Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2012

Επιστολή μεταμέλειας του Σεραφείμ Κουλουσούσα στον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο



του Κώστα Ζαφειρίου 

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ 

Επιστολή μεταμέλειας έχει αποστείλει στον αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο ο αποσχηματισθείς  Σεραφείμ  Κουλουσούσας που σήμερα χρησιμοποιεί το επώνυμο Νικολιδάκης (προφανώς της μητέρας του). Το«ierovima»έχει στη διάθεσή του την επιστολή που έχει αποσταλεί από τον Δεκέμβριο του 2011 στον αρχιεπίσκοπο, τμήμα της οποίας δημοσιεύει:
«Παρήλθον έξι και πλέον έτη Μακαριώτατε από τις δαιμονιώδης εκείνες ώρες που τα μέσα μαζικής επικοινωνίας απάνθρωπα και με μίσος απέναντι στον Ιερό Κλήρο και την Ορθόδοξη Εκκλησία, ζητούσαν να με συντρίψουν και να με αφανήσουν εκ του προσώπου Κυρίου Του Θεού Ημών και ο μισάνθρωπος διάβολος να με εξουθενώσει ως Λέων ωρυόμενος ζητώντας να με καταπιεί»
«Δεν στέλνω επιστολή εις Τον Αρχιεπίσκοπο, στέλνω γραφή υική εις τον Πατέρα του Ασώτου ο οποίος μέχρι τώρα καρτερικά περίμενε την επιστροφή του υιού του»,αναφέρει στην επιστολή του ο αποσχηματισθείς Σεραφείμ και συνεχίζει: «Σας παρακαλώ διαγράψτε την εκούσια πράξη αποσχηματισμού μου που έγινε σε στιγμή φοβεράς εντάσεως. Προσευχηθείτε ώστε ο καλός Θεός να δείξει Έλεος και σε αυτούς που με ανάγκασαν να κάνω αυτήν. Μακαριώτατε βρίσκομαι στα χέρια Σας. Εσείς θα σηκώσετε τον εξάχρονο πόνο μου και την θλίψη μου ή Εσείς θα με αφήσετε να απωλεσθώ. Μη Γένοιτω».

Ο Σεραφείμ Κουλουσούσας (κατά κόσμο Νικόλαος) χειροτονήθηκε το 2001 από τον τότε μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και αποσπάστηκε στο ιδιαίτερο γραφείο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Απόφοιτος Θεολογικής Σχολής και της Νομικής Σχολής Θράκης.

Το όνομά του έγινε ξαφνικά γνωστό όταν τον Ιανουάριο του 2005 παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή του ιδιαιτέρου γραφείου του μακαριστού. Με τη μορφή φημών ή «πληροφοριών» ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά για τον ίδιο. Ότι παραιτήθηκε ύστερα από σοβαρές διαφωνίες που είχε με τον Αρχιεπίσκοπο, ότι πήγε να ζήσει στο εξωτερικό, καθώς και άλλες πολλές φήμες.
Ο Κουλουσούσας πήγε στο στρατό και  στη συνέχεια αναζήτησε δουλειά. Στα άμεσα σχέδιά μου είναι να συνάψω και την κατ' οίκον εκκλησία, που είναι η οικογένεια».

Σε συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία» το 2005, σε ερώτηση γιατί παραιτήθηκε δηλώνει:

«Οι λόγοι ήταν προσωπικοί. Ξέρω ότι αυτό που λέω ίσως δεν ικανοποιεί κάποιους που είναι κακόβουλοι. Εγώ θα σας πω το εξής. Ήταν πέρα από τις δυνάμεις μου, είχα δύο χρόνια στο ιδιαίτερο γραφείο, διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω, ήταν πολύ βεβαρημένο το πρόγραμμα. Δεν είχα τις δυνατότητες να προχωρήσω σ' αυτό το χώρο και δεν μπορούσε αυτό να συνεχιστεί. Δεν ήθελα να κοροϊδεύω τους άλλους, ούτε να με κοροϊδεύουν. Αυτό βεβαίως το λέω και αναλυτικά στο κείμενο της παραιτήσεώς μου. Λέω ότι είμαι αδύναμος να συνεχίσω και δεν έχω τις ανάλογες γνώσεις να σταθώ ως διευθυντής του ιδιαιτέρου γραφείου. Θεώρησα εντιμότερο να αποχωρήσω παρά να κάθομαι και να προσποιούμαι να τους πείσω να με κρατήσουν σε αυτή τη θέση.Έτσι έδωσα την παραίτησή μου. Ακουστήκανε πολλά. Ότι έφυγα έπειτα από καβγά. Δεν έγινε απολύτως κανένας καβγάς. Είπαν ότι πέταξα το ράσο στον αρχιεπίσκοπο. Ο αρχιεπίσκοπος είναι πνευματικός πατέρας και ηγέτης. Δεν επιτρέπει η ανατροφή μου να βγάλω το ράσο και να το πετάξω στα μούτρα του αρχιεπισκόπου. Ουδέποτε θα το έκανα. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι τέτοιο».
πηγή Ιερό Βήμα

Ὁ ρόλος τοῦ μοναχισμοῦ στὴν τάξη τῆς λατρείας


Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

Γιά νά κατανοήσουμε τό μοναδικό ρόλο πού ἔπαιξε ὁ μοναχισμός στήν ἱστορία τῆς λατρείας, εἶναι ἀπαραίτητο πρῶτα νά θυμηθοῦμε τή γενική ἐκκλησιαστική σημασία τοῦ μοναχισμοῦ, τή θέση καί τή σημασία του κατά τήν ἐποχή πού ἐμφανίστηκε. Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ ἀπαρχές τῆς μοναστικῆς κίνησης ἀναζητοῦνται σέ ποικίλες αἰτίες, ἀλλ' ἡ ἐποχή πού οἱ μελετητές ἐνθουσιάζονταν ἀπ' αὐτές τίς φανταστικές ὑποθέσεις εὐτυχῶς ἔχει περάσει. Ἡ στενή σχέση τοῦ βασικοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους πρός τό ἰδεῶδες καί τήν ἔναντι τοῦ κόσμου στάση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ὅπως καί ἡ προέλευση τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ ἀπό τόν ἠθικό καί πνευματικό μαξιμαλισμό τῆς ἐποχῆς, πρίν ἀπό τή σύνοδο τῆς Νίκαιας, θά πρέπει νά θεωρηθοῦν σάν δεδομένες καί ἀποδεδειγμένες. Ἡ θεμελιακή αὐτή σχέση δέν ἀποκλείει, φυσικά, οὔτε τήν πρωτοτυπία μερικῶν μορφῶν ζωῆς καί ἀσκητισμοῦ πού υἱοθέτησε ὁ μοναχισμός, οὔτε τή δυνατότητα ἐξωτερικῶν ἐπιδράσεων πού ἀσκήθηκαν κατά τή διάρκεια αὐτῆς τῆς ἐξέλιξης, οὔτε ἀκόμη τόν σωστά ὀνομαζόμενο πλουραλισμό τῶν μοναχικῶν "ἰδεολογιῶν", πού ἀφορᾶ τό σκοπό καί τήν πορεία αὐτῆς τῆς ἐξέλιξης.

Γενικά ὑπάρχει μία ἀναντίλεκτη σχέση πρός τήν ἀρχαία χριστιανική κλήση ὅτι "ἑνός ἐστι χρεία" (Λουκ. 10, 42). Κι αὐτή ἀκριβῶς ἡ βαθιά σχέση μεταξύ μοναχισμοῦ καί πρωτοχριστιανικοῦ κηρύγματος εἶναι ἐκείνη πού ἐξηγεῖ τήν ἐξαιρετική καί γρήγορη ἐπιτυχία του ἀπό τά σχεδόν πρῶτα-πρῶτα χρόνια της ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας. Πολύ γρήγορα ὁ μοναχισμός ἔγινε ἕνα εἶδος κέντρου ἕλξης στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας ἀπό τούς μεγάλους πόλους τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Φαίνεται πώς ἔχει δίκαιο ὁ Bouyer ὅταν ἀναζητεῖ τή φύση καί τήν ἐπιτυχία τοῦ μοναχισμοῦ στόν ἐσχατολογικό του χαρακτήρα, στό ὅτι, δηλαδή, ἐνσάρκωνε τήν ἐξωκόσμια οὐσία τοῦ Εὐαγγελίου, τή στιγμή μάλιστα πού ἡ Ἐκκλησία κινδύνευε νά ἐκφυλιστεῖ σέ μία "φυσική" τάξη καί νά ξεχάσει ὅτι ἀνῆκε στόν αἰώνα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ (1).

Ὁ μοναχισμός ξεπρόβαλλε σάν μιὰ σχεδόν ἀσυνείδητη καί ἐνστικτώδης ἀντίδραση στήν ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας -ὄχι μόνο μέ τήν ἔννοια τῆς ἔκπτωσης τῶν ἠθικῶν της ἰδανικῶν καί τοῦ πάθους γιά ἁγιότητα, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια τῆς εἰσόδου της, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, στή "διακονία τοῦ κόσμου", τοῦ κράτους, τῆς κοινωνίας, τῶν φυσικῶν ἀξιῶν στή διακονία καθενός πού (μετά τήν πτώση τῆς εἰδωλολατρίας) περίμενε νά πάρει ἀπό τό χριστιανισμό μία θρησκευτική "ἐπικύρωση" καί "καθιέρωση". "Στήν κυριολεξία", γράφει ὁ L. Βοuyer, "ὁ μοναχισμός δέν ἔφερε τίποτε τό οὐσιαστικά καινούριο στήν Ἐκκλησία. Ἀποτελοῦσε μόνο ἔκφραση, μέ νέα μορφή ὅπως ἀπαιτοῦσαν οἱ περιστάσεις, τοῦ ἐσχατολογικοῦ χαρακτήρα τοῦ χριστιανισμοῦ, πού τόσο ἔντονα ζοῦσαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί καί τοῦ ὁποίου ἐνσάρκωση ἀποτελοῦσε τό μαρτύριο» (2).

Ἐάν στό μοναχισμό ἡ ἀπάρνηση τοῦ κόσμου ἔπαιρνε τέτοιες ριζικές μορφές, ὥστε σχεδόν νά ἐξαφανίζεται τό ἀρχικό κοσμικό στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστης καί μερικές φορές νά γίνεται ἄρνηση τῶν ἀξιῶν τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ, τουλάχιστον μερικῶς, ἀπό τό φόβο ἐκκοσμίκευσης τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Καί εἶναι δυνατό νά ὑπολογίσουμε τήν ἔκταση αὐτῆς τῆς ἐκκοσμίκευσης, διαβάζοντας τά ὁμιλητικά κείμενα τῆς βυζαντινῆς περιόδου πού σώθηκαν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀρχίζουμε νά καταλαβαίνουμε αὐτή τήν de facto συμφωνία πού ἔγινε μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας καί μοναχισμοῦ, πού στό Βυζάντιο ὁδήγησε στόν τελικό ἔλεγχο τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς μοναχούς. Ἡ ἐπίδραση τοῦ μοναχισμοῦ στή λειτουργική ἐξέλιξη αὐτῆς τῆς περιόδου θά πρέπει λοιπόν νά ἐξηγηθεῖ κάτω ἀπό τό φῶς αὐτῆς τῆς βασικῆς σχέσης μοναχικῆς κίνησης καί νέας θέσης τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο.

Διάφορες περίοδοι μποροῦν νά διακριθοῦν στήν ἱστορία τοῦ μοναχισμοῦ. Οἱ περίοδοι αὐτές ἀναφέρονται πρῶτ' ἀπ' ὅλα στήν ἀμοιβαία σχέση μοναχισμοῦ καί Ἐκκλησίας ὡς ὅλου καί, δεύτερο, στήν ἐξέλιξη καί ἀποκρυστάλλωση τοῦ μοναχισμοῦ σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἴδια τή φύση καί τό σκοπό του. Καί οἱ δύο αὐτές διαδικασίες καθορίζουν, σέ μεγάλο βαθμό, τό ρόλο πού ἔπαιξε ὁ μοναχισμός στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Θά πρέπει καταρχήν νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ μοναχισμός ἄρχισε σάν μία κίνηση λαϊκῶν ἰδιωτικοῦ χαρακτήρα. Κανένας ἀπό τούς θεμελιωτές τοῦ ὀργανωμένου μοναχισμοῦ -Μέγας Ἀντώνιος καί ἅγιος Παχώμιος- δέν ἀνῆκε στήν ἱερατική τάξη. Διότι καί οἱ δύο θεωροῦσαν τήν ἱερωσύνη ὡς ἀσυμβίβαστη μέ τή μοναχική κλήση. Ὁ πρῶτος μοναχισμός θά πρέπει νά θεωρηθεῖ "ἰδιωτικός", μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ἄρχισε ὡς καθίδρυμα ἤ θεσμός τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν κάτι στοιχειῶδες καί σποραδικό. Δέν ἦταν μόνο μία ἀναχώρηση ἀπό τόν "κόσμο", ἀλλ' ἐπίσης, κατά κάποιο τρόπο καί μία ἀναχώρηση ἀπό τήν ὀργανωμένη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χαρακτηρίζοντας τώρα αὐτή τήν ἀναχώρηση θά λέγαμε ὅτι δέν ἦταν οὔτε ἀντίθεση πρός τήν Ἐκκλησία οὔτε διαμαρτυρία ἐναντίον της. Δέν ὑπῆρχε ἐπίσης ἴχνος μοντανισμοῦ ἤ "καθαρισμοῦ" στόν ἀρχαῖο μοναχισμό. Δογματικά ὁ μοναχισμός ὄχι μόνο ἔνιωθε τόν ἑαυτό του ὡς τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί θεωροῦσε ἐπίσης τό δρόμο αὐτό σάν πραγμάτωση ἑνός ἰδανικοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ὡστόσο ὁ ἀναχωρητισμός αὐτός ἦταν τό πραγματικά νέο στοιχεῖο τοῦ μοναχισμοῦ, ὅπως ἀναπτύχθηκε ἀπό τίς ἀρχές τοῦ τέταρτου αἰώνα καί ἑξῆς. Δέν εἶχε προηγούμενο στή ζωή καί τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Κι ἄν λάβουμε ὑπόψη τόν "ἐκκλησιοκεντρισμό" τῆς ἀρχαίας χριστιανικῆς λατρείας, τή σημασία της ὡς φανέρωσης καί "πραγμάτωσης" τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀδυναμία χωρισμοῦ της ἀπό τήν ἰδέα τῆς σύναξης τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τότε γίνεται φανερό ὅτι ἡ "λειτουργική κατάσταση" τοῦ μοναχισμοῦ κατά τό πρῶτο, βασικό καί καθοριστικό στάδιο τῆς ἐξέλιξής του ἦταν κάτι τό ριζικά νέο.



Ἡ λατρεία καί ὁ κανόνας τῆς προσευχῆς 

Μερικοί ἱστορικοί ὁμιλοῦν γιά μία "λειτουργική ἐπανάσταση" πού ἔφερε ὁ μοναχισμός. Ὁ Skaballanovich ἀποδίδει στό μοναχισμό τήν ἀπόπειρα ἑνός νέου τύπου λατρείας, μιᾶς νέας μορφῆς λατρείας, πού "ἀρνιόταν νά συμφιλιωθεῖ μέ ὅ,τι σχετικό ὑπῆρχε μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη" (3). Ἐκτός ἀπό τή νέα λειτουργική κατάσταση πού δημιουργήθηκε μέ τό διαχωρισμό τοῦ μοναχισμοῦ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, προέκυψε καί μία συνειδητή μεταρρύθμιση τῆς λατρείας πού ὀφειλόταν στήν ἀντίθεση τοῦ μοναχισμοῦ πρός τήν Ἐκκλησία καί τή λατρευτική της ζωή καί παράδοση. Νομίζουμε ὅμως ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ προσέγγιση καί τά συμπεράσματα πού προκύπτουν ἀπ' αὐτήν εἶναι ἐσφαλμένα. Καί τό σφάλμα ἔγκειται στή λανθασμένη ἱστορική προοπτική. Διότι ἀποδίδεται στό μοναχισμό ἕνα εἶδος λειτουργικῆς θεολογίας καί ἀντίληψης περί λατρείας, πού ποτέ στήν πράξη δέν εἶχε. Ἄν οἱ ἀσκητικοί κανόνες καί τά "τυπικά" τοῦ μοναχισμοῦ ἀργότερα "διατυπώθηκαν", αὐτό δέν ἦταν ἀποτέλεσμα ἑνός συγκεκριμένου σχεδίου, ἤ μιᾶς προσπάθειας γιά παραγωγή λειτουργικοῦ προγράμματος, ἤ δημιουργίας μιᾶς καινούριας λατρείας στή θέση μιᾶς παλαιᾶς. Ἀλλά μᾶλλον ἡ ἐξέλιξη τοῦ ἴδιου τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ μεταμόρφωσή του σ' ἕνα θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, γιά τόν ὁποῖο θά ποῦμε περισσότερα στή συνέχεια. Θεωροῦμε ὡς ἐσφαλμένη κάθε προσπάθεια ν' ἀποδοθεῖ στό μοναχισμό μιὰ εἰδική λειτουργική ἰδεολογία. Αὐτό δέν μποροῦσε νά γίνει, διότι ὁ μοναχισμός ἦταν μία "λαϊκή" κίνηση καί σέ καμιά περίπτωση δέν ὑπῆρξε ἀντιεκκλησιαστικός. Ἄν ἦταν μία αἵρεση, θά εἶχε σίγουρα δημιουργήσει τή δική του λατρεία, σάν ἔκφραση τῆς δικῆς του πίστης καί λατρείας. Ἀλλ' ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας παρέμεινε ἡ μόνη νόμιμη λατρεία τοῦ μοναχισμοῦ καί ἡ μοναχική λατρεία δέν ὑπῆρξε ποτέ ὕποπτη γιά τήν Ἐκκλησία. Στίς ἀρχές ὁ μοναχισμός δέ θεώρησε ποτέ τόν ἑαυτό του σάν ἕνα εἰδικό τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ στήν πρώτη του ἔκφραση -τόν ἐρημιτικό βίο-, κατά τό μεγαλύτερο μέρος, ἦταν ξένος πρός κάθε εἴδους συλλογική συνείδηση. Ἐνῶ στή δεύτερή του ἔκδοση -τόν κοινοβιακό βίο- ἔκλινε περισσότερο στό νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ὡς πραγμάτωση τῆς "ἰδανικῆς Ἐκκλησίας", ὡς μία ἐπιστροφή στήν ἀρχαία χριστιανική κοινότητα παρά ὡς ἕναν εἰδικό "θεσμό".

Ὅλ' αὐτά σημαίνουν ὅτι ὁ μοναχισμός δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ σάν μία λειτουργική κίνηση. Τό καινούριο στοιχεῖο πού χαρακτηρίζει τή λειτουργική του κατάσταση ἔγκειται στό γεγονός ὅτι σέ μεγάλο βαθμό ἦταν ἀποκομμένος ἀπό τήν κοινή ἐκκλησιαστική λατρεία, ἡ ὁποία παρέμενε πάντοτε τό μόνο σταθερό καί αὐτονόητο πρότυπο γιά τό μοναχισμό. Ὁ μοναχισμός δέ σκέφτηκε ποτέ κανενός εἴδους ἀντικατάσταση τῆς παλαιᾶς λατρείας, δέν εἶχε εἰδικό λειτουργικό πρόγραμμα. Τήν πραγματική σημασία τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ γιά τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει λοιπόν νά τή δοῦμε ὄχι σέ κάποια φανταστική "λειτουργική θεολογία", ἀλλά σ' ἐκεῖνα τά μοτίβα πού ἀνάγκασαν τούς μοναχούς νά προτιμήσουν τόν ἀναχωρητικό βίο ἀπό τή συμμετοχή τους στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καί τό γενικό "ἐκκλησιοκεντρισμό" τοῦ ἀρχαίου χριστιανισμοῦ. Τά μοτίβα αὐτά ἔχουν προσδιοριστεῖ μέ ἀρκετή σαφήνεια ἀπό τίς σύγχρονες μελέτες περί μοναχισμοῦ. Καί περιλαμβάνουν, πρῶτ' ἄπ' ὅλα, μία πεῖνα γιά ἠθική τελειότητα καί μία νοσταλγία γιά τό μαξιμαλισμό τοῦ ἀρχαίου χριστιανισμοῦ, πού ἄρχισε νά ἐξασθενίζει στίς συγκριτικά "ἐκκοσμικευμένες" ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ἀπό τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ τρίτου αἰώνα καί ἑξῆς. Ἐξ ἄλλου αὐτή ἦταν ἡ ἀρχαία χριστιανική ἀντίληψη γιά τή ζωή τοῦ πιστοῦ, δηλαδή ἕνας ἀγώνας μέ "τόν ἄρχοντα αὐτοῦ τοῦ κόσμου", μέ "τά πνεύματα τοῦ κακοῦ σ' αὐτό τόν κόσμο", πράγμα πού ὑποκινοῦσε τούς χριστιανούς, πού ἔκλιναν πρός τό μαξιμαλισμό, νά θέλουν νά "ἐξουδετερώσουν" τό διάβολο καί σ' αὐτό τό ἔσχατο καταφύγιό του -τήν ἔρημο.

Ἡ μοναδικότητα καί ἡ ὅλη παραδοξότητα τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ ἔγκειται ἀκριβῶς στή συνειδητοποίηση τοῦ γεγονότος ὅτι γιά τήν ἐπίτευξη αὐτοῦ του σκοποῦ καί τήν πραγμάτωση τοῦ ἐσχατολογικοῦ μαξιμαλισμοῦ πού σχετίζεται μ' αὐτόν, ἦταν ἀπαραίτητο ν' ἀπομακρύνεται κανείς ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, χωρίς ὅμως ν' ἀποκόπτεται ἀπ' αὐτήν ἤ νά τήν καταδικάζει. Ἐδῶ σ' αὐτό τό κεντρικό νεῦρο καί μοτίβο τοῦ μοναχικοῦ "ἀναχωρητισμοῦ" μποροῦμε ν' ἀνακαλύψουμε πῶς διαμορφώθηκε πραγματικά ἡ σχέση αὐτή τοῦ μοναχισμοῦ πρός τή λατρεία.

Πρέπει νά διακρίνουμε δύο στοιχεῖα. Ἀπό τή μία πλευρά, ὅπως εἴπαμε, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιά τήν πλήρη ἀποδοχή τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν ἀρχαῖο μοναχισμό - ὡς κανόνα καί ἰδανικοῦ, ἀκόμη καί ὅταν δέν μποροῦσε νά ἐκπληρωθεῖ. Ὅλα τ' ἀρχαῖα μοναχικά κείμενα, γιά παράδειγμα, ὑπογραμμίζουν τή συμμετοχή τῶν μοναχῶν στήν εὐχαριστία κατά τίς τακτές λειτουργικές ἥμερες τῆς Ἐκκλησίας: τό Σάββατο καί τήν Κυριακή (4 ). Πολύ χαρακτηριστικός εἶναι ὁ τονισμός καί τῶν δύο αὐτῶν ἡμερῶν, ὄχι μόνο τῆς μίας, πού δείχνει τήν ὑποταγή στόν εὐχαριστιακό ρυθμό τῆς Ἐκκλησίας, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ μοναχοί ἔπρεπε νά διανύσουν σημαντικές ἀποστάσεις γιά τό σκοπό αὐτό. Ἐπιπλέον, ἄν καί ἡ νηστεία ἦταν μία ἀπό τίς κύριες καί σταθερές ἀρχές πειθαρχίας τῶν μοναχῶν, αἰσθάνονταν ὑποχρεωμένοι νά τηροῦν μέ ηὐξημένη αὐστηρότητα τίς περιόδους νηστείας τῆς γενικῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Εἰρηναῖος, περιγράφοντας τά αἰγυπτιακά κοινόβια, παρατηρεῖ ὅτι ἄν καί ἡ νηστεία ἦταν γι' αὐτούς ἡ ἴδια, καθ' ὅλη τή διάρκεια τοῦ χρόνου, ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ ἄλλαζε "μετά τήν παραμονή τῆς Πεντηκοστῆς, γιά νά τηρηθεῖ μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας" (5). Ὁ προσωπικός κανόνας γινόταν ἐπίσης αὐστηρότερος καί στίς ἄλλες ἡμέρες νηστείας. Τελικά οἱ πιό ἀρχαῖες περιγραφές τῶν εἰδικῶν κανόνων τῆς μοναχικῆς λατρείας δέν ἀφήνουν ἀμφιβολία ὅτι στηρίζονταν στήν κοινή Τάξη καί δομή, πού ἦταν γνωστή ἀπό τίς ἀρχαῖες προμοναχικές πηγές, οἱ ὁποῖες, σέ τελευταία ἀνάλυση, μποροῦν ν' ἀναχθοῦν, ὅπως γνωρίζουμε, στόν κανόνα προσευχῆς τοῦ ἀρχαίου ἰουδαιοχριστιανισμοῦ.

Τό δεύτερο σημεῖο πού πρέπει νά διακρίνουμε εἶναι ἡ ἔμφαση τήν ὁποία ἔδωσε ὁ μοναχισμός στήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία. "Ἡ ἀγάπη γιά τήν ψαλμωδία γέννησε τό μοναχισμό", λέγει κάπου ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος. Ἡ ἐντολή γιά συνεχῆ προσευχή δέν ἐμφανίζεται φυσικά γιά πρώτη φορά μέ τό μοναχισμό στό χριστιανισμό -"ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε" (Α' Θεσ. 5, 17). Ἔξαλλου ὁ μοναχισμός ἀποτέλεσε τή συνέχεια τῆς ἀρχαίας χριστιανικῆς παράδοσης. Ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ νέο στήν περίπτωση αὐτή ἦταν ἡ ἰδέα γιά τήν προσευχή ὡς μοναδικοῦ περιεχομένου τῆς ζωῆς, ὡς ἑνός σκοποῦ πού ἀπαιτοῦσε χωρισμό ἀπό τόν κόσμο καί ἀπόρριψη ὅλης της μέριμνάς του. Σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία χριστιανική ἀντίληψη, ἡ προσευχή δέν ἦταν ἀντίθετη πρός τή ζωή καί τίς μέριμνές της, ἀφοῦ τή διαπερνοῦσε ὁλόκληρη. Ἡ ἀξία της συνίστατο πάνω ἀπ' ὅλα στήν καινούρια ἀντίληψη γιά τή ζωή καί τίς μέριμνές της, στή συσχέτιση τῆς ζωῆς μέ τό κεντρικό ἀντικείμενο τῆς πίστης -τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν Ἐκκλησία. "Καί πᾶν ὅ,τι ἐάν ποιῆτε, ἐκ ψυχῆς ἐργάζεσθε, ὡς τῷ Κυρίῳ καί οὐκ ἀνθρώποις" (Κολ. 3, 23). "Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Τοῦ γάρ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς" (Α' Κορ. 10, 26.31). "Προσευχόμενοι ἐν παντί καιρῷ ἐν πνεύματι" ('Ἐφ. 6, 18). Ἡ ἐργασία ἐλέγχεται, φωτίζεται καί κρίνεται ἀπό τήν προσευχή, δέν ἀντιτίθεται πρός αὐτήν. Κι ὅμως ὁ μοναχισμός ἦταν μία ἀναχώρηση ἔξω ἀπό τή ζωή καί τά ἔργα της γιά χάρη τῆς προσευχῆς. Διότι στηριζόταν στήν ἐμπειρία τοῦ χρόνου, ὅταν ἡ ἀρχική ἐκείνη ἐσχατολογική προσδοκία τῶν χριστιανῶν, πού ἔκανε δυνατή τή γενική συσχέτιση ὅλων τῶν ἔργων μέ τήν "ἡμέρα Κυρίου", διαφοροποιήθηκε ἀπό τίς διάφορες ἐπιφυλάξεις πού προέκυψαν στή συνέχεια.

Δέν ἔχει σημασία πόσο παράξενο θά μποροῦσε αὐτό νά φανεῖ, ἄν τό δοῦμε μέ τό πρίσμα τῆς σύγχρονης χριστιανικῆς σκέψης. Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι ἀκριβῶς αὐτή ἡ διαφοροποίηση ἀνάμεσα στούς δύο αἰῶνες -τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τή μία πλευρά καί τοῦ "κόσμου τούτου" ἀπό τήν ἄλλη- ἦταν ἐκείνη πού ἔκανε τή στάση τῶν πρώτων χριστιανῶν ἀπέναντι στή ζωή "ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ" τόσο ἁπλῆ. Ἡ σχέση τους μέ τήν Ἐκκλησία καί ἡ συμμετοχή τους στήν ἡμέρα Κυρίου ὅριζε ἁπλούστατα τήν ἀξία καί ἔννοια ὅλων τῶν ἔργων καί σχέσεων αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καί "προσευχή ἐν πνεύματι" σημαίνει, πάνω ἀπ' ὅλα, μία συνεχῆ ἀνάμνηση αὐτῆς τῆς συσχέτισης καί ὑποταγῆς ὅλης αὐτῆς τῆς ζωῆς στήν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας, πού φανερώθηκε στόν κόσμο.

Ἡ ἀλλαγή στή χριστιανική συνείδηση, συμπτώματα τῆς ὁποίας παρατηροῦνται ἀπό τά τέλη τοῦ δεύτερου αἰώνα καί πού γίνονται ὅμως φανερά μόνο πρός τά τέλη τοῦ τρίτου, συνίσταται σέ μία σχεδόν ἀπαρατήρητη, ὑποσυνείδητη μεταβολή στήν ἱεραρχία τῶν ἀξιῶν, στή βαθμιαία, δηλαδή, "ὑποταγή" τῆς θρησκείας (πίστη, λατρεία, προσευχή) στή ζωή καί τίς ἀπαιτήσεις της. Ἡ ἔμφαση μετατίθεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὡς πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, στήν Ἐκκλησία ὡς ἕνα μυστηριακά ἱεραρχικό καθίδρυμα, πού "ὑπηρετεῖ" τόν κόσμο καί τή ζωή μέσα σ' αὐτόν, σ' ὅλες της τίς ἐκφάνσεις, πού τόν ἐφοδιάζει μ' ἕνα θρησκευτικό καί ἠθικό νόμο, μέ τόν ὁποῖο καί τόν καθιερώνει.

Δέν ὑπάρχει καλύτερη ἀπόδειξη γιά τήν ἀλλαγή αὐτή ἀπό τήν προοδευτική ἐξαφάνιση στή χριστιανική κοινότητα τῆς ἐσχατολογικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπ' τήν ἀντικατάσταση τῆς ἀρχαίας χριστιανικῆς ἐσχατολογίας μέ μία νέα ἀτομικιστική καί μελλοντολογική ἐσχατολογία. "Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ", ἡ σωτηρία καί ἡ κόλαση ἔφθασαν πλέον νά θεωροῦνται σάν ἀτομική κυρίως ἀμοιβή ἤ ποινή, πού ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν κανείς τηρεῖ τό νόμο σ' αὐτό τόν κόσμο. "Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ" ἡ αἰώνια ζωή, πού ἔγινε "δική μας" ἐν Χριστῷ, ἀρχίζει νά ξεθωριάζει στήν ἀντίληψη τοῦ πιστοῦ (φυσικά ὄχι δογματικά, ἀλλά ψυχολογικά) καί δέν ἐμφανίζεται πλέον ὡς ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐλπίδων, ὡς τό χαρούμενο τέλος ὅλων τῶν πόθων καί ἐνδιαφερόντων, ἀλλ' ἁπλῶς σάν μία ἀμοιβή. Ἔχασε τό ἀνεξάρτητο, αὐτόνομο, καθολικό καί μεταφυσικό της περιεχόμενο πρός τό ὁποῖο τείνουν ὅλα τά πράγματα: "ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου". Προηγουμένως "ὁ κόσμος" αὐτός ἀποκτοῦσε νόημα καί ἀξία ἀπό τή σχέση του πρός τήν Ἐκκλησία καί τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τώρα ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Βασιλεία ἄρχισαν νά βιώνονται σέ σχέση μέ τόν κόσμο καί τή ζωή αὐτή. Αὐτό δέν σημαίνει μείωση τῆς σημασίας τους ἤ ἐξασθένιση τῆς πίστης σ' αὐτές τίς πραγματικότητες. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει, ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τό κέντρο τοῦ κόσμου, ἀλλά τώρα σάν προστασία καί κατάφασή του, σάν κριτής καί νόμος του, σάν πηγή τῆς ἁγιότητας καί τῆς σωτηρίας του καί ὄχι ὡς ἀποκάλυψη τῆς Βασιλείας πού ἔρχεται "ἐν δυνάμει" κι ἐξασφαλίζει στόν κόσμο αὐτό (τοῦ ὁποίου τό σχῆμα παράγει - Α' Κορ. 7, 31) κοινωνία μέ τόν "ἐρχόμενο αἰώνα" καί τήν "ἡμέρα Κυρίου".

Ὁ μοναχισμός ἐμφανίζεται ὡς μία ἀντίδραση ἐνάντια σ' αὐτή τήν ἀλλαγή, σ' αὐτή τήν ὑποσυνείδητη "χρησιμοποίηση" τοῦ χριστιανισμοῦ. Καί μ' αὐτή ἀκριβῶς τήν ἔννοια θά πρέπει νά τόν δοῦμε ὡς μία ἐσχατολογική κίνηση. Ἦταν μιὰ ἐπιβεβαίωση τοῦ πρωτείου τῆς Βασιλείας, ὡς τοῦ "ἑνός οὗ ἐστι χρεία", μία ἐπιβεβαίωση τῆς ἀνομοιότητάς της πρός καθετί πού ἀνήκει στόν κόσμο αὐτό. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐσχατολογία ἀπομακρύνθηκε ἐπίσης ἀπό τή θεώρηση τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας ὡς μιᾶς μεταφυσικῆς πραγματικότητας καί μετατράπηκε σέ μία ἀτομική ἐσχατολογία. Ὡστόσο στήν ἄποψή του αὐτή γιά τή σχέση τῆς βασιλείας πρός τόν κόσμο καί τή συνολική θεώρηση τῆς ζωῆς μέσα στήν προοπτική τῶν δύο "αἰώνων", ὁ μοναχισμός ὑπῆρξε, χωρίς καμιά ἀμφιβολία, μία ἀντίδραση ἐνάντια στήν ἠθική καί ψυχολογική "ἐκκοσμίκευση" τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κεντρική σημασία τῆς προσευχῆς στό μοναχικό ἰδεῶδες. Ἄν, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία χριστιανική ἄποψη, κάθε ἐργασία ἔπρεπε νά γίνει προσευχή, διακονία καί μαρτυρία γιά τή Βασιλεία, στό μοναχισμό γίνεται τώρα ἡ ἴδια ἡ προσευχή τό μοναδικό ἔργο, πού ἀντικαθιστᾶ ὅλα τ' ἄλλα (6). Ἡ ἐργασία, πού προβλεπόταν ἀπό τούς μοναχικούς κανόνες (πλέξιμο καλαθιῶν, κατασκευή σχοινιῶν κ.λπ.), σύμφωνα μέ τήν ἄποψη αὐτή, δέν ἀποτελοῦσε σκοπό. Δέν εἶχε καθαυτή σημασία καί δέν ἀποτελοῦσε διακονία ἤ κλήση. Ἦταν ἀπαραίτητη μόνο σάν ἕνα στήριγμα γιά τό ἔργο τῆς προσευχῆς, σάν ἕνα ἀπό τά μέσα της. Δέν ἔχουμε, δηλαδή, ἐδῶ κάποιο φῶς πού φωτίζει τή ζωή καί τήν ἐργασία, οὔτε κάποιον "ἐν προσευχῇ" σύνδεσμο μεταξύ τους. Οὔτε ἀκόμη μία στροφή τῆς ζωῆς πρός τήν προσευχή, ἀλλά μᾶλλον τήν προσευχή ὡς ζωή ἤ, ἀκόμη πιό καλά, τήν ἀντικατάσταση τῆς ζωῆς ἀπό τήν προσευχή. Ἔτσι ὁ μοναχισμός προέκυψε ἀπό τή συναίσθηση τῆς ἀποτυχίας, ἀπό τήν ἐξασθένιση τῆς ἀρχικῆς φυσικῆς τάξης τῶν πραγμάτων, ἀπό τή συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας νά συμβιβαστοῦν τά δύο μέρη τῆς βασικῆς χριστιανικῆς ἀντινομίας: αὐτό τό ὁποῖο "οὐκ ἔστι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου" κι αὐτό πού εἶναι. Αὐτό ἀκριβῶς τό δεύτερο μέρος, πού εἶναι ἀπό τόν κόσμο, θά πρέπει ἁπλῶς νά παραμεριστεῖ, γιά νά πραγματοποιηθεῖ τό πρῶτο• κι ἔτσι ἔχουμε τόν "ἀναχωρητισμό" -τή φυσική, δηλαδή, καί πνευματική ἀναχώρηση ἀπό τόν κόσμο, τήν παραμονή στήν ἔρημο καί στό μοναστήρι, τή χάραξη μιᾶς διαχωριστικῆς γραμμῆς ἀνάμεσα στόν καθένα καί τόν κόσμο. Ἡ προσευχή ἔγινε μοναδικός σκοπός καί περιεχόμενο τῆς ζωῆς, ἡ πνευματική ἔκφραση τοῦ ἄλλου κόσμου, ἡ κοινωνία μέ τήν πραγματικότητα τῆς θείας Βασιλείας.

Τό ἰδανικό τοῦ μοναχοῦ εἶναι νά προσεύχεται συνεχῶς καί χωρίς διακοπή κι ἐδῶ προσεγγίζουμε τή σημασία πού ἔχει γιά τήν ἱστορία τῆς λατρείας αὐτή ἡ ἄποψη γιά τήν προσευχή. Ἀτομικοί ἀσκητικοί κανόνες καί μία Τάξη προσευχῆς ἐμφανίστηκαν πράγματι στό μοναχισμό (κοινοβιακό καί ἀναχωρητικό) ἀπό τήν πρώτη ἐποχή (7). Ἀλλά γιά τό λειτουργιολόγο εἶναι σπουδαῖο νά κατανοηθεῖ ὅτι οἱ κανόνες αὐτοί δέν ἀναπτύχθηκαν σάν μία Τάξη λατρείας, ἀλλά μέσα σέ κάτι πού θά ἔπρεπε νά τό ἀποκαλέσουμε "παιδαγωγικό" σύστημα. Οἱ κανόνες αὐτοί ἔπρεπε νά ὁδηγήσουν τό μοναχό στό δρόμο του πρός τήν "πνευματική ἐλευθερία". Γι' αὐτό καί προέκυψαν ἐντελῶς διαφορετικά ἀπ' ὅ,τι ἡ λειτουργική Τάξη κι αὐτό πού ὀνομάσαμε lex orandi• τό ὁποῖο εἶναι οὐσιαστικά ἡ ἐνσάρκωση καί πραγμάτωση τοῦ lex orandi, τῆς πίστης καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ σκοπός τῆς λειτουργικῆς Τάξης εἶναι νά κάνει τή λατρεία ἔκφραση τῆς πίστης τῆς Ἐκκλησίας, νά κάνει πραγματικότητα τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία• ὁ σκοπός τῶν μοναχικῶν ἀσκητικῶν κανόνων εἶναι ν' ἀσκήσουν τό μοναχό σέ μία συνεχῆ προσευχή, νά τοῦ ἐμπεδώσουν τόν προσωπικό κανόνα προσευχῆς. Στή λειτουργική Τάξη δέν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς "ἐκτενοῦς" ἤ τῆς "σύντομης" προσευχῆς, μολονότι ἡ σχέση της πρός τίς ἐποχές, τίς ἡμέρες καί τίς ὧρες στηρίζεται σέ μίαν ὁρισμένη ἀντίληψη γι' αὐτές. Στό μοναχισμό, ὡστόσο, οἱ ἡμέρες καί οἱ ὧρες καθεαυτές δέν ἔχουν μεγάλη σημασία. Ὅ,τι εἶναι σπουδαῖο εἶναι νά κατανέμεται ἡ προσευχή κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά γεμίζει ὁλόκληρη τή ζωή• γι' αὐτό καί ἐντάσσεται σ' ἕνα πλαίσιο χρόνου. Ὅμως ὁ χρόνος καθεαυτόν δέν ἔχει ἄλλο νόημα παρά ὡς "χρόνος προσευχῆς". Ὁ μοναχικός κανόνας γνωρίζει μόνο τό ρυθμό τῆς προσευχῆς, πού χάρη στήν "ἀσθένεια τῆς σαρκός" διακόπτεται πότε-πότε γιά τόν ὕπνο καί τή λήψη τροφῆς. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ μεγάλη ποικιλία τῶν ἀτομικῶν ἀσκητικῶν κανόνων, πού ἀναπτύχθηκαν στά διάφορα κέντρα τοῦ μοναχισμοῦ. Μποροῦσαν νά περιλαμβάνουν ὁλόκληρο τό Ψαλτήριο, ἤ ἕναν κανόνα ἀπό ἑξήντα προσευχές τήν ἡμέρα καί ἑξήντα τή νύχτα, ἡ ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου σέ συνδυασμό μέ τή Γραφή ἤ διάφορους ἄλλους κανόνες, πού διασώθηκαν μέχρι σήμερα. Ἀλλ' εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στήν ἀρχαία μοναχική φιλολογία τονίζεται πάντοτε ἡ πρακτική ἀξία ἑνός δεδομένου κανόνα, ἡ χρησιμότητά του ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἀσκητικῆς προόδου τοῦ μοναχοῦ. Ἔτσι στή διήγηση γιά τήν Τάξη πού παρέδωσε ἕνας ἄγγελος στόν ἅγιο Παχώμιο τό Μέγα, ὁ ἄγγελος, ἀπαντώντας στήν παρατήρηση τοῦ ἁγίου Παχωμίου ὅτι ὁ κανόνας περιέχει πολύ λίγες προσευχές, εἶπε: "Τά κανόνισα ἔτσι, ὥστε καί οἱ ἀδύνατοι νά μποροῦν ἄνετα νά ἐκπληρώσουν τόν κανόνα τους. Ὅσο γιά τούς τελείους, αὐτοί δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό κανόνα, ἀφοῦ μποροῦν μόνοι τους στά κελλιά νά περάσουν ὅλη τή ζωή τους μέ τή θεωρία τοῦ Θεοῦ".

Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ὁ μοναχικός κανόνας προσευχῆς εἶναι ριζικά διαφορετικός κατά τήν ἀρχή, τό σκοπό καί τό περιεχόμενο ἀπό τήν Τάξη τῆς λατρείας, πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἀπό τήν ἀρχή. Διότι δέν ἦταν οὔτε μεταρρύθμιση οὔτε ἀντικατάσταση τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό μία ἄλλη, ὅπως νόμισε ὁ Skaballanovich καί μερικοί ἄλλοι ἱστορικοί. Γι' αὐτό κι ἀπό τή φύση του ἔμεινε ἔξω ἀπό τή σφαίρα τῆς λατρείας. Ἀκόμη κι ὅταν μέρη αὐτοῦ τοῦ ἀτομικοῦ κανόνα μπῆκαν στήν Τάξη τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας (γιά τό ὁποῖο θέμα θά μιλήσουμε ἐκτενέστερα στή συνέχεια), φάνηκε ὅτι δέν εἶχαν καμιά οὐσιαστική σχέση μέ τ' ἄλλα στοιχεῖα τῆς λειτουργικῆς παράδοσης. Ἔτσι τό "Ἀπόδειπνο", τό ὁποῖο θεωρεῖται τυπικά σάν μία ἀπό τίς ἀκολουθίες τοῦ κύκλου τοῦ νυχθημέρου, παραμένει ἀκόμη μία οὐσιαστικά μή "λειτουργική" ἀκολουθία. Μπορεῖ νά ψαλεῖ "ἐν τοῖς κελλίοις", μπορεῖ, δηλαδή, ν' ἀποτελέσει μέρος τοῦ ἀτομικοῦ ἀσκητικοῦ κανόνα• δέν προϋποθέτει "σύναξη τῆς ἐκκλησίας" καί λειτουργό ἱερέα• ἡ δομή του συνίσταται σέ μία ἁπλή ἀκολουθία ἀπό ψαλμούς καί προσευχές, χωρίς κάποιο ὁρισμένο "θέμα"• ἐνῶ τό ἀντίθετο συμβαίνει μέ τίς ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ὄρθρου.

Ἀλλ' ἄν εἶναι ἀδύνατο νά θεωρήσουμε τό μοναχικό "κανόνα μετανοίας" σάν μία ἀπόπειρα δημιουργίας ἑνός νέου εἴδους λατρείας, πού θ' ἀντικαθιστοῦσε τήν παλαιά, εἶναι ἐξίσου ἐσφαλμένο ν' ἀρνιόμαστε τή βαθιά ἐπίδραση πού ἄσκησε στή λατρεία ὁ κανόνας αὐτός καί ἡ ἀντίληψη αὐτή περί προσευχῆς. Μιὰ ἐπίδραση πού ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ἐξέλιξη τῆς Τάξης τῆς λατρείας. Οἱ αἰτίες καί τό ἀναπόφευκτο αὐτῆς τῆς ἐπίδρασης ἀποτυπώθηκαν σ' ἐκείνη τή "λειτουργική κατάσταση", στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἴδιος ὁ μοναχισμός. Ἔχουμε τονίσει ὅτι ὁ μοναχισμός ὄχι μόνο δέν ἀρνήθηκε τή λειτουργική Τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά προσπάθησε μ' ὅλες του τίς δυνάμεις νά τή διατηρήσει. Κι ἀκόμη ὅτι, σάν ἀποτέλεσμα τῆς πραγματικῆς ἀποκοπῆς του ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ὁ μοναχισμός ἀπέκτησε ἀναπόφευκτα νέα καί εἰδικά χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα πάλι δημιούργησαν βαθμιαία μία καινούρια "ἀντίληψη" περί λατρείας ἤ, στή δική μας ὁρολογία, μία καινούρια λειτουργική εὐσέβεια.



Ἡ θέση τῆς Εὐχαριστίας 

Ἡ σχέση τοῦ μοναχισμοῦ μέ τήν κεντρική πράξη τῆς χριστιανικῆς λατρείας -τήν Εὐχαριστία- θά διευκρινίσει αὐτή τήν ἐξέλιξη. Εἴδαμε ὅτι ἀρχικά ὁ κανόνας ἦταν οἱ μοναχοί νά συμμετέχουν στήν Εὐχαριστία τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτόχρονα ὑπάρχουν πολύ ἀρχαῖες μαρτυρίες, πού δείχνουν ὅτι οἱ ἐρημίτες διατηροῦσαν μαζί τους τή θεία κοινωνία καί κοινωνοῦσαν μόνοι τους. "Πάντες γάρ οἱ κατά τάς ἐρήμους μονάζοντες", γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, "ἔνθα μή ἐστιν ἱερεύς, κοινωνίαν οἴκοι κατέχοντες ἀφ' ἑαυτῶν μεταλαμβάνουσιν" (8). Τήν πρακτική τῆς διατήρησης τῆς θείας κοινωνίας στό σπίτι καί τή συνήθεια νά κοινωνοῦν μόνοι τους ἀποδεικνύουν ἀκόμη μαρτυρίες ἀπό τή ζωή τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας• καί πιθανῶς δέν ὑπῆρχε τίποτε τό καινούριο σ' αὐτή τήν πρακτική.

Ὅμως σέ κάθε περίπτωση τά κίνητρα ἦταν ἐντελῶς διαφορετικά. Ἡ "ἰδιωτική" θεία κοινωνία στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἕνα εἶδος ἐπέκτασης τῆς κυριακάτικης θείας κοινωνίας κατά τήν ὥρα τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης τῆς Ἐκκλησίας καί τίς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας. Ἡ "ἐπί τό αὐτό" σύναξη τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν κυριακή ἡμέρα, ἡ θριαμβευτική καί χαρούμενη ἑορτή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ παρέμενε ἡ πρωταρχική καί κύρια ὑποχρέωση. Ἡ εὐσέβεια, ἡ προσευχή καί ὁ ἀσκητισμός δέ θά μποροῦσαν κατά κανένα τρόπο νά γίνουν αἰτία χωρισμοῦ ἀπό τή σύναξη, ἀφοῦ ὅλη ἡ "πνευματικότητα" καί ἡ λειτουργική εὐσέβεια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας θά μποροῦσε νά συνοψισθεῖ στά λόγια του ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας: "Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι... ἐπί τό αὐτό" (9).

Ἡ καινοτομία τῆς ἰδιωτικῆς μοναχικῆς θείας κοινωνίας ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὑπῆρξε ἕνα εἶδος εὐσέβειας ἤ μία ἰδιαίτερη ἀντίληψη γιά τή χριστιανική ζωή πού τήν προκάλεσε. Τά εὐχαριστιακά δῶρα καί ἡ κοινωνία τους ἦταν στό ἑξῆς ὁ ἀπαραίτητος ὅρος αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἀφοῦ τό "δηλητήριο τῶν κακῶν δαιμόνων θανατώνει τούς μοναχούς τῆς ἐρήμου πού περιμένουν μέ ἀνυπομονησία τό Σάββατο καί τήν Κυριακή γιά νά προσέλθουν στίς πηγές τῶν ὑδάτων, δηλαδή στήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, πού τούς ξεπλένει ἀπό τήν ἀκαθαρσία τοῦ Σατανᾶ" (10). Ὅμως ἀσυνείδητα ἡ θεία μετάληψη ὑποτάχτηκε στήν ἰδιωτική εὐσέβεια, ὥστε ἡ εὐσέβεια αὐτή νά μήν προσδιορίζεται πλέον ἀπό τή θεία Εὐχαριστία (ὅπως στήν ἀρχαία Ἐκκλησία). Ἀντίθετα ἡ Εὐχαριστία ἔγινε ἕνα "μέσο" εὐσέβειας, ἕνα στοιχεῖο τοῦ ἀσκητισμοῦ, μία ἐνίσχυση στόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν δαιμόνων κ.λπ.

Λέγουν γιά τόν ἀββᾶ Μάρκο τόν Αἰγύπτιο ὅτι πέρασε τριάντα χρόνια χωρίς νά ἐγκαταλείψει μιὰ φορά τό κελλί του• ἕνας πρεσβύτερος ἐρχόταν πότε-πότε "ποιεῖν αὐτῷ προσφοράν" (11). Αὐτό θά ἦταν ἀδύνατο γιά τή "λειτουργική εὐσέβεια" τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Καί ὅμως ἔγινε, ἄν ὄχι ὁ κανόνας, τουλάχιστον ἕνα φυσιολογικό στοιχεῖο τῆς μοναχικῆς ζωῆς (12). Θά πρέπει ἀκόμη μία φορά νά τονίσουμε μέ ἔμφαση ὅτι ἡ ἀλλαγή αὐτή δέ σήμαινε καθόλου μείωση τῆς θέσης καί τῆς σημασίας τῆς θείας κοινωνίας, ἀλλά ἀλλαγή στόν τρόπο κατανόησης καί βίωσής της. Συμπεριλήφθηκε, δηλαδή, μέσα στό γενικό σχῆμα τοῦ μοναχισμοῦ, σάν μία ἀσκητική πράξη καί μία μορφή προσωπικῆς "αὐτό-οἰκοδομῆς". Μ' αὐτή τήν ἔννοια ἡ Εὐχαριστία, ὡς πραγμάτωση τῆς Ἐκκλησίας (τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ) καί ὡς ἐσχατολογική ἑορτή τῆς Βασιλείας, δέν ἀποτέλεσε ποτέ ἀντικείμενο ἄρνησης ἤ ἀμφιβολίας. Ἁπλῶς ἡ ἔμφαση δίδεται τώρα στή θεία κοινωνία, σάν μία πράξη ὠφέλιμη στήν ἀσκητική ζωή. Ἡ εὐχαριστιακή λειτουργία θεωρεῖται τώρα σάν μία εὐκαιρία γιά ἐνίσχυση πνευματική. Αὐτό ἦταν πράγματι μιὰ ἀλλαγή στή λειτουργική εὐσέβεια.

Ὅπως καί γιά τή λειτουργία τοῦ χρόνου, ἡ ἐπίδραση τῆς "λειτουργικῆς κατάστασης" τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς ἀντίστοιχης εὐσέβειας ἐκφράστηκε, πρῶτ' ἀπ' ὅλα, μέ τή βαθμιαία σύνδεση τοῦ ἀτομικοῦ κανόνα μετανοίας πρός τήν Τάξη τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τή σύνδεση, δηλαδή, δύο στοιχείων, πού ἦταν ἀρχικά ἄσχετα, τόσο στό σκοπό ὅσο καί στό περιεχόμενο. Μέ τά δεδομένα τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἡ διαδικασία αὐτή ἦταν ἀναπόφευκτη. Γνωρίζουμε ὅτι ἀρχικά ὁ μοναχισμός ἐστερεῖτο τῆς κανονικῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, παρότι συνέχιζε νά τή θεωρεῖ σάν αὐτονόητο κανόνα. Ἔτσι σ' ὅλα τά μοναχικά τυπικά ἴσχυαν οἱ ἴδιες ὧρες, πού "ἁγιάζονται ἀπό τήν κοινή λατρεία" στόν κόσμο. Διατηρήθηκε ἡ γενική δομή τῶν τριῶν κύκλων τῆς λειτουργίας τοῦ χρόνου. Ὅ,τι ἦταν δυνατόν νά διατηρηθεῖ σ' αὐτή τή δομή διατηρήθηκε: ψαλμοί, προσευχές, ὕμνοι μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς Τάξη, ὅπως καί στήν κοινή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Τάξη τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας παρέμεινε ἄθικτη -ἄν καί μέ διαφορετικούς τρόπους σέ κάθε περιοχή. Ἀφότου ὅμως ἡ λατρεία αὐτή ἄρχισε συχνά νά τελεῖται χωρίς ἐκκλησιαστική "διατύπωση", δηλαδή χωρίς τήν παρουσία τοῦ κλήρου, καί μερικές φορές ὄχι στό ναό, ἀλλά στά κελλιά, ἦταν φυσικό ἡ ἀκολουθία αὐτή ν' ἀναμειχθεῖ βαθμιαία μέ τόν ἀτομικό κανόνα μετανοίας καί ν' ἀποτελέσει σιγά-σιγά ἕνα μέρος του.

Ἀντιπροσωπευτικό παράδειγμα τῆς ἀνάμειξης αὐτῆς ἀποτελεῖ ὁ σιναϊτικός Ἑσπερινός τοῦ ἀββᾶ Νείλου, ὅπως τόν περιγράφει ὁ καρδινάλιος Pitra στό χειρόγραφο, πού ὁ ἴδιος ἀνακάλυψε (13). Ἐδῶ, τόσο ὁ Ἑσπερινός ὅσο καί ὁ Ὄρθρος ἔχουν, πρόδηλα, μιὰ κοινή ἐκκλησιαστική δομή. Ἀλλά μεταξύ τῶν στοιχείων τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν παρεμβάλλεται ἕνας ἀσκητικός κανόνας, μέ τή μορφή ψαλλόμενων ψαλμῶν (ὁλόκληρο τό ψαλτήριο χωρισμένο σέ τρία μέρη, στά πλαίσια τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἑσπερινοῦ). Ὑπάρχουν πολλοί καί μερικές φορές πολύ διαφορετικοί τρόποι σύνδεσης τῶν δύο αὐτῶν τύπων λατρείας. Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι τό γεγονός τῆς ἀνάμειξης τῆς λειτουργικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μ' ἕναν ἰδιωτικό ἀσκητικό κανόνα. Κι αὐτό ἔχει σημασία, διότι καί τά δύο αὐτά στοιχεῖα ἐπηρεάστηκαν ἀμοιβαία ἀπό τήν ἀνάμειξη αὐτή: Ὁ μέν μοναχικός κανόνας, ἀπό τή στιγμή πού ἐντάχτηκε στήν Τάξη, προσέλαβε ἕνα λειτουργικό χαρακτήρα κι ἄρχισε νά θεωρεῖται σάν ἕνα ἀναπόσπαστο μέρος τῆς λατρείας (πρβλ. τή σημερινή ἀνάγνωση τῶν καθισμάτων καί τή συμπερίληψη τῶν μή λειτουργικῶν ἀκολουθιῶν τοῦ ἀποδείπνου καί τοῦ μεσονυκτικοῦ στόν κύκλο τοῦ νυχθημέρου). Ἐνῶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἄρχισε νά βιώνεται λιγότερο μέ τό εἰδικό της περιεχόμενο καί περισσότερο σάν προσευχή, σάν μία ἀσκητική πράξη καί στά πλαίσια ἑνός ἀσκητικοῦ κανόνα. Ἡ εὐκολία μέ τήν ὁποία σήμερα ὁ Ἑσπερινός μεταφέρεται τό πρωί καί ὁ Ὄρθρος τό βράδυ δείχνει πόσο ἑδραιωμένη εἶναι μέσα στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀντίληψη αὐτή γιά τή λατρεία σάν μία ἀσκητική πράξη, σημαντική περισσότερο ἀπό μόνη της παρά σάν ἔκφραση ἑνός ὁρισμένου σχεδίου ἤ κανόνα προσευχῆς.



Ἡ σημασία τοῦ μοναχισμοῦ στή βυζαντινή λειτουργική σύνθεση 

Καί τά δύο αὐτά παραδείγματα -ἡ ἀλλαγή στάσης ἔναντι τῆς θείας Εὐχαριστίας καί ὁ συνδυασμός τοῦ ἀσκητικοῦ κανόνα μέ τή λειτουργία τοῦ χρόνου- δείχνουν καθαρά ὅτι ὑπῆρξε μία μεταμόρφωση τῆς λειτουργικῆς εὐσέβειας μέσα στό μοναχισμό, αὐτή τή φορά ἀκριβῶς ἀντίθετη ἀπό ἐκείνη πού ἔγινε μέ τήν "ἐκκλησιοποίηση" τῶν μαζῶν. Στό μοναχισμό, αὐτό θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ μία μᾶλλον ἀτομικιστική ἀσκητική ἡ "εὐσεβιστική" μεταμόρφωση παρά "μυστηριολογική". Θά πρέπει καί πάλι νά τονιστεῖ ὅτι, καί στίς δύο περιπτώσεις, δέν ἦταν ἡ Τάξη ἐκείνη πού ἄλλαξε οὔτε ἡ λατρεία στή βασική της δομή καί τό περιεχόμενό της, ἀλλ' ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο αὐτή ἔγινε δεκτή καί κατανοήθηκε. Συνέβη, δηλαδή, ἕνα εἶδος πόλωσης στή λειτουργική εὐσέβεια τῆς Ἐκκλησίας, πάνω στή βάση τῆς μιᾶς λατρείας καί τῆς ἑνιαίας λειτουργικῆς παράδοσης. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ πόλωση ἀποτελεῖ καί τήν πραγματική ἀφετηρία τῆς βυζαντινῆς σύνθεσης καί τοῦ βυζαντινοῦ Τυπικοῦ.

Ἡ σύνθεση αὐτή κατέστη δυνατή σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἐξέλιξης, πρῶτον τῆς θέσης τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἐκκλησία, καί δεύτερον τῆς αὐτοσυνειδησίας καί τῆς θεολογίας του. Μέχρι τώρα μιλήσαμε μόνο γιά τήν πρώτη φάση τῆς Ἱστορίας τοῦ μοναχισμοῦ, γι' αὐτήν τήν περίοδο πού θεωρεῖται σάν ἡ χρυσή ἐποχή μέσα στή μοναχική παράδοση. Ἀξίζει νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι σ' αὐτή τή φάση ὁ μοναχισμός ἦταν μία κίνηση τῶν λαϊκῶν, κι ὅσοι ἀνῆκαν σ' αὐτήν δέν ἀποχωρίζονταν μόνο ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά κατά κάποιο τρόπο κι ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα. Ὅμως τό στάδιο αὐτό δέ διήρκεσε πολύ. Ἤ, μᾶλλον, παράλληλα πρός τήν ἐξέλιξη αὐτή, ἐμφανίζεται καί μία ἄλλη νέα μορφή μοναχισμοῦ, πού θά πρέπει νά θεωρεῖται ὡς τό δεύτερο στάδιο. Ἡ γενική του σημασία ἔγκειται στήν ἐπιστροφή τοῦ μοναχισμοῦ στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα καί ἡ βαθμιαία ἀναγέννησή του σ' ἕναν ἐκκλησιαστικό θεσμό, ἕνα σπουδαῖο πράγματι θεσμό, πού ἀφοροῦσε ὅλες τίς πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Δέν ὑπάρχει λόγος ν' ἀναφερθοῦμε ἐδῶ στίς λεπτομέρειες τῆς μᾶλλον σύνθετης καί πολύμορφης αὐτῆς διαδικασίας.

Μέ τή φυσική αὐτή "ἐπιστροφή" τοῦ μοναχισμοῦ, μέ τήν ἀνέγερση μοναστηριῶν στίς πόλεις (τά κύρια κέντρα "τοῦ κόσμου τούτου") καί, κάπως ἀργότερα, μέ τή μεταμόρφωση τοῦ μοναχισμοῦ σέ μία μοναδική " elite " τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ διαδικασία αὐτή δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ, οὔτε σάν ἐκκοσμίκευση τοῦ μοναχισμοῦ, οὔτε σάν μείωση τοῦ ἀρχικοῦ του μαξιμαλισμοῦ οὔτε ἀκόμη καί σάν ἀλλαγή τῆς βασικῆς του ἀντίθεσης πρός τόν κόσμο. Ἀντίθετα, ἕνα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἦταν ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τοῦ μοναχισμοῦ καί ἡ ἐκκλησιαστική ἀποδοχή τῆς "ἰδεολογίας του", ἡ ἀναγνώριση ὅτι ἡ ἰδεολογία αὐτή ἦταν ἀληθινή καί κατεῖχε σωστική δύναμη.

Αὐτός ὁ παράδοξος συνδυασμός τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος τῆς χριστιανικῆς οἰκουμένης μέ τή βασική μοναχική θέση περί σωτηρίας ὡς ἀπόταξης τοῦ κόσμου, ὡς μιᾶς ἀσκητικῆς ἀναχώρησης ἀπό τόν κόσμο, θά πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς τό πιό βασικό χαρακτηριστικό τῆς βυζαντινῆς περιόδου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Δέν μποροῦν ὅλοι νά γίνουν μοναχοί, μέ τήν πλήρη ἔννοια τοῦ ὅρου -ἔτσι θά μπορούσαμε νά συνοψίσουμε τή βυζαντινή αὐτή θεωρία-, ἀλλ' ὅλοι σώζονται προσεγγίζοντας τή μοναχική ζωή.

Γράψαμε ἤδη γιά τή σημασία τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς νίκης τοῦ μοναχισμοῦ καί τῶν ἰδανικῶν του. Ἐδῶ ἀρκεῖ νά ὑπενθυμίσουμε ἁπλῶς τί συνέβη. Περισώζοντας τό χριστιανικό μαξιμαλισμό, ὁ μοναχισμός τόν ἐπανέφερε στήν Ἐκκλησία μέ τή μορφή πού ἀναπτύχθηκε καί καλλιεργήθηκε. Ἐπρόκειτο γιά μία μεταφορά "τῆς ἐρήμου" στόν κόσμο, γιά μία νίκη τῆς "ἀναχωρητικῆς" ἰδέας, τῆς ἀπόσυρσης καί ἀποταγῆς μέσα στό ἴδιο τό κέντρο τοῦ κόσμου. Τό μοναστήρι στήν πόλη ἔγινε ἕνα εἶδος ἰδανικῆς κοινωνίας, μία μαρτυρία καί κλήση γιά τό χριστιανικό μαξιμαλισμό. Ἦταν φυσικό ἡ ἰδανική αὐτή κοινωνία νά ἀναδειχθεῖ σέ κέντρο ἐπίδρασης πάνω στόν κόσμο καί τήν Ἐκκλησία, τόσο σάν σύνολο ὅσο καί σάν ἐπιμέρους μέλη. Εἶναι πασίγνωστος ὁ ρόλος τόν ὁποῖο ἔπαιξαν οἱ μοναχοί στήν ἐπίλυση τῶν μεγάλων θεολογικῶν προβλημάτων καί στίς οἰκουμενικές συνόδους. Ὄχι μικρότερης σπουδαιότητας ἦταν καί ὁ ρόλος τους ὡς "ὁμολογητῶν" καί θρησκευτικῶν ἡγετῶν τῆς κοινωνίας. Ὅλ' αὐτά βοηθοῦν στήν ἐξήγηση τῆς τρομερῆς ἐπίδρασης πού ἄσκησε ὁ μοναχισμός στήν ἀνάπτυξη καί διαμόρφωση τῆς λατρείας. Σέ τελευταία ἀνάλυση ἡ μοναχική Τάξη λατρείας ἔγινε ἡ ἐκκλησιαστική Τάξη, ἤ μᾶλλον ἡ γενική καί κυρίαρχη μορφή της. Σημαίνει ὅμως αὐτό ὅτι ἀντικατέστησε καί ἐξουδετέρωσε τή λειτουργική εὐσέβεια ποὺ ὀνομάσαμε "μυστηριολογική"; Ἡ ἀπάντησή μας στό ἐρώτημα αὐτό μας ὁδηγεῖ μπροστά στό πρόβλημα τῆς βυζαντινῆς λειτουργικῆς σύνθεσης.

Θά προσπαθήσουμε νά δείξουμε ὅτι, ταυτόχρονα μέ τήν ἐπιστροφή τῶν μοναστηριῶν στόν κόσμο καί τήν ἐγκαθίδρυσή τους στήν Ἐκκλησία, παρατηρήθηκε μία ἐξέλιξη στή μοναχική αὐτοσυνειδησία. Ἤ, γιά νά ἐκφραστοῦμε πιό σωστά, ὁ μοναχισμός υἱοθέτησε μία εἰδική θεολογική ἑρμηνεία τῆς ἴδιας τῆς φύσης του. Μιλήσαμε ἤδη γιά τό "λαϊκό" χαρακτήρα τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ. Θά πρέπει τώρα ν' ἀναφερθοῦμε καί στό μή ἑλληνικό χαρακτήρα του. Ἡ μοναχική κίνηση ἄρχισε στίς μή ἑλληνικές παραμεθόριες περιοχές τῆς αὐτοκρατορίας καί οἱ θεμελιωτές της ἦταν Κόπτες. Ἡ ἀπουσία τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ κατ' αὐτό τό πρῶτο στάδιο ἐξηγεῖ καί τήν ἀπουσία κάθε σχετικῆς θεολογικῆς "διδασκαλίας". Ἦταν ἕνα προθεολογικό στάδιο, πού ἐκφραζόταν περισσότερο μέ κατηγορίες τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων. Ὁ L. Βοyer ἀνέλυσε θαυμάσια τίς κατηγορίες αὐτές στό βιβλίο του γιά τό Μ. Ἀντώνιο. Ἡ ἀρχαία μοναχική φιλολογία ἀναφέρεται περισσότερο στά πρότυπα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, στά μεγάλα παραδείγματα τοῦ ἀσκητισμοῦ παρά στήν ἀνάλυση τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους. Μία τέτοια ἀνάλυση σέ συνδυασμό μέ θεολογική ἑρμηνεία ἔγινε ἀπό τούς Ἕλληνες."Οἱ Ἕλληνες ἐμφανίστηκαν λίγο ἀργότερα στίς τάξεις τῶν ἀναχωρητῶν καί κοινοβιατῶν", γράφει ὁ π. G. Florovsky, "καί ἦταν πρῶτοι οἱ Ἕλληνες πού προχώρησαν σέ μία σύνθεση τοῦ ἀσκητικοῦ βίου, διατύπωσαν τό ἰδεῶδες του καί τό ἐξέφρασαν μέ τίς παλαιές γνωστές κατηγορίες τῆς ἑλληνιστικῆς ψυχολογίας καί τοῦ μυστικισμοῦ. Ἡ ἀσκητική κοσμοθεωρία συνδεόταν ὀργανικά μέ τήν παράδοση τῆς ἀλεξανδρινῆς θεολογίας, μέ τίς θεολογικές θέσεις τοῦ Κλήμεντα καί τοῦ Ὠριγένη" (14). Ἦταν ἡ μυστική ἑρμηνεία τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ ἐξήγησή του μέ ὅρους τῆς θεωρητικῆς παράδοσης καί μέ ὅλους "τοὺς συνειδητούς δανεισμούς ἀπό τή νεοπλατωνική καί μυστηριολογική ὁρολογία". Ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἱστορίας τῆς λατρείας, ἀφοῦ ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἑρμηνεία ἔκανε δυνατή τή βυζαντινή λειτουργική σύνθεση κι ἔστησε μία γέφυρα ἀπό τή μία "λειτουργική εὐσέβεια" στήν ἄλλη.

Δέ χρειάζεται νά ἐξετάσουμε ἐδῶ τό θέμα τῆς γένεσης τῆς μυστικῆς μοναχικῆς παράδοσης. Ἐκεῖνο πού προέχει εἶναι ὅτι αὐτή ἡ "ἑλληνική ἀντίληψη" γιά τό μοναχισμό, πού συνδέεται μέ τά ὀνόματα τοῦ Εὐάγριου τοῦ Ποντικοῦ, τῶν Καππαδοκῶν, τοῦ Ψευδοδιονυσίου κ.ἄ., προσεγγίζει πολύ ἐκείνη τή νέα μυστηριολογική ἑρμηνεία τῆς λατρείας καί τῆς λειτουργικῆς θεολογίας, πού ἀναπτύχθηκε τήν ἴδια ἐποχή κάτω ἀπό παρόμοιες συνθῆκες. Ἡ "μυστηριολογική" ὁρολογία ἔγινε ἕνα εἶδος κοινῆς γλώσσας γιά τήν περιγραφή τῆς ἄνθισης τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς ἁγιαστικῆς ἰδιότητας τῆς λατρείας. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ἀπό τόν 5ο-6ο αἰ. καί ἑξῆς ὁ μοναχισμός εἶναι ὁ μεγάλος ἑρμηνευτής καί σχολιαστής τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα σ' αὐτή τή νέα πνευματική καί μυστική ἀντίληψη ἡ λατρεία ἔγινε ἡ κύρια μέριμνα τοῦ μοναχισμοῦ καί ὁ μοναχισμός ἄρχισε νά βιώνεται ὁ ἴδιος ὡς ἕνα "μυστήριο μύησης" στό μυστικισμό, ἀντίστοιχο πρός τό Βάπτισμα. Ὅ,τι ὀνομάσαμε βυζαντινή σύνθεση καθορίζεται ἀπό τή διασταύρωση αὐτῶν τῶν δύο ρευμάτων, ἀπό τήν ἐξάλειψη τῆς παλαιᾶς λειτουργικῆς "πόλωσης" ἀνάμεσα στό μοναχισμό καί τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα.


-------------------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
(1) l. Bouzer, L'incarnation de l'Eglise corps du Christ dans la theologie de S. Athanase, Paris, Cerf, 1943, 146.

(2) ὅπ. παρ. σελ. 24

(3) Skaballanovich, Tolkovy Typikon, 197.

(4) ὅπ. παρ. σελ. 210.

(5) Κατά παράθεση Skaballanovich, μν. ἔργ. σελ. 237.

(6) Πρβλ. P. Pourrat, La spiritualite chretienne, v. 1, Paris, Gabalda, 1931, 198. Dom Anselme Stolz, L'ascese chretienne, Prieure d'Amay, Chevetogne, 1948, 172.

(7) Skaballanovich, μν. ἔργ. σελ. 208.

(8) Ἐπιστολή 93, Πρός Καισαρείαν Πατρικίαν.

(9) Πρός Ἐφεσίους, ΧΙΙΙ.

(10) Πρβλ. σχετικά κείμενα στό ἔργο τοῦ Δ. Μωραΐτη, Ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων, Θεσσαλονίκη 1955. Πρβλ. καί τή δική μου κριτική τῆς ἐργασίας αὐτῆς στό St. Vladimir's Seminary Quarterly, 1957, n. 2. 31-34. Ἐπίσης τό ἄρθρο τοῦ J. Ziad e Dict. Arch. Chr e t. Lit. XIII, 77-111.

(11) Skaballanovich, μν. ἔργ. σελ. 210.

(12) ὅπ. παρ. σελ. 211.

(13) J. B. Pitra, Hymnographie de l-Eglise de l-Eglise grecque, Rome 1867, 44.

(14) G. Florovsky Vizantiiskye Otsy V- VIII vekov (Βυζαντινοί Πατέρες τοῦ 5ου -8ου αἵ.), Paris 1933, σελ. 144.



πηγή


 

Ο Προφήτης Ζαχαρίας



Ἵππους ἑώρας τοὺς νόας Ζαχαρία,
Δι' ὧν πρὸς ὕψος οὐρανῶν ἀφιππάσω.
Βιογραφία
Ο Προφήτης Ζαχαρίας είναι ο ενδέκατος της σειράς των μικρών λεγομένων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Καταγόταν από το γένος του Ισραήλ και τη φυλή του Λευΐ. Γεννήθηκε στην πόλη Γαλαάδ της Παλαιστίνης κατά την περίοδο της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας και το όνομά του σημαίνει, στην ελληνική γλώσσα, μνήμη Θεού, εκείνον δηλαδή τον οποίο ο Θεός ενθυμείται. Ήταν γιος του Βαραχίου και εγγονός του Αδδώ. Ο Ζαχαρίας, ήταν αυτός που με τον προφήτη Αγγαίο, διήγειραν τους Ιουδαίους, όταν αυτοί το 537 με 536 π.Χ. επέστρεψαν στην Ιουδαία, να ανοικοδομήσουν το ναό της Ιερουσαλήμ. Υπάρχει η άποψη, ότι ο προφήτης Ζαχαρίας ανήκε σε Ιερατικό γένος και ήταν ιερεύς και ο ίδιος. Κατά την Ιουδαϊκή παράδοση, ο Ζαχαρίας και ο Αγγαίος ήταν μέλη της Μεγάλης Συναγωγής, η οποία ώρισε τον Κανόνα των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ασχολήθηκαν δε και με την τακτοποίηση της ιεράς λειτουργίας, και συνέθεσαν ή αναθεώρησαν ψαλμούς. Ο Ζαχαρίας προφήτευσε την είσοδο του Ιησού στην Ιερουσαλήμ για την Κυριακή των Βαΐων, και για το ποσό που πλήρωσαν οι Αρχιερείς στον Ιούδα σαν τίμημα για την προδοσία του Διδασκάλου. Ο Προφήτης Ζαχαρίας κοιμήθηκε σε βαθύ γήρας και ενταφιάσθηκε κοντά στον τάφο του Προφήτη Αγγαίου. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας (379-395 μ.Χ.) έκτισε ναό αφιερωμένο στον Προφήτη Ζαχαρία στη μονή της Αγίας Δομνίκης Κωνσταντινουπόλεως. Ναός, επίσης, του Προφήτου υπήρχε στο βουνό του Αυξεντίου, σε τόπο όπου καλείτο «Θέατρο».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν κατάλληλον, δείξας τοὶς ἔργοις σοφέ, ταμεῖον ἐπάξιον, τῆς ἐπιπνοίας Θεοῦ, Ζαχαρία γεγένησαι, ἔχων γὰρ ἐν τῷ βίῳ, συλλαλούντας Ἀγγέλους, ὤφθης τῶν ἐσομένων, θεηγόρος Προφήτης. Καὶ νῦν ἠμῶν τᾶς αἰτήσεις, ἄνωθεν πλήρωσαν.




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Προφήτης Ζαχαρίας
Προφήτης Ζαχαρίας

Προφήτης Ζαχαρίας
Προφήτης Ζαχαρίας

Προφήτης Ζαχαρίας
Προφήτης Ζαχαρίας


Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης



Ο βίος του
Νεανική ηλικία
Το πότε ακριβώς γεννήθηκε δεν είναι γνωστό, όμως η γέννηση του τοποθετείται στα τέλη του 3ου αιώνα. Γεννήθηκε στη πόλη Ευχαΐτα της Γαλατίας. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στην πόλη Ηράκλεια του Πόντου. Από νεαρός διακρινόταν για την εξωτερική του εμφάνιση αλλά και την ρητορική του ικανότητα. Η παιδεία που είχε αποκτήσει ήταν Χριστιανική, αλλά και Ελληνική, μελετώντας τους Αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Όπως μαθαίνουμε από το βιογράφο του, ήταν ηγετικός χαρακτήρας και ξεχώριζε για την ηθική του, με αποτέλεσμα οι συνομήλικοί του να αναζητούν τη φιλία του. Από νεαρή ηλικία ακολούθησε τον δρόμο του στρατιωτικού. Ήταν κάτι που τον γοήτευε, ενώ γνωρίζουμε ότι υπήρξε και αθλητής κάτι που συνέβαλε περαιτέρω σε αυτή την απόφαση του. Λόγω των αρετών που ανέπτυξε και των χαρισμάτων που διέθετε, γρήγορα ανήλθε στην στρατιωτική ιεραρχία του ρωμαϊκού στρατού, λαμβάνοντας το βαθμό του στρατηλάτη, κάτι σαν το σημερινό στρατηγό. Η φήμη του, για όλους αυτούς τους λόγους έφτασε γρήγορα και στα αυτιά του αυτοκράτορα Λικινίου ο οποίος τον κάλεσε, για να τον γνωρίσει από κοντά.
Γνωριμία με τον Λικίνιο
Ο Λικίνιος μαθαίνοντας πως είναι χριστιανός, πίστεψε πως θα είναι μια καλή ευκαιρία να προσηλυτίσει τον Θεόδωρο στην δική του θρησκεία, και με επιστολή που του έστειλε τον παρότρυνε να θυσιάσουν από κοινού στους Θεούς. Ο διπλωμάτης Θεόδωρος, αρνήθηκε ευγενικά, επικαλούμενος λόγους σταθερότητος της περιοχής, εξαιτίας των πιστών της, που είχαν εγκαταλείψει τα είδωλα και πίστευαν Χριστό. Του απήντησε πως θα ήταν καλύτερα να τον επισκεπτόταν σε κάποιο του ταξίδι στην Ηράκλεια, φέρνοντας μαζί του και τα είδωλα για να δείξουν ενώπιον του λαού δείγμα ενότητος και μιμήσεως. Ο Λικίνιος εξέλαβε θετικά την πρόταση του Θεοδώρου. Έτσι και επισκέφτηκε την Ηράκλεια.
Ο άγιος όμως είχε στο μυαλό του άλλο σχέδιο. Αφού τον υπεδέχθη με μια λαμπρή τελετή, του ζήτησε τα είδωλα με σκοπό να αποδώσει ο ίδιος τιμές σε αυτά. Όταν όμως τα πήρε, τα κατακερμάτισε και τα έδωσε σε φτωχούς ώστε να τα πουλήσουν. Όταν αντιλήφθηκε ο Λικίνιος τι έπραξε ο Θεόδωρος, διέταξε τη σύλληψη του και την ενώπιόν του μεταφορά. Κατά το μεταξύ τους διάλογο ο Θεόδωρος εμφανίζεται σταθερός της πίστεως του, παρά την πίεση του αυτοκράτορα να θυσιάσει στα είδωλα και παρά την απειλή του για βασανιστήρια. Δεν υποκύπτει με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην φυλακή. Ο Λικίνιος ήταν πραγματικά εξοργισμένος από την συμπεριφορά του Θεόδωρου καθότι θεώρησε εαυτόν προσβεβλημένο.
Το μαρτύριο και το τέλος της ζωής του
Ο Θεόδωρος μένοντας αμετακίνητος ουσιαστικά έθετε τη ζωή του στο τέλος της. Έτσι καθαιρείται άμεσα. Αρχικά τον γδύνουν και εν συνεχεία τον ραβδίζουν με βούνευρα, που στην άκρη τους είχαν μολυβένια σφαιρίδια. Ο Θεόδωρος πάλι δεν μετανόησε και όπως μας πληροφορεί ο Αύγαρος έτριψαν κεραμίδα πάνω στις κομματιασμένες σάρκες του και τον έριξαν στη φυλακή ασφαλίζοντας τα πόδια του, με το Κολαστήριο ξύλο. Μετά από επτά ημέρες ο Αυτοκράτορας, και αφού δεν ενέδωσε ο Θεόδωρος, διέταξε να τον σταυρώσουν. Του κάρφωσαν χέρια και πόδια και προέβηκαν σε βανδαλιστικές πράξεις πάνω στο κορμί του. Έτσι τον παράτησαν μέχρι την επόμενη, όπου και θα μάζευαν τη σωρό του. Ο Αύγαρος όμως τότε αναφέρει ένα μεγάλο θαύμα. Οτι ενώ το απόσπασμα πήγε να τον πάρει, τον είδαν πάνω στο σταυρό αρτιμελή. Οι στρατιώτες το ανέφεραν στον αυτοκράτορα και αυτός ζήτησε την εκτέλεση του. Οι ίδιοι αρνήθηκαν και εκτελέστηκαν. Δεύτερο απόσπασμα τότε πήγε να εκτελέσει τη θέληση του Αυτοκράτορα. Ο κόσμος όμως μαθαίνοντας το θαύμα, είχε σπεύσει στο σημείο, με αποτέλεσμα να εμποδίζονται από τις αντιδράσεις του κόσμου οι στρατιώτες. Ο Θεόδωρος τους είπε ότι είναι καιρός να πάει να βρει τον Κύριο. Έτσι οι στρατιώτες τον εκτέλεσαν κόβοντας το κεφάλι του. Το τέλος της ζωής ήρθε στις 8 Φεβρουαρίου του 319.

Συναξαριστής 8 Φεβρουαρίου


Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης

 


Ἀπὸ τὰ γενναιότερα καὶ ἀθλητικότερα παραστήματα τῆς χριστιανικῆς παράταξης. Ἦταν ἀπὸ τὰ Εὐχάϊτα της Γαλατίας καὶ κατοικοῦσε στὴν Ἡράκλεια τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Στρατιωτικὸς στὸ ἐπάγγελμα, διεκρίθη καὶ προήχθη γρήγορα στοὺς μεγαλύτερους βαθμοὺς τῆς στρατιωτικῆς Ἱεραρχίας. Ἦταν γενναῖος καὶ συγχρόνως σεμνότατος, σὰν γνήσιος χριστιανός.

Ὅταν ὁ Λικίνιος (307-323) ἐπισκέφθηκε τὴν Ἡράκλεια, εἶδε καὶ θαύμασε τὸν Θεόδωρο. Τότε ζήτησε περισσότερες πληροφορίες γι᾿ αὐτόν, πού, ὅμως, τοῦ φάνηκαν δυσάρεστες. Ναὶ μὲν ἀνδρεῖος ὁ Θεόδωρος, ἀλλὰ χριστιανός.
Ὁ βασιλιὰς διατάζει καὶ τὸν φέρνουν μπροστά του.

Εἶσαι χριστιανός; τοῦ λέει.
-Εἶμαι.
-Καὶ ἐπιμένεις νὰ εἶσαι;
- Μέχρι θανάτου.
-Τότε δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι στρατιώτης.
-Γιατί δὲν μπορῶ; Κανένας συνάδελφός μου δὲν μὲ κατηγόρησε γι᾿ αὐτό.
- Σὲ κατηγορῶ ἐγώ, φώναξε ὀργισμένος ὁ βασιλιάς. Ἕνας πιστὸς στρατιώτης ἀκολουθεῖ τὴν θρησκεία τοῦ κράτους καὶ τοῦ στρατοῦ. Καὶ σὺ λατρεύεις τὸ Ναζωραῖο;
- Δηλαδὴ τὸν ἀληθινὸ Θεό, εἶπε σεμνὰ καὶ τολμηρὰ ὁ Θεόδωρος.

Ἀμέσως τότε, ἀφοῦ τὸν καθαίρεσαν ἀπ᾿ τὸ βαθμό του, τὸν μαστιγώνουν ἄγρια μὲ μαστίγια ποὺ στὶς ἄκρες εἶχαν μολυβένια σφαιρίδια. Ἔπειτα, τοῦ μπήγουν στὰ πλευρὰ σιδερένια νύχια καὶ στὶς πληγές του βάζουν ἀναμμένα δαδιά. Τελικά, τὸν σταυρώνουν, ἀλλὰ ἐπειδὴ κι ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὸ θεῖο λόγο κάνει πολλοὺς χριστιανούς, τὸν ἀποκεφαλίζουν.

Ἀπέδειξε ἔτσι, ὅτι ἦταν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ τολμοῦν «ἀφόβως τὸν λόγον λαλεῖν», ποὺ μὲ τόλμη, δηλαδή, κηρύττουν ἄφοβα τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἁγία πίστη τους.

(Σύμφωνα μὲ ἄλλες πληροφορίες, εἰκάζεται ὅτι ὁ Ἁγ. Θεόδωρος Στρατηλάτης εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο μὲ αὐτὸ τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, 17 Φεβρουαρίου).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Στρατολογίᾳ ἀληθεῖ Ἀθλοφόρε, τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς Βασιλέως, περικαλλὴς γεγένησαι Θεόδωρε· ὅπλοις γὰρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως, καὶ κατεξωλόθρευσας, τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής· ὅθεν σε πίστει, ἀεὶ μακαρίζομεν.

Κοντάκιον. 
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἀνδρείᾳ ψυχῆς, τὴν πίστιν ὁπλισάμενος, καὶ ῥῆμα Θεοῦ, ὡς λόγχην χειρισάμενος, τὸν ἐχθρὸν κατέτρωσας τῶν Μαρτύρων κλέος Θεόδωρε. Σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων μὴ παύση, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ καλλονή, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπροσμάχητος βοηθός. Χαίροις δωρημάτων, θησαύρισμα τῶν θείων, Θεόδωρε τρισμάκαρ, ἡμῶν ἀντίληψις.


------------------------------------------------------------------------------
 
Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας

 


Εἶναι ὁ ἑνδέκατος τῆς σειρᾶς τῶν μικρῶν λεγομένων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἦταν γιὸς τοῦ Βαραχίου καὶ ἐγγονὸς τοῦ Ἄδδη. Γεννήθηκε (στὴ Γαλαάδ) στὰ χρόνια τῆς Βαβυλωνιακῆς αἰχμαλωσίας τῶν Ἰουδαίων. Ὁ Ζαχαρίας ἦταν αὐτὸς ποὺ μὲ τὸν προφήτη Ἀγγαῖο, διήγειραν τοὺς Ἰουδαίους, ὅταν αὐτοὶ τὸ 537 μὲ 536 ἐπέστρεψαν στὴν Ἰουδαία, νὰ ἀνοικοδομήσουν τὸ ναὸ τῆς Ἱερουσαλήμ.

Ὑπάρχει ἡ ἄποψη, ὅτι ὁ προφήτης Ζαχαρίας ἀνῆκε σὲ Ἱερατικὸ γένος καὶ ἦταν ἱερεὺς καὶ ὁ ἴδιος. Κατὰ τὴν Ἰουδαϊκὴ παράδοση, ὁ Ζαχαρίας καὶ ὁ Ἀγγαῖος ἦταν μέλη τῆς Μεγάλης Συναγωγῆς, ἡ ὁποία ὤρισε τὸν Κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἀσχολήθηκαν δὲ καὶ μὲ τὴν τακτοποίηση τῆς ἱερᾶς λειτουργίας, καὶ συνέθεσαν ἢ ἀναθεώρησαν ψαλμούς.

Ὁ Ζαχαρίας προφήτευσε τὴν εἴσοδο τοῦ Ἰησοῦ στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, καὶ γιὰ τὸ ποσὸ ποὺ πλήρωσαν οἱ Ἀρχιερεῖς στὸν Ἰούδα σὰν τίμημα γιὰ τὴν προδοσία τοῦ Διδασκάλου.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν κατάλληλον, δείξας τοῖς ἔργοις σοφέ, ταμεῖον ἐπάξιον, τῆς ἐπιπνοίας Θεοῦ, Ζαχαρία γεγένησαι· ἔχων γὰρ ἐν τῷ βίῳ, συλλαλοῦντας Ἀγγέλους, ὤφθης τῶν ἐσομένων, θεηγόρος Προφήτης. Καὶ νῦν ἡμῶν τὰς αἰτήσεις, ἄνωθεν πλήρωσον.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐμπνευσθεὶς τοῦ Πνεύματος τῇ ἐπιλάμψει, Ζαχαρία ἔνδοξε, τρανῶς προέγραψας ἡμῖν, ὥσπερ λαμπάδα πολύφωτον, τὴν τοῦ Σωτῆρος, ἀπόρρητον κένωσιν.

Μεγαλυνάριον.
Χάριτος ἀΰλου ἐμφορηθείς, .ωφθης τῶν μελλόντων, θεηγόρος προμηνυτής· σὺ γὰρ Ζαχαρία, συμβολικῶς προλέγεις, τὴν πρὸς ἡμᾶς τοῦ Λόγου, ἄρρητον κένωσιν.


------------------------------------------------------------------------------
 
Οἱ Ἁγίες Μάρθα, Μαρία καὶ Λυκαρίων

Δὲν πρόκειται, βέβαια, γιὰ τὶς ὁμώνυμες ἀδελφὲς τοῦ Λαζάρου τῶν χρόνων τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πρόκειται γιὰ ἄλλες χριστιανὲς ἀδελφὲς τῆς χρονικῆς περιόδου, ποὺ οἱ χριστιανοὶ καταδιώκονταν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.

Οἱ ἀδελφὲς λοιπὸν Μάρθα καὶ Μαρία κρίθηκαν ἔνοχες, διότι εἶχαν ἀφιερώσει τὴν ζωή τους στὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς πίστης μεταξὺ τοῦ γυναικείου κόσμου. Ὁ ἔπαρχος προσποιήθηκε ὅτι τὶς εὐσπλαχνίζεται κατὰ τὴν δίκη τους καὶ τὶς ἐξόρκιζε νὰ λυπηθοῦν τὴν νεότητά τους. Ἐκεῖνες τοῦ ἀπάντησαν ὅτι τὴν ζωή τους θὰ τὴν χάσουν ὅλοι, ἀλοίμονο ὅμως, σ᾿ ὅποιον χάσει τὴν ψυχή του. Διότι, κατὰ τὸν Ἰωάννη «ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον. Ὁ δὲ ἀπειθὼν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾿ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν». Καὶ οἱ δυὸ παρθένες, μαρτυρικὲς ἡρωΐδες τῆς πίστης, ἐπισφράγισαν τὴν ὁμολογία τους μὲ τὸ αἷμα τους.

(Σὲ μερικοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται τὴν ἡμέρα αὐτή, μαζὶ μὲ τὶς δυὸ προαναφερθεῖσες παρθένες καὶ ὁ ἅγιος Λυκαρίων.

Ὁ Ἅγιος αὐτός, φέρεται ὅτι ἦταν παιδὶ ποὺ μόναζε μαζὶ μὲ τὶς ἀδελφὲς Μαρία καὶ Μάρθα. Σταυρώθηκε μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ κατόπιν ἀποκεφαλίστηκε).


------------------------------------------------------------------------------
 
Οἱ Ἅγιοι Νικηφόρος καὶ Στέφανος

Μαρτύρησαν ἀφοῦ τοὺς ἔγδαραν ζωντανούς.


------------------------------------------------------------------------------
 
Οἱ Ὅσιοι Φιλάδελφος καὶ Πολύκαρπος

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.


------------------------------------------------------------------------------
 
Ὁ Ὅσιος Μακάριος ἐπίσκοπος Πάφου.

------------------------------------------------------------------------------
 
Ὁ Ἅγιος Περγέτης

------------------------------------------------------------------------------
 
Ὁ Ἅγιος Σάββας Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας

 


Ὁ Ἅγιος Σάββας Β’, Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1271.

Σύγκρουση στην Πεντέλη - Όλα τα VIDEO


πηγή www.amen.gr






















Προφήτης Ζαχαρίας (8 Φεβρουαρίου)




Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας εἶναι ὁ ἑνδέκατος ἀπὸ τοὺς ὀνομαζόμενους Μικροὺς Προφῆτες. Καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τὴ φυλὴ τοῦ Λευΐ. Γεννήθηκε στὴν πόλη Γαλαὰδ τῆς Παλαιστίνης κατὰ τὴν περίοδο τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας καὶ τὸ ὄνομά του σημαίνει, στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, μνήμη Θεοῦ, ἐκεῖνον δηλαδὴ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἐνθυμεῖται. Ἦταν υἱὸς τοῦ Βαραχίου. Ὁ παπποὺς τοῦ Ἀδδῶ ἦταν πιθανῶς ἀρχηγὸς ἱερατικῆς οἰκογένειας.
Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας ἄρχισε νὰ προφητεύει κατὰ τὸ δεύτερο ἔτος τοῦ Δαρείου τοῦ Ὑστάσπους, κατὰ μῆνα Νοέμβριο τοῦ ἔτους 520 π.Χ. Γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς Ἰουδαίους στὸ ἔργο τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ναοῦ τοὺς προσφέρει τὶς προφητεῖες του, μὲ τὶς ὁποῖες προτρέπει καὶ παρηγορεῖ, δείχνοντας τὸ λαμπρὸ μέλλον, τὸ ὁποῖο ἐπιφυλάσσεται στὸν Ἰσραήλ, συνδυάζοντας αὐτὸ μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεσσία. Στὸ βιβλίο του ἀναφέρονται, ἐπίσης, οἱ προφητεῖες περὶ τῆς ἀργίας τῶν Προφητῶν, τῶν ἱερέων καὶ τῶν Σαββάτων, περὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐθνῶν, περὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ, περὶ τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ τοῦ θριάμβου τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου.
Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας καὶ ἐνταφιάσθηκε κοντὰ στὸν τάφο τοῦ Προφήτη Ἀγγαίου. Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395 μ.Χ.) ἔκτισε ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Προφήτη Ζαχαρία στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Δομνίκης Κωνσταντινουπόλεως. Ναός, ἐπίσης, τοῦ Προφήτου ὑπῆρχε στὸ βουνὸ τοῦ Αὐξεντίου, σὲ τόπο ὅπου καλεῖτο «Θέατρο».
πηγή

Sfantul Teodor Stratilat; Sfantul Proroc Zaharia



Sfantul Teodor Stratilat a vietuit la sfarsitul secolului al III-lea si inceputul secolului al IV-lea. Imparatul Liciniu, ridicand prigonire asupra crestinilor, ucide pe cei 40 de mucenici din Sevastia si pe multi crestini care refuzau sa se inchine idolilor. Imparatul, auzind ca Teodor era crestin si convertea pe multi pagani la crestinism, merge in cetatea Iracleea, in care acesta era conducator, sa-i ceara sa jerfeasca idolilor. Aduce cu sine mai multe statui de aur si argint, ridicate in cinstea zeilor. Sfantul Teodor ii cere imparatului aceste statui, spunand ca mai intai doreste sa se inchine lor in casa lui, ca mai tarziu sa le jertfeasca acestora in fata celor din cetate. Teodor distruge statuile si imparte aurul si argintul saracilor. Este supus la multe chinuri, iar dupa cinci zile de temnita, este rastignit asemeni lui Hristos. I-au fost pironite mainile si picioarele, iar trupul i-a devenit tinta tinerilor arcasi. Apoi, strigand catre Domnul, a spus: "Doamne, ai zis mai inainte: Eu sunt cu tine, iar acum pentru ce m-ai lasat? Vezi Doamne, ca fiarele cele salbatice m-au chinuit pentru Tine. Luminile ochilor mei sunt scoase, mi se raneste fata, mi se sfarama dintii, iar oasele pe cruce mi se frang. Pomeneste-ma, Doamne, pe mine, cela ce rabd cruce pentru Tine, fier, foc si piroane; de acum, primeste duhul meu, ca sa ma duc din viata aceasta". Acestea zicandu-le, mucenicul a tacut si n-a mai grait nimic. Imparatul, crezand ca este mort, l-a lasat pe cruce. Noapte, ingerul Domnului l-a coborat de pe cruce si l-a facut sanatos. In urma acestei minuni, multi pagani s-au convertit la crestinism.
I s-a taiat mai tarziu capul, din porunca imparatului Liciniu.

Sfantul Proroc Zaharia
Sfantul Proroc Zaharia este unul dintre cei profetii care apartin perioadei din istoria lui Israel numita "perioada postexilica“ - adica dupa exilul babilonic. Evreii, intorsi in Ierusalim, dupa 70 de ani ptrecuti in Babilon, isi gasesc casele si Templul daramat, iar pamantul lipsit de puterea de rodire. In acest context, profetul Zaharia incurajeaza poporul ca Templul Domnului sa fie ridicat cat mai repede. Are opt viziuni ce tin de reconstruirea Templului din Ierusalim, de faptul ca Dumnezeu vrea sa intareasca poporul pentru anii care vor urma. In una din viziuni, Ierusalimul este inconjurat de un zid asemanator cu o funie de masurat, ce nu simbolizeaza altceva decat protectia pe care Dumnezeu o va oferi. Vesteste Intrarea Domnului in Ierusalim (Zah. 9, 9), vinderea Mantuitorului pe 30 de arginti (Zah. 11, 12-13), strapungerea coastei Mantuitorului (Zah. 12, 10), etc. Sfantului Proroc Zaharia a adormit in pace, la adanci batraneti.

Tot astazi, Biserica face pomenirea:
- Sfintilor Mucenici Nichifor si Stefan;
- Sfintilor Mucenici Filadelf si Policarp;
- Sfintelor Mucenite surori Marta si Maria;
- Sfantului Cuvios Mucenic Licarion;
- Sfantului Cuvios Macarie, episcopul Pafosului;
- Sfantului Cuvios Perghet.

Maine, 9 februarie, facem pomenirea Sfantului Mucenic Nichifor.

Sursa: CrestinOrtodox.ro

Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης!o βίος του.



Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης(απο enoriaka.gr)  


Ήταν από τα Ευχάιτα της Γαλατίας και κατοικούσε στην Ηράκλεια του Εύξεινου Πόντου. Στρατιωτικός το επάγγελμα, διακρίθηκε γρήγορα και προήχθη στους μεγαλύτερους βαθμούς της στρατιωτικής ιεραρχίας. Ήταν γενναίος και συγχρόνως σεμνότατος, σαν γνήσιος χριστιανός.
Όταν ο Λικίνιος επισκέφθηκε την Ηράκλεια, είδε και θαύμασε τον Θεόδωρο. Τότε ζήτησε περισσότερες πληροφορίες γι' αυτόν, που όμως ήταν δυσάρεστες. Ναι μεν ανδρείος ο Θεόδωρος, αλλά... χριστιανός. Ο βασιλιάς διατάζει και τον φέρνουν μπροστά του.
Είσαι χριστιανός; του λέει.
Είμαι.
Και επιμένεις να είσαι;
-Μέχρι θανάτου.
Τότε δεν μπορείς να είσαι στρατιώτης.
Γιατί δεν μπορώ; Κανένας συνάδελφός μου δεν με κατηγόρησε γι' αυτό.
Σε κατηγορώ εγώ, φώναξε οργισμένος ο βασιλιάς. Ένας πιστός στρατιώτης ακολουθεί τη θρησκεία του κράτους και του στρατού. Και συ λατρεύεις το Ναζωραίο;
-Δηλαδή τον αληθινό Θεό, είπε σεμνά και τολμηρά ο Θεόδωρος.
Αμέσως τότε, αφού τον καθαίρεσαν απ' το βαθμό του, τον μαστιγώνουν άγρια. Έπειτα του μπήγουν στα πλευρά σιδερένια νύχια και στις πληγές του βάζουν αναμμένα δαδιά. Τελικά, τον σταυρώνουν, αλλά επειδή κι από κει με το θείο λόγο κάνει πολλούς χριστιανούς, τον αποκεφαλίζουν.
Η Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του την 8η Φεβρουαρίου.
Απολυτίκιο
Στρατολογία αληθεί Αθλοφόρε, του ουρανίου στρατηγός βασιλέως περικαλλής γεγένησαι Θεόδωρε. όπλοις γαρ της πίστεως παρετάξω εμφρόνως, και κατεξωλόθρευσας των δαιμόνων τα στίφη, και νικηφόρος ώφθης Αθλητής. όθεν σε πίστει, αεί μακαρίζομεν.

ΒΙΝΤΕΟ: Ρουφ – Δ. Αθηναίων πετάει έγκυο άστεγο έξω στο χαλάζι



ΒΙΝΤΕΟ: Ρουφ – Δ. Αθηναίων πετάει έγκυο άστεγο έξω στο χαλάζι
Ο Δ.Αθηναίων πετάει έγκυο άστεγο μαζί με 7 άλλους αστέγους, έξω στο χαλάζι, αναφέρει το athens.indymedia.org
Την Δευτέρα 6.2.2012 κάτω από πολύ δυνατή βροχή, χαλάζι, αέρα και πολύ κρύο 7 άστεγοι προσέγγισαν το κλειστό Γυμναστήριο του Ρουφ για να περάσουν την νύχτα… Ανάμεσά τους ήταν και μία έγκυος γυναίκαπου δεν ένιωθε καθόλου καλά…
Ο Δήμος Αθηναίων τους πέταξε για ακόμη μια φορά στον δρόμο και ίσα που περίμεναν να έρθει ασθενοφόρο να πάρει την έγκυο (μετά από τις εκκλήσεις του κόσμου και του Δικτύου Κοινωνικής Αλληλεγγύης)… Στο βίντεο βλέπετε και τα ρούχα των αστέγων που οι υπάλληλοι του δήμου τα πετάξανε στα σκουπίδια!!!

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...