Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Σούλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γεώργιος Σούλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Ιανουαρίου 03, 2017

ΤΟ ΛΥΤΡΩΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Με την εορτή των Θεοφανείων ή των Επιφανείων ή των Φώτων ολοκληρώνεται ο κύκλος του «Δωδεκάρτου», όπως ονομάζεται η περίοδος των εόρτιων ημερών από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Θεοφάνεια.
Την εορταστική αυτή περίοδο ο κάθε πιστός που συμμετέχει στο εόρτιο κύκλο της Εκκλησίας, δεν αισθάνεται ότι είναι μία μονότονη ροή του χρόνου, αλλά νοιώθει βαθειά ανακούφιση μέσα από το λυτρωτικό μήνυμα και περιεχόμενο αυτών των ήμερων. Είναι το μήνυμα της εν Χριστώ αναγέννησης και ανακαίνισης του ανθρώπου, δια του Θεανθρώπου Λυτρωτή και Σωτήρα του κόσμου Ιησού Χριστού, το οποίο ουδεμία άλλη κοσμική δύναμη μπορεί να προσφέρει.
Η βάπτιση του Χριστού, που εορτάζουμε τα Θεοφάνεια αναδεικνύουν τον Ενανθρωπίσαντα Ιησού Χριστό, ως Μεσσία και Λυτρωτή, καθώς μας το επιβεβαιώνει η φωνή του Πατέρα που ακούγεται τη στιγμή της Βάπτισής Του, δηλώνοντας την παρουσία Του, ως του μόνου αληθινού Βασιλέως του κόσμου. Η Βάπτιση του Χριστού εισάγει στον κόσμο νέο ήθος και ύφος, που πηγάζουν από τη θυσιαστική αγάπη υπέρ του ανθρώπου. Τα ύδατα του Ιορδάνη ποταμού και κατ’ επέκταση ολόκληρη η φύση και ο κόσμος αγιάσθηκαν και καθαγιάσθηκαν, από τον Χριστό και μεταβλήθηκαν από κοινά ύδατα σε «αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον».
Αν ήθελε κανείς να προσεγγίσει βαθύτερα το αγιοπνευματικό περιεχόμενο και νόημα της εορτής των Φώτων, δεν μπορεί να μην αντιληφθεί, ότι όντως συνέβη και όντως φανερώνεται σε όσους έκτοτε λούζονται στα νάματα του Ιορδάνου, για να καθαρίσουν, για να καθαγιάσουν και να ξεπλύνουν τις αμαρτίες και τα πάθη τους, που δημιουργούνται στη ροή του χρόνου και της καθημερινότητας, οι οποίοι θα πρέπει να δεχθούν το Μέγα Μυστήριο της Σωτηρίας, οντολογικά και βιωματικά και όχι επιφανειακά και επιδερμικά, γιατί μόνο έτσι, θα μπορέσουν να αντιληφθούν το μέγεθος των γεγονότων όλων των ήμερων του δωδεκαόρτου, καθώς επίσης και ότι είναι τόσο οικεία και πλησίον μας και επί πλέον ότι μας προσφέρουν κάθε φορά που τα εορτάζουμε μηνύματα ωφέλιμα, σύγχρονα και επίκαιρα, καθώς και μηνύματα απελευθέρωσης και αναζωογόνησης, που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε ακέραιη και αυθεντική προσωπικότητα. Αυτά τα μηνύματα διαφυλάσσονται περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια στην Εκκλησία του Θεανθρώπου Χριστού, ως παρακαταθήκη της λυτρώσεως και της καταφάσεως της αυθεντικής ύπαρξης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η αρχέγονη αυτή παρακαταθήκη διαφυλάσσεται και διασώζεται από την Εκκλησία, η οποία μας ορίζει και μας προσδιορίζει το οντολογικό και αυθεντικό νόημα του «ζειν και υπάρχειν του ανθρώπου εν τω κόσμω», διότι η βάπτιση του Χριστού έγινε η αφετηρία της οικονομίας της σωτηρίας, που ανέλαβε ως Θεός και άνθρωπος, να εκπληρώσει εκ μέρους μας, έγινε η δική μας αφετηρία, γιατί συνδέεται άμεσα με το μυστήριο της βάπτισής μας, με την οποία ανακαινιζόμαστε και εισερχόμαστε στην νέα εν Χριστώ ζωή.
Τα κείμενα των Ιερών Ευαγγελιστών μας δίδουν εύληπτα τα αποδεικτικά στοιχεία για την αμεσότητα της σχέσης της Βαπτίσεως του Χριστού και της δικής μας, ως της νέας εν Χριστώ ζωής. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο διαβάζουμε:
Ιω. 1,29:          Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ Ἰωάννης τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.
Ιω. 1,29:          Την επομένην ημέραν βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησούν να έρχεται εις αυτόν και λέγει· “ίδε ο αμνός του Θεού, που επροφήτευσεν ο Ησαΐας, ο Μεσσίας και Λυτρωτής, ο οποίος θα θυσιασθή δια να πάρη επάνω του και εξαλείψη την αμαρτίαν και την ενοχήν του κόσμου.
Ιω. 1,30:          οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.
Ιω. 1,30:          Αυτός είναι, δια τον οποίον σας είπα· ύστερα από εμέ έρχεται άνθρωπος, ο οποίος σαν αιώνιος Θεός υπάρχει πολύ πρωτύτερα από εμέ, ασύγκριτα λαμπρότερος και ενδοξότερος.
Ιω. 1,31:          κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων.
Ιω. 1,31:          Και εγώ δεν τον εγνώριζα προηγουμένως, αλλά δια να φανερωθή αυτός στους Ισραηλίτας, δια τούτο ήλθα εγώ και βαπτίζω εις τα ύδατα του Ιορδάνου”.
Ιω. 1,32:          καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν.
Ιω. 1,32:          Και εβεβαίωσεν ο Ιωάννης λέγων ότι “είδα το Άγιον Πνεύμα να κατεβαίνει ωσάν περιστερά από τον ουρανών και έμειναν εις αυτόν μονίμως.
Ιω. 1,33:          κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ᾿ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾿ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Ιω. 1,33:          Και εγώ, όπως και σεις, δεν τον εγνώριζα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε· Εις όποιον ίδης να κατεβαίνη το Πνεύμα το Αγιον και να μένη εις αυτόν, αυτός είναι, που βαπτίζει με Πνεύμα Αγιον.
Ιω. 1,34:          κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Ιω. 1,34:          Και εγώ πράγματι είδα, όπως μου είπεν ο Θεός, και έχω δώσει μαρτυρίαν και ομολογίαν ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινεν άνθρωπος”.
Οι ερμηνευτές τα παραπάνω λόγια του Κυρίου λένε ότι είναι τα ιδρυτικά λόγια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια του οποίου εμείς οι άνθρωποι γινόμαστε χριστιανοί. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στη βάπτιση του Χριστού φανέρωσε το μυστήριο του βαπτίσματος, το οποίο επιτελεί ο Χριστός με το άγιο Πνεύμα. Είναι το βάπτισμα το οποίο παρέδωσε ο Χριστός στους μαθητές του, ως ουσιαστικό στοιχείο της αποστολικής διακονίας τους στον κόσμο.
Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει:
Ματθ. 28,17:  καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν.
Ματθ. 28,17:  Και ιδόντες αυτόν τον επροσκύνησαν, μερικοί δε είχαν κάποιαν αμφιβολίαν να πιστεύσουν ότι αυτός πράγματι ήτο ο Ιησούς.
Ματθ. 28,18:  καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς.
Ματθ. 28,18:  Και αφού επλησίασεν όλους ο Ιησούς, ωμίλησε προς αυτούς και είπε· “μου εδόθη και ως προς άνθρωπον, κάθε εξουσία στον ουρανόν και εις την γην.
Ματθ. 28,19:  πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
Ματθ. 28,19:  Λοιπόν, πηγαίνετε τώρα και διδάξατε εις όλα τα έθνη την αλήθειαν. Και αυτούς που θα πιστεύσουν και θα γίνουν μαθηταί σας, βαπτίσατέ τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Ματθ. 28,20:  διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.
Ματθ. 28,20:  Διδάσκοντες αυτούς να τηρούν όλας τας εντολάς, που εγώ σας έχω δώσει. Και ιδού, εγώ θα είμαι μαζή σας όλας τας ημέρας, μέχρις ότου λάβη τέλος ο αιών αυτός. Αμήν. (Θα είναι μαζή μας πάντοτε διότι αυτός είναι ο Εμμανουηλ, του οποίου το όνομα σημαίνει: Ο Θεός μαζή μας).
Επίσης ο Ευαγγελιστής Μάρκος σημειώνει:
Μαρκ. 16,15:  καὶ εἶπεν αὐτοῖς. πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει.
Μαρκ. 16,15:  Και τους είπεν· “πηγαίνετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον, το χαρμόσυνον μήνυμα της σωτηρίας, εις όλην την ανθρωπότητα.
Μαρκ. 16,16:  ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.
Μαρκ. 16,16:  Εκείνος που θα πιστεύση και βαπτισθή, θα σωθή, εκείνος που θα απιστήση στο κήρυγμά σας θα καταδικαστή.
Τα ανωτέρω χωρία του Ευαγγελίου, μας δηλώνουν με σαφήνεια, ότι το μυστήριο του βαπτίσματος, που ίδρυσε ο Χριστός μεταμορφώνοντας ή συμπληρώνοντας το βάπτισμα του Ιωάννη του Βαπτιστή είναι η αφετηρία της επανασύνδεσής μας με τον δημιουργό μας, που είναι και ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας μας.
Για να αντιληφθούμε το βαθύτερο νόημα αυτής της σωτηρίας, που μας παρέχουν οι Ευαγγελικές αφηγήσεις, για τη Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη, πρέπει να προσέξουμε τα κάτωθι, που εύστοχα σημειώνει ο διακεκριμένος Θεολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου Πρωτ. Γεώργιος Διον. Δράγας, ο οποίος μεταξύ άλλων επισημαίνει:
«Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν «βάπτισμα μετανοίας,» που υποδήλωνε την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό και την υπακοή του στο θείο θέλημα. Ήταν αναγκαίο εν όψει της ελεύσεως του Μεσσία και της βασιλείας του Θεού την οποία θα έφερνε Εκείνος στον κόσμο. Ήταν ένα είδος προπαρασκευής και προετοιμασίας, που απέβλεπε στην μεσολάβηση του Θεού, μέσω του Μεσσία, δηλαδή στην δικαίωση των ανθρώπων και στη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια του Χριστού προς τον Βαπτιστή Ιωάννη, «Έτσι είναι πρέπον», για να εκπληρωθεί σε μας πλήρης δικαίωση» (Ματθ. 3:15). Έτσι όταν ο Χριστός προσήλθε στο βάπτισμα του Ιωάννη, ως άνθρωπος αποδέχτηκε το θείο θέλημα εκ μέρους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και τότε η μαρτυρία του ουράνιου Πατέρα που τον αναγνώρισε, ως τον Υιό Του τον αγαπητό και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σωματικά «εν είδη περιστεράς» σήμανε την αποδοχή του Χριστού από τον Πατέρα, ως τον Μεσσία, που θα φέρει τη Βασιλεία του Θεού στους ανθρώπους. Τη Βασιλεία αυτή την αντιπροσώπευε κυρίως και πρωτίστως ή κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, όπως είχε προφητέψει ο Ησαΐας: «Ο Ιακώβ είναι ο υιός μου, εγώ θα τον αναλάβω. Ο Ισραήλ είναι ο εκλεκτός μου, τον οποίο αποδέχτηκε η ψυχή μου, και στον οποίον έδωσα το Πνεύμα μου, για να κάνει κρίση ανάμεσα στα έθνη» (42:1).
Τόσο η αποδοχή του Χριστού, ως Μεσσία, όσον και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος επάνω Του, αναφέρονται στην ανθρωπότητά Του, την οποία ανέλαβε για χάρη μας και την κατέστησε ως βάση της σωτηρίας μας. Όπως το διαλαλεί η εκκλησιαστική υμνωδία.
«Έχοντας φορέσει την μορφή του δούλου, προσήλθες να βαπτισθείς Χριστέ από δούλο στα ύδατα του Ιορδάνη, για να λυτρώσεις από την δουλεία της αρχαίας αμαρτίας και να αγιάσεις και να φωτίσεις εμάς τους ανθρώπους» (Εσπερινός παραμονής Θεοφανίων). «Λύτρωση έρχεται ο Χριστός να δώσει με τη βάπτιση σε όλους τους πιστούς. Γιατί με αυτήν καθαρίζει τον Αδάμ, υψώνει τον πεσμένο, ντροπιάζει τον τύραννο που προκάλεσε την πτώση, ανοίγει τους ουρανούς, κατεβάζει το Θείο Πνεύμα και χαρίζει την αφθαρσία και την μέθεξη» (Ωδή 8η).
«Σήμερα στα ρείθρα του Ιορδάνη ήρθε ο Κύριος, και λέει στον Ιωάννη: Μη δειλιάσεις να με βαπτίσεις, γιατί ήρθα να σώσω τον Αδάμ τον πρωτόπλαστο» (Οίκος).
«Ως άνθρωπος ήρθες Χριστέ Βασιλεύ στον ποταμό, και δουλικό βάπτισμα σπεύδεις να λάβεις από τα χέρια του Προδρόμου, για τις δικές μας αμαρτίες, φιλάνθρωπε!» (Σοφρωνίου Ιεροσολύμων).
Τα όσα έγιναν στον Ιορδάνη αναφέρονται στην θεότητα του Χριστού και ιδιαίτερα στην αιώνια υιϊκή υπόστασή Του, η οποία αποκαλύπτει το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Ο Χριστός είναι ο αιώνιος Υιός του Πατρός, που έγινε και Υιός ανθρώπου για να ξαναφέρει τον άνθρωπο στην βασιλεία του Τριαδικού Θεού. Γι αυτόν τον λόγο και το μυστήριο του Βαπτίσματος, που μας χαρίζει την αναγέννηση και μας εισάγει στην εν Χριστώ ζωή γίνεται εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τα Θεοφάνεια, συνεπώς, αναφέρονται όχι μόνο στην επιστροφή του ανθρώπου στον αληθινό Θεό, τον Δημιουργό και Σωτήρα του, μέσω του Χριστού, αλλά και στην αποκάλυψη του μυστηρίου του Θεού, δηλαδή στην αλήθεια ότι ο Θεός είναι Ένας και Τριαδικός και ως τοιούτος πρέπει να προσκυνείται. Όπως το διαλαλεί και η εκκλησιαστική υμνωδία:
«Όταν βαπτίστηκες στον Ιορδάνη, Κύριε, τότε φανερώθηκε η προσκύνηση της Αγίας Τριάδας. Γιατί τότε η φωνή του Γεννήτορα έδωσε την σαφή μαρτυρία ονομάζοντάς σε Υιό Του αγαπητό. Αλλά και το Πνεύμα με μορφή Περιστεράς βεβαίωσε του λόγου το ασφαλές. Σε δοξάζουμε στα Επιφάνειά Σου, Χριστέ, ως Θεό που φωτίζεις τον κόσμο» (Απολυτίκιο Θεοφανείων). «Φανερώθηκες σήμερα στην οικουμένη, και το φως Σου Κύριε σημειώθηκε επάνω σε μας, που σε υμνούμε με επίγνωση. Ήρθες και φανερώθηκες, το Φως το απρόσιτο» (Κοντάκιο). Ο διαφωτισμός του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού είναι και η αιτία που ονομάζονται τα Θεοφάνεια και Τα Φώτα. Πρόκειται για τα φώτα του Πατρός του Υιού και ου Αγίου Πνεύματος, που αν και τρία είναι όμως και ένα Φως απρόσιτο». (Πρωτ. Γεώργιος Διον. Δράγας).
Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας καθιέρωσαν να τελείται η ακολουθία του αγιασμού των υδάτων, που τελείται προεόρτια την παραμονή των Θεοφανείων και ανήμερα στην εορτή, ως ανάμνηση του βαπτίσματος του Χριστού στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, καθώς και του αγιασμού των υδάτων που έγινε τότε από τον Χριστό. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ομιλεί για τον Μεγάλο αυτό Αγιασμό στην εορτή των Θεοφανείων, που φυλασσόταν από τους πιστούς και χρησιμοποιείτο για αγνισμό, ενίσχυση και θεραπεία. Τη μεγάλη σημασία του την αντιλαμβανόμαστε από τα λόγια της ευχής που αναπέμπει ο ιερέας κατά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τον καθαγιασμό του ύδατος: «…και ποίησον αυτό πηγή αφθαρσίας, δώρο αγιασμού, συγχωρητικό (λυτήριο) αμαρτημάτων, φάρμακο (αλεξιτήριο) νοσημάτων, εξολοθρευτικό δαιμόνων, απρόσιτο στις ενάντιες δυνάμεις, γεμάτο με αγγελική δύναμη…» Να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο καθαγιασμών (της παραμονής και της εορτής). Εκείνο που έχει σημασία προκειμένου να χρησιμοποιήσει κανείς τον Μεγάλο Αγιασμό είναι η μετάνοια και η νηστεία την παραμονή της εορτής. Όταν με «καρδίαν συντετριμμένη και τεταπεινωμένην», με πίστη αληθινή λαμβάνουμε και χρησιμοποιούμε τον Αγιασμό, τότε πραγματικά γίνεται ιαματικό μέσο ψυχών και σωμάτων και πάσης «αντικειμένης δυνάμεως» ανατρεπτικό.
Κλείνοντας να σημειώσουμε, ότι η εορτή των Θεοφανείων είναι πρόσκληση ανανέωσης και επιστροφής στον Κύριο της δόξης, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, ταπείνωσε τον εαυτόν του και έγινε άνθρωπος, άνθρωπος αληθινός, αναμάρτητος, συγχωρητικός και ελεήμων, η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Να γιατί ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι, που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει. Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη ποταμό, υπό Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Εύλογα τίθεται διαρκώς το επίμονο ερώτημα: Ποια θα είναι η απάντησή μας; Η πλέον ενδεδειγμένη και σωστική απάντηση είναι να τον ακολουθούμε στην οδό της χάριτος, της αγάπης, της φιλανθρωπίας και της δικαιοσύνης Του, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν!

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

ΚΥΡΙΑΚΗ-ΣΤ-ΜΑΤΘΑΙΟΥ 550
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
Η Ευαγγελική περικοπή της ΣΤ΄ Κυριακής του Ματθαίου αναφέρεται στο γεγονός της θεραπείας, από τον Χριστό ενός ασθενούς, που έπασχε από τη νόσο της παραλυσίας. Σε κάθε θαύμα που έκανε ο Χριστός, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η πίστη εκείνου που το ζητούσε. Στο παρόν θαύμα της περικοπής, τόσο ο παράλυτος, όσο και οι άνθρωποι που τον μετέφεραν, είχαν μεγάλη πίστη μέσα τους και γι’ αυτό ο Κύριος, πριν ακόμα εκφράσουν με λόγια την επιθυμία τους, πραγματώνει τη θεραπεία του ασθενούς, διδάσκοντας ότι ο Θεός ενδιαφέρεται και αγαπά τα πλάσματά Του και γίνεται «βοηθός και σκεπαστής», σε όσους Τον πιστεύουν και ζητούν τη βοήθειά Του.
Ο Χριστός θεραπεύει τον άνθρωπο, ως ψυχοσωματική οντότητα και γι’ αυτό δεν περιορίζεται μόνο στη σωματική ασθένεια, αλλά θεραπεύει και την ψυχή, δίδοντας «άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον», διότι, όπως γράφει ο Λουκάς στις Πράξεις, «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος», γι’ αυτό, σημειώνει ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, «η διακονική στάση του Χριστού προς τον άνθρωπο, δεν σταματά στο κήρυγμα και τη διδασκαλία Του, στη διακονία του λόγου, αλλά συμπληρώνεται με την έμπρακτη προσφορά της αγάπης του, μέσω της θαυματουργικής άρσης των συνεπειών της αμαρτίας του πόνου, της αρρώστιας και του θανάτου, της δουλείας στην τραγική μοίρα της φθαρτότητας. Κορύφωση, όμως, της διακονίας του Χριστού προς τον άνθρωπο υπήρξε το Πάθος του Σταυρού, η προσφορά της ίδιας της ζωής του, για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ύψιστη, λοιπόν, έκφραση της θείας εξουσίας του Χριστού, που πραγματώνεται ως διακονία, είναι η θυσία».
Το μήνυμα που εξάγεται, από την περικοπή είναι, ότι ο Χριστός έχει την εξουσία της αφέσεως των αμαρτιών, και της σωματικής θαυματουργίας, διότι  ο Χριστός δεν είναι ένας απλός άνθρωπος. Είναι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού.
Ο  Κύριος, απαντώντας στους Γραμματείς,  είπε: «ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου αφιέναι, επί της γης αμαρτίας, λέγει τω παραλυτικώ·  εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου».
Αυτή την εξουσία την έδωσε κατόπιν στους Αποστόλους και έτσι  φτάνει, μέχρι τον πνευματικό. Άρα η μέσω του πνευματικού άφεση που δίνει ο Θεός, είναι η μέσω του Χριστού άφεση, γιατί ο πνευματικός είναι διάκονος του Χριστού, και στη συγκεκριμένη περίπτωση διακονεί, ως όργανο του Θεού, για την άφεση των αμαρτιών.
Η εξουσία του Χριστού περιλαμβάνει όλο το σύμπαν, καθώς είπε στους μαθητές Του, λίγο πριν αναληφθεί ότι«εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ  και επί γης» (Ματθαίος 28:18). Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εξουσία από του Χριστού είτε στη γη, είτε στον ουρανό, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, που λέγει στην προς Φιλιππησίους ότι στο όνομα του Ιησού, όλα τα επουράνια, τα επίγεια και τα υποχθόνια θα προσκυνήσουν. Λέγει χαρακτηριστικά:«ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψῃ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». (Φιλιππησίους 2:10).
Η εξουσία του Χριστού εκτός του ότι αγκαλιάζει όλο το σύμπαν, διαπερνά καθετί μέσα στο σύμπαν. Στην προς Κολοσσαείς γράφει ότι «και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε». Δηλαδή είναι αυτός, που πριν από καθετί, τα πάντα συγκρατεί, για να μπορούν να υπάρχουν.  (Κολοσσαείς 1:17). Και στην προς Εβραίους: «ος ων απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού, φέρων τε τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού, δι’  εαυτού καθαρισμὸν ποιησάμενος των αμαρτιών ημών εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς». Αυτός συγκρατεί το σύμπαν με τη δύναμη του λόγου του (Εβραίους 1:3).
Η εξουσία αυτή επεκτείνεται πάνω ακόμη και από τις πνευματικές δυνάμεις. Ο Απόστολος Πέτρος γράφει, ότι ο Χριστός πήγε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Θεού, αφού υπέταξε τους αγγέλους, τις εξουσίες και τις δυνάμεις (Α΄ Πέτρου 3:22).
Η εξουσία του Χριστού είναι τελική. Δηλαδή δεν μπορεί να ανατραπεί. Δεν υπάρχει κάτι να τη υπερκεράσει. Δεν θα υπάρξει ανώτερη εξουσία από αυτήν. Ο Χριστός δηλαδή, θα είναι ο τελικός κριτής όλων. Αυτός θα αποφασίσει για τον καθένα. Γράφει ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό Του, ότι ο Πατέρας του έδωσε την εξουσία να κρίνει τους ανθρώπους, γιατί αυτός είναι ο Υιός του Ανθρώπου:  «και εξουσίαν έδωκεν αυτώ και κρίσιν ποιείν, ότι υιός ανθρώπου εστί». (Ιωάννης 5:27).
Στον Άρειο Πάγο ο απόστολος Παύλος τελείωσε το κήρυγμά του με τα εξής λόγια: «τους μεν ουν χρόνους της αγνοίας υπεριδών ο Θεός τα νυν παραγγέλλει τοις ανθρώποις πάσι πανταχού μετανοείν, διότι έστησεν ημέραν εν η μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνῃ, εν ανδρί ω ώρισε, πίστιν παρασχὼν πάσιν αναστήσας αυτόν εκ νεκρών». Ο Θεός παρέβλεψε τα χρόνια της άγνοιας. Τώρα όμως απαιτεί απ’ όλους τους ανθρώπους σε κάθε τόπο να μετανοήσουν, γιατί έχει καθορίσει μια μέρα που θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, μέσω ενός ανδρός, που τον έχει ορίσει γι’ αυτό το σκοπό. Κι έδωσε βέβαιη απόδειξη σε όλους, ότι αυτός θα είναι ο κριτής, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς (Πράξεις 17:30-31).
Ο άνθρωπος πρέπει να μετανοήσει, γιατί ο Θεός ανασταίνοντας τον Χριστό από τους νεκρούς του έδωσε εξουσία να κρίνει με δικαιοσύνη. Και αν δεν γίνει ο Χριστός Σωτήρας δικός μου σήμερα, θα τον συναντήσω μια μέρα ως Κριτή μου. Κάθε άνθρωπος μια μέρα θα ομολογήσει πως ο Χριστός είναι Κύριος. Είτε αυτό θα γίνει τώρα με την μετάνοια και την πίστη, είτε εκείνη την ημέρα που όμως, δεν θα υπάρχει περιθώριο για μετάνοια.
Σήμερα, λέγει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, η πορεία του κόσμου δεν εξαρτάται τελικώς από την συσσωρευμένη δύναμη και γνώση και την αλαζονική χρήση της, από τους ισχυρούς της γης. Η ουσιαστική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του Θεανθρώπου, που σεβάστηκε απόλυτα την ελευθερία του ανθρώπου, μέχρι σκανδαλισμού των θρησκευτικά αυστηρών. Για μένα, συνεχίζει ο Μακαριώτατος, η εξουσία Του συνοψίζει τη δύναμη της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της αγάπης και της ζωής και πιστεύω, ότι εξακολουθεί να δρα λυτρωτικά στην ιστορία της ανθρωπότητας, όσο και αν πολλοί θεωρητικά ή έμπρακτα την αμφισβητούν και αυτή τελικά θα κρίνει τον κόσμο. Θέλω όμως, να δώσω μια επεξήγηση, προσθέτει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, ότι η εξουσία του Χριστού πάνω στα ανθρώπινα είναι εντελώς διαφορετική, από τις κοσμικές εξουσίες. Υπήρξε μια κρίσιμη στιγμή στο πάθος εμπρός στον Πιλάτο και εκεί ο Ιησούς είχε τονίσει ότι «η βασιλεία η εμή ουκ έστι, εκ του κόσμου τούτου».
Επικύρωσε μια καθαρή διάκριση ανάμεσα στο πνευματικό και το εγκόσμιο, το πολιτικό, μια τάξη που θα διαρκέσει έως την παρουσία του και την επάνοδό του, σε αντίθεση με διάφορες θεοκρατικές παραδόσεις που συνδέουν τη θρησκευτική με την κρατική εξουσία, ξέρετε στον ισλαμικό κόσμο αυτό είναι πολύ έντονο. Η ορθόδοξη παράδοση οφείλει να μείνει συνεπής σε αυτόν το πνευματικό ρόλο, γιατί η ανάμειξη του ονόματος του Χριστού δεν έχει θέση σε σχέδια πολιτικής σκοπιμότητας και καταδυναστεύσεως ατόμων και λαών όπως το είδαμε τους τελευταίους μήνες. Γιατί ο Χριστός πρόβαλε μια διαφορετική αντίληψη περί εξουσίας μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, ως βάση και ιδεώδες, έθεσε τη διακονία προς τον συνάνθρωπο, ενώ οι άρχοντες του κόσμου τούτου συνήθως κυριαρχούν αδιαφορώντας για την αξιοπρέπεια του απλού ανθρώπου και καταπιέζοντας τους αδυνάτους.
Αυτό το υπόδειγμα παρέδωσε στους δικούς του και στέλνοντας τους μαθητές του στον κόσμο, τους μεταβίβασε το κύρος Του και τους εμπιστεύτηκε την πνευματική εξουσία Του, επιμένοντας ότι η άσκησή της, στην πραγματικότητα, θα είναι διακονία και ανιδιοτελής προσφορά.
Ο Κύριος παραμένει ο συμπάσχων στον πόνο κάθε ανθρώπου είναι ο Θεός του ελέους, που σκύβει στοργικά πάνω στον πονεμένο και τραυματισμένο, από την αμαρτία άνθρωπο. Η εξουσία Του δεν καταδυναστεύει αλλά υπηρετεί, δεν εκδικείται αλλά συγχωρεί, δεν καταπιέζει αλλά λυτρώνει. Δεν επιβάλλεται με θόρυβο, αλλά δρα στη σιωπή, κυρίως ενεργεί σαν μια εξουσία λυτρωτική, ως δωρεά συγνώμης και αγάπης και σε εκείνους που λένε ότι δεν τον πολυξέρουν και δεν τον πολυπλησιάζουν. Έτσι λοιπόν ο Αναστάς Κύριος σέβεται την ελευθερία και την ιερότητα του κάθε ανθρωπίνου προσώπου ακόμα και αυτού που τον αμφισβητεί, δεν προκαλεί φόβο, αλλά ελευθερώνει την ανθρώπινη ύπαρξη από τον φόβο.
Από το φόβο του θανάτου, πολύ περισσότερο βεβαίως δέος και φόβο που ακούσαμε αυτές τις ημέρες. Όσοι Τον ακολουθούν, αυτού του είδους την εξουσία θεωρούν, ως τη μόνη σημαντική και αυτή πρέπει να ασκούν.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 13, 2014

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΟΣ

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ο  Τίμιος Σταυρός είναι το κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, για την Εκκλησία του Σταυρωμένου και  εν ταυτώ Αναστημένου Χριστού, διότι ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση είναι οι δύο σημαντικοί πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται  η ζωή όσων «εις Χριστόν» έχουν βαφτισθεί και ενδυθεί. Ο απόστολος Παύλος αναφερόμενος στο Σταυρό, δεν κρύβει την καύχησή του, για το Ιερό Σύμβολο. Στις επιστολές του συναντάμε πλείστα χωρία στα οποία εξυμνεί  τη σημασία του Σταυρού, για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Αλλά και οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το Ιερό Σύμβολο, μέσω του οποίου επιτεύχθηκε η σωτηρία του ανθρώπου, με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Η τιμή που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία, προς τον Τίμιο Σταυρό, τη 14η Σεπτεμβρίου και όχι μόνο, ξεκινά στους πρώτους αποστολικούς χρόνους, δια των  αποστόλων και των επακολουθησάντων αποστολικών Πατέρων.  Έτσι μέχρι τους τωρινούς καιρούς, η Ορθόδοξη Εκκλησίας μας, διασώζει ανόθευτη τη βιβλική και πατερική διδασκαλία και αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους, προσφέροντας στον καθένα τη δυνατότητα να προσέλθει, στις ιερές ακολουθίες  του υψωμένου Τιμίου Σταυρού, ο οποίος για πρώτη φορά, υψώθηκε  από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, όταν αυτοκράτορας στο βυζάντιο ήταν ο Μ. Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού, η αγία Ελένη τον ασπάσθηκε και τον παρέδωσε στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, ο οποίος ύψωσε ψηλά τον Σταυρό του Χριστού για να τον δουν οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί.  Ένα παρόμοιο περιστατικό έγινε λίγα χρόνια μετά, το 335, την επομένη των εγκαινίων του Ναού της Αναστάσεως. Για μία τρίτη και τελευταία φορά πραγματοποιήθηκε η ύψωση του Τιμίου Σταυρού το έτος 628. Είναι η εποχή που ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ηράκλειος πολεμά τους Πέρσες. Ο λαός αυτός, προ 14 ετών, έχει καταλάβει την Παλαιστίνη και έχει αρπάξει από τούς χριστιανούς τον Τίμιο Σταυρό. Ο Ηράκλειος νικά και επανακτά τον Σταυρό. Στις 14 Σεπτεμβρίου έρχεται στα Ιεροσόλυμα φέροντας στους ώμους του τον Σταυρό. Φθάνει στο Ναό της Αναστάσεως και παραδίδει τον Σταυρό στα χέρια του πατριάρχη Ζαχαρία. Εκείνος υψώνει τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό και ευλογεί τα πλήθη των χριστιανών, ψάλλοντας για πρώτη φορά τον πολύ γνωστό ύμνο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου …».
Θεολογικά «Σταυρός» σημαίνει το «παθείν», ενώ γενικότερα, σημαίνει πόνος, πενία, εξάρτηση, ανελευθερία, καταπίεση, βία, ασθένεια και θάνατος, τα οποία απειλούν διαρκώς τον άνθρωπο. Άρα, Ύψωση του Σταυρού σημαίνει εμφάνεια του «παθείν». Η Ύψωση δηλώνει τη διαρκή υπόμνηση, τη διαρκή θέα του μυστηρίου του σταυρού. Ο σταυρός, σύμβολο πολυσήμαντο και σχήμα πανάρχαιο, ενώνει παραδοξολογικά τα αντίθετα: τον ουρανό με τη γη, το άκτιστο με το κτιστό, το Θείο με το ανθρώπινο, τη ζωή με τον θάνατο, τη χαρά με τη λύπη (χαρμολύπη), το συνειδητό με το ασυνείδητο. Ο άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρείας (ΒΕΠΕΣ 7, 72) γράφει χαρακτηριστικά, ότι ο Σταυρωμένος Κύριος γίνεται «σπονδοφόρος» της ψυχής μας, ειρηνεύοντας τις ασυνείδητες συγκρούσεις μας. Ενώ σαν αλεξικέραυνο ο σταυρός γειώνει τις αμαρτίες μας, ταυτόχρονα σαν γερανός μας ανεβάζει στον ουρανό (Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Προς Εφεσ. ΙΧ, Ι). Όσο θυσιάζεται ο Θεάνθρωπος, τόσο δοξάζεται η Εκκλησία, που είναι το Σώμα Σου. Όσο αυτοπροσφέρεται, όσο κενώνεται ο άνθρωπος, τόσο ο ίδιος «πληρούται», αφού μόνο ένας «σταυρωμένος» μπορεί να υψωθεί! Όσο νεκρώνονται και σταυρώνονται τα πάθη μας, τόσο δυναμώνει το πνεύμα μας. Όσο καθημερινά σταυρωνόμαστε ή «θανατούμεθα», τόσο αληθινά ζούμε: «Ο ευρών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν, και ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. 10, 38-39)! Τότε το «παθείν», δηλαδή ο σταυρός μας μεταβάλλεται σε χριστιανικό μαρτύριο, όπως συνέβη με τον ένα εκ των δυο ληστών. Γι’ αυτό, κάτω από κάθε αγία Τράπεζα τίθενται λείψανα Αγίων, ώστε να μας θυμίζει, ότι η «δύναμη» της Εκκλησίας «εν ασθενεία τελειούται» (Β’ Κορ. 12, 9) 
Έτσι, λοιπόν, όσο θεάται, υψούμενος, ο σταυρός, το σύμβολο του θανάτου, τόσο απομακρύνεται ο θάνατος: «θανάτω θάνατον πατήσας»! Έφαγαν οι Πρωτόπλαστοι από το «δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού» και ασθένησαν πνευματικά, ενώ εμείς σήμερα, τρώμε από το ξύλο του Σταυρού, κοινωνώντας το σώμα και το αίμα του Κυρίου και θεραπευόμαστε πνευματικά: «Ξύλω γαρ έδει το ξύλον ιάσασθαι» (Δοξαστικό του μεγάλου Εσπερινού).
Αλλά, για μας σήμερα τι νόημα έχουν όλα αυτά; Πώς μπορούν να λειτουργήσουν πρακτικά στην καθημερινή μας ζωή; Τί σημαίνει καθημερινή Ύψωση του δικού μας «σταυρού»; Καθημερινό σταύρωμα σημαίνει αδιάλειπτο πνευματικό αγώνα κατά των παθών και των σατανικών πειρασμών. Η ψυχική αυτή σταυρική θυσία διενεργείται στο κέντρο της καρδιάς μας, στο δικό μας Γολγοθά, όπου ο νους μεταβάλλεται σε βωμό Αγίας Τραπέζης και ολόκληρο το σώμα μας, σε Ναό του Αγίου Πνεύματος. «Αυτοί που ανήκουν στο Χριστό», λέει ο ι. Χρυσόστομος, έχουν σταυρώσει τη σάρκα τους με τα πάθη και τις επιθυμίες της, όπως ακριβώς κάποιος θα έλεγε, αυτοί έχουν δείξει ότι η σάρκα έχει καταστεί ανίκανη και ανενεργής, για αμαρτωλές πράξεις. Έχουν παλέψει μαζί της τόσο αποτελεσματικά, ώστε έχει καταστεί γι’ αυτούς υπεράνω παθών και επιθυμιών, διότι όταν είναι καρφωμένος κανείς σε ένα σταυρό και έχει τρυπηθεί με εκείνα τα καρφιά, αυτός είναι τσακισμένος,  διαλυμένος από τον πόνο και βασανισμένος, ούτως ειπείν, σε κάθε ίνα της ύπαρξής του. σε αυτήν την κατάσταση αυτός δε θα μπορούσε να ενοχλείται από τις επιθυμίες της σάρκας, αλλά κάθε πάθος και πονηρή επιθυμία θα τρεπόταν σε άτακτη φυγή από τον πόνο, που δεν αφήνει τόπο για εκείνα τα πάθη».
 Έτσι, καθημερινή ύψωση του προσωπικού μας σταυρού σημαίνει εμφάνεια, σημαίνει διαρκής ορατότητα, αναγνωρισιμότητα και παραδοχή των συνειδητών και ασυνείδητων ενοχών, υπαρξιακών κρίσεων και εσωτερικών μας συγκρούσεων. Η ύψωση των προσωπικών μας προβλημάτων είναι αναγκαία, γιατί χωρίς την ανάδειξη και ανάδυση του προβλήματος, σε διάσταση εξομολόγησης, δεν είναι δυνατή καμία αυτοδιάγνωση ή ετεροδιάγνωση και άρα δεν υπάρχει θεραπεία. Ο πόνος ή ο «σταυρός» κάθε άπιστου ή άθεου παραμένει αγιάτρευτος, αφού αρνείται στρουθοκαμηλικά όχι μόνο την Ανάσταση και Ύψωση του Χριστού, άρα και τη δική του, αλλά και αυτή τη «σταύρωση» τη δική του, που είναι η αβεβαιότητα, η αγωνία, ο πόνο, ο θάνατος. Η τυχόν απώθηση του  «σταυρού» είναι πειρασμός δαιμονικός. Αν δεν βυθιστεί κανείς στον Άδη της υπάρξεώς του, δε θα μπορέσει να ανέλθει στο αληθινό φως. Η αναγνώριση των παθών του ασυνειδήτου είναι προϋπόθεση, για την οποιαδήποτε θεραπεία. Η ύψωση του προσωπικού μας σταυρού παρέχει ελπίδα και θάρρος, για να συνεχίσουμε τον υπόλοιπο ψυχοπνευματικό αγώνα της ζωής, αφού μας θυμίζει, ότι με τη σταυρική θυσία του Υιού του Θεού και Λόγου, επήλθε η καταλλαγή μας με τον Θεό, και άρα η νίκη, ως ψυχοσωματική σωτηρία του Ανθρώπου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η 14η Σεπτεμβρίου ήταν για το Βυζάντιο επέτειος πολιτικής νίκης, εξαιτίας τόσο του «εν τούτω νίκα» του Μ. Κωνσταντίνου, όσο και της ανάκτησης του Σταυρού από τους Πέρσες.
Πράγματι, στην εορτή της Υψώσεως υπολανθάνει μια πολεμική ψυχολογία. Έτσι, η Ύψωση του Σταυρού λειτουργούσε για τους Βυζαντινούς ως κίνητρο υπαρκτικής ανάστασης και πολιτικής επαναβίωσης. Συνεπώς, η σταυρική Ύψωση δηλώνει θεολογικά την πρόγευση μιας νίκης, που επιτυγχάνεται μέσα από το «παθείν» και τον θάνατο. Η «νίκη» αυτή, που μας χάρισε ο Χριστός, δεν είναι μια νίκη ηθική, νομική ή «πνευματική», αλλά οντολογική και αναφέρεται σε ολόκληρη την κτίση, ως η καθολική σωτηρία της. Ενώ προχριστιανικά ο «σταυρός» προκαλούσε φθορά και θάνατο, μετά Χριστό καθίσταται «θεραπεία της κτίσεως», παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος. Κατά τον άγιο Ειρηναίο (MPG 7, 1086), ο Κύριος με τους ήλους του σταυρού καθάρισε την άγρια γη. Επίσης, κατά τον Μ. Αθανάσιο (ΒΕΠΕΣ 30, 95.112), η Σταύρωση του Κυρίου καθάρισε τον αέρα και κάθε μέρος της κτίσεως. Τούτο εφαρμόζει η Εκκλησία στον  Αγιασμό των υδάτων κατά τη εορτή των Θεοφανείων.
Έτσι, πανηγυρίζουμε και εορτάζουμε σήμερα το κατόρθωμα του «σταυρού», του οποίου αναστάσιμη χρήση έκανε πρώτος ο Κύριος. Ενώ δηλαδή, πρόκειται για θυσία και θάνατο, αισθανόμαστε χαρά. Πρόκειται για το φαινόμενο της ιερής αμφιθυμίας: «Αυτόν ασπασώμεθα τη χαρά και τω φόβω, φόβω δια την αμαρτίαν, ως ανάξιοι όντες, χαρά δε δια την σωτηρίαν, ην παρέχει τω κόσμω» (Δοξαστικό των Αίνων του Σταυρού).
 Αλλά, με τι τρόπο θα μπορέσουμε να επιτύχουμε στην καθημερινή μας ζωή την ύψωση του προσωπικού μας «σταυρού»; Εμφάνεια του σταυρού σημαίνει το να μη θεωρούμε πως η όλη πραγματικότητα εξαντλείται στο λογικό, «επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν» (Α’ Κορ. 22-23), κάτι που σχετικά πρόσφατα αποδέχτηκε και η Κβαντοφυσική. Ακόμη, ο προσωπικός μας σταυρός υψώνεται συνειδητά καθημερινά, όταν διαρκώς έχουμε προ οφθαλμών τη «νίκη» κατά του κακού, που πέτυχε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό. Ακόμα, η ύψωση μέσα μας διενεργείται με τη συμμετοχή μας στο θάνατο του Χριστού, δηλαδή, με την κοινωνία μας στα μυστήρια του Βαπτίσματος και της Θ. Ευχαριστίας, όπου ο πιστός αποκτά τη Χάρη, που έρευσε από το Σταυρό.  Στην κατάσταση της θέωσης, ο πιστός όχι μόνο «βλέπει», προγευόμενος, αοράτως, σαν αληθινός προφήτης τη δόξα της αναστάσεώς του, αλλά και της δικής του υψώσεως: «Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι» (Ιω. 17,24). Τέλος, επειδή η Χάρη τού Σταυρού δεν λειτουργεί αυτόματα, πάγια και μαγικά, επιβάλλεται και η από μέρους μας, συνεργιακώς, ασκητική «θυσία», ψυχική νήψη, εγρήγορση, προσευχή, σωματική νηστεία, εγκράτεια και υλική φιλανθρωπία. Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία..
Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,8-9). Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του, όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του. Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας. Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η πρόσκληση και η πρόκληση, προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, αρκεί να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε.

Σάββατο, Ιουνίου 21, 2014

Κυριακή Β Ματθαίου «Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου


Στην κλήση των τεσσάρων Αποστόλων: Πέτρου, Ανδρέου, Ιακώβου και Ιωάννου, αναφέρεται το σημερινό Ευαγγέλιο. Περπατώντας ο Ιησούς στη θάλασσα της Γαλιλαίας τους συνάντησε να ασχολούνται με την ψαρική τέχνη. Ο Πέτρος κι ο Ανδρέας έριχναν τα δίχτυα στη θάλασσα. Δεν πρόλαβαν να τα ανασύρουν κι έπεσαν πρώτοι αυτοί στα δίκτυα της αγάπης του Θεού. «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» τους είπε ο Διδάσκαλος. Χωρίς δεύτερο λόγο εκείνοι, την ίδια στιγμή, άφησαν τα δίκτυα «και ηκολούθησαν αυτώ».
Οι άλλοι δυο, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο ήταν μέσα στο πλοίο τους και μπάλωναν τα δίκτυα. Κι αυτούς κάλεσε ο Ιησούς. «Οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών ηκολούθησαν αυτώ».
Για το Χριστό εγκατέλειψαν πατέρα, οικογένεια, περιουσία, πατρίδα, επάγγελμα. Ενθουσιάστηκαν από την παρουσία του Διδασκάλου και μια ζωηρή και αμετάκλητη επιθυμία τους έκανε να τον ακολουθήσουν «αφέντες» κάθε συναισθηματικό και υλικό φρόνημα. Δηλαδή δεν υπολόγισαν συγγενικούς δεσμούς και τις περιουσίες τους, προσφέροντας όλο το είναι και την ύπαρξή τους στον Διδάσκαλο και Τον ακολούθησαν. Κάτω από συνθήκες σκληρές, περιόδευσαν γη και θάλασσα, για να διαδώσουν το φως της αλήθειας και της αγάπης. Παρά το γεγονός ότι η συμπόρευση μαζί Του δεν ήταν ανώδυνη και ξεκούραστη, ουδέποτε σκέφθηκε κανείς τους να απομακρυνθεί από κοντά Του. Πέρασαν πολλές δοκιμασίες, κακουχίες, θλίψεις και στεναχώριες, κόπους και μόχθους, κακοπάθειες και ναυάγια, αλλά   άντεξαν, γιατί είχαν την προστασία, όχι ενός κοινού ανθρώπου, αλλά του ίδιου του Θεανθρώπου, ο οποίος τους μετέβαλε από αλιείς ιχθύων, σε αλιείς ανθρώπων, καθώς ρητά και κατηγορηματικά τους διαβεβαίωσε, ότι «υμείς οι ακολουθήσαντες μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ και πας ος αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς, ή πατέρα ή μητέρα, ή γυναίκα ή τέκνα, ή αγρούς ένεκεν του ονόματος μου, εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ΄ 28-29).
Η ανταπόκριση των Αποστόλων στο κάλεσμα του Ιησού υπήρξε άμεση και χρήζει όντως θαυμασμού, αφού αυτή έγινε «ευθέως», χωρίς να κάνουν υπολογισμούς και συγκρίσεις. Χωρίς να σταθμίσουν τα θετικά και τα αρνητικά, χωρίς να ρυθμίσουν τις όποιες εκκρεμότητες, που ως άνθρωποι ασφαλώς θα είχαν. Εγκατέλειψαν τα πάντα και προτίμησαν «αντί των επιγείων, τα ουράνια», «αντί των φθαρτών, τα άφθαρτα», διότι η φωνή του Ιησού δεν ήταν η λαλιά ενός ανθρώπου, ήταν η λαλιά του Θεού, ο οποίος τους «εσκήνωσε» εν αυτοίς. Θα μπορούσε κανείς να κατατάξει αυτήν την άμεση ανταπόκριση στο κάλεσμα του Ιησού, σαν το πρώτο βάπτισμα, όπου συμπορεύτηκαν και συνετάχθησαν «τω Χριστώ». Ο Άγιος Βασίλειος Σελευκείας, σημειώνει: «…τους διαπέρασε ο λόγος σαν άγκιστρο, ακολούθησαν τον Δεσπότη, που τους ωμιλούσε και εδιδάσκοντο μυστικώς τον τρόπο της αλιείας».
Καλεί, λοιπόν, τους πρώτους μαθητές Του που μέχρι τώρα ασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά. Τους καλεί με την προτροπή να τον ακολουθήσουν και να τους κάνει ψαράδες ανθρώπων.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι καλεί πρώτα τον Πέτρο και τον Ανδρέα. Τα Ιερά Ευαγγέλια μας παρέχουν πληροφορίες για τα σημαντικά γεγονότα σε σχέση με τον απόστολο Πέτρο και το επί γης έργο του Ιησού Χριστού. Η συμπόρευση μαζί Του, όλες οι εμπειρίες που έζησε με τον Χριστό, η τριπλή άρνηση του Διδασκάλου του, αλλά και η ειλικρινής μετάνοια που έδειξε με την τριπλή ομολογία του στο Χριστό, όπως και η αποκατάστασή του στη θέση του αποστολικού αξιώματος. Έτσι γίνεται πρωτοκορυφαίος και λαμβάνει «τας κλεις της Βασιλείας». Εξίσου σημαντική είναι η πορεία και η σχέση των άλλων αποστόλων με τον Χριστό και την Εκκλησία.
Απόστολος σημαίνει τον απεσταλμένο. Εν προκειμένω Απόστολοι ονομάσθηκαν όσοι κλήθηκαν από τον Κύριο να γίνουν μαθητές Του για να συνεχίσουν το σωτηριώδες έργο Του και μετά την εις τους ουρανούς Ανάληψή Του να θεμελιώσουν την Εκκλησία Του σε όλη την οικουμένη.
Η εκλογή και η κλήση των Αποστόλων έγινε αμέσως με την αρχή του επί γης έργου του Κυρίου, στη Γαλιλαία. Μετά τη Βάπτισή Του πήγε στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ, όπου απηύθυνε την κλήση στους πρώτους μαθητές Του:«δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ. 4:20). Αυτοί «ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ. 4:21). Άλλοι «αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού» (Μαρκ. 1:20).
Οι μαθητές χωρίζονται σε τρεις ομάδες: το στενό κύκλο των δώδεκα, τον ευρύτερο κύκλο των εβδομήκοντα και τον ευρύτατο κύκλο των πολυπληθών ακόλουθων του Ιησού Χριστού. Μεγαλύτερη σημασία για το σωτήριο έργο του Χριστού και για την αποστολή της Εκκλησίας είχε ο κύκλος των δώδεκα. Αυτοί βρίσκονταν πλησίον Του και σ' αυτούς αποκάλυψε τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού.
Ένεκα του αποστολικού τους αξιώματος είχαν την εξουσία να διδάσκουν το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, να επιτελούν τις αγιαστικές και λειτουργικές πράξεις της Εκκλησίας και να μεταδίδουν την εξουσία αυτή και στους διαδόχους τους. Όντως ο Χριστός τους είπε: «Εγώ εξελεξάμην υμάς, και έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγετε και καρπόν φέρητε, και ο καρπός υμών μένη» (Ιω. 15:16).
Εξ’ άλλου, μετά την Ανάσταση, τους ανέθεσε το έργο και την αποστολή αυτή με τους λόγους της Διαθήκης:  «καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. Και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς˙ λάβετε Πνεύμα Άγιον˙ αν τινών αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. 20:21). Επίσης στο όρος της Γαλιλαίας, όπου είχαν συναχθεί οι έντεκα μαθητές, λίγο πριν την Ανάληψη, τους είπε:«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28:19-20).
Ο Ιησούς Χριστός δεν επέλεξε τους Αποστόλους Του ούτε από τους θρησκευτικούς ηγέτες του Ισραήλ, ούτε από την αριστοκρατία, ούτε από τις τάξεις των πολιτικά ισχυρών, των οικονομικά δυνατών, ούτε από τους κατά κόσμο σοφούς. Έτσι ευχαριστεί τον Θεό Πατέρα: «Εξομολογούμαι σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις· ναι, ο πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν σου» (Ματθ. 11:25-27).
Αντίθετα, τους επέλεξε από τους άσημους και απλούς κατά κόσμον, αλλά σοφούς κατά Θεόν ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Επειδή γαρ εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν ... τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση, όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού(Α˙Κορ. 1:21-29).
Το Άγιο Πνεύμα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (Πραξ. 2:1-13) μεταμόρφωσε τους φοβισμένους μαθητές σε διαπρύσιους κήρυκες του Ευαγγελίου. Η συγκλονιστική εμπειρία της Ανάστασης του Κυρίου και η επέλευση της δύναμης του Αγίου Πνεύματος έδωσαν σε αυτούς τη δύναμη και δυνατότητα να εκπληρώσουν την αποστολή τους. Το αποστολικό έργο και η δύναμη του Ευαγγελίου του Χριστού έγιναν η αιτία της ανακαινίσεως και μεταμορφώσεως του κόσμου και της ιστορίας. Έτσι επιβεβαιώνεται αυτό που ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει στην αποκάλυψη για τους δώδεκα αποστόλους ότι είναι οι θεμελιωτές της Εκκλησίας στη γη και στο ουρανό «και το τείχος της πόλεως είχε θεμέλια δώδεκα, και εν αυτοίς τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνίου» (Απ. 21:14). Διασκορπίστηκαν σε όλο τον κόσμο για να διαλαλήσουν το νέο, ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα της εν Χριστώ απολύτρωσης του ανθρωπίνου γένους.
Το έργο των αποστόλων δεν ήταν εύκολο. Ο απόστολος Παύλος περιέγραψε πολύ παραστατικά τις δυσκολίες της αποστολής τους ως εξής: «Ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις. Ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς δέ φρόνιμοι εν Χριστώ, ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί˙ υμείς ένδοξοι, ημείς δέ άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί˙ λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν˙ ως περικαθάρματα του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι» (Α˙Κορ. 4:9-13).
Το έργο των αγίων Αποστόλων συνεχίστηκε και συνεχίζεται από τους διαδόχους τους. Σε κάθε μέρος, όπου ίδρυαν τοπικές εκκλησίες, χειροτονούσαν επισκόπους και πρεσβυτέρους για να συνεχίσουν το έργο τους. Γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων:«Χειροτονήσαντες δε αυτοίς πρεσβυτέρους κατ' εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθεντο αυτούς τω Κυρίω, εις ον πεπιστεύκασι» (Πράξ. 14:23).
Ο κλήρος της Εκκλησίας είναι διάκονοι και οικονόμοι των μυστηρίων τού μόνου Αρχιερέως (Α˙ Κορ. 3: 5-9,4:1, Α˙ Τίτ. 7, Α˙ Πέ. 4:10). Ο Χριστός είναι ο μόνος μεσίτης και μέσω Αυτού επιτυγχάνεται η συμφιλίωση με τον Θεό (Α' Τιμ. 2:5). Η Εκκλησία συνεχίζει την αποστολική παράδοση. Η ιεροσύνη διακρίνεται τρεις βαθμούς: τον διάκονο, τον πρεσβύτερο και τον επίσκοπο.
Βέβαια η Καινή Διαθήκη ταυτίζει κατ' αρχήν τούς όρους «επίσκοπος» και«πρεσβύτερος» (Πραξ. 20:17-28), όμως αυτό δεν σημαίνει πώς στην αποστολική Εκκλησία δεν υπήρχε τρίτος βαθμός της ιεροσύνης. Ο Τίτος επί παραδείγματι ήταν επίσκοπος Κρήτης και ο Τιμόθεος εκτελούσε επισκοπική διακονία στην Εκκλησία της Εφέσου. Σ' αυτή τη διακονία περιλαμβανόταν και η εγκατάσταση πρεσβυτέρων και διακόνων, και μάλιστα με χειροτονία (Τίτ. 1:5), με την οποία μεταδιδόταν το «χάρισμα» της ιεροσύνης (Β' Τιμ. 1:6, Πρβλ Α' Τιμ. 5: 22, Πράξ. 20:28).
Ο Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης (96μ.χ.), κάνει λόγο για «ιερείς» και«αρχιερείς» «τω γαρ αρχιερεί ίδιαι λειτουργίαι δεδομέναι εισίν, και τοις ιερεύσιν ίδιος ο τόπος προστέτακται, και λευίταις ίδιαι διακονίαι επίκεινται. Ο λαϊκός άνθρωπος τοις λαϊκοίς προστάγμασιν δέδεται. Έκαστος ημών, αδελφοί, εν τω ιδίω τάγματι ευαρεστείτω Θεώ εν αγαθή συνειδήσει υπάρχων, μη παρεκβαίνων τον ωρισμένον τοις λειτουργίας αυτού κανόνα...» (Α'Κλημ. 40:3–41:4),συνδέει την πραγματικότητα της Εκκλησίας με την πραγματικότητα της αγίας Γραφής«Και δώσω τούς αρχοντάς σου εν ειρήνη και τούς επισκόπους σου εν δικαιοσύνη» λέγει ο προφήτης (Ήσ. 60:17 κατά τους Ο').
Ο άγιος Iγvάτιoς ο θεοφόρος που έζησε αμέσως μετά τους αποστολικούς χρόνους (107μ.χ.), διακρίνει τούς τρεις βαθμούς της ιεροσύνης και υπογραμμίζει: «πάντες τω επισκόπω ακολουθείτε, ως Ιησούς Xριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις απoστόλoις τούς δε διακόνους εντρέπεσθε, ως Θεού εντολήν... εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, ή υπό τον Επίσκοπον ούσα, η ω αν αυτός επιτρέψη»  «Ο λάθρα επισκόπου τι πράσσων τω διαβόλω δουλεύει» (Iγν., Σμυρν. VIII, 1:9). Ο άγιος Κυπριανός επίσκοπος Καρχηδόνος (258μ.χ.) αναφέρει, ότι οι επίσκοποι είναι «εκπρόσωποι και διάδοχοι των απoστόλων» και σ' αυτούς αναφέρεται τώρα το «ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λκ. 10:16), (Εγχειρίδιο αιρέσεων & παραχριστιανικών ομάδων π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου). Κατά τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, ο Θεός εμπιστεύθηκε στους ιερείς «τα μυστήρια, τα οποία μας ανυψώνουν προς τον ουρανό και αποτελούν το μεγαλύτερο και πολυτιμότερο πράγμα από όλα όσα διαθέτομε» (Λόγ. 2:4, Απολογία περί της φυγής).
Ο Χριστός συνεχίζει και σήμερα, δια της Αγίας Εκκλησίας Του και των διαδόχων των πεφωτισμένων Αγίων Ενδόξων Μαθητών και Αποστόλων, να μας καλεί με αγάπη με στοργικότητα κοντά Του. Μας διδάσκει με ποιο τρόπο να αποφεύγουμε κάθε  αδυναμία και κάθε πάθος, φθόνο ή ζήλο, ώστε  να φθάσουμε κοντά Του. Οι  προσκλήσεις είναι πολλές και ποικίλουν. Δυστυχώς κάποιοι δεν γίνονται παραλήπτες αυτών των προσκλήσεων ή και αν τις παραλάβουν, αναβάλλουν να τις ενεργοποιήσουν «ευθέως», αναβάλλοντας, επ’ αόριστο την εκτέλεσή τους, ενώ συγχρόνως γνωρίζουν τα λάθη τους και τις αστοχίες τους. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει χαρακτηριστικά: «Μη αναβάλλου επιστρέψαι προς Κύριον» «μηδέ ανάμενε ημέραν εξ’ ημέρας, μήποτε, ως μέλλεις, εκτριβής». Και ο Γρηγόριος Θεολόγος συνιστά: «Ου δει καιρόν αναμένειν επί τη εαυτού διορθώσει δια το ασφαλές μη έχειν περί την αύριον».
Στην Εκκλησία του Χριστού από την εποχή των αποστόλων μέχρι σήμερα συνεχίζεται αυτή η αλυσίδα και χαρακτηρίζεται ως αδιάκοπη διαδοχή προσώπων και πίστης και γι' αυτό ονομάζεται η Εκκλησία μας Αποστολική.  Όλοι λοιπόν όσοι εργάζονται στην Εκκλησία του Χριστού, κληρικοί και λαϊκοί, συνεχίζουν κατ' ουσίαν το έργο των αγίων Αποστόλων.

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2014

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου «Χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί»

«Χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί».
 Η χριστιανική πίστη, ξεκινώντας από το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, μώρανε και μάρανε, τόσο τους συζητητές του λόγου, όσο και τους ποιητές των μύθων, απέδειξε δηλαδή ότι όταν ο τρόπος της ζωής στηρίζεται μόνο στη δύναμη της λογικής ή στη δύναμη του ανθρώπινου ασυνείδητου, της εγκόσμιας θρησκευτικότητας και του μύθου, δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο νόημα και περιεχόμενο ζωής. Η ζωή δεν βρίσκει νόημα, όταν στηρίζεται μόνο στη συζήτηση, δηλαδή στα λόγια. Ούτε όταν μένει προσκολλημένη στο λόγο, δηλαδή στον ορθολογισμό.
Η χριστιανική πίστη, δια του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας δίνει μία άλλη διάσταση, η οποία αποκαλύπτει την ανεπάρκεια του λόγου και του μύθου, και νοηματοδοτεί την σωτηριολογική ζωή, τουλάχιστον εκείνων που πιστεύουν και αγωνίζονται, να ζουν τη ζωή της Εκκλησίας.
Το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου αποκαλύπτει τη δυναμική της ταπείνωσης, της απλότητας, της πραότητας και της υπακοής, σε παραγγέλματα, που δεν προέρχονται από τον ορθό λόγο, αλλά από την αδιάσειστη  σχέση ανθρώπου – Θεού και την ελεύθερη βούληση του συγκεκριμένου προσώπου, ήτοι της Παρθένου. Η αποδοχή του Ευαγγελισμού καθιστά την νεαρή κόρη, ως  μητέρα του Θεού, ως χώρα του αχωρήτου δια της αγνής συγκαταθέσεώς της, συντρίβεται κάθε έννοια ορθολογισμού και μύθου.
Η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης, από τον Θεό, δεν ήταν απλώς μια μεταμόρφωση του Θεού σε άνθρωπο. Ο Θεός κατήλθε εις τη γη προσλαμβάνοντας ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και ενώθηκε με αυτήν  οντολογικά και «υποστατικά». Γι’ αυτό ο Θεός πεθαίνει πάνω στο Σταυρό, ο οποίος εξελήφθη από την ορθολογική σκέψη, ως «μωρία». Συνεπώς η Παναγία ανέτρεψε τη λογική του μύθου και τη μυθολογία, η οποία δεν μπορεί, να αντιληφθεί, ότι ένας Θεός πεθαίνει στο Σταυρό, από αγάπη για τον άνθρωπο. Διότι οι μύθοι απαιτούσαν μόνο την υποταγή και την υπακοή των ανθρώπων στις θεότητες, που δημιουργούσαν. Αιτία του Μυστηρίου της «μωρίας του Σταυρού» γίνεται Παναγία.
Μυστήριο είναι κάθε τι, που ξεπερνά το όριο της αντίληψης και της λογικής. Το μυστήριο της Σαρκώσεως του Θεού, φανερώνει το ασύλληπτο και αδιανόητο της κενώσεως της Θείας Αγάπης. Σ’ αυτό το Μυστήριο συνεργεί τόσο η αγάπη του Θεού, ως υπέρβαση του λόγου και του μύθου, όσο και η συγκατάθεση του ανθρώπου.
Εξ’ αιτίας του Μυστηρίου της Ενανθρωπίσεως, μωραίνονται οι δεινοί συζητητές, δηλαδή οι φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι, διότι αδυνατούν, παρά τη σοφία τους, να ερμηνεύσουν το θαύμα του τόκου της Παναγίας. Μαραίνονται, επίσης και οι ποιητές των μύθων, γιατί δεν μπορούν να ερμηνεύσουν την αγάπη, η οποία υπερβαίνει κάθε έννοια λόγου και λογικής. Δηλαδή, ενώπιον του Θείου και απερίγραπτου Λόγου του Θεού, ουδείς άλλος λόγος ή λογική του κόσμου, μπορεί να συγκριθεί.
Παρά ταύτα η χριστιανική πίστη δεν κατάργησε ούτε τον λόγο, ούτε τη λογική,  αλλά, βέβαια, φανέρωσε την ανεπάρκεια τόσο του λόγου, όσο και του μύθου, που αδυνατούν, να δώσουν πληρότητα και νόημα ζωής στους ανθρώπους, τους οποίους μόνο ο Υιός και Λόγος του Θεού, ζωοποιεί, δια του δικού Του θανάτου, μετά των εκείνων θάνατο.
Η Θεοτόκος με την συνέργειά της, στο θέλημα του Θεού, λειτουργώντας σαν «γέφυρα μετάγουσα» δημιούργησε μία μόνιμη σχέση ανάμεσα  στον  Θεό και στον άνθρωπο. Βέβαια, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, δεν είναι πλήρης, αλλά δύναται να γίνει πλήρης. Και θα γίνει πλήρης, όταν, η πίστη εγκαθίσταται, μέσα από την πνευματικότητα και την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Θα γίνει πλήρης, όταν ο άνθρωπος απαρνηθεί το  «Εγώ» του, και κατορθώσει να βρει την, όχι μόνο την ύπαρξή του, αλλά και την αξία της. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται η σχέση του με τον Θεό και αρχίζει ο άνθρωπος, να αισθάνεται την αυτοσυνειδησία του και την αμαρτωλότητά του. Η αυτοσυνειδησία στην οποία οδηγεί τον άνθρωπο η πίστη, είναι η προϋπόθεση της οντολογικής του απελευθέρωσης. Η πίστη είναι το όριο της επίγειας προσωρινής μας ύπαρξης. Η πίστη, όμως «ανοίγει την πόρτα» της αιωνιότητας. Η πίστη, βεβαίως δεν είναι θέωση, αλλά προσφέρει τη δυνατότητα να αποκτήσει, κανείς, τη «κατά χάρη» θέωση.
Η ολοκληρωμένη πίστη φθάνει στη λογική του υπέρλογου Θεού, και εκδηλώνεται, ως υπακοή. Δεν είναι ερευνητική, ούτε αμφιβάλλει, αλλά γίνεται  συναρπαγή.  Δεν είναι κατάληξη συλλογισμού, αλλά συνειδητή απόφαση ευθύνης.
Αυτήν την πίστη απόκτησε, η Παρθένος Μαρία, η οποία χωρίς να ερευνήσει, χωρίς να δυσανασχετήσει, χωρίς να αρνηθεί, αποδέχεται το Θείο Μήνυμα, που της παρέδωσε  ο Αρχάγγελος του Θεού και γίνεται αυτόχρημα συνεργός στο σχέδιο της Θειας Οικονομίας και  Ενανθρωπίσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Ένα σχέδιο, που έκανε να μωραθούν οι «δεινοί συζητηταί», δηλαδή οι λόγιοι και οι φιλόσοφοι και να μαραθούν κάθε μορφής μύθος ή φαντασία.
Εμείς θαυμάζοντας το Μυστήριο πιστώς βοώμεν.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 03, 2014

ΤΟ ΛΥΤΡΩΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Με την εορτή των Θεοφανείων ή των Επιφανείων ή των Φώτων ολοκληρώνεται ο κύκλος του «Δωδεκάρτου», όπως ονομάζεται η περίοδος των εόρτιων ημερών από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Θεοφάνεια.
Την εορταστική αυτή περίοδο ο κάθε πιστός που συμμετέχει στο εόρτιο κύκλο της Εκκλησίας, δεν αισθάνεται ότι είναι μία μονότονη ροή του χρόνου, αλλά νοιώθει βαθειά ανακούφιση μέσα από το λυτρωτικό μήνυμα και περιεχόμενο αυτών των ήμερων. Είναι το μήνυμα της εν Χριστώ αναγέννησης και ανακαίνισης του ανθρώπου, δια του Θεανθρώπου Λυτρωτή και Σωτήρα του κόσμου Ιησού Χριστού, το οποίο ουδεμία άλλη κοσμική δύναμη μπορεί να προσφέρει.
Η βάπτιση του Χριστού, που εορτάζουμε τα Θεοφάνεια αναδεικνύουν τον Ενανθρωπίσαντα Ιησού Χριστό, ως Μεσσία και Λυτρωτή, καθώς μας το επιβεβαιώνει η φωνή του Πατέρα που ακούγεται τη στιγμή της Βάπτισής Του, δηλώνοντας την παρουσία Του, ως του μόνου αληθινού Βασιλέως του κόσμου. Η Βάπτιση του Χριστού εισάγει στον κόσμο νέο ήθος και ύφος, που πηγάζουν από τη θυσιαστική αγάπη υπέρ του ανθρώπου. Τα ύδατα του Ιορδάνη ποταμού και κατ’ επέκταση ολόκληρη η φύση και ο κόσμος αγιάσθηκαν και καθαγιάσθηκαν, από τον Χριστό και μεταβλήθηκαν από κοινά ύδατα σε «αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον».
Αν ήθελε κανείς να προσεγγίσει βαθύτερα το αγιοπνευματικό περιεχόμενο και νόημα της εορτής των Φώτων, δεν μπορεί να μην αντιληφθεί, ότι όντως συνέβη και όντως φανερώνεται σε όσους έκτοτε λούζονται στα νάματα του Ιορδάνου, για να καθαρίσουν, για να καθαγιάσουν και να ξεπλύνουν τις αμαρτίες και τα πάθη τους, που δημιουργούνται στη ροή του χρόνου και της καθημερινότητας, οι οποίοι θα πρέπει να δεχθούν το Μέγα Μυστήριο της Σωτηρίας, οντολογικά και βιωματικά και όχι επιφανειακά και επιδερμικά, γιατί μόνο έτσι, θα μπορέσουν να αντιληφθούν το μέγεθος των γεγονότων όλων των ήμερων του δωδεκαόρτου, καθώς επίσης και ότι είναι τόσο οικεία και πλησίον μας και επί πλέον ότι μας προσφέρουν κάθε φορά που τα εορτάζουμε μηνύματα ωφέλιμα, σύγχρονα και επίκαιρα, καθώς και μηνύματα απελευθέρωσης και αναζωογόνησης, που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε ακέραιη και αυθεντική προσωπικότητα. Αυτά τα μηνύματα διαφυλάσσονται περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια στην Εκκλησία του Θεανθρώπου Χριστού, ως παρακαταθήκη της λυτρώσεως και της καταφάσεως της αυθεντικής ύπαρξης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η αρχέγονη αυτή παρακαταθήκη διαφυλάσσεται και διασώζεται από την Εκκλησία, η οποία μας ορίζει και μας προσδιορίζει το οντολογικό και αυθεντικό νόημα του «ζειν και υπάρχειν του ανθρώπου εν τω κόσμω», διότι η βάπτιση του Χριστού έγινε η αφετηρία της οικονομίας της σωτηρίας, που ανέλαβε ως Θεός και άνθρωπος, να εκπληρώσει εκ μέρους μας, έγινε η δική μας αφετηρία, γιατί συνδέεται άμεσα με το μυστήριο της βάπτισής μας, με την οποία ανακαινιζόμαστε και εισερχόμαστε στην νέα εν Χριστώ ζωή.
Τα κείμενα των Ιερών Ευαγγελιστών μας δίδουν εύληπτα τα αποδεικτικά στοιχεία για την αμεσότητα της σχέσης της Βαπτίσεως του Χριστού και της δικής μας, ως της νέας εν Χριστώ ζωής. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο διαβάζουμε:
Ιω. 1,29:          Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ Ἰωάννης τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.
Ιω. 1,29:          Την επομένην ημέραν βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησούν να έρχεται εις αυτόν και λέγει· “ίδε ο αμνός του Θεού, που επροφήτευσεν ο Ησαΐας, ο Μεσσίας και Λυτρωτής, ο οποίος θα θυσιασθή δια να πάρη επάνω του και εξαλείψη την αμαρτίαν και την ενοχήν του κόσμου.
Ιω. 1,30:          οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.
Ιω. 1,30:          Αυτός είναι, δια τον οποίον σας είπα· ύστερα από εμέ έρχεται άνθρωπος, ο οποίος σαν αιώνιος Θεός υπάρχει πολύ πρωτύτερα από εμέ, ασύγκριτα λαμπρότερος και ενδοξότερος.
Ιω. 1,31:          κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων.
Ιω. 1,31:          Και εγώ δεν τον εγνώριζα προηγουμένως, αλλά δια να φανερωθή αυτός στους Ισραηλίτας, δια τούτο ήλθα εγώ και βαπτίζω εις τα ύδατα του Ιορδάνου”.
Ιω. 1,32:          καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν.
Ιω. 1,32:          Και εβεβαίωσεν ο Ιωάννης λέγων ότι “είδα το Άγιον Πνεύμα να κατεβαίνει ωσάν περιστερά από τον ουρανών και έμειναν εις αυτόν μονίμως.
Ιω. 1,33:          κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ᾿ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾿ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Ιω. 1,33:          Και εγώ, όπως και σεις, δεν τον εγνώριζα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε· Εις όποιον ίδης να κατεβαίνη το Πνεύμα το Αγιον και να μένη εις αυτόν, αυτός είναι, που βαπτίζει με Πνεύμα Αγιον.
Ιω. 1,34:          κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Ιω. 1,34:          Και εγώ πράγματι είδα, όπως μου είπεν ο Θεός, και έχω δώσει μαρτυρίαν και ομολογίαν ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινεν άνθρωπος”.
Οι ερμηνευτές τα παραπάνω λόγια του Κυρίου λένε ότι είναι τα ιδρυτικά λόγια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια του οποίου εμείς οι άνθρωποι γινόμαστε χριστιανοί. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στη βάπτιση του Χριστού φανέρωσε το μυστήριο του βαπτίσματος, το οποίο επιτελεί ο Χριστός με το άγιο Πνεύμα. Είναι το βάπτισμα το οποίο παρέδωσε ο Χριστός στους μαθητές του, ως ουσιαστικό στοιχείο της αποστολικής διακονίας τους στον κόσμο.
Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει:
Ματθ. 28,17:  καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν.
Ματθ. 28,17:  Και ιδόντες αυτόν τον επροσκύνησαν, μερικοί δε είχαν κάποιαν αμφιβολίαν να πιστεύσουν ότι αυτός πράγματι ήτο ο Ιησούς.
Ματθ. 28,18:  καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς.
Ματθ. 28,18:  Και αφού επλησίασεν όλους ο Ιησούς, ωμίλησε προς αυτούς και είπε· “μου εδόθη και ως προς άνθρωπον, κάθε εξουσία στον ουρανόν και εις την γην.
Ματθ. 28,19:  πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
Ματθ. 28,19:  Λοιπόν, πηγαίνετε τώρα και διδάξατε εις όλα τα έθνη την αλήθειαν. Και αυτούς που θα πιστεύσουν και θα γίνουν μαθηταί σας, βαπτίσατέ τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Ματθ. 28,20:  διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.
Ματθ. 28,20:  Διδάσκοντες αυτούς να τηρούν όλας τας εντολάς, που εγώ σας έχω δώσει. Και ιδού, εγώ θα είμαι μαζή σας όλας τας ημέρας, μέχρις ότου λάβη τέλος ο αιών αυτός. Αμήν. (Θα είναι μαζή μας πάντοτε διότι αυτός είναι ο Εμμανουηλ, του οποίου το όνομα σημαίνει: Ο Θεός μαζή μας).
Επίσης ο Ευαγγελιστής Μάρκος σημειώνει:
Μαρκ. 16,15:  καὶ εἶπεν αὐτοῖς. πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει.
Μαρκ. 16,15:  Και τους είπεν· “πηγαίνετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον, το χαρμόσυνον μήνυμα της σωτηρίας, εις όλην την ανθρωπότητα.
Μαρκ. 16,16:  ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.
Μαρκ. 16,16:  Εκείνος που θα πιστεύση και βαπτισθή, θα σωθή, εκείνος που θα απιστήση στο κήρυγμά σας θα καταδικαστή.
Τα ανωτέρω χωρία του Ευαγγελίου, μας δηλώνουν με σαφήνεια, ότι το μυστήριο του βαπτίσματος, που ίδρυσε ο Χριστός μεταμορφώνοντας ή συμπληρώνοντας το βάπτισμα του Ιωάννη του Βαπτιστή είναι η αφετηρία της επανασύνδεσής μας με τον δημιουργό μας, που είναι και ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας μας.
Για να αντιληφθούμε το βαθύτερο νόημα αυτής της σωτηρίας, που μας παρέχουν οι Ευαγγελικές αφηγήσεις, για τη Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη, πρέπει να προσέξουμε τα κάτωθι, που εύστοχα σημειώνει ο διακεκριμένος Θεολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου Πρωτ. Γεώργιος Διον. Δράγας, ο οποίος μεταξύ άλλων επισημαίνει:
«Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν «βάπτισμα μετανοίας,» που υποδήλωνε την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό και την υπακοή του στο θείο θέλημα. Ήταν αναγκαίο εν όψει της ελεύσεως του Μεσσία και της βασιλείας του Θεού την οποία θα έφερνε Εκείνος στον κόσμο. Ήταν ένα είδος προπαρασκευής και προετοιμασίας, που απέβλεπε στην μεσολάβηση του Θεού, μέσω του Μεσσία, δηλαδή στην δικαίωση των ανθρώπων και στη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια του Χριστού προς τον Βαπτιστή Ιωάννη, «Έτσι είναι πρέπον», για να εκπληρωθεί σε μας πλήρης δικαίωση» (Ματθ. 3:15). Έτσι όταν ο Χριστός προσήλθε στο βάπτισμα του Ιωάννη, ως άνθρωπος αποδέχτηκε το θείο θέλημα εκ μέρους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και τότε η μαρτυρία του ουράνιου Πατέρα που τον αναγνώρισε, ως τον Υιό Του τον αγαπητό και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σωματικά «εν είδη περιστεράς» σήμανε την αποδοχή του Χριστού από τον Πατέρα, ως τον Μεσσία, που θα φέρει τη Βασιλεία του Θεού στους ανθρώπους. Τη Βασιλεία αυτή την αντιπροσώπευε κυρίως και πρωτίστως ή κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, όπως είχε προφητέψει ο Ησαΐας: «Ο Ιακώβ είναι ο υιός μου, εγώ θα τον αναλάβω. Ο Ισραήλ είναι ο εκλεκτός μου, τον οποίο αποδέχτηκε η ψυχή μου, και στον οποίον έδωσα το Πνεύμα μου, για να κάνει κρίση ανάμεσα στα έθνη» (42:1).
Τόσο η αποδοχή του Χριστού, ως Μεσσία, όσον και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος επάνω Του, αναφέρονται στην ανθρωπότητά Του, την οποία ανέλαβε για χάρη μας και την κατέστησε ως βάση της σωτηρίας μας. Όπως το διαλαλεί η εκκλησιαστική υμνωδία.
«Έχοντας φορέσει την μορφή του δούλου, προσήλθες να βαπτισθείς Χριστέ από δούλο στα ύδατα του Ιορδάνη, για να λυτρώσεις από την δουλεία της αρχαίας αμαρτίας και να αγιάσεις και να φωτίσεις εμάς τους ανθρώπους» (Εσπερινός παραμονής Θεοφανίων). «Λύτρωση έρχεται ο Χριστός να δώσει με τη βάπτιση σε όλους τους πιστούς. Γιατί με αυτήν καθαρίζει τον Αδάμ, υψώνει τον πεσμένο, ντροπιάζει τον τύραννο που προκάλεσε την πτώση, ανοίγει τους ουρανούς, κατεβάζει το Θείο Πνεύμα και χαρίζει την αφθαρσία και την μέθεξη» (Ωδή 8η).
«Σήμερα στα ρείθρα του Ιορδάνη ήρθε ο Κύριος, και λέει στον Ιωάννη: Μη δειλιάσεις να με βαπτίσεις, γιατί ήρθα να σώσω τον Αδάμ τον πρωτόπλαστο» (Οίκος).
«Ως άνθρωπος ήρθες Χριστέ Βασιλεύ στον ποταμό, και δουλικό βάπτισμα σπεύδεις να λάβεις από τα χέρια του Προδρόμου, για τις δικές μας αμαρτίες, φιλάνθρωπε!» (Σοφρωνίου Ιεροσολύμων).
Τα όσα έγιναν στον Ιορδάνη αναφέρονται στην θεότητα του Χριστού και ιδιαίτερα στην αιώνια υιϊκή υπόστασή Του, η οποία αποκαλύπτει το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Ο Χριστός είναι ο αιώνιος Υιός του Πατρός, που έγινε και Υιός ανθρώπου για να ξαναφέρει τον άνθρωπο στην βασιλεία του Τριαδικού Θεού. Γι αυτόν τον λόγο και το μυστήριο του Βαπτίσματος, που μας χαρίζει την αναγέννηση και μας εισάγει στην εν Χριστώ ζωή γίνεται εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τα Θεοφάνεια, συνεπώς, αναφέρονται όχι μόνο στην επιστροφή του ανθρώπου στον αληθινό Θεό, τον Δημιουργό και Σωτήρα του, μέσω του Χριστού, αλλά και στην αποκάλυψη του μυστηρίου του Θεού, δηλαδή στην αλήθεια ότι ο Θεός είναι Ένας και Τριαδικός και ως τοιούτος πρέπει να προσκυνείται. Όπως το διαλαλεί και η εκκλησιαστική υμνωδία:
«Όταν βαπτίστηκες στον Ιορδάνη, Κύριε, τότε φανερώθηκε η προσκύνηση της Αγίας Τριάδας. Γιατί τότε η φωνή του Γεννήτορα έδωσε την σαφή μαρτυρία ονομάζοντάς σε Υιό Του αγαπητό. Αλλά και το Πνεύμα με μορφή Περιστεράς βεβαίωσε του λόγου το ασφαλές. Σε δοξάζουμε στα Επιφάνειά Σου, Χριστέ, ως Θεό που φωτίζεις τον κόσμο» (Απολυτίκιο Θεοφανείων). «Φανερώθηκες σήμερα στην οικουμένη, και το φως Σου Κύριε σημειώθηκε επάνω σε μας, που σε υμνούμε με επίγνωση. Ήρθες και φανερώθηκες, το Φως το απρόσιτο» (Κοντάκιο). Ο διαφωτισμός του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού είναι και η αιτία που ονομάζονται τα Θεοφάνεια και Τα Φώτα. Πρόκειται για τα φώτα του Πατρός του Υιού και ου Αγίου Πνεύματος, που αν και τρία είναι όμως και ένα Φως απρόσιτο». (Πρωτ. Γεώργιος Διον. Δράγας).
Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας καθιέρωσαν να τελείται η ακολουθία του αγιασμού των υδάτων, που τελείται προεόρτια την παραμονή των Θεοφανείων και ανήμερα στην εορτή, ως ανάμνηση του βαπτίσματος του Χριστού στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, καθώς και του αγιασμού των υδάτων που έγινε τότε από τον Χριστό. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ομιλεί για τον Μεγάλο αυτό Αγιασμό στην εορτή των Θεοφανείων, που φυλασσόταν από τους πιστούς και χρησιμοποιείτο για αγνισμό, ενίσχυση και θεραπεία. Τη μεγάλη σημασία του την αντιλαμβανόμαστε από τα λόγια της ευχής που αναπέμπει ο ιερέας κατά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τον καθαγιασμό του ύδατος: «…και ποίησον αυτό πηγή αφθαρσίας, δώρο αγιασμού, συγχωρητικό (λυτήριο) αμαρτημάτων, φάρμακο (αλεξιτήριο) νοσημάτων, εξολοθρευτικό δαιμόνων, απρόσιτο στις ενάντιες δυνάμεις, γεμάτο με αγγελική δύναμη…» Να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο καθαγιασμών (της παραμονής και της εορτής). Εκείνο που έχει σημασία προκειμένου να χρησιμοποιήσει κανείς τον Μεγάλο Αγιασμό είναι η μετάνοια και η νηστεία την παραμονή της εορτής. Όταν με «καρδίαν συντετριμμένη και τεταπεινωμένην», με πίστη αληθινή λαμβάνουμε και χρησιμοποιούμε τον Αγιασμό, τότε πραγματικά γίνεται ιαματικό μέσο ψυχών και σωμάτων και πάσης «αντικειμένης δυνάμεως» ανατρεπτικό.
Κλείνοντας να σημειώσουμε, ότι η εορτή των Θεοφανείων είναι πρόσκληση ανανέωσης και επιστροφής στον Κύριο της δόξης, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, ταπείνωσε τον εαυτόν του και έγινε άνθρωπος, άνθρωπος αληθινός, αναμάρτητος, συγχωρητικός και ελεήμων, η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Να γιατί ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι, που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει. Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη ποταμό, υπό Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Εύλογα τίθεται διαρκώς το επίμονο ερώτημα: Ποια θα είναι η απάντησή μας; Η πλέον ενδεδειγμένη και σωστική απάντηση είναι να τον ακολουθούμε στην οδό της χάριτος, της αγάπης, της φιλανθρωπίας και της δικαιοσύνης Του, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν!

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...