Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ, ΜΑΤΘ. κεφ 25, στχ. 31-41 Η ΑΓΑΠΗ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας




Μπροστά σε μια τρομερή αλλά δίκαιη σκηνή μας τοποθετεί η σημερινή ευαγγελική διήγηση, της σκηνής της δικαίας κρίσεως κατά την δευτέρα παρουσία του Χριστού.
Ο Κριτής Χριστός διαχωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια και τα τοποθετεί εκ δεξιών και αριστερών Του. Με την εικόνα αυτή θέλει να δείξει την αλάνθαστη βεβαιότητα του Κριτού και την αδέκαστη απόφαση Του, οι άνθρωποι θα διαχωριστούν κατά την τελική κρίση με όση ευκολία και βεβαιότητα ένας ποιμένας διακρίνει τα πρόβατα από τα ερίφια.
Βέβαια εδώ δεν πρόκειται για μια λεπτομερή περιγραφή της μελλούσης Κρίσεως αλλά η διήγηση αποσκοπεί να υπογραμμίσει βάση ποιου κριτηρίου κρίνονται οι άνθρωποι.
Και το κριτήριο αυτό δεν είναι ούτε η μόρφωση, ούτε η ακριβής γνώση των δογμάτων της πίστεως, ούτε η θέση που κατέχει κανείς μέσα στην εκκλησία, αλλά η έκφραση της αγάπης με έργα.
Ο Κύριος προς τους εκ δεξιών είπε: «φ' σον ποιήσατε νί τούτων τνδελφν μου τν ελαχίστων, μοί ποιήσατε». Επίσης και προς τους εξ αριστερών είπε: «φ’σον οκ ποιήσατε νί τούτων τν λαχίστων, οδέ μοίποιήσατε». Το «ποιεν» ή το «μή ποιεν» διακρίνει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Δηλ. η έμπρακτη αγάπη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο, τον ελάχιστο αδελφό του Ιησού.

φωτογραφία του TSAB
Το ότι για το τελικό ξεχώρισμα των ανθρώπων τίθεται σαν βάση το κριτήριο της αγάπης, σημαίνει ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι αποτελούν το αντικείμενο της δίκαιης Κρίσεως του Θεού. Αυτό όμως δεν μας επιτρέπει να πούμε ότι είναι δυνατή η άσκηση της αγάπης χωρίς την Πίστη στο Θεό, χωρίς την ελπίδα της Αναστάσεως, χωρίς την καθαρή ζωή. Μπορούμε όμως να πούμε ότι η αγάπη αποτελεί την συνισταμένη όλων αυτών και την έμπρακτη εκδήλωσή τους και ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία αξία χωρίς την ενεργοποίησή τους με την αγάπη.
Από το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μπορούμε να υπογραμμίσουμε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της χριστιανικής αγάπης:
1) Η αγάπη μας αποτελεί απάντηση στην αγάπη του Θεού, γιατί Αυτός πρώτος «ήγάπησεν μς». Η απάντηση όμως αυτή δίδεται μέσω των πτωχών και πασχόντων συνανθρώπων μας. Ο δρόμος που οδηγεί στον Θεό περνάει από τους συνανθρώπους μας.
2) Η αγάπη είναι ανιδιοτελής, δεν αποβλέπει στην αμοιβή ούτε στην αναγνώριση ή την επίδειξη. Γίνεται μόνο γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Γι' αυτό κι' εκείνοι που ακούνε τον έπαινο του Θεού εκπλήσσονται. Γιατί αποδίδονται σε αυτούς έργα αγάπης που δεν τα διέπραξαν, αλλά γιατί αυτά τα έργα ερμηνεύονται ως απευθυνόμενα προς τον ίδιον τον Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι έγιναν χωρίς τον υπολογισμό της αμοιβής και χωρίς ιδιοτέλεια.

φωτογραφία του DIMITIL 

3) Η αγάπη έχει διαπροσωπικό χαρακτήρα. Κινείται στην σχέση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, τον συγκεκριμένο πάσχοντα άνθρωπο. Ο Κύριος δεν επαινεί τους καλούς γιατί έλυσαν το πρόβλημα της πείνας, αλλά γιατί έδωσαν τροφή σ' έναν πεινασμένο. Όποιος αγαπά όλοι την ανθρωπότητα όχι όμως τον άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά του αυτός δεν λέει την αλήθεια.
4) Τέλος, η αγάπη προϋποθέτει την αναγνώριση του συνανθρώπου ακόμα και του πιο φτωχού και ελάχιστου αδελφού σαν μέλος της ίδιας οικογένειας με Πατέρα τον Θεό.
Ένα μήνυμα λοιπόν αγάπης και συναδελφώσεως αποτελεί η σημερινή ευαγγελική διήγηση. Υπογραμμίζει τις τραγικές συνέπειες για εκείνον ο οποίος κλεισμένος στον νοσηρό εγωκεντρισμό του ξεχνά τον φτωχό και ελάχιστο αδελφό καθώς και την νέα εντολή του Θεού της αγάπης

ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ; Κυριακή της Απόκρεω Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός




Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ματθαίου κε' 31-46.
ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

«ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»(Ματθ. κε' 40).
1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».
Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας.Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.
2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.
Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.
3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.
4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;
Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.
Αδελφοί μου!
Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.
Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά:«ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΈΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ«Κηρύγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα»
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
τηλ. 2310 212659 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ




«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον»

α. Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον μας άνοιξε τα μάτια, όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά«κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46).

β. 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.

2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.

3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).

Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.

 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.

4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.

Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.

5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».

γ. Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.

Κυριακή της Απόκρεω – Η ώρα της κρίσεως

Η ώρα της κρίσεως

Ο Παράδεισος

Η ώρα είναι μοναδική και συγκλονιστική. Ο Θεάνθρωπος Κύριος έρχεται μέσα στη θεϊκή του δόξα για να κρίνει την ανθρωπότητα. Τον συνοδεύουν οι αμέτρητες στρατιές των αγίων αγγέλων. Μπροστά στον ένδοξο θεϊκό του θρόνο έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι άνθρωποι όλων των αιώνων. Κι ο μέγας Κριτής χωρίζει τους ανθρώπους, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια. Στα δεξιά του βάζει τους δίκαιους και στα αριστερά του τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Εκείνη τη φοβερή ώρα ακούγεται η θεϊκή φωνή του ουρανίου Κριτού προς τους δικαίους: Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, να κληρονομήσετε τη Βασιλεία που είναι ετοιμασμένη για εσάς από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Διότι πείνασα και μου δώσατε τροφή, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και με φιλοξενήσατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος και ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Και οι δίκαιοι με έκπληξη και απορία θα πουν: Κύριε, πότε Σε είδαμε πεινασμένο, διψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και Σου δείξαμε αγάπη; Και θα αποκριθεί ο Κριτής: Εφόσον το κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, είναι σαν να το κάνατε σε μένα. Ελάτε λοιπόν στη Βασιλεία μου.
Πώς όμως θα είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού; Όποιες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουμε δεν θα μπορέσουμε να περιγράψουμε την ασύλληπτη ωραιότητα της Βασιλείας των ουρανών, όπως ακριβώς ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να περιγράψει την ωραιότητα της φύσεως. Η Αγία Γραφή βέβαια παρουσιάζει συμβολικές εικόνες του Παραδείσου, ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι σαν αυτά που ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς που Τον αγαπούν, «ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α’ Κορ. β’ 9). Η ζωή του Παραδείσου όχι μόνο εν μπορεί να περιγραφεί, αλλά ούτε και να συγκριθεί με καμιά άγια χαρά του κόσμου αυτού. Από τη ζωή εκείνη θα απουσιάζει κάθε «ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Εκεί δεν θα υπάρχουν αδικίες, αρρώστιες, θάνατος. Εκεί θα έχουν σβήσει όλα τα πάθη. Εκεί όλα θα είναι γεμάτα χαρά. Όλα θα είναι φως. Η μεγαλύτερη όμως χαρά και ευτυχία μας θα είναι ότι θα βλέπουμε διαρκώς «πρόσωπον προς πρόσωπον» το απαστράπτον πρόσωπο του Χριστού.
Τα μάτια μας δεν θα χορταίνουν να βλέπουν τη δόξα του· τα αυτιά μας να ακούν τη φωνή του και τις γλυκύτατες ψαλμωδίες των αγγέλων και των αγίων, το στόμα μας να δοξολογεί ακατάπαυστα τον βασιλέα μας· τα χέρια μας να υψώνονται προς Αυτόν. Εκεί θα λάμπουμε όλοι όπως ο ήλιος και θα μοιάζουμε στη μορφή και τη δόξα με τον Χριστό μας. Εκεί θα γίνουμε κατά χάριν θεοί. Εκεί… Αλλά μέχρι να φθάσουμε εκεί, ας στραφούμε προς τα εκεί κάθε μέρα το νου μας κι ας πλημμυρίσει την καρδιά μας ο πόθος της Βασιλείας του Θεού.

Η κόλαση

Κατόπιν ο Κύριος θα στρέψει το βλέμμα Του αριστερά στους αμετανόητους αμαρτωλούς και θα τους πει: Φύγετε από κοντά μου στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους δαίμονες. Διότι επείνασα, και δεν μου δώσατε τροφή, δίψασα, και δεν μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος, και δεν με φιλοξενήσατε, γυμνός και δεν με ντύσατε, άρρωστος, και δεν με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος, και δεν ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Τότε αυτοί θα Του αποκριθούν: Πότε Σε είδα, Κύριε, πεινασμένο, διαψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και δεν Σε υπηρετήσαμε; Και ο Κριτής θα τους απαντήσει: Καθετί που δεν κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, ούτε σε μένα το κάνατε. Τότε θα φύγουν αυτοί στην αιώνια κόλαση.
Πώς θα ζουν αλήθεια οι άνθρωποι στην αιώνια κόλαση; Ό,τι και να πει κανείς, ελάχιστα μπορεί να περιγράψει τη φρίκη της κολάσεως. Εκεί οι κολασμένοι θα υποφέρουν φρικτά. Θα δοκιμάζουν οδυνηρούς πόνους, ακατάπαυστη δίψα, αφόρητη αγωνία, τύψεις βασανιστικές, απελπισία και θάνατο. Διότι θα είναι περικυκλωμένοι από τους μισάνθρωπους δαίμονες και από όλους τους κολασμένους ανθρώπους. Επιπλέον θα βλέπουν αιωνίως μέσα τους τα αποτυπώματα των αμαρτιών τους, και η ντροπή που θα δοκιμάζουν θα είναι φοβερή. Θα υποφέρουν ακόμη, διότι θα στερούνται όλα εκείνα τα οποία απήλαυσαν στην επίγεια ζωή τους.
Το μεγαλύτερο όμως μαρτύριο των κολασμένων θα είναι ότι θα ζουν χωρίς Θεό. Και μία μόνο ακτίνα της δόξας του αν είχαν, αμέσως ο άδης θα γινόταν Παράδεισος! Οι κολασμένοι θα υποφέρουν μακριά από την αγάπη του Θεού. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιότητα νωρίς τον Χριστό! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κόλαση από το να χάσουμε την Χριστό, ο Οποίος είναι όλος φως, όλος ζωή, όλος ωραιότητα.
Εκείνο λοιπόν το οποίο πρέπει κυρίως να φοβόμαστε ως προς την κόλαση είναι η αιώνια στέρηση της αγάπης του Θεού. Γι’ αυτό ας αγαπήσουμε από τώρα τον Κύριο και τις άγιες και σωτήριες εντολές του κι ας αγωνιζόμαστε καθημερινά να ζούμε όπως θέλει Εκείνος. Για να αντικρίσουμε κι εμείς το ολοφώτεινο πρόσωπό του και να ακούσουμε τη γλυκύτατη φωνή του να μας καλεί κοντά του.

Κυριακή της Απόκρεω : Κριτήριο η αγάπη

Εν η μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Με τις δύο παραβολές του Τελώνου και του Ασώτου διά των οποίων εισοδεύσαμε στο Τριώδιο, αγαπητοί μου αδελφοί, αναδείχθηκε η σημασία και το μέγεθος της μετάνοιας και της ταπείνωσης εκ μέρους μας αλλά και κάτι θαυμαστό και μεγάλο: η απεριόριστη ευσπλαχνία και αγάπη του Θεού για τον κάθε άνθρωπο. Επειδή όμως, σύμφωνα με το υπόμνημα του Τριωδίου, πολλοί χριστιανοί επαναπαύονται στο απεριόριστο έλεος και στην ανοχή του Πατέρα, έρχεται η εκκλησία να μας υπενθυμίσει με την σημερινή Κυριακή της Κρίσεως πώς ο Θεός δεν είναι μόνο Αγάπη αλλά και δικαιοσύνη. Ωστόσο και αυτή η δικαιοσύνη του Θεού δεν έχει στην ορθόδοξη πίστη μας νομικό,νομικιστικό χαρακτήρα όπως στις θρησκείες του κόσμου και ιδιαίτερα σε ιουδαϊσμό και καθολικισμό αλλά και πάλι εξαρτάται από την έννοια και την αξία της Αγάπης, της αγάπης μας προς τον Θεό και της αγάπης μας προς τον πλησίον, που είναι το δίπολο της ορθόδοξης ηθικής και πίστης, απ'όπου "κρέμανται οι νόμοι και οι προφήτες".


Τρεις είναι οι κρίσεις , αγαπητοί μου Χριστιανοί, που θα περάσουν "ζώντες και νεκροί" κατά την διδασκαλία της Μητέρας μας Εκκλησίας. Η πρώτη λέγεται "μερική κρίση" και αφορά την ψυχή μετά την έξοδο της από το σώμα, όπου οδηγείται μπροστά στον Κύριο της και κατά τα έργα της προγεύεται την κατάσταση του παραδείσού ή της κόλασης μέχρι την συντέλεια. Δεύτερη και μεγάλη κρίση είναι η "τελική κρίση" όταν με τον δέυτερο και ένδοξο ερχομό του Κυρίου Ιησού θα κριθούν ζώντες και νεκροί και θα απολαύσει ο καθένας κατά τα έργα του και κατά την διάθεση Του απέναντι στον Θεό και άλλοι θα πορευτούν στην αιώνια ζωή, άλλη στον αιώνιο έλεγχο. Και τέλος τρίτη κρίση είναι η κρίση των δικαίων, των ελαχίστων,των αγίων, των μαρτύρων ενάντια στους διώκτες , τους υβριστές και τους αδικητές τους. Αυτό μας το προδήλωσε ο ίδιος ο Χριστός όταν αποκάλυψε στους μαθητές Του,πως θα καθίσουν σε θρόνους για να κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Φυσικά, ο Κριτής είναι ένας και είναι ο Χριστός, αλλά όπως μας λένε οι πατέρες η κρίση των διωκτών και των αμαρτωλών από τους μάρτυρες, συνίσταται στο ότι οι πρώτοι θα δουν την δόξα των δευτέρων και η θλίψη και η έκπληξη τους θα είναι μεγάλη, η συνείδηση τους θα τους ελέγχει, ενώ το φως της θεότητας που θα περιβάλει τους αγίους θα απομακρύνει τους αδίκους γιατί είναι ξένο και αφόρητο για τις πωρωμένες τους ψυχές. Νομίζω πως η σημερινή παραβολή πλησιάζει πιο πολύ στο είδος αυτής της Κρίσης γιατί αφορά στην κατάταξη των ανθρώπων, αναλογικά με την στάση τους απέναντι στους αγίους και στους ελάχιστους αδελφούς του Χριστού.

Κριτήριο των πάντων η Αγάπη,η έμπρακτη αγάπη. Ο Κριτής Χριστός στη σημερινή παραβολή παρουσιάζεται ως ένας βασιλέας και ποιμένας, που θα έλθη με δόξα και συνοδεία αγγέλων για να καθίσει σε Θρόνο. Ο Θρόνος του συμβολίζει και την εξουσία Του ως Κριτή,αφού είναι ο Θεός, αλλά και τη νίκη του πάνω στο θάνατο. Έτσι δικαιωματικά του ανήκει η κρίση ζωντανών και κεκοιμημένων. Οι άνθρωποι χωρίζονται μπροστά του σε δύο κατηγορίες: αμνούς και ερίφια, όπως ακριβώς ο βοσκός χωρίζει τα δύο είδη σε διαφορετικά κοπάδια. Και αυτό όχι γιατί ο Θεός κάνει διακρίσεις, αλλά γιατί κατά τον πατερικό λόγο πάλι, οι άνθρωποι θα διακριθούν έτσι όπως ακριβώς στάθηκαν από την ζωή τους ακόμα απέναντι στον Θεό. Ο Κριτής δεν θα μνημονέψει τις αμαρτίες ή τα σφάλματα των αμαρτωλών, αυτά από μόνα τους θα τους φέρουν έλεγχο βαρύ γιατί πλέον θα εννοήσουν τη μεγάλη τους δυστυχία. Αλλά θα αναφερθεί στο τί δεν έκαναν προς τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους διψασμένους, τους ξένους, τους φυλακισμένους με λίγα λόγια αυτούς που ταυτίζει με τον Εαυτό του, στους απλούς και καταφρονημένους αυτού του κόσμου. Αναλογικά , δεν θα αναφερθεί στις αρετές και στα κατορθώματα των δικαίων αυτές που θα τους κοσμούν και θα τους λαμπρύνουν ως αγίους . Δεν θα μιλήσει για προσευχές,νηστείες, κόπους,αγρυπνίες και αυτό γιατί όχι πως δεν είναι απαραίτητα όλα αυτά αλλά αφορούν στην τελειότητα που όφειλαν να επιδιώξουν ως παιδιά του Θεού,"ότι δούλοι ταπεινοί ήταν και έκαναν το χρέος τους" . Θα μιλήσει όμως για τις ελεημοσύνες που έκαναν σε φτωχούς,πεινασμένους,διψασμένους,γυμνούς,φυλακισμένους γιατί όσα έκαναν για αυτούς είναι ακριβώς σαν να το έκαναν για Αυτόν τον ίδιο!

Με αυτούς ταυτίζεται ο Κριτής,με αυτούς ακριβώς που ο κόσμος περιφρονεί ως ασήμαντους.Με αυτούς που προσπερνάμε ίσως πολλές φορές οι ίδιοι για να πάμε στον ναό και να προσευχηθούμε.Ή ίσως αυτούς που μας φαίνονται φορτικοί με τις απαιτήσεις τους.
Με αυτούς που πεινάνε και πένονται και εμείς τους εξουθενώνουμε γιατί το "κακό τους κεφάλι" ή η αργία τους τους οδήγησαν σε τέτοια κατάσταση. Με αυτούς που βαρύνονται με βαριά εγκλήματα στις φυλακές παραθεωρώντας πως εμείς οι ίδιοι έιμαστε ανα πάσα στιγμή ευάλωτοι στο να γίνουμε υποχείρια του εχθρού. Με φονιάδες ανθρώπων ενώ εμείς γινόμαστε άθελα μας φονιάδες της ψυχής μας. Με ληστές που σιχαινόμαστε ενώ εμείς αφήσαμε τον ληστή διάβολο να κλέψει την χαρά και την χάρη από την ψυχή μας γενόμενοι με την αδιαφορία μας συνεργοί του. Με πόρνες ακόμα ταυτίζεται ενώ η ζωή μας είναι πολλές φορές υποδουλωμένη και απεμπολημένη στον συμβιβασμό της αμαρτίας με πολύ φτηνά και πρόσκαιρα ανταλλάγματα.
Με γυμνούς που κάνουμε πως δεν υπάρχουν, ενώ η ψυχή μας στέκεται απογυμνωμένη από τις αρετές του πνεύματος. Με ξένους θα ταυτιστεί , τους οποίους με καχυποψία αντιμετωπίζουμε, ενώ εμείς οι ίδιοι είμαστε ξένοι και παρεπίδημοι σ'αυτή τη γη.
Με αρρώστους ακόμα ταυτίζεται και πεφορτισμένους, ενώ εμείς πολλές φορές ξεχνάμε την δική μας φθαρτότητα και πως αύριο ίσως είμαστε στην οδυνηρή τους θέση. Με όλα αυτά ο Χριστός δεν μας φορτώνει την κακοτυχία και την δυστυχία του κόσμου αλλά ξεκάθαρα μας λέει πως άμα θέλουμε να τον συναντήσουμε και να τον βρούμε φτάνει να στραφούμε προς τον αδελφό μας που πάσχει και θα τον δούμε.
Γιατί κατά το γεροντικό εκείνο: "είδες τον αδελφό σου;είδες τον θεό σου".

Θα κλείσουμε με μία παραβολική ιστορία , όχι από τη δική μας παράδοση αλλά από έναν διανοητή, τον Ρ. Φολλερώ. Και αυτό γιατί ίσως πολλοί από μας ακόμα πιστεύουν πώς μόνο η καθαρότητα του βίου και η εντιμότητα της ηθικής είναι αρκετή για να τους σώσουν: " Ένας άνθρωπος στέκεται εμπρός στο κριτήριο του Θεού. Κοίτα Θεέ μου, λέει, τα χέρια μου είναι καθαρά. Ασφαλώς, του απαντά ο καλός Θεός, αλλά δυστυχώς είναι ά δ ε ι α " .

Αδελφοί μου καλό πνευματικό αγώνα εύχομαι με έργα αληθινης αγάπης.

 πηγή

Κυριακή των Απόκρεω Εκκλησία της Κύπρου


«τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη»
Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, της Απόκρεω, όπως ονομάζεται και η Εκκλησία ξεδιπλώνει το γεγονός της μέλλουσας κρίσης. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας προσφέρει τα απαραίτητα ερεθίσματα για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι κανένας εφησυχασμός δεν χωρεί στη ζωή του, αλλά αντίθετα επιβάλλεται εγρήγορση και αγώνας. Αποκαλύπτει εξάλλου ότι  στην προσφορά της αγάπης του Χριστού καθορίζεται η ποιότητα της ζωής και η κατάσταση που μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος, είτε ως παράδεισο είτε ως κόλαση, ανάλογα με τη στάση που διαμορφώνει και ακολουθεί.
Με την αποφυγή από την κρεοφαγία, η Κυριακή της Απόκρεω μάς παρακινεί ταυτόχρονα να εγκαταλείψουμε τα ψυχοκτόνα πάθη που εμφωλεύουν μέσα μας για να εισέλθουμε στο χώρο της αγάπης του Χριστού μέσα στο γόνιμο έδαφος του οποίου καρποφορεί η αληθινή ελευθερία που τόσο εναγωνίως ψάχνει στη ζωή του ο άνθρωπος.
Η αγάπη ως δικαιοσύνη
Στο Σύμβολο της Πίστεως εμφανίζεται ο Χριστός ως ο δίκαιος κριτής: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς…». Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο Κύριος δεν περιορίζεται στην απόδοση της γνωστής εκείνης δικαιοσύνης, όπως την εννοούν οι άνθρωποι και η οποία σε αρκετές περιπτώσει εμφανίζει συμπτώματα χρεοκοπίας και ελλειμμάτων. Η δικαιοσύνη του Χριστού, αντίθετα, θεμελιώνεται στην φανέρωση της αγάπης Του που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό και μεταξύ τους. Έτσι, η άρνηση του ανθρώπου να αποδεχθεί την προσφερόμενη σ’ αυτόν αγάπη του Θεού και κατ’ επέκταση να κινηθεί αγαπητικά και προς τον συνάνθρωπό του, συνιστά την αυτοκατάκριση και την αυτοτιμωρία του. «Αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι το φως ελήλυθεν και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως». Όταν λοιπόν ο άνθρωπος δεν πλησιάζει αυτό το φως ως το αγαθό που εκπέμπει η θεϊκή αγάπη, τότε βυθίζεται στα σκοτάδια της αμαρτίας, τα οποία στην καθημερινή ζωή ερμηνεύονται σε πάθη, εγωισμούς, αδικίες, κακίες κ.α. Επιλέγει ο ίδιος ουσιαστικά να εγκαταλείπει ασπλάχνως τον εαυτό του στο σκοτάδι της κόλασης.
Το κριτήριο της αγάπης
Η αγάπη του Χριστού που προσφέρεται απεριόριστα στον άνθρωπο, φανερώνει το μεγαλείο του και ειδικότερα το εστιάζει στην κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του. Αποκαλύπτει τη συγγένειά μας με το Πρόσωπό Του. Γι’ αυτό άλλωστε στην περικοπή της ημέρας ταυτίζει τον Εαυτό Του «ενί των αδελφών Του των ελαχίστων». Όταν ο Χριστός λοιπόν επιβραβεύει αυτούς που του έδωσαν να φάει, να πιει, να ενδυθεί δεν περιορίζεται σε κάποια απλά ανθρωπιστικά στοιχεία που ασφυκτιούν σε μια στείρα ηθικολογία και συναισθηματολογία, αλλά φανερώνει την υπέρτατη αλήθεια της σωτηρίας μας που είναι ο παράδεισος. Δίνει τη διάσταση του μεγαλείου μιας αλληλοπεριχώρησης και κοινωνίας προσώπων που σφυρηλατεί το μυστήριο της ζωής του Θεού στους ανθρώπους. Η άλλη όψη αποκαλύπτεται στο πρόσωπο εκείνων που αρνούνται την αγάπη του Θεού. «Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν…». Κατ’ αναλογία, η άρνηση εδώ της αγάπης δεν συνιστά μια απλή απόρριψη, αλλά οντολογική απομάκρυνση από την ίδια τη ζωή που είναι ο Χριστός. Έτσι, η άρνηση της αγάπης του Θεού μεταβάλλει τη διακονία, την προσφορά και την θυσία σε φιλαυτία, εγωισμό, αυτάρκεια, ατομικισμό κ.α. Πρόκειται τελικά και στην μια και στην άλλη περίπτωση για επιλογή του ιδίου του ανθρώπου αν θα εισέλθει στην τροχιά της ζωής ή του θανάτου, του παραδείσου ή της κόλασης και όχι βέβαια για καταδίκη του από τον Θεό.
Αγαπητοί αδελφοί, η σημερινή περικοπή δεν ενσπείρει φόβο και πανικό στον άνθρωπο, αλλά συνιστά την πιο ισχυρή πρόσκληση γι’ αυτόν ν’ αφήσει ελεύθερη την καρδιά του για να εισέλθει η Χάρη του Θεού ως καρπός της αυθεντικής αγάπης, για να πλημμυρίσει όλη την ύπαρξή του. Τότε θα είναι σε θέση να βλέπει στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου του τον ίδιο τον Χριστό και να έχει «καλήν απολογίαν επί του φοβερού βήματός Του».
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.
Πηγή: Εκκλησία της Κύπρου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΚΡΕΩ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ


     Ο Απόστολος Παύλος καθ΄ όλη τη διάρκεια του αποστολικού του έργου δεν φοβήθηκε ποτέ και από κανένα. Ούτε τα θηρία της φύσεως, ούτε τα θρονιασμένα θηρία της εξουσίας, ούτε τα στοιχεία της φύσεως, ούτε τις επιθέσεις των ψευδαδέλφων. Λεονταρίσια ψυχή προχωρούσε μπροστά «κατά σκοπόν διώκων επί το βραβείον της άνω κλήσεως». Τίποτε δε φοβήθηκε, γιατί είχε στο νου του τα λόγια του Κυρίου. «Μη φοβού αλλά λάλει και μη σιωπήσεις, διότι εγώ ειμέ μετάσου» (πραξ. 18, 9 -10). Και όμως αυτός ο ατρόμητος Παύλος φοβόταν το σκάνδαλο.
 Ήθελε πάντα να οικοδομεί, και φοβόταν μήπως κάποια πράξη ή ενέργειά του γίνει αιτία και δώσει αφορμή πνευματικής ζημιάς στους άλλους. Φοβόταν μήπως σκανδαλίσει.
     Η λέξη σκάνδαλο σημαίνει κυριολεκτικά το εμπόδιο, την πέτρα που είναι ριγμένη στη μέση του δρόμου και πάνω σ΄ αυτήν σκοντάφουν και τσακίζονται ανύποπτοι διαβάτες. Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα παρουσιάζει ο Παύλος επανειλημμένα τον κίνδυνο του σκανδαλισμού. Φτάνει στο σημείο να θυσιάζει «γνώσιν» και «εξουσίαν», για να αποφύγει το σκάνδαλο. Αυτός που σκανδαλίζει είναι σαν να μαστιγώνει έναν άρρωστο, που βρίσκεται κατάκοιτος στο κρεββάτι. Στοργή και περιποίηση, τρυφερότητα και αγάπη θέλει ο άρρωστος, όχι αγριότητα, επίπληξη και μαστίγωμα. Ασθενή συνείδηση έχουν ορισμένοι απλοϊκοί αδελφοί μας. Αυτός που δεν τους υπολογίζει και κάνει ενέργειες που επιτρέπουν να σκανδαλίζουν τους απλοϊκούς, αυτός είναι σαν να κρατά ένα μαστίγιο και να μαστιγώνει τη συνείδηση των αδελφών του. Παρουσιάζοντας ο απ. Παύλος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα το θέμα του σκανδαλισμού, αναφέρεται πρώτα – πρώτα στους σκανδαλιζομένους. Ποίοι σκανδαλίζονται; Οι ασθενείς. Ποίοι ασθενείς; Οι ασθενείς τη πίστει. Είναι οι Χριστιανοί που δεν εδραιώθηκαν στην πίστη. Οι Χριστιανοί που δεν έχουν ξεκαθαρίσει μέσα τους τα πράγματα και δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τα δευτερεύοντα από τα πρωτεύοντα. Οι Χριστιανοί που παρασύρονται εύκολα. Οι Χριστιανοί που δεν γνωρίζουν το γνήσιο πνεύμα του Ευαγγελίου. Είναι οι ευσκανδάλιστοι Χριστιανοί. Αυτοί οι Χριστιανοί μοιάζουν με ετοιμόρροπα σπίτια, που αν δεν προλάβουν να βάλουν υποστυλώματα, θα σωριαστούν ερείπια. Μοιάζουν με χωλούς ανθρώπους, που, αν δεν κρατήσουν μπαστούνι ή δεκανίκι κινδυνεύουν να πέσουν. Πρόκειται για ασταθείς ανθρώπους, που τρικλίζουν στην πίστη. Λένε ότι πιστεύουν, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που πιστεύουν δεν είναι η ορθή πίστη, η σώζουσα πίστη. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν πολλή προσοχή και αγάπη, όπως ο άρρωστος. Ο ευσκανδάλιστος Χριστιανός έχει ανάγκη από ειδική αγωγή και από πολλή αγάπη. Στην εποχή του Παύλου ευσκανδάλιστοι Χριστιανοί με νοσηρές αντιλήψεις και στους Ιουδαϊζοντες, δηλ. αυτί που πριν γίνουν Χριστιανοί ήσαν Ιουδαίοι, πίστευαν στην Ιουδαϊκή θρησκεία και στους Εθνικούς. Δηλαδή αυτούς που πριν γίνουν Χριστιανοί ήσαν ειδωλολάτρες. Οι Ιουδαϊζοντες έδιναν σωτηριώδη σημασία στην περιτομή και επέμεναν να περιτέμνονται πρώτα όσοι γίνονται Χριστιανοί. Για τους Ιουδαϊζοντες η ακροβιστία, δηλαδή η μη περιτομή, ήταν σκάνδαλο. Οι εξ εθνών Χριστιανοί, αυτοί που είχαν ασθενή πίστη, έδιναν μολυσματική σημασία στην ειδωλόθυτα, στο αν τρώνε δηλαδή οι Χριστιανοί κρέατα, που είχαν προσφερθεί θυσία σε ειδωλολατρικούς βωμούς. Τρομερό γι΄ αυτούς σκάνδαλο το «ειδωλόθυτα εσθίειν». Για τον Παύλο το σωστό ήταν «Βρώμα ημάς ου παρίστησι τω Θεώ. ούτε γαρ εάν φάγωμεν περισσεύομεν, ούτε εάν μη φάγωμεν υστερούμεθα». Για τον Παύλο ήταν απλή η αλήθεια: Τα ειδωλόθυτα είναι ψεύτικα. Η θυσία κρεάτων σε ψεύτικους θεούς δεν μολύνει τα θυσιαζόμενα κρέατα. Ο άνθρωπος που προσφέρει θυσίες στα είδωλα μολύνεται, γιατί έχει σχέση με «τράπεζαν δαιμονίαν» (Α΄ Κορ. 10.21). Τα κρέατα δεν μολύνονται. Και επομένως ένας Χριστιανός ένας Χριστιανός έχει δικαίωμα να τρώει και από τα κρέατα αυτά. Έχει βέβαια και την δυνατότητα να μην τρώει.
     Η σωστή θέση για την περιτομή: «εν γάρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τις ισχύει, ούτε ακροβιστία, αλλά καινή κτίσις» (Γαλ.6, 15). Και στην εποχή μας υπάρχουν ορισμένα πράγματα που αποτελούν σκάνδαλα, αλλά που δεν είναι σκάνδαλα, αλλά γίνονται ή πεπρούνται σκάνδαλα και άλλα που θεωρούνται σκάνδαλα, και όχι μόνον δεν είναι σκάνδαλα, αλλά αντιθέτως είναι επαινετές και επιβαλλόμενες ενέργειες. Υπάρχουν πράγματα που αποτελούν σκάνδαλα και άνθρωποι που αληθινά σκανδαλίζουν. Είναι εκείνοι που προβαίνουν σε δημόσιες ενέργειες, που σαφώς αντιτίθενται στο θέλημα του Θεού και προκαλούν. Μια κακή ενέργεια όταν γίνεται κρυφά και μυστικά αποτελεί αμαρτία και σε περίπτωση αμετανοησίας οδηγεί στην κόλαση. Η ίδια ενέργεια που γίνεται δημόσια και πλήττει τα οπτικοακουστικά νεύρα άλλων ανθρώπων. την βλέπουν δηλαδή και την ακούνε και άλλοι, τότε παύει να είναι απλώς αμαρτία, γίνεται σκάνδαλο και υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθούν πολλές φορές στην απώλεια. Στην περίπτωση δηλαδή του σκανδάλου η πράξη προκαλεί το δημόσιο αίσθημα και κλονίζει αστήρικτες ψυχές. Τέτοια σκάνδαλα πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν στην κοινωνία. Και πρέπει οι πιστοί να εθιστούν στο να μη σκανδαλίζονται.  Η πίστη και η ζωή τους εξαρτώνται από το Αίμα και από τη Χάρη του Χριστού. Οπωσδήποτε όμως η ευθύνη εκείνων που προκαλούν τα σκάνδαλα είναι τρομερή και η τιμωρία τους φρικτή. «Ουαί τω κόσμω από των σκανδάλων. ανάγκη γαρ εστίν ελθείν τα σκάνδαλα. Πλην ουαί τω ανθρώπω εκείνω, δι΄ ου το σκάνδαλον έρχεται» (Ματθ. 18, 7). Η εποχή μας είναι γεμάτη από τέτοια σκάνδαλα. Η απρόσεκτη και ασυνεπής ζωή αξιωματούχων της πολιτείας, και μάλιστα της Εκκλησίας, η κοινωνική αδικία και απάτη, η δημοσίευση αισχρών φωτογραφιών και εικόνων, η προκλητική εμφάνιση το γυμνισμού, είναι από σκάνδαλα της εποχής μας, που συγκεντρώνουν τους προβολείς των μέσων μαζικής ενημέρωσης και διατυμπανίζονται στη διαπασών. Η ζημία που γίνεται από τα σκάνδαλα είναι αφάνταστη. Ιδιαίτερα στην εύπλαστη παιδική ψυχή, στην ευερέθιστη εφηβική και στην ευσκανδάλιστη νεανική ψυχή. Γι΄ αυτό ο Κύριος είπε εκείνον τον τρομερό λόγο. «ος δ΄ αν σκανδαλίσει ένα των μικρών τούτων των πιστευόντων εις εμέ, συμφέρει αυτώ ίνα κρεμασθή, μύλος ανικός επί τον τράχηλον αυτού να καταποντισθή εν τω πελάγει της θαλάσσης» (Ματθ. 18, 6). Μία άλλη κατηγορία ενεργειών και πράξεων είναι εκείνες που είναι ηθικά αδιάφορες, πράξεις καθαρά τυπικές και απτές, που όμως είναι δυνατόν να τις παρερμηνεύσουν και να σκανδαλίσουν σε «ασθενείς» την συνείδησιν και οι μικρόνοες. Τέτοια ενέργεια στην εποχή του Παύλου ήταν η βρώση ειδωλοθύτων όπου φαίνεται από το λόγο του «βρώμα ημάς ου παρίστησι τω Θεώ. ούτε γαρ εάν φάγωμεν περισσεύομεν ούτε εάν μη φάγωμεν υστερούμεθα». Φυσικά με τα λόγια αυτά ο Παύλος δεν αμφισβητεί την αξίαν της νηστείας που είναι θεόσδοτος  θεσμός. Δεν κατηγορεί τη νηστεία ο Παύλος αλλά καταργεί τη διάκριση των τροφών σε μολυσμένες και μη για λόγους θρησκευτικούς. Για λόγους υγιεινής οι τροφές διακρίνονται σε μολυσμένες και μη. Για λόγους όμως θρησκευτικούς δεν υπάρχει διάκριση τροφών. Αν έχει όμως κάποιος το δικαίωμα να γεύεται οποιαδήποτε τροφή που σωματικά έχει ανάγκη, εξ ίσου έχει και την υποχρέωση ν απέχει από ορισμένες τροφές και να νηστεύει γα λόγους θρησκευτικής άσκησης και υπακοής στο θέλημα του Θεού.
     Στις περιπτώσεις σκανδαλισμού κριτήριο είναι ο «αδελφός» με τη σημασία της πνευματικής συγγένειας. Ο άλλος είναι αδελφός μας. Για να δείξει ο Παύλος πόσο πρέπει να προσέχουμε να μη τον σκανδαλίζουμε, παρουσιάζει την αξία που έχει ένας αδελφός εν Χριστώ, ένας άνθρωπος. Γι΄ αυτόν τον αδελφό απέθανεν ο Χριστός. Πως σκανδαλίζεις μια ψυχή για την οποία ο Χριστός σταυρώθηκε;
     Αγαπητοί αδελφοί: Η θυσία του Χριστού για μια ψυχή ας είναι πάντα μπροστά μας. Αν εκείνος θυσίασε τη ζωή του για τη σωτηρία μιας ψυχής, τί είναι για μας να θυσιάσουμε ένα δικαίωμά μας για μία ψυχή ευσκανδάλιστη;
     Στόχος μας η ωφέλεια των άλλων. Να λάμπει έτσι το παράδειγμά μας στους άλλους, ώστε να δοξάζεται πάντοτε το όνομα του Θεού.
π. Ι.Μ.

Ἡ παραβολή τῆς μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46) Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Γιαννακόπουλου


Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)



 



«Ὃταν» κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν «ἔλθῃ ὁ υἱός τοῡ ἀνθρώπου» ὁ Χριστός «ἐν τῆ δόξῃ αὐτοῦ καί πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ’αὐτοῦ, τότε θα καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ συναχθήσεται » θά συγκεντρωθοῦν «ἒμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἒθνη » ὃλοι οἱ ἄνθρωποι. Τότε «ἀφοριεῖ αὐτούς ἀπ’ ἀλλήλων » θά χωρίσῃ τούς καλούς ἀπό τούς κακούς «ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐριφίων» ὃπως ὁ τσοπάνης χωρίζει τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια «καί στήσει» θά τοποθετήσῃ τιμητικῶς «τά μέν ποόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια» τά κατσίκια «ἔξ εὐωνύμων» εἰς τά ἀριστερά Του. «Τότε ἐρεῖ» θά εἲπῃ «ὁ βασιλεύς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ» εἰς τά ἐκ δεξιῶν πρόβατα Του «δεῦτε» ἐμπρός «οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμενην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» τήν πρός χάριν σας ἕτοιμην βασιλικήν χαράν, ἀφ’ὅτου ὑπάρχει ὁ κόσμος. Σᾶς περιμένει! « Ἐπείνασα γάρ» διότι ἐπείνασα «καί ἐδώκατε μοί φαγεῖν» μοῦ ἐδώκατε καί ἔφαγα, «ἐδίψησα και ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί συνηγάγετέ με» μέ ἐφιλοξενήσατε, «γυμνός και περιεβάλετέ με» μέ ἐνεδύσατε, «ἠσθένησα καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῆ ἤμην καί ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῶ οἱ δίκαιοι» θά ἀποκριθοῦν εἰς Αὐτόν οἱ δίκαιοι «λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα καί ἐθρέψαμεν ἢ διψῶντα καί ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σέ εἲδομεν ξένον καί συνηγάγομεν» σέ ἐφιλοξενήσαμεν «ἢ γυμνόν καί περιεβάλομεν» σέ ἐνεδύσαμεν; «Πότε δέ σέ εἲδομεν ἀσθενῆ και ἐν φυλακῆ καί ἢλθομεν πρός σε; καί ἀποκριθείς ὁ βασιλεύς ἐρεῖ αὐτοῖς» θά εἴπῃ εἰς αὐτούς». «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἐφ’ ὃσον ἐποιήαατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων» ὃτι ἐκάματε εἰς τούς μικρούς αὐτούς ἀδελφούς «ἐμοί ἐποιήσατε» εἰς ἐμέ τό ἐκάματε.

«Τότε ἐρεῖ καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων» τότε ὁ Κύριος θά εἲπῃ καί εἰς τούς ἐξ ἀριστερῶν «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ καταραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῶ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Ὅπως ἡ χαρά τοῦ παραδείσου περιμένει τούς δικαίους κατά παρόμοιον τρόπον ἡ θλῖψις τῆς κολάσεως περιμένει τόν Διάβολον καί τούς ἀγγέλους του, ὃσοι τόν ὑπηρέτησαν. «Ἐπείνασα γάρ καί οὔχ ἔδωκατέ μοί φαγεῖν, ἐδίψησα και οὔκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός καί οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενής και ἐν φυλακῆ και οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται και αὐτοί λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνόν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῆ και οὐ διηκονήσαμέν σοι ;» δέν σέ ὑπηρετήσαμεν; «Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων∙ ἀμήν λέγων ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἔφ' ὃσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων» ὃ,τι δέν ἐκάματε εἰς τούς μικρούς «οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε». Καί «ἀπελεύσονται» καί θά ἀπέλθωσιν «οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, oἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ἀνάλυσις τῆς παραβολῆς. Ἐδῶ δεν ἒχομεν παραβολήν ὃπως προηγουμένως, ἀλλά εἰκόνα τῆς «μελλούσης Κρίσεως». Ὁ Χριστός ὀνομάζεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, διότι, ὃ,τι εἶπε καί ἔπαθε, τό εἶπε καί τό ἒπαθε δι’ ὃλους τούς ἀνθρώπους καί ὃ,τι λέγομεν καί πράττομεν καί ἡμεῖς καλόν ἤ κακόν εἰς τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τό λέγομεν καί πράττομεν διά τόν Χριστόν. Ὁ χωρισμός τῶν προβάτων ἀπό τῶν ἐριφίων ὑπό τοῦ Χριστοῦ σημαίνει τήν ἐκεῖ εὐκολίαν τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἀχωρίστων ἐδῶ καλῶν καί κακῶν ἀνθρώπων.. Μεθ’ ὃσης δηλαδή εὐκολίας χωρίζει ὁ τσοπάνης τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια, μετά τῆς αὐτῆς εὐκολίας θά χωρίσῃ ὁ Θεός καλούς καί κακούς. Πρός ἐρίφια παρομοιάζονται οἱ κακοί ἄνθρωποι, διότι οὗτοι εἶναι ἄγονοι καί ἄγριοι ὃπως τά κατσίκια. Πρός πρόβατα παρομοιάζονται οἱ εὐσεβεῖς, διότι οὗτοι εἶναι ἀθῶοι, πρᾶοι καί γόνιμοι, ὃπως τά πρόβατα. Ἡ ἐκ δεξιῶν θέσις εἶναι τιμῆς ἕνεκεν. Ἡ ἐξ ἀριστερῶν θέσις ἀτιμίας δεῖγμα. Οἱ δίκαιοι ὀνομάζονται εὐλογημένοι τοῦ Πατρός, ἐνῶ οἱ ἄδικοι κατηραμένοι ἄνευ τῆς προσθήκης τοῡ Πατρός, διότι οἱ δίκαιοι σώζονται διά τῆς θείας χάριτος, δι’ἧς εἰργάσθησαν ἐδῶ τήν ἀρετήν καί ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τήν ἀμοιβήν, οἱ δέ ἄδικοι τιμωροῦνται ἐξ ἰδίων των ἔργων. Ἑπομένως αἰτία τῆς σωτηρίας μας ἡ θεία χάρις, τῆς δέ ἀπώλειάς μας τά κακά μας ἒργα.

Ἡ ὡς ἀμοιβή διδομένη «βασιλεία» ἤτοι ἡ βασιλική δόξα χαρακτηρίζεται ὃτι εἶναι ἡτοιμασμένη ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἳνα τονισθῆ τό μέγα ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ ὑπέρ ἡμῶν. Ἔργα ἐλεημοσύνης φέρονται, ὃτι θά ἀμειφθῶσιν ἐκεῖ ὂχι διότι ἀποκλείει την ἀμοιβήν τῶν ἄλλων ἀρετῶν, ἀλλά διότι εἰς τά ἒργα τῆς ἐλεημοσύνης ἐκδηλοῦται περισσότερον ἡ ἀγάπη. Οἱ δίκαιοι ἐρωτοῦν πότε εἶδαν τόν Χριστόν πεινῶντα, διψῶντα καί ἒδωκαν εἰς Αὐτόν,τροφήν καί ὓδωρ ὂχι διότι ἀγνοοῦν τήν ἀμοιβήν, ἀλλά θαυμάζουν τήν γενναιοδωρίαν τοῦ Δεσπότου Θεοῦ καί ἀγνοοῦν ὃτι ἔκαμον καλόν, διότι κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου, δέν ἐγνώριζεν ἡ δεξιά των τί ἐποίει ἡ ἀριστερά των. Δέν γνωρίζουν καί οἱ κακοί τάς κακάς των πράξεις καί ποίας συνεπείας ἔχουσιν αὗται, διότι εἶναι τυφλωμένοι. Ἑπομένως οἱ μέν καλοί ἀγνοοῦν τάς καλάς πράξεις ἀπό ταπείνωσιν, οἱ δέ κακοί ἀγνοοῦν τάς κακάς πράξεις ἀπό τύφλωσιν. Ὁποία διαφορά !

Ἐνταῦθα δέν κατηγοροῦνται κακαί πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἀλλά καλαί αἱ ὁποῖαι δέν ἔγιναν. Πόσον αὐστηρόν καί δίκαιον τό δικαστήριον ἐκεῖνο ! Δέν ἐζήτησεν ὁ Θεός ἐργασίαν μεγάλων ἐλεημοσύνων, ἀλλά τῶν ἀναγκαίων, τῶν δυνατῶν καί τῶν ἐλαχίστων. Ἀναγκαῖα εἶναι ἄρτος, φιλοξενία, ἔνδυσις τοῦ γυμνοῦ. Οὒτε πολυτέλειαν τραπεζῶν ἀπῃτησεν, ἳνα δώσωμεν ὡς ἐλεημοσύνην οὒτε πληθώραν ἐνδυμάτων. Δέν ἐζήτησε νά θεραπεύσωμεν τούς ἀσθενεῖς καί ἀποφυλακίσωμεν τούς φυλακισμένους, ἀλλά τό δυνατόν εἰς ἡμᾶς ἤτοι ἐπίσκεψιν αὐτῶν. Καί τό ἐλάχιστον ὕδωρ εἶναι ἀξιόμισθον ὑπό τοῦ Κυρίου. Ἡ σιωπή τῶν ἀδίκων ἔπειτα ἀπό τήν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου σημαίνει, ὃτι τότε πᾶν στόμα θά φραγῆ. Ὁ Χριστός θά ἀπευθυνθῆ καί θά ἐρωτήσῃ πρῶτον τούς δικαίους, ἳνα ἀκούσωσιν οἱ ἁμαρτωλοί τήν ἀρετήν αὐτῶν καί οὕτω ἐλεγχθῶσιν. Εἰς τήν τιμωρίαν ὃμως θά προηγηθοῦν οἱ κακοί πορευόμενοι εἰς κόλασιν αἰώνιον καί θά ἀκολουθήσουν οἱ ἀγαθοί πορευόμενοι εἰς ζωήν αἰώνιον, ἳνα μή ἲδωσιν oἱ ἄδικοι τήν δόξαν τῶν δικαίων ἐκ τοῡ πλησίον, ἀλλά μόνον ἐκ τοῦ μακράν ἐν Ἅδῃ, οἱ δέ δίκαιοι ἲδωσι τήν καταδίκην τῶν ἀδίκων ἀπερχομένων εἰς τήν τιμωρίαν.



Θέμα: Ὕπαρξις καί εἶδος Μελλούσης Κρίσεως.

Ἡ παροῦσα εὐαγγελική διήγησις μᾶς εἶπεν, ὃτι θά ἔλθῃ στιγμή κατά τήν ὁποίαν θά χαλάσῃ αὐτός ὁ κόσμος και ὃλα τοῦ κόσμου τά μεγαλεῖα καί αἱ συμφοραί. Ἕνα μεγαλεῖον καί μιά συμφορά θά μείνουν εἰς τήν θέσιν των μέ δικαιώματα αἰωνίου ὑπάρξεως. Ποῖα εἶναι αὐτά; Ἡ ἀρετή καί ἡ κακία. Πλοῦτος ὑλικός, ἐπιδόσεις ἐπιστημονικαί, φλέβαι καλλιτεχνικαί ὡς γνώσεις ἐπί μέρους, ὃπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θά καταργηθοῦν, διότι θά ἒλθῃ τό τέλειον. Πόσοι μᾶς χωλαίνομεν τόσον στήν πίστιν τῆς ὑπάρξεως μελλούσης ζωῆς, ὃσον καί εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας μεταξύ τῶν πολλῶν ἀξιῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν! Ἄλλοι δηλαδή ἄνθρωποι ἀπιστοῦν, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα ζωή μέ διάφορες δικαιολογίες (ἤ ὃτι δέν εἶδον καί δέν πιστεύουν, ἤ ἀπό τάς ἀδικίας τοῦ κόσμου τούτου ἒρχοντα, καί εἰς αὐτήν τήν ἀνυπαρξίαν τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ βίος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἀντίκειται πρός τάς τοιαύτας πεποιθήσεις κ.λ.π.) Ἄλλοι δέ πιστεύοντες εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς σφάλλουσιν εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας, θαυμάζοντες τάς ἐπιστημονικάς κορυφάς, τίς καλλιτεχνικές φλέβες, τόν ὑλικόν πλοῦτον ἤτοι ἀποθεώνουν τήν ἀξίαν τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης καί τοῦ ἐπιγείου πλούτου, ἀδιαφοροῦσι δέ εἷς τήν ἀξίαν τοῦ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου. Ἡ περικοπή αὐτή τοῦ εὐαγγελίου θέτει καί. τά δύο αὐτά πράγματα εἷς τήν θέσιν των. Ἄς τά μελετήσωμεν.

Α'. Ὓπαρξις μελλούσης Κρίσεως. «Φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Ἰδού τό ἔμβλημα πολλῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου! Ἡ μέλλουσα ζωή εἶναι δι’ αὐτούς παραμύθι τῶν παπάδων καί ἀρχόντων πρός ἀργυρολογίαν αὐτῶν ἤ συγκράτησιν τοῦ λαοῦ ἀπό τό κακόν. Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος, λέγουν ἄλλοι. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ἀνωτέρα μορφή τοῦ ζώου, δευτέρα ἔκδοσις τοῦ πιθήκου ἐπηυξημένη καί βελτιωμένη, ἰσχυρίζονται οἱ ὑλισταί. Ὅπως τό ζῶον ἒτσι καί ὁ ἄνθρωπος μετά τόν θάνατον ἐπανέρχεται εἰς ἀνυπαρξίαν.

Ἄς μελετήσωμεν τόν ἄνθρωπον φιλοσοφικῶς, ἳνα ἲδωμεν, ἄν αὐτά εὐσταθοῦν. Κατά τήν μελέτην μας δέν θά πάρωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως τί πιστεύουν 5 ἤ 10 ἄνθρωποι, θά λάβωμεν κάτι τό ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς ὃλους τούς ἀνθρώπους ὃλων τῶν ἐποχῶν, ὃλων τῶν τόπων ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς προελεύσεως, φύλου, ἡλικίας κ.λ.π. κάτι δηλαδή τό πανανθρώπινον. Ποῖον εἶναι τοῦτο; Ἰδού. Οὐδείς ἄνθρωπος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νά μην ἐδοκίμασεν ἒστω καί μίαν φοράν εἰς τήν ζωήν του τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως διά κακήν διαγωγήν τοῦ ἄλλου. Εἰς ὃλους μας δηλαδή κάποτε θά ἐδόθη ἡ περίστασις, ἤ ἀφορμή νά αἰσθανθῶμεν ἀγανάκτησιν διά κάποιαν, κατά τήν ἀντίληψιν μας ἀδικίαν. Τό φαινόμενον τοῦτο τῆς ἀγανακτήσεως ἀναλυόμενον τί σημαίνει; Σημαίνει, ὃτι μέσα σέ κάθε ἄνθρωπον ζοῦν δύο κόσμοι. Ὁ μέν εἱς λέγει. Ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται, ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Παρ’ὃλην ὅμως τήν ἐσωτερικήν αὐτήν φωνήν παρατηροῦμεν εἰς τήν ζωήν τό ἀντίθετον ἤτοι ὁ κακός νά περνᾶ πολλές φορές καλά, νά ἔχῃ δηλαδή ἐξωτερικάς τιμᾶς καί ἀπολαύσεις, ὁ δέ δίκαιος νά ὑποφέρῃ σηκώνων τόν σταυρόν του μέχρι τοῦ Γολγοθᾶ, ὃπως καί ὁ Ἰησοῦς. Οἱ δύο κόσμοι ἐσωτερικός καί ἐξωτερικός ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν. Ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν δύο αὐτῶν κόσμων, τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, γεννᾶται τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως.

Διά νά ἠρεμήσῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκ τῆς συγκρούσεως τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως καί τῆς ἐξωτερικῆς ἀδικίας πρέπει ἕνα ἐκ τῶν τριῶν νά συμβῆ. 1)Ἢ νά μήν ὑπάρχῃ εἰς τον κόσμον ἡ ἀδικία ἤ 2) ἐάν ὑπάρχῃ, νά λείψῃ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός μας ἀόρατος κόσμος τῆς δικαιοσύνης καί 3) ἐφ’ ὃσον ὑπάρχουν καί τά δύο αὐτά, πρός λύσιν τῆς τραγικῆς συγκρούσεως τούτων, πρέπει νά παραδεχθῶμεν την μέλλουσαν ζωήν, ὃπου τά πράγματα θά εὓρουν τήν θέσιν των. Εἶναι ὃμως δυνατόν νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός κόσμος τῆς δικαιοσύνης, νά μήν ὑπάρχη ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως ; Ἀπαντῶ : Ὄχι καί ἰδού διατί. Τόσον βαθειά εἶναι ριζωμένος ὁ κόσμος αὐτός, ἡ φωνή αὐτή μέσα μας, ὥστε τόσαι ἀδικίαι τόσων αἰώνων, τόσων μεγάλων καί τρανῶν ἀνθρώπων δέν ἴσχυσαν νά πνίξουν τήν πανανθρωπίνην αὐτήν φωνήν τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τήν φωνήν τῆς συνειδήσεως, ἀλλά ἐξακολουθοῦμεν νά ἐπιμένωμεν, ὃτι ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται καί ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἐξωτερική πραγματικότης τῆς ἀδικίας. Πόσοι δίκαιοι δέν ἐκρεμάσθησαν ὃπως ὁ Ἴησοῦς; Πόσοι κακοί δέν καλοπερνοῦν! Τί πρέπει νά γίνῃ διά νά εἴμεθα σύμφωνοι μέ τό βάθος μας, μέ τόν ἑαυτόν μας, μέ τήν λογικήν; Ἰδού! Εἶναι δίκαιον, λογικόν ὁ δίκαιος ὁ ὁποῖος ἠδικήθη ἐδῶ καί ὁ ἄδικος ὁ ὁποῖος δέν ἐτιμωρήθη ἐδῶ, ὃπως καί ὃσον ἔπρεπε, νά εὓρουν ὁ μέν δίκαιος τήν ἀμοιβήν, ὁ δέ ἄδικος τήν τιμωρίαν κάπου ἀλλοῦ ἤτοι εἰς τήν ἄλλην ζωήν. Εἶναι ἄδικον, ἐάν τά πράγματα δέν τεθοῦν εἰς τήν θέσιν των. Ὥστε ἡ μή ὓπαρξης τῆς μελλούσης ζωῆς, ἀμοιβῆς καί τιμωρίας ἤτοι Κολάσεως καί Παραδείσου ἀντίκειται εἰς τήν ἐσωτάτην φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀδικία! Ἑπομένως ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγουσι μερικοί, ὃτι «ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος» διότι ἐδῶ καλοπερνοῦν καί κακοπερνοῦν οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ψευδές. Ἐδῶ ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος εἶναι μπερδεμένα, διότι πολλοί οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἷς τήν κόλασιν εἶναι εἰς τόν παράδεισον καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τόν παράδεισον εἶναι εἰς τήν κόλασιν. Πρέπει νά ξεμπερδευτοῦν. Τοῦτο θά γίνη εἰς τήν ἄλλην ζωήν.

Πλήν τούτου. Σκεφθῆτε σοβαρά, ὃτι ὁ θάνατος εἶναι τό τελικόν τέρμα ὃλων, ὥστε ἄν λάβωμεν μιά ζυγαριά καί θέσωμεν εἰς τόν ἓνα δίσκον ὃλας τάς χαράς τοῦ κόσμου καί εἰς τόν ἄλλον δίσκον τόν θάνατον, ἀσφαλῶς βαρύτερος εἶναι ὁ θάνατος.

Ό Pascal ἔχει ἐπί τοῦ προκειμένου μίαν πολύ σοφήν σκέψιν, τήν ἑξῆς: «Ἄς ὑποθέσωμεν, λέγει, ὃτι ἒλυσα ὃλα τοῦ κόσμου τά προβλήματα, φιλοσοφικά, ἀστρονομικά, μαθηματικά, γεωλογικά, ἱστορικά κ.λ.π. δέν ἔλυσα ὃμως τό πρόβλημα τοῦ θανάτου και τώρα ἀποθνήσκω, θά δυνηθοῦν ἐκεῖνα τά λυθέντα προβλήματα νά θερμάνουν τήν παγωνιά τοῦ ἄλυτου προβλήματος τοῦ βασάνου, κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου μου; Ὄχι ἀσφαλῶς. Kαί ἀντιστρόφως. Οὐδέν ἔλυσα ἐκ τῶν κοσμικῶν καί ἐπιστημονικῶν προβλημάτων, ἔλυσα ὃμως τό τοῦ θανάτου πρόβλημα θετικῶς καί ἐπείσθην, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα μακαριότης καί ἀποθνήσκω, θά δυνηθῆ νά ψυχράνῃ ἡ ἂγνοια τῶν ἀλύτων ἐκείνων προβλημάτων τήν γνῶσιν τοῡ προβλήματος τοῦ θανάτου; Ὄχι. Ἂρα; Πρέπει νά λύσωμεν τό πρόβλημα τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς. Τοῦτο θά λυθῆ, ἂν πιστεύσωμεν εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς. Ὅ,τι θεωρεῖ λοιπόν ἡ λογική ὡς ἀπαραίτητον, τό λέγει ὁ Κύριος ρητῶς, ὡς εἲδομεν εἰς τήν διήγησιν τῆς μελλούσης Κρίσεως. Πολλοί πιστεύουν ὃτι ὑπάρχει, άλλά ἀγνοοῦν εἰς τί θά ἀπολογηθοῦν. Ἲδωμεν.

Β) Ἡ μέλλουσα Κρίσις. Ὥστε ἀπό λογικῆς ἀπόψεως πρέπει νά ὑπάρχῃ μέλλουσα ἀποκατάστασις τῶν ἀδικιῶν τοῦ κόσμου, ἀπό χριστιανικῆς δέ ἀπόψεως ὑπάρχει. Πῶς θά κριθῶμεν τότε ; Κρίσις ὑπάρχει καί ἐδῶ. Καί ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι κρίνομεν. Ἤτοι θέτομεν ἄλλους ἐκ δεξιῶν μας, ἄλλους ἐξ ἀριστερῶν μας. Ὡς βάσις τῆς κρίσεως λαμβάνονται διάφορα χαρίσματα τοῦ κόσμου, ὀμορφιά, φωνή, πλοῦτος, γνώσεις, καλλιτεχνία. Ἢτοι ἐκ δεξιῶν τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν ἤ τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό δυσμένειαν τίθεται ὁ ἐκ φύσεως μή ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν καί ἐξ’ οἰκονομικῆς ἀνεχείας μή εὐπαρουσίαστος κατά τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά δεξιά μας τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά την μορφήν ἢ ἒχων ἐκ φύσεως μελῳδικήν ψαλμῳδίαν καί ἀπαγγελίαν, ἐξ εὐωνύμων ὁ ἠδικημενος εἰς τά τοιαῦτα. Ὑπό θαυμασμόν ἔχομεν τόν μεγάλον ἐπιστήμονα καί καλλιτέχνην, ὑπό περιφρόνησιν δέ τόν μή πεπροικισμένον ὑπό τοιούτων χαρισμάτων. Ὑπό ἐκτιμησίν μας εἰς τά δεξιά μᾶς ὑπάρχουν οἱ θεραπεύοντες τόν ὑλικόν ἤ πνευματικόν ἐγωισμόν μας, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό τήν δυσμένειαν μας οἱ θίγοντες ἡμᾶς ὑλικῶς ἤ ἠθικῶς. Ἰδού πῶς κρίνομεν, πῶς χωρίζομεν ἡμεῖς τά πράγματα.

Δέν θέλω νά περιφρονήσω ὃλας τάς ἀξίας αὐτάς. Ἀρκεταί ἐξ αὐτῶν εἶναι χαρίσματα τοῦ θεοῦ καί εἶναι ἂξια πάσης προσοχῆς. Ἐν τούτοις ὡς βάσις κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν θά ληφθῆ κάτι, τό ὁποῑον δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους καί ὂχι εἰς ὀλίγους. Ἡ ὡραία μορφή καί φωνή, ἡ εὐφυΐα, ὁ πλοῦτος κ.λ.π. εἶναι εἰς μερικούς ἀνθρώπους καί πρόσκαιρα. Ποῖον εἶναι τό κοινόν ἀγαθόν, τό ὁποῖον θά μείνῃ αἰώνιον; Εἶναι ἡ πρός τόν ἄλλον βοήθεια. Αὐτή ἡ ἀξία δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους. Ὅλοι μποροῦμε νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι. Ὅλοι δέν μποροῦμε νά γίνωμεν ἐπιστήμονες, ψάλται κ.τ.λ. . Ἑπομένως κατά τόν μεγάλον ἐκεῖνον χωρισμόν θά κριθῶμεν ἐπί τῆ βάσει ὂχι τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ ἀλλά τῆς ἰδικῆς μας διαθέσεως καί ἐργασίας.Ὄχι δηλαδή ἄν, εἶχες σπίτια καί ἀνάκτορα θά τεθῆς εἰς τά δεξιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἄν ἐφιλοξένησες. Ὄχι ἄν εἶχες ρευστόν χρῆμα, ἄλλα ἄν μέ αὐτό ἐνέδυσες τό ὀρφανόν. Ὄχι ἄν ἦσο ἐλεύθερος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς φυλακισμένους. Ὄχι ἄν ἦσο ὑγιής καί εὔρωστος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς ἀσθενεῖς. Ὄχι ἄν ἐφοροῦσες πολυτελῆ ἐνδύματα, ἄλλα ἄν ἐνέδυες τόν γυμνόν. Ὄχι ἄν εἶχες φίλους καί φίλας, ἄλλα ἄν ἐφιλοξένεις τούς ξένους. Ὄχι ἄν κατήγεσο ἀπό οἰκογένειαν μεγάλην καί τρανήν καί ἐκαυχᾶσο δι’ αὐτήν, ἀλλά ἄν συνεπάθης τήν χήραν καί τό ὀρφανό, oἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ὂχι οἰκογένειαν, ἄλλα οὔτε σύζυγον καί πατέρα.

Γενικῶς δέ οἱ ἄνθρωποι θά χωρισθοῦν ἐκεῖ εἰς ἀνθρώπους καί παληανθρώπους. Πόσον σοφός, δίκαιος, συγκινητικός καί ὠφέλιμος εἶναι ὁ χωρισμός ἐκεῖνος! Ἄς φροντίσωμεν νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι.

Last Judgment (Mat. 25, 31- 46) Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



14 February 1988

In the name of the Father, of the Son and of the Holy Ghost.

Today's parable is so familiar to us that we may well not even notice its message. And it speaks to us of two things.

It reminds us of the fact that a day will come when we will stand face to face with the Living God, and then judgment will come upon us. Not that God waits for us to judge and condemn our evil deeds; but when we will stand before God Who is all beauty, and discover how we have made ugly His image in us, when we will stand before God Who has loved us so much and realise how little love we have given Him – will that not be a judgment?

This happens also in our earthly relations. At times we discover that someone loved us so deeply, so truly, and we took everything that was given us — all the love, all the warmth, all the tenderness, all the care, all the sacrifices, that we accepted the life of the person who was day after day renouncing himself or herself for our sake, without responding, taking for granted that the love that was offered us was our due, our right. And then one day comes when this person dies, and we realise that we have taken, taken ceaselessly, and never given a sign of recognition, never made this person feel that we understood how deeply, truly, generously we were loved.

And then, we are face to face with an ultimate judgment about ourselves: too late, too late!.. O, the person who has loved us has forgiven us all along, and now in eternity this person says before God the words which Christ said as He has been crucified: Father! Forgive! They did not know what they were doing... But how painful the judgment is, our judgment upon ourselves, the sense that we could have made the loving one so happy — and we have not done it.

This is a judgment much more severe than any court of justice, something that will and should hit us day after day more directly at the heart of hearts than any formal condemnation. It is not according to our faithfulness to commandments, it is according to whether we have learned to love that we will be judged.

And today's parable speaks of it so clearly. God does not ask us anything that is beyond human capabilities. Have you felt any compassion on the hungry and the thirsty? Have you felt any compassion on the homeless? When someone was taken a prisoner — have you felt heartbroken for him? Indeed, have you not shrunk away from the shame of being recognised as his friend? Or the fear of being involved together with him — or her — in the same condemnation?.. And so many ways in which compassion, sympathy, love could be expressed.

And what Christ says to us is, in substance, ‘Have you been human at all — or not? Have you been capable of sympathy, of compassion, of solidarity? Have you been brothers and sisters to those who were around you? If you have, you are as it were ready to be filled with new life; but you have not even been human — how can you expect to be made partakers of the Divine nature?’ It is only if we are like a diamond that we can be filled with the light and shine with this light, reflecting it in all directions; but if we are not, how can we reflect anything?

You remember Christ's words that if our eye is blind, everything is darkness around us; if our heart is blind, and deaf, and dead — everything is dead, and silent with the silence of death, and dark with the darkness of absence around us.

But to be truly human, we must learn to be also in communion with the One Who is the Only One Who can communicate to our hearts, and our minds, and our lives true love, the fullness of it, true compassion: Christ, Who has come into the world to save us. And as long as we are separated from Him, we can, on a very low level, be sympathetic, and friendly, and gentle; but we know not yet what it means to love, to love with all our being, with life and death, with everything there is in us, and indeed with more than there is in us: with God's own love abroad in our hearts, God's vision in our eyes, God's sacrificial gift of self in our own selves.

And this is why St. John of the Ladder, Saint John Climacus says, ‘We shall not be judged on whether we performed miracles or whether we attained visions; but we will be judged because we have never cried of our separation from God’. We do not even perceive it truly, because we are so used to the distance there is between Him and us; we do not even realise how far we are, how poor we are.

And from time to time, I think, it is good to be reminded of someone who touched the hem of the robe of Christ, and who never, never could forget what he perceived then. I wish to read to you a few lines from the writings of Starets Silouane. Starets Silouane says that one day God came close, close to him, and he could never forget it. And speaking of himself and of Adam, the father of all mankind, who in paradise knew the sweetness of the love of God, he says:

“Adam pined on earth, and wept bitterly, and the earth was not pleasing to him any more. He was heartsick for God, and this was his cry: My soul wearies for the Lord, and I seek Him in tears. How should I not seek Him? When I was with Him my soul was glad and at rest, and the enemy could not come near me... Where art Thou, O Lord? Where art Thou, my Light? Why hast Thou hidden Thy face from me? Long is it since my soul beheld Thee, and she wearies after Thee and seeks Thee in tears. Where is my Lord? Why is it that my soul sees Him not? What hinders Him from dwelling in me? This hinders Him: Christ-like humility and love for my enemies are not in me. I have lost, like Adam, divine grace, and with Him I call: Be merciful unto me, O Lord! Bestow on me the spirit of humility and love. O love of the Lord! He who has known Thee seeks Thee, tireless, day and night, crying with a loud voice: I pine for Thee, O Lord, and seek Thee in tears. How should I not seek Thee? Thou didst give me to know Thee by the Holy Spirit, and in her knowing of God my soul is drawn to seek Thee in tears”.

Here is a man, like us, a simple Russian peasant who had known the closeness of God and felt an orphan on earth without it.

Let us reflect on this, let us reflect, because each of us, at blessed moments, has known the closeness of God. But how easily we are content with being alone in the cold world like everyone else!.. And we are not called to be like everyone else — we are called to be God's own presence shining through us. So, let that light shine within us that people give glory to our Father Who is in Heaven. Amen.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...