελφοί, τους βρήκαν πεθαμένους και επάνω σ’ ένα δέρμα χελώνας ήταν το εξής γραμμένο: "Ο αδελφός Γεώργιος επί ημέρας κη’ μη πιών ύδωρ ετελεύτησε, εγώ δε έχω ημέρας λζ’" 25.
Με όλη την άσκηση που έκαναν επεδίωκαν να αποκτήσουν το έλεος του Θεού. Η άσκηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσον για την θεραπεία της ψυχής και την μέθεξη της Χάριτος του Θεού. Το σώμα, λόγω των παθών, εμποδίζει την πορεία της ψυχής προς την θέωση και αντιδρά. Γι’ αυτό η άσκηση είναι απαραίτητη για την μεταμόρφωσή του.
Οι άγιοι σύζυγοι Γαλακτίων και Επιστήμη, ασκητές του Σινά και τελικά μάρτυρες (θανατώθηκε επί Δεκίου, 250 μ.Χ.). Από εδώ.

β) Αν η σωματική άσκηση βοηθά και το σώμα να καθαρισθή, η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου είναι όταν καλλιεργή την εσωτερική καρδιακή εργασία. Οι ορθόδοξοι μοναχοί δεν αποβλέπουν απλώς στην καταδυνάστευση του σώματος, αλλά στην μεταμόρφωσή του και στην αποκάλυψη των νοερών δυνάμεων της ψυχής. Αν η σωματική άσκηση, όπως την είδαμε προηγουμένως, περικλείεται στην πράξη, η νοερά ησυχία, η καθαρότης του νοός βρίσκεται στην αρχή της θεωρίας. Οι σιναΐτες πατέρες γνώριζαν ότι είναι δυνατόν κανείς να είναι "πρακτικός μέγας", αλλά αφελής στην πίστη και έτσι να περιπίπτη σε διάφορα σφάλματα26. Γι’ αυτό απαιτείται παράλληλος αγώνας και για την νοερά έλλαμψη.Ο αββάς Επιφάνιος ο Έγκλειστος, κατόπιν πολλής υπακοής στον Χριστό, δέχθηκε "πολύν πλούτον και φωτισμόν της εκλάμψεως του Αγίου Πνεύματος... δια του θείου φωτός" 27.
Γνωρίζουμε από την ορθόδοξη εμπειρία των αγίων μας ότι μετά από την κάθαρση της καρδιάς, ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Θεού, αποκτά τον φωτισμό του νοός και εισέρχεται στην θεωρία [=όραση, θέα] του Θεού. Η κάθαρση της καρδιάς συνίσταται στην αποβολή όλων των λογισμών από αυτήν. Ο αββάς Σιλουανός, περιγράφοντας τον τρόπο ζωής που ακολούθησε και έφθασε στην φρόνηση του Θεού, είπε: "Ουδέποτε αφήκα εις την καρδίαν μου λογισμόν παροργίζοντα τον Θεόν"28. Αυτή η εργασία στην γλώσσα των Πατέρων λέγεται και νήψη νοός. Ο ίδιος δε αββάς διασώζει τον τρόπο τον οποίο μετερχόταν, ώστε, και όταν ακόμη εργαζόταν το εργόχειρό του, να μη απασχολήται ο νούς του σε αυτήν την εργασία29.
Πίνακας με το όρος Σινά, που αποδίδεται στο Δομίνικο Θεοτοκόπουλο (από το site του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης)

Δηλαδή, οι σιναΐτες πατέρες, ύστερα από πολλά χρόνια ασκήσεως, κατώρθωσαν να ξεχωρίζουν τον νού από την λογική, ώστε να είναι ελευθερωμένος από κάθε άλλη εργασία, αφού στην κατάσταση αυτή η λογική μπορεί να έχη συνείδηση του περιβάλλοντος κόσμου και να ασχολήται με τις καθημερινές φροντίδες, ενώ ο νούς να είναι απασχολημένος με τον Θεό. Αυτό λέγεται καθαρότης νοός. Ένας αββάς που ασκήτευσε στις σπηλιές, πάνω από την σπηλιά του Ιωήλ, είχε διαρκή νήψη και πάντοτε εξήταζε τον νού του εάν έλεγε στίχους των ψαλμών ή εάν προσευχόταν. Αν διαπίστωνε ότι ο νούς του βρισκόταν κάπου αλλού, τότε τον επιτιμούσε30. Και εδώ βλέπουμε την αρχαία παράδοση ότι η νοερά προσευχή γινόταν ή με στίχους των ψαλμών ή με την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν ο ασκητής αποκτήση την νοερά καθαρότητα και την νοερά έλλαμψη, τότε έχει και το χάρισμα της διακρίσεως. Σε αυτήν την κατάσταση ξεχωρίζει το δαιμονικό από το θεϊκό, το κτιστό από το άκτιστο. Έτσι διακρίνει το θέλημα του Θεού από το θέλημα του διαβόλου, την εμφάνιση του Θεού από την εμφάνιση του διαβόλου ως αγγέλου φωτός. Ο αββάς Νισθερώος, που ασκήτευσε ένα διάστημα στην Ραϊθώ, δίδασκε ότι η σωτηρία του ανθρώπου πορεύεται από διαφορετικούς δρόμους, ήτοι από την φιλοξενία του Αβραάμ, την ησυχία του Προφήτου Ηλία και την ταπείνωση του Δαυΐδ. Και οι τρεις ζούσαν διαφορετικό τρόπο ζωής, αλλά όμως ο Θεός ήταν μαζί τους. Το θέμα, λοιπόν, είναι να υπάρχη η Χάρη του Θεού μέσα μας31.
Ο προφήτης Ηλίας. Φωτο από το post Ο σύγχρονος άγιος του Δυτικού Ρεθύμνου

γ) Οι σιναΐτες πατέρες όμως έφθασαν και στην θεωρία του Θεού, όπως το βλέπουμε σε πολλές περιπτώσεις. Ο άνθρωπος με την Χάρη του Θεού φροντίζει να καθαρίση την καρδιά του, στην συνέχεια έρχεται στην νοερά-καρδιακή προσευχή και έπειτα, εάν ο Θεός θελήση, φθάνει και στην αποκάλυψη, την φανέρωση της δόξης Του. Θα αναφέρω κάπως αδόκιμα και ξερά μερικές τέτοιες θεωρίες σιναϊτών πατέρων.
Ο Ιωσήφ ο Ραϊθηνός, κατά την διάρκεια της προσευχής του, φλεγόταν από την Χάρη του Θεού. Όταν κάποιος τον πλησίασε στο καλύβι του τον βρήκε σε έκσταση. "Θεωρεί αυτόν όλον από κεφαλής μέχρι ποδών ιστάμενον ως φλόγα πυρός"32. Σε αυτήν την κατάσταση παρέμεινε πέντε ολόκληρες ώρες. Αυτή είναι η θεία αρπαγή για την οποία κάνουν λόγο πολλοί Πατέρες στα έργα τους. Το ίδιο βλέπουμε και στην ζωή του αββά Σιλουανού. Ο μαθητής του Ζαχαρίας τον βρήκε "εν εκστάσει και αι χείρες αυτού (ήσαν) εις τον ουρανόν". Και όταν τον ρώτησε που βρισκόταν, εκείνος απάντησε: "Εγώ εις τον ουρανόν ηρπάγην και είδον την δόξαν του Θεού και εκεί ιστάμην έως άρτι και νυν απελύθην"33. Πρέπει να σημειώσουμε τα δύο ρήματα "ηρπάγην" και "απελύθην", τα οποία δείχνουν ότι η αρπαγή και η θεωρία είναι εμπειρία της Χάριτος και γίνονται με την ενέργειά της. Δεν είναι έκσταση της λογικής, αλλά αρπαγή του νού. Ο ίδιος αββάς διηγείται ότι κατά την διάρκεια της αρπαγής είδε την Δευτέρα Παρουσία, την κρίση του Θεού και μάλιστα είδε πολλούς μοναχούς να οδηγούνται στην Κόλαση και πολλούς κοσμικούς να πηγαίνουν στην Βασιλεία του Θεού34.
Στους βίους των σιναϊτών πατέρων μπορεί κανείς να δη και να θαυμάση τέτοιες περιπτώσεις θεοφανείας, αφού αξιώθηκαν του ακτίστου Φωτός. Αυτό, βέβαια, ήταν καρπός ασκήσεως, αλλά κυρίως ευδοκίας του Θεού. Κάποιος διακονητής στην αγία Κορυφή, που λεγόταν Ελισσαίος, έβλεπε όχι μια ή δύο φορές, αλλά κάθε νύκτα το πυρ να κάθεται επάνω στον άγιο Ναό της θείας νομοθεσίας35. Ζούσαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν φυσικό σε αυτούς να μετέχουν της θείας Χάριτος και να αποκτούν εμπειρίες του Θεού. Είναι πολύ χαρακτηριστική η φράση: "Εν μια ουν των ημερών εξήλθεν ο καθ’ είς ημών καθ’ εαυτόν αδολεσχήσαι τη του Θεού θεωρία εις την έρημον"36. Πραγματικά, η έλλαμψη του νοός και η θεωρία του Θεού είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, αφού ο Αδάμ πλάστηκε εξ αρχής σε αυτήν την κατάσταση.
Ο δρόμος προς την Αγία Κορυφή, το σημείο της παράδοσης των 10 Εντολών από το Θεό στο Μωυσή

Το όρος Σινά δεν ήταν χώρος θεοφανείας μόνον για τον Μωϋσή, αλλά και για πολλούς ασκητάς που μόνασαν εκεί και ήταν διάδοχοι κατά πνεύμα του μεγάλου εκείνου θεόπτου Προφήτου. Όταν ο άγιος Συμεώνης επισκέφθηκε το ποθούμενον όρος και μάλιστα το σημείο εκείνο όπου ο Μωϋσής αξιώθηκε να δη τον Θεό, γονάτισε και δεν σηκώθηκε έως ότου άκουσε την δεσποτική φωνή που του εξέφραζε την ευμένεια. Αποτέλεσμα αυτής της θεοπτίας ήταν ότι ολόκληρη την εβδομάδα την πέρασε σκυμμένος χωρίς να φάγη το παραμικρό37. Πρόκειται εδώ για την θεοπτία και την αναστολή των σωματικών ενεργειών. Γιατί, πράγματι, κατά την θεοπτία αναστέλλονται όλες οι σωματικές ενέργειες του ανθρώπου, αφού τότε ο άνθρωπος δεν αισθάνεται την ανάγκη να φάγη, να κοιμηθή και γενικά δεν αισθάνεται την ενέργεια των δερματίνων χιτώνων της φθοράς και της θνητότητος.
δ) Ο άνθρωπος, μετέχοντας της ακτίστου Χάριτος του Θεού και βιώνοντας την μακαρία κατάσταση της θεώσεως, αποκτά και διάφορα πνευματικά χαρίσματα. Και αυτό είναι φυσική κατάσταση του θεόπτου. Ο Μωϋσής με την θεοπτία έγινε οδηγός των Εβραίων και τους κατηύθυνε προς την γη της επαγγελίας. Με την δύναμη του Θεού νικούσε όλες τις δυσκολίες και υπερνικούσε όλα τα εμπόδια. Από τα πολλά χαρίσματα που είχαν αποκτήσει οι σιναΐτες πατέρες, όπως διασώζονται στα διάφορα περιστατικά, θα αναφέρω τρία.
Το πρώτο είναι οι διάφορες θαυματουργίες. Τα θαύματα που γίνονται από τους αγίους είναι ένδειξη ότι ο Θεός αναδεικνύει τον άνθρωπο εκείνο ως άγιο. Ο αββάς Ίσαυρος θεράπευσε έναν παράλυτο, ο οποίος τον επισκέφθηκε κατόπιν παροτρύνσεως της ιδίας της Θεοτόκου38. Κάποιος μοναχός, ονομαζόμενος Μωϋσής, που καταγόταν από την Φαράν, έκανε πολλά θαύματα. Τον θεωρούσαν δεύτερο Προφήτη Ηλία. Ό,τι ζητούσε από τον Χριστό του το έδινε: "Πάντα γαρ όσα ήτει και αυτός τον Κύριον, εχορήγει αυτώ". Έκανε πολλά θαύματα, κυρίως είχε το χάρισμα κατά των ακαθάρτων πνευμάτων. Έτσι, θεράπευε πολλούς ασθενείς και σχεδόν όλο τον λαό, που βρισκόταν στα μέρη της Φαράν, τον οδήγησε στην χριστιανική πίστη με το θαυματουργικό χάρισμα που είχε39.
Το δεύτερο είναι ότι οι σιναΐτες πατέρες σαν αληθινοί άνθρωποι του Θεού έγιναν με την Χάρη του Θεού κύριοι της γής, από την άποψη ότι ακόμη και τα άλογα ζώα τους έκαναν υπακοή [ "άλογα" = μη λογικά (δεν έχει σχέση με το άλογο = ίππος). Δες πολλά στο Οι άγιοι και τα ζώα]. Δεν ήταν θηριοδαμαστές, αφού δεν αποκτούσαν κυριαρχία πάνω στα άλογα ζώα, κατόπιν ιδιαιτέρας σωματικής ασκήσεως και γνώσεως της τεχνικής μεθόδου, αλλά λόγω της μεθέξεως της ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού.Ο αββάς Σέργιος, επιστρέφοντας κάποια μέρα από το διακόνημά του [=την εργασία του, την υπηρεσία του], είδε ένα λιοντάρι που βρισκόταν στην οδό. Οι άνθρωποι που συνόδευαν τον αββά, μαζί με τα ζώα που είχαν έφυγαν από τον φόβο τους. Τότε ο αββάς Σέργιος πλησίασε το λιοντάρι, του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και είπε: "Λάβε την ευλογίαν των πατέρων και άπελθε εκ της οδού, ίνα παρέλθωμεν" [=πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από το δρόμο, για να περάσουμε]. Και το λιοντάρι έκανε τελεία υπακοή40. Ένας άλλος ερημίτης, που ζούσε μέσα σ’ έναν λάκκο, όταν είδε ένα λιοντάρι να έρχεται, από μακρυά του έκανε νόημα να πάη από το άλλο μέρος. Το λιοντάρι υπάκουσε στον λόγο του ερημίτου και αφού του έφερε τον καρπό των φοινίκων, στην συνέχεια έφυγε πιο πέρα και ξαπλώνοντας κάτω, κοιμήθηκε41. Τα άλογα ζώα κάνουν υπακοή στους αγίους γιατί αισθάνονται την Χάρη του Θεού να εκπορεύεται από αυτούς. Έτσι, βλέπουμε πώς οι άγιοι φέρνουν μια ισορροπία στην δημιουργία, ημερεύουν και τα άγρια ζώα.
Φωτο από το post Το υποτακτικό λιοντάρι

Το τρίτο είναι ο τρόπος της κοιμήσεώς τους. Στην ζωή των σιναϊτών πατέρων βλέπουμε καθαρά ότι οι περισσότεροι είχαν οσιακό τέλος. Με τον τρόπο της ζωής τους υπερέβησαν τον θάνατο, δεν τον εφοβούντο και πραγματικά ο θάνατος ήταν ένας ύπνος. Ο αββάς Γεώργιος ο Αρσελαΐτης κατάλαβε τον θάνατό του και κάλεσε ένα αγαπητό του πρόσωπο να έλθη για να τον ασπασθή πριν φύγη για τον Κύριο. Αυτό πραγματοποιήθηκε μετά από δώδεκα ημέρες. Προείδε τον ερχομό του αγαπητού του προσώπου. Όταν ήλθε, "ποιήσας ευχήν ο γέρων και ασπασάμενος αυτόν και μεταλαβών των αγίων μυστηρίων, ανακλίνας εαυτόν απήλθεν προς Κύριον"42. Στο περιστατικό αυτό φαίνεται και το ανθρώπινο, αφού ζητά να αποχαιρετίση ένα αγαπητό του πρόσωπο, αλλά και το υπεράνθρωπο, αφού με την Χάρη του Θεού υπερέβη τον θάνατο. Κάποιος άλλος ερημίτης προείδε τον θάνατό του και γι’ αυτό στον αββά Ζώσιμο που τον επισκέφθηκε είπε: "Φύσει, τέκνον, καλώς ήλθες. Ο Θεός γαρ ήγαγέν σε ώδε, ίνα το σώμά μου θάψης". Και μετά από λίγο, αφού τον ευλόγησε και ζήτησε την ευχή του, "έθηκεν εαυτόν και ανεπαύσατο ο δούλος του Θεού"43. Έτσι, καταλαβαίνουμε καλά ότι ο θάνατος στους δικαίους ανθρώπους είναι πραγματικά ένας ύπνος.
Σε πολλούς αγίους η βαθυτάτη μετάνοιά τους, αλλά και η μεγάλη αυτομεμψία τους εκδηλώνεται ακόμη και κατά την ώρα του θανάτου. Ένας ερημίτης, προβλέποντας τον θάνατό του, κάλεσε κάποιον γείτονά του να είναι κοντά την ώρα εκείνη και του έδωσε την παραγγελία να μη τον ενταφιάση, αλλά να πετάξη το σώμα του στην έρημο για να το καταφάγουν τα θηρία και τα πουλιά, "διότι ήμαρτε τω Θεώ πολλά και ουκ έστιν άξιον ταφήναι". Την τρίτη ημέρα μετά την κοίμησή του αποκαλύφθηκε ο ίδιος στον αδελφό εκείνο, κατά την διάρκεια του ύπνου και του είπε ότι βρήκε μεγάλο έλεος από τον Θεό για την μεγάλη του ταπείνωση44.
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει την Κλίμακα [=Σκάλα], ένα κλασικό έργο που αναλύει τα πάθη (πνευματικές & σωματικές εξαρτήσεις) και τις αρετές. Αναλυτικά γι' αυτόν εδώ, ενώ όλο το έργο εδώ.

ε) Όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως δείχνουν ποιά είναι η θεολογία και ποιός είναι ο θεολόγος στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ουσιαστικά πρόκειται για ολόκληρη ζωή. Η θεολογία είναι εμπειρία. Θεολόγος είναι ο άνθρωπος εκείνος που απέκτησε μέθεξη Θεού και ενώθηκε εν Χάριτι με τον Θεό. Και όταν αυτή η ζωή κινδυνεύη να διαστραφή, τότε οριοθετείται, γίνεται δόγμα. Οπότε το δόγμα είναι καρπός της εμπειρίας και οδηγεί τον άνθρωπο προς την εμπειρία του Θεού.
Οι αββάδες που ασκήτευσαν στον σιναϊτικό χώρο ζούσαν τον Θεό, γνώριζαν από την πείρα τους τί είναι η θεία Χάρη, ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Και όταν χρειάστηκε, διατύπωσαν αυτήν την προσωπική εμπειρία. Βοηθούσαν τους ποιμένας της Εκκλησίας στον αντιαιρετικό τους αγώνα, προσεύχονταν για να παραμένη αλώβητη η ορθόδοξη πίστη και ποικιλοτρόπως βοηθούσαν το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας είναι ο Θεόδωρος της Ραϊθού, που έζησε τον ΣΤ’ αιώνα ως πρεσβύτερος σε Μονή πλησίον της Ραϊθού45. Ο χρόνος κατά τον οποίο έζησε ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος ήταν κρίσιμος και ταραχώδης. Είχε προηγηθή η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος στην Χαλκηδόνα που εθέσπισε την δογματική αλήθεια ότι η θεία και η ανθρώπινη φύση είναι ενωμένες στην υπόσταση του Λόγου ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως. Όμως μετά την Σύνοδο εξακολούθησαν οι συζητήσεις σχετικά με τα κρίσιμα αυτά θέματα, αφού άλλοι αρνήθηκαν τις αποφάσεις της, άλλοι προσπάθησαν να δώσουν διαφορετική ερμηνεία και άλλοι τις αποδέχθηκαν. Ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος της Ραϊθού έπαιξε σπουδαίο ρόλο σε όλη αυτήν την συζήτηση.
Το μόνο γνωστό κείμενό του είναι η "προπαρασκευή", στο οποίο κάνει ανάλυση των όρων που είχαν επικρατήσει την εποχή εκείνη. Μελετώντας κανείς την "προπαρασκευή" διαπιστώνει ότι ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος αφ’ ενός μεν είναι επηρεασμένος πολύ από τον Μ. Βασίλειο και τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, των οποίων χωρία μνημονεύει σχεδόν αυτολεξεί46, αφ’ ετέρου δε επηρέασε και τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Δεν ξέρουμε, βέβαια, θετικά αν ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γνώριζε την "προπαρασκευή", αλλά οπωσδήποτε έχουν και οι δύο (Πρεσβύτερος Θεόδωρος και Ιωάννης Δαμασκηνός) τις ίδιες πηγές και ομοιάζουν σε πολλά τα κείμενά τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο υπότιτλος του όλου έργου: "Θεοδώρου πρεσβυτέρου της Ραϊθού προπαρασκευή τις και γυμνασία τω βουλομένω μαθείν, τις ο τρόπος της θείας ενανθρωπήσεως και οικονομίας, καθ’ όν πέπρακται, και τίνα τα προς τους ταύτην μη ορθώς νοούντας λεγόμενα παρά των της εκκλησίας τροφίμων"47.
Το όλο έργο μπορεί να χωρισθή σε δύο επί μέρους ενότητες. Η μία είναι παρουσίαση των διδασκαλιών διαφόρων αιρετικών, όπως του Μάνεντος, του Παύλου Σαμοσατέως, του Απολλιναρίου, του Θεοδώρου Μομψουεστίας, του Νεστορίου, του Ευτυχούς κλπ. Η δεύτερη ενότητα είναι ανάλυση διαφόρων θεολογικών όρων, που χρησιμοποιούνται για το Χριστολογικό δόγμα.
Δεν πρόκειται να κάνω ανάλυση όλων των θέσεων του Πρεσβυτέρου Θεοδώρου, αλλά να υπογραμμίσω ότι δέχεται την επικρατήσασα ορολογία των Καππαδοκών Πατέρων, ιδιαιτέρως του Μ. Βασιλείου περί ταυτίσεως της ουσίας με την φύση, και της υποστάσεως με το πρόσωπο.

Αναλύοντας την διαφορά μεταξύ ουσίας και υποστάσεως λέγει ότι η ουσία φανερώνει μόνον αυτό το είναι, ενώ η υπόσταση δηλώνει όχι μόνο το είναι, αλλά "καί το πώς έχειν και το οποίον τι είναι". Έτσι η ουσία φανερώνει το κοινό, ενώ η υπόσταση το ειδικό. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του ανθρώπου λέγει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινά γνωρίσματα, αφού όλοι "ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν". Όμως ο καθένας έχει και διάφορα συμβεβηκότα, δηλαδή διαφορετική πατρίδα, γένος, όνομα, επάγγελμα, πράξεις, πάθη κλπ. Αυτά τα τελευταία ξεχωρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους48. Το άθροισμα των συμβεβηκότων διακρίνουν την υπόσταση από την ουσία49. Δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση ούτε υπόσταση χωρίς την ουσία. Όταν μιλούμε για διαφορά μεταξύ υποστάσεως και ουσίας συγχρόνως μιλούμε και για την ομοιότητα, "ίνα μη παντάπασιν αποξενώσθαι της ουσίας ταύτην νομίσης"50.
Ενώ δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση και αντίστροφα, εν τούτοις εμείς πρώτα καταλαβαίνουμε σε γενικές γραμμές την υπόσταση και έπειτα η ουσία μας διδάσκει για τον εαυτό της δια της υποστάσεως. Πρώτα αντιληφθήκαμε τον Πέτρο "ότι εστί" και στην συνέχεια "τό τί εστιν", ότι, δηλαδή, είναι άνθρωπος, ζώο λογικό και θνητό51.
Όταν με τον λόγο αναιρήται η ουσία, τότε συναναιρείται και η υπόσταση, δηλαδή όταν δεν υπάρχη ο άνθρωπος, τότε δεν υπάρχει και ο Πέτρος ή ο Παύλος. Όταν όμως αναιρήται η υπόσταση, δεν σημαίνει ότι αναιρείται και η ουσία, αφού όταν αναιρήται ο Πέτρος, δεν καταστρέφεται και ο άνθρωπος52. Αυτό λέγεται συγκαταβατικά, διότι δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση και αντίστροφα, αφού η υπόσταση ορίζεται ως ουσία με τα ιδιώματα.
Βέβαια, όσα λέγονται για την υπόσταση λέγονται και για το πρόσωπο, αφού δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ προσώπου και υποστάσεως.
Από τα λίγα αυτά, που παραθέσαμε προηγουμένως, φαίνεται καθαρά ότι ο χώρος του Σινά ανέδειξε μεγάλους ασκητάς και θεολόγους της Εκκλησίας. Στον χώρο αυτό βιώθηκε μια ζωντανή θεολογία, η οποία, όταν παρουσιάσθηκαν διάφορες αιρέσεις, διατυπώθηκε και σε όρους για να διασφαλίση την ορθόδοξη πίστη, την Αποκάλυψη του Θεού. Ουσιαστικά οι ασκητές του Σινά συντόνιζαν την άσκηση στην δογματική αλήθεια της Εκκλησίας.
Άγγελοι μεταφέρουν το σώμα της αγίας Αικατερίνης στην κορυφή του Σινά, όπου ανακαλύφθηκε άφθαρτο


Τώρα αξίζει να δεις: Όλα τα αποσπάσματα του ίδιου βιβλίου που υπάρχουν στο σχετικό site.

Δυο σύγχρονοι μοναχοί του Σινά δολοφονούνται από δουλέμπορους, γιατί τους αντιστάθηκαν (εδώ).


πηγή

Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2011

Γράμμα απο τον Γέροντα Εφραίμ Αριζόνα

Ιερά Μονή αγίου Αντωνίου 7/1/2010
Ευλογημένη μου ψυχούλα του Κυρίου Ιησού .......( εδώ έγραφε το όνομα)
Υγίαινε και σώτου εν τη μνήμη του Αληθινού Θεού μας.
Εύχομαι να αγωνίζεσαι να σώσεις την καλή σου ψυχούλα. Πρέπει να αγωνιζώμεθα, μνημονεύοντας το Πανάγιον όνομα του Κυρίου μας Ιησού " Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με'' Παναγία θεοτόκε βοήθει μοι" Αυτά τα δύο Πανάγια ονόματα αν τα κρατήσεις γενναία στη ψυχή σου δηλ. νοερώς και στοματικά να τα προσφέρης, θα τύχης μεγάλης βοήθειας στην ασφάλεια της ψυχής σου, της ζωής σου. Οι δαίμονες μόνο έτσι κτυπιούνται και διώκονται από κοντά μας. Θα είσαι οπλισμένη αλλά και ψυχικά χαρούμενη. Να εξομολογήσαι τακτικά και να υπακούης στον πνευματικό σου πατέρα.
Να προσέχεις το στοματάκι σου να μην κατακρίνεις κανένα και να αγαπάς τους εχθρούς σου και να τους προσεύχεσαι. Να κατακρίνεις μόνο τον εαυτόν σου. Να αγαπάς την Εκκλησία, τον εκκλησιασμό. Να νουθετάς τα παιδιά σου και με το παράδειγμα σου. Στην προσευχή σου να προσεύχεσαι για όλο τον κόσμο. Εγγύς το τέλος μας. τα γεγονότα μας πληροφορούν ότι να είμεθα έτοιμοι. Κορούλα μου σε χαιρετώ με πατρική αγάπη και στοργή.
+ Γ. Εφραίμ
==============================================================
Γράμμα 2
Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου 12/7/ 2011
Ευλογημένη ψυχούλα του θεού .............,
Διάβασα τα όσα μου έγραψες. θα σου γράψω μερικές συμβουλές.
Η Ευχή του Ιησού μας ναναι η τροφή, το ποτό, το οξυγόνο και η αναπνοή μας. Δεν γίνεται Ζωή Χριστού μέσα μας, χωρίς το πανάγιον Όνομα Του Ιησού μας. 
Αυτή η προσευχή είναι ατομική βόμβα κατά του διαβόλου, γι αυτό και έχει τόση δυσκολία στην προσπάθεια να την κρατήσουμε στην αναπνοή μας, στην καρδιά μας - με ένα λόγo: Χωρίς Ιησού είμεθα νεκροί ψυχικώς. Επειδή εγώ ζω αυτήν την νεκρότητα της βρώμικης ψυχής μου, σου το γράφω σαν μία μεγάλη αλήθεια και διαπίστωση.
Βίαζε, παιδάκι μου, τον εαυτό σου να προσεύχεται. προσπάθησε να κρατάς τον νου σου από τον μετεωρισμό και διασκορπισμό. Ο διασκορπισμός του νου φέρνει όλη τη σαβούρα της κοσμικής βρωμιάς στην ψυχή μας, με αποτέλεσμα να λερώνεται όλος ο ψυχοσωματικός εαυτός μας και έτσι, η χάρις του θεού να φεύγει από την ψυχή μας και να νοιώθουμε έλεγχο τρανταχτερό στην συνείδησι.
Αγωνίσου να δώχνεις τους κακούς και βρώμικους και υπερήφανους λογισμούς του διαβόλου. Να είσαι πανέτοιμη και ρωμαλέα στον Ζήλο ( τον κατά θεόν) και άκρως νηπτική ώστε μόλις η ψυχή αντιληφθεί πως έφθασαν οι κακές σκέψεις, αυτομάτως να δουλέψει ο νηπτικός μηχανισμός, δηλ. η ετοιμότητα και η μαχητικότητα της ψυχής προς ανατροπή της επιθέσεως με την ευχή, καταστροφή των βρώμικων φαντασιών, και με το πνευματικό μαστίγιο της αυτομεμψίας. Με τέτοια αντιμετώπιση, το αποτέλεσμα θάναι θετικό και σωτήριο.
Την αυτομεμψία, ψυχούλα μου, να την υπεραγαπήσουμε. Να την έχουμε σαν καινούργιο γυαλιστερό μαχαίρι, και τα μάτια μας τετρακόσια, μόλις δούμε να εμφανίζεται η φωτιά της κατάκρισης, αμέσως το σπαθί (στην αυτομεμψία) να κτυπήσουμε τον διάβολο, πριν μας σπαθίσει αυτός να κατακρίνουμε.
Η αυτοκατηγορία είναι ο πρόδρομος της χαριτωμένης και πανέμορφης ταπείνωσης.
"Μάθετε απ΄μένα να είστε ταπεινοί και πράοι κι τότε θα νοιώσετε την ομορφά της αγάπης μου". 
Χωρίς ταπείνωση, σκέτο βρώμικο σώμα, χωρίς ψυχή. Όταν όμως μας αγγίξει η θεοχαρίτωτη ταπείνωση του Ιησού, τότε όλα ευωδιάζουν Ουράνιο μύρον οσφραίνεται η κουρασμένη ψυχούλα μας και δεν ξέρει πως να ευχαριστήση Τον θείον Δοτήρα.
Στην κάθε σου δυσκολία και μπλέξιμο λογισμών τρέχε στον πνευματικό σου, να σε ξεμπλέξει με την εμπειρία του και την φώτηση του. Και μόνον με την εξομολόγηση θα νοιώσεις ελάφρωση και αναπτέρωση.
Με ανύστακτες ευχούλες και αγάπη σε χαιρετώ.
+ Ο ελάχιστος 
Γ. Εφραίμ
Το γράμμα έγινε αντιγραφή από το γνήσιο γράμμα( το γνήσιο είναι γραμμένο με πολυτονική γραφή). Δημοσιεύεται μόνο για τον λόγο να ωφεληθούν και άλλες ψυχούλες , όπως αυτής της αμαρτωλής που το έλαβε.

Η έκφραση της Πρόνοιας του Θεού.(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

 






Οι πολυποίκιλες εκφράσεις της Πρόνοιας του Θεού φαίνονται σ’ ένα ξεχωριστό θαυμαστό γεγονός που συνέβη στη μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους, τον καιρό του οσίου Νεοφύτου, ανιψιού του οσίου Ευθυμίου. Μετά την κοίμηση του Ευθυμίου, ο Νεόφυτος άρχισε να κτίζει μια νέα και μεγαλύτερη εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Νικόλαο τον Θαυματουργό. Κάποτε όμως οι προμήθειές του εξαντλήθηκαν. Τότε ύψωσε τα χέρια στο Θεό και Τον ικέτευσε και ο Θεός τον βοήθησε με έναν εκπληκτικό τρόπο.
Κοντά στη μονή Δοχειαρίου υπήρχε μια χερσόνησος με την ονομασία Λόγγος ή Συκά. Εκεί ο Νεόφυτος είχε ένα μικρό μετόχι κοντά στο οποίο υπήρχε το πέτρινο άγαλμα ενός ανθρώπου, με την εξής αινιγματική επιγραφή: «Αυτός που θα με χτυπήσει στο κεφάλι, θα βρει πολύ χρυσό!». Ήταν πολλοί αυτοί που κτύπησαν το άγαλμα στο κεφάλι, αλλά δεν βρήκαν τίποτε! Χρειάστηκε κάποτε ο Νεόφυτος να στείλει τον Βασίλειο, έναν δόκιμο της μονής, σε κάποια υπόθεση. Έτσι λοιπόν ένα πρωί ο Βασίλειος στάθηκε δίπλα στο άγαλμα και αναρωτιόταν για το νόημα της μυστηριώδους επιγραφής. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ανέτειλε ο ήλιος και έριξε τη σκιά του αγάλματος προς τα δεξιά.
Ο Βασίλειος χτύπησε το κεφάλι της σκιάς με μια πέτρα και έσκαψε από κάτω, όπου βρήκε πράγματι ένα δοχείο γεμάτο με χρυσά νομίσματα. Αμέσως έτρεξε και ανέφερε το γεγονός στον ηγούμενο Νεόφυτο.

 Ο ηγούμενος έδωσε οδηγία σε τρεις ενάρετους μοναχούς να πάνε μάζι με τον Βασίλειο, με βάρκα της μονής, στην τοποθεσία και να μεταφέρουν πίσω τα χρυσά νομίσματα. Πράγματι, οι μονάχοι έφτασαν εκεί, φόρτωσαν στη βάρκα το πολύτιμο φορτίο και απέπλευσαν για το ταξίδι επιστροφής τους στη μονή. Όμως, ενώ έπλεαν στη θάλασσα, τους πείραξε ο διάβολος προκαλώντας τους να πάρουν το χρυσάφι για τους εαυτούς τους. Τότε οι έντιμοι αυτοί μοναχοί, παραπλανημένοι από αυτόν, έδεσαν τον Βασίλειο με ένα σκοινί και με μια πέτρα στο λαιμό του τον πέταξαν στη θάλασσα. Τη στιγμή, που καταποντιζόταν στα βάθη της θάλασσας, εμφανίστηκαν ξαφνικά οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ ως δύο περίλαμπροι νεαροί άνδρες και τον άρπαξαν! Αστραπιαία τον έφεραν πίσω στη μονή και τον τοποθέτησαν μπροστά στην Ωραία Πύλη, μέσα στην κλειδωμένη εκκλησία.
Όταν την επόμενη μέρα οι μοναχοί άνοιξαν την πόρτα, βρήκαν τον Βασίλειο να κείτεται καταγής, δεμένος χειροπόδαρα μπροστά στο ιερό. Ο ηγούμενος τον ρώτησε έκπληκτος και αυτός του διηγήθηκε τα θαυμαστά γεγονότα. Ύστερα κατέφθασαν στην εκκλησία οι τρεις εκείνοι μοναχοί. Μόλις τον αντίκρισαν, έμειναν εμβρόντητοι. Ο ηγούμενος τούς τιμώρησε αυστηρά, πήρε το χρυσάφι και με αυτό ολοκλήρωσε την οικοδόμηση της εκκλησίας. Ωστόσο την αφιέρωσε στους αγίους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ και όχι στον άγιο Νικόλαο, όπως αρχικά είχε σχεδιάσει. Γι’ αυτό, ενώ η παλαιά εκκλησία της μονής Δοχειαρίου είναι αφιερωμένη στον άγιο Νικόλαο, η νέα είναι προς τιμήν των αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος» – Νοέμβριος,  εκδ. Άθως

Πώς σώθηκε ένας απελπισμένος

 



Την εποχή που ζούσε ο παπα-Κοδράτος στην Ι.Μ. Καρακάλλου επεσκέφθη το Άγιον Όρος ένας λαϊκός προσκυνητής που ήθελε να εξομολογηθεί τις μεγάλες του αμαρτίες. Πήγε στις Καρυές, στον π.Αβέρκιο που έφτιαχνε κομπολόγια, και ζητούσε επίμονα εξομολόγο.
Ο π.Αβέρκιος θεώρησε καλό να τον στείλει στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου που βρίσκεται κοντά στις Καρυές. Ήταν καλός πνευματικός, αλλά αυστηρός στους κανόνες, που τους έβαζε χωρίς επιείκεια.
Ο άνθρωπος πήγε στο Κουτλουμούσι και εξομολογήθηκε. Επέστρεψε όμως «κάλαμος συντετριμμένος». Χωρίς καμμία διάθεση. Γεμάτος θλίψη και αθυμία.
-Τι έκανες; Εξομολογήθηκες; τον ρώτησε ο π.Αβέρκιος.
-                           Ναι πάτερ, αλλά…
Ο π. Αβέρκιος τον κοίταξε. Ήταν θλιμμένος, κάτωχρος, με μια λύπη που δεν είναι κατά Θεόν, αλλά την φέρνει ο διάβολος για να παγιδεύσει θανατηφόρα τις ψυχές.
-Τι έχεις; Πες μου. Τι σου συμβαίνει;
-Πάτερ, δεν υπάρχει πια για μένα ζωή. Δεν πρέπει να ζω. Θα ήταν προτιμότερο να πνιγώ, είπε με φαρμακερό πόνο.
-Μα γιατί; Δεν εξομολογήθηκες;
-Εξομολογήθηκα, αλλά ο πνευματικός μου είπε πως οι αμαρτίες μου είναι πολύ βαρειές. Δεν ξέρω. Πώς να στο πω; Μ’ έχει φέρει σε απόγνωση.
Όταν άκουσε αυτά ο π.Αβέρκιος και είδε το πνεύμα της λύπης και της απελπισίας να απλώνει ύπουλα το πέπλο του πάνω από την ψυχή του ταλαίπωρου εκείνου ανθρώπου, πιάνει και γράφει ένα γράμμα στον Σεβασμιώτατο Μελιτουπόλεως Ιερόθεο, που ασκήτευε τότε στον Μυλοπόταμο. Εκείνος θα μπορούσε να βοηθήσει, να βρει διέξοδο για την ψυχή αυτή.
Έδωσε το γράμμα στα χέρια του προσκυνητού και , του είπε δυο αδελφικά, ενθαρρυντικά λόγια και του έδειξε τα μονοπάτια που θα τον οδηγούσαν στο ερημικό κελλί του Σεβασμιωτάτου.
Ο Δεσπότης ήταν στον κήπο, όταν πήγε ο προσκυνητής. Φορούσε έναν απλό σκούφο και σκάλιζε.
-Τι θέλεις, αδελφέ μου; είπε στον απελπισμένο άνθρωπο που έφθασε με το γράμμα στο χέρι.
-Θέλω εξομολόγηση Σεβασμιώτατε.
-Άκου, παιδί μου. Εγώ δεν εξομολογώ. Όμως θα σε στείλω σ’ έναν εκλεκτό πνευματικό στην Ι. Μονή Καρακάλλου. Τον λένε παπα-Κοδράτο.
Παίρνει μολύβι και χαρτί, γράφει μια επιστολή στον παπα-Κοδράτο και τον στέλνει στον έμπειρο ιατρό των ψυχών.
Περπάτησε εκείνος στο ανηφορικό μονοπάτι που βγάζει στο Μοναστήρι και σε λίγο έφθασε. Οι πατέρες τον εφίλεψαν, όπως κάνουν σε κάθε επισκέπτη, με πολλή αγάπη και χαρά. Μετά ειδοποίησαν τον Γέροντα.
-Να έρθει στο Ηγουμενείο, παρήγγειλε εκείνος. Εκεί τον δέχθηκε σαν να τον εγνώριζε χρόνια. Με αγάπη. Σαν πατέρας. Κι ο άνθρωπος βιαζόταν να βγάλει το βάρος που τον επίεζε καταθλιπτικά μ’ έναν φόβο πρωτογνώριστο, σχηματισμένο ίσως από την πρώτη δραματική εξομολόγησή του. Έμοιαζε με κυνηγημένο πουλί που είχε μεγάλες πληγές, αλλά πιο μεγάλη αγωνία. Ο διάβολος τον έχει δέσει. Όμως δεν θα χαιρόταν. Η ψυχή του βρισκόταν τώρα πια στα χέρια του Χριστού, στα χέρια του παπα-Κοδράτου, που διέθεταν την τέχνη και την δύναμη να σπάσουν τα δεσμά των αμαρτιών και της απογνώσεως. Ήταν στα χέρια του ιατρού που θα έκανε την εγχείρηση και θα θεράπευε τον τραυματία με την χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
Ο προσκυνητής αντίκρυζε στο πρόσωπο του πνευματικού τον άνθρωπο του Θεού και σκιρτούσε από χαρά.
«Είναι κάτι φυσικό-γράφει ο άγιος Ιωάννης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος- να βλέπει ο άρρωστος τον ιατρό και να αισθάνεται χαρά. Έστω κι αν δεν λάβει καμμία ωφέλεια από αυτόν. Απόκτησε λοιπόν και συ, ω θαυμάσιε-λέει προς τον ποιμένα- έμπλαστρα, κολλύρια, ποτά, σπόγγους, αναισθητικά, φλεβοτόμα, καυτήρες, αλοιφές, υπνωτικά, μαχαίρια, επιδέσμους. Αν δεν έχουμε αυτά, πως θα φανεί η επιστήμη μας;» (Λόγος προς ποιμένα).
Ο παπα-Κοδράτος ήταν εξοπλισμένος με όλα αυτά τα πνευματικά όργανα που αποτελούν την αληθινή επιστήμη του ποιμένος.
Ο άρρωστος προσκυνητής επιθυμούσε να γίνει σύντομα η επέμβασις. Ο παπα-Κοδράτος δεν βιαζόταν. Κάθησε κοντά του. Προσπάθησε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα γνωριμίας, φιλίας και εμπιστοσύνης με τον εξομολογούμενο, παρ’ όλο που εκείνος βιάσθηκε να του συστηθεί:
-         Είμαι ένας αμαρτωλός, πάτερ.
-         -Καλά. Μα εγώ σε βλέπω σαν άγγελο του Θεού. Πες μου, έχεις παιδιά; Πότε ήρθες στο Άγιον Όρος; Τι δουλειά κάνεις;
Συζήτησαν αρκετά, ώσπου η ποθητή προετοιμασία έγινε. Μετά έβαλε «ευλογητός».
-         Έλα παιδί μου, του είπε. Βλέπεις αυτή την εικόνα του Χριστού; Μη κρύψεις τίποτε. Όλα τα ξέρει ο Κύριος. Όλα τα βλέπει. Όλα τα ακούει. Κι εγώ είμαι ομοιοπαθής με σένα άνθρωπος. Θάρρος λοιπόν.
Αβίαστα και φυσικά άδειασε και ξεχύθηκε όλο το φαρμάκι κι όλος ο πόνος της καρδιάς του ανθρώπου. Με συντριβή. Χωρίς αμφιβολία για το έλεος του Θεού που τον έβλεπε ολοζώντανο στην μορφή και στο πετραχήλι του γέροντος πνευματικού. Εξομολογήθηκε καθαρά. Μετανόησε ειλικρινά. Έκλαψε. Η ψυχή του, ο λόγος του, η στάσις του, όλα μιλούσαν σαν να απήγγελναν τον 50ο ψαλμό του Δαβίδ, τον ψαλμό της μετανοίας : «Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός».
Τι άλλο ζητεί ο φιλάνθρωπος Θεός από τον άνθρωπο; Μετάνοια. επιστροφή. Αυτός είναι ο μοναδικός για τον Παράδεισο. Ο δρόμος που περπάτησε ο τελώνης, η πόρνη, ο ληστής. Αυτόν τον δρόμο άνοιξε ο Κύριος και στην πληγωμένη αυτή ψυχή με την υπεύθυνη πατρική παρουσία του σοφού Του οικονόμου στο ιερό μυστήριο της αφέσεως.
Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Ο παπα-Κοδράτος όταν άκουσε τον εξομολογούμενο, όταν, ως συνήθως, δάκρυσε μαζί του, κι όταν πια τον συμβούλευσε σκύβοντας επάνω στα τραύματά του με ευσπλαχία, του είπε:
-Είδε ο Θεός, παιδί μου, την μετάνοιά σου και τα δάκρυά σου. Άκου λοιπόν. Σήμερα είναι Μ. Πέμπτη. Όλοι οι πατέρες νηστεύουν για να κοινωνήσουν. Κάθησε κι εσύ εδώ αυτές τις ημέρες. Στο καθαρό και άγιο περιβάλλον της Μονής θα δεις καλύτερα τον εαυτό σου. Θα προσευχηθείς μαζί μας, θα νηστέψεις. Και θα κοινωνήσεις. Θα λειτουργήσω εγώ και θα σε κοινωνήσω. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι. Μηκέτι αμάρτανε».
Η αγαλλίασις του ανθρώπου, μετά το τέλος της εξομολογήσεως, ήταν απερίγραπτη. Όλα τριγύρω έλαμπαν με το φως της ειρήνης, της συγγνώμης, του ελέους του Θεού. Είχε σωθεί. Και η χαρά του παπα-Κοδράτου, που έγινε για άλλη μία φορά σωσίβιο σ’ ένα ναυάγιο της ζωής, ήταν όμοια μ’ εκείνη την χαρά που δοκιμάζει ο Χριστός όταν βρίσκει ένα «απολωλός», όμοια μ’ εκείνο το πανηγύρι που γίνεται στον Ουρανό «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».
«Κοδράτος ο Καρακαλληνός»
Σύγχρονες αγιορείτικες μορφές

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...