Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

Ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία, (Τοῦ Ἀσώτου)


Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))



Τὴν τρίτη Κυριακή τῆς προετοιμασίας μας γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ διαβάζουμε τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-32). Ἡ παραβολὴ τούτη μαζὶ μὲ τοὺς ὕμνους τῆς ἡμέρας αὐτῆς μᾶς παρουσιάζουν τὴ μετάνοια σὰν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἐξορία.

Ὁ ἄσωτος γιός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ κεῖ σπατάλησε ὅτι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα! Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸ Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ποὺ ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲ θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸς ποὺ νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη πραγματικότητα, αὐτὸς δὲ θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.

Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση. Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη. Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸ Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος. Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα. Ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτό, εἶναι μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθιὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὰ χαμένο σπίτι.

Ἔλαβα ἀπὸ τὸ Θεὸ θαυμαστὰ πλούτη: πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴ ζωὴ καὶ τὴ δυνατότητα νὰ τὴ χαίρομαι, νὰ τὴν ὀμορφαίνω μὲ νόημα, ἀγάπη καὶ γνώση: ὕστερα — μὲ τὸ Βάπτισμα — ἔλαβα τὴ νέα ζωὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας. Ἔλαβα τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα ἀπ’ αὐτή, τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσω καθετὶ καὶ τὴ δύναμη νὰ εἶμαι «τέκνον Θεοῦ». Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχασα, τὰ χάνω καθημερινά, ὄχι μόνο μὲ τὶς «συγκεκριμένες ἁμαρτίες» καὶ τὶς «παραβάσεις» ἀλλὰ μὲ τὴν ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν: τὴν ἀπομάκρυνση τῆς ἀγάπης μου ἀπὸ τὸ Θεό, προτιμώντας τὴν «μακρινὴ χώρα» ἀπὸ τὸ ὄμορφο σπίτι τοῦ Πατέρα.

Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι ἐδῶ παροῦσα γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τί ἔχω ἐγκαταλείψει, τί ἔχω χάσει. Καὶ καθώς μοῦ τὰ ὑπενθυμίζει μὲ τὸ Κοντάκιο τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἀναλογίζομαι ὅτι: Τῆς πατρῴας, δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι τὴν τοῦ Ἀσώτου, φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου Πάτερ οἰκτίρμον, δέξαι με μετανοοῦντα, καὶ ποίησόν με, ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.

Καί, καθὼς ἀναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου τὴν ἐπιθυμία τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν πραγματοποιήσω: «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῶ, πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου, ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ἀναφέρουμε εἰδικὰ μία λειτουργικὴ λεπτομέρεια τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου. Στὸν Ὄρθρο, μετὰ τὸν γιορταστικὸ καὶ χαρούμενο ψαλμὸ τοῦ Πολυελαίου, ψέλνουμε τὸν λυπηρὸ καὶ νοσταλγικὸ 136ο ψαλμό:

Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθήσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιὼν... πῶς ἄσομαι τὴν ὠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλότριας; ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λαρύγγί μου, ἐὰν μὴ σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.

Εἶναι ὁ ψαλμὸς τῆς ἐξορίας. Τὸν ἔψαλλαν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴ βαβυλώνια αἰχμαλωσία τους καθὼς σκέφτονταν τὴν ἱερὴ πόλη τους, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀπὸ τότε ὁ ψαλμὸς αὐτὸς ἔγινε ὁ ψαλμὸς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συνειδητοποιεῖ τὴν ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ συναισθανόμενος αὐτὴ τὴν ἐξορία γίνεται πάλι ἄνθρωπος. Γίνεται ἐκεῖνος ποὺ ποτὲ πιὰ δὲ θὰ νιώσει βαθιὰ ἱκανοποίηση μὲ τίποτε στὸν «πεπτωκότα» αὐτὸν κόσμο, γιατί ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἀπὸ τὴν κλήση του εἶναι ἕνας ἀναζητητὴς τοῦ Τέλειου. Ὁ ψαλμὸς αὐτὸς θὰ ψαλεῖ δύο ἀκόμα φορές: τὶς δύο τελευταῖες Κυριακὲς πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή· καὶ τὴν παρουσιάζει σὰν ἕνα μακρινὸ ταξίδι, σὰν μετάνοια, σὰν ἐπιστροφὴ.

« Εις εαυτόν δε ελθών» Κυριακή του Ασώτου π. Γεώργιος Ρ. Ζουμής



« Εις εαυτόν δε ελθών»

Ο άσωτος υιός, αγαπητοί μου, αφού χτυπήθηκε  και ταλαιπωρήθηκε μακριά από τον πατέρα του « ήλθεν εις εαυτόν», ήρθε στα συγκαλά του ,λογικεύτηκε, έβαλε μυαλό. Τα παθήματα του έγιναν μαθήματα. Μέχρι εκείνη την ώρα ήταν εκτός εαυτού, δεν ήταν στα καλά του.
Άς δούμε το θέμα καλύτερα, άς το προσέξουμε περισσότερο. Ο νεώτερος γιος ήταν εκτός εαυτού, ήταν άφρων, όταν πήρε το μερίδιό του και έφυγε. Ήθελε να χαρεί την ζωή του, να διασκεδάσει, να ευχαριστηθεί. Τι όμως έγινε; Ο πρίγκιπας έγινε ζητιάνος. Ο πλούσιος κατάντησε πάμφτωχος. Το βασιλόπουλο έγινε βοσκός χοίρων. Αυτός με την πορφύρα και το βύσσον φορούσε πλέον κουρέλια. Εκείνος που είχε ποικιλία εκλεκτών φαγητών, με δυσκολία έβρισκε ξυλοκέρατα, για να χορτάσει την πείνα του. Πήγε για καλύτερη ζωή και τα βρήκε όλα μαύρα. Πήγε να χαρεί και τον έπνιξαν οι θλίψεις και οι λύπες. Πήγε να διασκεδάσει κι’ έπεσε μέσα στον βούρκο και στην ασωτία. Ήταν λοιπόν άφρων και εκτός εαυτού, όταν τα μάζεψε και έφυγε. Τα μη και τα όχι του πατέρα του ήταν προστατευτικά και όχι δεσμευτικά. Δεν ήταν στέρησις της ελευθερίας του. Ήταν άφρων και εκτός εαυτού, όταν ενόμισε ότι μπορεί να κάνει τα πάντα, χωρίς να έχει κανένα φραγμό στη ζωή του.
Δηλαδή πάτερ, δεν είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε  ό,τι θέλουμε, χωρίς να δώσουμε λογαριασμό σε κανένα; Ασφαλώς όχι. Στη ζωή μας, αγαπητοί μου, δεν κάνουμε ό,τι θέλουμε, ό,τι μας αρέσει. Κάνουμε το σωστό και το πρέπον. Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: « Πάντων απόλαυσον, μόνον αμαρτίας απόστηθι».΄Εχεις δικαίωμα να κάνεις τα πάντα, να χαρείς την ζωή σου, να απολαύσεις τα πάντα. Κάτι όμως που είναι αμαρτία μη το κάνεις, φύγε μακριά. « Ακαθάρτου μη άπτεσθε», λέγει ο Θεός στην Αγία Γραφή. Ούτε με το δαχτυλάκι σας να το ακουμπάτε , καμία σχέση με το κακό, τελεία αποχή. Ο απόστολος Παύλος πάλι συμβουλεύει , τα αμαρτήματα που κάνουν οι άπιστοι, εμείς δεν θα τα πιάνουμε ούτε στο στόμα μας, ούτε καν θα τα αναφέρουμε. Πολύ δε περισσότερο δεν θα τα κάνουμε.
Ενθυμούμεθα κάποιες νεαρές γυναίκες, που ήθελαν να κάνουν τις φεμινίστριες, που έβγαιναν στους δρόμους και φώναζαν, όταν γινόταν αγώνας κατά των εκτρώσεων από την εκκλησία και άλλους φορείς. Τις ακούγαμε που φώναζαν, « δικά μας είναι τα σώματα ,τα κάνουμε ό,τι θέλουμε». Ήσαν οι καημένες άφρονες και εκτός εαυτού. Ζούσαν ασώτως.
1) Ο απόστολος Παύλος λέγει: «ουκ εστέ εαυτών,ηγοράσθητε γάρ τιμής». Δεν ανήκετε στους εαυτούς σας. Δεν μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε. Του Χριστού είστε. Ο Χριστός  πλήρωσε με το αίμα Του και σας εξαγόρασε. Άρα είστε υποχρεωμένοι να ζείτε κατά Χριστόν, να κάνετε πάντοτε το θέλημα του Θεού. Και ασφαλώς δεν θέλει ο Χριστός να γίνετε φόνισσες και εγκληματίες.
2) Ας πούμε ότι τα σώματα σας ανήκουν, είναι δικά σας. Αυτό που κυοφορείται μέσα στα σπλάχνα σας , οπωσδήποτε δεν είναι δικό σας. Και αυτό του Θεού είναι. Η Σάρρα, η γυναίκα του Αβραάμ  από νέα ήθελε να κάνει παιδί και δεν μπορούσε. Πότε απέκτησε; όταν θέλησε ο Θεός. Το ίδιο και η Ελισάβετ, η μητέρα του Τ.Προδρόμου, το ίδιο και η αγία Άννα, η μητέρα του προφήτη Σαμουήλ , το ίδιο και τόσοι άλλοι.
Διαβάζουμε στην Αγία Γραφή, « ιδού εγώ και τα παιδία, ά μοι έδωκεν ο Θεός». Ο δε δίκαιος και πολύαθλος Ιώβ, όταν έχασε και τα δέκα του παιδιά έλεγε με υπομονή: Ο Θεός μου τα έδωσε, ο Θεός πάλι τα πήρε.
Κάθε ένας που ζεί μέσα στην αμαρτία είναι άφρων , εκτός εαυτού. Το παν είναι να σωθούμε και όποιος δεν εργάζεται  για την σωτήρια του  είναι άφρων και εκτός εαυτού. Όποιος ενεργεί τα αντίθετα προς την σωτηρία του είναι άφρων και ζεί ασώτως. Όποιος νομίζει ότι σκέπτεται πολύ λογικά και έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι εκτός εαυτού  και άφρων. Θα προχωρήσω ακόμη περισσότερο. Όταν ζητούμε να κάνουμε δήθεν ανώτερα πράγματα, πιο πνευματικά, πιο άγια, πιο πολλά από ό,τι ορίζει η εκκλησία  και με αυτά εύκολα πέφτουμε στον εγωϊσμό και σε έπαρση και πάλι ξεμακραίνουμε από τον Θεό, πάλι είμαστε άφρονες, εκτός εαυτού, ερωτοτροπούμε με την ασωτία. Όταν κάνουμε το δικό μας θέλημα, είμαστε εκτός εαυτού και ζούμε ασώτως.
                                                           Αγαπητοί αδελφοί,
Κάποτε ο άσωτος υιός  «ήλθεν εις εαυτόν». Γύρισε πίσω στον πατέρα του. Είπε, πατέρα μου ,αμάρτησα, έσφαλα. Δεν προσπάθησε  να δικαιολογηθεί. Όσο πλησίαζε με μετάνοια και συντριβή, τόσο ένιωθε μέσα του την χαρά  να μεγαλώνει, τόσο περισσότερο ανοιχτή έβλεπε την θύρα του ελέους του πατέρα του. Όλοι εμείς ακολουθήσαμε τον άσωτο στην πτώση του και στην αμαρτία, στην απομάκρυνση από τον Θεό. Καιρός είναι τώρα να τον μοιάσουμε και στην επιστροφή. Να έλθουμε εις εαυτόν, στα συγκαλά μας. Όταν μετανοούμε ερχόμαστε εις εαυτόν, γινόμαστε λογικοί και μυαλωμένοι άνθρωποι. Όταν δεν επιχειρούμε να δικαιολογηθούμε, όταν παραδεχώμαστε  τα σφάλματά μας και τα λάθη μας είμαστε σώφρονες
Να δώσει ο Θεός , ώστε η σημερινή ημέρα να είναι ξεχωριστή, ιστορική θα έλεγα για όλους μας. Μια ολόκληρη ζωή κουραστήκαμε μέσα στην αμαρτία Να πάρουμε  την  σταθερή απόφαση, να επιστρέψουμε  όπως ο άσωτος υιός . Ο στοργικός πατέρας μας περιμένει με ανοιχτή αγκαλιά στην θύρα του Παραδείσου, για να μας βάλει  στο ουράνιο πανηγύρι . Αμήν.-

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ(ΑΣΩΤΟΥ): «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ µετανοούντι». υπό του π. Άγγελου Σπυρόπουλου



π. Αγγέλου Σπυρόπουλου,εφημερίου ΙΝ αγίου Ανδρέου Αιγίου
Αγλάισμα των παραβολών και ατίμητο κειμήλιο του Ευαγγελικού θησαυρού ονόμασαν, 
αγαπητοί μου αδελφοί, οι πατέρες τη παραβολή του Ασώτου υιού. Γιατί μέσα από
 αυτή την παραβολή ζωγραφίζεται από το «θείο καλλιτέχνη», η απέραντη και
 ανυπέρβλητη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, το κάθε άνθρωπο.
Φαίνεται όλο το ύψος της αγάπης του Θεού, που δεν αγαπά μόνο τους δικαίους, τους
 ενάρετους και τους εκλεκτούς, αλλά η αγάπη του Θεού αγκαλιάζει όλους τους
 ανθρώπους με μεγαλύτερη θέρμη και με ειλικρινέστερο πόνο ακόμη και τον 
χειρότερο αμαρτωλό, εξάλλου ο Χριστός είπε «ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους
 αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοια».
Έτσι λοιπόν, συνεχίζει η παραβολή να μας λέγει: «είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και
 ευσπλαγχνίσθη και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν»,
 δηλαδή, ο γεμάτος αγάπη πατέρας, όταν είδε από μακριά τον αγνώριστο και σε
 κακά χάλια γιό του, έτρεξε, τον αγκάλιασε και τον κατεφίλησε. Αγνώριστος ήταν 
κι όμως η αγάπη του πατέρα τον γνώρισε και τον αποκατέστησε στη πρώτη δόξα.
Όταν βρισκόταν στο σπίτι τού πατέρα ο μικρότερος γιος, είχε άφθονα όλα τ΄
 αγαθά και ήταν χαρούμενος και ευτυχισμένος, γιατί είχε ακόμη την φροντίδα
 και την στοργή του πατέρα του.
Όμως, από απερισκεψία, θεωρεί την υπακοή στο πατέρα σαν αιχμαλωσία 
και σκλαβιά, παρακινούμενος μάλλον και από τους «φίλους» ζητάει την ελευθερία
 του, να χαρεί τα νιάτα του μακριά από την επίβλεψη του πατέρα του.
Και αφού ζήτησε την προβλεπόμενη περιουσία έφυγε και πήγε «σε χώραν μακράν» 
όπου εκεί κατασπατάλησε όλη την περιουσία του σε πονηρές διασκεδάσεις και 
σε κτηνώδεις απολαύσεις.
Φυσικό και επόμενο ήταν με την τόσο σπάταλη ζωή που έκανε να χάσει όλη την 
περιουσία του, να δυστυχήσει και να κινδυνέψει να πεθάνει από την πείνα, εάν
 δεν βρισκόταν κάποιος να τον μαζέψει και να τον προσλάβει ως χοιροβοσκό.
 Και όχι μόνο αυτό, αλλά, προσπαθούσε να χορτάσει με την τροφή που έδινε
 στους χοίρους.
Σε αυτό το σημείο επαληθεύονται τα λόγια του Χριστού μας που λέγει:
 «έσονται οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι».
Ο πλούσιος γιος, τώρα χοιροβοσκός!!! Η σκέψη αυτή τον συντάρασσε, τον
 επανέφερε όμως στα λογικά του και αποφασίζει λέγοντας: «πόσοι μίσθιοι 
του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ λιμώ απόλλυμαι! Αναστάς 
πορεύσομαι προς τον πατέρα μου…» δηλαδή πόσοι μισθωτοί του πατέρα 
μου έχουν άφθονο και περισσεύοντα τον άρτο, ενώ εγώ κινδυνεύω να
 πεθάνω από την πείνα. Ταπεινώνεται και αμέσως παίρνει τον δρόμο 
του γυρισμού. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα της μετανοίας του με τον λογισμό,
 την σκέψη. Προχωρεί με σκυμμένο το κεφάλι, ξυπόλητος, βρώμικος,
 δυστυχισμένος και αγνώριστος από τις κακουχίες.
Σαν πλησίαζε, όμως, στο πατρικό του σπίτι, ο πατέρας τον είδε από
 μακριά, και αμέσως έτρεξε τον αγκάλιασε.
Ο άσωτος γιος κάνει το δεύτερο βήμα δηλαδή κάνει το λογισμό, τη σκέψη πράξη
 και ζητά από τον πατέρα του την πλήρη συγχώρεση λέγοντάς του: "ήμαρτον εις 
τον ουρανόν και ενώπιόν σου. Ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Ποίησόν με ως
 ένα των μισθίων σου».
Η αγάπη του πατέρα δέχεται την πραγματική συγνώμη του ασώτου, και αμέσως,
πρόσταξε τους δούλους να του φέρουν τα καλύτερα ρούχα, τα καλύτερα 
υποδήματα, το δακτυλίδι του, και να σφάξουν τον «μόσχο τον σιτευτόν» ώστε
 να γιορτάσουν την επιστροφή του γιού του, διότι «νεκρός ην και ανάζησε,
 και απολωλώς ην και ευρέθη».
Μια εικόνα απείρου κάλους, θεϊκής αγάπης, και πάλι μου έρχονται τα 
θεία λόγια στη σκέψη: «Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί
 ενί αμαρτωλώ µετανοούντι».
Πόσοι όμως άνθρωποι, αγαπητοί μου αδελφοί, σε κάθε εποχή, πόσο μάλλον
 σήμερα, μοιάζουν με τον Άσωτο της παραβολής; Πόσοι σπαταλούν την 
περιουσία τους, τα νιάτα τους και φθείρουν την υγεία τους σε αμαρτωλές 
διασκεδάσεις; Πόσες οικογένειες έχουν καταστραφεί από την ασωτία είτε
 των ανδρών είτε των γυναικών; Τόσα διαβάζουμε καθημερινά στις εφημερίδες
 για ειδεχθή εγκλήματα τα οποία είναι αποτέλεσμα της ασωτίας και της
 ανηθικότητας!!!
Οι κοινωνία μας είναι γεμάτη από άσωτους, κάθε ηλικίας,
 κάθε φύλου, κάθε τάξεως.
Ο άσωτος της παραβολής όμως, κάποτε μετανόησε και γύρισε
 στο πατέρα του.
Ποια ευλογία Θεού θα ήταν και ευτυχία της κοινωνίας, εάν όλοι οι 
άσωτοι, κάθε εποχής, ακολουθούσαν το παράδειγμα του νεώτερου γιού
 της παραβολής δηλαδή στην επιστροφή του στο πατρικό σπίτι!
Η αγάπη του Θεού και πατέρα μας είναι πολύ μεγάλη για κάθε 
αμαρτωλό άνθρωπο.
Η αγκαλιά Του, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι πάντα ανοικτή και περιμένει
 την επιστροφή όλων μας, διότι η μακροθυμία Του ανέχεται και υπομένει.
Το μόνο που ζητεί, είναι τη μετάνοιά μας, όπως αυτή του Άσωτου υιού που
 είπε στον πατέρα του «ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου. Ουκέτι 
ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».
Έτσι αδελφοί μου είναι ευκαιρία τώρα που προετοιμαζόμαστε για το Θείο Πάθος
 να γυρίσουμε και εμείς ως ο Άσωτος και να ζητήσουμε από τον Θεό πατέρα την
 συγχώρεση ώστε να ακούσουμε και εμείς το «νεκρός ην και ανάζησε, 
και απολωλώς ην και ευρέθη». Αμήν.



IEΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΙΓΙΟΥ
 

Ο στοργικός πατέρας Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου




Η σημερινή, η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, η Κυριακή του Ασώτου, κατά την οποία ακούγεται η πασίγνωστη παραβολή του αποστάτη νέου, που προσπάθησε εγωιστικά να ανεξαρτητοποιηθεί και να αποτινάξει από πάνω του την πατρική φροντίδα, μας καταγράφει παραστατικά και με τον πλέον πρακτικό τρόπο τη διαδρομή της Μετανοίας. Τονίζουμε και πάλι ότι "Μετανοώ", σημαίνει αλλάζω μυαλά.  Μετανοώ σημαίνει, αλλάζω πορεία.  Ευρισκόμενοι, αγαπητοί Χριστιανοί, στην ευλογημένη περίοδο του Τριωδίου, στην περίοδο όπου μας δίνεται η εύκαιρα για πιο έντονη και πιο συχνή επικοινωνία με το Θεό, για πνευματική ανανέωση και επαναπροσδιορισμό της ζωής, μιλάμε και πάλι για τη "Μετάνοια".
Ένας άνθρωπος έχει δύο γιούς. Ο νεώτερος γιός ζητάει χωρίς περιστροφές από τον πατέρα του το μερίδιό του από την κληρονομιά.
Απ’ εδώ αρχίζει η αφροσύνη του ανθρώπου, που φεύγει «εις χώραν μακράν» όπου ανοήτως κατασπαταλά τις θείες δωρεές και καταρρακώνει τη ψυχή του στην αυτοεξορία και στην απομάκρυνση από την πατρική στοργή, με ερέθισμα την αναζήτηση της ευτυχίας .
Όμως, ο «ατίθασος», ο «απερίσκεπτος», όπως  αρκετοί θα τον χαρακτήριζαν, «έρχεται εις εαυτόν» και  συμμαζεύει τα συντρίμμια μέσα στη ψυχή του, παίρνει την οριστική  απόφαση για επιστροφή στην πατρική θαλπωρή και αγάπη.  Επιστρέφει εκεί που τον περιμένει υπομονετικά ο στοργικός του πατέρας, τον οποίον  δέχεται και συγχωρεί, αφού γύρισε πραγματικά μετανοημένος.
Ποιο άραγε ήταν το ενθαρρυντικό στον νέον αυτόν, που του έδωσε τη δυνατότητα της επιστροφής; Ήταν η στάση που κράτησε ο συγκεκριμένος πατέρας της παραβολής, καθώς  και ο τρόπος που χειρίστηκε το θέμα. Ο πατέρας του δίνει το κομμάτι, το επιβάλλον μέρος της περιουσίας, που ζητάει.
Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, όπως ενδιαφέρει τόσο πολύ εμάς, για το πώς θα χαρακτηρίσουν το παιδί μας για τις αστοχίες του, δεν τον ενδιαφέρει αν θα χάσει η το κύρος του, αν παρουσιαστεί ως πατέρας αποτυχημένος, που μεγάλωσε ένα  παιδί, που ζητάει να φύγει από το σπίτι και το αφήνει να φεύγει μακριά του.
Ο πατέρας, όμως, ενεργοποιώντας το πατρικό φίλτρο της  αγάπης και της στοργικότητας,  αδιαφορεί για την κρίση του κόσμου στην ανταρσία του γιου του.
Αυτό το πατρικό φίλτρο ήταν που δεν του έκανε ούτε  διδασκαλία, ούτε υποδείξεις, για τις δυσκολίες που θα συναντούσε, με λόγια,  πίστευε ότι πρέπει να  τον αφήσει να περιπλανηθεί, να πάθει, να μάθει, να βιώσει προσωπικά το αίσχος, την απάτη και το ψεύδος της αμαρτίας.
Παράλληλα, ο πατέρας, γνωρίζει, ότι ο δρόμος της φυγής  είναι επικίνδυνος, αλλά δεν θέλει να επιβάλει διαφορετική αντιμετώπιση στο αίτημα του παιδιού του, όσο πόνο και θλίψη του προκαλεί. Το μόνο που κάνει είναι να τον κρατήσει βαθειά στην αγάπη του, κρατώντας  το σταυρό της υπομονής και της αναμονής.
Πράγματι, ο πατέρας κρίνει ότι δεν έχει νόημα  να κρατήσει δια της βίας τον γιό του κοντά του,  αλλά να του δώσει τη δυνατότητα, να δημιουργήσει εκείνες τις προϋποθέσεις, ώστε μόνος του να έλθει προς εαυτόν. Αυτή η συμπεριφορά του πατέρα είναι η  καθοριστική   κίνηση του υιού, για την επιστροφής του,   όταν μετανόησε «ελθών εις εαυτόν».
Αυτή η  συμπεριφορά του πατέρα με τα έως τώρα δεδομένα της παιδαγωγικής και των συναφών επιστημών, θα τον κατέτασσαν στην κατηγορία των δημοκρατικών γονέων. Οι γονείς αυτοί συνδυάζουν την αγάπη με την ελευθερία. Αναγνωρίζουν στα παιδιά τους το δικαίωμα  ελευθερίας τους, ώστε να ικανοποιούν μόνα τους τις ανάγκες τους και να οδηγούνται τελικά στην αυτάρκεια, στην αυτοτέλεια και στην αυτονομία. Οι γονείς αυτοί, ισχυρίζονται έγκριτοι επιστήμονες, αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους με δημοκρατική διάθεση, συνεργάζονται με αυτά, προσφεύγουν συχνά στο διάλογο και στην ενθάρρυνση, τα επαινούν σε περίπτωση επιτυχίας και τα ενθαρρύνουν σε περίπτωση αποτυχίας.
"Μόνο αν το καταλάβουμε, μας λέει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν, θα μπορέσουμε να αρχίσουμε την επιστροφή στην αυθεντική ζωή,   Όταν, δηλαδή, συνέλθουμε από το μεθύσι της αμαρτίας, μόλις διαλυθεί το σκοτάδι, μόλις αποκτήσουμε επίγνωση της κατάστασης μας, τότε αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, ξαναβρίσκουμε την προσωπικότητα μας, ερχόμαστε "εις εαυτόν".
Αμαρτίας επίγνωση, αυτογνωσία, είναι το πρώτο στάδιο της μετανοίας . "Προηγείται της μετανοίας, μας λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η επίγνωση των οικείων πταισμάτων», η οποία είναι η βασική αιτία, για να ελκύσουμε το Θείο έλεος. Γι' αυτό και ο προφήτης Δαβίδ λέγει προς τον Θεό: "Ελέησον με, ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω ...;".
Αλλά, για να αισθανθεί κανείς την ανάγκη να έλθει σε «επίγνωση της αληθείας», εξαρτάται  από το σύνολο της αλήθειας της ζωής του πατέρα.
Αυτή τη δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα έδειξε και τον εσωτερικό του κόσμο,  τις αντιστάσεις, αλλά και τις αναμνήσεις του από την πατρική στοργή και γι’ αυτό σκέπτεται, σε ποιόν πρέπει να προσφύγει.  Έχοντας, λοιπόν, αυτές τις αναμνήσεις, ο άσωτος της παραβολής, παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Και  πριν ακόμη φθάσει στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει από μακριά και τρέχει. Χωρίς να του πει τίποτα, πέφτει ολόκληρος στην αγκαλιά του και τον καταφιλεί. Κανείς δεν μιλά. Κανείς δεν απολογείται, για τίποτα. Έτσι γίνεται στη μετάνοια. Η στιγμή εκείνη είναι ιερή. Διότι, συντελείται  η μυσταγωγία της σχέσης πατέρα και γιου, ιερουργούμενη στο θυσιαστήριο της βαθειάς σιωπής, που το δημιουργεί η  πυράκτωση της αγάπης, που παραλύει τη γλώσσα.
Έτσι, η πατρική αγάπη νίκησε  το θάνατο  και άναψε τη χαρά και το πανηγύρι, και ενδύεται και πάλι ο νεότερος υιός, όχι πια ο άσωτος, την στολή την πρώτη και φορά το δακτυλίδι της υιοθεσίας  και θύεται ο μόσχος ο σιτευτός, ώστε αυτή η επιστροφή γίνει ο κόλαφος της αμαρτίας και το κλέος της αξιοπρέπειας και του ήθους.
Μπορούμε, λοιπόν, να γυρίσουμε στον Πατέρα μας, γιατί εκείνος είναι η ζωή, η επικύρωση της αξιοπρέπειάς μας, η επανεύρεση της ανθρωπιάς μας, η βίωση της ελευθερίας μας.
Είναι εφικτή σε κάθε «άσωτο» και περιπλανώμενο στα καντούνια της αμαρτίας, όχι απλά η επιστροφή μας, αλλά η υποδοχή μας από τον φιλόστοργο ουράνιο Πατέρα, γιατί ο ίδιος ο Θεός «μας έδωσε πολλούς τρόπους μετανοίας, για να διευκολύνει την ανάβαση μας στον ουρανό» (ι. Χρυσ.). Ο καθένας μας επομένως, μπορεί να διάλεξη τον τρόπο, τον τόπο και τη στιγμή, που του ταιριάζει καλύτερα για να αρχίσει την επιστροφή στον πατρικό Οίκο. Και τότε θα συμβεί για τον καθένα μας, αυτό που συνέβη στην περιγραφή της  παραβολής του Κυρίου
Ο φιλόστοργος Πατέρας δέχθηκε τον άσωτο με ανοιχτή αγκαλιά, επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Όταν χρειάζεται να σώσεις τον ταλαιπωρημένο, δεν είναι καιρός δικαστηρίων, άλλα φιλανθρωπίας και αποδοχής της συγγνώμης του μόνον. Και αν χρειαζόταν να τιμωρηθεί, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα.  Γι’ αυτό ο Πατέρας δεν είπε, στον διαμαρτυρηθέντα μεγαλύτερο γιο του, εκείνα που έπραξε ο αδελφός του, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν θυμήθηκε το ότι κατέφαγε την περιουσία Του, αλλά ότι περιέπεσε σε αμέτρητες συμφορές» (ι. Χρυσ.). Ο μεγαλύτερος αδελφός της παραβολής σκεπτόταν σύμφωνα με την ανθρώπινη δικαιοσύνη, αλλά ο Πατέρας ενεργούσε σύμφωνα με την πατρική Του στοργή και αγάπη. Ο «άμεμπτος», ο «αμόλυντος» και «άσπιλος» μεγαλύτερος υιός, ζητάει να επιβληθεί «επιτίμιο».  Να περάσει από δίκη τον αδελφό του.  Να πληρώσει για τα λάθη του.  Αλλά η δικαιοσύνη του Πατέρα είναι η αποδοχή, χωρίς προϋποθέσεις και συνθηκολογήσεις, γιατί αγαπάει, γιατί είναι στοργικός, γιατί είναι Πατέρας.
Οι άγιοι Πατέρες, υποστηρίζουν, ότι και η δική μας θέση απέναντι στον Θεό είναι παρόμοια με του ασώτου, «και με τέτοιο τρόπο ο φιλάγαθος Θεός δέχεται και αγαπά εκείνους που μετανοούν. Ο Πατέρας περιμένει την επάνοδό  μας από την πλάνη. Αρκεί να επιστέψουμε, και ενώ θα είμαστε, ακόμη μακριά, θα τρέξει και θα πέσει στον τράχηλο μας και θα μας  αγκαλιάσει με στοργικούς ασπασμούς την «κεκαθαρμένη» ήδη, από την μετάνοια ψυχή μας. Θα  μας ενδύσει την ψυχή  με την πρώτη στολή, που εξεδύθη τον παλαιό άνθρωπο, θα δαχτυλοθετήσει την χείρα μας και θα βάλει υποδήματα στα πόδια, που επέστρεψαν στην πατρώα στέγη. Θα αναγγείλει  την  ημέρα αυτή, ως «ημέρα ευφροσύνης και χαράς στους  αγγέλους και στους ανθρώπους, και θα εορτάσει  τη σωτήρια σου» , διδάσκει ο  Συμεών ο νέος Θεολόγος.
Αυτή η χαρά του ουρανού για την επιστροφή του μετανοούντος είναι το κυρίαρχο στοιχείο στις παραβολές του χαμένου προβάτου, της χαμένης δραχμής και του ασώτου. Ο καλός Ποιμένας «χαίρων επιτίθησιν επί τους ώμους αυτόν το χαμένο πρόβατο και ελθών εις τον οίκον συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονας λέγων αυτοίς• συγχάρητέ μοι, ότι εύρον το πρόβατον μου το απολωλός». Και στις τρεις παραβολές ο Κύριος, μάς βεβαιώνει, ότι χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι .
Η αγάπη Του μας συγκαλεί όλους στο πανηγύρι της χαράς του ουρανού και μας κάνει κοινωνούς της θείας ευφροσύνης. Ο Θεός Πατέρας θέλει να επιστρέψουμε αβίαστα και ελεύθερα προς Αυτόν, «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας μας», ώστε ολόκληρους να μάς αγκαλιάσει με την πατρική Του αγάπη.
Ο άσωτος απομακρύνθηκε από τον φιλόστοργο Πατέρα του και πορεύθηκε εις «χώραν μακράν». Η πατρική αγάπη όμως απλώνεται τόσο μακράν, όσο είχε φθάσει το αγαπημένο Του παιδί. Και όταν είδε την απόφαση για επιστροφή, συνέργησε ο ίδιος, για να την πραγματοποίηση: «Έτι αυτόν μακράν απέχοντος, είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη, και δραμών, επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν». Ο λόγος έτι μακράν αυτού απέχοντος, αποκαλύπτει «την απερίγραπτη φιλοστοργία του ουράνιου Πατέρα, καθώς  και το μέγεθος και την ποιότητα της αγάπης, που επιδεικνύει σ’ εκείνους, που επιστρέφουν κοντά Του». Ο στοργικός Πατέρας δεν περιμένει να φθάσει το παιδί Του. Αγναντεύει διαρκώς και όταν μας αντικρίσει, τότε τρέχει πρώτος να μας υποδεχθεί.
Ας βιαστούμε να γυρίσουμε με την πτήση της επιστροφής. Ας επαναπατριστούμε στην πατρώα γη, στην πατρώα στέγη, όπου υπάρχει αφθονία αγάπης και είναι εξασφαλισμένη η τροφή και η διατροφή του καθενός μας. Να πούμε κι εμείς το «πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου, ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».

Τέλος, ας θυμηθούμε, τον λυπηρό και νοσταλγικό 136ο ψαλμό:

[Τῷ Δαυΐδ, διὰ Ἱερεμίου· εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν.

Ψαλ. 136,1 Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών.

Ψαλ. 136,1 Εις τας όχθας των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν δούλοι και εξόριστοι και εκλαύσαμεν ενθυμούμενοι την Ιερουσαλήμ.

Ψαλ. 136,2 ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν·

Ψαλ. 136,2 Εις τας ιτέας, που υψώνονται εις τας όχθας των ποταμών, οι οποίοι διαρρέουν την χώραν, εκρεμάσαμεν θλιμμένοι τα μουσικά μας όργανα.

Ψαλ. 136,3 ὅτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡμᾶς οἱ αἰχμαλωτεύσαντες ἡμᾶς λόγους ᾠδῶν καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς ὕμνον· ᾄσατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών.

Ψαλ. 136,3 Και τούτο, διότι αυτοί οι οποίοι μας είχαν αιχμαλωτίσει και μεταφέρει εις την Βαβυλώνα, μας εζήτησαν εκεί να ψάλωμεν τα ιερά άσματα. Αυτοί που μας είχαν απαγάγει αιχμαλώτους από την πατρίδα μας, εζήτησαν να τους ψάλωμεν τους ιερούς ύμνους και μας έλεγαν· Ψαλατε εις ημάς από τα άσματα της πατρίδος σας, της Σιών!

Ψαλ. 136,4 πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;

Ψαλ. 136,4 Και ημείς είπομεν· Πως θα ψάλλωμεν την ιεράν ωδήν του Κυρίου εις ξένην ειδωλολατρικήν χώραν και θα λησμονήσωμεν την πατρίδα μας;

Ψαλ. 135,5 ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου·

Ψαλ. 136,5 Εάν σε λησμονήσω, ω Ιερουσαλήμ, και θελήσω να ψάλλω με την συνοδείαν μουσικών οργάνων, εδώ εις την ξένην χώραν, ας γίνη αναίσθητος και παράλυτος η δεξιά μου χείρ.

Ψαλ. 136,6 κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.

Ψαλ. 136,6 Η γλώσσα μου, που θα τολμήση να ψάλλη τας ιεράς ωδάς, ας κολλήση στον λάρυγγά μου, εάν δεν σε ενθυμηθώ, εάν δεν προτάξω σε την Ιερουσαλήμ, ως την υψίστην χαράν και αγαλλίασιν της καρδίας μου.

Ψαλ. 136,7 μνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν Ἐδὼμ τὴν ἡμέραν Ἱερουσαλὴμ τῶν λεγόντων· ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε, ἕως τῶν θεμελίων αὐτῆς.

Ψαλ. 136,7 Ενθυμήσου, Κυριε, και τιμώρησε τους εχθρούς μας τους Ιδουμαίους, οι οποίοι κατά την τραγικήν εκείνην ημέραν, που κατεστράφη η Ιερουσαλήμ, έλεγαν προς τους εχθρούς μας· Αδειάσατέ την, αδειάσατε την Ιερουσαλήμ από τους κατοίκους, καταστρέψατέ την από τα θεμέλιά της.

Ψαλ. 136,8 θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος, μακάριος ὃς ἀνταποδώσει σοι τὸ ἀνταπόδομά σου, ὃ ἀνταπέδωκας ἡμῖν·

Ψαλ. 136,8 Δυστυχία εις σέ, ταλαίπωρος και αθλία Βαβυλών, δια την έπαρσίν σου και τας αδικίας που έχεις κάμει! Μακάριος θα είναι εκείνος, ο οποίος θα σου ανταποδώση ο,τι έκαμες εις ημάς, τα δεινά, τα οποία έπραξες εις βάρος μας.

Ψαλ. 136,9 μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.

Ψαλ. 136,9 Μακάριος θα είναι εκείνος, ο οποίος θα κρατήση εις τας χείρας του τα βρέφη σου και θα τα συντρίψη κτυπών αυτά στους βράχους.]

Είναι ο ψαλμός της εξορίας. Τον έψαλλαν οι Εβραίοι κατά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία τους καθώς σκέφτονταν την ιερή πόλη τους, την Ιερουσαλήμ. Από τότε ο ψαλμός αυτός έγινε ο ψαλμός του ανθρώπου, που συνειδητοποιεί την αποξένωση του από το Θεό και συναισθανόμενος αυτή την εξορία γίνεται πάλι άνθρωπος. Γίνεται εκείνος που ποτέ πια δε θα νιώσει βαθιά ικανοποίηση με τίποτε στον «πεπτωκότα» αυτόν κόσμο, γιατί από τη φύση και από την κλήση του είναι ένας αναζητητής του Τέλειου. Ο ψαλμός αυτός θα ψαλεί δύο ακόμα φορές: τις δύο τελευταίες Κυριακές πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή∙ και την παρουσιάζει σαν ένα μακρινό ταξίδι, σαν μετάνοια, σαν επιστροφή.  Επιστροφή στη γη της «Επαγγελίας», στη γη της χαράς, στη γη της αγάπης του στοργικού ουράνιου Πατέρα.  Στην πατρίδα του πρώην «ασώτου»!



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (ΛΟΥΚ. 5, 11-32) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας


   Δεν υπάρχει πιο σύγχρονο κείμενο από την παραβολή του Ασώτου. Ειπώθηκε πριν από 2000 χρόνια και όμως μιλάει με τον πιο σύγχρονο τρόπο. Πάντα σύγχρονη, πάντα επίκαιρη. Γιατί πάντα ισχύει η τριλογία πτώση- μετάνοια – λύτρωση, ή: αμαρτία – δάκρυα – χαρά.
     Σύγχρονη η παραβολή του Ασώτου, αλλά και ψυχολογικότατη. Καθρεφτίζεται μέσα σ΄ αυτήν η ψυχολογία του αμαρτωλού, η ψυχολογία του ανθρώπου, γιατί κάθε άνθρωπος είναι αμαρτωλός. Αν υπάρχει πιο ζωντανή παρουσίαση του δράματος που λέγεται αμαρτία από την παραβολή του Ασώτου. Αλλά και δεν υπάρχει πιο συγκινητική απεικόνιση της λύσης του δράματος, που λέγεται αγάπη του Θεού, από την παραβολή του Ασώτου.  Μέσα σ΄ αυτήν το βάθος της ανθρώπινης αφροσύνης, αλλά και το ύψος της θεϊκής αγάπης. Μέσα στην παραβολή του Ασώτου, ο άνθρωπος και ο Θεός, το παιδί και ο Πατέρας, η πτώση και η λύτρωση, η πραγματική και η αληθινή χαρά. Η παραβολή του Ασώτου: Δεν υπάρχει κείμενο στην παγκόσμια φιλολογία και γραμματεία, που να μπορεί να συγκριθεί με το κείμενο της παραβολής του Ασώτου.
     Από πολλές σκοπιές έχει εξετασθεί η παραβολή του Ασώτου. Εμείς θα τη δούμε από τη σκοπιά του ανθρώπου της εποχής μας, που μιλάει για ελευθερία και αναζητάει την ελευθερία και αγωνίζεται για την ελευθερία.
     Ελεύθερος πλάστηκε ο άνθρωπος από το Θεό. Από όλα τα δημιουργήματα μόνον ατός πλάστηκε λογικός και ελεύθερος. Θέλησε ο Θεός και του έδωσε το αυτεξούσιο. Θέλησε ο Θεός και του έδωσε τα πνευματικά και διανοητικά και υλικά χαρίσματα. Του πατέρα ήταν όλα τα αγαθά και ο πατέρας της παραβολής θέλησε να τα μοιράσει τα αγαθά του, την περιουσία του στα παιδιά του. Ο πατέρας θέλησε να δώσει και στο μικρότερο αγόρι του το μερίδιο, όπως έδωσε και ο Θεός σ΄ όλους μας τα μερίδια.
     Περιουσία που πήραμε από τον Ουράνιο Πατέρα, η σωματική υγεία, τα διανοητικά προσόντα, τα ψυχικά χαρίσματα, τα γενικά και τα ειδικότερα τάλαντα. Άφησε ελεύθερο το παιδί ο πατέρας. Δεν θέλησε να το δεσμεύσει. Και εδώ αρχίζει η κακή χρήση της ελευθερίας. Μαγεμένος από τα συνθήματα της χειραφέτησης και της πλήρους αποδέσμευσης, το άγουρο αγόρι ζητάει να φύγει. Η παραμονή στο σπίτι του πατέρα του φαίνεται σκλαβιά. Πρέπει να φύγει. Δεν τον χωράει το σπίτι. Και φεύγει. «Και συναγωγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως».
     Μακριά από κάθε παρακολούθηση. Κανένας φραγμός πια στη ζωή του. Εντελώς ελεύθερος όπως νόμιζε, πηγαίνει όπου θέλει, κάνει ό,τι θέλει, ζει όπως του γουστάρει, γυρίζει παντού. Κανένα φρένο, κανένα stop στη ζωή του. Έτσι νόμιζε πως θα είναι αληθινά ελεύθερος. Αλλοίμονο όμως! Τρέχοντας τρελλά, ξεπέρασε το φράχτη της ελευθερίας και βρέθηκε στον άγριο τόπο της ασυδοσίας. Αυτή είναι η ελευθερία που ζητάνε οι περισσότεροι νέοι της εποχής μας. Η ελευθερία της ασυδοσίας. Κάθε φραγμός σπιτικός τους φαίνεται σκλαβιά. Κάθε δέσμευση σχολική τους φαίνεται ανυπόφορη.  Κάθε περιορισμός του νόμου τους φαίνεται αναχρονιστικός. Μεριάστε όλοι! Οι νέοι περνούν! Γεμίστε τους φράκτες, σπάστε τις πινακίδες με τα stop, σβήστε τους περιορισμούς, καταργήστε τους κανονισμούς και τους νόμους. Κάτω τα Μη! Όλα επιτρέπονται στους νέους….! Έτσι κήρυξαν οι κράχτες της ασυδοσίας και του αναρχισμού. Και κέρδισαν τις πλατειές μάζες των νέων. Και πήραν τα παιδιά μας το δρόμο τάχα για την λευτεριά. Μα πήραν το δρόμο λάθος. Βρέθηκαν στο δρόμο της ασυδοσίας. Το αποτέλεσμα; Δείτε την ιστορία του ασώτου αγοριού. Αντίθετα απ΄ ότι νόμισε τα βρήκε. Ελευθερία νόμιζε πως θα βρει, σε αθλιότητα και εξαχρείωση κατάντησε. «Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός…». Τα ΄φαγε όλα και τώρα φτώχεια, γύμνια, κακομοιριά, δυστυχία. Μακριά από Θεό και χωρίς Θεό, πείνα και δυστυχία, ανασφάλεια και εξαχρείωση. Πόσοι νέοι χάνονται και εξαθλιώνονται! Πόσα ταλέντα πάνε χαμένα. Πόσοι προσοντούχοι καταντούν ρεμάλια του κακού! Υποδούλωση, αυτό είναι το αποτέλεσμα του αποστάτη ανθρώπου της εποχής μας. Απομακρύνθηκε από το Θεό και «πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών…». Προσκολλήθηκε, υποδουλώθηκε σε κάποιο αφεντικό, σε κάποιο άνθρωπο που τον έχει θεοποιήσει. σε κάποιο κόμμα που το ΄χει απολυτοποιήσει.  σε κάποια ιδεολογία, που την έχει εξειδανικεύσει. σε κάποιο πάθος, που δεν μπορεί να το υπερνικήσει. Αυτό που λένε, ότι θα ζήσουν ανεξάρτητα, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Όποιος πάψει να πιστεύει στο Θεό, πιστεύει στο διάβολο, που έχει διάφορες μορφές, διάφορα προσωπεία. Την ώρα που ξεγλιστράς απ΄ την αγκαλιά του Θεού, πέφτεις στην αγκαλιά της αμαρτίας. Και είναι φοβερό το σφιχταγκάλιασμα της αμαρτίας. Και η αμοιβή γι΄ αυτό το σφιχταγκάλιασμα με το κακό, γι΄ αυτήν προσκόλληση στον κόσμο; Η ίδια η αμοιβή με τα γουρούνια. Ξυλοκέρατα, χαρούπια κατάντησε να επιθυμεί ο άσωτος υιός. Και αυτά δεν τά ΄βρισκε,, τα έδιναν στα γουρούνια.
     Η ελευθερία που ζήτησαν οι νέοι μακριά από το Χριστό ήταν όνειρο απατηλό. Ήταν η ελευθερία των χοίρων, η ελευθερία της λάσπης. Μα ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος να σέρνεται στο χώμα και να κυλιέται στη λάσπη. Είναι πλασμένος να πετάει ψηλά, σε κόσμους ουράνιους, σε σφαίρες πνευματικές.
     Τι κρίμα! Παιδιά του Θεού, πλασμένα να τρέφονται με θεϊκές τροφές, κατάντησαν παιδιά του βούρκου. Τι ταϊζουν τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα παιδιά μας; Ξυλοκέρατα, χαρούπια. Και κάτι χειρότερο. Λάσπη, βούρκο, λασπόνερα. Τι απογοήτευση! Τα παιδιά  του ουράνιου Μάννα να ρουφούν βούρκο από τον υπόνομο των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
     Αλλά αρκετά μας κοίμισε ο διάβολος με το χλωροφόρμιο της αμαρτίας. αρκετά μας έδεσε με τα δεσμά της αμαρτίας. Καιρός για το σωτήριο τίναγμα. «Ξυπνάτε αλύτρωτοι ραγιάδες, για να χαρήτε λευτεριά. Συντρίψετε τις αλυσίδες, που σας τυλίξανε βαρειά…». Δεν είμαστε εμείς παιδιά της λάσπης. Είμαστε παιδιά του Θεού. Ω, να γινότανε μέσα στις τόσες πορείες που γίνονται και η πορεία, η δεύτερη πορεία του Ασώτου, η πορεία της επιστροφής. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα…». Είναι η πορεία, το τρέξιμο προς την αληθινή ελευθερία. Πήρες τη ζωή λάθος, πήρες λαθεμένο δρόμο για την ελευθερία; Μεταβολή! Μετάνοια, αυτό θα πει μεταβολή.
     Και στην πορεία επιστροφής, η ανοιχτή αγκαλιά του πατέρα είναι εξασφαλισμένη. «Είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και ευσπλαχνίσθη και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν». Μια κίνηση κάνει το παιδί, δέκα κάνει ο πατέρας. Δειλή η κίνηση του παιδιού, ζεστή η κίνηση του πατέρα. Δάκρυα λύπης το παιδί, δάκρυα χαράς ο πατέρας. Κλείνουν οι αγκαλιές του κόσμου για το παραστρατημένο αγόρι, ανοίγει η αγκαλιά του πατέρα. Είναι η ίδια αγκαλιά, που παραμένει ανοιχτή, η αγκαλιά του Χριστού. 20 αιώνες τώρα είναι ανοιχτή. Δεν κλείνει η αγκαλιά του Θεού όσο υπάρχει αυτός ο κόσμος. Ας πλανιόμαστε, η αληθινή ελευθερία βρίσκεται μονάχα κοντά στο Χριστό.
     Κοντά στο Χριστό, η ελευθερία, κοντά του η λύτρωση, κοντά του η χαρά.
     Παιδιά του κόσμου!  Όπου και αν πάτε, ό,τι και αν κάνετε, να μη ξεχνάτε: πως υπάρχει μια αγκαλιά ανοιχτή που σας περιμένει.
π. Ι.Μ.

Μητρ.Χαλκίδος Χρυσόστομος-Κήρυγμα Κυριακῆς Ἀσώτου



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΟΙ ΔΥΟ ΥΙΟΙ -ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ


ΟΙ ΔΥΟ ΥΙΟΙ

Πικρά ποτήρια αίσχους και ντροπής, θλίψεως και οδύνης, ποτίζουν τον πατέρα τους και οι δυό υιοί της σημερινής παραβολής. Ο ένας, τον ατιμώνει με την  προηγούμενη ελεεινή διαγωγή του. Ο άλλος, τον πικραίνει με τον φθόνο του και με την εγωιστική και εμπαθή συμπεριφορά του. Ο νεότερος, θρασύς και παρήκοος, αυθάδης και ασεβής όπως είναι, παρουσιάζεται μια μέρα στον πατέρα του και τον αναγκάζει, με το έτσι θέλω, να του δώσει το ποσοστό της πατρικής περιουσίας που του ανήκει. Ο πατέρας του, που δεν θέλει να κρατήσει δια της βίας τον ανυπότακτο υιό, διαμοιράζει την περιουσία του και δίνει στο απαιτητικό παιδί το μερίδιό του.
Μετά από λίγες μέρες μαζεύει όλα τα αγαθά του και αναχωρεί σε χώρα μακρινή, ξένη και άγνωστη, μακριά από κάθε πατρική επίβλεψη και προστασία. Εδώ ρίχνεται ακράτητος στη ζωή της ασωτίας. Παραδίδεται στα γλέντια και τα ξενύχτια, στις αισχρότητες και της ακατονόμαστες βρομερότητες. Σπαταλά όλη του την περιουσία  στα συμπόσια και τις διασκεδάσεις και στην κάθε είδους ασωτία και διαφθορά. Καρπός και αποτέλεσμα της άνομης και τρελής αυτής ζωής είναι η τρομερή  στέρηση και πείνα ο εξευτελισμός  και η δουλεία. Και είναι βέβαια όλεθρος και καταστροφή και δίκαιη τιμωρία για τον κακοκέφαλο και ατίθασο αυτό νέο. Είναι όμως και ντροπή και προσβολή  και για τον πατέρα, το καλό όνομα του οποίου με τόση ασέβεια και αφροσύνη έχει διασυρθεί και κατασπιλωθεί από τον άσωτο υιό.
Παρόμοια θλίψη και στενοχώρια δοκιμάζει ο αγαθός αυτός πατέρας και από τον μεγαλύτερο υιό του.  Αυτός δεν είναι παρήκοος και σκληρός όπως ο νεότερος. Τουναντίον, φρόνιμος και συνετός, φιλόπονος και εργατικός, μένει πάντοτε κοντά στον πατέρα του. Τον βοηθά στις εργασίες του και εκτελεί με προθυμία τις διαταγές του. Η χωρίς όμως πνευματικό περιεχόμενο πειθαρχία αυτή, γεννά μέσα του τόσο μεγάλη ιδέα για το άτομο του και δημιουργεί  τέτοιες παράλογες αξιώσεις, που ξεσπούν σε βάρος του πατέρα του, σε μια στιγμή μάλιστα γενικής χαράς και ευφροσύνης . Στηριχθείς στον εγωισμό του και προβάλλοντας στον πατέρα του την αυτοδικαίωση,  παίρνει την θέση του  αρνητού της πατρικής εξουσίας και της αδελφικής αγάπης.
Όταν μια μέρα επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι ο άσωτος αδελφός του και ο πατέρας του πανηγυρίζει με χαρά το μεγάλο και χαρμόσυνο γεγονός της επιστροφής, ο μεγαλύτερος υιός, αντί να λάβει μέρος στην χαρά, θυμώνει και μένει έξω από το σπίτι. Ο πατέρας του βγαίνει έξω και τον παρακαλεί. Αυτός όμως χύνει όλη την πικρία της φθονερής του καρδιάς και παραπονιέται γιατί ο πατέρας του έκαμε μια τέτοια θυσία για τον άσωτο, ενώ γι’ αυτόν δεν έχει δείξει ποτέ ένα τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Ο αγαθός πατέρας απολογείται προς τον ανάξιο υιό και του υποδείχνει ότι δεν είναι δίκαια τα παράπονά του. «Συ είσαι πάντοτε κοντά μου», λέει, «και όλα τα αγαθά μου είναι δικά σου. Δίκαιη και πρέπουσα είναι η χαρά για την επάνοδο του άσωτου αδελφού σου γιατί ήταν νεκρός στην  αμαρτία και χαμένος και τώρα ανέζησε και ανευρέθη ».
Αυτή την ανάρμοστη και ανεπίτρεπτη  διαγωγή δείχνουν στον πατέρα τους οι δύο υιοί της σημερινής παραβολής. Μια διαγωγή, που την συναντούμε σε κάθε εποχή, ακόμα και σήμερα. Γιατί και σήμερα υπάρχουν αμαρτωλοί όμοιοι με τον νεότερο ή το μεγαλύτερο υιό της παραβολής. Οι πρώτοι, βυθισμένοι στο σκοτάδι και την άγνοια των πραγμάτων, παρασύρονται στην ανηθικότητα και την ασωτία, στην οποία εξώκειλε ο νεότερος υιός. Νομίζουν ότι θα βρουν την ευτυχία, στην απόλαυση των υλικών αγαθών και των αμαρτωλών επιθυμιών. Βέβαια κατ’ αρχάς η ζωή της αμαρτίας φαίνεται από κάθε άποψη ευχάριστη και ελκυστική. Άλλα όμως παρουσιάζει στην αρχή και άλλα έρχονται στο τέλος. Υπόσχεται ελευθερία και οδηγεί σε σκληρή δουλεία. Υπόσχεται τέρψεις και ευτυχία και δημιουργεί πικρίες και θλίψεις και δυστυχία. Τρέφει με όνειρα και μεγάλες ελπίδες και οδηγεί στην καταισχύνη, στην απελπισία, στην απώλεια. Γιατί τελικό κατάντημα του αμαρτωλού είναι η καταστροφή, όχι μόνο η ψυχική, αλλά και η σωματική και η οικονομική και η κοινωνική.
Οι δεύτεροι, ενώ αποφεύγουν σοβαρά αμαρτήματα και μένουν καθαροί από τον μολυσμό και την κατάπτωση των σαρκικών αμαρτημάτων, αφήνουν εν τούτοις, να αναπτυχθεί στην ψυχή τους ο φθόνος και το μίσος και ο φαρισαϊσμός και η αλαζονεία του μεγαλύτερου υιού. Είναι πάντοτε έτοιμοι να διαφημίσουν τις αρετές τους και να καυχηθούν για το άτομο τους και να καταδικάσουν, χωρίς συμπάθεια και οικτιρμό, τις  παρεκτροπές και ελλείψεις των άλλων. Γυμνοί από ταπεινοφροσύνη και  αγάπη και τυπικά ενάρετοι και καλοί, είναι στην ουσία άνθρωποι φθονεροί και εμπαθείς. Δεν γνωρίζουμε, πάντως, αν ο μεγαλύτερος υιός, μετά τον πατρικό έλεγχο , εισήλθε στο σπίτι για να συμφάγη με τον άσωτο αδελφό του. Τούτο ο Κύριος δεν το εφανέρωσε, προφανώς, για να διδάξει ότι οι φθονεροί άνθρωποι, μόνο αν διορθωθούν και μετανοήσουν ειλικρινά, θα έχουν θέση στην βασιλεία των Ουρανών.
Χριστιανοί μου! Αν ως τώρα ζήσαμε στην αμαρτία και αν μέχρι σήμερα υπήρξαμε άσωτοι, φθονεροί και εμπαθείς, ας μην απελπιζόμαστε γι’ αυτό και ας μη δειλιούμε. Η αγάπη του Θεού είναι άπειρη και το έλεος Του ανυπολόγιστο. Αυτό που χρειάζεται από μας είναι η οριστική απομάκρυνση από την ζωή της αμαρτίας και η επιστροφή στον Θεό. Ας μετανοήσουμε, λοιπόν, και ας  επιστρέψουμε χωρίς αναβολή, στον Θεό της αγάπης και της ευσπλαχνίας. Η μετάνοια έσωσε, εθεράπευσε και αποκατέστησε τον άσωτο. Η μετάνοια θα έσωζε και τον πρεσβύτερο. Αλλ’ αυτός όμως σκοτισμένος και δεμένος από τον εγωισμό του δεν μετανόησε και έμεινε έξω της χαράς, με τα αμαρτήματα του, με τα πάθη του, τα πείσματα του και την κακία του. Ας εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας και ας ακολουθήσουμε τη ζωή της αρετής. Και τότε να είμαστε βέβαιοι, ότι θα βρούμε ανοικτές τις αγκάλες του Θεού, ανοικτά και τα χέρια Του, για να μας δώσει την ευλογία Του και παράλληλα την ειρήνη και την συγχώρηση και την απαλλαγή από την αμαρτία.

† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιος


Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...