Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ. κ. Νικολάου

Στόν παράδεισο, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων ἔδωσε ὁ Θεός τήν ὑπόσχεση τῆς λυτρώσεως.
Ἐκεῖ προανήγ­γειλε ὅτι ὁ υἱός τῆς γυναικός, ὁ υἱός τῆς Παρθένου, θά καταργοῦσε τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καί θά ἔσωζε τό ἀνθρώπινο γένος. Αὐτή ἡ χαρμόσυνη ὑπόσχεση ἀπό τούς ἐκπεσόντες πρωτοπλάστους μέχρι τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ διεδίδετο καί παρεδίδετο. Ἡ πίστη τῶν ἀνδρῶν καί γυναικῶν πού ἀπό τό Θεό εἶχαν ὁρισθεῖ γιά νά μεταδώσουν τό μήνυμα τῆς λυτρώσεως ἦταν ὁ συνδετικός κρίκος πού διατηροῦσε ἀναμμένο τό φῶς τῆς ἐλπίδος. Δέν εἶναι τυχαία ἡ ἀναφορά τῶν κατορθωμάτων καί τῶν μαρτυρίων τῶν ἀνθρώπων τῆς πίστεως. Ἐ­κεῖνοι ἄν καί γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὑπέστησαν φρικτά μαρτύρια καί ὑπε­βλή­θη­σαν σέ μεγάλες δοκιμασίες, δέν εἶδαν τή δόξα τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὅπως τή βιώ­σα­με ἐμεῖς.
Θαυμάσια τά γεγονότα καί τά κατορθώματα τῆς πίστεως. Τά παραδείγ­μα­τα πού ἀναφέρει ἡ Ἀποστολική περικοπή εἶναι συνταρακτικά. Πρῶτος ὁ Ἀβραάμ, ὁ γενάρχης καί πατριάρχης, εἶχε ἀφοσίωση καί πίστη στό Θεό. Μέ αὐτή τή δύναμη ἔγινε μέγας. Ἀπέκτησε ἀνυπολόγιστα πλούτη, χρυσό, ἄργυρο, κοπάδια ζώων. Αὐτά ὅμως δέν τόν ὑποδούλωσαν στήν ὕλη. Πάνω ἀπ΄ ὅλα ποθοῦσε τά ἀγαθά τοῦ οὐρανοῦ. Μετά τόν Ἀ­βραάμ πολλοί ἀκόμη, ὅπως ὁ Γεδεών, ὁ Βαράκ, ὁ Σαμψών, ὁ Ἰεφθάε, ὁ Δαβίδ, ὁ Σαμουήλ, μέ τή δύναμη τῆς πίστεως κατώρθω­σαν μεγάλα ἔργα. Δέν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος γιά νά ἀπαριθμήσει κανείς τούς ἀν­θρώ­πους τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι μέ τή δύναμή της ἀνέτρεψαν βασίλεια, ἔφραξαν στό­ματα λεόντων, ἔσβησαν τή δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τή σφαγή, ἔγιναν ἰσχυ­ροί στούς πολέμους. Ἄλλοι πάλι λιθοβολήθηκαν, μαστι­γώ­θη­καν, φυλακί­στη­καν, πριονίστηκαν, ὑπέστησαν πολλές δοκιμασίες, πλανή­θη­καν στίς ἐρημιές, κα­τώ­κησαν μέσα στά σπήλαια καί στίς τρύπες τῆς γῆς χάρη τῆς πίστεως στόν ἕνα καί ἀληθινό Θεό. Ἡ πίστη στήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέν πρόκειται ποτέ νά ἐγκαταλείψει τό λαό του, τούς ἔκανε δυνατούς, νικητές, ἰσχυρούς. Μέχρι θανά­του ἔφθασαν ὁ Ἐλεάζαρος καί οἱ ἑπτά Μακκα­βαῖοι. Δέν δέχθηκαν τήν ἀπε­λευ­θέ­ρωση πού τούς ἐπρότειναν οἱ βασανιστές ὑπό τόν ὅρο νά ἀρνηθοῦν τό Θεό τους. Φρικτά ἦταν τά βασανιστήρια, οἱ μαστιγώσεις καί οἱ ἐμπαιγμοί τοῦ προ­φή­του Ἱερεμίου καί τοῦ Μιχαίου. Μέ λιθοβολισμό φονεύθηκε ὁ Ζαχαρίας. Πριο­νίσθηκε ὁ προφήτης Ἡσαΐας. Σκληρή καί περιπε­τειώ­δης ἦταν ἡ ζωή τοῦ προφήτου Ἠλία. Μεγάλες οἱ στερήσεις καί οἱ θλίψεις ὅλων αὐτῶν. Παρά ταῦτα ὅμως δέν εἶδαν νά ἀνοίγουν γι΄ αὐτούς οἱ πύλες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ γιατί ἡ πρόνοια καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἤθελε μαζί μέ ἐμᾶς νά τελειωθοῦν μέσα στό Μυστικό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς λυτρώσεως ἔγινε μέ τήν ἵδρυση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκ­­κλησίας. Μέ τήν ἐνανθρώπησή του ὁ Χριστός ἀνέλαβε τή σάρκα τῆς Ἐκ­κλη­σίας, τήν ὁποία θέωσε.
Μέσα στήν Ἐκκλησία μαζί μέ τούς Ἁγίους τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης βιώνουμε καθημερινά ὅλες τίς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ. Στή ζωή τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας ἐνοοῦμε τό τοῦ Ἀποστόλου: «Τά γάρ πάντα δι΄ ἡμᾶς». Ὅταν ἑορ­τά­ζου­με τή μνήμη τῶν Προφητῶν αἰσθανόμεθα ὅτι οἱ πύρινοι λόγοι τους ἦταν γιά τήν προετοιμασία τῆς δικῆς μας σωτηρίας. Ὅ­ταν διαβάζουμε τό Ψαλτήρι βλέ­που­με στό πρόσωπο τοῦ προφητάνακτα Δαβίδ τίς δικές μας περιπέτειες καί θεω­ροῦ­με τούς πόθους του γιά μετάνοια καί σωτηρία, δικούς μας πόθους. Ὅλοι αὐ­τοί γιά μᾶς ἐργάσθηκαν χωρίς νά τό γνωρίζουν. Γι΄ αὐτό ἡ τιμή πού τούς ἀπο­νέ­μει ἡ Ἐκκλησία εἶναι μεγάλη. Τά λόγια τους διαβάζονται ὅπως τό Εὐαγγέλιο. Οἱ μορφές τους ἁγιογραφοῦνται ὅπως καί τῶν Ἀποστόλων. Περίοπτη θέση κατα­λαμ­βάνουν στήν Ἐκκλησία. Ἰσάξια καί ἰσότιμα ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη «τόν ἕνα Δεπότην δορυφοροῦσιν». Στή δόξα τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τούς τρεῖς Ἀ­πο­στόλους παραβρέθηκαν καί οἱ δύο Προφῆτες, Μωυσῆς καί Ἠλίας. Καί τώρα καί ἐκεῖνοι ἀνακαινισμένοι ἀπό τό ἀναστάσιμο φῶς εὐφραίνονται κι ἀγάλλονται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὡς χριστιανοί τοῦ παλαιοῦ Νόμου ἑνωμένοι μ΄ ἐμᾶς «ἀνα­παύο­νται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν» ἕως ὅτου «Κύριος ὁ Θεός τῶν πνευμάτων τῶν προ­φη­τῶν» ἔλθει πάλι γιά νά κρίνει τόν κόσμο.
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί.
Ὅλη ἡ προετοιμασία ἔγινε γιά τή δική μας σωτηρία. Οἱ προφῆτες καί ὅλα τά ἱερά πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κράτησαν ἀναμμένη τή φλόγα τῆς πί­στεως γιά νά ἑνωθεῖ μέ τή λάμψη τοῦ ἀστέρος τῆς Βηθλεέμ καί φωτίσει τό δρό­μο πρός τήν ταπεινή φάτνη τῶν ἐκπροσώπων τῆς ἀνθρωπότη­τος. Ἐμεῖς σήμερα τιμοῦμε τή θυσία αὐτῶν τῶν Ἁγίων καί πῶς; Ἤ μήπως ζαλισμένοι ἀπό τήν ταχύτητα τῆς προόδου, στρέφουμε σέ ἄλλα φῶτα τήν προσοχή μας; Ἕ­να εἶναι τό φῶς τό ἀληθινό. Αὐτό πού ἄναψε ὁ Θεός στόν παράδεισο μέ τήν περί λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐπαγγελία του, αὐτό πού κράτησαν μέ πίστη οἱ ἀγωνι­στι­κές μορφές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, αὐτό πού ἀνέτειλε στή φτωχική φάτνη τῆς Βηθλεέμ, τό φῶς τῆς πίστεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ­νοι πού στερήθηκαν τήν εὐφροσύνη τῆς λυτρώσεως ἐπί αἰῶνες γιά νά τήν ἀπολαύσουν μαζί μας ἐν τῇ Ἐκ­κλησίᾳ, μᾶς βεβαιώνουν ὅτι «τό πλήρωμα τῆς θεότητος κατοικεῖ ἐν τῷ Χριστῷ». Μέ αὐτή τήν πίστη νά πορευόμεθα. Αὐτή ἡ πίστη νά μᾶς ἀνακαινίζει. Αὐτή τήν πίστη νά βιώνουμε ὡς ἐμπειρία καί ὡς κοινωνία μέσα στήν Ἐκκλησία μας

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ




«Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών»
α. Ένα παράδοξο ευαγγελικό ανάγνωσμα, στο μεγαλύτερο τμήμα του, είναι το σημερινό της Κυριακής προ της Χριστού Γεννήσεως. Μία πληθύς ονομάτων, ένα γενεαλογικό δένδρο, από τον Αβραάμ μέχρι και τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γιατί αυτό; Γιατί η Εκκλησία μας δεν χρησιμοποίησε μόνο τα σχετικά με τη Γέννηση του Κυρίου, ή, ακόμη πιο πίσω, γιατί ο Ευαγγελιστής θεώρησε αναγκαία την προ του Ιησού Χριστού καταγραφή της γενεαλογίας Του; Κι η απάντηση βεβαίως είναι ότι αφενός διά της καταγραφής αυτής τονίζεται με σαφήνεια ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν ήλθε ως «από μηχανής Θεός», αλλά ως Εκείνος που είναι κανονικότατος άνθρωπος, «τέλειος άνθρωπος» εκτός από Θεός βεβαίως, άρα έχει συγκεκριμένη ανθρώπινη καταγωγή, και μάλιστα ιουδαϊκή, αφετέρου μαρτυρείται η προετοιμασία που ο Τριαδικός Θεός έκανε μέχρι να έρθει ο Υιός και Λόγος του Θεού ως άνθρωπος στον κόσμο. Απαρχής δηλαδή ο Θεός προφήτεψε τον ερχομό Του στον κόσμο, ήδη μετά την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία διά του λεγομένου Πρωτευαγγελίου, κάτι που διαρκώς ανανέωνε με την αποστολή των προφητών και την επιλογή ανά γενεές εκείνων που θα κρατούσαν αυτήν την υπόσχεση. Και ο ερχομός Του αυτός θα σήμαινε την απαλλαγή των ανθρώπων από την αιτία της απομάκρυνσής τους από Εκείνον, την ίδια την αμαρτία: ό,τι ο άγγελος Κυρίου αναφέρει με τον λόγο του: «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών».
β. 1. Η αναφορά στην αμαρτία, από την οποία θα απάλλασσε τον λαό Του ο Ιησούς, δεν είναι ως έννοια κάτι το απλό. Υπάρχουν άνθρωποι, και χριστιανοί ακόμη, που ως αμαρτία εννοούν απλώς μία παράβαση ενός νόμου, μία απόκλιση από κάτι που θεωρείται ως απλός κανόνας, αλλά που δεν συνιστά κάτι σοβαρό και δεν αλλοιώνει αυτό που είναι ο άνθρωπος. Υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι προεκτείνουν την παραπάνω θεώρηση, ισχυριζόμενοι ότι με την απόκλιση αυτή ο άνθρωπος αποδεικνύει την ελευθερία και την «βέβαιη» περπατησιά του στον κόσμο, διότι ακριβώς αυτός καθορίζει την πορεία του, έχοντας και την ευθύνη της πορείας του σ’ αυτόν, λοιπόν μπορεί και να υπερηφανευτεί για το πόσος ανεξάρτητος είναι. Και βεβαίως υπάρχουν και εκείνοι, οι οποίοι διακωμωδούν την έννοια της αμαρτίας, διότι πιστεύουν αφενός ότι αυτή είναι κατασκεύασμα των παπάδων, αφετέρου ότι οι ίδιοι είναι εκείνοι που θα κρίνουν το σωστό ή το λάθος, θεωρώντας ασφαλώς ως σωστό αυτό που θα ικανοποιεί τις επιθυμίες και τις ορέξεις τους. Σ’ αυτήν την περίπτωση το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» είναι το σύνθημα της ζωής τους.
2. Δεν πρόκειται να κρίνουμε τις αντιλήψεις αυτές, διότι ενώ υφίστανται, φανερώνουν ότι αυτοί που τις αποδέχονται δεν έχουν καμία ουσιαστική σχέση με την πίστη του Χριστού και της Εκκλησίας. Πρόκειται για αντιλήψεις που κυμαίνονται μεταξύ της ιουδαϊκής θεώρησης των πραγμάτων μέχρι και της ίδιας της αθεΐας. Για τους χριστιανούς όμως, που έχουν στοιχειώδη επίγνωση της πίστεώς τους, η έννοια της αμαρτίας έχει ένα τεράστιο βάθος, ανάλογο με την εικόνα που έχει κανείς και για τον Θεό, κάτι που σημαίνει ότι και η κατανόησή της δεν εκλαμβάνεται κατά τρόπο στατικό, αλλά βαίνει αυξομειούμενη: μικρή επίγνωση του Θεού και σχέση μαζί Του, μικρή αίσθηση και της αμαρτίας μεγαλύτερη επίγνωση του Θεού, μεγαλύτερη και η αίσθηση αυτής. Αυτό συμβαίνει διότι Θεός και αμαρτία βρίσκονται σε αντιθετική κατάσταση – «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» - συνεπώς η στροφή προς τον Θεό δημιουργεί και την αποστροφή από την αμαρτία, όπως και η στροφή προς την αμαρτία και το φρόνημα του κόσμου δημιουργεί και την αποστροφή από τον Θεό και το άγιο θέλημά Του. Από την άποψη αυτή είναι ευνόητο γιατί πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν τον Θεό στη ζωή τους: διότι έχουν «αγκαλιάσει» καρδιακά την αμαρτία, δηλαδή τα πάθη τους, οπότε σπεύδουν να διαγράψουν τον Θεό, για να μην υπάρχει κανείς έλεγχος στις πονηρές πράξεις τους. Ώστε η αθεΐα έχει στην πραγματικότητα πρακτικό χαρακτήρα: η ίδια η ζωή φανερώνει ή όχι την ύπαρξή της. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είναι παραπάνω από σαφής στη διευκρίνιση της αλήθειας αυτής. «Εις τα ίδια ήλθεν (ο Λόγος του Θεού) και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον. Ήν γαρ πονηρά αυτών τα έργα».
3. Η αμαρτία έτσι, ως ουσιαστική διαγραφή του Θεού, λειτουργεί ως διαστροφή του ανθρώπου, ψυχικά και σωματικά. Αν ο Θεός είναι η ζωή του ανθρώπου, όπως πράγματι είναι - «Εγώ ειμι ο Ων», λέει η Αποκάλυψη του Θεού – απομάκρυνση από Αυτόν σημαίνει μετάβαση προς τον θάνατο. Και όντως: ο λόγος της Γραφής με αυτόν τον τρόπο κατανοεί αυτό που συνέβη στον άνθρωπο με την επανάστασή του κατά του Δημιουργού του: ο άνθρωπος διαστράφηκε και αλλοιώθηκε, γέμισε σκοτάδι η εικόνα του Θεού μέσα του και έχασε την προοπτική του: το καθ’ ομοίωσιν, να γίνει και αυτός ένας μικρός Θεός. Διότι μην ξεχνάμε ότι ο Θεός τον άνθρωπο τον δημιούργησε "κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού. Δηλαδή να έχει χαρίσματα δικά Του, ώστε καλλιεργώντας αυτά εν υπακοή προς Εκείνον, να αναπτυσσόταν προς το καθ’ ομοίωσιν. Δεν το έκανε ο άνθρωπος, αλλοιώθηκε έτσι η εικόνα του Θεού σ’ αυτόν, έχασε την προοπτική και τον προορισμό του. Η αμαρτία συνεπώς δεν είναι μία απλή παράβαση ούτε και «παιχνίδι» για να γελά ο άφρων και μωρός άνθρωπος. Όπως μπορούμε να γελάμε με εκείνον που ενώ ήταν πολύ όμορφος στα χαρακτηριστικά του προσώπου του, η ομορφιά του χάθηκε εντελώς από μία πυρκαγιά ή ένα μεγάλο τραυματισμό, άλλο τόσο και περισσότερο μπορούμε να «γελάμε» με την όποια αμαρτία μας.
4. Σ’ αυτήν την αλλοιωμένη από πλευράς πνευματικής κατάσταση της αμαρτίας, με τα γνωρίσματα της φθοράς και του θανάτου, όπως και της βαθειάς θλίψης και μελαγχολίας που την συνοδεύουν – δεν είναι τυχαίο ότι η έρευνα των αρχαιοελληνικών κειμένων έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτά διαπνέονται στο βάθος τους από μία πράγματι μελαγχολία και θλίψη, αφού κυριαρχούνται από την εξουσία του θανάτου – έρχεται ο Χριστός. Το μήνυμα του αγγέλου ότι «Αυτός θα σώσει τον λαό Του από τις αμαρτίες τους» είναι ό,τι πιο παρήγορο είχε και έχει ακουστεί ποτέ στην ανθρωπότητα. Ο Χριστός είναι ο Ιησούς, ο Σωτήρας των ανθρώπων, Αυτός που είχε προαναγγελθεί από τους προφήτες, ακριβώς για να αποκαταστήσει τον άνθρωπο από την πτώση του, με όλα τα αρνητικά αποτελέσματά της, τη φθορά, όπως είπαμε, και τον θάνατο. Κι Αυτός ο Χριστός δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος, αλλά ο Ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο ένας της Τριάδος, που με την κοινή ενέργεια Αυτής, σαρκώνεται, ενανθρωπίζεται, γίνεται ένας από εμάς. «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος…Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Με τον ερχομό Του προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, γενόμενος ο «Εμμανουήλ, ο εστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός», την κανονική και αναμάρτητη όμως, την μη αλλοιωμένη από την αμαρτία – «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτίας», κατά τη διατύπωση της Οικουμενικής Συνόδου – ώστε καθένας που θα εντασσόταν σε Αυτόν διά της πίστεως να επανερχόταν στα φυσιολογικά του πλαίσια, δηλαδή να καθαριζόταν από την αμαρτία, να εύρισκε τον φωτισμό της εικόνας του Θεού μέσα του και να ανοιγόταν γι’ αυτόν και πάλι η χαμένη προοπτική: το καθ’ ομοίωσιν. Και αυτό ξεκίνησε με τη Γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού και αποκορυφώθηκε με τη Σταύρωση και την Ανάστασή Του. Πάνω στον Σταυρό ιδίως ο Χριστός «κατήργησε το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς εις την αμαρτίαν». Κι η Ανάστασή Του το διατράνωσε, ως νίκη πια απέναντι στον θάνατο.
Από την άποψη αυτή η Γέννηση του Χριστού έχει άμεση αναφορά στο Πάθος και την Ανάστασή Του, γι’ αυτό και η Γέννα Του συνιστά την απαρχή του Πάθους, κάτι που φαίνεται εποπτικά και στη βυζαντινή εικόνα της Γεννήσεως, όπου ο Κύριος ως βρέφος είναι τοποθετημένος πάνω σε λάρνακα αντί φάτνης, όπως και στην εικόνα της Παναγιάς του Χάρου, κατά την οποία η Παναγία κρατά αντί του μικρού Χριστού έναν μικρό Εσταυρωμένο.
5. Διατυπώνοντας τα παραπάνω και πάλι: αφενός ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό: «άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον άνθρωπον απεργάσηται» - ό,τι, όπως είπαμε, ήταν η απαρχής προοπτική του – αφετέρου καταργηθείσης της αμαρτίας καταργήθηκε και το αποτέλεσμά της, ο θάνατος, πνευματικός και σωματικός, όπως και εκείνος που συνέτεινε στην απομάκρυνση από τον Θεό, ο διάβολος. Η σωτηρία με άλλα λόγια που έφερε ο Χριστός ήταν και είναι σωτηρία ναι μεν από την αμαρτία, αλλά και από τον θάνατο και τον διάβολο. Και μπορεί βεβαίως να συνεχίζουμε να αμαρτάνουμε, μπορεί να πεθαίνουμε σωματικά, μπορεί να δρα και να μας επηρεάζει ο διάβολος, όμως στην ουσία όλα αυτά έχουν ξεπεραστεί και ηττηθεί: και η αμαρτία δεν λειτουργεί αναγκαστικά, όπως πριν – αμαρτάνουμε πια, γιατί εμείς, οι βαπτισμένοι και ενωμένοι εννοείται με τον Χριστό, θέλουμε να αμαρτάνουμε – και ο θάνατος υφίσταται ακόμη, αλλά προσωρινά – η ανά πάσα στιγμή έλευση του Χριστού θα σημάνει την ανάσταση των σωμάτων – και ο διάβολος ενεργεί, γιατί εμείς χαλαρώνοντας πνευματικά του δίνουμε δίοδο επιρροής επάνω μας.
γ. Τα Χριστούγεννα ουσιαστικά έφτασαν. Η παρηγοριά που δίνει η Γέννηση του Χριστού, με τον τρόπο που είπαμε, είναι πραγματική και προσιτή στον καθένα. Το μόνο που απαιτείται για να νιώσει κανείς την προσφορά αυτή του Θεού είναι η εν πίστει μετάνοιά του. Το απλωμένο χέρι του Θεού ζητεί και τη δική μας ανταπόκριση. Και μετάνοια σημαίνει να πιστέψουμε ότι η αγάπη Του είναι μεγαλύτερη από τις αμαρτίες μας, να δεχτούμε ότι η ζωή μαζί Του είναι απείρως καλύτερη από αυτήν που ζούμε χωρίς Αυτόν. Η κατάθεση των αμαρτιών μας, η εξομολόγησή μας στο μυστήριο της μετανοίας, εκεί που προσφέρεται η βαριά και βρώμικη καρδιά μας σ’ Εκείνον, ώστε να την πάρει και να την ξεπλύνει, κάτι που κατεξοχήν ολοκληρώνεται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, θα είναι το ωραιότερο δώρο που μπορούμε να Του προσφέρουμε για ό,τι Εκείνος έκανε και κάνει για εμάς. Θα έχουμε το κουράγιο να Του προσφέρουμε τις αμαρτίες μας; Θα γιορτάσουμε δηλαδή αληθινά Χριστούγεννα;

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως (Ματθ. α΄ 1-25)

 

isxr.jpg Θεός και άνθρωπος «Ιησούς»

Την Κυριακή πριν από τη Γέννηση του Κυρίου μας, ο ευαγγελιστής Ματθαίος μας παρουσιάζει όλη την πορεία των κατά σάρκα προπατόρων του Κυρίου μας, οι οποίοι έζησαν και πέθαναν με την προσμονή του Μεσσία. Σύμφωνα με τον γενεαλογικό αυτό κατάλογο οι προπάτορες χωρίζονται σε τρεις περιόδους, που η καθεμιά περιέχει δεκατέσσερις γενιές. Η πρώτη από τον Αβραάμ μέχρι τον Δαβίδ, η δεύτερη από τον Δαβίδ μέχρι την εποχή που οι Ιουδαίοι μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα, και η Τρίτη από την αιχμαλωσία αυτή μέχρι την Γέννηση του Χριστού.

Στη συνέχεια ο ιερός Ευαγγελιστής μας παρουσιάζει το μέγα μυστήριο της Γεννήσεως του Κυρίου μας. Μας λέει ότι, όταν η Παρθένος Μαρία αρραβωνιάστηκε τον Ιωσήφ, πριν ακόμη συγκατοικήσει στο σπίτι του, βρέθηκε έγκυος με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όταν όμως ο Ιωσήφ αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της, ταράχθηκε πολύ. Αλλά επειδή ήταν ενάρετος και δεν ήθελε να τη διαπομπεύσει, σκέφθηκε να της δώσει μυστικά διαζύγιο. Καθώς λοιπόν βασανιζόταν απ’ αυτούς τους φοβερούς λογισμούς, ένας άγγελος του Θεού του εμφανίστηκε σε όνειρο και του είπε: Ιωσήφ απόγονε του Δαβίδ, μη διστάσεις να παραλάβεις στο σπίτι σου τη Μαρία, τη μνηστή σου. Διότι το παιδί που έχει μέσα της προέρχεται από την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Θα γεννήσει υιό και συ θα Του δώσεις το όνομα «Ιησούς», το οποίο σημαίνει «σωτήρ». Και θα Του δώσεις αυτό το όνομα, διότι Αυτός θα σώσει το λαό του τον Ισραήλ από τις αμαρτίες του.

Γιατί όμως ο άγγελος δίνει εντολή στον Ιωσήφ να ονομάσει τον υιό της Παρθένου Ιησού, δηλαδή Σωτήρα; Διότι με το όνομα αυτό ο Θεός απεκάλυπτε το μέγα μυστήριο, που ήταν κρυμμένο μέσα στους αιώνες: ότι ο Κύριος Ιησούς δεν θα είναι επίγειος βασιλιάς, που θα λυτρώσει εθνικά και πολιτικά τον ισραηλιτικό λαό, αλλά Σωτήρ που θα σώσει την ανθρωπότητα από τη σκλαβιά της αμαρτίας, του διαβόλου και της φθοράς· Σωτήρ που θα σηκώσει επάνω του το βάρος των αμαρτιών της ανθρωπότητας και θα θυσιασθεί προσφέροντας τη ζωή του για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος. Πώς όμως θα μπορούσε να γίνει αυτό; Ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να επιτελέσει ένα τόσο μεγάλο θεϊκό έργο; Τόσοι προφήτες και δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη δεν μπόρεσαν να αναστήσουν και να σώσουν το ανθρώπινο γένος. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να το λυτρώσει ο «Ιησούς»; Την απάντηση τη δίνει στη συνέχεια ο ιερός Ευαγγελιστής.

«Εμμανουήλ»

Ο Ευαγγελιστής στη συνέχεια τονίζει ότι με την υπερφυσική σύλληψη της Παρθένου επαληθεύτηκε πλήρως αυτό που είπε ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα πολλούς αιώνες πριν: Ιδού, η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό, και θα Τον ονομάσουν Εμμανουήλ, όνομα που σημαίνει: «Ο Θεός είναι μαζί μας».Όταν λοιπόν ο Ιωσήφ σηκώθηκε από τον ύπνο του, έκανε όπως του είπε ο άγγελος του Κυρίου. Παρέλαβε τη μνηστή του στο σπίτι του. Και δεν ήλθε σε σχέση συζυγική μαζί της ποτέ. Και ήλθε η μεγάλη ώρα που η παρθένος γέννησε τον πρώτο και μονάκριβο υιό της. Και ο Ιωσήφ Του έδωσε το όνομα «Ιησούς».

Για ποιο λόγο όμως ο προφήτης Ησαΐας αναφέρει αντί για το όνομα «Ιησούς» το δεύτερο αυτό όνομα, «Εμμανουήλ»; Διότι με το όνομα αυτό συνεσκιασμένα μας αποκαλύπτεται ότι ο Μεσσίας δεν θα είναι μόνο άνθρωπος. Θα είναι ο ίδιος ο Θεός που θα κατέλθει στη γη μας και θα γίνει άνθρωπος. Αυτός θα αφήσει τη δόξα του ουρανού και θα κατεβεί στη γη μας.

Βέβαια το μέγα αυτό μυστήριο εύκολα το διακηρύττουμε. Εάν όμως το σκεφτόμασταν λίγο βαθύτερα, θα σιωπούσαμε, δεν θα μπορούσαμε να το χωρέσουμε στο νου μας. Αλλά και στην εποχή του Κυρίου μας κανείς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί μια τέτοια αλήθεια. Οι Εβραίοι μάλιστα, που δεν τολμούσαν ούτε να προφέρουν το όνομα του Θεού, πού να φαντασθούν ότι ο Θεός θα γινόταν άνθρωπος! Και οι μαθητές του Κυρίου επί τρία χρόνια δεν είχαν καταλάβει Ποιον είχαν ανάμεσά τους.

Μετά την Πεντηκοστή το κατάλαβαν. Είχαν δίπλα τους τον ίδιο το Θεό και δεν είχαν πάρει είδηση. Αλλά κι εμείς σήμερα πώς να συλλάβουμε ότι ο ίδιος ο Θεός, ο δημιουργός του σύμπαντος έγινε άνθρωπος; Ότι φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα για να την ανακαινίσει και να μας ανεβάσει εκεί που είναι ο Ίδιος, να μας κάνει κατά χάριν θεούς; Αν το είχαμε κατανοήσει αυτό, θα άλλαζε η ζωή μας. Θα αντιμετωπίζαμε διαφορετικά τα πάντα γύρω μας, τις δυσκολίες και τους πειρασμούς και τις αποτυχίες αλλά και τις επιτυχίες της ζωής. Θα αισθανόμασταν και θα ζούσαμε την παρουσία του Θεανθρώπου Κυρίου μας διαρκώς στη ζωή μας.Καθώς λοιπόν πλησιάζουν Χριστούγεννα, ας προσπαθήσουμε με τη χάρη του Θεού να αισθανθούμε το μέγα αυτό μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως. Ας το ζήσουμε φέτος βαθύτερα, πνευματικότερα, αγιότερα. Με τη συναίσθηση ότι ο Εμμανουήλ, ο Θεάνθρωπος Κύριος, είναι μαζί μας, θέλει να είναι μαζί μας. Για να μας λυτρώσει, να μας μεταμορφώσει, να μας αγιάσει, να μας κάνει θεούς κατά χάριν.

Ομιλία του Αγίου Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων: «Κατήχησις προς τους Φωτιζομένους, περί Ενανθρωπήσεως».


«Ιωσήφ, υιός Δαβίδ, μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου. Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από την αμαρτίαν αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος. Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενον «μεθ’ ημών ο Θεός»».
Αγνείας σύντροφοι και σωφροσύνης μαθηταί, ας ανυμνήσωμε με αγνισμένα χείλη τον Θεόν που εγεννήθη από την Πάναγνον Παρθένον. Εμείς που έχουμε καταξιωθή να μεταλάβωμε την σάρκα του νοητού προβάτου, ελάτε να μεταλάβωμε την κεφαλήν και τους πόδες. Ως κεφαλήν να εννοήσωμε την Θεότητα και ως πόδες να εκλάβωμε την ανθρωπότητα. Οι ακροαταί των αγίων Ευαγγελίων, ας πεισθούμε στον θεολόγον Ιωάννην, ο οποίος, αφού είπε «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος», προσέθεσε. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο». Πράγματι, δεν είναι ευσεβές ούτε να τον προσκυνούμε ως απλόν άνθρωπο, ούτε να τον ευλογούμε μόνον Θεόν χωρίς την ανθρωπίνην φύση Του. Διότι εάν ο Χριστός είναι Θεός, όπως βεβαίως και είναι, αλλά δεν ανέλαβε την ανθρωπίνη φύση, τότε δεν έχουμε καμμίαν σχέση με την σωτηρία. Να τον προσκυνούμε μεν ως Θεόν, αλλά να πιστεύωμε ότι και ενηνθρώπησε. Διότι ούτε να τον ομολογούμε άνθρωπο χωρίς την Θεότητα μας οφελεί, ούτε το να μην ομολογούμε ότι μαζί με την θείαν φύσιν έχει και την ανθρωπίνη, ημπορεί να μας σώση. Ας ομολογήσωμε την παρουσία του Βασιλέως και ιατρού. Διότι ο Βασιλεύς Ιησούς, προκειμένου να μας θεραπεύση, εζώσθη αντί στολής διακονητού, την ανθρωπίνη φύση και θεράπευσε την ασθένειά μας. Ο τέλειος διδάσκαλος των νηπίων, έγινε μαζί μας νήπιο για να σοφίση τους ανοήτους. Ο επουράνιος άρτος κατέβη στην γη, για να θρέψει τους πεινασμένους.
Και οι γνήσιοι απόγονοι των Ιουδαίων, αρνούμενοι αυτόν που ήλθε, προσδοκούν τον κακώς ερχόμενον. Απεξενώθησαν από τον αληθινόν Χριστόν, και περιμένουν οι πλανημένοι τον πλάνον. «Εγώ ελήλυθα εν τω ονόματι του Πατρός μου, και ου λαμβάνετέ με, εάν δε άλλος έλθη εν τω ονόματι τω ιδίω, εκείνον λήψεσθε».
Καλόν ακόμη είναι να απευθύνωμε και μίαν ερώτηση στους Ιουδαίους: Αληθεύει ο Προφήτης Ησαϊας όταν λέγη πως ο Εμμανουήλ θα γεννηθεί από Παρθένον ή ψεύδεται; Εάν τον κατηγορούν ότι ψεύδεται, αυτό δεν είναι θαυμαστόν, αφού είναι συνηθισμένοι όχι μόνο να κατηγορούν τους Προφήτες ως ψεύστες, αλλά και να τους λιθοβολούν. Εάν όμως ο Προφήτης λέγει την αλήθεια, δείξετε τον Εμμανουήλ, και πείτε μας: αυτός που πρόκειται να έλθη, ο προσδοκώμενος από σας, θα γεννηθή από Παρθένον ή όχι; Και αν δεν γεννάται από παρθένο, τότε κατηγορείτε τον Προφητην ως ψεύστη. Αν όμως προσδοκάτε να συμβή αυτό στο μέλλον, για ποίον λόγον απορρίπτετε αυτό που ήδη έγινε;
Ας πλανώνται λοιπόν οι Ιουδαίοι, αφού το θέλουν, και ας δοξάζεται η Εκκλησία του Θεού. Διότι εμείς παραδεχόμεθα ότι ο Θεός Λόγος αληθώς έγινεν άνθρωπος, χωρίς να μεσολαβήση σαρκική επιθυμία, όπως λέγουν οι αιρετικοί. Αλλά ενηνθρώπησε, όπως λέγει το Ευαγγέλιον, με την συνέργεια της Παρθένου και του Αγίου Πνεύματος, όχι κατά φαντασίαν, αλλά πραγματικώς. Και για το ότι αληθώς ενηνθρώπησε, περίμενε την συνέχεια του λόγου και θα λάβης σε λίγο τις αποδείξεις. Διότι είναι πολύπλοκος η πλάνη των αιρετικών, και άλλοι μεν λέγουν ότι κατά κανένα τρόπον δεν εγεννήθη από Παρθένον, άλλοι δε ότι εγεννήθη βεβαίως, όχι όμως από Παρθένον, αλλά από γυναίκα που ήλθε σε σχέση με άνδρα. Άλλοι πάλι λέγουν ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός που ενηνθρώπησε, αλλά άνθρωπος που εθεοποιήθη. Ετόλμησαν δηλαδή να είπουν ότι δεν ήταν ο προϋπάρχων Λόγος που ενηνθρώπησε, αλλά κάποιος άνθρωπος που προέκοψε πολύ στην αρετή, και έλαβεν ως έπαθλο την θέωση. Συ όμως μνημόνευσε όσα έχουμε ειπεί για την Θεότητα, πίστευσε ότι αυτός ο ίδιος ο Μονογενής Υιός του Θεού εγεννήθη πάλιν από την Παρθένο. Να πεισθής σ’ αυτό που λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Ο μεν Λόγος βεβαίως είναι αιώνιος, αφού εγεννήθη προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Την δε σάρκα την ανέλαβε προσφάτως για να μας σώση. Αλλά πολλοί προβάλλουν αντιρρήσεις και λέγουν: Ποία τόσο μεγάλη ανάγκη έκανε τον Θεό να κατέλθη μέχρι την ανθρωπίνη φύση; Και είναι ποτέ δυνατόν να συναναστραφή η Θεία φύσις με τους ανθρώπους ή να γεννήση παρθένος χωρίς συνάφειαν ανδρός; Εμπρός λοιπόν, επειδή υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις και η μάχη είναι πολύπλευρος, ας διαλύσωμε με την χάρη του Χριστού και με τις ευχές των παρόντων κάθε μία χωριστά.
Και πρώτα ας εξετάσωμε για ποιον λόγο κατήλθε στη γην ο Ιησούς. Και μην προσέξης στις ιδικές μου ευρεσιολογίες, διότι με αυτές ίσως εξαπατηθής. Μην πιστέψης στα λεγόμενα, εάν δεν ακούσης για καθένα από τα γεγονότα κάποιαν μαρτυρία προφητικήν. Εάν δεν μάθεις και περί της Παρθένου και του τόπου και του χρόνου και του τρόπου από τις Θείες Γραφές, μη παραδεχθής κανενός ανθρώπου την μαρτυρία. Διότι αυτόν που βλέπει κανείς ενώπιόν του να διδάσκει, είναι δυνατόν να τον υποπτευθή. Ποίος όμως, εάν διαθέτη κοινόν νουν, ημπορεί να θεωρήση ύποπτον εκείνον που έχει προφητεύσει πριν από χίλια και περισσότερα χρόνια;
Εάν λοιπόν ζητής την αιτία της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, να καταφύγης στο πρώτο βιβλίο της Γραφής. Σε έξι ημέρες εποίησεν ο Θεός τον κόσμον. Ο κόσμος όμως έγινε για τον άνθρωπο. Πράγματι και, ο ήλιος, ο οποίος ακτινοβολεί με τις λαμπρότατες ακτίνες του, έγινε για να φωτίζη τον άνθρωπο. Αλλά και όλα τα ζώα για να μας υπηρετούν εδημιουργήθησαν. Τα φυτά και τα δένδρα εκτίσθησαν για την ιδική μας απόλαυση. Όλα τα δημιουργήματα καλά και ωραία είναι, κανένα όμως από αυτά δεν είναι εικόνα του Θεού, παρά μόνον ο άνθρωπος. Ο ήλιος εδημιουργήθη μόνο με το πρόσταγμα του Θεού, ο άνθρωπος όμως επλάσθη με τα χέρια του Θεού, δηλαδή με ιδιαιτέραν ενέργεια και επιμέλεια: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν. Εάν η ξύλινη εικόνα του επιγείου βασιλέως τιμάται, πόσο μάλλον η λογική εικόνα του Θεού; Αλλά αυτό το πλάσμα, το μεγαλύτερον από τα δημιουργήματα του Θεού, το οποίον εχόρευε μέσα στον Παράδεισο, το έβγαλεν από εκεί ο φθόνος του διαβόλου. Και έχαιρεν ο εχθρός για την πτώσιν εκείνου που αυτός εφθόνησε. Μήπως άραγε συ ήθελες να εξακολουθή να χαίρεται αιωνίως ο εχθρός; Αυτός, επειδή δεν ετόλμησε τότε να πλησιάση τον άνδρα, που ήταν ισχυρός, επλησίασε την Εύαν, ως ασθενεστέραν, η οποία ήταν ακόμη παρθένος, διότι ο «Αδάμ έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού» μετά την πτώση και την έξωση από τον Παράδεισον.
Δεύτεροι διάδοχοι του ανθρωπίνου γένους ήταν ο Κάιν και ο Άβελ. Ο Κάιν ήταν και ο πρώτος ανθρωποκτόνος. Έπειτα επηκολούθησε ο κατακλυσμός εξ αιτίας της πολλής κακίας των ανθρώπων. Αργότερα κατήλθε πυρ επάνω στους Σοδομίτες για την παρανομία τους. Έπειτα από χρόνια εξέλεξεν ο Θεός τον λαό τού Ισραήλ, αλλά και αυτός διεστράφη, και έτσι το εκλεκτόν γένος ετραυματίσθη. Πράγματι, την στιγμήν που ο Μωυσής παρίστατο ενώπιον του Θεού επάνω στο Όρος, κάτω ο λαός προσκυνούσε αντί του Θεού τον μόσχον. Την εποχήν του νομοθέτου Μωυσέως, ο οποίος είπε το «Μη μοιχεύσης», κάποιος άνδρας ετόλμησε να εισέλθη σε ένα καμίνι και να πράξη την ακολασία. Μετά τον Μωυσή απεστάλησαν Προφήτες για να θεραπεύσουν τον Ισραήλ, αλλά δεν κατώρθωναν να νικήσουν την πνευματικήν του ασθένεια, και θρηνούσαν γι’ αυτό, ώστε κάποιος από αυτούς να λέγη: «οίμοι ότι απόλωλεν ευλαβής από της γής, και ο κατορθών εν ανθρώποις ουχ υπάρχει». Και πάλιν: «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός». Και πάλιν: «αρά και κλοπή και μοιχεία και φόνος εκκέχυται επί της γης», «τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας έθυσαν τοις δαιμονίοις» «οιωνίζοντο και εκληδονίζοντο (ησχολούντο δηλαδή με οιωνούς και μάγια)».
Πολύ βαθειά λοιπόν προχωρημένο και εκτεταμένο το τραύμα της ανθρωπότητος. «Από ποδών έως κεφαλής ουκ ην αυτώ ολοκληρία. Ουκ ην μάλαγμα επιθείναι (δεν ήταν δυνατόν δηλαδή να θεραπευθή με κατάπλασμα) ούτε έλαιον ούτε καταδέσμους». Και έλεγαν κατόπιν οι Προφήτες, θρηνώντας και υποφέροντας γι’ αυτήν την κατάσταση. «Τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον»; Και άλλος Προφήτης παρακαλούσε λέγοντας: «Κύριε κλίνον ουρανούς και κατάβηθι», τα τραύματα της ανθρωπότητος υπερβαίνουν τις θεραπευτικές μας ικανότητες. «Τους Προφήτας σου απέκτειναν και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν». Από εμάς είναι αδύνατον να διορθωθή το κακό, μόνο συ ημπορείς να το διορθώσης.
Και ο Κύριος επήκουσε της δεήσεως των Προφητών. Δεν παρέβλεψε ο Πατέρας το γένος μας που εχάνετο. Εξαπέστειλε ιατρόν από τον Ουρανόν, τον Κύριον, τον Υιόν Του… Όταν δηλαδή απεδείχθη η δική μας αδυναμία, ανέλαβεν ο Κύριος να κάνη αυτό που επιζητούσε ο άνθρωπος. Και επειδή ο άνθρωπος ήθελε να ακούση κάποιον όμοιό του, ανέλαβε την ιδικήν μας φθαρτήν φύσιν ο Σωτήρ, ώστε να παιδαγωγηθούν πιο αποτελεσματικά οι άνθρωποι.
Υπάρχει όμως και άλλος λόγος. Ο Χριστός ήλθε κοντά μας για να βαπτισθή, και να αγιάση το Βάπτισμα. Ήλθε για να θαυματουργήση περιπατώντας στην επιφάνεια της θαλάσσης. Επειδή πριν από την ένσαρκον οικονομίαν «η θάλασσα είδε και έφυγε και ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω», ανέλαβεν ο Κύριος το σώμα, ώστε η θάλασσα, όταν τον ιδή, να τον δεχθή επάνω της, και ο Ιορδάνης να τον υποδεχθή αφόβως. Αυτή λοιπόν είναι μία αιτία, υπάρχει όμως και δευτέρα.
Ο θάνατος ήλθε στον κόσμο δια παρθένου, της Εύας. Έπρεπε δια παρθένου, ή μάλλον από παρθένο, να φανερωθή και η ζωή, ώστε καθώς εκείνην την είχεν πατήσει ο όφις, έτσι και αυτήν να την ευαγγελισθή ο Γαβριήλ.
Αφού οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον Θεόν, εδημιούργησαν ανθρωπόμορφα είδωλα. Επειδή λοιπόν μέσα στην πλάνη τους οι άνθρωποι προσκυνούσαν ψευδή μορφήν ανθρώπου, έγινεν ο Θεός αληθώς άνθρωπος, ώστε να διαλυθή το ψεύδος. Ο διάβολος είχε χρησιμοποιήσει ως όργανον εναντίον μας την σάρκα. Και αυτό γνωρίζοντας ο Παύλος λέγει: «Βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με» και τα λοιπά. Με τα ίδια λοιπόν όπλα με τα οποία μας πολεμούσε ο διάβολος, με αυτά ακριβώς και έχουμε σωθή. Ανέλαβεν ο Κύριος από εμάς την ιδική μας φύση, ώστε να της δώση ό,τι της έλειπε, την πλουσίαν χάρη. Για να γίνη η φύσις των ανθρώπων η αμαρτωλός, Θεού κοινωνός. Και έτσι «όπου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις». Έπρεπεν ο Κύριος να πάθη υπέρ ημών. Δεν θα τολμούσε όμως ο διάβολος να τον πλησιάση, εάν τον ανεγνώριζε. Το σώμα δηλαδή έγινε δόλωμα για τον θάνατον, ώστε ο δράκοντας, ενώ ήλπιζε ότι θα τον καταπιή, να εμέση και όσους είχεν ήδη καταπιή. «Κατέπιε γαρ ο θάνατος ισχύσας» και «αφείλεν ο Θεός παν δάκρυον από προσώπου παντός», είχε προείπει ο Ησαϊας. Μήπως ο Χριστός ματαίως έγινεν άνθρωπος; Μήπως οι διδασκαλίες του είναι ρητορικά εφευρήματα και ανθρώπινα σοφίσματα; Δεν είναι οι θείες Γραφές που μας οδηγούν στην σωτηρία; Εκεί μέσα δεν συναντούμε τις προρρήσεις των Προφητών; Κράτα, λοιπόν, σε παρακαλώ σταθερά μέσα σου αυτήν την παρακαταθήκη, και κανείς ας μη σε μετακινήση. Πίστευε ότι αληθώς ο Θεός έγινεν άνθρωπος.
Το ότι ήταν λοιπόν δυνατόν ο Θεός να γίνη άνθρωπος έχει αποδειχθή. Αν όμως οι Ιουδαίοι ακόμη απιστούν, θα τους κάνωμε την εξής ερώτηση: Τί παράδοξο κηρύττουμε λέγοντας ότι ο Θεός έγινεν άνθρωπος, αφού σεις οι ίδιοι λέγετε ότι ο Αβραάμ υπεδέχθη τον Κύριον; Τί παράδοξο κηρύττουμε αφού και ο Ιακώβ λέγει: «είδον γαρ Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εσώθη μου η ψυχή». Ο Κύριος, ο οποίος εφιλοξενήθη και έφαγε στην σκηνήν του Αβραάμ, έφαγε και μαζί μας. Τί το παράδοξον λοιπόν κηρύττουμε; Έχουμε όμως να παρουσιάσωμε και δύο μάρτυρες, οι οποίοι εστάθησαν στο όρος Σινά ενώπιον του ιδίου του Κυρίου. Ο Μωυσής, όταν ευρίσκετο μέσα στην οπή του βράχου, και ο Ηλίας αργότερα, που τον είδε επίσης μέσα στην οπή ενός σπηλαίου. Εκείνοι παρουσιάσθησαν κατά την Μεταμόρφωσή του και στο Όρος Θαβώρ και «έλεγον τοις μαθηταίς την έξοδον, ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ». Αλλά όπως προείπα, έχει αποδειχθή ότι ήταν δυνατόν να λάβη ο Θεός την ανθρωπίνη φύση. Ας αφήσωμε λοιπόν να ασχολούνται με τις αποδείξεις εκείνοι που αρέσκονται να επανέρχωνται συνεχώς στα ίδια.
Έχουμε όμως υποσχεθή να ομιλήσωμε και για τον χρόνο, και για τον τόπο της ελεύσεως του Σωτήρος. Και δεν πρέπει να αναχωρήσωμε από εδώ, κατηγορούμενοι για ψεύδος, αλλά μάλλον να βοηθήσωμε τους νέους βλαστούς της Εκκλησίας να φύγουν από εδώ πιο εδραιωμένοι στην πίστη. Ας αναζητήσωμε λοιπόν τον χρόνο, πότε δηλαδή ήλθε εδώ ο Κύριος. Επειδή η παρουσία του είναι πρόσφατος και, γι’ αυτό αμφισβητείται, και ακόμη επειδή «Χριστός Ιησούς χθες και σήμερον είναι ο αυτός και εις τους αιώνας». Λέγει λοιπόν ο Προφήτης Μωυσής. «Προφήτην υμίν αναστήσει Κύριος ο Θεός υμών ως εμέ». Ας αφήσωμε προς το παρόν το «ως εμέ» για να εξετασθή εκεί που πρέπει. Αλλά πότε θα έλθη αυτός ο προσδοκώμενος Προφήτης; Ανάτρεξε, λέγει, σ’ αυτά που έχω γράψει. Ερεύνησε με προσοχήν την προφητεία που είπε ο Ιακώβ προς τoν Ιούδα: «Ιούδα, σε αινέσαισαν (θα σε υμνήσουν) οι αδελφοί σου», και τα υπόλοιπα, για να μην τα ειπούμε όλα. Και στην συνέχεια «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα ουδέ ηγούμενος εκ των μηρών αυτού (από τους απογόνους του δηλαδή) έως αν έλθη ω απόκειται, (αυτός στον οποίον έχει επιφυλαχθή), και αυτός προσδοκία» όχι των Ιουδαίων, αλλά «Εθνών». Το ότι λοιπόν έπαυσε η εξουσία των Ιουδαίων είναι σημείον της παρουσίας του Χριστού. Εάν τώρα δεν ευρίσκωνται υπό την εξουσία των Ρωμαίων, δεν έχει έλθει ακόμη ο Χριστός. Εάν τους κυβερνά απόγονος του Ιούδα και του Δαυϊδ, δεν ήλθεν ακόμη ο προσδοκώμενος. Και εντρέπομαι να ομιλώ για τα πρόσφατα γεγονότα που συνέβησαν σ’ αυτούς, σχετικά με εκείνους που ονομάζουν τώρα πατριάρχες. Ποία δηλαδή είναι η καταγωγή τους και ποία η μητέρα τους. Τα αφήνω γι’ αυτούς που τα γνωρίζουν. Αλλά αυτός ο ερχόμενος, η προσδοκία των εθνών, ποίον άλλο σημείο έχει άραγε; Λέγει στην συνέχεια η Γραφή «δεσμεύων προς άμπελον τον πώλον (τον νεαρόν όνον δηλαδή) αυτού». Βλέπεις και εδώ σαφώς τον πώλο, τον οποίο προανήγγειλεν ο Ζαχαρίας, και εχρησιμοποίησεν ο Ιησούς.
Αλλά ζητείς και άλλην μαρτυρία για τον χρόνο της παρουσίας του; «Κύριος είπε προς με. Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε», και μετά από λίγο λέγει «ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά». Είπα και προηγουμένως ότι ράβδος σιδηρά ονομάζεται σαφώς η βασιλεία των Ρωμαίων. Σχετικώς με αυτήν ας ξαναθυμηθουμε το χωρίον του Προφήτου Δανιήλ. Όταν δηλαδή εδιηγείτο και εξηγούσε στον Ναβουχοδονόσορα την εικόνα του αδριάντος, αναφέρει και όλη την οπτασία που είχε δει γι’ αυτόν, και «λίθον άνευ χειρός εξ όρους τμηθέντα», ο οποίος δεν κατεσκευάσθη από άνθρωπο, και θα επικρατήση σε όλην την οικουμένην. Και λέγει καθαρώτατα ότι «και εν ταις ημέραις των βασιλειών εκείνων αναστήσει ο Θεός του ουρανού βασιλείαν, ήτις εις τον αιώνα ου διαφθαρήσεται, και η βασιλεία αυτού λαώ ετέρω ουχ υπολειφθήσεται (δεν θα έχη διαδοχήν δηλαδή, θα είναι αιώνιος)».
Ζητούμε όμως να μας αποδείξης με ακόμη μεγαλυτέραν διαφάνεια τον χρόνο της ελεύσεώς του, επειδή ο άνθρωπος είναι δύσπιστος, και εάν δεν του υπολογίσης και την ακριβή χρονολογία, δεν πιστεύει στα λεγόμενα. Ποίος είναι λοιπόν ο καιρός και ποίος ο χρόνος; Όταν παύσουν πλέον να υπάρχουν βασιλείς από την γενεάν του Ιούδα και βασιλεύση στο εξής αλλόφυλος, ο Ηρώδης δηλαδή. Λέγει λοιπόν ο άγγελος στον Δανιήλ: «Συ δε μοι σημείωσαι τα λεγόμενα, και γνώσει και συνήσεις (θα κατανοήσης δηλαδή). Από εξόδου λόγου του αποκριθήναι (από την ημέρα που θα εκδοθή διάταγμα) του ανοικοδομηθήναι Ιερουσαλήμ έως Χριστού ηγουμένου, εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξήκοντα δύο». Εξήντα εννέα όμως εβδομάδες ετών απαριθμούν τετρακόσια ογδόντα τρία ετη. Είπε λοιπόν ότι αφού περάσουν τετρακόσια ογδόντα τρία έτη από την ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ, και εκλείψουν οι άρχοντες που προέρχονται από την φυλήν του Ιούδα, τότε έρχεται βασιλεύς αλλόφυλος, στις ημέρες του οποίου θα γεννηθή ο Χριστός. Ο Δαρείος λοιπόν ο Μήδος την ανοικοδόμησε κατά το έκτον έτος της βασιλείας του, που αντιστοιχεί στο πρώτον έτος της εξηκοστής έκτης Ολυμπιάδος των Ελλήνων. Οι Έλληνες ονομάζουν Ολυμπιάδα τον αγώνα που τελείται κάθε τέσσερα χρόνια χάριν της ημέρας που συμπληρώνεται κάθε τετραετία. Διότι, σύμφωνα με την πορεία του ηλίου, περισσεύουν κάθε έτος τρεις ώρες. Ο Ηρώδης λοιπόν εβασίλευσε το τέταρτον έτος της εκατοστής ογδοηκοστής έκτης Ολυμπιάδος. Από την εξηκοστήν έκτη λοιπόν μέχρι την εκατοστήν ογδοηκοστήν έκτη μεσολαβούν εκατόν είκοσι Ολυμπιάδες και κάτι ακόμη. Οι εκατόν είκοσι λοιπόν Ολυμπιάδες αντιστοιχούν σε τετρακόσια ογδόντα έτη. Τα υπόλοιπα τρία έτη ίσως είναι αυτά που περιλαμβάνονται μεταξύ του πρώτου και του τετάρτου, κατά το οποίον εβασίλευσε ο Ηρώδης. Έχεις λοιπόν την απόδειξη σύμφωνο με αυτό που λέγει η Γραφή, ότι «από εξόδου λόγου του αποκριθήναι και του οικοδομηθήναι Ιερουσαλήμ, έως Χριστού ηγουμένου, εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξήκοντα δύο», δηλαδή τετρακόσια ογδόντα τρία έτη. Έχεις λοιπόν τώρα πλέον την απόδειξη της χρονολογίας ελεύσεως του Χριστού, αν και υπάρχουν και άλλοι τρόποι που δίδουν το ίδιο αποτέλεσμα με βάση τις εβδομάδες των ετών για τις οποίες προείπεν ο Δανιήλ.
Ακου τώρα τι λέγει ο Μιχαίας, σχετικά με τον τόπο της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. «Και συ Βηθλεέμ οίκος του Ευφραθά, μη ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα (δέν έχεις ουτε χιλίους κατοίκους δηλαδή). Εκ σου γαρ μοι εξελεύσεται ηγούμενος του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού (η εξουσία του δηλαδή) απ’ αρχής εξ ημερών αιώνος». Ήδη όμως γνωρίζεις, αφού είσαι Ιεροσολυμίτης, ότι και στον εκατοστόν τριακοστόν πρώτον ψαλμόν αναφέρεται η περιοχή στην οποία θα γεννηθή ο Μεσσίας. «Ιδού ηκούσαμεν αυτήν εν Ευφραθά, εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού». Και πράγματι, μέχρι προ ολίγων ετών ο τόπος αυτός ήταν δασώδης. Ήκουσες πάλι τον Αββακούμ που λέγει προς τον Κύριον. «Εν τω εγγίζειν τα έτη επιγνωσθήση, εν τω παρείναι τον καιρόν αναδειχθήση». Και ποιον είναι το σημείον, ω Προφήτα, του ερχομένου Κυρίου; Και αυτός συνεχίζει: «εν μέσω δύο ζώων (ανάμεσα σε δύο ζωές δηλαδή) γνωσθήση». Λέγει δηλαδή σαφώς προς τον Κύριον, ότι θα έλθης κοντά μας ένσαρκος, θα ζήσης την μία ζωή, θα αποθάνης, και αφού αναστηθής θα ζήσης πάλι.
Και από ποιό περίχωρο της Ιερουσαλήμ έρχεται; Από την Ανατολή, την Δύσι, τον Βορρά, τον Νότο; Ειπέ μας ακριβώς. Και αυτός αποκρίνεται σαφέστατα και λέγει: «ο Θεός από Θαιμάν ήξει (θα έλθει από τον Νότο, διότι Θαιμάν ερμηνεύεται νότος) και ο άγιος εξ όρους (Φαράν) κατασκίου (σκιερού) δασέος». Πράγμα με το οποίον συμφωνεί και ο Ψαλμωδός, ο οποίος είπεν «εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού (στη δασώδη πεδιάδα)».
Τώρα λοιπόν ζητούμε από ποιόν έρχεται και πώς έρχεται. Αυτό μας το λέγει ο Ησαϊας. «Ιδού η παρθένος εν γαστρί λήψεται, και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Οι Ιουδαίοι όμως αντιλέγουν σ’ αυτά (διότι έχουν συνηθίσει από παλαιά να αντιδρούν κακοπροαίρετα στην αλήθεια), και υποστηρίζουν ότι ο Προφήτης δεν έγραφε «η παρθένος» αλλά «η νεάνις» (η κόρη δηλαδή). Αλλά εγώ, και αν δεχθώ ως ορθόν αυτό που λέγουν, καταλήγω πάλι στην ιδίαν αλήθεια. Διότι πρέπει να τους ερωτήσωμε: Πότε φωνάζει μία παρθένος που βιάζεται; Καλεί σε βοήθεια πριν την διαφθείρουν ή μετά; Αν λοιπόν σε άλλο σημείο η Γραφή λέγει «εβόησεν η νεάνις και ουκ ην ο βοηθών αυτήν, άραγε δεν αναφέρεται σε παρθένον; Και για να μάθης σαφέστερα ότι στην θεία Γραφή και η παρθένος ονομάζεται νεάνις, άκου τι λέγει το βιβλίο των Βασιλειών για την Αβισάκ την Σουναμίτιδα. «Και ην η νεάνις καλή (ωραία) σφόδρα» και το ότι εξελέγη και προσεφέρθη στον Δαυίδ, επειδή ήταν παρθένος, έχει σαφώς ομολογηθή.
Λέγουν όμως πάλιν οι Ιουδαίοι, ότι αυτό ελέχθη από τον Προφήτη στον Άχαζ για τον Εζεκία. Ας αναγνώσωμε λοιπόν την Γραφή. Λέγει ο Θεός στον Άχαζ. «Αίτησαι σεαυτώ σημείον παρά Κυρίου του Θεού σου εις βάθος της γης ή εις ύψος του ουρανού». Αυτό το σημείο θα πρέπει να είναι πολύ παράδοξο, διότι σημείον είναι το ύδωρ που ανέβλυσε από την πέτρα, η θάλασσα που διεχωρίσθη, ο ήλιος που εστράφη οπίσω και τα παρόμοια. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο σημείο το να συλλάβη μια νέα, αλλά το να παραμείνη παρά ταύτα παρθένος. Αυτά όμως που θα λεχθούν στην συνέχεια, θα ελέγξουν φανερώτερα τους Ιουδαίους. Γνωρίζω ότι λέγω πολλά, και οι ακροαταί έχουν κουρασθή. Ανεχθείτε όμως το πλήθος των λόγων, επειδή λέγονται για τον Χριστό και όχι για τυχαία πράγματα. Αυτό λοιπόν ελέχθη από τον Ησαϊαν, όταν εβασίλευεν ο Άχαζ, ο οποίος εβασίλευσε μόνο δέκα έξι ετη, και η προφητεία ελέχθη προς αυτόν κατά την διάρκειαν αυτών των ετών. Έτσι την αντίρρηση των Ιουδαίων την καταρρίπτει ο ίδιος ο Εζεκίας, ο υιός και διάδοχος του Άχαζ, ο οποίος όταν έγινε βασιλεύς ήταν εικοσιπέντε ετών. Αφού λοιπόν η προφητεία ελέχθη μέσα στα δέκα έξι προηγούμενα έτη, ο Εζεκίας είχε γεννηθή εννέα έτη πριν την προφητεία. Ποία ανάγκη λοιπόν υπήρχε να λεχθή η προφητεία γι’ αυτόν ο οποίος είχεν ήδη γεννηθή, πριν από εννέα έτη και μάλιστα ο πατέρας του Άχαζ δεν είχε γίνει ακόμη βασιλεύς; Διότι δεν είπεν ότι «εν γαστρί έλαβεν η παρθένος» αλλά ότι «λήψεται (θα συλλάβη δηλαδή)» αφού ομίλησε προγνωστικώς…
Αλλά και οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι μας χλευάζουν, και ισχυρίζονται ότι ήταν αδύνατον ο Χριστός να γεννηθή από παρθένο. Τους εθνικούς κατ’ αρχήν θα τους αποστομώσωμε από τους ιδίους τους μύθους των. Σεις λοιπόν οι οποίοι υποστηρίζετε ότι είναι δυνατόν λίθοι ριπτόμενοι να μεταβάλλωνται σε ανθρώπους, πώς ισχυρίζεσθε ότι είναι αδύνατον να γεννήση παρθένος; Σεις που μυθολογείτε ότι έχει γεννηθή θυγατέρα από τον εγκέφαλο του πατέρα της, πώς λέγετε ότι είναι αδύνατον να γεννηθή υιός από παρθενικήν γαστέρα; Σεις που ισχυρίζεσθε ψευδώς ότι ο Διόνυσος εκυοφορήθη από τον μηρόν του Διός σας, πώς απορρίπτετε την ιδική μας αλήθεια; Γνωρίζω ότι με αυτά που λέγω υποτιμώ το πνευματικόν επίπεδο του ακροατηρίου αυτού, αλλά ανέφερα αυτά τα επιχειρήματα από την μυθολογία τους ώστε, όταν χρειασθή, να τους εντροπιάσης εσύ με τα ιδικά τους. Προς δε τους Ιουδαίους απάντησε με την εξής ερώτηση: Ποίον είναι δύσκολο, να γεννήση μία γυναίκα ηλικιωμένη και στείρα, στην οποίαν έχουν εκλείνει οι προϋποθέσεις της γονιμότητος, ή μία νεαρά παρθένος; Στείρα ήταν η Σάρρα, και ενώ το γεννητικό της σύστηνα είχε παύσει να λειτουργή, εγέννησε με τρόπον υπερφυσικό. Και το να γεννήση λοιπόν στείρα, και το να γεννήση παρθένος είναι ξένο προς την φύση. Ή θα απορρίψης λοιπόν και τα δύο ή θα δεχθής και τα δύο. Διότι ο ίδιος Θεός είναι που πραγματοποίησε και εκείνο στην στείρα και τούτο στην Παρθένο.
[Πολλά άλλα θαυμαστά γεγονότα ημπορούμε να υπενθυμίσωμε από την ιστορία των Ιουδαίων], αλλά αυτοί δεν πείθονται με αυτά, εάν δεν πληροφορηθούν πειστικώς με άλλες παρόμοιες και παράδοξες περιπτώσεις αντιθέτων προς την φύση τοκετών. Υπόβαλέ τους λοιπόν την εξής ερώτηση: Η Εύα, η πρώτη γυναίκα, από ποιόν εγεννήθη; Ποία μητέρα την συνέλαβε, αφού δεν υπήρχε άλλη γυναίκα; Απαντά η Γραφή, ότι εδημιουργήθη από την πλευρά του Αδάμ. Άραγε λοιπόν η μεν Εύα εγεννήθη από την πλευρά του ανδρός χωρίς μητέρα, όμως δεν ημπορεί να γεννηθή παιδί άνευ ανδρός από παρθενικήν γαστέρα; Την χρεωστούσε στους άνδρες το γένος του θήλεος αυτή την χάρη, διότι η Εύα εγεννήθη από τον Αδάμ και μάλιστα χωρίς να συλληφθή από μητέρα, αλλά προήλθε μόνον από άνδρα. Ανταπέδωσε λοιπόν η Μαρία το χρέος της χάριτος, γεννώντας με την δύναμη του Θεού, χωρίς την συμμετοχήν ανδρός, αλλά αφθόρως, μόνη της, «εκ Πνεύματος Αγίου».
Ας αναφέρωμε όμως και το ακόμη μεγαλύτερο θαύμα. Διότι το να γεννηθούν σώματα από άλλα σώματα, αν και παράδοξον, είναι όμως δυνατόν. Το να γίνη όμως το χώμα της γης άνθρωπος, αυτό είναι θαυμαστότερον. Το να σχηματισθούν οι χιτώνες των οφθαλμών μόνον από μίγμα πηλού και να δέχωνται τις φωτεινές ακτίνες, αυτό είναι επίσης θαυμαστότερον. Το να δημιουργήται από ένα και το αυτό χώμα και η σκληρότης των οστών και η απαλότης των πνευμόνων, και οι διάφορες άλλες μορφές και δομές των μελών, αυτό είναι το θαυμαστόν. Το να λάβη ζωήν ο πηλός και να περιέρχεται αυτοκινήτως την οικουμένη και να οικοδομή, αυτό είναι το θαυμαστόν. Το να διδάσκη ο πηλός και να ομιλή, να κτίζη και να βασιλεύη, αυτό είναι το θαυμαστόν. Ω αμαθέστατοι Ιουδαίοι, από πού λοιπόν έγινεν ο Αδάμ; Δεν «έλαβεν ο Θεός χουν από της γης» και έπλασεν αυτό το θαυμάσιον πλάσμα; Έπειτα, ο πηλός ημπορεί να μεταβληθή σε οφθαλμό, και η παρθένος να γεννήση δεν ημπορεί; Εκείνο που είναι εντελώς έξω από τις ανθρώπινες δυνατότητες ημπορεί να γίνη, και αυτό που είναι σχεδόν σ’ αυτά τα πλαίσια δεν γίνεται;
Ας κρατούμε αυτά στην μνήμη μας, αδελφοί. Αυτά τα όργανα ας χρησιμοποιούμε για να αμυνώμεθα. Να μην ανεχώμεθα τους αιρετικούς, οι οποίοι διδάσκουν ότι είναι φανταστική η ένωσις των δύο φύσεων στον Χριστόν. Ας περιφρονήσωμε και αυτούς που λέγουν πως η γέννησις του Σωτήρος έγινε με την συνέργεια ανδρός και γυναικός, αυτούς οι οποίοι ετόλμησαν να ειπούν ότι προήλθε από τον Ιωσήφ και την Μαρία, επειδή γράφει «και παρέλαβε την γυναίκα αυτού». Ας ενθυμηθούμε τον Ιακώβ, ο οποίος πριν λάβη την Ραχήλ έλεγε στον Λάβαν: «Απόδος την γυναίκα μου». Όπως δηλαδή εκείνη ονομάζετο γυναίκα του Ιακώβ, πριν ακόμη τον γάμο και μόνο με την υπόσχεση που είχε δοθή, έτσι και η Μαρία, άπαξ και εμνηστεύθη ονομάζετο γυναίκα του Ιωσήφ. Και πρόσεξε την ακρίβεια του Ευαγγελίου, που λέγει «εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο Άγγελος Γαβριήλ από του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ης όνομα Ναζαρέτ, προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ω όνομα Ιωσήφ» και τα λοιπά. Και πάλιν, όταν ήταν η απογραφή, και ο Ιωσήφ ανέβη για να απογραφή, τί λέγει η Γραφή; «Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω». Ήταν έγκυος λοιπόν. Δεν είπεν όμως «τη γυναικί αυτού», αλλά «τη μεμνηστευμένη αυτώ». Πράγματι, όπως λέγει ο Παύλος, «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού», ο οποίος εγεννήθη όχι από άνδρα και γυναίκα, αλλά «γενόμενον εκ γυναικός» μόνον, που σημαίνει από παρθένο. Το ότι και η παρθένος λέγεται γυναίκα το προαπεδείξαμε. Από παρθένο λοιπόν εγεννήθη ο παρθενοποιός των ψυχών.
Αλλά απορείς με αυτό το γεγονός; Και αυτή η ιδία που τον εγέννησε ευρίσκετο σε απορία. Επειδή λέγει προς τον Γαβριήλ: «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Και αυτός απαντά: «Πνεύμα Αγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι. Διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται, Υιός Θεού». Αχραντος και αρρύπαρος η γέννησις. Διότι όπου πνέει το Αγιον Πνεύμα, εξαφανίζεται κάθε μολυσμός. Είναι αρρύπαρος η ένσαρκος γέννησις του Μονογενούς από την Παρθένο. Και αν αντιδρούν οι αιρετικοί προς την αλήθεια, θα τους ελέγξη το Πνεύμα το Άγιον. Θα αγανακτήση η Δύναμις του Υψίστου, η οποία επεσκίασε την Παρθένο. Θα έλθουν αντιμέτωποι με τον Γαβριήλ κατά την ημέρα της Κρίσεως. Θα τους καταισχύνη ο τόπος της Φάτνης, ο οποίος εδέχθη τον Δεσπότη. Θα καταθέσουν ως μάρτυρες οι ποιμένες που ευηγγελίσθησαν τότε, και η στρατιά των αγγέλων που έψαλλαν και υμνούσαν και έλεγαν. «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Θα μαρτυρήσουν ο Ναός, στον οποίον οδηγήθη την τεσσαρακοστήν ημέρα. Τα ζεύγη των τρυγόνων που προσεφέρθησαν υπέρ αυτού και ο Συμεών, ο οποίος τότε τον ενηγκαλίσθη και η Προφήτις Άννα που ήταν παρούσα. Αφού λοιπόν μαρτυρεί ο Θεός και συμμαρτυρεί το Αγιον Πνεύμα και ο Χριστός λέγει: «Τί με ζητείτε αποκτείναι, άνθρωπον oς την αλήθειαν υμίν λελάληκα», ας κλείσουν τα στόματά τους οι αιρετικοί που αντιλέγουν στην ανθρωπίνη φύση του Χριστού. Πράγματι έρχονται σε διαφωνία με αυτόν που λέγει: «ψηλαφήσατέ με και ίδετε, ότι πνεύμα, σάρκα και οστέα ουκ έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα». Ας προσκυνήσωμε τον Κύριο που εγεννήθη από Παρθένο, και ας μάθουν οι παρθένοι το έπαθλο της πολιτείας των. Ας μάθη και των μοναχών το τάγμα την δόξα της αγνότητος. Διότι δεν έχουμε στερηθή το αξίωμα της αγνότητος. Στην γαστέρα της Παρθένου έμεινεν ο Σωτήρ, εννέα μήνες και έγινεν ο Κύριος άνδρας τριάντα τριών ετών. Ώστε αν η Παρθένος καυχάται για το διάστημα των εννέα μηνών που τoν εκράτησε μέσα της, πολύ περισσότερον εμείς που τον είχαμε τόσο πολλά έτη κοντά μας.
Ας τρέξωμε λοιπόν όλοι, με την χάρη του Θεού, στον δρόμο της αγνότητος, «νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων», όχι ζώντας με ακολασίες, αλλά υμνώντας το όνομα του Χριστού. Να μην αγνοήσωμε την δόξα της αγνότητος, διότι είναι αγγελικός ο στέφανος και υπεράνθρωπον το κατόρθωμα. Ας σεβασθούμε τα σώματα, που μέλλουν «να λάμψουν ως ο Ήλιος». Μη μολύνωμε για μία στιγμιαίαν ηδονή το σώμα, που έχει τοιαύτην και τόσο μεγάλην αξία. Πράγματι, η αμαρτία είναι σύντομος και προσωρινή, η εκτροπή όμως είναι πολυετής και αιώνιος. Άγγελοι που περιπατούν επάνω στην γη είναι όσοι αγωνίζονται για την αγνότητα. Οι παρθένοι θα ευρίσκωνται μαζί με την Παρθένο Μαρία.
Ας εξορισθή κάθε καλλωπισμός και κάθε ολέθριον βλέμμα, κάθε βάδισμα συρόμενο και κάθε ένδυμα και άρωμα προκλητικόν. Ας είναι για όλους μας άρωμα η ευωδία της προσευχής και των αγαθών πράξεων και ο αγιασμός των σωμάτων, ώστε ο Κύριος, ο οποίος εγεννήθη από την Παρθένον, να ειπή και για μας, τους άνδρες που ζουν με αγνότητα, και τις γυναίκες που στεφανώνονται γι’ αυτήν: «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός». Ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
[4ος αιών - Κατηχήσεις Αγίου Κυρίλλου (ΙΒ' προς τους Φωτιζομένους, Εκδόσεις Ετοιμασία), σελ. 214. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 609 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς]
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2105

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ -Τ Α Κ Α Τ O Ρ Θ Ω Μ Α Τ Α Τ Ω Ν Η Ρ Ω Ω Ν Τ Η Σ Π Ι Σ Τ Ε Ω Σ


Τ Α Κ Α Τ O Ρ Θ Ω Μ Α Τ Α Τ Ω Ν Η Ρ Ω Ω Ν Τ Η Σ Π Ι Σ Τ Ε Ω Σ

«οἵ διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπό ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροί ἐν πολέμῳ, παρεμβολάς ἔκλιναν ἀλλοτρίων.» (Ἑβρ. ια΄ 33 – 34)

Ἡ παρούσα ἡμέρα, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἀποτελεῖ τήν τελευταία Κυριακή τοῦ μηνός Δεκεμβρίου, πρίν νά γιορτάσουμε τά Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία σήμερα, στή θέση τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος, κατά τή θεία Λειτουργία, ἀπαγγέλλει τό τμῆμα ἐκεῖνο, ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ θείου Παύλου, τήν ὁποία ἐκεῖνος ἀπηύθυνε πρός τούς χριστιανούς μέ ἑβραϊκή καταγωγή, τό ὁποῖο τμῆμα ὑπενθυμίζει τούς ἥρωες τῆς πίστεως καί τά κατορθώματά τους.

Τοῦτο τό ἀνάγνωσμα μᾶς ὁμιλεῖ γιά τήν πίστη στόν Ἀληθινό Θεό καί γιά τά πολλά κατορθώματα τά ὁποῖα πέτυχαν, ὅσοι ἔμειναν σταθεροί καί ἀταλάντευτοι στήν πίστη. Ἰδιαίτερα μέσα στούς πιό πάνω στίχους ὁ Παῦλος ἀπαριθμεῖ μερικά ἀπό τά κατορθώματα τῶν ἡρώων τῆς Ἀληθινῆς πίστεως, τά ὁποῖα ἐκεῖνοι ἐπετέλεσαν διά μέσου τῆς ροῆς τῶν αἰώνων.

Ἡ δύναμη καί ἡ βεβαιότητα τῆς πίστεώς τους, τούς ὅπλισε ἔτσι, ὥστε ἐκεῖνοι ἀκατάβλητοι καί θαρραλέοι κήρυξαν πόλεμο ἐναντίον ἰσχυρῶν βασιλείων. Τό ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε νά τά κατατροπώσουν καί νά τά ὑποτάξουν. Ὅταν δέ ὁ Θεός τούς ἀξίωνε νά ἀναλάβουν ἐκεῖνοι τή διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ, τότε ἐφέροντο μέ δικαιοσύνη καί εὐθυκρισία. Ἔτσι ὁ λαός τούς σεβόταν, τούς ἐκτιμοῦσε, τούς ἀγαποῦσε καί τούς ἀποδεχόταν μέ εὐκολία.

Μέ τήν ἐμμονή τους στήν πίστη ἀξιώθησαν νά βιώσουν τήν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων, τίς ὁποῖες τούς ἔκαμε ὁ Θεός, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Ἀβραάμ. Ὁ Δανιήλ, μαζί μέ τούς Τρεῖς Παῖδες ἐνώπιον τῶν λιονταριῶν μέσα στό λάκκο, παρέμειναν ἀνέπαφοι καί ἀβλαβεῖς, ὡσάν ἄνθρωποι καί θηρία νά ἦσαν παλαιοί φίλοι. Ἐπίσης οἱ ἴδιοι μέσα στό πυρωμένο καμίνι, ἀντί νά καοῦν, ἐδροσίζοντο καί μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς τους δοξολογοῦσαν τό Θεό καί ἀνελύοντο σέ προσευχή.

Ἡ δύναμη τῆς πίστεως τούς ἐνίσχυσε σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά μπορέσουν νά ξεφύγουν ἀπό τή σφαγή μέ μαχαίρια. Ἡ πίστη τούς δυνάμωσε νά ξεπεράσουν ἀρρώστιες.Ὅταν δέ βρέθησαν ἀντιμέτωποι μέ πόλεμο, ἀπεδείχθησαν δυνατοί καί ἔτρεψαν σέ φυγή πολυάριθμες στρατιές ξένων καί ἐχθρῶν.

Ὁ ἐρχομός τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ στή γῆ σαρκοφορεμένου ἐγκαινίασε μιά νέα ἐποχή διωγμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστρέφοντο κατά πρῶτο λόγο ἐναντίον τοῦ Ἰδίου καί στή συνέχεια ἐναντίον ὅσων ἀπεδέχοντο τή νέα πίστη. Ἔτσι μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ ὅλα αὐτά τά παραδείγματα προετοιμάζει ψυχολογικά τούς ἀκολούθους τοῦ Κυρίου καί τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Τούς προετοιμάζει καί προδιαθέτει ὡς πρός τό τί τούς περιμένει, ὕστερα ἀπό τήν ἀποδοχή καί τόν ἀσπασμό τῆς νέας πίστεως.

Αὐτή ἡ κατάσταση ἐπαναλαμβάνεται ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν καί στολίζει τό πέπλο τῆς Ἐκκλησίας μέ πολλές ἐκλεκτές προσωπικότητες ἡρώων τῆς πίστεως. Μέ αὐτόν τόν τρόπο οἱ πιστοί βιώνουν τήν οὐσία καί τό βάθος τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς πίστεως τῆς ταπεινώσεως, τῆς κενώσεως καί τῆς θυσίας. Κύριε, Σύ ὁ ὁποῖος κένωσες τόν Ἑαυτό σου καί ἔγινες ἄνθρωπος, φώτισε τόν καθένα μας νά κατανοήσει καλύτερα τήν πίστη μας. Ἀμήν!

Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Απ. Βαρναβα

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως – Η χαρά των Χριστουγέννων Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος και Αλμυρού

 

Η χαρά των Χριστουγέννων

Η Χάρις του Θεού μάς αξιώνει και φέτος, αδελφοί μου, να προσεγγίσουμε το γεγονός της Ενανθρώπισης του Κυρίου Ιησού Χριστού, το οποίο επαναλαμβάνεται και «σήμερον» μέσα στην Εκκλησία, κάνοντάς μας μετόχους της ίδιας χαράς και ευδαιμονίας, σαν κι εκείνη που βίωσαν οι απλοί βοσκοί της Βηθλεέμ, οι σοφοί Μάγοι εξ Ανατολών, σαν κι εκείνη που διαλάλησαν οι Αγγελικές δυνάμεις, ψάλλοντας το Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία.1

Πρόκειται για την ίδια χαρά που βιώνουν μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και πτωχοί, ημεδαποί και αλλοδαποί, συμμετέχοντας, με διαφορετικές, πολλές φορές, προϋποθέσεις, στο γεγονός της αναγέννησης της χαμένης ελπίδας και αισιοδοξίας, που προσωποποιείται στο πρόσωπο Εκείνου που φόρεσε το ανθρώπινο σαρκίο και ενδύθηκε τον δερμάτινο χιτώνα για την αγάπη του κόσμου. Αυτό το βίωμα είναι που μάς κάνει να αφήνουμε για λίγο στην άκρη τα προβλήματα, να παραβλέπουμε τις ελλείψεις, να διασκορπίζουμε τις θλίψεις και να ονειρευόμαστε ξανά, μετέχοντας, με προσωπικό τρόπο, στο «Μέγα Μυστήριον».

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι το πνεύμα του κόσμου στις μέρες μας, οι ρυθμοί της επιβαλλόμενης επικαιρότητας, επιχειρούν να πλήξουν και να νοθεύσουν τη συμμετοχή στη χαρά του Μυστηρίου. Προσπαθούν να δημιουργήσουν γύρω μας μια ατμόσφαιρα σήψης και αποφοράς, ένα περιβάλλον γενικής ανέχειας και δυσπραγίας, να μάς πείσουν ότι η μιζέρια και η απογοήτευση είναι αυτές που μάς αξίζουν. Θέλουν να μάς πείσουν ότι η ευτυχία μας εξαρτάται από την ευημερία των χρηματοοικονομικών δεικτών και όχι από την δική μας δύναμη και τον προσωπικό μας αγώνα. Θέλουν να μάς πείσουν ότι η χαρά μας μπορεί να γίνει περιφερόμενο αντικείμενο, θυσία στον βωμό ανομολόγητων συμφερόντων και ιδιοτελών σκοπιμοτήτων. Λες και δεν είμαστε εμείς που μπορούμε να θέσουμε τους κανόνες και να καθορίσουμε τους όρους του παιχνιδιού. Κι, όμως, κατάφεραν να μάς πείσουν ότι δεν είμαστε. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος μας.

Ο Χριστός γεννήθηκε και γι’ αυτό. Για να μάς πείσει ότι άξιζε ο κόπος, η οικειοθελής κένωση, η εκούσια συνύπαρξη, το μαρτύριο και η ολόθυμη θυσία. Άξιζε γιατί είμαστε εικόνες Του, πλασμένοι για τον κόσμο της χαράς και της αισιοδοξίας, της ελπίδας και του ονείρου. Αρκεί να το πιστέψουμε. Να μην αφήσουμε άλλους να αποφασίζουν για εμάς, χωρίς εμάς. Να μην επιτρέπουμε αλλότρια συμφέροντα να καθορίζουν τις σκέψεις και να χαράζουν τους δρόμους της ζωής μας. Να μην λαθεύουμε ζητώντας περισσότερα από όσα έχουμε, ζηλοφθονώντας εκείνους που έχουν περισσότερα από εμάς. Να μην επιτρέπουμε τον κλονισμό της πίστης μας σε Εκείνον, παρασυρόμενοι από το ρεύμα της στιγμής, από τις εντυπώσεις της νοθευμένης επικαιρότητας. Να μην είμαστε εύκολοι στις κρίσεις και επικρίσεις προς τους αδελφούς, τη στιγμή που αδυνατούμε να καθαρίσουμε τους «σπίλους» που χτίσαμε μέσα μας.

Η χαρά της Ενανθρώπισης του Ιησού είναι προσωπική μας υπόθεση, αλλά ταυτόχρονα και υπόθεση όλου του κόσμου. Μη ζητάμε, όμως, να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος έτσι ξαφνικά και μαγικά. Ο καθένας μας στην προσωπική μας πορεία, στο οικογενειακό μας περιβάλλον, στον εργασιακό μας χώρο, οφείλουμε να χτίσουμε λιθάρι το λιθάρι, το οικοδόμημα της χαράς του Χριστού, που και πάλι, «σήμερον», γεννιέται στον κόσμο. Είναι αυτός ο Χριστός που εγγυάται την αληθινή ευτυχία και ευδαιμονία μας, πέρα από συμφέροντα και ιδιοτέλειες, γιατί είναι ο μόνος που μάς αγαπά. Είναι ο μόνος που δε θα μάς προδώσει ποτέ!

Καλά και Ευλογημένα Χριστούγεννα!

Αρχιμ. Ε.Ο.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

π. Συμεών Κραγιόπουλος: Ομιλία περί μετανοίας (Σάββατο προ των Χριστουγέννων)

 

Πώς πηγαίνουμε προς τα Χριστούγεννα;
Καταρχήν ήθελα εγώ να ρωτήσω κάτι: Αισθανόμαστε όλοι τακτοποιημένοι για την εορτή των Χριστουγέννων; Αισθανόμαστε όλοι αναπαυμένοι; Πηγαίνουμε όλοι προς την εορτή -πώς να πω;- φυσιολογικά και κατά νορμάλ τρόπο ή έχουμε μέσα μας τις εκκρεμότητες, τα κρατούμενα, έχουμε μέσα μας τις ανησυχίες, έχουμε μέσα μας το άγχος, την ταραχή και την ανησυχία;
Αμα κάνει κανείς έναν περίπατο μέσα στην πόλη, στην αγορά, και δει τον κόσμο πώς τρέχουν από δω, τρέχουν από κει να προλάβουν, λέει κανείς: «Τι δυστυχισμεένοι που είναι οι άνθρωποι και πώς αυτοί οι άνθρωποι, ας πούμε, θα νιώσουν ευτυχισμένοι, έτσι όπως σκέπτονται, έτσι όπως κινούνται και έτσι όπως τα παίρνουν τα πράγματα; Τι δυστυχισμενοι που είναι!».
Πώς μπορεί κανείς να κάνει Χριστούγεννα, να τα γιορταζει δηλαδή κάθε μέρα; Όπως λέγαμε σήμερα το πρωί στη Θεία Λειτουργία, τα Χριστούγεννα δεν τα περιμένουμε μόνο, αλλά τα ζούμε κι από τώρα. Την ημέρα των Χριστουγέννων γεννήθηκε ο Χριστός. Όμως αυτό το γεγονός, ότι γεννήθηκε ο Χριστός, αγκαλιάζει όχι απλώς όλο τον χρόνο, όχι απλώς όλη τη ζωή, αλλά αγκαλιάζει και την αιωνιότητα, αγκαλιάζει τα πάντα. Επομένως, παντού είναι Χριστούγεννα και κάθε ώρα είναι Χριστούγεννα. Δεν είναι τα Χριστούγεννα απλώς εκείνη την ημέρα κατά ένα στατικό ή στεγανό τρόπο και σαν να ‘ναι κάτι μαγικό: πώς να έλθει εκείνη η ημέρα, και να τρυπώσουμε εκεί μέσα και εμείς και όλα. Η ημέρα εκείνη θα είναι όπως είναι και οι άλλες ημέρες, αν δεν είμαστε έτοιμοι, όπως πρέπει να είμαστε. Και έτοιμοι είμαστε, όταν αυτά τα ίδια Χριστούγεννα που γιορτάζουμε εκείνη την ημέρα και τώρα μας επηρεάζουν και τώρα επιδρούν μέσα μας, μας ωφελούν και μας βοηθούν.
Επομένως, για να ξαναγυρίσω, τι Χριστούγεννα θα γιορτάσει κανείς, όταν, ας πούμε, δεν είναι τακτοποιημένος, όταν δεν αναπαύεται η ψυχή του στον Θεό και έχει μέσα του την αναστάτωση, την ανησυχία, το άγχος, το κενό, την απελπισία, την απόγνωση; Όλη η ζωή του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο είναι ελπίδα. Γεμίζει όλη η ύπαρξη του ανθρώπου με την ελπίδα. Άμα δεν έχει κανείς αυτή την ελπίδα, τι Χριστούγεννα θα κάνει; Αν δεν έχει κανείς αυτή την πίστη, τι Χριστούγεννα θα κάνει; Αν δεν έχει αυτό το πλήρωμα της παρουσίας του Θεού μέσα του, τι Χριστούγεννα θα κάνει;
Τι τακτοποιεί τον άνθρωπο;
Γι’ αυτό λοιπόν ρωτώ και πάλι, εάν είμαστε έτοιμοι, καθώς προχωρούμε για τη γιορτή αυτή, για να μην έχουμε εκκρεμότητες. Ο άνθρωπος δεν τακτοποιείται ούτε με το να ξεχάσει – όπως προσπαθούν μερικοί απλώς να ξεχάσουν- ούτε με το να βρει διάφορες δικαιολογίες. Εκείνο το οποίο τακτοποιεί τον άνθρωπο, εκείνο το οποίο αναπαύει τον άνθρωπο, είναι η μετάνοια. να μετανοήσει κανείς ενώπιον του Θεού, να ταπεινωθεί ενώπιον του Θεού, να επιστρέψει με όλη του την καρδιά στον Θεό. Χωρίς μετάνοια δεν γίνεται.
Όπως κι αν είναι τα πράγματα στο σπίτι, να μετανοήσεις ενώπιον του Θεού, αλλά και για τη συμπεριφορά σου προς τους άλλους. Να ταπεινωθείς ενώπιον του Θεού, αλλά και ενώπιον των άλλων. Αυτό φυσικά φέρνει αγάπη προς τον Θεό και προς τους άλλους. Όπως κι αν είναι τα πράγματα, μετά τακτοποιούνται. Δημιουργείται άλλη ατμόσφαιρα, άλλη κατάσταση, και μπορούν οι άνθρωποι να κάνουν Χριστούγεννα. Αλλά μετάνοια αληθινή.
Επαναλαμβάνω, μετάνοια δεν σημαίνει να ξεχάσεις ορισμένα πράγματα. Μερικές φορές στον άλφα τόπο αισθάνεται κανείς να είναι εκτεθειμένος, ενθυμείται εκεί γεγονότα, καταστάσεις, πράγματα τα οποία τον εκθέτουν, τον ταπεινώνουν, τον στενοχωρούν και θέλει να πάει σ’ άλλον τόπο, για να τακτοποιηθεί. Αυτό είναι μια φυγή. Βέβαια πρακτικά μερικές φορές αυτό καλό είναι, διότι δεν γίνεται αλλιώς, διότι δεν έχει το κουράγιο ο άνθρωπος να κάνει αλλιώς, αλλά δεν είναι αυτό θεραπεία.
Εκείνο το οποίο χρειάζεται, εκείνο το οποίο θα θεραπεύσει όντως τον άνθρωπο, είναι να μετανοήσει ενώπιον του Θεού για ό,τι έχει κάνει, για ό,τι φέρει ευθύνη. Να μετανοήσει για κάθε αμαρτία ενώπιον του Θεού και έτσι όπως είναι αυτός ο αμαρτωλός, ο πληγωμένος εαυτός του, ο εκτεθειμένος, ο εν εκκρεμότητι εαυτός του, ο οποιοσδήποτε εαυτός του να σταθεί, να ‘χει το κουράγιο να σταθεί ενώπιον του Θεού. Άμα έχεις το κουράγιο να σταθείς ενώπιον του Θεού έχοντας μπροστά σου τις αμαρτίες και όντως στέκεσαι ενώπιον του Θεού, αυτό ή είναι θράσος ή είναι μετάνοια. Και φυσικά, καταλαβαίνει κανείς πότε είναι θράσος και πότε είναι μετάνοια. Αλλιώς, ο άνθρωπος κρύβει τις αμαρτίες του, κρύβει τον εαυτό του και εμφανίζεται ενώπιον του Θεού τάχα ασπροπρόσωπος. Στην περίπτωση αυτή απλώς ξεχνάει τις αμαρτίες του, απλώς, κατά την ψυχολογία, απωθεί τα βιώματα τα αμαρτωλά στο υποσυνείδητό του, στο ασυνείδητό του και εμφανίζεται ενώπιον του Θεού τάχα μετανοημένος, τάχα τακτοποιημένος, τάχα ταπεινωμένος, τάχα διορθωμένος, τάχα όπως θέλει ο Θεός. Όμως δεν είναι αυτό τακτοποίηση.

Η μετάνοια δεν είναι τόσο εύκολη, όσο νομίζουμεΚαι, παρακαλώ, να προσέξουμε. Η μετάνοια δεν είναι τόσο εύκολη, όσο νομίζουμε. Και θα έλεγα, η μετάνοια είναι χάρισμα Θεού. Άμα δεν σου δώσει ο Θεός την Χάρι του να δημιουργήσει μέσα σου μετάνοια, δεν μπορείς να μετανοήσεις. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να παίζει ο άνθρωπος με το θέμα της μετανοίας.
Αναφέραμε κι άλλη φορά αυτό που λέγεται στην Αποκάλυψη: έγινε τούτο το κακό, έγινε εκείνο το κακό, καταστράφηκαν τούτα, καταστράφηκαν εκείνα, θανατώθηκαν τόσοι κλπ., «και ου μετενόησαν» οι άνθρωποι από των κακιών αυτών. Δεν μετενόησαν. Ενώ ήλθε τόσο κακό, πάλι οι άνθρωποι δεν μετενόησαν. Και το λέει αυτό πιο κάτω για δεύτερη φορά και για τρίτη φορά. Δεν είναι πολύ σίγουρο ότι ο άνθρωπος θα μετανοήσει, έστω κι αν φαίνεται ότι μετανοεί σε μια ώρα δύσκολη. Δεν είναι σίγουρη η μετάνοια αυτή που γίνεται εκβιαστικώ τω τρόπω, ας πούμε, την ώρα που ζορίζεσαι. Γίνεται σεισμός, χαλάει ο κόσμος, και τάχα μετανοείς. Ή γίνεται πόλεμος, κινδυνεύεις και τάχα μετανοείς. Ή έχεις κάτι και υποπτεύεσαι ότι θα είναι μιά κακιά ασθένεια και τάχα μετανοείς, ή κινδυνεύεις και τάχα μετανοείς. Δεν είναι καθόλου σίγουρη αυτή η μετάνοια. Τη μετάνοια, είπαμε κι άλλη φορά, δεν την έχουμε στην τσέπη, για να πούμε, «τώρα θα τη βγάλω από την τσέπη». Όπως βγάζω το μαντηλάκι, θα βγάλω από την τσέπη τη μετάνοια να μετανοήσω.
Η μετάνοια είναι χάρισμα που το δίνει ο Θεός, σ’ εκείνον ο οποίος το θέλει πραγματικά. Γι’ αυτό στην Παλαιά Διαθήκη λέγει ο προφήτης ότι ο Θεός φέρεται στους ανθρώπους έτσι που βλέπουν, αλλά δεν βλέπουν, που ακούν, αλλά δεν ακούν, «μήποτε, λέει, επιστρέψωσι και ιάσομαι αυτούς». Δηλαδή εγκαταλείπει ο άνθρωπος τον Θεό και μετά και ο Θεός τον εγκαταλείπει τον άνθρωπο και μένει στην αμετανοησία του και ενώ βλέπει, ενώ ακούει, δεν καταλαβαίνει, για να επιστρέψει στον Θεό εν μετανοία να τον θεραπεύσει, να τον σώσει. Είναι μεγάλο πράγμα η μετάνοια.
Γι’ αυτό λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Η πράξη αυτή είναι μιά πράξη μετανοίας. Δηλαδή μετανοείς εκείνη την ώρα, όσο μπορείς εσύ, και ζητάς το έλεος του Θεού, τη συγχώρηση, αλλά συγχρόνως ζητάς και μετάνοια. Είναι σαν να ζητάς μετάνοια λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Εκείνος ο οποίος παραιτείται, λέει «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και τάχα δεν μπορεί και τάχα δεν γίνεται και σταματάει, δεν έχει όρεξη για μετάνοια.

Τι πρέπει να σκεφθούμε ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες;
Νομίζω εκείνο το οποίο πρέπει να σκεφθούμε ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες είναι αυτό: μετάνοια. Αλλιώς, μιλάει ο Θεός, και ο άνθρωπος δεν καταλαβαίνει. Ενεργεί ο Θεός, και δεν τον πιάνει τίποτε τον άνθρωπο. Κι όταν φαίνεται ότι τάχα τον αγγίζει κι είναι δραστική, ας πούμε, η ενέργεια του Θεού, ο άνθρωπος πάλι μένει αμετάβλητος, πάλι μένει αυτό που ήταν, δεν αλλάζει. Γιατί; Διότι δεν μετανοεί βαθιά μέσα του.
Εάν δηλαδή ο Θεός ζητούσε κάτι από μας, νομίζω αυτό θα ήταν να μετανοήσουμε. Κι όταν λέει στον άγιο Ιερώνυμο, «Ιερώνυμε, δώσ’ μου τις αμαρτίες σου να τις συγχωρήσω», εννοεί τη μετάνοια, γιατί την ώρα που μετανοεί ο άνθρωπος, δίνει τις αμαρτίες του στον Θεό και τις συγχωρεί. Δεν είναι όντως ένα τσουβάλι οι αμαρτίες για να τ’ αδειάσουμε ούτε είναι απαρίθμηση αμαρτιών η μετάνοια. Έστω ότι πάμε να εξομολογηθούμε πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, δέκατο, χιλιοστό, ξέρω γω, σαν ένα τσουβάλι. Είναι κάτι βαθύτερο. Μετανοεί ο άνθρωπος σημαίνει ότι αλλάζει ριζικά.
Μην πούμε ότι δεν ξέρουμε τι είναι μετάνοια. Βέβαια δεν ξέρουμε, διότι, άμα δεν τη ζήσει κανείς τη μετάνοια, δεν ξέρει. Αλλά εν πάση περιπτώσει μια ιδέα έχουμε από άλλα πράγματα στην καθημερινή ζωή. Έκανες ένα λάθος, ας πούμε, αλλά λάθος που έγινε από πείσμα σου. Δεν μιλούμε τώρα εδώ για αμαρτία. Πεισματικά επέμενες σε κάτι, και μετά τα πράγματα δείχνουν ότι έκανες ένα λάθος και, ως άνθρωπος φιλότιμος που είσαι, το βλέπεις, κτυπάς το κεφάλι και λες: «Καλά να πάθω. Γιατί επέμενα; Γιατί έλεγα σώνει και καλά να γίνει έτσι; Γιατί είμαι αγύριστο κεφάλι; Καλά να πάθω».
Και νιώθεις μέσα σου συγκλονισμό, όχι μόνο για τις συνέπειες που έχεις από το λάθος που έγινε, αλλά και γιατί πεισματικά έκανες αυτό που έκανες. Αυτό οπωσδήποτε σημαίνει ότι παίρνεις το μάθημά σου για το μέλλον. Είναι άλλοι οι οποίοι λένε: «Ε, δεν βαριέσαι· έκανα λάθος». Αλλά εκείνος ο οποίος θα το νιώσει έτσι, μετά παίρνει το μάθημά του. Είναι αδιανόητο, ας πούμε, να κάνει πάλι το ίδιο αμέσως ή ύστερα από καιρό.
Η μετάνοια για την οποία ομιλούμε σημαίνει αλλαγή. Συνειδητοποιεί κανείς καλά καλά την όλη πονηριά του ενώπιον του Θεού, την όλη διπλοπροσωπία και διψυχία του ενώπιον του Θεού, τη θρασύτητά του, την αναίδειά του. Βάζουν κόλλα σ’ ένα φόρεμα, το σιδερώνουν και γίνεται κολλαριστό, όπως λένε. Άμα φύγει η κόλλα τί είναι από κάτω; Είναι ένα σκέτο ύφασμα. Κάνουμε τούτο, κάνουμε εκείνο και κολλαρίζουμε, δεν ξέρω πως θα το λέγαμε, το είναι μας, την ψυχή μας ενώπιον του Θεού και έχουμε την αυταπάτη, την ψευδαίσθηση ότι είμαστε καλά, ότι είμαστε αυτοί που πιστεύουμε, είμαστε απ΄ αυτούς που πιστεύουν, που ελπίζουν, που μετανοούν, που τα ‘χουν καλά με τον Θεό, που θα λειτουργηθούν, που θα κοινωνήσουν. Και όμως το θεριό μένει μέσα μας, το οχυρό μένει μέσα μας, η αντίδραση μένει μέσα μας. Μένει αυτή η αμαρτωλή στάση μας απέναντι στον Θεό, το ότι δεν υποτασσόμαστε στον Θεό. Να πάρουμε την απόφαση να μετανοήσουμε για την όλη μέχρι σήμερα τακτική μας, να αλλάξουμε τακτική και να αφεθούμε, να παραδοθούμε στον Θεό να μας οδηγήσει πλέον ο Θεός.

Η μετάνοια είναι Χάρις Θεού
«Ήρθες, Κύριε; Σε περιμένουμε. Ήρθες, Κύριε, γεννήθηκες, έγινες άνθρωπος πριν από δυό χιλιάδες χρόνια; Εγώ το άκουγα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά τώρα το συναισθάνομαι, τώρα το καταλαβαίνω. Βοήθησέ με, Θεέ μου, να μη φύγω ποτέ από κοντά σου, να μην ξανασκεφθώ πάλι όλα εκείνα που σκεπτόμουν και να μην ενεργήσω πάλι όπως ενεργούσα. Να παύσω να είμαι εκείνος ο οποίος ήμουν και να είμαι αυτό που θέλεις εσύ: μετανοημένος, συντετριμμένος, αλλαγμένος. Έτσι όπως η Χάρις σου θα με κάνει». Διότι, είπαμε, η μετάνοια είναι Χάρις Θεού.
Η Χάρις του Θεού είναι που μαλακώνει την καρδιά, η Χάρις του Θεού είναι που φέρνει τον κλαυθμό, η Χάρις του Θεού είναι που φέρνει αυτή τη μετάνοια, το πένθος. Πένθος που από μιά πλευρά είναι απαρηγόρητο. Δεν μπορεί τίποτε τον άνθρωπο να τον παρηγορήσει. το μόνο που τον παρηγορεί είναι ότι θέλει ακόμη πιο πολύ να πενθήσει, θέλει ακόμη πιο πολύ να μετανοήσει και ελπίζει στον αγαθό Θεό. Όλα τ’ άλλα, που τάχα θα τον παρηγορήσουν, ξέρει ότι παρεμβάλλονται, για να τον εμποδίσουν να μετανοήσει και να πενθήσει.
Αυτό, επαναλαμβάνω, το κάνει η Χάρις του Θεού. Η Χάρις του Θεού αυτό θέλει να κάνει στον κάθε άνθρωπο. Μην πει κανένας μας ότι «ε, αυτό είναι για τους λίγους». Δεν είναι. Αυτό είναι για όλους. Δεν υπάρχει κανείς που εξαιρείται. Δεν υπάρχει κανείς που σώζεται χωρίς μετάνοια και επομένως δεν υπάρχει κανείς που δεν χρειάζεται να μετανοήσει και δεν υπάρχει κανείς ο οποίος να μην είναι καταλληλος, για να πάρει την Χάρι του Θεού που θα του δώσει μετάνοια. Για όλους μας είναι η μετάνοια αυτή, αλλά είμαστε έτοιμοι να τη δεχθούμε;
Καθένας, ας πούμε, έχει τον κόσμο του, τα σχέδιά του, τη νοοτροπία του, τα προγράμματά του, αν θέλετε. Καθένας πιστεύει στον Θεό κατά το δοκούν, κατά τον δικό του τρόπο και ζει χριστιανικά κατά τον δικό του τρόπο. Δεν υποτάσσεται στην Εκκλησία, δεν υποτάσσεται στον Θεό. Σπάνιο να βρεις ψυχή η οποία είναι πλέον του Θεού. Ό,τι και να κάνει, όσα καλά κι αν κάνει, έχει και τη δική της ζωή. Ζει κατά κάποιον τρόπο κρυφά από τον Θεό. Άλλο τώρα ότι αυτό το καμουφλάρει.

Υποχείρια της αμετανοησίας
Αυτή λοιπόν είναι η ετοιμασία. Έτσι τακτοποιούνται όλες οι εκκρεμότητες και ειρηνεύει ο άνθρωπος. Μετά βλέπει ότι δεν χρειάζεται και τόσο πολύ να τρέξει. Ας φάει λίγο φτωχότερα· δεν πειράζει. δεν είναι αυτό που θα του κάνει τα Χριστούγεννα. Ας μην πολυστολισθεί το σπίτι. Ας μην προλάβουν να φτιάξουν τα κουστούμια τους και γενικά την ενδυμασία τους, όπως θέλουν. Ακόμη, κι αν για τον άλφα ή βήτα λόγο τα μέλη της οικογενείας δεν προλάβουν να μαζευτούν όλοι στο ίδιο σπίτι, στο ίδιο τραπέζι, δεν πειράζει ούτε αυτό.
Εκείνο που χωρίζει τους ανθρώπους είναι αυτό το στοιχειό που υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο, αυτό το παράσιτο που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Δηλαδή η αμαρτία ή καλύτερα να πω η αμετανοησία. Γιατί απλώς η αμαρτία δεν βλάπτει τον άνθρωπο. Όχι δεν τον βλάπτει -είναι καταστροφή- αλλά δεν τον κολάζει μόνη της η αμαρτία. Η αμετανοησία κολάζει τον άνθρωπο. Ο Αδάμ δεν αμάρτησε απλώς, αλλά πήρε μαζί και την αμετανοησία. και βλέπουμε ότι κρύβεται από τον Θεό, και όταν ο Θεός εμφανίζεται, πάλι δεν μετανοεί αυτός που θυμάται πώς ήταν πριν φύγει από τον Θεό, πριν χάσει εκείνο που έχασε. Θυμάται, έχει μια πείρα. Βλέπετε, τι είναι η αμαρτία; Δεν υπάρχει μόνο αυτή καθεαυτή στον άνθρωπο, αλλά αλλάζει τον άνθρωπο και κυρίως τον κάνει να έχει αυτή την αμετανοησία, δηλαδή να μη θέλει να μετανοήσει ο άνθρωπος και δικαιολογείται από δω και από κει.
Όταν πεθάνουμε και δούμε πως είναι τα πράγματα, θα λέμε: «Τέλος πάντων, καθόλου μυαλό δεν είχαμε εμείς οι άνθρωποι; τόσο ήμασταν δούλοι της αμετανοησίας, υποχείρια αυτής της αμετανοησίας, τόσο δοσμένοι ήμασταν σ’ αυτή, και μας έκαμνε ό,τι ήθελε, και φοβόμασταν να μετανοήσουμε;». Ο άνθρωπος, εδώ που τα λέμε, δεν μπορεί να μετανοήσει, άμα δεν έρθει η Χάρις. Αλλά τουλάχιστον μπορεί να κάνει αυτό: καθώς διαβάζει, καθώς ακούει για τους αγίους, καθώς βλέπει τη ζωή της Εκκλησίας, να δει ότι έτσι έχουν τα πράγματα και να πιστεύσει ότι και γι’ αυτόν μπορεί να γίνει έτσι και να προσπέσει στον Θεό, ν’ αρχίσει να παρακαλεί τον Θεό. Μετάνοια δεν έχει ακόμη, αλλά ν’ αρχίσει να προσεύχεται, ν’ αρχίσει να παρακαλεί τον Θεό, ν’ αρχίσει να κραυγάζει, να φωνάζει, για να δείξει -αυτό μπορεί να το κάνει- ότι «Θεέ μου, μετάνοια θέλω. Δεν ξέρω τι είναι η μετάνοια, αλλά κατάλαβα ότι χωρίς αυτή δεν γίνεται. Αυτό είναι που ζητώ: μετάνοια να μου δώσεις». Ο Θεός δεν μπορεί να μη δώσει. Δεδομένου ότι ο Θεός αυτό θέλει να δώσει στον άνθρωπο, αυτό ήρθε να φέρει στον άνθρωπο: τη μετάνοια.
Η εντολή η οποία τα έχει όλα μέσα
Αν όλα τα μαζέψουμε και τα φτιάξουμε ένα πράγμα, τι μενει; μετάνοια. «Κύριε, ελέησον». Διότι αυτός που μετανοεί λέει «Κύριε, ελέησον». Άλλο τώρα ότι οι ψάλτες το λένε πότε έτσι, πότε έτσι. Έχει κι αυτό τη χάρη του, αλλά αλίμονο, αν αρκεσθούμε στο να πούμε το «Κύριε, ελέησον» εμμελώς. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει «Κύριε ελέησον», το λες με την καρδιά σου και το ζητάς πραγματικά; Ο Θεός όταν ακούει από σένα, από το στόμα . σου «Κύριε, ελέησον», βλέπει ότι όντως εσύ ζητάς έλεος;
Θα σας θυμήσω εδώ αυτό -το είπαμε και άλλη φορά- που λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Όταν ο Θεός έπλασε τους δυο πρώτους ανθρώπους και τους έβαλε στον Παράδεισο, τους έδωσε μία εντολή και τώρα, λέει, ο Θεός δίδει πάλι μία εντολή. Τότε ήταν η εντολή της υπακοής που τα είχε όλα μέσα. Τώρα δεν είναι απλώς η υπακοή. Υπακοή κάνει ο Χριστός που είναι αναμάρτητος. Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ότι η μόνη εντολή τώρα είναι η μετάνοια. Αυτό εντέλλεται ο Θεός, και αυτό φθάνει. «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Και ο Κύριος στέλνει τον απόστολο Παύλο και γενικά τους Αποστόλους, για να κηρύξουν μετάνοια.
Αυτή είναι η εντολή η οποία τα έχει όλα μέσα. Αν μετανοείς, θα υπακούς κιόλας. Αν δεν μετανοείς, θα βρεις τρόπο εσύ να ξεφεύγεις. Ο αμετανόητος άνθρωπος, έτσι όπως είναι παμπόνηρος, βρίσκει τρόπο και ψευτοϋπακούει, ας πούμε, και δίνει την εντύπωση ότι πάει καλά, ενώ μετάνοια στην ψυχή του δεν υπάρχει. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή. Αλλαγή στάσεως του ανθρώπου ενώπιον του Θεού. Η υπακοή είναι ενδεχόμενο να είναι φτιαχτή. Η μετάνοια όμως η αληθινή δεν είναι φτιαχτή, δεν μπορεί να είναι φτιαχτή. Είναι κάτι που θα το δώσει η Χάρις του Θεού. Αν δεν τη δώσει ο Θεός, δεν την έχει ο άνθρωπος. Και η μετάνοια είναι ακριβώς κίνηση προς τον Θεό. Κινείται πλέον ο άνθρωπος προς τον Θεό· πάει, πάει, πάει· συνέχεια. Ο Θεός τον ελεεί, και πιο πολύ πάει, και ακόμη πιό πολύ τον ελεεί ο Θεός.
Τώρα τα λέμε αυτά, και δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι, για να καθόμαστε εδώ να τ’ ακούμε και να τα προσέχουμε, έχουν μιά κάποια απήχηση στην ψυχή μας. Τί συμβαίνει όμως μετά και σαν να μην έγινε τίποτε; Καταλαβαίνετε τη συμφορά μας, τη δυστυχία μας, το κακό μας το μεγάλο; Σαν να μην έγινε τίποτε, εξακολουθούμε πάλι να είμαστε ίδιοι. Διότι, αν κάπως μας πιάνουν, μας αγγίζουν, αν κάπως φθάνουν μέσα μας αυτά που λέμε, δεν μπορεί να φύγουμε, όπως ήλθαμε. Πώς το λέμε; Και άγιοι να είμαστε κάποιοι από μας εδώ -αν υποθέσουμε ότι εδώ είναι κάποιοι άγιοι- κι αυτοί ακόμη δεν θα φύγουν, όπως ήρθαν. Δεδομενου ότι -όπως άλλοτε είχαμε πει- λένε οι Πατέρες, ιδιαίτερα ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ότι η μετάνοια είναι και για τους αρχαρίους και για τους μέσους και για τους τελείους. Για όλους. Δεν εξαιρείται κανένας. Δεν έχει ξεπεράσει κανένας τη μετάνοια εντελώς και να πει φθάνει τόσο. Καταλαβαίνετε; Γιατί; Διότι η μετάνοια είναι αυτή η συνεχής επιστροφή στον Θεό. Πάει κανείς, πάει και αυτό δεν έχει τελειωμό, ενόσω είναι κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο. Τι είναι η μετάνοια; Ο προθάλαμος του Παραδείσου, λέει ο Αββάς Ισαάκ.
Να μην πούμε περισσότερα. Εύχομαι με μετάνοια να μπούμε στην εορταστική αυτή περίοδο και με μετάνοια να περάσουμε όλες αυτές τις ημέρες.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΑΕΡΑΚΗ

ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ


«Ιωσήφ υιός Δαβίδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου το γάρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν αγίου» (Ματθ. 1, 20)



Θαύμα θαυμάτων


Για κάποιον υπηρέτη, αγαπητοί, για κάποιον υπηρέτη θα μιλήσουμε. Για κάποιον πιστό υπηρέτη κάποιου μεγάλου βασιλιά. Ποιος ο βασιλιάς; Είναι εκείνος, για τον οποίον ρώτησαν οι τρεις μάγοι σαν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα: «Πού εστίν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων;» (Ματθ. 2, 2). Είναι ο Βασιλεύς των βασιλευόντων. Ο Κύριος και Θεός μας. Ο Κύριος, που «έλαβε δούλου μορφήν» και ενανθρώπησε. Είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού.


Θαύμα μέγα η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, θαύμα υπερφυές και εξαίσιο, θαύμα θαυμάτων. Το βλέπει το θαύμα αυτό αιώνες προ Χριστού ο Βαρούχ και λέει: «Ο Θεός επί της γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ. 3, 38). Το βλέπει ο προφήτης Ησαΐας και λέει: «Παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν... και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ήσ. 9, 6). Το βλέπει ο ευαγγελιστής Ιωάννης και λέει: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ίωάν. 1, 14). Το βλέπει ο απόστολος Παύλος και λέει: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α' Τιμ. 3, 16). Το βλέπουν το θαύμα αυτό οι ιεροί υμνογράφοι και λένε: «Θεός το τεχθέν, η δε μήτηρ παρθένος». «Ο ων και προών και φανείς ως άνθρωπος Θεός, ελέησον ημάς». Το βλέπουν το θαύμα αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας και πλέκουν με τα ωραιότερα λόγια και τις ωραιότερες εικόνες λόγους ρητορικούς για τη θεία ενανθρώπηση. Βλέπει το θαύμα αυτό ιδίως ο Μέγας Αθανάσιος και γράφει το περίφημο έργο του περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου.
Εορτή εορτών, πρώτη των εορτών, μητρόπολις των εορτών, ονομάζεται η γιορτή των Χριστουγέννων, θαύμα θαυμάτων το γεγονός, που ο άγγελος αναγγέλλει και σε μάς, «ότι ετέχθη ημίν σήμερον σωτήρ» (Λουκ. 2, 11). θαύμα θαυμάτων.


Υπηρέτες του θαύματος

1. Οι προπάτορες τον Χριστού
Και το θαύμα αυτό βλέπουμε να το υπηρετούν πολλοί. Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής προ των Χριστουγέννων βλέπουμε πολλούς υπηρέτες του υπερφυσικού θαύματος. Άλλοι απ’ αυτούς είναι ακούσιοι υπηρέτες και όργανα της βουλής του Θεού για την πραγμάτωση του σχεδίου της θείας οικονομίας, και άλλοι είναι εκούσιοι υπηρέτες του μεγάλου, του μοναδικού γεγονότος.


Ποιοι είναι οι ακούσιοι υπηρέτες; Παρελαύνουν μπροστά μας. Πόσα ονόματα ακούμε στο Ευαγγέλιο της Κυριακής προ των Χριστουγέννων, πούνε η αρχή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου; Απ’ τον Αβραάμ αρχίζει η γενεαλογία του Ματθαίου και καταλήγει στον Ιωσήφ. Ονόματα παράξενα, άλλα γνωστά απ’ την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης κι άλλα άγνωστα ονόματα, που τ’ ακούει κανείς ανιαρά κάπως και λέει: -Και τι εξυπηρετεί η απαρίθμηση τόσων ονομάτων; Τι ωφελούμεθα ακούγοντας αυτά τα ονόματα;
Όλοι αυτοί, άντρες και γυναίκες, που ακούμε τα ονόματα τους την Κυριακή προ των Χριστουγέννων, υπήρξαν ακούσιοι υπηρέτες του θαύματος της γεννήσεως του Λυτρωτού και Σωτήρος Ιησού Χριστού. Όλοι αυτοί, χωρίς οι πιο πολλοί να το ξέρουν, υπηρέτησαν το θείο και προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Όλοι αυτοί μαζί αποτελούν το γενεαλογικό δέντρο, απ’ όπου άνθισε το ουράνιο άνθος, ο Χριστός. «Άνθος εκ της ρίζης Ιεσσαί...». Όλοι αυτοί αποτελούν τους Προπάτορας, τους προγόνους του Χριστού κατά σάρκα. Είναι οι πατέρες, «εξ ων ο Χριστός το κατά σάρκα, ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμ. 9, 5).
Υπηρέτες του θαύματος της Γεννήσεως όλοι όσους αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Και υπηρετούν αυτό το θαύμα και κατά ένα άλλο τρόπο. Η παράθεση των ονομάτων αυτών, οι ισάριθμες γενεές, 14 από Αβραάμ μέχρι Δαβίδ, 14 από Δαβίδ μέχρι Βαβυλώνιο αιχμαλωσία, και 14 από Βαβυλώνιο αιχμαλωσία μέχρι Ιωσήφ, είναι μια τρανή απόδειξη για τους Ιουδαίους αλλά και για τους χριστιανούς, πως ο Χριστός είχε προφητευθεί στην Παλαιά Διαθήκη, είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας.


2. Η Παρθένος
Υπηρέτες ακούσιοι του θαύματος της Γεννήσεως όλοι όσοι αναφέρονται τα ονόματα τους στην αρχή της ευαγγελικής περικοπής. Και εκούσιοι υπηρέτες; Πρώτα - πρώτα εκείνη που υποτάχθηκε πρόθυμα στο μήνυμα, στην προσταγή του Κυρίου την ημέρα του Ευαγγελισμού. «Ιδού η δούλη Κυρίου- γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1, 38). Είναι η παρθένος Μαρία. Προσφέρει τον εαυτό της εκούσια στην εξυπηρέτηση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως. Γίνεται θρόνος του Θεού, κατοικητήριο του Λόγου του Θεού, ναός της θεότητος. «Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον,... θρόνον χερουβικόν την παρθένον». Υπηρέτης του θαύματος η παρθένος, και συγχρόνως βασίλισσα, μητέρα του παμβασιλέως Χριστού.


3. Ο άγγελος
Υπηρέτης του θαύματος ποιος άλλος; Νάτος! Έχει ξεκινήσει από πολύ μακριά για να υπηρετήσει το παράδοξο θαύμα. Έρχεται απ’ τα ουράνια δώματα. Είναι ο άγγελος.
Και στις δύο διηγήσεις της γεννήσεως του Χριστού, και στη διήγηση του ευαγγελιστού Ματθαίου και στη διήγηση του ευαγγελιστού Λουκά, βλέπουμε νάρχωνται άγγελοι για να διακονήσουν το μέγα μυστήριο. Οι άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Έβρ. 1, 14). Πώς λοιπόν τώρα, που με τη σάρκωση του Λόγου παίρνει σάρκα και οστά και το όραμα της σωτηρίας του ανθρώπου, πώς τώρα, που αρχίζει στη γη το έργο της σωτηρίας, να μη σπεύσουν οι άγγελοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους; Ο Βασιλεύς κατέρχεται απ’ τον ουρανό, οι ουράνιες δυνάμεις τον συνοδεύουν. Άγγελος Κυρίου έρχεται να διακονήσει, να υπηρετήσει. Έρχεται, πότε να ευαγγελισθεί στην παρθένο πως θα γίνει μητέρα του Θεού και Λόγου, πότε να προειδοποιήσει τον Ιωσήφ και να τον καθοδηγήσει στις δύσκολες στιγμές των αμφιβόλων λογισμών, πότε να προειδοποιήσει τους μάγους και να χαράξει την πορεία τής επιστροφής στην πατρίδα τους, πότε να αναγγείλει στους βοσκούς το μήνυμα της Γεννήσεως, και πότε έρχεται πλήθος, στρατιά ουράνια από αγγέλους να τραγουδήσουν και να ψάλλουν το «Δόξα εν υψίστοις θεώ...»


Αλλά αδελφοί μου, θα ήθελα περισσότερο να επιμείνω στο πρόσωπο κάποιου άλλου υπηρέτη του θαύματος της Γεννήσεως. Ποιος είναι; Είναι ένας αφανής υπηρέτης. Το θείο φως χύνεται στο πρόσωπο του θείου Βρέφους, που ελκύει την προσοχή των πιστών. Ο Χριστός είναι το πρώτο φως, το Αρχίφως. Ύστερα το θείο φως χύνεται στο πρόσωπο της παρθένου και μητέρας του Φωτός. Αυτή είναι το δεύτερο φως μετά το πρώτο. Μα μέσα στο φεγγοβόλημα αυτό, που θαμπωμένοι προσέχουμε το Βρέφος και την αγνή μητέρα, λησμονούμε να προσέξουμε κάποιο άλλο πρόσωπο, που παραστέκει ταπεινά με μία ουράνια σοβαρότητα και υπηρετεί το θαύμα των θαυμάτων. Είναι ο Ιωσήφ. Υιός Δαβίδ ο Ιωσήφ, είναι το τελευταίο κλωνάρι του γενεαλογικού δέντρου του Χριστού ως ανθρώπου.


Ποιος είναι ο Ιωσήφ; Ποιος ο ρόλος του στο έργο της θείας ενανθρωπήσεως; Είναι ο μνήστωρ της παρθένου. Ο μνήστωρ, όχι ο σύζυγος. Ποτέ δεν έγινε σύζυγος. Ήταν μνήστωρ, και στη συνέχεια έγινε κηδεμόνας και προστάτης. «Μνηστευθείσης γάρ της μητρός αυτού (του Ιησού) Μαρίας τω Ιωσήφ...». Όσο κι αν ασεβείς φαντασίες οργιάζουν, όσο κι αν ασεβείς και βλάσφημες πέννες γράφουν ανόητα και βέβηλα πράγματα, το γεγονός είναι ένα: Ο Ιωσήφ υπήρξε απλώς μνήστωρ, ποτέ σύζυγος.


Στο σχέδιο της θείας οικονομίας ήταν, ο Ιωσήφ ν’ αναδειχθεί προστάτης μιας παρθένου κόρης και ενός θείου Βρέφους. Μνήστωρ λοιπόν ο Ιωσήφ. Τι άλλο ήταν; Δίκαιος. Άνθρωπος δηλαδή με αρετή μεγάλη. Για κοιτάξτε τον. «Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν». Τι μεγαλείο ψυχής κρύβουν τα λόγια αυτά! Δίκαιος, ενάρετος. Σεβόταν το νόμο του Θεού, μα συμπαθούσε και τον άνθρωπο που νόμιζε πως καταπάτησε το νόμο αυτό.


Μπροστά του βλέπει ένα γεγονός. Η κόρη πούνε κοντά του έχει «συλλάβει εν γαστρί». Τα ανθρώπινα μάτια του αυτό βλέπουν. Και μέσα του παλεύουν δύο λογισμοί. Ο ένας είναι να τηρήσει το νόμο, που τιμωρούσε παρόμοια γεγονότα. Ο άλλος είναι να καλύψει την κόρη. Όχι, δεν θέλει να την διαπομπεύσει, δεν θέλει να την εκθέσει. Ναταν άλλος στη θέση του! Νάταν κάποιος απ’ τους άντρες της εποχής μας, που, ενώ αυτοί οργιάζουν στην αμαρτία, είναι έτοιμοι να δείξουν όλη τη σκληρότητα τους στη γυναίκα που παραστράτησε! Σαν παραστράτημα φάνηκε στα μάτια του Ιωσήφ το γεγονός της κυοφορίας της παρθένου. Εν τούτοις δεν θέλει να τη διαπομπεύσει. Σαν κάτι να του λέει μέσα του, πως η κόρη αυτή δεν μπορούσε ποτέ νάνε ένοχος.


Προστάτης της Παρθένου
Μα ενώ παλεύει μ’ αυτούς τους λογισμούς ο Ιωσήφ, να κι έρχεται ο άγγελος να του ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Δίκαιος και ενάρετος όπως ήταν, αξιώνεται να δει ουράνια οπτασία. Μόνο άγιοι και απλοί στην ψυχή αξιώνονται να βλέπουν όνειρα καλά, να παίρνουν θεία μηνύματα Κι ο Ιωσήφ δείχνει τώρα το σπουδαιότερο μεγαλείο του. Υπήρξε σεμνός μνήστωρ, υπήρξε δίκαιος και συμπαθής, μα περισσότερο υπήρξε υπηρέτης του θαύματος.


Νατος ο άγγελος. Τον καθησυχάζει στην αρχή: «Μη φοβού». Στη συνέχεια του μιλάει για την υπερφυσική σύλληψη και γέννηση του Βρέφους: «Το γάρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου». Του αποκαλύπτει το όνομα του παιδιού που θα γεννηθεί: «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησού». Και ερμηνεύοντας το όνομα του Βρέφους δηλώνει και τη μεγαλειώδη αποστολή του: «Αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Και εκτός από αυτά τον προστάζει ο άγγελος να δείξει όλη την προστασία του για το θείο Βρέφος και τη μητέρα του: «Ιωσήφ υιός Δαβίδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου...».


Αυτά του είπε ο άγγελος στον ύπνο του. Κι ο Ιωσήφ; Θαυμάστε πίστη, θαυμάστε υπακοή. Η πίστη του και η υπακοή του μεγαλύτερες από την πίστη και την υπακοή του Αβραάμ. Ο Αβραάμ πίστεψε στην υπόσχεση του Θεού πως θ’ αποκτούσε παιδί. Το παιδί αυτό θα γεννιόταν μεν από γυναίκα στείρα, μα όχι «άνευ σποράς». Ενώ ο Ιωσήφ πίστεψε αμέσως στα λόγια του αγγέλου, πως η κόρη πούνε κοντά του «συνέλαβεν άνευ σποράς» κι ότι είναι παρθένος, αγνή. Πίστεψε, κι αμέσως έκανε ο,τι του είπε ο άγγελος. «Διεγερθείς ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού».


Δύο διδάγματα
Αγαπητοί! Δύο ηθικά διδάγματα θα ήθελα να κρατήσουμε απ’ τη στάση του Ιωσήφ. Το ένα. Εκείνος υπήρξε προστάτης της παρθένου και προστάτης του βρέφους, του παιδιού. Παρθενία και παιδιά, να δύο πράγματα, που ζητούν στις μέρες μας προστασία. Και τα δύο καταδιώκονται. Η παρθενία; Όλα τα όπλα έχει επιστρατεύσει ο Διάβολος για να την καταργήσει, να σβήσει η παρθενία, για να μην υπάρχει κανένας νέος παρθένος, καμιά νέα παρθένος. Πούνε οι άνθρωποι που θα παίξουν το ρόλο του Ιωσήφ και θα προστατέψουν την παρθενία και θα σταθούν φρουροί και θα εμποδίσουν όλους εκείνους που έρχονται με άγριες διαθέσεις να κόψουν και να μαράνουν το ωραίο λουλούδι της παρθενίας;


Και τα παιδιά; Ποιος θα προστατέψει τα παιδιά, και μάλιστα απ’ τα χέρια εκείνων, που σαν σύγχρονοι Ηρώδες με κυνική αδιαφορία τα σκοτώνουν και δεν τα αφήνουν νάρθουν στο φως του ήλιου; Πού είσαι, Ιωσήφ, να προστατέψεις τα δικαιώματα των παιδιών για τη ζωή, να προστατέψεις τα παιδιά απ’ τους μύριους κινδύνους της εποχής μας;


Αλλά αγαπητοί και μία ακόμη τελευταία, μυστικότερη σκέψη θα ήθελα να κάνουμε. Ο Ιωσήφ παρέλαβε το μικρό βρέφος, τον Ιησού. Αυτό το θείο Βρέφος παραλαμβάνει μέσα του και κάθε πιστός. Κάθε φορά που κοινωνεί αξίως τα Άχραντα Μυστήρια παίρνει το Χριστό μέσα του, η ψυχή του γίνεται ιερό σπήλαιο. Πολλοί τις μέρες των Χριστουγέννων πηγαίνουν να κοινωνήσουν. Αλλά ας προσέξουμε. Ο Ιωσήφ άκουσε μήνυμα του αγγέλου και παρέλαβε το Χριστό. Όλοι όσοι τρέχουν να κοινωνήσουν τις μέρες των Χριστουγέννων έχουν μέσα τους τη μαρτυρία να τους λέει πώς είναι έτοιμοι, καθαροί, για να παραλάβουν το Χριστό; Ακούνε μέσα τους φωνή αγγελική να τους λέει «Προσέλθετε;». Έχουν όλοι περάσει απ’ το λουτρό της Εξομολογήσεως; Αν όχι, ας μην προσέλθουν. Φωτιά θα είναι η θεία Κοινωνία. Μπορεί να ποθείς. Αν όμως δεν είσαι έτοιμος, ας μη πλησίασης. Ας αναβάλεις για μετά τα Χριστούγεννα.
Όσοι πιστοί και προετοιμασμένοι, προσέλθετε τα Χριστούγεννα Προσέρχεσθε συχνά. Παραλαμβάνετε το Χριστό στην ψυχή σας. Κοινωνώντας αξίως η ψυχή γίνεται ιερό σπήλαιο της Βηθλεέμ.

ΑΡΧΙΜ. ΔΑΝΙΗΛ ΑΕΡΑΚΗ
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...