Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 13, 2012

Άγιοι Ακύλας και Πρίσκιλλα οι Απόστολοι



  Οι Άγιοι Απόστολοι Ακύλας και 
Πρίσκιλλα ήταν ζευγάρι Ιουδαίων 
και καταγόταν από τον Πόντο. 
Κατοικούσαν στην Κόρινθο 
και εξασκούσαν το επάγγελμα
 του σκηνοποιού. Ήσαν δε
 άνθρωποι ενάρετοι και ευσεβείς.
Όταν ο απόστολος Παύλος, 

επισκέφθηκε την Κόρινθο, 
για να διδάξει την ορθόδοξη πίστη, 
το ζεύγος του προσέφερε θερμή φιλοξενία καθώς είχε 
εντυπωσιαστεί με το κήρυγμά του. Τόσο τους άγγιξε
 ο φλογερός και σωτήριος λόγος του απόστολου, 
ώστε αφού κατηχήθηκαν και βαπτίσθηκαν από αυτόν, 
αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν στις περιοδείες του
 ως βοηθοί του. O απόστολος εντυπωσιάσθηκε τόσο
 από τις αρετές και τη χριστιανική τους δράση ώστε 
τους μνημονεύει στις επιστολές του γράφοντας ότι για
 τις προσφερθείσες υπηρεσίες τους και το θάρρος
 είναι ευγνώμων όχι μόνον εκείνος, αλλά και όλες οι
 εκκλησίες των εθνών.

Αργότερα οι διώκτες του χριστιανισμού τούς
 συνέλαβαν και αποκεφάλισαν τούς Αγίους 
χαρίζοντάς τους μαζί με τον τίτλο των Αποστόλων
 και τον τίτλο των Μαρτύρων.
O Άγιος Aκύλας εορτάζεται και στις 14 Ιουλίου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'.  Ταχὺ προκατάλαβε
Χριστὸν ἀγαπήσαντες καὶ φωτισθέντες τὸν νοῦν, τὴ πίστει
 ἐνούμενοι καὶ συζυγία σεμνή, Ἀκύλας καὶ Πρισκίλλα
 ἤσαν μὲν προεστῶτες ἐκκλησίας κατ’ οἶκον, Παύλου
 δὲ τοῦ φωστῆρος συνεργοὶ καὶ προστᾶται. Διὸ αὐτοὺς
 τιμήσωμεν καὶ μιμησώμεθα.

Προφητείες Γερόντων για την Πόλη...

Η Δικαιοσύνη και το Βατοπαίδι…



Βασίλειος Κόκκινος, Επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η Ανακρίτρια επί της υποθέσεως του Βατοπαιδίου απέρριψε την αίτηση αποφυλακίσεως του καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου Γέροντος Εφραίμ, εμμένουσα προφανώς στην αρχική της κρίση, πως είναι ύποπτος διαπράξεως και άλλων αξιοποίνων πράξεων.
Η ποινικοποίηση του δικαιώματος της διεκδικήσεως μιας αξιώσεως είναι πρωτοφανής. Πολύ περισσότερο δε και το συμπέρασμα ότι τα όργανα του κράτους που απεφάσισαν αρμοδίως (μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και υπουργοί), παρασύρθηκαν τάχα από την πειθώ του Γέροντος Εφραίμ.
Όταν μάλιστα το συμπέρασμα αυτό δεν στηρίζεται σε κανένα έγγραφο ή εμμάρτυρο στοιχείο -αφού ουδένα των ως άνω οργάνων παρεδέχθη ή ισχυρίσθηκε ότι επείσθη από όσα είπε ο καθηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου- αλλά είναι εντελώς αυθαίρετο και παράνομο. Ως εκ τούτου δε, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση κρίσεως ανεπηρεάστου δικαστικής συνειδήσεως.
Οι πολίτες που δεν είναι επηρεασμένοι από πολιτικές προκαταλήψεις, ανατρεπτικές κοσμοθεωρίες και προσωπικές αυθαίρετες θέσεις, απογοητεύονται και θλίβονται, όταν η Δικαιοσύνη συμπεριφέρεται με τόση σκληρότητα προς έναν Καθηγούμενο, προερχόμενο εκ Κύπρου.
Διότι η Εκκλησία της Κύπρου επιτρέπεται να αναπτύσσει οικονομική δραστηριότητα προς εκπλήρωση των σκοπών της, χωρίς να επικρίνεται από την κυπριακή κοινωνία. Αντιθέτως, στην Ελλάδα κυριαρχεί διαφορετική αντίληψη.
Πηγή : Εφημερίδα Αξία
Αναδημοσίευση : www.romfea.gr
πηγή

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΣ


«Ο όσιος αυτός καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης. Ξεκίνησε την ασκητική του ζωή όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, ζώντας στις ερημιές και τα όρη. Όταν είχε περάσει στην αναχώρηση είκοσι πέντε έτη μαζί με πολλούς άλλους, δέχτηκε και έναν τέτοιο πειρασμό από τον πονηρό. Κάποια πόρνη δηλαδή που εμφανίστηκε  σαν πτωχή γυναίκα, έφτασε στο όρος όπου ζούσε ο άγιος. Και αφού βράδιασε, έκλαιγε με αναφιλητά, διότι δήθεν έχασε τον δρόμο και θα γινόταν τροφή για τα θηρία, γι’ αυτό και παρακαλούσε τον όσιο να την δεχθεί μέσα στο κελί του και να μη κατασπαραχθεί από τα δόντια αυτών. Αυτός τότε (διότι ήταν αδύνατο να την αφήσει έξω), της είπε να περάσει μέσα, ενώ ο ίδιος προχώρησε στα εσώτερα του κελιού. Το πρωί ο όσιος βλέποντας τη μεταβολή της εμφάνισής της (διότι φορούσε ιμάτια, με τα οποία στολίστηκε τη νύκτα), ρωτούσε να μάθει ποια ήταν και για ποιο λόγο πήγε εκεί; Αυτή τότε του είπε με αναίδεια «εξαιτίας σου». Κι αφού έλεγξε με κακία την ασκητική του διαγωγή και πρόσθεσε ότι και όλοι οι Δίκαιοι κατά την Παλαιά Διαθήκη βρέθηκαν με γυναίκες, τον προσκαλούσε να συνευρεθούν. Αυτός όμως, ελαφρά ταραγμένος αλλά έχοντας ήδη υπό έλεγχο και υπακοή τον εαυτό του, και εξετάζοντας πώς, αν διαπράξει τούτο, θα κρυφτεί από τη θεία χάρη, πριν να πέσει σε αμαρτία, ήδη σηκώθηκε. Τι έκανε λοιπόν; Έβαλε φωτιά σε πλήθος από ξερά κλαδιά  και μπήκε στο μέσο, νουθετώντας  τον εαυτό του και λέγοντας: «Αν μπορείς να υποφέρεις τη φωτιά της γέεννας, αφού ποθείς την αισχρή ηδονή, υπάκουσε στη γυναίκα και πήγαινε μαζί της». Αφού κατέφλεξε έτσι τον εαυτό του και ταπείνωσε το ξεσήκωμα της σάρκας του, και τη γυναίκα που σωφρονίστηκε από όσα είδε την έστειλε σε μοναστήρι, και ο ίδιος, γιατρεμένος με τη χάρη του Θεού από τις πληγές της φωτιάς, με την καθοδήγηση ενός ναύκληρου, πήγε σε ένα ξερονήσι, που απείχε από τη γη μιας ημέρας οδό. Σ’ αυτό έμεινε επί δέκα χρόνια, παίρνοντας τροφή από τον ναύκληρο. Πάλι όμως σηκώθηκε και έφυγε από εκεί, όταν κάποια κοπέλα που γλύτωσε από ναυάγιο πάνω σε μία σανίδα, έφτασε κοντά του. Και την μεν κοπέλα την τράβηξε να βγει ο όσιος, αυτός όμως έφυγε και από εκεί, λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία χορταριού και φωτιάς. Οδηγήθηκε μάλιστα στην ξηρά, πάνω σε δελφίνια. Έπειτα από εκεί διάβηκε από χώρες και πόλεις και έχοντας ως σύνθημα το «Φεύγε, Μαρτινιανέ, μη σε προφθάσει πειρασμός» (διότι έτσι αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του), έφτασε στην Αθήνα. Μόλις πήγε εκεί, εκδήμησε προς τον Κύριο, ενώ αξιώθηκε ένδοξης ταφής από τον επίσκοπο και όλο τον λαό. Λέγεται δε και για τις γυναίκες, ότι η μεν πρώτη που πήγε από το όρος σε μοναστήρι και έζησε εκεί, αξιώθηκε να κάνει θαύματα, η δε άλλη ότι έμεινε υπομονετικά στο ξερονήσι μέχρι το τέλος της ζωής της, ντυμένη με ανδρικά ρούχα που της τα έφερε ο ναύκληρος. Τελείται η σύναξή του στο σεπτό Αποστολείο του αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στη αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία».

Ο όσιος Μαρτινιανός αποτελεί κλασική περίπτωση νέου ανθρώπου που απεφάσισε να αφιερωθεί στον Κύριο από αγάπη προς Αυτόν. Κι αυτός, όπως πλειάδα παρομοίων περιπτώσεων, αποτελεί την εμπροσθοφυλακή της Εκκλησίας και δίνει το στίγμα της καθαρής πορείας προς Εκείνον. Δεν είναι δυνατόν όμως να ακολουθεί κανείς τον Χριστό, χωρίς να αγωνίζεται για την υπέρβαση των παθών του – «τα πάθη χάλκινο τείχος είναι, που με εμποδίζουν από τον Θεό» κατά την γνωστή έκφραση του αββά του Γεροντικού – χωρίς δηλαδή να ασκεί βία διά παντός πάνω στη δεχομένη επιρροές δαιμονικές ανθρώπινη ύπαρξή του. Ο ίδιος ο Κύριος με απόλυτο και οριστικό τρόπο το αποκάλυψε: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Γι’ αυτό και έκτοτε έτσι ορίστηκε ο αληθινός χριστιανός, τύπος του οποίου αποτελεί ο αφιερωμένος στον Θεό μοναχός: Ως «βία φύσεως διηνεκής», μία διαρκής άσκηση βίας πάνω στα αμαρτωλά φρονήματα του ανθρώπου. Μία διαφορετικού τύπου πορεία, μία πορεία ζωής δηλαδή χωρίς ασκητική διαγωγή, είτε στον κόσμο είτε εκτός, συνιστά, κατά τον απόστολο Παύλο, αδόκιμη πορεία: δεν οδηγεί προς τον Χριστό. «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ, μήπως άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένωμαι»: Ταλαιπωρώ το σώμα μου και το καθιστώ δούλο, μήπως πάω να κηρύξω σε άλλους, ενώ ο ίδιος βρεθώ αδόκιμος. Ακριβώς τούτο τονίζει και ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος για τη σημερινή περίπτωση του οσίου Μαρτινιανού. «Μόνασες – σημειώνει – και ανέλαβες τον σταυρό σου, όσιε, γιατί πόθησες, με τη νέκρωση των παθών του σώματός σου,  να ακολουθείς Αυτόν που υπέμεινε εκούσια για χάρη σου Σταυρό και ταφή» («Μονάσας και τον σταυρόν σου, όσιε, αναλαβόμενος, τω δια σε εκούσιον Σταυρόν και ταφήν υπομείναντι, ακολουθείν επόθησας, πάθη νεκρώσας τα του σώματος») (ωδή α΄).  

Πάνω στα ανθρώπινα ψεκτά πάθη, τη φιληδονία δηλαδή, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία, που πηγάζουν από τη ρίζα της αμαρτίας φιλαυτία ή εγωισμό, δουλεύει και ο διάβολος. Ο διάβολος δεν γνωρίζει επακριβώς, αλλ’ υποψιάζεται, λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του, το ποια πάθη ιδιαιτέρως μας ταλαιπωρούν. Και αυτά αντιστοίχως τροφοδοτεί. Ρίχνει τα δολώματά του κι ό,τι πιάσει. Κι εκείνους που κατεξοχήν προσβάλλει είναι οι αφιερωμένοι στον Θεό, οι μοναχοί. Αυτούς προσπαθεί να καταβάλει – όχι βεβαίως ότι αφήνει τους άλλους τους εν τω κόσμω -  χωρίς να καταλαβαίνει ο δυστυχής ότι με τον τρόπο αυτό τους προξενεί στεφάνια νίκης, αφού έτσι κυρίως, μέσα από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, ανεβαίνει ο πιστός την κλίμακα των αρετών. «Ποιος σε έμαθε να προσεύχεσαι;», ρώτησαν κάποια φορά έναν όσιο. Κι εκείνος πολύ απλά απάντησε: «Ο διάβολος. Με τις προσβολές του αναγκαζόμουν να βρίσκομαι διαρκώς σε ανάταση προς τον Θεό και να κραυγάζω να με βοηθήσει».  Με τις επιθέσεις του διαβόλου, τις συνεχείς οχλήσεις του, και μάλιστα πάνω στο πάθος της φιληδονίας, αγίασε κατεξοχήν και ο όσιος Μαρτινιανός. Ο Πονηρός υπενόησε ότι με το αρχαίο όπλο: τις δόλιες λαλιές της γυναίκας, θα ρίξει και τον άγιο του Θεού. Ό,τι με άλλα λόγια έπαθε ο προπάτορας Αδάμ, να παρακούσει τον Θεό,  γιατί παρασύρθηκε από τα λόγια της Εύας, το ίδιο θα πάθαινε και ο Μαρτινιανός. Αλλά βεβαίως στην περίπτωση του οσίου απατήθηκε πλάνην οικτράν. Ο άγιος με έξυπνο τρόπο απέφυγε τον πειρασμό και προχώρησε σε αγιότητα. «Με δόλιες λαλιές της γυναίκας – γράφει ο άγιος Θεοφάνης -  σου επιτέθηκε ο δυσμενής όφις, όπως παλιά στον Προπάτορα. Αλλά με τη σοφή σου σκέψη καταργήθηκαν τα σοφίσματά του» («Δολίαις γυναικός λαλιαίς σοι προσέβαλεν, ως τω Προπάτορι πάλαι, δυσμενής ο όφις αλλ’  επινοία τη σοφή σου, κατηργήθη αυτού τα σοφίσματα») (ωδή ς΄).

Ο όσιος βεβαίως με τη χάρη του Θεού νίκησε τον πειρασμό. Αλλά η νίκη του αυτή ήταν επώδυνη. Ρίχτηκε στην αισθητή πυρά, για να γλιτώσει από τη νοητή, την αποστροφή του προσώπου του Θεού. Κι έτσι, μας λέει ο υμνογράφος μας, αναδείχτηκε και σε δικαστή του εαυτού του και σε μάρτυρα. Χωρίς να δικαστεί από άλλους, σαν τους υπόλοιπους μάρτυρες της Εκκλησίας μας, χωρίς να τον ρίξουν σε φωτιά, εκείνος μόνος του και έκρινε τον εαυτό του και τον καταδίκασε σε φωτιά. Και βγήκε νικητής και στεφανωμένος. «Με τη θέλησή σου χρημάτισες μάρτυρας και δικαστής και κατήγορος του εαυτού σου. Διότι επειδή φλεγόσουν από άτοπη ηδονή, άναψες για τον εαυτό σου, πάτερ, πολύ δυνατή φωτιά και τον έριξες στο μέσον της κατακαιόμενος» («Μάρτυς εθελούσιος και δικαστής και κατήγορος σεαυτού εχρημάτισας πυρί γαρ φλεγόμενος ηδονής ατόπου, πυράν λαυροτάτην, Πάτερ, ανάψας, σεαυτόν μέσον εισήξας κατακαιόμενος») (στιχηρό εσπερινού). Τι ήταν εκείνο που τον έκανε, έστω και υπό πειρασμόν, να νικήσει; Μας το εξηγεί ο άγιος Θεοφάνης: «μπήκες με προθυμία στη δημιουργημένη κι αυτή από τον Θεό φωτιά, γιατί είχες μέσα στην καρδιά σου τη θεϊκή φωτιά» («επέβης προθύμως τω ομοδούλω πυρί, το θείον πυρ εγκάρδιον έχων») (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού).

Ο όσιος Μαρτινιανός όμως εξυψώνεται ενώπιόν μας και ενώπιον όλων των γενεών ως τύπος συνετού και προσγειωμένου στην πραγματικότητα ανθρώπου. Θέλουμε να πούμε ότι ο όσιος δεν «πήρε θάρρος» από τη νίκη του αυτή. Δεν σκέφτηκε ότι όπως νίκησε τώρα, θα νικήσει και μετά. Αντίθετα: «τρόμαξε» με την πονηρία του διαβόλου και θέλησε να φύγει και από το όρος. Η καταφυγή του σε ξερονήσι, μακριά από την ξηρά, ήταν η νομιζόμενη από αυτόν λύτρωση: δεν θα ερχόταν καμία γυναίκα ή κανένας να τον υποβάλει σε πειρασμό. Κι έζησε εκεί με τρόπο που θυμίζει τις χίλιες ημέρες και τις χίλιες νύκτες πάνω σε βράχο του νεωτέρου και αγαπημένου Ρώσου οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ: με ολοκληρωτική αναφορά στον Θεό, είτε σε ψύχος είτε σε καύσωνα. «Δεν χαυνώθηκε ο νους σου από το ψύχος κι ούτε φλέχτηκε η ψυχή σου από τον καύσωνα, ώστε να υποχωρήσεις έστω και για λίγο, θλίβοντας το σαρκίο σου. Αλλά υπέφερες, έχοντας κατά νου τη μακαριότητα των δικαίων» («Ου ψύχει χαυνούμενος τον νουν αλλ’ ουδέ καύσωνι ψυχήν φλεγόμενος όλως ενέδωκας θλίβων σου το σαρκίον αλλ’ υπέφερες την τοις δικαίοις εννοών μακαριότητα») (ωδή η΄).

 Έμαθε όμως ότι η πονηρία του Πονηρού δεν έχει όρια. Τα πάντα εφευρίσκει, πάντα βεβαίως με την παραχώρηση του Κυρίου – μη ξεχνάμε ότι ο διάβολος δεν είναι ανεξέλεγκτος, αλλ’ υπόκειται και αυτός στο θέλημα του Θεού: τον αφήνει να δρα, όσο διευκολύνει την παιδαγωγία του ανθρώπου – προκειμένου να πειράξει τον δούλο του Θεού. Κι όταν αντιμετωπίζει από το «πουθενά» νέο πειρασμό στο πρόσωπο μιας ναυαγισμένης κόρης, σηκώνεται και φεύγει, για να αποφασίσει εσαεί να είναι περιπλανώμενος. Πόσο προσγειωμένος πράγματι είναι! Τι εμπιστοσύνη να δείξει στον εαυτό του, όταν βλέπει ότι ακόμη βρίσκεται στον κόσμο τούτο; Όπως το έλεγε και ο Γέροντας των Αθηνών μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «το θέμα σαρξ τελειώνει με το θέμα πλαξ», δηλαδή όσο η πλάκα του τάφου δεν μας έχει κλείσει, δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τη σάρκα του, το ίδιο βλέπουμε στον όσιο Μαρτινιανό και σε κάθε άλλο βεβαίως άγιο. Κι ο υμνογράφος μας γι’ αυτό, δεν τονίζει μόνο τον αγώνα του απέναντι στην πρώτη γυναίκα, αλλά απέναντι και στη δεύτερη. Και τι ωραία τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ιωνά: όπως εκείνος ρίχτηκε στη θάλασσα για να ησυχάσει αυτή, και θαλάσσιο κήτος τον έβγαλε στην ξηρά, έτσι και ο όσιος Μαρτινιανός, ρίχτηκε στη θάλασσα να ξεφύγει νέο πειρασμό, βγαίνοντας στην ξηρά πάνω κι αυτός σε θαλάσσια κήτη: τα νώτα των δελφινιών. «Κυβερνώμενος, Πάτερ, από το θεϊκό χέρι, σαν τον Ιωνά έριξες τον εαυτό σου στον βυθό της θάλασσας, όσιε, έχοντας ως όχημα τα θηρία και βγαίνοντας φωτισμένος στην ξηρά» («Υπό της θείας κυβερνώμενος, Πάτερ, χειρός, ώσπερ Ιωνάς απέρριψας σεαυτόν εις βυθόν θαλάσσης, όσιε, θηρσίν οχούμενος και τη χέρσω λαμπρός εκδιδόμενος») (ωδή ζ΄ ).

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΕΒΑΛΑΝ ΟΙ HACKERS ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΙΔΟΥ ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΥΠΕΡΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ!




ΙΔΟΥ ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΥΠΕΡΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ!
Του Ιατρού κ. Λυκούργου Νάνη
==========
Ημάρτομεν, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν!
Αποκόψαμε τους δεσμούς μας με την πηγή της Ζωής κι αγκαλιάσαμε το θάνατο στις ποικίλες εκφάνσεις του.
Όχι τόσο το σωματικό όσο τον πνευματικό. Αυτονομηθήκαμε απ’ το Θεό υιοθετώντας εκείνο το α-νόητο σύνθημα που διατυμπανίζει την πίστη στις δυνάμεις μας.
Εξορίσαμε το υπέρλογο κι εγκολπωθήκαμε το παράλογο.
Και τώρα ασφυκτιούμε!
Πολλαπλώς!
Τούτες τις ώρες στην πατρίδα μας διακυβεύεται η κοινωνική συνοχή και η αβεβαιότητα για το αύριο απλώνει το πέπλο της και ζοφώνει τον ορίζοντα.
Όλα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά της απαισιοδοξίας.
Τούτη ακριβώς την ώρα όσοι πιστεύουμε στην παντοδυναμία του Θεού, όσοι έχουμε αποθέσει την ελπίδα μας στο έλεός Του, όσοι αισθανόμαστε την ενοχή μας και συναισθανόμαστε τη βοώσα ανομία μας, όσοι σε πείσμα των πολλών θεωρούμε τις αμαρτίες μας σαν αιτιοπαθογενετικό παράγοντα της κρίσης ας προσπέσουμε στους πόδες του Ιησού με συντριβή καρδίας ως άλλοι τελώνες και Νινευίτες κραυγάζοντες το ιλάσθητι ημίν τοις αμαρτωλοίς, και πού ξέρουμε,μπορεί να κάμψουμε τη φιλανθρωπία Του και να διαλυθεί το νέφος της αθυμίας που μας έχει γονατίσει!


ΠΗΓΗ:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

Συναξαριστής 13 Φεβρουαρίου


 
Οἱ Ἅγιοι Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα οἱ Ἀπόστολοι

 


Ἦταν ζευγάρι Ἰουδαίων ἀπὸ τὸν Πόντο, σκηνοποιοὶ καὶ οἱ δυὸ στὸ ἐπάγγελμα. Κατοικοῦσαν στὴν Κόρινθο, ἐξασκοῦσαν τὸ ἐπάγγελμά τους καὶ εἶχαν ζωὴ εὐσεβέστατη. Ἡ θερμὴ φιλοξενία τους στὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν καὶ ὁμότεχνό τους Παῦλο, ὅταν αὐτὸς ἦλθε στὴν Κόρινθο, ἔμεινε παροιμιώδης.

Μάλιστα, τὸν ἀκολούθησαν καὶ σὲ διάφορες περιοδεῖες του, ὅπως στὴν Ἔφεσο, βοηθῶντας αὐτόν, ἀλλὰ συγχρόνως καταρτιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ διδασκαλία του. Τόσο πολὺ εἶχε ἐνθουσιάσει τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ἡ φλογερὴ πίστη καὶ ἡ ἀκούραστη ἐργατικότητα τοῦ Ἀκύλα καὶ τῆς Πρίσκιλλας, ὥστε σὲ μία ἐπιστολή του ἐκφράζεται γι᾿ αὐτοὺς ὡς ἑξῆς: «Χαιρετῆστε ἐγκάρδια τὴν Πρίσκιλλα καὶ τὸν Ἀκύλα, ποὺ εἶναι συνεργάτες μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Αὐτοί, γιὰ νὰ σώσουν τὴν ζωή μου, ἔβαλαν τὸν τράχηλό τους κάτω ἀπὸ τὸ μαχαῖρι καὶ κινδύνευσαν νὰ σφαγοῦν. Στοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι μόνο ἐγὼ εὐγνώμων, ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ Ἐκκλησίες τῶν ἐθνῶν».

Ἀλλὰ ἡ ἀφοσίωση καὶ ἡ φιλόξενη διάθεση τοῦ ζευγαριοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸ μεγάλο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου, Παῦλο, μᾶς θυμίζει τὰ λόγια του Κυρίου μας: «Ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται». Δηλαδή, ἐκεῖνος ποὺ ὑποδέχεται τὸν δίκαιο, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι δίκαιος, θὰ πάρει τὴν ἴδια ἀνταμοιβὴ ποὺ θὰ πάρει καὶ ὁ δίκαιος. Καὶ πράγματι, ὁ Ἀκύλας καὶ ἡ Πρίσκιλλα ἐντάχθηκαν στοὺς Ἁγίους της Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα μὲ τὸν τίτλο τῶν ἀποστόλων.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστὸν ἀγαπήσαντες καὶ φωτισθέντες τὸν νοῦν, τῇ πίστει ἐνούμενοι καὶ συζυγίᾳ σεμνῇ, Ἀκύλας καὶ Πρισκίλλα ἦσαν μὲν προεστῶτες ἐκκλησίας κατ’ οἶκον, Παύλου δὲ τοῦ φωστῆρος συνεργοὶ καὶ προστᾶται. Διὸ αὐτοὺς τιμήσωμεν καὶ μιμησώμεθα.

 
Ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός

 


Ὁ Μαρτινιανὸς ἔζησε στὰ χρόνια του Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, στὶς ἀρχὲς τοῦ Ε´ μ.Χ. αἰῶνα. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ ἀπὸ μικρὸς ἔτρεφε στὴν ψυχή του, ἀκοίμητη τὴν φλόγα τῆς εὐσέβειας.

Θέλοντας δὲ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωή, ἔστησε τὴν σκήτη του στὰ ὅρια τοῦ ὄρους Κιβωτοῦ, ὅπου ἁπλωνόταν κατάλληλη ἔρημος γιὰ τὴν καλλιέργεια τοῦ ἡσυχαστικοῦ βίου. Ἐκεῖ περνοῦσε τὸν καιρό του μὲ προσευχή, μελέτη, ἐργασία καὶ ἄσκηση. Ἡ φήμη τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς του, δὲν ἄργησε νὰ φθάσει σ᾿ ὅλη τὴν γύρω περιοχὴ καὶ νὰ φέρει στὸ κελλί του πλήθη μετανοούντων καὶ δυστυχισμένων, ποὺ ζητοῦσαν τὶς συμβουλὲς καὶ τὴν παρηγοριά του. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔρχονταν καὶ γυναῖκες καὶ κόρες, ζητῶντας στήριγμα κατὰ τῶν καταιγίδων καὶ ἀσπίδα κατὰ τῶν πειρασμῶν τῆς ζωῆς.

Ὁ Μαρτινιανός, κάνοντας τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ, πῆγε σὲ πολλὰ μέρη. Τελικὰ κατέληξε σ᾿ ἕνα ἡσυχαστήριο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Συχνὰ δὲ ἔλεγε τὰ λόγια τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου: ὅτι ὁ Διάβολος περιέρχεται σὰ θηρίο καὶ ζητᾷ ποιὸν νὰ καταπιεῖ.
Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ προφυλαγώμαστε ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις του, ἕτοιμοι πάντοτε γιὰ νὰ τὸν ἀποκρούσομε. Πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα στὸ ἐρημητήριό του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τὴν φλόγα τῶν πειρασμῶν, δακρύων τοῖς ὀχετοῖς, ἐναπέσβεσας μακάριε, καὶ τῆς θαλάσσης τὰ κύματα, καὶ τῶν θηρῶν τὰ ὁρμήματα, χαλινώσας, ἐκραύγαζες· Δεδοξασμένος εἶ Παντοδύναμε, πυρὸς καὶ ζάλης ὁ σώσας με

Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἀσκητήν, τῆς εὐσεβείας δόκιμον, καὶ ἀθλητήν, τῇ προαιρέσει τίμιον, καὶ ἐρήμου καρτερόψυχον, πολίτην ἅμα καὶ συνίστορα, ἐν ὕμνοις ἐπαξίως εὐφημήσωμεν, Μαρτινιανὸν τὸν ἀεισέβαστον· αὐτὸς γὰρ τὸν ὄφιν κατεπάτησε.

Μεγαλυνάριον.Ὁ διὰ γυναίου ἐπιβαλών, πάλαι τῷ Γενάρχῃ, καὶ συλήσας αὐτὸν οἰκτρῶς, οὕτω καὶ σοὶ Πάτερ, ὑπούλως ἐπετέθη, ἀλλ’ ἥττηται εἰς τέλος, τῇ καρτερίᾳ σου.


 
Ὁ Ὅσιος Ἀβραάμης

Αὐτὸς ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (395-408) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρου, στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε ἀσκητικά. Ἔμαθε, ὅτι σὲ κάποιο χωριό του Λιβάνου, οἱ κάτοικοί του ἦταν ὅλοι εἰδωλολάτρες. Πῆγε λοιπόν, ἐκεῖ, νοίκιασε ἕνα δωμάτιο καὶ κάθισε τρεῖς μέρες, ἐνῷ τὴν τέταρτη τὸν κατάλαβαν ὅτι ἦταν χριστιανὸς καὶ μὲ τὴν βία θέλησαν νὰ τὸν διώξουν μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο τους.

Ἀλλ᾿ ἐκείνη τὴν ἐποχή, πίεζαν τοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ ἐκείνου οἱ φοροεισπράκτορες νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους τους. Τότε ὁ Ἀβραάμης τοὺς ἀπάλλαξε, πληρώνοντας αὐτὸς τοὺς φόρους. Οἱ κάτοικοι ἐκτίμησαν πολὺ τὴν ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Ἀβραάμη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνουν ὅλοι χριστιανοί, νὰ κτίσουν Ναὸ στὸ χωριό τους καὶ εἶχαν σὰν ἱερέα τὸν Ὅσιο.

Μετὰ ἀπὸ τριετῆ θεάρεστη δράση, ἐπέστρεψε στὸ ἀσκητικό του κελλί, καὶ ἔπειτα ἔγινε ἐπίσκοπος στὴν πόλη τῶν Κάρων στὴν Παλαιστίνη, ἀφοῦ τὴν καθάρισε ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του, ἔφτασε μέχρι καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν βασιλέα Θεοδόσιο, ποὺ τὸν κάλεσε καὶ τὸν εἶδε αὐτοπροσώπως στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὅταν ἀπεβίωσε, μὲ βασιλικὴ διαταγή, ἐτάφηκε μὲ μεγάλες τιμὲς στὴν πόλη τῶν Κάρων. Τὴν ζωή του ἔγραψε ὁ Κύρου Θεοδώρητος.

 
Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας

 


Ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Μαυρικίου (582-602) καὶ ἔκανε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πρὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, στὰ χρόνια 579-607. Ἔζησε ζωὴ ἁγία, ἔκανε καὶ πολλὰ θαύματα, ἕνα ἀπὸ τὰ ὅποια εἶναι καὶ αὐτό.

Ὅταν ὁ Ἅγιος Λέων, ἐπίσκοπος Ῥώμης, ἔγραψε τὴν πολυθρύλητη ἐκείνη ἐπιστολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν ἔστειλε στὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴ Χαλκηδόνα, τὴν διάβασε ὁ Ὅσιος αὐτὸς Εὐλόγιος καὶ ὄχι μόνο τὴν ἐπαίνεσε ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλους τὴν διακήρυξε.

Ὁ Θεὸς θέλοντας νὰ χαροποιήσει καὶ τοὺς δυὸ Ἁγίους ἄνδρες, ἔστειλε Ἄγγελο στὸν Εὐλόγιο, μὲ σχῆμα Ἀρχιδιακόνου τοῦ Λέοντα, ποὺ τὸν εὐχαριστοῦσε διότι ἀποδέχτηκε τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Λέοντα. Ὁ Εὐλόγιος συνομιλοῦσε μὲ τὸν Ἄγγελο, νομίζοντας ὅτι συνομιλοῦσε μὲ τὸν Ἀρχιδιάκονο τοῦ Πάπα Λέοντα. Ὅταν ὅμως ἔγινε ἄφαντος ὁ Ἄγγελος ἀπὸ μπροστά του, τότε κατάλαβε ὅτι ἦταν Ἄγγελος Κυρίου καὶ ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Θεό, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὰ χέρια Του.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν χαρίτων τὴν αἴγλην οὐρανόθεν δεξάμενος, τῆς Ἀλεξανδρείας προέστης, Ἱεράρχα Εὐλόγιε, θυσίας ἀναιμάκτους τῷ Θεῷ, προσάγων αἰς ἀνάπλασιν ψυχῶν, καὶ οἰκείωσιν θεόφρον τῷ Λυτρωτῇ, τῶν πίστει προσιόντων σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ σταφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον.
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ποιμάνας καλῶς, λαὸν τὸν περιόσιον, ὡς μύστης Χριστοῦ, καὶ μιμητὴς πανάριστος, οὐρανίου λήξεως, κληρονόμος ἐδείχθης Εὐλόγιε, λειτουργῶν τῇ Τριάδι ἀεί, ἐν ἀδύτῳ φωτί.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας θεῖος φωστήρ, καὶ Ἀλεξανδρείας, ὁ σοφώτατος ὁδηγός· χαίροις μυροθήκη, τῶν θείων χαρισμάτων, Εὐλόγιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.

 
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν κτήτορας τῆς Μονῆς Χιλιανταρίου Ἁγίου Ὄρους

 


Ὁ Ἅγιος Συμεών, κατὰ κόσμο Στέφανος Α’ Νεμάνια (στὶς Βυζαντινὲς πηγὲς Νεεμᾶν), ἦταν ἡγεμόνας τῆς Σερβίας.

Ἡ ἵδρυση καὶ ἡ ὀργάνωση τοῦ πρώτου Σερβικοῦ κράτους ἀπὸ τὸν Στέφανο (1167 – 1169) εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ συνένωση ὅλων σχεδὸν τῶν Σέρβων σὲ ἑνιαῖο καὶ ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴ Βυζαντινὴ κυριαρχία κράτος μὲ ἐπίκεντρο τὴ Ρασκία. Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἰσαάκιος Β’ Ἄγγελος (1185 – 1195) σύνηψε, τὸ ἔτος 1190, εἰρήνη μὲ τὸν ζουπάνο τῶν Σέρβων. Ἡ ἵδρυση τοῦ κράτους ἀνέδειξε τὴν ἀνάγκη ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτη δράση τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων. Ὁ υἱὸς τοῦ ζουπάνου τῶν Σέρβων Στέφανου ἀποσύρθηκε σὲ ἡλικία μόλις δέκα ἕξι ἐτῶν στὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σάββας. Ἀργότερα, περὶ τὸ 1195, ἵδρυσε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του Στέφανο, ποὺ ἔγινε μοναχὸς καὶ ὀνομάσθηκε Συμεών, τὴ Μονὴ τοῦ Χιλανδαρίου μὲ χρυσόβουλλο τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ’ τοῦ Ἀγγέλου (1195 – 1203).

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1200 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ νότια πλευρὰ τοῦ καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου. Κατὰ τὸ ἔτος 1208, ὁ Ὅσιος Σάββας ἀποφασίζει νὰ προβεῖ στὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ πατέρα του καὶ τὴ μετακομιδὴ αὐτῶν στὴν πατρίδα του. Τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς ἐκχύθηκε ἀπὸ τὰ ἱερὰ λείψανα ἄφθονο καὶ εὐῶδες μύρο, συνέχισε δὲ νὰ ρέει καὶ γιὰ λίγες ἀκόμη ἡμέρες μετὰ τὴν ἀνακομιδή, ἀπὸ τὸν κενὸ πλέον τάφο. Ἦταν καὶ αὐτὸ τρανὸ δεῖγμα τῆς ἁγιότητας τοῦ Ὁσίου Συμεών, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε ἐπονομάζεται «Μυροβλήτης». Ὁ Ἅγιος Σάββας ἐναπέθεσε τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ μονὴ τῆς μετανοίας τοῦ πατρός του, τὴ μονὴ Στουντένιτσα, ὅπου καὶ φυλάσσονται μέχρι σήμερα.
Ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Μυροβλήτου, φέρει σήμερα ἀργυρὸ ἐπικάλυμμα μὲ ἀνάγλυφες παραστάσεις. Ἀπὸ τὸν τάφο, μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων, φύτρωσε μόνο του μὲ θαυματουργικὸ τρόπο, ἄνευ σπορᾶς, ἕνα κλῆμα γιὰ παρηγοριὰ τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς. Τὰ σταφύλια τοῦ κλήματος αὐτοῦ θεραπεύουν θαυματουργικὰ τὴν στείρωση τῶν ἀτέκνων γυναικῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἄσκησιν, ἐπιποθήσας, τὴν βασίλειον, ἔλιπες δόξαν, Συμεὼν καὶ ἰσαγγέλως ἐβίωσας, τῶν ἐν τῷ Ἄθῳ Ὁσίων ὡράϊσμα, καὶ τῆς Σερβίας κλεινὸν σεμνολόγημα. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Βασιλείαν πρόσκαιρον, λιπὼν ἐμφρόνως, Συμεὼν ὡς ἄγγελος, ἐπολιτεύσω ἐπὶ γῆς· διὸ καὶ βλύζειν ἠξίωσαι, ἀπὸ τοῦ τάφου σου μύρα πανεύοσμα.

Μεγαλυνάριον.Μυροβλύτα Ὅσιε Συμεών, σκέπε τὴν Μονήν σου, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς, καὶ τοῖς ἐν Σερβίᾳ, Χριστιανοῖς βοήθει, παρέχων αὐτοῖς Πάτερ, τὴν εὐλογίαν σου.

 
Οἱ Ἅγιοι Πατέρας καὶ Γιός

Μαρτύρησαν μὲ σταυρικὸ θάνατο.

 
Ὁ Ὅσιος Μαϊουμᾶς

(Βλέπε βιογραφικό του σημείωμα τὴν 23η Ἰανουαρίου σὰν Ἁγ. Μαυσιμᾶς).

 
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Ἀρχιεπίσκοπος Λευκορωσίας

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, κατὰ κόσμο Γρηγόριος Ἰωσήφοβιτς Κονίσκϊυ, καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια καὶ γεννήθηκε στὶς 20 Νοεμβρίου 1717 στὴν πόλη Νεζίν. Σπούδασε στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Κιέβου καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Μεγάλη Λαύρα τοῦ Κιέβου. Ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Λευκορωσίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1795.

 
Ἡ Ὁσία Σεραφείμα ἐκ Ρωσίας

Ἡ Ὁσία Σεραφείμα, κατὰ κόσμο Εὐθυμία Ἐφίμοβα Μοργκατσέβα, γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1806 στὸ χωριὸ Νίνζε – Λομὼφ τῆς ἐπαρχίας Ριαζὰν καὶ ἀσκήτεψε σὲ μονὴ τοῦ Σεζένοβο τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1877.

 
Μνήμη ἐγκαινίων ἱεροῦ ναοῦ Θεοτόκου καὶ τῆς ἁγίας ἰσαποστόλου Θέκλης, ἐν τῷ ὄρει Ποσαλέως
 

 
Τὴ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 13ην τοῦ παρόντος μηνὸς ἑορτάζεται ἐν Ἀρχαίᾳ Κορίνθῳ, ἡ μνήμη τῶν συνεργατῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου Τιτίου, Ἰούστου, Χλόης καὶ Κρίσπου.

ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΥ



Τῌ ΙΓ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαρτινιανοῦ.
Τῇ ΙΓ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαρτινιανοῦ.

Μαρτινιανός, σαρκικὴν σβέσας φλόγα,
Φεύγει τελευτῶν μὴ τελευτῶσαν φλόγα.
Ἐν τριτάτῃ δεκάτῃ δέμας ἐξέδυ Μαρτινιανός.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Μαρτύρων,
 Ἀκύλα καὶ Πρισκίλλης.

Τμηθὲν γύναιον, Ἀκύλας φησί, βλέπων,
Οὐκ ἀνδριοῦμαι πρὸς τομὴν ἀνὴρ κάρας;

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Εὐλογίου,
 Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.

Ψυχὴν δίδωσιν Εὐλόγιος Κυρίῳ
Βοῶν πρὸς αὐτήν, Κύριον σὸν εὐλόγει.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ Ἅγιοι Πατὴρ καὶ Υἱὸς σταυρωθέντες τελειοῦνται.

Πατὴρ σὺν Υἱῷ σταυρικὸν πάσχει πάθος,
Ὑπὲρ Πατρός, τοῦ δόντος Υἱὸν εἰς πάθος.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν
.

Μη φοβάσαι Ο Θεός δεν θα επιτρέψει να γίνει κακό...







Μη φοβάσαι.


 Ο Θεός δεν θα επιτρέψει να γίνει κακό , 


αλλά θα γίνουν όμως πράματα και θάματα


 που δεν θα εξηγούνται με τη λογική.


 Ο κόσμος θα τους σιχαθεί και θα τους κυνηγήσει.


 Όπως ένα μπαλόνι φουσκώνει και ξαφνικά σκάει,


 έτσι θα σκάσουν κι αυτοί! Δεν μπορώ να σου πω πιο πολλά. 

Γ.Παίσιος

Ἡ ἐπικαιρότης τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ στοχασμοῦ-Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος


Βαρθολομαῖος (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως)




Ὀνομαστοί σύγχρονοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι ὑποστηρίζουν ὅτι εἰς κεντρικόν θέμα τῆς θεολογίας, κατά τόν αἰῶνα πού μόλις ἄρχισε, θά ἀναδεικνύεται ὅλον καί ἐντονώτερον τό ἐρώτημα: «Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος;». Ἡ θεολογική ἔρευνα θά ἑστιάζεται εἰς τήν ἀνθρωπολογίαν, καί ἰδιαιτέρως εἰς τό τί σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρόσωπον, καθώς καί εἰς τό πῶς θά διασωθῇ ὁ πολιτισμός τοῦ προσώπου μέσα εἰς τό σύγχρονον τεχνοπώλιον, τήν κοινωνίαν τῆς πληροφορίας, μέσα εἰς τάς γιγαντιαίας ἀπροσώπους δομάς τῆς παγκοσμιοποιήσεως.
Ἡ ἐπικαιρότης τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ ἐρωτήματος συναρτᾶται εἰδικώτερον μέ τά ἑξῆς:

1) Ζῶμεν εἰς τήν ἐποχήν τοῦ τεχνοπωλίου, τῆς ὑποταγῆς τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τήν τεχνολογίαν. Ἡ τεχνολογία δέν εἶναι πλέον ἡ θεραπαινίς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἡ παντοδύναμος θεά, ἡ ὁποία ζητεῖ ἀπό ἡμᾶς ἀπόλυτον ὑπακοήν εἰς τά κελεύσματά της. Ἀποθεώνεται ἡ «πληροφορία», ἡ ὁποία ἀποκτᾷ μεταφυσικήν αἴγλην. Οἱ «εἰδικοί» τοῦ τεχνοπωλίου εἶναι οἱ «ἱερεῖς» τῆς νέας θρησκείας, οἱ ἐκφρασταί τῆς «ἠλεκτρονικῆς νέας τάξεως πραγμάτων». Ὁ ἠλεκτρονικός ὑπολογιστής ἀπαιτεῖ νά ἀξιολογῶμεν τά πάντα ὡς data, ὡς «δεδομένα». Κυρίαρχος σκοπός τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως καί δράσεως γίνεται ἡ ἀποτελεσματικότης.

Σήμερον τά πανίσχυρα ἠλεκτρονικά μέσα ἐπικοινωνίας δέν μεταδίδουν ἁπλῶς πληροφορίας, ἀλλά διαμορφώνουν τάς ἀπόψεις μας διά τήν ζωήν καί τό νόημά της, κατευθύνουν τάς ἐπιθυμίας καί τάς ἀνάγκας μας, ἐπηρεάζουν τόν ἀξιολογικόν προσανατολισμόν μας. Παραδόσεις αἰώνων ἀποδυναμώνονται, σύμβολα διαβρώνονται, ἡ πρόοδος ταυτίζεται μέ τήν τεχνολογικήν πρόοδον.

Βεβαίως οὐδείς δύναται νά ἀρνηθῇ τάς εὐεργεσίας τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀντίστασις εἰς τό τεχνοπώλιον δέν σημαίνει καί ἀπόρριψιν γενικῶς τῆς τεχνολογίας καί τῶν ἐπιτευγμάτων της. Δι᾿ αὐτά πληρώνομεν ὅμως βαρύ τίμημα: Κυριαρχία τῶν μηχανῶν, μηχανοποίησις τῆς ζωῆς, ἀλλοίωσις τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, δουλεία εἰς τεχνητάς ἀνάγκας, καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος. Ὁ homo faber γίνεται homo fabricatus. Μέσα εἰς τό τεχνοπωλιακόν περιβάλλον εὐκόλως λησμονοῦμεν ὅτι τά μεγαλύτερα προβλήματά μας δέν εἶναι τεχνικῆς φύσεως καί δέν προκύπτουν ἀπό τήν ἔλλειψιν πληροφοριῶν. Ἡ κρίσις τῆς οἰκογενείας, ἡ ἐγκληματικότης, ἡ πεῖνα καί ἡ κοινωνική ἀδικία, ὁ φανατισμός καί ἡ ἐπαπειλουμένη σύγκρουσις τῶν πολιτισμῶν δέν ὀφείλονται εἰς τεχνικούς λόγους οὔτε ἀντιμετωπίζονται μέ τήν πληροφορικήν.

2) Ἡ παγκοσμιοποίησις προκαλεῖ ἰσχυρούς κοινωνικούς καί οἰκονομικούς κλυδωνισμούς καί ἀνακατατάξεις. Ὁδηγεῖ εἰς συρρίκνωσιν τῶν κοινωνικῶν κατακτήσεων, δημιουργεῖ ἀνεργίαν καί ἐξαθλίωσιν, διευρύνει τό χάσμα μεταξύ πλουσίων καί πτωχῶν, ἐξαφανίζει παραδόσεις πού ἔδιδαν νόημα εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων. Γίνεται λόγος δι᾿ ἕνα πλανητικόν καπιταλισμόν, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τούς ἀτέγκτους νόμους τῆς ἀγορᾶς εἰς ὅλην τήν ὑφήλιον, διά μίαν «τρομοκρατίαν τῆς ἀγορᾶς». Ἡ ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς οἰκονομίας καί ὁ ἀνάλγητος ἀνταγωνισμός ἀποτελοῦν μίαν παγεράν πραγματικότητα, ἡ ὁποία δυναμιτίζει τό κοινωνικόν κράτος καί προβάλλει τό δίκαιον τοῦ οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρου ὡς μονόδρομον πρός τήν εὐημερίαν.

Ἡ παγκοσμιοποίησις ἀπειλεῖ νά συνθλίψῃ καί νά ἐξαφανίσῃ τήν ἑτερότητα τῶν προσώπων μέσα εἰς τήν ἀπρόσωπον ἀνωνυμίαν τοῦ γιγαντισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐξελίξεων καί μεγεθῶν. Παρ᾿ ὅλον ὅτι βιώνομεν σήμερον καί τήν στροφήν πρός τάς πολιτιστικάς ταυτότητας, εἶναι ἐμφανές ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἐξελίξει μία ὁμογενοποίησις τῶν ἀτόμων καί τῶν λαῶν. Πράγματι, τό ἀνθρώπινον γένος, μέ τάς διωγκωμένας ἀνάγκας του, τείνει νά καταβροχθίσῃ τήν ἀνθρωπότητα, τήν κοινωνίαν τῶν προσώπων.

3) Ἡ οἰκολογική ἀπειλή καί ὁ κίνδυνος οἰκολογικῆς καταστροφῆς παραπέμπουν εἰς μίαν προβληματικήν ἀνθρωπολογίαν. Ἡ πρωτοφανής οἰκολογική κρίσις ἀντικατοπτρίζει τό ἀνθρωπολογικόν ἀδιέξοδον, τήν πνευματικήν κρίσιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, τάς ἀντιφάσεις τοῦ ὀρθολογισμοῦ του. Εἶναι ἔκφρασις τῆς ἀστοχίας ἑνός πολιτισμοῦ, εἰς τήν βάσιν τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται μία διαταραγμένη σχέσις ἀνθρώπου καί φύσεως, ἀποτέλεσμα τῶν ἐπιλογῶν μιᾶς ἐπιστήμης, στόχος τῆς ὁποίας ἦτο ἡ κυριαρχία τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς φύσεως. Ὁ σύγχρονος ἀνθρωποθεός φαίνεται ὅτι ἀπολαμβάνει τήν ἐξουσίαν του αὐτήν, καί ἡ ἐπιστήμη καί ἡ τεχνολογία του ἐξακολουθοῦν νά δεικνύουν ἔπαρσιν ἔναντι τῆς φύσεως. Ποτέ ὁ ἄνθρωπος δέν ἐγνώριζε τόσα πολλά καί, ταυτοχρόνως, ποτέ δέν ἦτο τόσο καταστροφικός πρός τόν συνάνθρωπον καί τήν κτίσιν. Γνωρίζομεν, ἀλλά δρῶμεν ὡς ἐάν νά μή ἐγνωρίζαμεν! Ἡ γνῶσις δέν ἔχει πρακτικάς συνεπείας διά τήν συμπεριφοράν μας, ἀλλά συνυπάρχει μέ κυνισμόν καί καταστροφικότητα. Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι, μέσα εἰς τήν σύγχρονον οἰκονομικήν καί κοινωνικήν κρίσιν πολλοί συνάνθρωποί μας συνεχίζουν νά ὀνειρεύωνται τόν «χαμένον παράδεισον» τῆς ἀπροσκόπτου καταναλωτικῆς εὐημερίας, ἀντί νά ἀγωνίζωνται διά τήν ὑπέρβασιν τοῦ εὐδαιμονιστικοῦ καί ἀτομοκεντρικοῦ μοντέλου διαβιώσεως πρός τήν κατεύθυνσιν μιᾶς προσωποκεντρικῆς, ἀσκητικῆς καί οἰκοφιλικῆς κοινωνίας.

Εἶναι προφανές ὅτι ὅταν λεηλατῶμεν τόν πλανήτην, καίωμεν τά δάση, μολύνωμεν τόν ὑδροφόρον ὁρίζοντα καί τήν ἀτμόσφαιραν, αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ἀπωλέσαμεν τήν αὐθεντικήν ἀνθρωπινότητά μας, διεστρεβλώσαμεν τήν ἐλευθερίαν μας, ἐλησμονήσαμεν ὅτι δέν εἴμεθα μαστροχαλασταί τοῦ σύμπαντος, ἀλλά «ἱερεῖς» τῆς δημιουργίας. Ὀπίσω ἀπό τήν γεοκτονίαν εὑρίσκεται ἡ πνευματική αὐτοκτονία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ὀπίσω ἀπό τό ρημαγμένον περιβάλλον ὑπάρχει τό ρημαγμένον ἀνθρώπινον εἶναι.

4) Διάχυτος εἶναι τά τελευταῖα ἔτη ὁ ἐνθουσιασμός διά τάς ἐντυπωσιακάς ἐξελίξεις εἰς τήν Βιολογίαν, τήν Γενετικήν καί τάς Νευροεπιστήμας. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ζωή μας θά ἀλλάξῃ, ὅτι θά λυθοῦν κατά τάς ἑπομένας δεκαετίας πολλά προβλήματα εἰς τόν χῶρον τῆς προλήψεως καί θεραπείας ἀσθενειῶν, τῆς εὐγονίας, τῆς παρατάσεως τῆς ζωῆς, τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς γηράνσεως καί ἄλλα. Αἱ κατακτήσεις αὐταί δημιουργοῦν ὅμως πρωτόγνωρα διλήμματα καί ἠθικά προβλήματα. Ὁ ἄνθρωπος πειραματίζεται μέ τήν φύσιν του μέ ἀκραῖον τρόπον. Ὑπάρχουν σήμερον ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦν νά καταπιαστοῦν μέ προβλήματα, τά ὁποῖα προϋποθέτουν κάτι περισσότερον ἀπό τήν ἱκανότητα νά χρησιμοποιοῦν τόν ἠλεκτρονικόν ὑπολογιστήν, νά ἐμπιστεύωνται εἰς τάς μετρήσεις, τήν στατιστικήν, τούς ἀριθμούς. Πάσχουν ἀπό τόν λεγόμενον «ἐπιστημονισμόν», ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει εἰς τήν μελέτην τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἀλλότρια κριτήρια. Δέν δυνάμεθα νά ἀγνοήσωμεν αὐτάς τάς προκλήσεις καί εἶναι ἀδύνατον νά τάς ἀντιμετωπίσωμεν χωρίς ἀναφοράν εἰς τήν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι πολυπλοκωτέρα τῆς διπλῆς ἕλικος τοῦ DNA.

5) Μία ἀπό τάς πλέον ἐπικινδύνους συγχρόνους ἀπολυτοποιήσεις εἶναι ἡ εἰδωλοποίησις τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὁ ἐγκλεισμός εἰς τήν ἐγωτικήν αὐτάρκειαν, ὁ «μη-πολιτισμός τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ», ὁ ὁποῖος ἀνοίγει ἀβύσσους μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ὁ ἀτομικός εὐδαιμονισμός, ὁ ὁποῖος ἐκμηδενίζει τήν ἀληθινήν ἐλευθερίαν μας ταυτίζοντάς την μέ τήν ἱκανοποίησιν ὅσον τό δυνατόν περισσοτέρων ἀναγκῶν. Τό «ζῶον λόγον ἔχον» φαίνεται νά μετατρέπεται σήμερον εἰς «ζῶον ἔχον», τό ὁποῖον ζῇ ἀπό τήν κατοχήν ὑλικῶν ἐξωτερικῶν ἀγαθῶν, ἀλλά καί ἀπό τό ἔχειν τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπό τήν ἀλαζονικήν αὐτοπραγμάτωσιν καί τόν δικαιωματισμόν. Ὅταν τό ἀκόρεστον ἔχειν καθορίζῃ τήν ὕπαρξίν μου, τότε ἡ σχέσις μου μέ ὅλους καί μέ ὅλα, ἀκόμη καί μέ τόν ἑαυτόν μου, γίνεται κτητική. Μετατρέπω τά πάντα, ὡς νέος Μίδας, εἰς ἄψυχον ἀντικείμενον, χρήσιμον διά τήν πραγμάτωσιν τῆς ἀτομικῆς μου εὐδαιμονίας. Κατανοοῦμεν διατί ὁ εὐδαιμονισμός χαρακτηρίζεται ὡς πορεία ματαιώσεως καί ὄχι πραγματώσεως τῆς ζωῆς. Ἡ εὐδαιμονοθηρία παίρνει ἀπό ἡμᾶς ἀσυγκρίτως περισσότερα καί πολυτιμότερα ἀπό ὅσα μᾶς δίδει. Μᾶς μετατρέπει εἰς δούλους τῶν ἀκορέστων ἀναγκῶν μας καί μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόν μηδενισμόν καί τόν κυνισμόν. Δέν εἶναι τυχαῖον ὅτι ὡς «συλλογική νεύρωσις» τῆς εὐδαιμονιστικῆς ἐποχῆς μας ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἀπουσία νοήματος ζωῆς, τό λεγόμενον «ὑπαρξιακόν κενόν».

Ἔναντι αὐτῆς τῆς κρίσεως τῆς ἐλευθερίας γεννῶνται τά ἑξῆς ἐρωτήματα: Πῶς θά εὐαισθητοποιήσωμεν καί θά προβληματίσωμεν τήν νέαν γενεάν διά τήν σοβαρότητα τῆς κρίσεως, πῶς θά τήν κινητοποιήσωμεν διά νά ἀγωνισθῇ διά τήν ὑπέρβασίν της, ὅταν ἡ ἐκπαίδευσις φαίνεται νά ὑποτάσσεται βαθμηδόν εἰς τό πνεῦμα τοῦ τεχνοπωλίου καί εἰς εὐδαιμονιστικά πρότυπα; Πῶς θά λειτουργήσῃ ἡ ἀπαραίτητος ὅσον ποτέ ἀγωγή ἀξιῶν, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τό περιθώριον τῆς ἐκπαιδεύσεως; Πῶς θά προετοιμάσωμεν τούς νέους καί τάς νέας διά νά σηκώσουν μέ ὑπευθυνότητα τό βάρος τοῦ ζῆν καί τοῦ εὖ ζῆν, τῆς ἐργασίας καί τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ ἀγῶνος διά τήν ἐλευθερίαν, τήν κοινωνικήν δικαιοσύνην καί τήν εἰρήνην, διά τήν διάσωσιν τῆς παραδόσεως καί τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητός μας;

Εἴμεθα βέβαιοι, ἀπευθυνόμενοι εἰς ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος, εἰς πανεπιστημιακούς καί μέλη τῆς εὐρυτέρας ἐκπαιδευτικῆς κοινότητος, ὅτι ἔχομεν ὅλοι τό ἴδιον ἐνδιαφέρον διά τήν παιδείαν καί ὅτι εἴμεθα πεπεισμένοι διά τήν ὑψίστην σπουδαιότητά της διά τό μέλλον τῆς κοινωνίας μας. Ἡ ὑποτίμησις τῆς παιδείας καί ἡ ὑποταγή τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τήν λογικήν τῆς χρησιμοθηρίας, εἶναι ἔνδειξις πνευματικοῦ μαρασμοῦ. Διαπλάθομεν τότε ἀνθρώπους ἀνυποψιάστους διά τά θεμελιώδη προβλήματα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως!

Πύλην εἰσόδου τοῦ πνεύματος τῆς χρησιμοθηρίας εἰς τήν ἐκπαίδευσιν φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦν σήμερον αἱ νέαι τεχνολογίαι, σύμβολον τῶν ὁποίων εἶναι ὁ ἠλεκτρονικός ὑπολογιστής καί τό διαδίκτυον. Εἶναι βεβαίως γεγονός ὅτι διά τῆς ἀξιοποιήσεως τῶν νέων τεχνολογιῶν, ἡ διδακτική καί μαθησιακή διαδικασία γίνεται περισσότερον ἀποτελεσματική. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἄλλη ὄψις τοῦ νομίσματος! Οἱ ἠλεκτρονικοί ὑπολογισταί ἐπιβάλλουν τήν προτεραιότητα τῶν «μέσων» καί τήν πραγματιστικήν λογικήν. Πρωταρχικός σκοπός τῆς ἐκπαιδεύσεως γίνεται ἡ ἑτοιμασία «παραγόντων», οἱ ὁποῖοι θά ὑπηρετήσουν ἀποτελεσματικῶς τό τεχνοπώλιον. Τό σχολεῖον βεβαίως, εἶναι χῶρος «σχολῆς», παιδείας ἐλευθερίας, ἀσκήσεως εἰς τήν ὑπευθυνότητα καί τήν κοινωνικότητα, χῶρος περιορισμοῦ καί ὄχι διογκώσεως τοῦ ἐγώ, πράγματα ἀσυμβίβαστα μέ τά ἰδεώδη τοῦ τεχνοπωλιακοῦ πολιτισμοῦ.

Ἡ παιδεία ὀφείλει σήμερον νά ἀρθρώσῃ τό ὅραμα ἑνός μετοχικοῦ πολιτισμοῦ, νά μεταδίδῃ εἰς τήν νέαν γενεάν τήν ἀλήθειαν τῆς ζωῆς ὡς σχέσιν, νά ὑπενθυμίζῃ ὅτι ἡ ἐσχάτη ἀλλοτρίωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τό κλείσιμον εἰς τόν ἑαυτόν του. Ἡ αὐθεντική παιδεία ὀφείλει νά εἶναι ὁλιστική. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἐνδιαφερώμεθα διά τό ἀνθρώπινον πρόσωπον καί νά ἀδιαφορῶμεν διά τό φυσικόν περιβάλλον, τόν οἶκον καί τό πλαίσιον ζωῆς τοῦ προσώπου. Δέν νοεῖται οἰκολογική ἀγωγή, ἡ ὁποία θά ἀνεφέρετο μόνον εἰς τήν σχέσιν ἡμῶν μέ τό περιβάλλον καί δέν θά ἀνέπτυσσε τήν κοινωνικήν εὐαισθησίαν καί ἀλληλεγγύην, τόν σεβασμόν πρός τήν ἐλευθερίαν τοῦ προσώπου.

Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τῆς πολυδιαστάτου κρίσεως, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ ὄχι μόνον τήν ἐλευθερίαν ἡμῶν, τό εὖ ζῆν, ἀλλά ἀκόμη καί τήν ἐπιβίωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό ζῆν, ἀπαιτεῖ πολύπλευρον κινητοποίησιν, πολιτικήν, ἐπιστημονικήν, παιδαγωγικήν, πνευματικήν. Πρωτίστως ὅμως ἀπαιτεῖ τήν ἀνάπτυξιν ἑνός νέου ἤθους, μιᾶς νέας ἀξιολογίας, ἀλλαγήν νοοτροπίας, μετάνοιαν. Ἡ θεραπεία τῶν συμπτωμάτων εἶναι εὐεργετική, δέν ἀρκεῖ ὅμως, ἐφ᾿ ὅσον τό πνεῦμα τοῦ ἔχειν παραμένει ἄθικτον.

Ἡ προσωποκεντρική παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκαλλιέργησε καί διέσωσε βαθεῖαν καί πολύτιμον ἀνθρωπολογικήν γνῶσιν καί πρᾶξιν εἰς τήν ὑπεράσπισιν τῆς ἀπολύτου προτεραιότητος τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί εἰς τήν ἀντίστασιν εἰς ὅλας ἐκείνας τάς δυνάμεις πού τό ἀπειλοῦν. Δέν εἶναι κατά ταῦτα διόλου τυχαῖον τό γεγονός ὅτι ἡ ὀρθόδοξος θεολογική πρωτοπορία συναντᾶται καί συμπορεύεται σήμερον μέ ἀνθρωπιστικά, κοινωνικά, εἰρηνιστικά καί οἰκολογικά κινήματα, τά ὁποῖα ἀντιστέκονται εἰς τόν πολιτισμόν τοῦ ἔχειν, εἰς τήν ἐκμετάλλευσιν καί τήν ἀδικίαν, εἰς τήν βίαν καί τόν πόλεμον, εἰς τήν κτητικήν στάσιν ἔναντι τῆς κτήσεως.

Ἀπό τήν σκοπιάν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν ἀνήκει τό μέλλον εἰς τόν δυτικογενή ἀκοινώνητον ἀτομοκεντρισμόν, εἰς τόν ὑποκειμενισμόν καί τόν δικαιωματισμόν, οὔτε εἰς τόν ἄνθρωπον ὡς εὐδαιμονιστικήν καταναλωτικήν μονάδα. Δέν ἀποτελεῖ θετικήν προοπτικήν διά τήν ἀνθρωπότητα ὁ τεχνοπωλιακός ἄνθρωπος, ὁ homo computer, ὁ ὁποῖος ὑπερεκτιμᾷ τήν δύναμιν τῆς μηχανῆς καί τήν ἐμβέλειαν τῶν ἀριθμῶν, ὁ ἄνθρωπος πού ταυτίζει τό optimum μέ τό maximum. Δέν ἔχει κανένα μέλλον ὁ ἄνθρωπος «maître et possesseur de la nature», ὁ ὁποῖος ζῇ εἰς βάρος τῆς φύσεως καἰ τῶν μελλοντικῶν γενεῶν. Δέν ἐξασφαλίζει οὔτε τό ζῆν οὔτε τό εὖ ζῆν ὁ οἰκονομισμός, ἡ παντοκρατορία τῶν οἰκονομικῶν κριτηρίων, τό δίκαιον τῆς πυγμῆς. Τό μέλλον ἀνήκει εἰς τόν σχεσιακόν πολιτισμόν τοῦ προσώπου, ὁ ὁποῖος βλέπει τόν ἄνθρωπον ὡς κοινωνόν, πάντοτε ἐν σχέσει πρός τόν συνάνθρωπον καί τόν κοινόν οἶκον, τόν κόσμον. Ὁ πολιτισμός τοῦ προσώπου εἶναι πολιτισμός ἀλληλεγγύης καί κοινωνίας, σχέσεως καί διαλόγου. Ὁ ἄνθρωπος – κοινωνός δέν ἀπορρίπτει τήν ἐπιστήμην καί τήν τεχνολογίαν, ἀλλά τόν ἐπιστημονισμόν καί τό τεχνοπώλιον, δέν φοβεῖται τήν ἀλλαγήν καί τήν πρόοδον ἀλλά τόν ἀλλοτριωτικόν προοδευτισμόν. Ἡ τεχνολογία καί ἡ ἐπιστήμη πρέπει νά παραμείνουν μέσον καί νά μή καταστοῦν πλαίσιον τῆς ζωῆς μας. Τό ζητούμενον εἶναι μία νέα οἰκολογική οἰκονομία, πού θά σέβεται τήν βιοποικιλότητα, μέ τήν ὁποίαν συναρτᾶται ἡ ἐπιβίωσις τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δέν νοεῖται βιώσιμος οἰκονομική ἀνάπτυξις, ἡ ὁποία θά ὑπεβάθμιζε τό περιβάλλον. Τό μέλλον τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἤ οἰκολογικόν ἤ ἀνύπαρκτον.

Κυρίαι καί Κύριοι,

Ἀπολαμβάνομεν ἅπαντες τούς καρπούς τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας, ἀγωνιῶμεν ὅμως διά τήν ἀπειλουμένην ἐλευθερίαν μας, διά τάς πολυτίμους παραδόσεις πού χάνονται, διά τό φυσικόν περιβάλλον πού καταστρέφεται. Ἀπαιτεῖται ἐγρήγορσις! Καμμία ἐπιστημονική κατάκτησις δέν ἐπιτρέπεται νά θίξῃ τό ἀνθρώπινον πρόσωπον. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἐμπιστευθῶμεν τό μέλλον εἰς τούς ἀκραίους τεχνοκράτας, εἰς ἀνθρώπους χωρίς ἀνθρωπολογικόν προβληματισμόν, εἰς αὐτούς πού βλέπουν τόν ἄνθρωπον ὡς μηχανήν ἤ ὡς μετρήσιμον μέγεθος. Διότι δέν ὑπάρχει μόνον ἡ μετρήσιμος πραγματικότης. Ὑπάρχει ἡ διάστασις τοῦ βάθους τῶν πραγμάτων, τό μυστήριον, τό νόημα, ἡ ὀμορφιά.

Ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία, πού ἀντιστέκεται εἰς κάθε προσπάθειαν ἀντικειμενοποιήσεως ἤ «ἐπιστημονικῆς» προσεγγίσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Τά «θαύματα» τῆς ἐπιστήμης δέν ἐξηφάνισαν τάς ἀπορίας τῆς ἐλευθερίας μας, δέν ἐγεφύρωσαν τό χάσμα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς ἐντός ἡμῶν. Συνεχίζομεν νά ἀναζητῶμεν νόημα ζωῆς, νά θελγώμεθα ἀπό τήν ὀμορφιάν, νά ἀφουγκραζώμεθα τήν φωνήν τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ φιλοσοφία συνεχίζει νά στοχάζεται τό Καθόλου, νά τρέφεται ἀπό τό θαυμάζειν, ἀπό τάς ὑπαρξιακάς ἀντιφάσεις τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι. Ὑπάρχει ὁ θρησκευτικός συγκλονισμός ἀπέναντι εἰς τό mysterium tremendum et fascinans, ἡ πίστις εἰς τόν προσωπικόν Θεόν, ἡ οὐ καταισχύνουσα ἐλπίς καί ἡ μακαρία ἀγάπη, ὑπάρχει ὁ πόθος τῆς αἰωνιότητος. Ἡ ἐπιστήμη ἠμπορεῖ νά παρατείνῃ τήν ζωήν μας, δέν δύναται ὅμως νά ἀπαντήσῃ εἰς τήν ἀναζήτησιν νοήματος πέραν ἀπό τόν θάνατον. Θέλγει ἡ τέχνη, ἡ ὁποία μεγαλώνει τό μυστήριον τοῦ κόσμου καί ἀναδεικνύει τό ὡραῖον, γοητεύει ἡ ποίησις, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγεν ὁ Ὀδυσσεύς Ἐλύτης, εἶναι ὁ μόνος χῶρος «ὅπου ἡ δύναμη τοῦ ἀριθμοῦ δέν ἔχει πέραση».

Ἡ ἐπιστήμη εἶναι μεγάλη δύναμις, παντοδύναμος ὅμως δέν εἶναι. Διά τόν λόγον αὐτόν ὁ Freud ἠστόχησεν ὅταν ὑπεστήριξεν ὅτι πέραν τῆς ἐπιστήμης ὑπάρχει μόνον αὐταπάτη. Δέν εἶναι διόλου αὐταπάτη νά ἀναμένωμεν ἀπό ἀλλοῦ τάς λύσεις πού ἀδυνατεῖ νά μᾶς δώσῃ ἡ ἐπιστήμη.

Ὁ ἄνθρωπος δέν δύναται νά εὕρῃ τήν ἀληθινήν ζωήν ὅπου θέλει καί ὅπως ἐκεῖνος θέλει. Δέν ὑπάρχει ἐλευθερία χωρίς τήν ἀλήθειαν ἤ ἔξω ἀπό τήν ἀλήθειαν. «Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. 8, 32). Ἡ ἀλήθεια πού ἐλευθερώνει εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ ἐλευθερία, ἡ σχέσις μέ τόν Χριστόν, ἡ ὁποία βιώνεται ὡς πίστις καί ἀγάπη, πίστις εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν καί ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Εἰς τό κέντρον τῆς θεολογικῆς ἀνθρωπολογίας εὑρίσκεται ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ κόλασις δέν εἶναι ὁ ἄλλος, ἀλλά ἡ ἀπόρριψις τοῦ ἄλλου, ἡ σχάσις καί ἡ αὐτάρκεια, ὁ φόβος νά ἀγαπῶμεν. Ὁ παράδεισος εἶναι ἡ οὐδέποτε ἐκπίπτουσα ἀγάπη. «Ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι… ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν… Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α’ Ἰωάν. 4, 7 – 8• 16 – 17).

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν διά τήν προσοχήν σας.


(Ὁμιλία στὴν ἀναγόρευσή του ὡς ἐπίτιμου διδάκτορα στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου)

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...