Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2012

Η ορθόδοξη Χριστιανική πίστις και τα διάφορα πιστεύματα Β Χαιρετισμοί π. Στέφανος Αναγνωστοπουλος

Χαίρε στερρόν της πίστεως έρεισμα». 
Με τον χαιρετισμόν αυτόν αδελφοί μου, η Παναγία μας υμνείται σαν το πλέον ασάλευτο στήριγμα της αληθινής χριστιανικής πίστεως διότι εγέννησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον θεμελιωτήν αυτής της πίστεως. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: 
-Πρώτον ότι πρέπει με όλη μας την καρδιά να τιμούμε και να πιστεύουμε ότι η παιδούλα της Ναζαρέτ, η Μαριάμ, που γέννησε τον Χριστόν εκ Πνεύματος Αγίου είναι όντως Θεοτόκος, Θεομήτωρ και Μητροπάρθενος. Και 
-Δεύτερον ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Υιός του Θεού που έγινε Υιός ανθρώπου. 
Όσοι λοιπόν, από τους ευσεβείς χριστιανούς έχουν αυτή τη διπλή ακλόνητη πίστη και αυτήν λατρεύουν και τιμούν είναι ακλόνητοι αφού η βάσις πάνω στην οποίαν στηρίζονται είναι απολύτως σταθερή. Γι’ αυτό και είπαμε «στερρόν το έρεισμα». Και δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο δογματικής και θεολογικής πλάνης γύρω από την πίστη μας. Και είναι αυτοί που θριαμβεύουν στους αγώνες της ζωής αφού ζουν εν Χριστώ και είναι οι μόνοι που μπορούν να ελπίζουν στο έλεος του Αγίου Θεού και στην απόλαυση των μελλόντων αιωνίων αγαθών. 

Τι είναι όμως πίστις; Και μάλιστα, τι είναι ορθόδοξος πίστις και τι απαιτεί από μας; Ένας γενικός όρος της πίστεως εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο όταν μας λέγει «έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων». Ερμηνεύοντας αυτό το χωρίο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέγει περίπου τα εξής: το αληθινό γνώρισμα της ευσεβής πίστεως βρίσκεται στην υπόσχεση του Θεού ή στην αποκάλυψή Του και που δεν είναι ποτέ σύμφωνη με την ανθρώπινη λογική, είναι κάτι που δεν το πιάνει το μυαλό μας. Έτσι, από τη μια μεριά η πίστις μας σπρώχνει στο να ελπίζουμε σε πράγματα που θεωρούνται ανυπόστατα ή απρόσιτα και από την άλλη πλευρά η πίστις μας προς την παντοδυναμία και αγάπη του Θεού δίνει σ’ αυτά ύπαρξη, οντότητα, ζωή, ουσία. Αυτά κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Αυτό σημαίνει ότι η πίστις μας είναι συγκεκριμένη, είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, είναι η ορθή πίστις, είναι η ορθόδοξη πίστις. 

Έτσι, άλλο πράγμα η ορθόδοξος πίστις και άλλο πράγμα τα διάφορα πιστεύματα και που είναι πάρα πολλά. Πίστευμα έχουν οι άθεοι και οι υλισταί, που στη θέση του Θεού έχουν τοποθετήσει την δύναμιν του χρήματος και του πλούτου ή την άνεση των πολλών αγαθών ή τις απολαύσεις πάσης μορφής φιληδονίας ή την δύναμιν της εξουσίας και των όπλων, - πράγμα που το βλέπουμε και σήμερα στις ειδήσεις - και άλλα πολλά. 
Πίστευμα έχει και ο μωαμεθανισμός, αλλά η διδασκαλία του κορανίου, αφενός μεν βασίζεται στο κισμέτ, δηλαδή στο πεπρωμένον – είναι εκείνο που έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» - και αφ’ετέρου και το κυριότερον στην απόρριψη της Θεανθρωπότητος του Ιησού Χριστού και της Τριαδικότητος του Ενός Θεού. Αλλά για τον μωαμεθανισμό αναφερθήκαμε και άλλη φορά. 
Πιστεύματα έχουν επίσης οι νεοειδωλολάτρες…εμφανίστηκαν κι αυτοί στην εποχή μας. Οι μασόνοι, οι χιλιαστές, οι πεντηκοστιανοί, οι παγανιστές, οι προτεστάντες με τις πλάνες τους, οι παπικοί με τις κακοδοξίες και τις θεολογικές τους διαστροφές, ο διεθνής σιωνισμός και λοιπά. Αλλά και η εξάπλωσις όμως των πολλών παραθρησκευτικών οργανώσεων μέσα στην πατρίδα μας. Δυστυχώς. Και που την καταγωγή τους την έχουν στον ινδουισμό, στην σατανολατρεία, στην ειδωλολατρεία, στον πανθεϊσμό και στις μεθόδους διαλογισμού και σίλβα, όλες μαζί και η κάθε μια χωριστά έχουν το δικό τους, τα δικά τους πιστεύματα.

Η αληθινή όμως είναι μία και την έχει η ορθόδοξος Εκκλησία. Καμιά αξία δεν έχει πως βλέπει ο καθένας, ο καθένας μας, την πίστη του. Και καμιά αξία δεν έχει τι θεωρεί και τι νομίζει ο καθένας για πίστη ορθή.Πολλοί αμελέτητοι και ημιμαθείς συνήθως μας λένε «ξέρεις πάτερ …» και μας το λένε και στην ιερά εξομολόγηση, «…εγώ για τον Θεό, πιστεύω αυτό, για την Εκκλησία πιστεύω εκείνο, για τις σχέσεις και το γάμο πιστεύω το άλλο, εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι για μας και δεν είναι για την εποχή μας» και άλλα πολλά, τα οποία είναι νούφαρα και μηδενικά, χωρίς αξία, απόψεις χωρίς νόημα και πιστεύματα χωρίς ελπίδα σωτηρίας. 
Βολεύουν όμως τα πάθη μας, ναρκώνουν ή παραπλανούν τη συνείδησή μας, σκοτίζουν το νου μας, το μυαλό μας και μας σκοτώνουν ψυχικά και αιώνια. Καμιά σημασία δεν έχουν οι σκέψεις μας περί Θεού αφού είναι μεμειγμένες με τα πάθη μας και τις προκαταλήψεις, εκτός αν εκφράζουμε απόψεις, κανόνες και δόγματα των Πατέρων και των οικουμενικών συνόδων. Ούτε οι γνώσεις μας έχουν καμιά σημασία, ούτε οι πιθανολογίες μας, ούτε πολύ περισσότερο οι φαντασιώσεις για τις ικανότητες που δήθεν έχουμε για τον εαυτόν μας. Ούτε τα διάφορα πιστεύματά μας έχουν καμιά σημασία και αξία. Σημασία έχει μόνον η αλήθεια. 
Και πιθανόν να ρωτήσετε: «και πού θα βρούμε την αλήθεια; Και πώς θα πειστούμε ότι την βρήκαμε ότι αυτή είναι και καμιά άλλη;». Μόνον η παρουσία μας μέσα στο ναό δείχνει ότι ψάχνουμε και βρίσκουμε την αλήθεια. Η αλήθεια αδελφοί μου είναι ο Χριστός! «Εγώ είμαι η αλήθεια, η ζωή και το φως». Ο Χριστός είναι η αποκεκαλυμμένη αλήθεια, διότι Αυτός μας απεκάλυψε, Αυτός μας εφανέρωσε ότι είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού. Θεός και άνθρωπος. Ο Θεάνθρωπος Κύριος. Υιός Θεού και Θεός Λόγος. Και Υιός ανθρώπου, της Παρθένου Μαριάμ. Αυτός μας απεκάλυψε την Τριαδικότητα του Ενός Θεού. Και μας λέγει μέσα από το Ευαγγέλιο: «Όλος Θεός ο Πατήρ, όλος Θεός ο Υιός, όλος Θεός το Άγιον Πνεύμα». Ένας Θεός: Τριαδικός. Μία ουσία. Μία φύσις. Μία θέλησις. Μία ενέργεια. Μία προσκύνησις. Ένας Θεός εν τρισί προσώποις προσκυνούμενος.
Άρα ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος εκτός αμαρτίας: ο Θεάνθρωπος Κύριος και Σωτήρας του κόσμου. Η δε κατ’ άνθρωπον μητέρα Του, είναι Θεοτόκος και Θεομήτωρ. Είναι επίσης Μητροπάρθενος και Νύμφη Ανύμφευτος. Και όλα αυτά μας τα αποκαλύπτει ο Ιησούς Χριστός, η μόνη αλήθεια, μέσα από τον αιώνιον Ευαγγελικό Του λόγο. Μέσα από την Καινή Διαθήκη, μέσα από την Αγία Γραφή. Και ποιος επικυρώνει αυτές τις αλήθειες; Η πίστις. Η ζωντανή πίστις. Η πίστις που βουνά,…και που βουνά μετακινεί. 
Για τον χριστιανό λοιπόν αδελφοί μου που αληθινά πιστεύει, τα μη βλεπόμενα είναι τόσο βέβαια γι’ αυτόν, σαν να τα βλέπει μπροστά του. Τα ελπιζόμενα τα βιώνει ως παρόντα. Τα αόρατα, τα αόρατα τα ψηλαφεί πνευματικά ως ορατά. Τα αδύνατα τα κάνει δυνατά διότι «ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα» και «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Η πίστις είναι Θείος φωτισμός αδελφοί μου, Θείος φωτισμός του νου και της καρδιάς, που καθιστά το απρόσιτο…προσιτό, το άγνωστο… γνωστό, το ανερμήνευτο… οικείο, πολύ οικείο, ένα με τον εαυτό μας. Ναι, αδελφοί μου, η πίστις του ορθοδόξου χριστιανού που τηρεί με ακρίβεια τις ευαγγελικές εντολές και που κάνει πράξη τον λόγον του Θεού, γίνεται βίωμα Θείας ενώσεως, γίνεται εμπειρία πνευματικής μεταμορφώσεως από πρώτο χέρι, δηλαδή από τη Θεία Χάρη. Ιδού λοιπόν, πως αποκαλύπτεται στην πιστεύουσα και συντετριμμένη καρδία, η Τριαδικότητα του Θεού, η Θεανθρωπότητα του Ιησού Χριστού και η Θεομητρότητα της Παναγίας και όχι μόνον. 

Χριστιανοί μου, 
πίστις μας χρειάζεται. 
Πίστις και έργα μετανοίας. 
Πίστις και τήρησις των εντολών. 
Πίστις και καλλιέργεια των αρετών. 
Πίστις ενεργουμένη και αγάπη προς τον εν Τριάδι Θεόν εξ’ όλης ψυχής και εξ’ όλης καρδίας 
και εξ’ όλης διανοίας και εξ’ όλης ισχύος. 
Ορθή πίστις μας χρειάζεται και μετάνοια αληθινή. 
Ορθή πίστις και ταπείνωσις. 
Ορθή πίστις και υπομονή. 
Ορθή πίστις και προσευχή και τέλος 
ορθή πίστις και απάρνηση του εαυτού μας, του εγώ μας…
να την δώσει ο Θεός, 

Αμήν

«Προστασία φοβερά καί ἀκαταίσχυντε». Β Χαιρετισμοί - π. Γεώργιος Ρ. Ζουμής


«Προστασία φοβερά καί  ἀκαταίσχυντε».
Στήν Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου Ἅγίου Ὄρους ὑπάρχει μία θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού ἔχει ἓνα ἠχηρό, ἓνα παράξενο ὄνομα. Λέγεται «Φοβερά Προστασία». Παλαιότερα, γύρω στά 1330, ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη πού βρισκόταν ἡ εἰκόνα, τήν ἔφεραν σ᾿ἕνα μετόχι τῆς Μονῆς, ἔξω ἀπό τίς Σέρρες. Τό 1848 μεγάλη πυρκαϊά κατέστρεψε ὁλόκληρο τό μετόχι. Δέν ἔμεινε τίποτε ὄρθιο. Μέ θαυμαστό τρόπο διασώθηκε ἀπό τίς φλόγες μόνο ἡ εἰκόνα αὐτή καί τότε τήν μετέφεραν στό Ἅγιο Ὂρος. Τήν πῆγαν ἐκεῖ γιά μεγαλύτερη ἀσφάλεια, ἀλλά καί γιά νά τῆς ἀπονέμωνται οἱ τιμές πού τῆς ἀξίζουν.
Τήν δεύτερη ἡμέρα τοῦ Πάσχα, οἱ μοναχοί κάνουν λιτανεία τῆς ἄλλης θαυματουργῆς εἰκόνας «Ἄξιον Ἐστίν» ἀπό τίς Καρυές καί πηγαίνουν μέχρι τήν Μονή Κουτλουμουσίου, πού εἶναι κοντά, πρός ἁγιασμόν τῆς Μονῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς. Τήν τρίτη τῆς Διακαινησίμου πάλι οἱ Πατέρες τοῦ Κουτλουμουσίου κάνουν λιτανεία μέ τήν «Φοβερά Προστασία» καί πηγαίνουν μέχρι τῖς Καρυές, ὅπου συναντῶνται οἱ δύο Κυρίες, οἱ Παναγίες «Ἄξιον Ἐστίν» καί ἡ «Φοβερά Προστασία». Ἔτσι ἡ δεύτερη εἰκόνα ἀνταποδίδει τήν ἐπίσκεψη στήν πρώτη εἰκόνα.
Ὅποιος παρατηρεῖ τήν θαυματουργή εἰκόνα τῆς «Φοβερᾶς Προστασίας» πλημμυρίζει ἡ καρδιά του ἀπό λύπη καί πόνο, γιατί καί τό βλέμμα τῆς Παναγίας εἶναι θλιμμένο, καθώς ἀντικρύζει τά σύμβολα, τά ὄργανα τοῦ πάθους, δηλαδή στόν σταυρό, τήν λόγχη καί τόν σπόγγο, πού τά κρατάει ἄγγελος πετώντας ἀπό τόν οὐρανό. Ἡ Παναγία μέ εὐγένεια καί στοργή σφίγγει τόν Χριστό στήν ἀγκαλιά της, γιά νά τόν προστατεύσει, ἐπειδή ἡ σκέψη της πηγαίνει στήν προφητεία τοῦ πρεσβύτη Συμεών, πού τῆς εἶπε κατά τήν ὑπαπαντή, καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία.Ἀλλά καί στό βλέμμα τοῦ Κυρίου διακρίνεται κάποιος φόβος, πού δέν εἶναι φόβος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά φόβος τῶν ἀνθρώπων, φόβος ὅλου τοῦ κόσμου γιά ὅσα πρόκειται νά συμβοῦν. Μέ τήν αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ φόβου ὁ Χριστός ὀπισθοχωρεῖ, μαζεύεται καί ἀναζητᾶ προστασία στήν ἀγκαλιά τῆς Παναγίας, τῆς Μητέρας τοῦ πόνου.
Κατά τό ἔτος 1980 τήν Κυριακή πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα, ὅλοι οἱ Πατέρες ἦσαν μέσα στό Καθολικό, στήν κεντρική Ἐκκλησία. Κάποια στιγμή μία νεφέλη, ἓνα σύννεφο σκέπασε τήν αὐλή τῆς Μονῆς. Ἡ νεφέλη αὐτή ἦταν ἄοσμη. Σέ ὃλους φάνηκε παράξενο τό γεγονός. Σέ λίγο ὅμως ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ ἀνατολική πτέρυγα τῆς Μονῆς φλέγεται, πῆρε φωτιά καί οἱ φλόγες ἔγλυφαν τόν κεντρικό Ναό. Ὁ κίνδυνος νά καεῖ  ὅλο τό μοναστήρι εἶναι μεγάλος. Τρέχουν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς νά σβύσουν τήν φωτιά μέ τά πενιχρά μέσα πού διαθέτουν. Καταλαβαίνουν ὅμως ὃτι αὐτό εἶναι ἀδύνατον. Τότε πηγαίνουν καί παίρνουν τήν θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας καί βγαίνουν ἔξω στήν αὐλή. Περνοῦν ἀνάμεσα ἀπό τίς φλόγες. Μοιάζουν μέ τούς τρεῖς παῖδες  στήν κάμινο τῆς Βαβυλῶνος. Οἱ φλόγες σέβονται τήν Παναγία καί ὑποχωροῦν, ἀπομακρύνονται ὥσπου χάθηκαν, ἔσβυσαν ἐντελῶς. Ἔπρεπε νά καεῖ ὅλο τό μοναστήρι. Δέν ἦταν δυνατόν νά γλυτώσει τίποτε ἀπό τήν μανία τῆς φωτιᾶς. Κάηκε μόνο ἡ ἀνατολική πτέρυγα. Θά τό πῶ πάλι καί θά τό τονίσω, οἱ φλόγες σεβάσθηκαν τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας κι᾿ ἐμεῖς δέν σεβόμαστε καί δέν ὑπολογίζουμε τίποτε. Δέν ξέρω, ἄν μποροῦμε νά λεγώμαστε ἄνθρωποι σέ τέτοια ἐλεεινή κατάσταση πού βρισκόμαστε.
Τό ἒτος 1994 γινόταν ἀγρυπνία λόγῳ τῆς ἑορτῆς τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Μετά τά μεσάνυχτα κάποιοι ἀθεόφοβοι, ὄργανα τοῦ διαβόλου, ἔβαλαν φωτιά σέ τέσσερα σημεῖα στό δάσος, ὄχι πολύ μακρυά ἀπό τήν Μονή Κουτλουμουσίου. Ζητήθηκε καί ἀπό τούς Πατέρες τῆς Μονῆς, ὅσοι μποροῦν, νά τρέξουν γιά  νά βοηθήσουν στό σβύσιμο τῆς φωτιᾶς.
Ὁ καιρός ἦταν ζεστός. Ὁ οὐρανός πεντακάθαρος, ἀλλά ἀπότομα μαύρισε. Γέμισε σύννεφα καί ἄρχισε νά βρέχει καταρρακτωδῶς μόνο στόν τόπο τῆς φωτιᾶς καί τήν ἔσβυσε. Σ᾿ ὅλο τό Ἅγιο Ὂρος ὁ οὐρανός ἦταν καθαρός καί δέν ἔπεσε οὔτε μία σταλαγματιά. Ἡ Φοβερά Προστασία πάλι ἔκανε τό θαῦμα της.
Ἀγαπητοί μου,
Δέν θά σταματήσουμε ποτέ νά λέμε πώς ἡ χάρη τῆς Παναγίας εἶναι μεγάλη καί ἀκούει τίς δεήσεις ὅλων ἐκείνων, πού τήν ἐπικαλοῦνται μέ πίστη καί εὐλάβεια. Βλέπουμε ὅτι ἡ Παναγία, ἡ Φοβερή Προστασία, ὄχι μόνο  αὐτή διαφυλάχθηκε σώα καί ἀβλαβής ἀπό τήν φωτιά, ἀλλά θά λέγαμε ἔχει τήν εἰδικότητα νά σώζει καί τούς ἄλλους ἀπό τήν φωτιά.
Ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἐμπαθεῖς καί ἁμαρτωλοί τί κάνουμε καθημερινῶς; Ἀντί νά ἐργαζώμαστε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ἀντί νά καλλιεργοῦμε τίς ἀρετές, καλλιεργοῦμε τά πάθη μας. Φουντώνουν, ἀνάβουν τά πάθη μας καί μᾶς κατακαῖνε. Μέ τίς συνεχεῖς ἁμαρτίες μας ρίχνουμε ξύλα καί δυναμώνουμε τήν φωτιά, ἀναζωπυρώνουμε τήν φλόγα τῆς κολάσεως, πού θά μᾶς κατακαύσει.
Ἄς σταματήσουμε κάποτε. Ἄς βάλουμε φρένο στήν ἁμαρτία. Δέν θά περάσουμε ἔτσι τήν ζωή μας ὅλη. Κάποτε πρέπει νά διορθωθοῦμε. Ἄς καταφύγουμε εἰς τάς πολλάς πρεσβείας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἄς ἐπικαλεσθοῦμε τήν φοβερά προστασία της. Ἐδῶ,ἐν μέν τῷ παρόντι βίῳ νά εἶναι θερμή προστάτις καί βοηθός. Κατά τήν ἔξοδό μας ἀπό τόν μάταιο αὐτό κόσμο τάς σκοτεινάς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόρρω αὐτῆς ἀπελαύνουσα. Νά διώξει μακρυά μας τούς πονηρούς δαίμονες καί νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τά τελώνεια. Ἐν δέ τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τό αἰώνιον πῦρ τῆς κολάσεως καί νά μᾶς καταστήσει κληρονόμους τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της, μετόχους τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.-

Η αξία τών χαιρετισμών π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Μαρτυρία κυρίας Άννας Καραΐσκου Στίκα από τη Βέροια.
«Είμαι τριάντα χρόνια παντρεμένη και έζησα εικοσιέξι χρόνια με την πεθερά μου στο ίδιο σπίτι. Πέρασα πολύ δύσκολα γιατί τα τελευταία πέντε έτη ήταν κατάκοιτη. Ήμουν και εργαζομένη. Και όταν γύριζα στο σπίτι έβρισκα την πεθερά μου λερωμένη, και το σπίτι άνω κάτω που βρωμούσε. 
Το πρώτο καιρό που μύριζε το σπίτι δεν ήθελα να έρχεται κανείς σ’ αυτό. Απ’ τη στιγμή που με την βοήθεια του πνευματικού μου, δεν το έβλεπε σαν αγγαρεία αλλά σαν ευλογία, έπαψε να μου μυρίζει το σπίτι. Έβαζα με τον λογισμόν μου, ότι υπηρετώ τον ίδιο τον Χριστό. Μια φορά που είχα λογισμούς και γόγγυσα τότε αισθάνθηκα και πάλι την ίδια δυσωδία και βρώμα. 
Ένα βράδυ ήμουν μόνη μου στο σπίτι και η πεθερά στο δωμάτιό της, κατάκοιτη. Πήγα να δω τι κάνει και βλέπω να έχει λερώσει τα πάντα, σεντόνια, κουρτίνες, χαλιά. Ενώ κανονικά έπρεπε να βρωμάνε, ένοιωσα μια ευωδία που δεν πρόκειται να την ξεχάσω ποτέ, και μια γαλήνη μέσα μου για αρκετή ώρα μέχρι που καθάρισα την πεθερά μου. 
Απ’ την ημέρα που ένοιωσα την ευωδία μέχρι που εκοιμήθη, κάθε φορά που έπρεπε να την καθαρίσω και να της κάνω μπάνιο, ένοιωθα μέσα μου μια γαλήνη, μια ηρεμία και δεν μου μύριζε απολύτως τίποτα». 

Σας διάβασα αυτήν την μαρτυρία την οποία βρήκα σε ένα βιβλίο γραμμένη, αλλά ενθυμήθην εγώ, πολλές τέτοιες όμοιες περιπτώσεις, πολλές και αρκετές, στα σαράντα οκτώ, σαράντα εννιά χρόνια που είμαι κληρικός. Ενθυμούμαι μάλιστα τα παλιά εκείνα χρόνια που δεν υπήρχαν τα μέσα και οι ευκολίες και τα χαρτοβάμβακα, πόσο εταλαιπωρούντο ορισμένες νύφες ή και κόρες, και σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα και μια ανιψιά, οι οποίες για χρόνια πολλά, επεριποιούντο τέτοιου είδους καταστάσεις. Η βρώμα να απλώνεται όχι μόνο μέσα στο σπίτι και να μυρίζουν τα πάντα αλλά και έξω από αυτό. Αλλά όμως, η αυταπάρνησις, η αγάπη… 

Και μία εξ αυτών, κατόπιν συμβουλής ενός τότε ιεροδιακόνου, άρχιζε τη νύχτα να διαβάζει γονατιστή δίπλα στο κρεβάτι, στην ώρα που εκείνη εβυθίζετο στον ύπνο και στη νάρκη, λόγω της καταστάσεως που είχε, να διαβάζει τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Και έβλεπε λοιπόν να εξέρχεται τότε μία ευωδία η οποία να καθαρίζει όλο το σπίτι. Ήταν μερικές φορές τόσο δυνατή αυτή, που δεν ήξερε από πού έβγαινε, ώστε την έπνιγε και μερικές φορές αναγκαζόταν να ανοίγει τα παράθυρα, για να μπορεί να αναπνεύσει. Υπήρξαν και μάρτυρες οι οποίοι έλεγαν, περνώντας έξω απ’ το σπίτι, «Να η Δεσποινούλα πάλι θυμιατίζει»! Αλλά δεν θυμιάτιζε η Δεσποινούλα. Εθυσιαζόταν δίπλα σ’ αυτήν την υπέργηρη θεία, την οποία είχαν εγκαταλείψει νύφες και κόρες. Να το πω ξανά; Την είχαν εγκαταλείψει νύφες και κόρες και την επεριποιείτο μέχρι αυτοθυσίας μια ανιψιά. Λοιπόν.. Κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, της διάβαζε και μια φορά, και δυο φορές, γιατί όταν διαπίστωνε λοιπόν, ότι κατά την διάρκεια που διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, έβγαινε τόση ευωδία, - βέβαια ανταποκρινόταν η Παναγία στη θυσία της, γιατί τι έλεγε; Τώρα περιποιούμαι την Παναγία, αν ήταν αυτή άρρωστη, αφού έχω και το όνομά της, δεν θα έτρεχα εγώ να την περιποιηθώ; Έτρεχε λοιπόν. Και το θαύμα … Βλέποντας ότι πολλές φορές, ότι κατά την διάρκεια των χαιρετισμών, ηπλώνετο τόση χάρις, απ’ την Παναγία σαν αμοιβή για την ολοήμερη θυσία της, και τη νυκτερινή ακόμα, βλέποντας αυτό το πράγμα, επαναλάμβανε τους Χαιρετισμούς, και τους έλεγε και δυο και τρείς και πέντε και δέκα φορές. Μια φορά δεν χόρτασε, και κατάφερε να τους λέει τους Χαιρετισμούς όλη τη νύχτα. Σκεφτείτε δηλαδή αν ήταν πέντε έξι ώρες, θα τους είπε περισσότερο από εικοσιτέσσερεις φορές. Τι ευλογία και τι χάρις.

Μακάρι να μπορούσαν τούτα τα λόγια, σα να πάνε σε όλες τις νύφες, και σε όλες τις κόρες όλης της Ελλάδος, γιατί έχουμε παραπετάξει, παραπετάξει τους γονείς μας… Λοιπόν είναι ένα μικρό μάθημα, για όλους μας, για να δούμε τι αξία έχει η περιποίησις των γερόντων. Και ειδικότερα μάλιστα όταν το κάνουμε αυτό με ολοπρόθυμη και ολοκάρδια ψυχής. Με όλη μας την ψυχή, με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την διάθεση. Σαν να υπηρετούμε τον ίδιο το Χριστό, όπως είπε εδώ η κυρία αυτή, και όπως το ομολόγησαν τόσες και τόσες ψυχές οι οποίες έχουν έρθει κάτω από το πετραχήλι. Έχουν πολύ ευλογία. Και ξεπληρώνονται πολλές πολλές αμαρτίες. Πολλές αμαρτίες. 

Ενθυμούμαι μία θεία η οποία είχε την καλή διάθεση να πλένει τους κεκοιμημένους και τους νεκρούς, και ακόμα και αυτούς τους ζητιάνους τους εγκαταλελειμμένους σε οποιοδήποτε μέρος της πόλεως, αρκεί να την φώναζαν. Μέσω του συζύγου της, ήξερε ορισμένες φορές, και αντιλαμβανόταν τον θάνατον αυτών των ανθρώπων, τους έπλενε, τους καθάριζε, τους ετοίμαζε, έτοιμοι για να τους κηδέψουν την επομένη μέρα. 
Ξέρετε κάποτε μου είπε ένα μυστικό της. – Έχει κοιμηθεί τώρα αυτή. Δεν πρόκειται να μας ακούσει, ούτε και να υπερηφανευτεί γι’ αυτό που θα πούμε. – Μια φορά που προσηύχετο, την ανέβασε ο Θεός στο ταβάνι! Η αμοιβή για τους κεκοιμημένους. Για την περιποίηση αυτή. Η αμοιβή για τους γέροντες και τις γερόντισσες που είναι κατάκοιτες. Αυτό είναι το μάθημα. Διότι όταν τους ξέπλενε, έλεγε τους Χαιρετισμούς. 

Να το θυμάστε αυτό. Και υπάρχουν και μερικές ψυχές οι οποίες λένε και ομολογούνε σήμερα, ότι τους Χαιρετισμούς φροντίζουν να τους λένε όλη την ημέρα, όποτε ευκαιρούν και όποτε τους δίνεται αυτή η δυνατότητα, μέσα στην πληθώρα βέβαια των υποχρεώσεων που έχει μια μητέρα μέσα σένα σπίτι και σε μια οικογένεια. 
Αυτό είναι το μάθημα που ήθελα να σας δώσω, με το μικρό αυτό κήρυγμα, και με τα δύο τρία αυτά μικρά παραδείγματα. 

Είθε όλοι σας ως γυναίκες, κυρίως σε σας απευθύνομαι, και τις μικρές και τις μεγάλες, να της μοιάσετε, και θα έχετε αμοιβή και καλήν απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού, διότι σύμφωνα με το μ’ αυτό που θα ύστερα οι ψάλτες μας εδώ, θα απαγγείλουν και που το διαβάζετε και σεις στα σπίτια σας, το «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε», θα έρθει η Παναγία στην απολογία μας ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού, και θα σταθεί συνήγορος και θα μας υπερασπιστεί για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Αυτή την αιώνια ζωή, μέσω της αγάπης μας προς την Υπεραγία Θεοτόκο, που φαίνεται και με την απαγγελία των Χαιρετισμών, είθε να την αξιωθείτε όλοι σας, και μαζί με σας, και μεις,

Β Χαιρετισμοί Χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης. -π. Γεώργιος Ρ.Ζουμής


 Χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα  νεφέλης. 
             Μαζί μέ τόν ὑμνογράφο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀγαπητοί μου, ψάλαμε πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τήν Β΄ στάση τῶν Χαιρετισμῶν. Εἶναι κάτι πού πολύ εὐχαριστεῖ τήν Παναγία, ἀλλά καί ὅλοι μας αἰσθανόμαστε κατάνυξη καί ἀγαλλίαση σ᾿ αὐτές τίς Ἀκολουθίες, γι᾿ αὐτό καί στούς χαιρετισμούς οἱ Ναοί εἶναι πάντοτε γεμᾶτοι. Ἄν ὅλοι χαιρώμαστε, ἕνας εἶναι πού στενοχωρεῖται, πού λυπᾶται καί καίγεται. Τόν πιάνει τρέλα, ὑποφέρει, δέν ἀντέχει νά ἀκούει τά λόγια αὐτά. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἔξω ἀπ᾿ ἐδῶ, ὁ διάβολος. Τήν μισεῖ ὅσο τίποτε ἄλλο στόν κόσμο,  γιατί ἡ Παναγία τοῦ χάλασε τά σχέδια. Ἔφερε τόν Χριστό στόν κόσμο, πού συνέτριψε τήν δύναμή του. Ἔγινε ἡ γέφυρα τῆς σωτηρίας μας. Ἀλλά μαζί μέ αὐτόν καί οἱ αἱρετικοί χιλιαστές, Προτεστάντες κ.ἄ. δέν θέλουν νά ἀκούσουν  γιά τήν Παναγία, εἶναι τό κόκκινο πανί γι᾿ αὐτούς. Νά βλέπατε τί μοῦτρα κάνουν καί ὁ διάβολος καί οἱ αἱρετικοί, πῶς τσουρουφλίζονται, ὅταν ἐμεῖς μαζευώμαστε καί ὑμνοῦμε τήν Παναγία. Καί μόνο αὐτό φτάνει γιά νά ἀποδείξει περίτρανα ὅτι ἡ αἵρεσις εἶναι κάτι δαιμονικό καί ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι δαιμονισμένοι.
Κάποτε ζοῦσε ἕνας ἁγιογράφος πολύ εὐλαβής. Ζωγράφιζε τούς ἁγίους μέ νηστεία καί προσευχή. Μά ὅταν καθόταν νά ἁγιογραφήσει τήν Παναγία, ἔβαζε ὅλο τό μεράκι του, ὅλη τήν δεξιοτεχνία του. Ὧρες στεκόταν καί μέ δακρυσμένα μάτια καμάρωνε τήν Παναγία καί τήν εὐχαριστοῦσε, πού τοῦ ἔδινε τήν δύναμη νά τήν ἁγιογραφεῖ. Αὐτό ὅμως ἐξαγρίωνε τόν διάβολο. Θά τόν τακτοποιήσω, μονολογοῦσε. Θά τόν κάνω νά μή μπορεῖ νά ἁγιογραφεῖ.
Πράγματι παρέλυσε τό χέρι του καί δέν μποροῦσε πλέον νά πιάσει τό πινέλο. Ἀλλά ἀπατήθηκε ὁ διάβολος. Αὐτός πού ἀγαπᾶ τήν Παναγία βρίσκει τρόπους νά τήν εὐχαριστεῖ. Δέν μποροῦσε νά ζωγραφίσει μέ τά χέρια, ζωγράφιζε μέ τό πινέλο στό στόμα.
Ξεκίνησε λοιπόν νά ἁγιογραφήσει τήν Πλατυτέρα ψηλά στόν θόλο τοῦ Ἱεροῦ. Ἔσκασε ὁ διάβολος, ἀγρίεψε. Θά σοῦ δείξω ἐγώ ἄν μπορέσεις καί τήν τελειώσεις. Ὅπως κάποτε πέταξε ἀπό τήν σκαλωσιά τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη καί τόν τραυμάτισε θανάσιμα, ἔτσι καί τώρα, τήν ὥρα πού ὁ ἁγιογράφος μέ τό πινέλο στό στόμα ζωγράφιζε, ἦρθε ὁ διάβολος καί ξεκάρφωσε τήν σκαλωσιά, γιά νά τόν ρίξει κάτω. Βοήθα με, Κυρά Παναγιά, φώναξε ὁ ἁγιογράφος τρομαγμένος. Ἄν πέσω κάτω θά σκοτωθῶ. Τήν ἴδια στιγμή πρόφτασε ἡ Παναγία. Ἔβγαλε τό χέρι της ἀπό τήν ἁγιογραφία καί τόν ἅρπαξε. Ἀπό τίς φωνές ἔτρεξαν κάποιοι περαστικοί καί τόν κατέβασαν μέ ἀνεμόσκαλα!! Ἡ Παναγία πρόφτασε, ἔκανε τό θαῦμα της.
Αὐτό τό θαῦμα θά μποροῦσε νά γίνει στόν καθένα μας, ὅταν ἀντιμετωπίζουμε κινδύνους, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά πιστεύουμε καί νά καταφεύγουμε στήν κραταιά σκέπη τῆς Θεοτόκου. Οἱ εἰκόνες θαυματουργοῦν, ὅταν αὐτοί πού τίς ζωγραφίζουν εἶναι εὐλαβεῖς καί καθαροί. Οἱ εἰκόνες θαυματουργοῦν, ὅταν ἐμεῖς πιστεύουμε καί ἀγωνιζώμαστε. Ἡ Παναγία μᾶς σκεπάζει  καί μᾶς προστατεύει μέ τήν χάρη της.
Ἄν διαβάσουμε τήν Ἁγία Γραφή, στό βιβλίο τῆς Ἐξόδου, θά δοῦμε καταπληκτιμά πράγματα. Ὁ Θεός ὡδηγοῦσε τούς Ἰσραηλίτες μέσα στήν ἔρημο, τούς ἔδειχνε τόν δρόμο, πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήσουν. Τήν ἡμέρα προπορευόταν μία νεφέλη, κάτι σάν σύννεφο, πού τούς ὁδηγοῦσε ἀλλά καί ἔρριχνε σκιά πάνω τους, γιά νά τούς δροσίζει, νά τούς προφυλασσει ἀπό τόν καύσωνα τῆς ἐρήμου.Τό βράδυ γινόταν πύρινος στῦλος, πού τούς ἐφώτιζε καί τούς ζέσταινε. Τό βράδυ στήν ἔρημο πέφτει χαμηλά ἡ θερμοκρασία.
 Ὅταν οἱ Αἰγύπτιοι μέ τά ἅρματα ἔτρεξαν ξωπίσω τους , γιά νά τούς φέρουν πάλι πίσω στήν σκλαβειά, ἡ νεφέλη πῆγε καί στάθηκε πίσω ἀπό τούς Ἰσραηλίτες. Κάλυψε τά νῶτα τους, γιατί πίσω τους ἦταν ὁ ἐχθρός. Ἔγινε  ὁ Θεός ὀπισθοφυλακή. Εἶναι πολύ συγκινητικό αὐτό. Ὁ Θεός φροντίζει καί προστατεύει τούς δικούς του ἀνθρώπους.
Αὐτή ἡ νεφέλη εἰκονίζει τήν Παναγία, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, γι᾿ αὐτό καί ψάλλουμε στούς χαιρετισμούς, χαῖρε πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τούς ἐν σκότει, χαῖρε σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Κάτι ἀνάλογο ἔγινε μέ τήν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν τήν ἔχτισε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, τήν ἀφιέρωσε στήν Παναγία. Ἔτσι στό τροπάριο, τῇ Ὑπερμάχῳ,ψάλλουμε ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε.
Τό 1453 ὁ Μωάμεθ μέ τίς ὀρδές του πολιόρκησε τήν Βασιλεύουσα.Ἔκανε πολλές ἀπόπειρες νά τήν καταλάβει, μά πάντοτε ἀποτύγχανε. Ἕνα σύννεφο ἦρθε καί κάθησε πάνω ἀπό τήν Πόλη, τήν σκέπαζε ὁλόκληρη. Ἦταν πάλι ἡ σκέπη τῆς Παναγίας. Ὁ Μωάμεθ κουράσθηκε, πίστεψε ὅτι δέν μπορεῖ νά τήν κυριεύσει καί σκέφθηκε νά λύσει τήν πολιορκία καί νά φύγει. Ὅμως τήν τελευταία νύχτα κάποιος τοῦ εἶπε:  Μή φεύγεις. Ἡ νεφέλη πού σκέπαζε τήν πόλη, σηκώθηκε καί ἔφυγε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός τους τούς ἐγκατέλιψε. Αὔριο ἡ πόλη θά εἶναι στά χέρια σου, ὅπως καί ἔγινε.
Ἀγαπητοί μου,
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ σκέπη ὅλου τοῦ κόσμου. Καί τῶν εὐσεβῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Μή λησμονοῦμε νά  ἐπικαλούμεθα τήν βοήθεια καί ἀντίληψή της. Θά εἴμαστε πάντοτε κερδισμένοι. Ἕνα τελευταῖο παράδειγμα.
Σ᾿ ἕνα μοναστήρι ζοῦσε ἕνας μοναχός, πού ἦταν ἀμελής καί ράθυμος. Δέν πήγαινε στίς ἀκολουθίες, στίς ἀγρυπνίες, οὔτε τόν κανόνα του ἔκανε, οὔτε ὑπακοή. Ὅμως παρ᾿ ὅλα αὐτά ἀγαποῦσε τήν Παναγία καί κάθε φορά πού περνοῦσε μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα της, τήν κοίταζε στά μάτια καί τῆς ἔλεγε μέ σεβασμό, χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.
Στό τέλος τῆς ζωῆς του εἶδε ἕνα ὅραμα, γιά νά διορθωθεῖ. Παρουσιάσθηκε ἕνας ἄγγελος πού τοῦ εἶπε, ἔλα νά δεῖς τίς ἁμαρτίες σου στή ζυγαριά τοῦ Θεοῦ. Ὁ ζυγός ἔγερνε πρός τό μέρος τῶν ἁμαρτιῶν του. Τότε ἡ Παναγία  πού ἦταν εὐχαριστημένη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ μοναχοῦ, πῆγε καί γονάτισε μπροστά στό Χριστό. Ἡ μητέρα σου ζητάει μία χάρη, εἶπε. Ἀπό τό αἷμα πού σοῦ ἔδωσα θέλω νά μοῦ δώσεις μία σταγόνα. Τό αἷμα πού ἔχυσες ἐπάνω στό σταυρό δέν ἦταν λύτρο ἀντί πολλῶν;  Μία σταγόνα σοῦ ζητῶ.
Ὁ Χριστός δέν μπόρεσε νά τῆς τό ἀρνηθεῖ. Πάνω στή ζυγαριά οἱ δαίμονες εἶχαν τό βιβλίο μέ τίς ἁμαρτίες τοῦ μοναχοῦ, πού βάραινε πολύ. Ἡ Παναγία ἔρριξε τήν σταγόνα τοῦ Τιμίου Αἵματος πάνω στό βιβλίο καί ἀμέσως ἔγινε τό θαῦμα. Οἱ ἁμαρτίες ἔσβησαν καί ὁ μοναχός φώναξε μέ ὅλη τήν δύναμή του χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Μή ἀμελοῦμε καί μή ξεχνοῦμε  πολύ συχνά, πάντοτε, κάθε ὥρα καί στιγμή νά ἐπικαλούμεθα τήν Παναγία. Νά διαβάζουμε, ἄν εἶναι δυνατόν, κάθε μέρα τούς χαιρετισμούς της. Ποτέ μή παύσουμε νά τήν ὑμνοῦμε καί νά τήν ἀγαποῦμε. Θά μᾶς σκεπάσει μέ τήν χάρη της, θά μᾶς λυτρώσει μέ τήν δύναμή της. Θά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τά βάσανα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλά καί τῆς ἄλλης. Πάντοτε νά τήν ἐπικαλούμεθα μέ πίστη καί λαχτάρα. Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον ἡμᾶς ὑπό τήν σκέπην σου. Ἀμήν.-


Προέκτασις της κατά Θεόν χαράς μέσα από τις θλίψεις και τη χαρά του συνανθρώπου μας κήρυγμα εις την Β Στάση των Χαιρετισμών.-π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Χαίρε δι ής η χαρά εκλάμψει.
Λέγαμε την περασμένη Παρασκευή χριστιανοί μου, ότι η πνευματική χαρά που για πηγή της έχει τον Χριστό, δεν μπορεί να συγκριθεί με καμιά απόλαυση, και τη χαρά της ηδονής που προσφέρει ο κόσμος της αμαρτίας. 
Είπαμε ακόμα ότι αυτή η χαρά ως καρπός του Παναγίου Πνεύματος, συνίσταται στην αγάπη που συνδέει μεταξύ τους τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. 
Έτσι λοιπόν η κατά Θεών χαρά, είναι προσωπικό καμάρωμα της καρδιάς μας για το Χριστό, γεμάτο αγάπη, ταπείνωση, αφοσίωση, καλοσύνη και θυσία. Αυτό δίνει και τη δύναμη της προσωπικής εφαρμογής, του λόγου της Αγίας Γραφής που προτρέπει το «πάσαν χαράν ηγήσασθαι αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσειτε ποικίλοις». Αυτό σημαίνει ότι με την ουράνια πνευματική χαρά, χαίρεται ο αληθινός χριστιανός, μέσα στην καρδιά του χαίρεται, είτε βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου, είτε διώκεται, και φυλακίζεται για την πίστη του, είτε υποφέρει και βασανίζεται από αδικίες, είτε συκοφαντείται αναιτίως, είτε τέλος πειράζεται από τους δαίμονας. 
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος, που βάδιζε στα ίχνη του Χριστού, και εγένετο μιμητής του, ομολογούσε βεβαιώνοντας ότι «χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών». Δηλαδή τώρα που είμαι φυλακισμένος και δέσμιος, χαίρομαι για τα παθήματα που υποφέρω για σας, και μάλιστα αναπληρώνω στο σώμα μου, όσα δεν πρόφθασε, να πάθει για όλους σας ο Χριστός. Και κατά λέξη σας το διαβάζω. «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ ημών, και ανταναπληρώ, τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου». Αυτή η ανθρώπινη πλευρά των ανθρωπίνων θλίψεων, των παθημάτων και των αδικιών κατορθώνεται και σηκώνεται με χαρά πνευματική, μόνο με τη χάρη του Θεού και την βοήθεια της Παναγίας μας. 
Είπαμε προηγουμένως, ότι η κατά Θεόν χαρά, πηγάζει από την ενότητα της αγάπης των προσώπων της Τριαδικής Θεότητος. Αλλά και η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον, είναι τόσο μεγάλη, τόσο μακαρία και ανεκλάλητος, ώστε να στήνεται πανηγύρι χαράς στους ουρανούς, από τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους, όταν κερδίζεται μια ψυχή, διά μέσου της αληθινής μετανοίας. 
Ναι, χαρά γίνεται «εν τω ουρανώ, ενώπιον των αγγέλων του Θεού, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», όπως μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριός μας ο Χριστός, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον ιε 10. Όπως η αγάπη αυτουπάρχει στον ένα Τριαδικό Θεό, αφού ο Θεός αγάπη εστί, έτσι αυτουπάρχει και η χαρά όπως και κάθε άλλη ιδιότητά Του, παραδείγματος χάρη η πανσοφία, η αιωνιότητα, η παντογνωσία, η πανταχού παρουσία, η παντοδυναμία, και πολλές άλλες. Άρα η χαρά, όπως και η αγάπη του Θεού, έχει δύο διαστάσεις. Η μία στρέφεται προς τον άνθρωπον, και η άλλη είναι κοινωνία προσώπων εν τω Θεώ. 
Το ίδιο συμβαίνει και με μας, τους πιστούς Ορθοδόξους χριστιανούς. Έχουμε την εντολή, και την εντολή την έχουμε όλοι μας, όσοι βαπτιστήκαμε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όσοι λάβαμε το Άγιον Χρίσμα, από μωρά παιδιά, όσοι πλημμυρίζουμε τις εκκλησίες αυτές τις άγιες ημέρες, και όσοι απουσιάζουμε από αυτές, έχουμε την εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν, αγαπάτε αλλήλους, αγαπάτε τους εχθρούς ημών, και μακροθυμείτε προς πάντας». 
Όλες αυτές οι εντολές, δηλώνουν κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας μας, ότι όπως οφείλουμε, να αγαπούμε τον πλησίον μας, ανεξάρτητα από την πνευματική του κατάσταση, και ανεξάρτητα από την θέση που κατέχει ο ίδιος προσωπικά στο σχέδιο της σωτηρίας, έτσι και πρέπει να είναι αυτός ο συγκεκριμένος πλησίον, ο εχθρός ή φίλος, ο πιστός ή ο αδιάφορος, ο καλός ή ο κακός γείτονας, αντικείμενον χαράς μας, είτε αυτός βρίσκεται μέσα στην χάρη, είτε δουλεύει στην αμαρτία. 
Ο αμαρτωλός αδελφός μας, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, οσοδήποτε και αν έχει εκπέσει, οσονδήποτε και αν τα πράγματα δείχνουν ότι τον κατέχει η απώλεια της Κολάσεως και όχι ο Θεός, δεν παύει να είναι παρά την εξαχρείωσή του «λογικόν κτίσμα κατ’ εικόνα Θεού». Κατ’ εικόνα Θεού. Μια ανυπέρβλητη αξία της οποίας ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι ισοστάσιος. Και θα πρέπει να υπάρχει γι’ αυτόν η ελπίδα, ότι η Θεία Χάρις θα νικήσει την αμαρτία. 
Αυτό απευθύνεται και σε μας όλους, πούμαστε αμαρτωλοί μέχρι το κόκαλο και πρώτος εγώ. Ότι η Θεία Χάρις θα νικήσει την αμαρτία, εφόσον λιγάκι το θελήσουμε, και ότι όπως ο ληστής και η πόρνη του Ευαγγελίου, έτσι και αυτός, έτσι και συ, έτσι και συ, έτσι και γω, έτσι και όλοι μας, θα κερδίσουμε τον Παράδεισο. Διά μέσου της μετανοίας. 
Αυτό σημαίνει ότι όταν η καρδιά μας φλογίζεται από την αγάπη του Θεού, και ότι και η χαρά μας προς τον οιονδήποτε πλησίον, δεν έχει κενά και διαλείμματα. Δεν κάνει διακρίσεις, ούτε και αμφιταλαντεύεται, αλλά ακολουθώντας τον δρόμον της κατά Χριστόν αγάπης, απλά και μόνον ξεχωρίζει τον αμαρτωλό από την αμαρτία. Τον μεν αμαρτωλό με τον μεν αμαρτωλό, συμπάσχει και βοηθά, αλλά την αμαρτία σιχαίνεται και μισεί.
Το πιο ψηλό όμως σημείο, πνευματικής χαράς σε σχέση με τον συνάνθρωπό μας βρίσκεται στη φωνή του Αποστόλου Παύλου που μας λέγει τον περίφημο εκείνο στίχο στην προς Ρωμαίους Επιστολή. «Χαίρειν μετά των χαιρόντων και κλαίειν μετά των κλαιόντων». 
Οι πατέρες όμως της Εκκλησίας, μας βεβαιώνουν ότι το συγχαίρειν, είναι ασυγκρίτως δυσκολότερον από το συμπάσχειν. Το να μπορούμε αδελφοί μου να χαιρόμαστε με όλη μας την καρδιά, στη θεάρεστη χαρά του πλησίον μας, και να συμμετέχουμε σ’ αυτήν, σα να είναι δική μας προσωπική χαρά, φανερώνει και την πραγματική, την τέλεια αγάπη που διακατέχει την ψυχή μας. 
Το «χαίρειν μετά των χαιρόντων», είναι ένας από τους ωραιότερους, και τους υψηλότερους στόχους της Καινής Διαθήκης, του Ευαγγελίου μας. Και αυτό διότι θεωρείται από τους πλέον αναγκαίους και απαραίτητους στον αγώνα της ζωής που κάνουμε κάθε μέρα για τη σωτηρία μας. 
Έτσι λοιπόν η λύπη σου λύπη μου, και ο πόνος σου πόνος μου. Αλλά πιο ψηλό, πιο μεγάλο, πιο ουράνιο, είναι η χαρά σου να γίνεται χαρά μου. Η επιτυχία σου να γίνεται επιτυχία μου, να γίνεται χαρά μου. Και η ευτυχία σου να γίνεται ευτυχία μου, η επιτυχία του παιδιού σου να γίνεται και δική μου επιτυχία. 
Να αδελφοί μου ο θρίαμβος της χαράς, που πηγάζει από την κατά Χριστόν αγάπη. Είναι δύσκολα αυτά. Θέλει μετάνοια. Θέλει προσευχή. Θέλει νηστεία. Θέλει δουλειά πνευματική. Θέλει αγώνα κατά Χριστόν. Δεν παίζουμε με τη σωτηρία μας. Σήμερα υπάρχουμε, αύριο θα πεθάνουμε. Οι εκκλησίες γεμίζουν στους Χαιρετισμούς αλλά αδειάζουν τις Κυριακές. Αλλά αύριο θα πεθάνουμε και οι θλίψεις και ο πόνος και ο θάνατος κτυπάει κάθε μέρα την πόρτα μας. Κυρίως δε τώρα τελευταία τα μικρά παιδιά με τη λευχαιμία. Γι’ αυτό ας πέσουμε στα γόνατα, και ας μετανοήσουμε πριν αύριο να είναι αργά. 

Πέρα όμως από ό,τι είπαμε, υπάρχει χριστιανοί μου και η Αναστάσιμη χαρά, που είναι ταυτόσημη με την χαρά που περιγράψαμε μέχρι τώρα, γέννημα και αυτή της αληθινής μετάνοιας, και που πηγή της έχει το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, το καινόν μνημείον, την Ανάσταση του Χριστού. Και η Ανάστασις του Χριστού είναι αυτή, που σφραγίζει μια για πάντα το όλο έργον της σωτηρίας μας. 
Ναι χριστιανοί μου, είμαστε μαθηταί της Αναστάσεως, παιδιά του Αναστάντος Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ζούμε και υπάρχουμε μέσα στη χαρά και στο φως της σωτηρίας μας. Ναι μεν η σωτηρία μας στηρίζεται στο Γολγοθά και στη Σταυρική Θυσία του Κυρίου, αλλά η Ανάστασις είναι αυτή που την σφραγίζει διότι αν ο Χριστός δεν ανίστατο εκ νεκρών, τότε θα ήτο ματαία η πίστις ημών. Γι’ αυτό και η Αναστάσιμη χαρά, ονομάζεται Σταυροαναστάσιμη χαρά. 
Όλα τα Αναστάσιμα τροπάρια της βραδιάς του Πάσχα, είναι διαποτισμένα από Θεϊκή χαρά, από φως, από ζωή, από ελπίδα, από θεία ευφροσύνη. 
Η πρώτη λέξις του Αναστάντος Κυρίου, όταν πρωτοεμφανίστηκε στις Μυροφόρες γυναίκες, ήταν το «Χαίρετε». Αλλά και κείνες ευθύς αμέσως μετά χαράς μεγάλης, έδραμον απαγγείλαι το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. 

Ναι αδελφοί μου. Η χαρά της Αναστάσεως είναι αυτή που διαποτίζει ολόκληρη τη ζωή μας, και την λατρεία της Εκκλησίας μας. 
«Χαίρετε εν Κυρίω», συνιστά παντού και πάντοτε ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του. Είσαι ενωμένος σφιχτά και αδιαίρετα με τον Χριστό; Αν ναι, τότε η χαρά σου θα είναι πνευματική, θεοφιλής, αμετάπτωτη, αδιάλειπτη και μη αναιρωμένη, όπως μας βεβαιώνουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. 

Χριστιανοί μου, είθε και στις καρδιές όλων μας να βασιλεύσει αυτή η πνευματική χαρά, η χαρά της Αναστάσεως, η χαρά των Αγίων, και των Αγγέλων, η πανευφρόσυνη χαρά της σωτηρίας μας, η χαρά της Παναγίας μας, η χαρά της μετανοίας μας, 

Αμήν.

πηγή


Ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς Αρχιμανδρίτης Μάξιμος Ματθαίου







῾Η νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μαζί μέ τή νηστεία τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς, εἶναι οἱ ἀρχαιότερες καί μόνες νηστεῖες, πού ἔχουν Οἰκουμενική κάλυψη, δηλαδή ἐπικυρώθηκαν μέ Κανόνες Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ξθ΄ ῾Αγ. ᾿Αποστ., ε΄ τῆς Α΄, β΄, κθ΄ καί πθ΄ τῆς ΣΤ΄). Οἱ λοιπές καθιερωμένες νηστεῖες τοῦ ἔτους, βασίζονται στήν ῾Ιερή Παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας μας, πού κι αὐτή εἶναι ἰσχυρή καί ἔγκυρη.

῾Η νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀνάγεται ἤδη στούς ἀποστολικούς χρόνους καί θεσμοθετήθηκε κατά μίμηση τῆς σαραντάμερης νηστείας τοῦ Κυρίου μας (Ματθ. δ΄, 2), ὡς καί τῶν σαραντάμερων νηστειῶν τῶν Προφητῶν Μωυσέως (᾿Εξοδ. λδ΄, 28) καί ᾿Ηλιοῦ (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 8).

῾Η ἀρχαιότητά της, ἔγκειται καί στό γεγονός, ὅτι μόνον κατ᾿ αὐτή, σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες μεταγενέστερες μακρές νηστεῖες, δέν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση τῆς ἀναιμάκτου θυσίας (τελείας Λειτουργίας), παρά μόνο τά Σάββατα καί τίς Κυριακές.

᾿Από νωρίς συνδέθηκε μέ τήν ἀρχαία νηστεία τοῦ Πάσχα, τῆς μιᾶς, δύο καί μετά ἕξι ἡμερῶν πρό τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (Μεγάλη ῾Εβδομάδα). Μιά ἐκδοχή, ὅτι ἀρχικά ἡ Τεσσαρακοστή συνδέθηκε μέ τά Θεοφάνεια, κατά ἀκριβῆ μίμηση τῆς σαραντάμερης νηστείας τοῦ Κυρίου στήν ἔρημο μετά τό Βάπτισμα Του, ἀρχόμενη ἀπό τίς 7 ᾿Ιανουαρίου, δέν ἔχει ἀποκτήσει σταθερά ἐρείσματα καί θεμελιωμένες ἀποδείξεις.

᾿Αρχικό νόημα


Τό νόημα τῆς νηστείας τῶν σαράντα ἡμερῶν, ἀρχικά ἦταν ταυτισμένο μέ τήν προετοιμασία τῶν Κατηχουμένων καί "τῶν πρός τό ἅγιον φώτισμα εὐτρεπιζομένων", γιά τό βάπτισμά τους, κατά τή νύκτα τοῦ Μ. Σαββάτου, στήν παννυχίδα - ἀγρυπνία τοῦ Πάσχα. Στή "Λειτουργία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς", τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἤ Προηγιασμένη, οἱ σχετικές "δεήσεις", πού μέχρι σήμερα ἔχουν διατηρηθεῖ ἀνέπαφες, μαρτυροῦν αὐτό τό ἀρχικό νόημα. Τό αὐτό μαρτυρεῖ καί ἡ καθημερινή ᾿Ανάγνωση, στίς ᾿Ακολουθίες αὐτῆς τῆς περιόδου, τῶν Βιβλίων, πού χρησιμοποιοῦσε ἡ ᾿Αρχαία ᾿Εκκλησία γιά Κατήχηση, ἤτοι τῆς Γενέσεως, τοῦ ᾿Ησαΐα καί τῶν Παροιμιῶν.

Τό Πάσχα παρέχει τή μεγάλη ἱερότητα πού ἔχει τό Μυστήριο τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, ὡς συμμετοχή (συνταφή καί συνανάσταση) στόν ἐκούσιο Θάνατο καί τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου, κατά τήν θεμελιώδη ἑρμηνεία τοῦ θείου Παύλου: "συνετάφημεν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν" (Ρωμ. ς΄ 4). ῾Η Λειτουργία τῆς Παννυχίδας τοῦ Πάσχα ἦταν μιά καθαρά "βαπτισματική" Λειτουργία, στοιχεῖα τῆς ὁποίας, ἔχουν μέχρι σήμερα διατηρηθεῖ στήν ἀντίστοιχή της ἑσπερινή Λειτουργία τοῦ Μ. Σαββάτου (῾Εσπερινός ᾿Αναστάσεως μέ τή Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου). Αὐτά εἶναι:

α) τά 15 Παλαιοδιαθηκικά ᾿Αναγνώσματα τοῦ ῾Εσπερινοῦ (σήμερα ἀναγινώσκονται τρία) γιά τήν κάλυψη τοῦ χρόνου Βαπτίσεως τῶν Κατηχουμένων στό Βαπτιστήριο καί σέ ἀναμονή τῶν πιστῶν γιά τήν ὑποδοχή τους στό Ναό, πού γινόταν μέ τήν ψαλμωδία τοῦ εἰσοδικοῦ ὕμνου "῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...", γιά τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας,

β) τά Καινοδιαθηκικά ᾿Αναγνώσματα (᾿Απόστολος καί Εὐαγγέλιο), πού εἶναι τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος καί

γ) ἡ ψαλμωδία τοῦ βαπτισματικοῦ ὕμνου "῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...", σέ ἀντικατάσταση τοῦ Τρισαγίου ὕμνου.

Περίοδος μετανοίας

῾Η σταδιακή ἀτονία τοῦ θεσμοῦ τῶν Κατηχουμένων μέ τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ κατά τόν 6ο αἰῶνα, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα α) τήν κατάργηση τῆς ὁμαδικοῦ βαπτίσματος, ὡς μεγάλου ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος, συνδεδεμένου μέ τή Λειτουργία τοῦ Πάσχα, β) τήν τέλεση μεμονομένων πλέον (ἰδιωτικῶν!) βαπτίσεων, ἀποσυνδεμένων ἀπό τό Πάσχα ἤ ἀπό ἄλλες μεγάλες Δεσποτικές ἑορτές (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πεντηκοστή, πού ὅμως μέχρι σήμερα διατηροῦν τόν βαπτισματικό τους χαρακτῆρα στή Λειτουργία), ἀλλά κυρίως γ) τήν ἀλλαγή τοῦ νοήματος καί τοῦ χαρακτῆρα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἀπό "κατηχητικῆς" περιόδου προετοιμασίας τῶν Κατηχουμένων (καί ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος, γιά τό γεγονός τῆς εἰσόδου "διά τοῦ βαπτίσματος" νέων μελῶν σ᾿ αὐτήν), σέ περίοδο "μετανοίας", προετοιμασίας τῶν πιστῶν γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα.

Τό νόημα τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα, ὡς προσωπικῆς διαβάσεως τοῦ καθενός μας "διά τῆς ᾿Εκκλησίας" καί μέσα στήν ᾿Εκκλησία, ἀπό τό ζοφερό χῶρο τῆς δουλείας τῶν παθῶν καί τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Σατανᾶ, στό χῶρο τῆς ἐλευθερίας τῶν "υἱῶν τοῦ Θεοῦ", τῆς Νέας ᾿Επαγγελίας, προσφέρει ἀκριβῶς τήν "ἀνάληψη" τοῦ ἀγῶνα, γι᾿ αὐτήν τήν ὑπέρβαση, στό "στάδιο τῶν ἀρετῶν", τήν Μ. Τεσσαρακοστή. Αὐτή ἡ ὑπέρβαση θά ἐπιτευχθεῖ μέ τή μετάνοια, ὅπως ἀκριβῶς τήν ἐξήγγειλε ἡ ἐκπλήρωση καί φανέρωση τῆς πρώτης "ἐπαγγελίας τοῦ Πατρός", ὁ Μεσσίας, στήν πρώτη Του διδασκαλία: "Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν". ῾Η μετάνοια εἶναι ἄλλωστε τό "δεύτερο βάπτισμα" καί ταυτίζεται μέ τόν "ἀγῶνα τῆς νηστείας", πού εἶναι ἡ Μ. Τεσσαρακοστή.

῾Ο νέος αὐτός προσανατολισμός τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, συνέβαλε, ὥστε ἀπό τόν 9ο κυρίως αἰῶνα νά δημιουργηθεῖ, μέ κέντρο τή Μονή τοῦ Στουδίου στήν Κωνσταντινούπολη καί εἰδικότερα ἀπό τόν ἅγιο Θεόδωρο τό Στουδίτη ἀρχικά, τό λειτουργικό βιβλίο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς "Τριώδιο", στό ὁποῖο καταχωρήθηκε καί διασώθηκε ὁ τεράστιος καί ἀξεπέραστος ὑμνολογικός πλοῦτος, ἐπικεντρωμένος ἀκριβῶς στό νέο νόημα, τή μετάνοια. Τό βιβλίο αὐτό φανερώνει καί τόν τελικό σύνδεσμο τῆς Τεσσαρακοστῆς μέ τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, τήν προέκταση τῆς ἀρχαίας νηστείας τοῦ Πάσχα.

Διάρκεια τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς

῾Η περίοδος διάρκειας καί ὁ τρόπος μετρήσεως τῆς Τεσσαρακοστῆς, μέχρι τήν τελική διαμόρφωσή της, πού ἰσχύει γιά μᾶς σήμερα, παρουσίασε μεγάλη ποικιλία κατά τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες.

Πρόκειται περί τοῦ διαφορετικοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἡμερῶν τῆς μεγάλης αὐτῆς καί μακρᾶς Νηστείας, πού τήν διαφοροποιεῖ κατά τή χρονική διάρκεια καί ἔκτασή της. Συγκεκριμένα, ὑπῆρξε ἐξ ἀρχῆς προβληματισμός στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες, ὡς πρός τό:

Ποιές θά εἶναι αὐτές οἱ σαράντα μέρες νηστείας;

Τό Σάββατο καί ἡ Κυριακή, πού εἶναι εὐχαριστιακές καί καταλύσιμες ἡμέρες, θά συμπεριλαμβάνονται στή χρονική διάρκεια;

῾Η Μεγάλη ῾Εβδομάδα θά συμπεριλαμβάνεται στή μέτρηση τῶν 40 ἡμερῶν;

᾿Ανατολική ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία.

Γιά μᾶς ἐπικράτησε "ἡ μορφή τῆς Κωνσταντινουπόλεως", δηλαδή ὁ τρόπος μέτρησης πού ἐφαρμόστηκε τελικά στή Βασιλεύουσα μετά τόν 8ο αἰῶνα, ὅταν ὁριστικοποιήθηκε τό νέο νόημα τῆς Τεσσαρακοστῆς, μέ τή διαμόρφωση καί τοῦ λειτουργικοῦ της βιβλίου τοῦ "Τριωδίου".

Κατά τήν ἰσχύσασα αὐτή "μορφή" στήν Μεγ. Τεσσαρακοστή:

δέν συμπεριλαμβάνεται ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάδα,

προσμετροῦνται ὅμως τά Σάββατα καί οἱ Κυριακές, πού, ἄν καί δέν εἶναι μέρες νηστείας, ἐντάσσονται στή λειτουργική περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί

χρειάζονται 6 ἑβδομάδες γιά τή συμπλήρωσή της.

῞Εξι ἑβδομάδες ἐπί ἑπτά ἡμέρες κάνουν σαράντα δύο μέρες (6x7=42). ᾿Αφαιροῦνται οἱ δύο τελευταῖες μέρες, τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου καί ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων καί ἔτσι ἔχουμε 40 ἡμέρες.

῾Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀρχίζει ἀπό τή Δευτέρα τῆς Α΄ ῾Εβδομάδος τῶν Νηστειῶν (Καθαρά Δευτέρα - Καθαρά ῾Εβδομάς) καί λήγει τήν Παρασκευή τῆς ΣΤ΄ ῾Εβδομάδος (πρό τῶν Βαΐων). Τά τροπάρια αὐτῆς τῆς τελευταίας μέρας στό "Τριώδιο", φανερώνουν "τήν πλήρωσιν τῆς ψυχοφελοῦς Τεσσαρακοστῆς" καί τήν ἀναμονή τῆς "ἁγίας ἑβδομάδας τοῦ Πάθους".

Αὐτός ὁ ὑπολογισμός ὑπονοεῖται, κατά τήν ἐρμηνεία πολλῶν, καί ἀπό τίς ᾿Αποστολικές Διαταγές (κείμενο τοῦ τέλους τοῦ δ΄ αἰῶνος), πού λέγουν: "᾿Επιτελείσθω δέ ἡ νηστεία αὕτη πρό τῆς νηστείας τοῦ Πάσχα, ἀρχομένη μέν Δευτέραν, πληρουμένη δέ εἰς Παρασκευήν. Μεθ᾿ ἅς ἀπονηστεύσαντες ἄρξασθε τῆς ἁγίας τοῦ Πάσχα ἑβδομάδος, νηστεύοντες αὐτήν πάντες μετά φόβου καί τρόμου".

Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου καί ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων, εἶναι Δεσποτικές ἑορτές. ᾿Εξ αἰτίας τοῦ νέου ὑπολογισμοῦ τῆς Τεσσαρακοστῆς, πού λήγει πρίν τή Μ. ῾Εβδομάδα, ἡ Λειτουργία τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου, διασώζει στοιχεῖα βαπτισματικῆς Λειτουργίας, γιά τήν ὁλοκλήρωση τῆς σαραντάμερης προετοιμασίας τῶν Κατηχουμένων. Αὐτό φαίνεται ἀπό τήν ψαλμωδία τοῦ βαπτισματικοῦ ὕμνου "῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...", σέ ἀντικατάσταση τοῦ Τρισαγίου ὕμνου, κατά τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου καί ἀπό τό β΄ ἀπολυτίκιο τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων "Συνταφέντες σοι διά τοῦ Βαπτίσματος, Χριστέ ὁ Θεός, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ ᾿Αναστάσει σου...", πού φανερώνει τήν ἤδη τελεσθεῖσα Βάπτιση τῶν Κατηχουμένων στή λήξη τῆς Τεσσαρακοστῆς.

᾿Αρχαῖες "Προχαλκηδόνιες" ἐκκλησίες

Τό ὅτι ἀρχικά συμπεριλαμβανόταν ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάδα στήν Τεσσαρακοστή, φαίνεται καθαρά στόν κθ΄ κανόνα τῆς ΣΤ΄ Οἰκ. Συνόδου (691), κατά τόν ὁποῖο ἡ Μ. Ἑβδομάδα ἀναφέρεται, ὡς "ὑστέρα (ἐσχάτη) ἑβδομάς" τῆς Τεσσαρακοστῆς, καθώς καί στό ῾Οδοιπορικό τῆς Αἰθερίας (381-384).

Τήν συμπερίληψη τῆς Μ. ῾Εβδομάδος στήν Τεσσαρακοστή, διετήρησαν οἱ ἀρχαῖες "ἐλάσσονες" ἐκκλησίες, πού ἀπεσχίσθησαν ἀπό τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία μετά τήν "ἐν Χαλκηδόνι" (481), συνελθοῦσα Δ΄ Οἰκ. Σύνοδο (Προχαλκηδόνιες), ὅπως ἡ ᾿Αρμενική, Κοπτική, Αἰθιοπική κ.ἄ.

Κατά τήν παλαιά μέτρηση δέν συμπεριλαμβάνονται τά Σάββατα καί οἱ Κυριακές, ὡς καταλύσιμες μέρες. ῾Υπολογίζουν μόνο πέντε (5) μέρες νηστείας τήν ἑβδομάδα, γι᾿ αὐτό χρειάζονται ὀκτώ (8) ἑβδομάδες γιά τήν ὁλοκλήρωση τῶν 40 ἡμερῶν νηστείας (55 8=40). ᾿Αρχίζει ἡ Τεσσαρακοστή δηλαδή, μιά ἑβδομάδα πρίν ἀπό μᾶς (Δευτέρα Τυροφάγου).

Γι᾿ αὐτό καί ἡ ἑβδομάδα τῆς Τυροφάγου, πού γιά μᾶς μέχρι σήμερα ἔχει περιορισμένη νηστεία καί πολλά λειτουργικά στοιχεῖα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, φανερώνει τήν προσπάθεια συμβιβασμοῦ τῶν 6 ἤ 8 ἑβδομάδων, ὡς πρός τή χρονική διάρκεια τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.

᾿Επίσης, παρά τή νέα ρύθμιση, κατά τήν ὁποία ἡ Μ. ῾Εβδομάδα εἶναι ἐκτός Τεσσαρακοστῆς, στίς Προηγιασμένες Λειτουργίες τῆς Μ. ῾Εβδομάδος, παραμένει ὡς ὀπισθάμβωνος εὐχή, αὐτή πού ἀναφέρεται στή Τεσσαρακονθήμερο νηστεία. Δέν ὑπῆρξε πρόβλεψη γιά ἀλλαγή τῆς εὐχῆς κατ᾿ αὐτές τίς μέρες, πού δέν συμπεριλαμβάνονται στή Μ. Τεσσαρακοστή (ὅπως προβλέπει τό Τυπικό τῆς ᾿Αναστάσεως, κῶδ. τ. Σταυροῦ 43, γιά τήν τέλεση τῆς ἀρχαίας ἱεροσολυμίτικης Προηγιασμένης τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιακώβου τοῦ ᾿Αδελφοθέου, τίς ἡμέρες τῆς Μ. ῾Εβδομάδος). Δεῖγμα καί αὐτό τῆς παλαιᾶς συμπερίληψης τῆς Μ. ῾Εβδομάδος στή Τεσσαρακοστή. ῎Αλλωστε στή συνείδηση τοῦ κόσμου ἡ Μ. ῾Εβδομάδα δέν ξεχωρίζεται ἀπό τή Τεσσαρακοστή.

Δυτική Ρωμαιοκαθολική ᾿Εκκλησία

Καί ἡ Ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία διετήρησε τή συμπερίληψη τῆς Μ. ῾Εβδομάδος στήν Τεσσαρακοστή. Πλήν ὅμως, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 3ου αἰῶνα στή Ρώμη, ἀργότερα τόν 4ο αἰῶνα στήν ᾿Ισπανία (Σύνοδος ᾿Ελβίρας, καν.26) καί ὁριστικά τόν 5ο αἰῶνα (Ρώμης ᾿Ιννοκέντιος ὁ Α΄, 401-417, ἐπιστ. 25, Migne, 20,555), κατήργησε τήν κατάλυση τοῦ Σαββάτου καί αὐθαιρέτως ἐθέσπισε τό Σάββατο ὡς νηστήσιμη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἐπεκτείνοντας τήν ἐνιαύσια νηστεία τοῦ Μ. Σαββάτου, σέ ἑβδομαδιαία, παρά τή ρητή ἀπαγόρευση τοῦ ξς΄ ἀποστολικοῦ κανόνος. ῾Ως ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς καινοτομίας, παραμένει ἡ αὐστηρή ἔκδοση τοῦ νε΄κανόνος τῆς ΣΤ΄ Οἰκ. Συνόδου.

῎Ετσι ἡ Δυτική ἐκκλησία ὑπολογίζει 6 μέρες νηστείας τήν ἑβδομάδα, ἀφαιρῶντας μόνο τήν Κυριακή. Γιά τήν συμπλήρωση τῶν 40 ἡμερῶν χρειάζεται 6 ἑβδομάδες (6 5 6 = 36) καί 4 ἡμέρες. ῎Ετσι ἡ Τεσσαρακοστή γιά τή Δυτική ἐκκλησία, ἀρχίζει ἡμέρα Τετάρτη (Καθαρά), τήν ἀντίστοιχη Τετάρτη τῆς Α΄ (Καθαρᾶς) ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν γιά μᾶς, ἄν συμπέσει τό Πάσχα κοινό. Γι᾿ αὐτό καί οἱ Δυτικοί ἑορτάζουν τίς ᾿Απόκριες καί τήν (γιά μᾶς Καθαρά) Δευτέρα καί Τρίτη. ῎Ετσι ἐξηγεῖται καί ἡ παρατηρούμενη, δυστυχῶς, ἑορταστική ἐπέκταση... τῆς περιόδου τοῦ Τριωδίου τήν Καθαρά Δευτέρα, κατά μίμηση ξενικῶν ἑορταστικῶν ἐθίμων. ῾Η ἀργία τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας, στό ᾿Ορθόδοξο Κράτος μας, θεσπίστηκε ἆραγε γιά τήν δυνατότητα ἀπερίσπαστης περισυλλογῆς "ἐπί τῇ ἐνάρξει" τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς ἤ ἐξ ἐπιδράσεως τῆς δυτικῆς ἀποκριάτικης ἑορτῆς;

῾Ο τρόπος τῆς νηστείας

α) Περίοδος Τριωδίου.

Στήν ἑβδομάδα τῆς Τυροφάγου, κατάλοιπο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῶν 8 ἑβδομάδων, προστέθηκαν καί ἄλλες δύο, ἡ "Προφωνήσιμος" καί ἡ "᾿Απόκρεως", γιά νά γίνουν τρεῖς, οἱ ἑβδομάδες προετοιμασίας γιά τήν εἴσοδό μας στή Μ. Τεσσαρακοστή. ῾Η περίοδος αὐτή ὀνομάζεται "Τριώδιο".

Στή Νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς εἰσερχόμεθα σταδιακά, κατά τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου, περίοδο πνευματικῆς προετοιμασίας γιά τήν εἴσοδό μας σ᾿ αὐτήν.

Κατά τήν πρώτη ἑβδομάδα (ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου μέχρι τήν Κυριακή τοῦ ᾿Ασώτου), πού καλεῖται Προφωνήσιμη, ἐπειδή ἀποτελεῖ τήν προαναγγελία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἤ "ἀρτσιβούριο" (=προπομπός), ἔχουμε ὅλες τίς μέρες τῆς ἑβδομάδος "κατάλυσιν εἰς πάντα" (ἀπολυτή).

Κατά τήν δεύτερη ἑβδομάδα, τῆς ᾿Αποκριάς ἤ Κρεατινῆς (ἀπό τήν Κυριακή τοῦ ᾿Ασώτου μέχρι τήν Κυριακή τῶν ᾿Απόκρεω), καταλύουμε εἰς πάντα, ἐκτός Τετάρτης καί Παρασκευῆς, ἡμέρες αὐστηρῆς νηστείας. ῾Η Κυριακή τῶν ᾿Απόκρεω, εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα, πού τρῶμε κρέας.

Καί κατά τήν τρίτη ἑβδομάδα, τήν Τυροφάγο ἤ Τυρινή (ἀπό τήν Δευτέρα μετά τήν Κυριακή τῶν ᾿Απόκρεω μέχρι καί τήν Κυριακή τῆς Τυροφάγου), καταλύουμε ἀπ᾿ ὅλα, ὅλες τίς ἡμέρες, ἐκτός ἀπό κρέας (λευκή νηστεία). Τήν ἑβδομάδα αὐτή ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης τήν ὀνομάζει "προνήστιμον" καί ἡ ὑμνογραφία "προκαθάρσιον", ἐπειδή κατ᾿ ἐξοχήν αὐτή μᾶς προετοιμάζει, γιά νά εἰσέλθουμε στήν Τεσσαρακοστή.

Μέ τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς, κλείνει ἡ προπαρασκευαστική περίοδος τῶν τριῶν ἑβδομάδων τοῦ Τριωδίου καί εἰσερχόμεθα στήν Μ. Τεσσαρακοστή.

β) Μ. Τεσσαρακοστή.

Κατά τήν Μ. Τεσσαρακοστή, ἡ νηστεία εἶναι αὐστηρή, ἄνευ καταλύσεως "οἴνου καί ἐλαίου".

Λάδι καί κρασί καταλύουμε μόνο τά Σάββατα καί τίς Κυριακές (ὡς λύση τῆς νηστείας), καί κατά τήν ἑορτή τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. ῎Αν κάποιοι τρῶνε λάδι Δευτέρα, Τρίτη καί Πέμπτη, αὐτό γίνεται γιά ἰδιαίτερους λόγους ἀδυναμίας ἤ ἀσθενείας, μέ τή διάκριση καί ἔγκριση τοῦ Πνευματικοῦ.

Ψάρι καταλύουμε κατά τήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

῾Η πρώτη ἑβδομάδα ὀνομάζεται Καθαρά. Ξεκινάει τήν Καθαρά Δευτέρα, ἡμέρα αὐστηρῆς νηστείας, πού χαρακτηρίστηκε ἔτσι, ἀπό τό ἱστορικό πείραμα τοῦ αὐτοκράτορα ᾿Ιουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη, ὁ ὁποῖος ἀποπειράθηκε κατά τήν ἡμέρα αὐτή νά μολύνει τίς τροφές τῶν χριστιανῶν στή Κωνσταντινούπολη. ῾Η πανουργία αὐτή ἀποκαλύφθηκε μέ τήν, ἀπό τόν Θεό, ἐπέμβαση τοῦ ἀθλοφόρου ἁγίου μάρτυρος Θεοδώρου, τοῦ προερχόμενου ἀπό τό Τηρωνικό τάγμα (Τήρων = νεοσύλλεκτος), ῾Ο ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων, διά τοῦ Πατριάρχου ΚΠόλεως Εὐδοξίου, παρώτρυνε τό λαό νά τραφεῖ μέ κόλλυβα. Τό παράδοξο αὐτό θαῦμα γιορτάζεται τό Σάββατο τῆς Α΄ αὐτῆς ἑβδομάδας τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἐπειδή "ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ οὐ τελοῦνται μνῆμαι μαρτύρων, εἰ μή ἐν Σαββάτῳ καί Κυριακῇ". ῾Η ἑβδομάδα αὐτή τηρεῖται μέ ξηροφαγία ἤ μέ τριήμερο ἀποχή (ὑπέρθεση) ἀπό παντός τροφίμου κατά τίς τρεῖς πρῶτες μέρες, ἤ ἀκόμη μέ ἀσιτία μέχρι τό Μ. ᾿Απόδειπνο τῆς Πέμπτης καί τούς Χαιρετισμούς τῆς Παρασκευῆς.

γ) Σάββατο Λαζάρου - Κυριακή Βαΐων.

῾Η Μ. Τεσσαρακοστή πληροῦται τήν Παρασκευή τῆς ἕκτης ἑβδομάδος. ᾿Ακολουθοῦν δύο πανηγυρικές ἡμέρες, δύο Δεσποτικές ἑορτές (κατά τίς ὁποῖες δέν τελοῦνται μνημόσυνα, ὅπως ὅλες τίς Δεσποτικές ἑορτές),

"τῆς ᾿Εγέρσεως τοῦ ἁγίου καί δικαίου, φίλου τοῦ Χριστοῦ, Λαζάρου τοῦ τετραημέρου" τό Σάββατο καί

"τῆς λαμπρᾶς καί ἐνδόξου πανηγύρεως τῆς εἰς ῾Ιερουσαλήμ εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ" τήν Κυριακή.

Κατ᾿ αὐτές, γιά τή λήξη τῆς Νηστείας καί τό θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου "πιστουμένου τήν κοινήν ἀνάστασιν, πρό τοῦ Πάθους Του", τό μέν Σάββατο καταλύουμε "ἔλαιον καί οἶνον", τήν δέ Κυριακή τῶν Βαΐων "ἰχθύας". ῾Ο Θεόδωρος Στουδίτης ὥριζε γιά τούς μοναχούς τῆς Μονῆς Στουδίου κατάλυση ἰχθύων καί τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου (Migne, 99, 1791).

δ) Μεγάλη ῾Εβδομάδα.

Κατά τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, ἀπό τή Μ. Δευτέρα μέχρι καί τό Μ. Σάββατο, ὁρίζεται αὐστηρή νηστεία μέ ἀποχή ἀπό λάδι.

Γιά τή Μ. Πέμπτη εἰδικότερα, σύμφωνα μέ τό τυπικό τῆς Μονῆς τοῦ ῾Αγίου Σάββα, πού ἔχει καταγραφεῖ καί στό "Τριώδιο", ἄλλα Τυπικά ᾿Εκκλησιῶν καί Μονῶν, τή γνώμη τοῦ ὁσιωτάτου Πατριάρχου ΚΠόλεως Νικολάου, καθώς καί τήν εὑρύτατα διαδεδομένη παράδοση τοῦ λαοῦ μας καί τή συνήθεια τῶν χριστιανῶν, μποροῦμε νά καταλύουμε λάδι, μετά τή Θεία Μετάληψη, πρός τιμήν τῆς ἡμέρας τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, κατά τό ὁποῖο μᾶς παρέδωσε ὁ Κύριος τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Γιά τό Μ. Σάββατο χρειάζεται προσοχή, γιατί εἶναι ἡμέρα αὐστηρῆς νηστείας, τό μόνο Σάββατο πού νηστεύεται καί ἡ νηστεία παρατείνεται μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, "ὅτε, ἐπιφωσκούσης τῆς Κυριακῆς ", ἐξαγγέλλεται ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀκριβῶς ὁρίζουν οἱ ᾿Αποστολικές Διαταγές: "Τῷ δέ Σαββάτῳ μέχρις ἀλεκτροφωνίας παρατείνοντες ἀπονηστίζεσθε ἐπιφωσκούσης τῆς μιᾶς Σαββάτων, ἥτις ἐστίν ἡ Κυριακή".

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:


᾿Αγαπίου ἱερομ. καί Νικοδήμου μον., Πηδάλιον

᾿Αμ. ᾿Αλιβιζάτου, Οἱ ἱεροί κανόνες

Γεωργ. Βεργωτῆ, ῾Η Νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς

Χρήστου Μ. ᾿Ενισλείδου, ῾Ο θεσμός τῆς Νηστείας

Εὐαγγ. Θεοδώρου, ῾Η μορφωτική ἀξία τοῦ ἰσχύοντος Τριωδίου

Συμ. Κούτσα, ᾿Αρχιμ., ῾Η Νηστεία τῆς ᾿Εκκλησίας

Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων

Α. Schmemann, Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Τοῦ ἰδίου, ᾿Εξ ὕδατος καί πνεύματος

Βασ. Στεφανίδου, ᾿Αρχιμ., ᾿Εκκλησιαστική ῾Ιστορία

᾿Ιω. Φουντούλη, Λειτουργική

Τοῦ ἰδίου, ᾿Απαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας

Τοῦ ἰδίου, Λογική Λατρεία

Τοῦ ἰδίου, Θείαι Λειτουργίαι

Πιστεύουν στο Θεό οι πολιτικοί μας;



Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι πολιτικοί της σύγχρονης 'Ελλάδος όχι μόνο δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν διέπονται άπό τα 'Ορθόδοξα χριστιανικά ιδεώδη, άλλα αντιθέτως πολεμούν τήν Εκκλησία και θεωρούν τους πιστούς χριστιανούς, ανθρώπους με χαμηλή νοημοσύνη, φανατικούς καί μισαλλόδοξους.
Όμως δέν γνωρίζουν φαίνεται ότι η σημερινή άθλια οικονομική, πολιτική, πολιτιστική καί κοινωνική κατάσταση της χώρας θα είχε αποφευχθεί, αν εκείνοι πίστευαν στο Θεό και κυβερνούσαν κάτω άπό το πρίσμα των Ορθόδοξων χριστιανικών αξιών...

Αν λοιπόν διοικούσαν σύμφωνα με το νόμο του Θεού, δέν θα υφάρπαζαν τήν δημόσια περιουσία, δέν θα αδικούσαν, δέν θα πλούτιζαν εις βάρος του φτωχού λαού καί δέν θα έκαναν τρυφηλή ζωή μέσα από απάτες, δωροδοκίες καί κλοπές.
Αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν οτι μέ αυτές τις εγκληματικές ενέργειες τους, βάφουν τα χέρια τους «μέ αίμα αθώων».
Όταν στερείς, επιβάλλοντας τόσο δυσβάσταχτα μέτρα λιτότητας, άπό τις κατώτερες τάξεις τήν φαρμακευτική καί Ιατρική περίθαλψη, βασικούς παράγοντες διαβίωσης, όπως τήν θέρμανση, καί τους αναγκάζεις να ζουν σέ συνθήκες τριτοκοσμικής χώρας, αναμενόμενο είναι να αυξηθεί καί η θνησιμότητα του πληθυσμού.
'Επειδή λοιπόν oι περισσότεροι έκ των πολιτικών δέν το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό και συνεχίζουν χωρίς τύψεις καί ενοχές να διάγουν τον πλούσιο καί άνετο βίο τους, χωρίς να τους κυνηγούν oι Ερινύες, οφείλουν να μετανοήσουν καί να καταλάβουν οτι είναι αυτοί οί κύριοι υπεύθυνοι γιά τους θανάτους λόγω υποσιτισμού ή ασθενειών λόγω ανθυγιεινών συνθηκών καί γιά τίς δεκάδες αυτοκτονίες, πού έχουν γίνει καί θα γίνουν λόγω της κρίσεως.
Ράγισε τις καρδιές των τηλεθεατών μία γηραιά κυρία από τήν Κρήτη, η οποία μίλησε στην πρωινή εκπομπή της NET «Πρωινή Ενημέρωση» καί μέ πόνο ψυχής ανέφερε τα εξής:
«Να πιάσουνε να άκυρώσουνε το χαράτσι από τους φτωχούς. Να δώσουνε τα λεφτά, πού άνήκουνε στους φτωχούς άπό τή σύνταξη, γιατί τή δουλέψανε, δέν τή κλέψανε. Εμείς δέ χρωστούμε πουθενά. Αυτοί πού χρωστούνε να τα δώσουνε. Δέν έχω να φάω σήμερα. Ποιοςμέ ρωτά; Πήγα να πάρω τή σύνταξη σήμερα, πού τήν έχω δουλεμένη. 32 χρόνια δούλεψα. Βαρέα ανθυγιεινά καί μου λένε δέ στα βάλανε.Τρώνε, πίνουνε, καλοπερνούνε, τα παιδιά τους, τά εγγόνια τους αυτοί, κι έμάς, μας έχουνε, στην πείνα. Λοιπόν, πείνασα σαν να 'μουνα 14 χρονών, τά ζησα αυτά... γιατί γεννήθηκα τό 1946 μετά τον πόλεμο.Λοιπόν. Δέν θέλω να τα ζήσουνε τα παιδιά μου καί τα εγγόνια μου αυτά. Δέν χρωστώ στο κράτος μία... Να τα δώσουνε αυτοί που χρωστούν (η φωνή της σπάει. Συγκίνηση). Ο Βενιζέλος, ο Παπανδρέου, ο Τσοχατζόπουλος...
Είμαι άρρωστη καί τα φάρμακα μου δέν τα παίρνω. Ακούτε; Ακούτε;...».
Οργή λαού φωνή Θεού.
Ας συνετιστουν λοιπόν oι πολιτικοί μας καί ας μετανοήσουν γιατί «Ζει Κύριος ο Θεός» καί ας μή τό πιστεύουν οι περισσότεροι έξ αυτών. Ο Θεός υπάρχει και μάλιστα είναι Θεός Δικαιοσύνης. Καί θα αποδώσει τήν θεία Δικαιοσύνη σέ αυτούς, πού αδίκησαν τον συνάνθρωπό τους.
Ας μη κοιμώνται λοιπόν τόσο ήσυχοι καί αμέριμνοι όσοι πλούτισαν εις βάρος του μόχθου και του ιδρώτα του λαού. Καί ας φέρουν στή μνήμη τους τον μεγάλο καταχραστή του δημοσίου χρήματος καί τον υπεύθυνο γιά σωρεία εγκληματικών πράξεων Ιωάννη Κωλέττη, ο οποίος τό 1843 οδήγησε τήν Ελλάδα στην χρεωκοπία.
Γράφει ο κουμπάρος του στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του γιά τό θάνατο του πατριδοκάπηλου Κωλέττη:
«Τότε έβγαλαν καί το σώμα του Κωλέττη άλιωτο από την τάφο του. Αφού αρρώστησε ο γκενεράλ Κωλέττης και φώναζε νύχτα καί ημέρα και βάβιξε καί γκάριξε καί βγήκε η ψυχή του, κοντά σέ τρία χρόνια θέλησαν οι συγγενείς να τον ξεχώσουν. Καί τον βγάνουν καθώς τον θάψαν... Μόνο τά μάτια του ήταν βουλιασμένα... ότι έβλεπαν τις πράξεις οπού 'κανε δια τήν πατρίδα και θρησκεία του και τόσους άδικους φόνους αγωνιστών... και πόσες μείναν χήρες κι ορφανά (εξαιτίας του)... Ο Κωλέττης είχε συνάξει όλους τούς κακούργους τής κοινωνίας απ' ούλες τίς τάξεις καί τους βοήθαγε μέ τά πλούτη της πατρίδας καί μέ τις θέσες. Καί ξεμάκρυνε καί κατάτρεξε όλους τους τίμιους ανθρώπους».
Ας προσευχηθούμε αδελφοί να μας δώσει ο Κύριος μετάνοια.

πηγή

Συναξαριστής 8 Μαρτίου


Ὁ Ὅσιος Θεοφύλακτος ἐπίσκοπος Νικομήδειας

 


Ἔζησε τὸν 8ο αἰῶνα, στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Λέοντα τοῦ Δ´. Ἦταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἡ μεγάλη του παιδεία τὸν ἔφερε στὴ Βασιλεύουσα.

Ἐκεῖ δημιούργησε φιλικὲς σχέσεις μὲ πολλοὺς ἐπισήμους, μεταξὺ αὐτῶν καὶ μὲ τὸν ἔπειτα Πατριάρχη Ταράσιο. Ὅταν πλέον ἔγινε Πατριάρχης ὁ Ταράσιος, παρακίνησε τὸ Θεοφύλακτο καὶ ἔγινε μοναχός. Εἰσῆλθε σ᾿ ἕνα μοναστήρι στὸν Εὔξεινο Πόντο. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ἀναδείχθηκε ἐπίσκοπος Νικομήδειας. Στὴ νέα του θέση ὁ Θεοφύλακτος διέπρεψε σ᾿ ὅλα τὰ καθήκοντά του.

Διακρίθηκε κυρίως στὰ ἔργα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Μὲ τὶς θερμές του προτροπὲς καὶ τὴν ἠθική του ἐπιβολή, ἵδρυσε πολλὰ νοσοκομεῖα. Δημιούργησε ταμεῖα γιὰ τὶς ἄπορες χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Ἀκολουθώντας τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ «ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος», δηλαδή, ἐκεῖνος ποὺ μεταξύ σας εἶναι μεγαλύτερος στὴ γνώση καὶ τὸ ἀξίωμα, πρέπει νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς ἄλλους καὶ μὲ κάθε τρόπο νὰ γίνεται χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος σ᾿ αὐτούς.

Ὁ Θεοφύλακτος πήγαινε πολλὲς φορὲς στὶς καλύβες τῶν δυστυχῶν οἰκογενειῶν καί, ἀφοῦ τὶς παρηγοροῦσε μὲ τὴν χριστιανικὴ ἐλπίδα καὶ μὲ τὴν παροχὴ χρηματικοῦ βοηθήματος, ἔκανε ὁ ἴδιος τὸν νοσοκόμο, περιποιούμενος τοὺς ἀῤῥώστους.

Ὁ Θεοφύλακτος γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν εἰκονομάχων ἐξορίσθηκε στὸ Στρόβιλο, καὶ ἀπὸ τὶς πολλὲς κακουχίες παρέδωσε τὸ πνεῦμα του μετὰ 30 χρόνια ἐξορίας. Ἐπὶ βασιλίσσης ὅμως Θεοδώρας (842-857) καὶ πατριάρχου Μεθοδίου (842-846), μετακομίστηκε τὸ τίμιο λείψανό του στὴ Νικομήδεια καὶ κατετέθη στὸν Ἱερὸ νάο Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε κτίσει.

 
Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ὁμολογητὴς ἐπίσκοπος Πλουσιάδος

Ἔζησε καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας καὶ διακρίθηκε μεταξὺ τῶν ἀκούραστων ὑπερασπιστῶν καὶ ἀτρόμητων φρουρῶν καὶ συνηγόρων τῆς Ὀρθοδοξίας. Πλήθη ὁμοφρόνων του διώκονταν, ἐξορίζονταν, βασανίζονταν, φυλακίζονταν, σκοτώνονταν, ἄλλοι ἦταν μὲ κομμένη τὴν μύτη καὶ τὴν γλῶσσα ἱερὰ θύματα τοῦ μαρτυρίου ὑπὲρ τῶν Εἰκόνων.

Ἀλλ᾿ ἡ πιθανότητα, ὅτι θὰ ἔπασχε καὶ αὐτὸς τὰ ἴδια, δὲν ἀναχαίτισε τὴν εὐσεβὴ ζέση τοῦ Παύλου. Πήγαινε λοιπὸν σὲ διάφορα μέρη καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὴν ἀντίσταση κατὰ τῶν αὐτοκρατορικῶν διαταγῶν. Δίδασκε, ὅτι οἱ χριστιανοὶ κανένα σεβασμὸ δὲν ὀφείλουν καὶ καμιὰ ὑπακοὴ σὲ Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους εἰκονομάχους καὶ διαμαρτυρόταν κατὰ τῆς ἀνίερης ἀνατροπῆς, ποὺ ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν στὴν Ἐκκλησία.

Γιὰ τὴν διαγωγή του αὐτὴ καταδιώχθηκε, φυλακίστηκε καὶ ἐξορίστηκε. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ἔμεινε ἀκλόνητος στὸν τίμιο ἀγῶνα του καὶ παρέδωσε τὴν πνοή του μαχόμενος μέχρι τελευταίας στιγμῆς.

 
Ὁ Ἅγιος Ἑρμῆς ὁ Ἀπόστολος

Αὐτὸν ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του (ιστ´ 14). Κατὰ τὴν παράδοση ἔγινε ἐπίσκοπος Δαλματίας καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Στὸν Συναξαριστὴ Delehaye καλεῖται Ἑρμῦλος. Στὸν δὲ Παρισινὸ Κώδικα 13 φ. 296 ἡ μνήμη του φέρεται κατὰ τὴν 8η Ἀπριλίου μετὰ τοῦ Ἠρωδίωνος, Ἀσύγκριτου, Φλέγοντος, Ρούφου, Ἔπαφρα καὶ Ἀγάβου.

 
 

 
Ὁ Ἅγιος Δίων

Μαρτύρησε διὰ μαχαίρας.

 
Ὁ Ὅσιος Δομέτιος

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

 

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...