Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

Ἀγάπη: Τὸ κριτήριο τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 25, 31- 46) Αρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης


Νικάνωρ Καραγιάννης (Ἀρχιμανδρίτης)



Ἕνα ἀναπόφευκτο γεγονός, ποὺ θὰ τερματίσει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ θὰ σφραγίσει τὴν προσωπική μας ζωή, παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τῆς μέλλουσας κρίσης, «ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Ὅσο τολμηρὸ καὶ παράδοξο κι ἂν ἀκούγεται, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ξαναέρθει, ἀφοῦ ἤδη εἶναι πανταχοῦ παρὼν στὴ συμπαντικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴ ζωή μας, «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμί πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,22). Κάποτε, στὸν ἐπίλογο τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, ἁπλῶς θὰ φανερωθεῖ, καὶ θὰ λάμψει αὐτὸ ποὺ τώρα δὲν βλέπουμε, καὶ ὅμως ὑπάρχει, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δόξα Του. Τότε τὰ σκηνικά του κόσμου καὶ τὰ παρασκήνια τῆς ἱστορίας θὰ πέσουν καὶ ἡ ζωὴ τοῦ κάθε ἄνθρωπου θὰ κριθεῖ.


Ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ

Δυστυχῶς στὴ σκέψη πολλῶν ἀνθρώπων τὸ προφητικὸ βάθος τῆς παραβολῆς τῆς μέλλουσας κρίσης διαστρέφεται ἐπικίνδυνα, κάθε φορὰ ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται μὲ ἕναν τρόπο ποὺ πανικοβάλλει καὶ τρομοκρατεῖ μὲ ἀπειλές, καταδίκες καὶ τιμωρίες. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται μὲ τὶς ἐπιλογές του καὶ τὶς συμπεριφορές του, ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Χριστός, ὅταν λέει «καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστὶν» (Ἰω. 5,30). Ὁ Χριστὸς ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ δική μας ἀπόφαση. Ἀπὸ τὴ δική μας τοποθέτηση ἐξαρτᾶται ἡ κρίση Του. Κάθε φορὰ ποὺ ἀρνούμαστε τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἐμπερίστατο ἄνθρωπο ἀρνούμαστε τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γι' αὐτό, ἂν ἀδιαφορήσουμε καὶ δὲν ἀγαπήσουμε τὸν συνάνθρωπο, τότε θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, γίνεται τὸ ἀπόλυτο καὶ διαχρονικὸ μέτρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ζυγίζει. Ἀποτελεῖ τὸ ἀδιαμφισβήτητο κριτήριο τῆς κρίσεώς Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλον ἀσφαλῆ τρόπο καὶ δρόμο, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσει τὴν ὑπαρξιακή του εὐτυχία (αὐτὸ ποὺ λέμε σωτηρία), παρὰ μόνο τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη στὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἐδῶ σημασία δὲν ἔχει τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ σταθοῦμε ἐμεῖς «πλησίον», δηλαδή, κοντὰ στὸν ἄλλο.

Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος τονίζει ὅτι «ὅταν φθάνουμε στὴν ἀγάπη, φθάνουμε στὸν Θεὸ καὶ ὁ δρόμος τοῦ ἀγώνα μας τελειώνει». Ὁ Χριστὸς ταυτίζεται μὲ τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς θλιμμένους, τοὺς καταφρονημένους. Μᾶς ζητᾶ νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ τὸν συναντήσουμε μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας γιὰ αὐτούς. Ὅταν πάσχει ὁ ἄνθρωπος, συμπάσχει μαζί του καὶ ὁ Θεός. Γι' αὐτὸ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη γιὰ τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο ἀποδεικνύει μὲ τρόπο ἁπτὸ καὶ χειροπιαστὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὸν Θεό.



Ἡ ἀγάπη ὡς διακονία

«Καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι»; Ἂν ἡ ἀγάπη δὲν διακονεῖ, τότε δὲν εἶναι γνήσια καὶ ξεπέφτει. Ἡ διακονία εἶναι κορυφαῖος τρόπος χριστιανικῆς παρουσίας καὶ μαρτυρίας. Εἶναι θυσία χωρὶς ὑπολογισμό, ἡ ὁποία θεραπεύει ὅ,τι πονάει τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ πεινασμένος, ὁ διψασμένος, ὁ γυμνός, ὁ ξένος, ὁ φυλακισμένος, ὁ ἄρρωστος εἶναι καταστάσεις ζωῆς ποὺ μαστίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καὶ ὡς κοινωνία. Ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ φθορὰ δημιουργοῦν συνεχῶς ἀναρίθμητες ἑστίες καὶ πλέγματα ἀνάγκης ποὺ μᾶς κυκλώνουν. Ἀσθένειες, δυστυχία, θεομηνίες, πείνα, ἐγκληματικότητα, περιφρόνηση, μοναξιά, ἐγκατάλειψη, ἐκμετάλλευση, μετανάστευση, ἀδικία, ἀνεργία, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι καταστάσεις ὕπαρξης τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

Γεννιέται ὅμως ἕνα ἐρώτημα, Πῶς τοὺς ἀντιμετωπίζουμε; Οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς προσπερνᾶμε ἀδιάφορα ἤ τοὺς «προσφέρουμε» ἁπλῶς τὸν οἶκτο μας. Περιορίζουμε καὶ ἐξαντλοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὸ καθῆκον τῆς ἐλεημοσύνης. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπερνικήσουμε τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ γεννᾶ μέσα μας ἡ ἀνωνυμία τοῦ ἀγνώστου συνανθρώπου μας, τοῦ πρόσφυγα καὶ τοῦ λαθρομετανάστη, τοῦ ἀποξενωμένου καὶ ἐγκαταλελειμμένου. Εἴμαστε τραγικὰ ἀνίκανοι νὰ κατέβουμε στὸν «ἅδη τῆς ζωῆς του», ὥστε νὰ τὸν βοηθήσουμε καὶ νὰ τὸν ἀναστήσουμε στὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν ἅδη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σωθεῖ, ἂν δὲν κοπιάσει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διπλανοῦ του». Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ διπλανός, ὁ κάθε ἐλάχιστος ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, δὲν πεινάει καὶ διψάει μόνο γιὰ ψωμὶ καὶ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἀλήθεια, ἀγάπη καὶ σωτηρία. Ἀμήν.

Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Ματθ 25, 31-46) του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας κ.κ. Ιωήλ


Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)



«Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε»

Στὶς παραβολὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Κύριος, ἔλεγε τὴ φράση ‹‹ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν›› (Ματθ. 22,2), δηλ. Παρομοιάζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ δέκα παρθένες, μὲ πολύτιμο μαργαρίτη, μὲ ἀγρὸ ἢ μὲ χαμένη δραχμὴ κ. ἄ. Στὸ σημερινὸ ὅμως Εὐαγγέλιο δὲν ὁμιλεῖ παραβολικά, ἀλλὰ ἀποκαλύπτει μιὰ κατάσταση πραγματικὴ καὶ δείχνει ἀποκαλυμμένο τὸν ἑαυτό Του, γι’ αὐτὸ καὶ λέγει ‹‹ὅταν ἔλθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ› (25,31), ποὺ σημαίνει πὼς ἡ περικοπὴ ἐκφράζει πλήρως τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν τελικὴ Κρίση τῶν ἀνθρώπων.


Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τῶν ἀνθρώπων

Μία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἔλεός Του. Μᾶς καταδιώκει συνεχῶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος, ὁ πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἔχει πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸ Δημιουργό του, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἰδιότητα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς εὐεργεσίας τοῦ πλησίον εἶναι ἐκείνη ποὺ τὸν κάνει νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο. Ὁ Χριστὸς διῆγε τὴ ζωὴ Του κάνοντας διαρκῶς εὐεργεσίες στοὺς ἄλλους καὶ ‹‹ἰᾶτο πάντας›› (Λουκ. 6,19). Ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτὸ Του ἔδωσε ‹‹λύτρον ἀντὶ πολλῶν›› (Μάρκ. 10,45), ὡς δεῖγμα καὶ καρπὸ τῆς μεγάλης Του ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Οἱ φτωχοὶ ἀδελφοί μας, εἴτε εἶναι πεινασμένοι εἴτε ἄρρωστοι καὶ ἐνδεεῖς, εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔχουν ‹‹ἐνδυθεῖ››, ‹‹κατὰ τὸν ἔσω ἀνθρωπον››, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο. Ἔχουν τὸ ἴδιο βάπτισμα μέ μᾶς, μετέχουν στὴν ἴδια χάρη, ὑπακούουν στοὺς ἴδιους νόμους τοῦ Θεοῦ, μετέχουν στὴν ἴδια θεία Εὐχαριστία κι ἔχουν τὶς ἴδιες μὲ μᾶς ἐλπίδες. Πολὺ ὡραῖα τὸ τονίζει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ‹‹ἀδελφὸν γὰρ τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μηστηρίων κοινωνία››. Ἡ ἐλεήμων καρδία κάνει τὸν ἄνθρωπο κληρονόμο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τόσο τὰ μεγάλα χαρίσματα, ὅπως π.χ. τὰ θαύματα, τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἡ μεγάλη σοφία τοῦ νοῦ κ.λ.π.

Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, περιγράφει πῶς πρέπει νὰ εἶναι μία ἐλεήμων καρδιά, δηλ. πῶς γίνεται ὁ ἄνθρωπος φιλάνθρωπος. Ὀφείλει νὰ καίγεται ἡ καρδιά του ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Νὰ ἀγωνιᾶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὀρνέων, ὑπὲρ τῶν ζώων, ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῶν δαιμόνων, ἂν εἶναι δυνατόν. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τέτοια καρδιά, τὰ δάκρυα εἶναι ἀσταμάτητα. Δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει δυστυχία ἢ νὰ δεῖ κάποια βλάβη καὶ νὰ μὴ συγκλονισθεῖ, νὰ μὴ δακρύσει. Προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν του ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως. Ὅλοι κι ὅλα νὰ ἐλεηθοῦν ἀπ’τὸ Θεό. Βλέπουμε, λοιπόν, πὼς ἕνα δάκρυ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουμε δική μας τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.


Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἀγάπη μας πρὸς τοὺς ἄλλους;

Ἕνας ἀοίδιμος Ἐπίσκοπος, ὁ Κοζάνης Διονύσιος, γράφει πὼς ἁπλὰ περιστατικὰ τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας θὰ μᾶς κρίνουν. Ὄχι σοφία, ὄχι πολιτικὴ ἐξουσία καὶ δύναμη, ὄχι ὑλικὸς πλοῦτος καὶ χρήματα, ὄχι σωματικὴ ρώμη καὶ ὡραιότητα. Δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀξία ἐκείνη τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ἀλλὰ γεγονότα ἁπλά, ὅπως τὰ βλέπουμε στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἕνα πιάτο φαγητοῦ, μιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση στὸν ἄλλο, μία συμπαράσταση σὲ κεῖνον ποὺ περνάει δύσκολες ὧρες, μία ἁπλὴ ἐπίσκεψη στὸν πονεμένο. Ὅλα αὐτὰ γίνονται μὲ ἀθόρυβο τρόπο, χωρὶς τυμπανοκρουσίες καὶ δημοσιεύσεις. Ὁ χριστιανὸς ποὺ πιστεύει καὶ ἐνεργεῖ τὴν πίστη του, ἀποφεύγει τὶς θεαματικὲς ἐκδηλώσεις κι ἐκείνους τοὺς πομπώδεις τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχει συνηθίσει ἡ ἐποχή μας. Τὸ μοναδικὸ πράγμα ποὺ θὰ πάρουμε στὴν ἄλλη ζωὴ εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ὁποία γίνεται συνήγορος γιὰ μᾶς στὸ Θεό.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἀπευθύνεται σ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ τιμᾶμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ λησμονοῦμε νὰ τιμήσουμε τὴν ἔμψυχη εἰκόνα Του ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο ποὺ μᾶς προτρέπει: ‹‹Πλούτισον μὴ περιουσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐσέβειαν...››, δηλ. ἄς πλουτίσουμε ὄχι μόνον σὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ καὶ σὲ εὐσέβεια. Ἄς γίνουμε ἐμεῖς στὸν κάθε πτωχὸ ποὺ θὰ συναντήσουμε ὅ,τι εἶναι ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας, γιὰ νὰ βροῦμε κι ἐμεῖς ἔλεος.

Τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46) Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα, στὴν διαδικασία τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή, φθάσαμε στὸ τελευταῖο στάδιο: ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρίση. Ἂν δώσουμε προσοχὴ σ’ αὐτό, προετοιμαζόμαστε πνευματικὰ γιὰ τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα (ἡ πνευματική μας κατεύθυνση θάναι στὸ χέρι μας), γιατί τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Συγχώρησης.

Ἡ σύνδεση μεταξὺ τῶν δύο ἡμερῶν εἶναι προφανής. Καὶ μόνο ἂν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν συναίσθηση ὅ,τι ὅλοι μας κι ὁ καθένας χωριστὰ θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κρίση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε σ’ ὅλο του τὸ βάθος, μ’ ἀνοιχτὴ τὴν καρδιά, στὰ σοβαρά, πόσο εἴμαστε, ὅλοι μας, ὑπόχρεοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἔχουμε ὅλοι εὐθύνη ἀπέναντι στὸν ἄλλο γιὰ κάποιο πόνο καὶ βάρος τῆς ζωῆς, τότε θὰ μᾶς φανεῖ εὔκολο, ὅταν μᾶς ζητιέται νὰ συγχωρήσουμε, ὄχι μόνο νὰ συγχωρήσουμε, ἀλλὰ σὰν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ αἴτημα, νὰ ζητήσουμε νὰ συγχωρηθοῦμε.

Δὲν εἶναι μόνο γιὰ ὅ,τι ἔχουμε κάνει, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα δὲν κάναμε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη εὐαισθησίας τῆς ὑπευθυνότητάς μας, ἀπ ὅλα ὅσα θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατί δὲν ἐκπληρώνουμε τὴν ἀνθρώπινη κλίση μας. Μποροῦμε καὶ πρέπει σ’ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ἀκόμα παραπέρα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δικός μας, νὰ εἴμαστε μία εὐλογία καὶ μία ἀποκάλυψη γιὰ τὰ μεγάλα, γιὰ πράγματα τόσο μεγάλα καὶ τόσο βαθιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς πρῶτ’ ἀπ ὅλα, νὰ μποροῦμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε στὴν κλίμακα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κλίση μας εἶναι ὄχι μόνο ἠθική, ἀλλὰ τόσο μεγάλη ὅσο κι ὁ Θεός. Ἕνας μυστικιστὴς Γερμανὸς λέει σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ ποήματά του «εἶμαι τόσο μεγάλος ὅπως ὁ Θεός, ὁ Θεὸς εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ.»

Ἂν μποροῦμε νὰ θυμόμαστε μόνο αὐτὸ, κι αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ κρίση δὲν εἶναι μία στιγμὴ μόνο, τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔρθουμε ἀπέναντι στὸν φόβο τῆς καταδίκης· αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς κρίσης κάτι μεγάλο καὶ ἐμπνευσμένο. Δὲν θὰ κριθοῦμε μὲ βάση τὰ ἀνθρώπινα πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ κοσμιότητα. Θὰ κριθοῦμε σύμφωνα μὲ δεδομένα πέραν τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ κριθοῦμε στὴν ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἡ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ ἀγάπη ποὺ νιώσαμε, ἡ συναισθηματική, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ζήσαμε καὶ ἐκπληρώσαμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ κριθοῦμε, ὅτι πράγματι κρινόμαστε συνέχεια, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους, πέρα ἀπ’ τὰ μικρότερα πρέπει μας, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ ἐν δυνάμει μεγαλεῖο μας. Κι ἡ παραβολὴ ποὺ διαβάζουμε σήμερα, μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ἀπὸ τόσες σκοπιές: οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ἀπὸ τὸν Χριστό, στὴν παραβολή Του, μὲ βάση τὴν ἀνθρωπιά τους. Ὑπῆρξαν αὐτοὶ ἄνθρωποι ἢ ὄχι; Ἤξεραν πῶς ν’ ἀγαποῦν, πρῶτα μὲς τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις, στὸ βάθος τῶν πράξεων, γιατί ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τὸ θέτει, ὅποιος λέει, ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν διπλανό του ἐνεργά, δημιουργικά, εἶναι ἕνας ψεύτης. Καὶ δὲν εἶναι ἀγάπη Θεοῦ, ἂν δὲν ἐκφράζεται σὲ κάθε λεπτομέρεια τῆς σχέσης μὲ τοὺς ἀνθρώπους συνολικὰ, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε πρόσωπο ξεχωριστά.

Κι ἐπίσης, ἂς προετοιμαστοῦμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα γιὰ τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς πορείας ρωτώντας τοὺς ἑαυτούς μας ἐμπρὸς σ’ αὐτὴ τὴν θεία κρίση «εἶμαι ἄνθρωπος; Εἶμαι ἄνθρωπος μέσα μου, στὴν συμπεριφορά μου- ὄχι γενικὰ στὴν στάση μου, ἀλλὰ στοὺς τρόπους μου: εἶναι ἀνθρώπινοι οἱ τρόποι μου; Εἶναι ἡ ζωή μου μία ἔκφραση λεπτῆς, στοχαστικῆς, μὲ ὀξυδέρκεια καὶ δημιουργικότητα, καὶ κάποιες φορὲς γενναιόδωρης καὶ θυσιαστικῆς ἀγάπης; Σὰν ἀντικείμενο ἀγάπης στὸ τέστ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, πρέπει νὰ ’ναι ὁ διπλανός μου• τὸ ν΄ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ζητᾶ τίποτα εἶναι τόσο εὔκολο.»

Κι ἂν στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας βροῦμε ποῦ ἀνήκουμε, θὰ ἔχουμε βρεῖ καὶ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς κλίσης μας• ἀφοῦ εἰρηνεύσουμε μ’ ἐκείνους στοὺς ὁποίους ὀφείλουμε, ἔπειτα, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς συγχώρεσης, κι ὅταν κάποιος ἄλλος ἔχει ἀνακαλύψει τὸ δικό του χρέος πρὸς ἐμᾶς, θὰ μποροῦμε μὲ χαρὰ νὰ δώσουμε συγχώρεση κι εἰρήνη, μὲ αἴσθηση ὑπευθυνότητας καὶ μὲ μιὰ χαρὰ ποὺ χαρίζει ἡ μετάνοια.

Ἀμήν.

Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr


Πρωτότυπο Κείμενο


Sunday of the Last Judgement
13th February 1972

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Today, on our preparation journey towards Lent, we have come to an ultimate stage: we are confronted with judgement. If we pay attention to it, next week our spiritual destiny will be in our own hands, because next week is the day of Forgiveness.

The link between these two days is too obvious. If we only could become aware that all and each of us stand before the judgement of God and the judgement of men, if we could remember and realise with depth, wholeheartedly, in earnest that we are, all of us, indebted to each other, all responsible to each other for some of the pain and the heaviness of life, then we would find it easy, when we are asked to forgive, not only to forgive, but, in response to this request, to ask for forgiveness ourselves.

It is not only by what we do, not only in a way by what we leave undone, it is by this extraordinary lack of awareness, of our responsibility, of all we could be to others, and to do to others, that we do not fulfil our human vocation. We could, and we should, on all levels and for all men, and beyond men for the whole world which is ours, be a blessing and a revelation of things great, of things so great, so deep that people, we first of all, could realise that we are on the scale of God Himself, that our vocation is not only to be morally good, but to be as great as God. A mystic of Germany said in one of his poems 'I am as great as God, God is as small as I.'

If we only could remember this, and this is why the judgement is not only a moment when we are confronted with a danger of condemnation; there is in the very notion of judgement something great and inspiring. We are not going to be judged according to human standards of behaviour of decency. We are going to be judged according to standards which are beyond human ordinary life. We are going to be judged on the scale of God, and the scale of God is love: not love felt, not an emotional love, but love lived and accomplished. The fact that we are going to be judged, that indeed we are being judged all the time, above our means, beyond all our smallness must, should reveal to us our potential greatness. And the parable which we have read today can be seen in those very terms: men are judged by Christ, in His parable, on humanity. Have these men been human or not? Have they known how to love in their hearts first, but also in action, in their very deeds because, as Saint John puts it, one who says that he loves God and does not love his neighbour actively, creatively is a liar. There is no love of God if it is not expressed in every detail of our relationship with men, with people and with each person.

And so, let us this week prepare ourselves for the final stage of our journey by asking ourselves in the face of this divine judgement, 'Am I human? Am I human within myself, in my behaviour - not my general attitude, but my ways: are they human? Is my life an expression of a fine, a thoughtful, a perceptive, a creative, and at times a generous and a sacrificial love?' As the object of love is the test of this love, it must be my neighbour; to love God who asks for nothing is too easy.

And if in the course of this week we find where we belong, we find both our shortcomings and the greatness of our vocation; if we make our peace with those to whom we are indebted, then, when the time comes to forgive, when someone else will have made the same discovery, we will be able with joy to give peace and forgiveness out of a sense of responsibility and of the creative joy of repentance. Amen.

Κυριακή των Απόκρεω Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩΝ
(Ματθ. ΚΕ΄ 31-46)


Όπως δεν υπάρχει Χριστιανός που να αγνοεί ή να λησμονεί την μέλλουσα κρίση και την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, έτσι και δεν υπάρχει και άνθρωπος (ισορροπημένος) που να αρνείται στα βάθη της καρδιάς του το δίκαιο και την απόδοση της δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη θέλει την ορθή κρίση και το να απολαμβάνει ο καθένας σύμφωνα με τα έργα του και την ελεύθερη επιλογή του.
Δόξα τω Θεώ η αποκάλυψη του ιερού Ευαγγελίου και στo βασικότατο αυτό σημείο μας διακηρύττει ξεκάθαρα ότι αυτό ακριβώς που λαχταρούμε, τελικώς θα έρθει. Θα πραγματοποιηθεί και ουδείς θα κατορθώσει να διαφύγει την διαδικασία της μελλούσης Κρίσεως, από τον πρώτο που έζησε, έως και τους τελευταίους ανθρώπους που θα βρίσκονται εκείνη τη στιγμή επάνω στη γη.
Ναι, ο λόγος του Κυρίου Ιησού, είναι τόσο ξεκάθαρος που δεν επιδέχεται καμμία αμφισβήτηση. Ο Υιός του ανθρώπου θα έλθει εν τη δόξη Αυτού, για να κρίνει ζώντες και νεκρούς! Θα έλθει, όχι όπως στην πρώτη του παρουσία, ταπεινά και μέσα στην αφάνεια, αλλά θα έρθει ένδοξα, ως Κριτής, και θέλοντας και μη θα τον αντιμετωπίσει ο κάθε άνθρωπος. Αυτήν ακριβώς την μεγάλη δογματική αλήθεια, την ομολογούμε κάθε φορά που απαγγέλουμε το Ιερό Σύμβολο της Ορθοδόξου Πίστεώς μας, στο έβδομο άρθρο του: «…Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος».
Βεβαίως, όπως είναι γνωστό, το κριτήριο βάσει του οποίου θα μας κρίνει ο ένδοξος Κριτής, δεν είναι άλλο από την Αγάπη!
Είναι λοιπόν ανάγκη με προσοχή και ησυχία να μελετήσουμε μόνοι μας την Ευαγγελική περικοπή. Να δούμε δηλ. να ξετυλίγεται μπροστά μας η θριαμβευτική παρουσία, αλλά συνάμα και ο δραματικός διαχωρισμός όλων των ανθρώπων!
Κριτήριο λοιπόν η Αγάπη προς τους αδελφούς! Αλλά όπως πάρα πολλά πράγματα παρεξηγούνται και παρερμηνεύονται, έτσι και η κεντρική αυτή Ευαγγελική περικοπή, παρεξηγείται, με αποτέλεσμα να παρερμηνεύεται αυτό ακριβώς το κριτήριο της Αγάπης.
Περί ποίας λοιπόν Αγάπης κάνει λόγο ο Κριτής; Και υπάρχουν άνθρωποι που να μη διαθέτουν αγάπη; Και άρα όλοι οι άνθρωποι, αφού λίγο έως πολύ, διαθέτουν αγάπη, θα βρεθούν στα δεξιά του Κριτού; Δηλ. όλοι θα σωθούν;
Μακάρι να ήταν έτσι τα πράγματα και μακάρι να εσώζωντο όλοι οι άνθρωποι. Όμως η κατάσταση ως προς το σημείο αυτό είναι περισσότερο δραματική απ΄όσο μπορούμε να φανταστούμε. Ο ίδιος ο Κριτής μας βεβαιώνει ξεκάθαρα ότι θα υπάρξει αυστηρός διαχωρισμός. Άρα στα αριστερά του θα βρεθούν τα ερίφια. Εικόνα δηλ. αποκαλυπτική που φωτογραφίζει την αιώνια κόλαση! Αλλά και πάλι ο ίδιος ο πράος και ταπεινός τη καρδία Ιησούς, σε διαφορετική περίσταση μας αποκαλύπτει ότι: «πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί» (Ματθ. ΚΒ΄ 14).
Αλλά και πάλι ανακύπτει σοβαρότατο υπαρξιακό και θεολογικό ερώτημα. Αφού όλοι σχεδόν οι άνθρωποι διαθέτουν αγάπη, όλοι κατά το μάλλον η ήττον όταν μπορούν κάνουν κάποια ή κάποιες αγαθοεργίες στη ζωή τους, αφού συγκινούνται τόσες και τόσες ψυχές μπροστά στο ανθρώπινο λεγόμενο δράμα, γιατί δεν λειτουργεί αυτή η αγάπη ώστε να αποφευχθεί η αιώνια κόλαση;
Εδώ αδελφοί μου βρισκόμαστε σε πολύ λεπτό σημείο και θα πρέπει να δούμε το θέμα μας Βιβλικά και αντικειμενικά, μακριά από συναισθηματισμούς και γενικώς από καταστάσεις που νοθεύουν την πνευματική μας ζωή και που μας οδηγούν, όχι απλώς σε λανθασμένα συμπεράσματα, αλλά αλλοίμονο, και σε επικίνδυνα μονοπάτια τρόπου ζωής, που καταλήγουν σ΄αυτή την «κόλασιν την αιώνιον» (Ματθ. ΚΕ΄46).
Βεβαίως, δεν θα αναπτύξουμε τώρα το θέμα της αγάπης. Το υψηλότερο όλων των θεμάτων. Την κορυφή της Ορθοδόξου πνευματικότητας. Τούτο για να γίνει, θα χρειαζόταν να γραφτούν τόνοι ολόκληροι. Τονίζουμε όμως αυτό το βασικό σημείο. Όπως για να υπάρξει στέγη θα πρέπει να υφίστανται τα τειχία και πρωτίστως να έχουν τεθεί τα ασφαλή θεμέλια του όλου οικοδομήματος, έτσι και στο θέμα της αγάπης. Εάν δεν υφίσταται η Πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, στον «ακρογωνιαίον λίθον» (Εφεσ. Β΄ 20), με ό,τι βεβαίως αυτό συνεπάγεται, εάν απουσιάζει στην συνέχεια η Ελπίδα, η βεβαία Χριστιανική Ελπίδα, τότε ο λόγος περί αγάπης καταντά κενή θεωρία που η ανάπτυξή της καταλήγει μάλλον σε φαιδρολογία. Και όπως, όσο υψηλότερα βρίσκεται ένα πράγμα, τόσο και περισσότερο ασχημίζει όταν το καταβαραθρώνουμε, έτσι ακριβώς συμβαίνει και στο θέμα της αγάπης. Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από το να κάνει κανείς λόγο περί αυτής, χωρίς αντίκρισμα ή να νομίζει ο άνθρωπος ότι διαθέτει τούτο το χρυσό νόμισμα και τελικώς να διαπιστώνει ότι αντί του χρυσού, κρατά στα χέρια (μάλλον στην καρδιά) άνθρακες, εάν όχι τίποτε άλλο χειρότερο και βρωμερότερο.
Δεν θα θέλαμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε κοσμικές οργανώσεις, οι οποίες διατείνονται ότι εξασκούν τα έργα της φιλανθρωπίας και της αγάπης, αλλά ταυτοχρόνως αρνούνται τη Θεότητα του Χριστού. Απορρίπτουν δηλ. τον ίδιο τον Κριτή. Και δεν το κάνουμε για να μη μολύνουμε την ατμόσφαιρα. Τούτο όμως επιβάλλεται να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό. Όλοι αυτοί που έχουν αναδειχθεί «αρχιτέκτονες» στο να εξαπατούν «εαυτούς και αλλήλους», νομίζοντας, τρομάρα τους οι ταλαίπωροι ότι θα ξεγελάσουν και Αυτόν (Τον Ιησού) τον οποίον επισήμως και με φρικτούς όρκους απορρίπτουν και συκοφαντούν, πλανώνται πλάνην οικτράν. Ας είναι δε βέβαιοι όλοι αυτοί οι κύριοι, που βοηθούν «χήρες και ορφανά» και κάνουν εσωτερικούς εράνους για «τον υιόν της χήρας», ότι εάν δεν μετανοήσουν ειλικρινά και δεν δείξουν έμπρακτη Χριστιανική αγάπη, Αυτός ο Κριτής που τώρα διακωμωδούν, θα τους κατατάξει στα αριστερά Του με αποτέλεσμα να «κερδίσουν» την αιωνιότητα της κολάσεως… Το φρικτό τέλος του Βολτέρου, έχει να τους διδάξει πάρα πολλά…
Ούτε πάλι να περιμένει κανείς ότι αφού έδωσε ή δίνει κάτι στον «έρανο της αγάπης» ή όπου αλλού, αρνείται όμως την μυστηριακή ζωή του Χριστού, αρνείται δηλ. να είναι συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του, ότι εξοφλεί το χρέος της αγάπης και έτσι έβγαλε το εισιτήριο της Βασιλείας των Ουρανών.
Επομένως αδελφοί μου, το κριτήριο της μελλούσης Κρίσεως, είναι βεβαίως η αγάπη, αλλά όχι απλώς ένα πλαδαρό συναίσθημα που επιτέλους όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν, αλλά η αγάπη που αναφέρεται στον Χριστό! Η αγάπη που προσφέρεται στους αδελφούς, έχοντας όμως φιλτραριστεί πρώτα στην αγάπη του Χριστού, μέσω της ακραδάντου πίστεως στη Θεότητά του! Πιο απλά, κριτήριο αδυσώπητο, δεν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά κριτήριο είναι Αυτός ο ίδιος ο Ιησούς! Δεν είναι μόνο Κριτής που μετρά και εξετάζει και κρίνει, αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι το ίδιο το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο θα μετρηθούν οι άνθρωποι. Το κριτήριο που μετρά για το αν αξίζουν ή δεν αξίζουν να στέκονται μπροστά στο Θεό!
Μέσα λοιπόν σ΄αυτή την αντικειμενική Θεανθρώπινη προοπτική, επάνω ακριβώς στη βάση αυτή, οι άνθρωποι γίνονται «οι ευλογημένοι του Πατρός» (Ματθ. ΚΕ΄34). Και όπου ο Πατήρ, εκεί και ο Υιός, εκεί και το Άγιον Πνεύμα (Ιωάννου ΙΔ΄23).
Έτσι λοιπόν, αφού ξεκαθαρίζεται και διαφαίνεται ορθά η όλη βάση του κριτηρίου, τότε όχι απλώς πρέπει, αλλά επιβάλλεται να περάσουμε στις φιλανθρωπίες και στα έργα ευποιίας, τα οποία οικοδομούν την όλη προσωπικότητα του ανθρώπου (Τίτου Γ΄14). Τώρα, μέσα στο ευλογημένο αυτό πλαίσιο,ο κάθε Χριστιανός που ανήκει στο σώμα του Χριστού δηλ. την Ορθόδοξη Εκκλησία, αυξάνει και προοδεύει πνευματικώς, έως ότου εξομοιωθεί κατά πάντα με Αυτόν τον Χριστό ο οποίος είναι η Κεφαλή (Εφεσ. Δ΄ 15). Η Κεφαλή, και τελικώς ο Κριτής, και η ζωή Του, το Κριτήριο!
Οπωσδήποτε η όλη συμμόρφωση στον Ευαγγελικό νόμο της αγάπης, χρειάζεται και κόπο και θυσίες. Ουσιαστικές θυσίες, εάν βεβαίως πρόκειται να πάρουμε στα σοβαρά την Χριστιανική διδασκαλία και περισσότερο στα σοβαρά ότι θα κριθούμε. Προπαντός όμως, χρειάζεται θυσία του «εγώ». Αντιθέτως, οι «ανέξοδες αγάπες» και οι ψευδοσυναισθηματισμοί, είναι κάτι το φτηνό, το βολικό, το μεγαλόστομο, που πολλές φορές αφήνει ελευθερία σε κατώτερα ένστικτα, που εκτρέφει το «εγώ», και που καμμιά φορά προσπορίζεται και οφέλη πολλά και πολλών ειδών… Αλλά όλ΄αυτά, μπορεί να είναι ο,τιδήποτε, άλλο εκτός της γνησίας και αυθεντικής Χριστιανικής αγάπης η οποία τελικώς γίνεται και το κριτήριο για την άλλη ζωή, αφού πρώτα έχει καταστεί η λυδία λίθος της παρούσης ζωής!
Από την Ευαγγελική αυτή θέση της αυθεντικής αγάπης, βλέπουμε επίσης πόσο έξω πέφτουν, όσοι, επηρεασμένοι από το ακάθαρτο πνεύμα του οικουμενισμού και του θρησκευτικού συγκρητισμού, ισχυρίζονται ότι δεν χρειάζονται οι δογματικές τοποθετήσεις και τα Εκκλησιαστικό όρια (που ο Ίδιος ο Χριστός έθεσε για το Σώμα Του,”Ιωάννου Ι΄28-29”), αφού κριτήριο γι΄αυτούς είναι μόνο τα δήθεν «έργα αγάπης».
Ταλαίπωροι δυστυχώς άνθρωποι που «αστόχησαν περί την Πίστην» (Α΄Τιμ. ΣΤ΄ 21). Ζητούν ήθος άνευ δόγματος. Επιζητούν ίαση άνευ θεραπείας και κηρύττουν θεωρίες που οδηγούν τις αστήρικτες ψυχές στην απώλεια (Ιούδα 13).
Αδελφοί μου. Η μέλλουσα Κρίση αποτελεί μια φοβερή πραγματικότητα, είτε το θέλουμε είτε όχι. Προφανώς οδηγεί και στον φόβο του Θεού. Βεβαίως! Αλλ΄επιτέλους, αντί ο άνθρωπος να καταντήσει αθεόφοβος, αντί να παρασύρεται στα καλοστημένα, δεξιά και αριστερά μονοπάτια του διαβόλου, ας συνειδητοποιήσουμε το τι αναπόφευκτα μας αναμένει.
Ευχή και προσευχή μας ας είναι το «Εύφρανον τας καρδίας ημών, εις το φοβείσθαι το όνομά σου το άγιον» ώστε στη συνέχεια να «επιτελούμεν δικαιοσύνην και αγιασμόν», αφού «και η Πίστις, εάν μη έργα έχει, νεκρά εστί καθ΄ευατήν» (Ιακώβου Β΄17).
Και ας θυμώμαστε πάντοτε: «Το μέτρο της αγάπης (στο Χριστό και στους αδελφούς μας), είναι η άνευ μέτρου έμπρακτη Χριστιανική αγάπη»!
Αμήν. 


π. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα.
Email: p.ioil@freemail.gr

Ψυχοσάββατον



Τν παραμον τς Κυριακς τςπόκρεω  κκλησία μας καλε σ μιὰ παγκόσμια νάμνηση
λων «τν π' αἰῶνος κοιμηθέντων εσεβς,π' λπίδιναστάσεως, ζως αωνίου». Γι νκαταλάβουμε τ νόημα, πρέπει ν θυμηθομε τι Χριστιανισμς εναι  θρησκεία τς γάπης.  Χριστς δνφησε στος μαθητές Του μι διδασκαλία τομικς σωτηρίας,λλ τν «καιν ντολή» το «γαπτε λλήλους».

 γάπη, πο ποτελε τ θέμα τς αριανς Κυριακς τνπόκρεω, εναι τ θεμέλιο κα  οσία τς ζως τςκκλησίας.
 προσευχ γι τος «κεκοιμημένους» εναι μι βασικκφραση τς κκλησίας σν γάπης. Ζητμε π τ Θε νθυμηθε ατος πο κα μες θυμόμαστε κα τος θυμόμαστεκριβς γιατί τος γαπμε. Προσευχόμαστε γι' ατος τος συναντμε «ν Χριστ»  ποος πειδ εναι γάπη, ξεπερνάει τ θάνατο. Μέσα στ Χριστ δν πάρχουν ζωντανο κα πεθαμένοι γιατί λοι εναι «ζντες ν Ατ». Ατς εναι  Ζωή. γαπώντας ατος πο εναι ν Ατ,γαπμε τ Χριστό. Ατ τ Σάββατο λοιπν πρν τν Κυριακ τς πόκρεω, τελεται  κολουθία γι τννάμνηση τν «προαπελθόντων».
Πηγή Ενοριακή ζωή

Ανοιχτή επιστολή -Διαμαρτυρία



Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου 


 Θέμα: ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΡΟΣ CARREFOUR ΓΙΑ ΒΛΑΣΦΗΜΗ ΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΩΣ
    
Ευγενικέ Φίλε,


Σας ευχαριστώ που με κάνετε κοινωνό
στις ενέργειές σας. 
Προωθώ κι εγώ ό,τι μου στέλνετε σε
κάποιους φίλους των οποίων έχω τις
διευθύνσεις. 
Μόλις έλαβα τη Διαμαρτυρία για τη
βλάσφημη στολή έστειλα αμέσως
στο εν λόγω κατάστημα αυτήν 
την επιστολή:

Προς Carrefur,

Με βλασφημίες, με βεβηλώσεις, με έλλειψη
σεβασμού στη χώρα στην οποία φιλοξενείσθε, 
θα μειώσετε, αντί να αυξήσετε τις πωλήσεις.
Σας παρακαλώ να σταματείστε αμέσως τη
βεβήλωση της στολής του Ιερέως 
σεβόμενοι τα ιερά και όσια της πατρίδος
μου.
            Μόσχος Εμμ. Λαγκουβάρδος

Πιστεύω ότι ο λόγος ο ελεγκτικός έχει
μεγίστη δύναμη! 
Σκεφθείτε αν όλοι οι Έλληνες έστελναν
μια παρόμοια μικρή επιστολή στους
βουλευτές που περιφρονούν το 
εκλογικό σώμα που τους έβαλε στις
θέσεις που κατέχουν!

Δυστυχώς ο σημερινός Έλληνας είναι
ακινητοποιημένος για διαφόρους λόγους.
Η παθητικότητα ενός λαού οδηγεί με 
μαθηματική ακρίβεια στον πόλεμο
και στην αιματοχυσία. 

 Σε μια κινηματογραφική ταινία αγγλικής
παραγωγής και υπόθεσης, κάποιος
σε μια φυλακή από τις πιο σκληρές
και απάνθρωπες, ένας κρατούμενος
που είχε την ικανότητα να σκέφτεται
και τη δύναμη να επιμένει συνέχιζε
επί έτη να στέλνει επιστολές για να
δημιουργηθεί στη φυλακή αυτή
βιβλιοθήκη η οποία δεν υπήρχε.

Αυτό κράτησε χρόνια, ώσπου τελικά
η διοίκηση υποχώρησε και η βιβλιοθήκη
έγινε, μαζί και με άλλες ενέργειες οι
οποίες ανακούφισαν κάπως τη ζωή
των κρατουμένων.

Εμείς σύμφωνα με τη διδασκαλία του
Κυρίου Ιησού Ζητείτε και ευρήσετε
κρούετε και ανοιγήσετε δεν πρέπει
ποτέ να γινόμαστε παθητικοί. Η
παθητικότητα είναι ασθένεια.
Είναι επίσης αμαρτία. Στην ευχή
του Μεγάλου Απόδειπνου παρακαλούμε
τον Κύριο να μη μας δώσει πνεύμα αργίας.


"Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα
αργίας, περιεργίας, φυλαρχίας και αργολογίας
μη μοι δος, πνεύμα δε σωφροσύνης,, ταπεινοφροσύνης
υπακοής και αγαπής χάρισαί μοι τω Σω δούλω.


Ναι,Κύριε, δώρησαί μοι, του οράν τα εμά πταίσματα
και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι εγώ δούλος σου είμί. 

Ο Ιησούς θεράπευε πρώτα την παθητικότητα
και κατόπιν τη σωματική ασθένεια. Παράδειγμα
η θεραπεία του παραλυτικού.

Με πολύ φιλικά αισθήματα

Συναξαριστής 18 Φεβρουαρίου


Ὁ Ἅγιος Λέων Πάπας Ῥώμης

 


Ὁ Λέων ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας (450). Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους προμάχους καὶ ὑποστηρικτὲς τῆς ὀρθόδοξης ἀλήθειας. Ὅταν ἔγινε ἡ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴ Χαλκηδόνα, ἡ ἔμμεση συμμετοχή του ὑπῆρξε ζωτικῆς σημασίας γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν Μονοφυσιτῶν.

Ἔστειλε σ᾿ αὐτὴν τέσσερις ἀντιπροσώπους του καὶ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἀπευθυνόταν στὴ Σύνοδο (γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου Λέοντος εἶχε σταλεῖ τρία (3) χρόνια πρὶν στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανὸ καὶ ἀνεγνώσθη στὴ Σύνοδο. Εἶναι δὲ γνωστὴ ὡς «Τόμος τοῦ Λέοντος»).  M᾿ αὐτὴ καθόριζε μὲ πλήρη ἀκρίβεια καὶ ἀλήθεια τὶς δυὸ φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη.

Ἡ ἐπιστολὴ ἀκούστηκε μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ἄρεσε πάρα πολὺ στὰ μέλη τῆς Συνόδου καὶ στὸ βασιλιὰ Μαρκιανό. Ἡ χρησιμότητά της ἦταν μεγάλη στὴ διεξαγωγὴ τῶν συζητήσεων καὶ στὴ διατύπωση τῶν ὄρων, γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου. Ἔτσι ὁ Λέων, μὲ «τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὃ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ», δηλαδὴ μὲ τὸ μαχαῖρι τοῦ Πνεύματος, ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ ἔγγραφος στὴν περίπτωση αὐτή, ἔγινε ἀπὸ τὰ λαμπρότερα ὄπλα, γιὰ τὴν συντριβὴ τῆς πλάνης τῶν αἱρετικῶν.

Ὁ Λέων, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν ἐπιστημονικὴ καὶ θεολογική του ἱκανότητα, ἄφησε ἀρκετὲς ὁμιλίες, ποὺ εἶναι γραμμένες μὲ πολλὴ γλαφυρότητα καὶ δύναμη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη ἐκδοχὴ τῆς βιογραφίας του, αὐτὴ τοῦ Σ. Εὐστρατιάδη, ποὺ παραθέτουμε ὅπως ἀκριβῶς εἶναι γραμμένη:

«Ἐγενήθη ἐν Ῥώμῃ περὶ τὰ τέλη τοῦ δ´ αἰῶνος, ἐπὶ δυὸ παπῶν διατελέσας διάκονος τοῦ Καλλίστου καὶ Σήξτου, ὃν καὶ διεδέχθη εἰς τὸν θρόνον τὴν 29η Σεπτεμβρίου τοῦ 440. Ὑπῆρξεν εἷς τῶν ἀπολυταρχικωτέρων παπῶν, ὑποστηρίξας μετὰ πείσματος τὸ παπικὸν πρωτεῖον καὶ ἀντιταχθεὶς κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι συνόδου (451) χορηγησάσης διὰ τοῦ κη᾿ Κανόνος αὐτῆς τὰ ἴσα πρεσβεῖα τῷ πατριάρχῃ Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸν ἐπίσκοπον Ῥώμης.

Ἔκτοτε μέχρι τοῦ νῦν δὲν ἔπαυσαν οἱ πάπαι τὰ πρωτεῖα ἐπὶ τῆς καθόλου ἐκκλησίας διεκδικοῦντες, πολλῶν κακῶν γενόμενοι τῇ ἐκκλησίᾳ πρόξενοι. Τὴν κατάταξιν αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἁγίων τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας ὀφείλει ὁ Λέων εἰς τὴν δογματικὴν ἐκείνην ἐπιστολὴν (ιδ. Migne PG. 54, 755-781), τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν εἰς τὴν ἐν Χαλκηδόνι Δ´ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐναντίον τῶν Μονοθελητῶν καὶ Μονοφυσιτῶν, ἧς τὸ περιεχόμενον ἐγένετο μετ᾿ ἐνθουσιασμοῦ δεκτὸν ἀπὸ μέρους τῶν παρευρεθέντων πατέρων. Ἀπέθανε τῇ 10ῃ Νοεμβρίου 460).


 

 
Οἱ Ἅγιοι Λέων καὶ Παρηγόριος ποὺ μαρτύρησαν στὰ Πάταρα τῆς Λυκίας

Ἦταν καὶ οἱ δυὸ ἀχώριστοι φίλοι, μία ψυχὴ σὲ δυὸ σώματα ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο. Ὅταν λοιπὸν ὁ Παρηγόριος πέθανε μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, ποὺ ὑπέστη γιὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὁ Λέων, ἀπαρηγόρητος γιὰ τὴν στέρηση τοῦ φίλου του καὶ ποθῶντας τὸ ἔνδοξο τέλος του, ἤθελε καὶ αὐτὸς τὸ γρηγορότερο τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ἡ εὐκαιρία βρέθηκε.

Κάποτε γινόταν πανηγύρι τῶν εἰδωλολατρῶν μὲ ὅλους τοὺς συνηθισμένους θορύβους καὶ ἀπρεπεῖς διασκεδάσεις. Ὁ Λέων πλησίασε ἐκεῖ, μπῆκε στὸ ναό, πῆρε στὰ χέρια του τὰ ἀναμμένα ἐκεῖ πήλινα λυχνάρια καὶ τὰ συνέτριψε κάτω στὴ γῆ. Συγχρόνως δὲ ἔψαλλε ὕμνους πρὸς τὸν Θεό. Ἀμέσως τότε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν βασάνισαν σκληρὰ μὲ μαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα οἱ βασανιστές του τὸν ἔσυραν σὲ κρημνώδη τόπο, ποὺ κάτω ὑπῆρχε φαράγγι καὶ στὸ βάθος διακρινόταν ξηροπόταμος.

Ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ, ὁ Λέων μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις κατόρθωσε νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀμέσως τότε παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό. Ἀλλ᾿ ἡ λύσσα τῶν δημίων του δὲν ἱκανοποιήθηκε μὲ τὸν θάνατό του. Ἀφοῦ ἔσυραν τὸ λείψανό του στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ, ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ἔριξαν μὲ δύναμη στὸ χάος τοῦ φαραγγιοῦ. Ἔτσι τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου μπορεῖ νὰ ἔπεφτε μέσα στὸ φαράγγι, ἀλλ᾿ ἡ ψυχή του πετοῦσε στὸν οὐρανό, ὅπου θὰ συναντοῦσε τὸν ἐγκάρδιο φίλο του στὴν αἰώνια δόξα τοῦ Χριστοῦ.


 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Ὁμολογητὴς καὶ θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Συναοῦ

Ἦταν χριστιανικὸ γέννημα τῆς Καππαδοκίας καὶ εἶχε εἰσέλθει κατὰ τὴν νεανική του ἡλικία σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκεῖ Μοναστήρια. Ἐκεῖ ζοῦσε μὲ πνεῦμα διακονίας, προθυμότατος στὶς ὑπηρεσίες καὶ σὰν ὁ τελευταῖος ἀπ᾿ ὅλους. Ἐπὶ βασιλέως Λικινίου στρατεύθηκε, καὶ ὅταν καταδιώχθηκαν οἱ χριστιανοί, ὑποβλήθηκε σὲ βασανιστήρια.

Ἐπειδὴ ὅμως διὰ τῆς προσευχῆς, θεράπευσε κάποιο δαιμονισμένο μέλος οἰκογενείας ποὺ ἦταν πολὺ κοντὰ στὸ Μεγάλο Κων/νο, ὁ Ἀγαπητὸς πέτυχε ἄδεια ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸ στρατό. Ἐπιδόθηκε τότε, στὶς ἱερὲς μελέτες καὶ τὴν ὑπηρεσία τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ ἐπίσκοπος ὅμως τῆς πόλης Σιναοῦ πληροφορήθηκε τὰ χαρίσματά του καὶ τὸν χειροτόνησε Ἱερέα. Μετὰ δὲ τὸ θάνατο τοῦ ἐπισκόπου, λαὸς καὶ κλῆρος ἐξέλεξαν διάδοχό του τὸν Ἀγαπητό. Ἀπὸ τὴν νέα του θέση ὁ Ἀγαπητὸς ἦταν ὁ τύπος τῶν πιστῶν, ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ πατέρας τους.

Φώτιζε μὲ τὸ λόγο του, οἰκοδομοῦσε μὲ τὸ παράδειγμά του, παρηγοροῦσε καὶ στήριζε, περιέθαλπε καὶ βοηθοῦσε, ὄχι μόνο κατὰ δύναμιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ δύναμιν. σ᾿ αὐτὲς τὶς ἅγιες ἀσχολίες τὸν βρῆκε ὁ θάνατος, ὁ ὁποῖος τοῦ ἅπλωσε τὴν γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας μεταβιβάστηκε ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ζωὴ στὴν αἰώνια.


 

 
Οἱ Ἅγιοι Ἀγρίππας, Βικτωρῖνος, Δωρόθεος καὶ Θεόδουλος

Εἶναι γνωστοὶ μὲ τὴν ἀναφορά τους στὸ ὑπόμνημα τοῦ πιὸ πάνω ὁσίου Ἀγαπητοῦ. Ὅτι δηλαδὴ εἶδε τὸ μαρτύριό τους καὶ ἤθελε νὰ γίνει κοινωνὸς αὐτοῦ. Τίποτα ἄλλο δὲν γνωρίζουμε γιὰ τὴν ζωή τους.


 

 
Ὁ Ἅγιος Πιούλιος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.


 

 
Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ ἐκ Ρωσίας

 


Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς τοῦ Γιαχρὸμ γεννήθηκε στὴ Ρωσία τὸν 15ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀρχικὰ ἦταν ὑπηρέτης κάποιου εὐγενοῦς, τὸν ὁποῖο φρόντιζε κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀσθένειάς του καὶ τοῦ διάβαζε βιβλία.

Κάποτε, ὅταν ὁ Ὅσιος ταξίδευε, ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν στὴ δασώδη περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Γιαχρόμ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος λέγοντάς του νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ ἀνεγείρει μονή. Ἔτσι ὁ Ὅσιος μετέβη στὸ Κίεβο, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ Γιαχρόμ, γιὰ νὰ κτίσει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου.

Μὲ τὴν βοήθεια τῶν Χριστιανῶν τῆς περιοχῆς ἔκτισε τὸ ναὸ καὶ ἵδρυσε μονὴ τῆς ὁποίας ἐξελέγη ἡγούμενος.
Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας τὸ ἔτος 1492 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τὴν ὁποία εἶχε ἱδρύσει. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται καὶ στὶς 18 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Γιαχρόμ.


 

 
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πατριάρχης Γεωργίας

 


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀρχιεράτευσε κατὰ τὰ ἔτη 1584 – 1591 ὡς Πατριάρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου

 

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...