Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2012

Ἐρμηνεία Εὐαγγελίου Ε΄Κυριακῆς (Μάρκ. ι, 32-45) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος




 



Ὁ Χριστός προφητεύει διὰ τρίτην φορὰν τὸν θάνατόν Του καί τὸ πάθος Του.

Ματθ. 20,17-19. Μάρκ. 10,32-34. Λουκ. 18,31-34.

Ὁμιλεῖ ἤδη ὁ Κύριος διὰ τρίτην φορὰν περὶ τοῦ πάθους Του, ἳνα ἐννοήσωσιν αὐτό οἱ Ἀπόστολοι καλῶς καὶ μὴ σκανδαλισθῶσιν, ὃταν οὗτος σταυρωθῆ. Πρώτην φορὰν ὡμίλησε διὰ τὰ πάθη Του μετὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Πέτρου καὶ δευτέραν μετά τὴν μεταμόρφωσίν Του. Ματθ. 17,21.

Ὁ Κύριος βαδίζει πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ ἀπόφασιν νὰ σταυρωθῆ. Διὰ τοῦτο ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος λέγει: « Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα∙ καί ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς». Ἐνῶ μετέβαινον εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριος προεπορεύετο αὐτῶν. Ἡ προβάδισις αὓτη τοῦ Κυρίου ἦτο δεῖγμα μεγάλου θάρρους Του διὰ τὸ πάθος Του. Οἱ Ἀπόστολοι γνωρίζοντες, ὃτι ἡ ἄνοδος τοῦ Κυρίου εἰς Ἱεροσόλυμα θὰ ἔχη κακὸν τέλος διὰ τὸν διδάσκαλον των «ἐθαμβοῦντο» ἐξεπλήσσοντο, διότι ἔβλεπον τὸν Ἰησοῦν νὰ βαδίζῃ μὲ τόσον θάρρος «καί ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο». Γνωρίζοντες δηλαδὴ οἱ Ἀπόστολοι τὸ μῖσος τῶν Ἰουδαίων κατὰ τοῡ Ἰησοῦ καὶ βλέποντες τὸν Ἰησοῦν νὰ βαδίζῃ πρὸς αὐτοὺς ταχύτερον τοῦ συνήθους, ἐφοβοῦντο διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸν ἑαυτὸν των καὶ ἐπεβράδυνον τὴν πορείαν των.

Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐπροχώρησε πρὸ τῶν Ἀποστόλων κατόπιν σταματᾶ «παρέλαβε τοὺς δώδεκα κατ’ ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ» καλεῖ καθ’ ὁδόν ἰδιαιτέρως τοὺς Ἀποστόλους Του « καί ἢρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν» προλέγει τὸ πάθος Του ὡς ἑξῆς : «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ τελεσθήσεται πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ τῶν προφητῶν τῷ Υἱῷ τοῦ ἀνθρώπου» θὰ γίνουν ὃλα ὃσα διὰ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ εἶπον οἱ προφῆται. Συγκεκριμένως: « Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται» ὁ Χριστὸς θὰ παραδοθῇ ὑπό τοῦ Ἰούδα «τοῖς ἀρχιερεῦσι καί γραμματεῦσι» εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς. Οὗτοι «κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ» θὰ τὸν καταδικὰσωσιν εἰς θάνατον καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως «παραδώσουσιν» θὰ παραδώσωσιν αἱ Ἰουδαϊκαί ἀρχαί «αὐτόν τοῖς ἒθνεσι» εἰς τὰ ἔθνη ἤτοι εἰς τὸν Πιλᾶτον. Ὁ Χριστὸς «ὑβρισθήσεται». Οἱ ἐχθροί Του θὰ ἐξευτελίσωσιν Αὐτὸν «καί ἐμπαίξουσιν αὐτῷ» θὰ εἰρωνευθῶσι «καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν» θὰ ὑποβάλωσιν Αὐτὸν εἰς τὴν ποινὴν τῆς φραγγελώσεως «καί ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν» θὰ Τὸν πτύσωσι καὶ θὰ Τὸν φονεύσωσι «καί τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται» καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθῇ.

Ὁ Κύριος ὡμίλησε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ἰουδαίους περὶ τοῦ πάθους Του καὶ τῆς ἀναστάσεώς Του, ἀλλά ἀσαφῶς διὰ τοῦ σημείου τοῦ Ἰωνᾶ, τῆς καταλύσεως τοῦ ναοῦ κ.λ.π. Μόνον εἰς τοὺς Ἀποστόλους Του λέγει ρητῶς καὶ λεπτομερῶς τὸ πάθος Του, ὕβρεις, ἐμπαιγμούς, φραγγέλωσιν, ἐμπτυσμούς, θάνατον, διότι ἔπρεπε οἱ Ἀπόστολοι νὰ μὴ αἰφνιδιασθῶσιν. Οἱ Απόστολοι ἀκούοντες τὸν Χριστὸν προφητεύοντα οὐχὶ γενικῶς τὰς ἐχθρικάς διαθέσεις τῶν Ἀρχόντων, ἀλλά λεπτομερῶς τὰ βάσανά Του, θὰ ἐνισχύοντο εἰς την πίστιν των προς τὸν Χριστόν, ὃταν ἲδουν τὸν Ἰησοῦν πάσχοντα διότι ὁ Χριστὸς προγνωρίζων αὐτὸ εἶναι Θεὸς καὶ πάσχει ἑκουσίως. Ὁ Κύριος λέγων, ὃτι θὰ παραδοθῇ εἰς τὰ ἒθνη ἤτοι εἰς τὰς Ρωμαϊκάς Ἀρχάς, ὃπως θανατωθῇ, προλέγει τὸ εἶδος τοῡ θανάτου Του, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι λιθοβολισμὸς Ἑβραϊκός, ἀλλά σταύρωσις ὑπὸ τῶν Ρωμαίων. Ἡ ὃλη βαρύτης πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν πρόρρησιν τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρὸς παρηγορίαν τῶν Ἀποστόλων.

Παρ’ ὃλην ὃμως τὴν τρίτην ταύτην σαφῆ πρόρρησιν τοῦ πάθους Του, οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν τόσον πολὺ ποτισμένοι ἀπὸ τὰς ψευδεῖς πολιτικάς ἰδέας τοῦ Μεσσίου, ὥστε, ὡς λέγει ὁ Λουκᾶς, «οὐδὲν τούτων συνῆκαν» δὲν ἐνόησαν τί τοὺς ἔλεγεν ὁ Κύριος. Οἱ υἱοί Ζεβεδαίου ζητοῦν πρωτοκαθεδρίας! Ἐπειδὴ δὲν ἀντεῖχεν ὁ νοῦς των διὰ τὴν κατανόησιν «ἦν τὸ ρῆμα τοῦτο κεκρυμμένον» τὸ βάρος τοῦ λόγου ἦτο κρυμμένον ὑπὸ τοῦ θεοῦ εἰς αὐτοὺς «καί οὐκ ἐγίνωσκον τὰ λεγόμενα» δὲν ἐνόουν τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἐνόουν, διότι ἦσαν ἀντίθετα εἰς τοὺς πόθους καὶ τὰς ἐλπίδας των.

Ἐξ ἀφορμῆς ὃμως τῆς τριάδος τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι εἰς τὸν τάφον ὁ Σωτὴρ δυνάμεθα νὰ ἲδωμεν καὶ ἄλλας τριάδας τοῦ πάθους Του, ὥστε νὰ ἲδωμεν τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, τὴν ἀξίαν μας, τὴν βρωμιά μας. Ἂς ἲδωμεν.


Θέμα : Τὸ Μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, ἡ ἀξία μας καί ἡ βρωμιὰ μας.

Ἐδῶ ὁ Κύριος κάμνει δύο πράγματα. Προλέγει τὸ πάθος Του καί τρέχει πρὸς αὐτό. Καί εἰς τὰ δύο αὐτὰ ὑπάρχει τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, ἡ ἀξία μας, ἀλλά καί ἡ παληανθρωπιά μας. Ἂς ἲδωμεν ταῦτα πρὸς δόξαν Θεοῦ.

1) Ὁ Κύριος προλέγει το πάθος Του εἰς τούς μαθητάς Του. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον προλέγει τὸ πάθος Του εἶναι, ὅπως εἴπομεν, νὰ στερεώσῃ τοὺς Ἀποστόλους Του, ὥστε ὅταν ἴδωσιν Αὐτὸν ἐσταυρωμένον νὰ μὴ πάθωσιν ἀνεπανόρθωτον ψυχικὸν κάταγμα. Μεγαλειώδης εἶναι ὁ τρόπος τοῦ στερεώματος αὐτῶν διὰ τῆς προφητείας τοῦ πάθους Του. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ Κύριος γνωρίζει πρῶτον, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς των. Ἐπερίμεναν δηλαδὴ Μεσσίαν, Χριστόν, ὄχι ἐπὶ Σταυροῦ, ἀλλὰ ἐπὶ θρόνου, ὄχι θανατούμενον καὶ ἐνταφιαζόμενον, ἀλλὰ ἀνιστῶντα τοὺς νεκρούς, ὄχι ἐμπτυόμενον, ἄλλα δεχόμενον προσκυνήματα καὶ ἀσπαζόμενον, ὄχι γρονθοκοπούμενον, ἀλλά δεχόμενον φόρους ὡς βασιλέα. Ὁ Κύριος ἐγνώριζε δεύτερον, ὅτι θὰ καταδικασθῇ ὑπὸ τριῶν τρομερῶν τριάδων. Καὶ ἡ πρώτη τριὰς εἶναι οἱ τρεῖς μεγάλοι ἠθικοὶ αὐτουργοί. Ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν παραδώσῃ, ὁ Καϊάφας ὁ ὁποῖος θὰ τὸν καταδικάσῃ καὶ ὁ Πιλᾶτος ὁ ὁποῖος θὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Δευτέρα τριὰς εἶναι οἱ ἐκτελεσταί, ἤτοι ἡ σπεῖρα ἡ ὁποία θὰ Τὸν συλλάβῃ, οἱ στρατιῶται οἱ ὁποῖοι θὰ ξεμουδιάσουν τὰ νεῦρα τους δέρνοντες Αὐτὸν διὰ τοῦ φραγγελίου, ἐμπτύοντες καὶ γρονθοκοποῦντες Αὐτὸν καὶ οἱ σταυρωτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ Τὸν σταυρώσουν. Ὄπισθεν αὐτῶν ὑπῆρχεν ἡ τρίτη ἀφανὴς τριὰς ἤτοι τὸ χρῆμα μὲ τοὺς πρεσβυτέρους, ἡ ἀριστοκρατία δηλαδὴ τῶν λαϊκῶν, ἡ ὀλιγαρχία τοῦ πλούτου, ἡ θρησκεία μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς, ἡ ἀριστοκρατία δηλαδὴ τοῦ Ναοῦ καὶ ὁ λόγος μὲ τοὺς Γραμματεῖς, ἤτοι ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Πνεύματος. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνεμοι θὰ ἐπιπέσωσι κατὰ τῶν ἀδυνάτων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι θὰ συνετρίβοντο, διότι, ὡς εἴπομεν, ἄλλα ἐπερίμενον καὶ ἄλλα τοὺς ἦλθον, ἂν δὲν διησφάλιζεν αὐτοὺς ὁ Κύριος.

Ὁ Κύριος ἀσφαλίζει αὐτοὺς κατὰ τῶν τρομερῶν αὐτῶν τριάδων μὲ ἄλλας τρεῖς σπουδαίας τριάδας. Πρώτη τριάς. Οἱ Ἀπόστολοι εἶδον, ἔμαθον, ὅτι τρεῖς φοράς ἐπεχείρησαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστόν, ἀλλά δὲν ἠδυνήθησαν. Ἡ πρώτη φορὰ εἶναι εἰς τὴν Ναζαρέτ, ὅτε ἐπεχείρησαν οἱ πατριῶται Του νὰ κρημνίσωσιν Αὐτὸν ἀπὸ κάποιον βράχον, ἡ δευτέρα καὶ τρίτη φορὰ εἶναι ὅταν κατὰ τὴν ἑορτήν τῆς Σκηνοπηγίας ἐν Ἱερουσαλὴμ διὰ χειρῶν ἐπεχείρησαν νὰ συλλάβωσιν Αὐτὸν καὶ κατόπιν διὰ λίθων νὰ φονεύσωσιν Αὐτόν, ἀλλά δὲν ἠδυνήθησαν, διότι δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα Αὐτοῦ. (Ἰωάν. 7,30. 8,59).

Ἀλλά εἶδον καὶ κάποιαν ἄλλην τριάδα εὐχάριστον. Εἶδον τήν μεταμόρφωσίν Του, τὴν ὁμολογίαν τοῦ Ἀποστόλου Πὲτρου, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός καὶ τὴν ἀλείψασαν Αὐτόν μὲ μῦρον ὡς Σωτῆρα της. Καὶ τά τρία αὐτὰ δεικνύουσιν Αὐτὸν ὡς Θεόν. Εἰς τὰς δύο αὐτάς τριάδας εἶναι ἡ τρίτη τριάς. Δία τρίτην φοράν ἤδη προλέγει τὸ πάθος Του μετὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Πέτρου καὶ τὴν ἐπί τοῦ ὂρους Θαβὼρ μεταμόρφωσιν. Δὲν ἔπρεπε νὰ προείπῃ τὸ πάθος Του πολὺ πρὸ τῆς μεταμορφώσεώς Του, διότι οἱ Ἀπόστολοι δὲν θὰ ἠκολούθουν ὡς Μεσσίαν κάποιον μελλοθάνατον κακοῦργον, πρὶν μάθωσιν, ὅτι Αὐτὸς εἶναι θεός. Δὲν ἔπρεπε ὅμως νὰ μείνουν καὶ τελείως ἀπληροφόρητοι περὶ αὐτοῡ. Ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ἀκούσωσιν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἰδίου, ὅτι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου θὰ ἀποθάνῃ, ὁ βασιλεὺς τοῦ Οὐρανοῦ θὰ ὑβρισθῇ ἀπὸ στρατιώτας τῆς γῆς καὶ ὁ θεάνθρωπος θὰ σταυρωθῇ ἀπό τοὺς ὑπηρέτας τοῦ Ναοῦ, τοὺς Ἀρχιερεῖς.

Στεφάνι τῶν τριῶν πρώτων τριάδων τῶν δυσμενῶν, ἀλλά καὶ τῶν δευτέρων τριάδων τῶν εὐμενῶν εἶναι ἡ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀνάστασις Του ! Ποῖος δὲν βλέπει ἐνταῦθα τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισε νὰ στερέωσῃ τοὺς Ἀποστόλους Του διὰ τόσων σοφῶν μέσων κατὰ τοῦ κατάγματος τῶν ἐκ τοῦ πάθους Του ;

2) Ὁ Χριστὸς τρέχει εἰς τὸ πάθος Του. Εἰς τὸ τρέξιμον αὐτὸ φαίνονται τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, ἡ μεγάλη μας ἀξία καὶ ἡ ἀφάνταστος βρωμιά μας. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ Χριστὸς γνωρίζει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σώσῃ τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος, νὰ σταυρωθῇ ἀπ’ αὐτούς. Ἂν δὲν εἶναι ἕτοιμος πρὸς τοῦτο, ἀλλά περιμένει ἀμοιβὴν φανερώνει, ὃτι δὲν γνωρίζει τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν καὶ ἀχαριστίαν, ἀλλά καὶ τὸ ἔργον του δὲν εἶναι δωρεά, ἀλλά ἐμπόριον, διότι δίδει σωτηρίαν καὶ περιμένει νὰ πάρῃ ἔπαινον. Ὁ Κύριος τρέχει εἰς τὸ πάθος Του διὰ νὰ πάρῃ ἐκ τῆς ἀνθρωπίνης ἀχαριστίας τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου Του. Τὸ στεφάνι τῆς εὐεργεσίας Του εἶναι ἡ ἀχαριστία μας ! Πόσον μεγαλειώδης εἶναι ὁ Κύριος, πόσον ἀχάριστοι οἱ ἄνθρωποι! Εἶναι γνωστόν ἐπίσης, ὃτι εἴμεθα τόσον πολὺ βουτηγμένοι εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὥστε εἴμεθα δοῦλοι καὶ πωλημένοι εἰς τὸν διάβολον Δία νὰ μᾶς ἐξαγόρασῃ ὁ Χριστὸς ἐχρησιμοποίησεν ὡς νόμισμα τὸ αἷμα Του, τὴν ζωήν Του, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει ὃλας τὰς ἄλλας ἀξίας καὶ περιέχει αὐτάς! Ὁ Κύριος τρέχει εἰς τὸ πάθος Του, διὰ νὰ πληρώσῃ μὲ τὸ αἷμα Του τὸ χρέος μας. Πόσον μεγαλειώδης εἶναι ὁ Κύριος καὶ πόσην ἀξίαν ἔχει ὁ ἄνθρωπος !

Ὁ Κύριος γνωρίζει, ὃτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθροὺς του ὁλοκληρώνει τὴν ἀξίαν του, ἂν μισηθῇ ἀπό τούς φίλους του καὶ ὑπομείνῃ τοῦτο. Ὁ Κύριος ὄχι μόνον ὑπέμεινε τὸ μῖσος τῶν φίλων Του, ἄλλα τρέχει εἰς τὸ πάθος αὐτό. Ὁποῖον μεγαλεῖον ! Ὁ Κύριος γνωρίζει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σώσῃ ὃλους τοὺς λαοὺς θά μισηθῇ ἐκ ζηλοτυπίας ἀπὸ τόν λαόν, ὅπου ἀνήκει. Ὁ Κύριος τρέχει πρὸς τὸ «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον» τοῦ Ἑβραϊκοῦ ὄχλου, ἀρκεῖ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Ὁποῖον μεγαλεῖον !

Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀκούομεν τὰ λόγια τῶν καλῶν ἀνθρώπων, ὅταν ζοῦν, περισσότερον ὅμως ὃταν ἀποθάνουν. Τὰ αὐτιά μας ἑπομένως ἀνοίγουν περισσότερον εἰς τὰς φωνάς, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν τάφον. Ὁ Κύριος τρέχει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν τάφον διὰ νὰ ἀνοίξῃ τά αὐτιά μας. Πόση ἡ ἰδική μας σκληροκαρδία καὶ πόση ἡ καλωσύνη τοῦ Κυρίου! Εἶναι γνωστόν, ὃτι εἴμεθα γεμάτοι ἀπὸ ἐγωϊσμόν. Ἀπό τόν πολύν ἐγωϊσμόν μας δυσκόλως σεβόμεθα τοὺς ἄλλους. Τὸν σπάνιον τοῦτον σεβασμόν μας πρὸς τοὺς ἄλλους τὸν φυλάττομεν δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐσκοτώσαμεν ἀδίκως. Εἰς τὸ ἄδικον θῦμα μας ρίπτομεν ὅλον μας τὸν σεβασμόν. Ὁ Χριστὸς τρέχει νὰ ἀδικοσκοτωθῇ ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας μας, ἀπὸ ἡμᾶς, διὰ νὰ ἐγείρῃ τὸν σεβασμόν μας. Μάλιστα! Τὸν Χριστὸν ἡμεῖς τὸν ἐσκοτώσαμεν. Οἱ Φαρισαῖοι ἦσαν ἁπλοῖ ἐντολοδόχοι μας, σκληροὶ δήμιοί μας. Πόσον μεγαλεῖον τοῦ Χριστοῦ, πόση ἀξία, ἀλλά καὶ πόση βρωμιά μας !

Ὁ ἀέρας καὶ τὸ νερὸ εἶναι τὰ ρευστότερα πράγματα, διότι αὐτὰ οὔτε δύνασαι νὰ τὰ σφίξῃς εἰς τὴν χούφτα σου οὔτε νὰ γράψης ἐπ’ αὐτῶν τὸ ὄνομά σου. Ρευστότερα ὅμως καὶ ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ὁ χρόνος καὶ ἡ ἀνθρωπίνη καρδία. Πόσον ταχέως κυλᾷ ὁ χρόνος καὶ ἡ ἀνθρωπίνη καρδία ! Καὶ ὅμως! Εἰς τὴν εὐμετάβολον ἀνθρωπίνην καρδίαν ὅχι μόνον γράφονται, ἀλλά χαράσσονται αἱ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι βαμμένοι μὲ αἷμα ! Νά! Διά τοῦτο τρέχει ὁ Χριστὸς νὰ σταυρωθῇ διὰ νὰ βάψῃ τὴν ἀλήθειάν Του μὲ αἷμα, νὰ τὴν χαράξῃ εἰς τὴν καρδίαν σου ! Ὁποία καλωσύνη τοῦ Κυρίου μέσα εἰς τὴν ἰδικήν σου ἀκαταστασίαν !

Ναὶ ! Τοιοῦτος εἶναι ὁ Χριστός, τοιοῦτος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ! Ἡ ἀνθρωπίνη ἀχαριστία αἰσθάνεται ὡς προσβολὴν τὴν θείαν εὐεργεσίαν καὶ παλαίει κατ’ αὐτῆς κατὰ τὸν σκληρότερον τρόπον. Ὁ Κύριος ὅμως νικᾶ μὲ τὸ μεγαλεῖον Του τὴν ἀνθρωπίνην κακίαν καὶ μεταβάλλει αὐτὴν εἰς λίπασμα, διὰ νὰ φυτρώσῃ ἐξ αὐτῆς τὸ θεῖον φυτόν.

Ἓνας ἐργάτης σπάζων πέτρες εἰς τὸν δρόμον, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔσπασε καὶ ἕνα χαλίκι χονδρόν. Ἕνας διαβάτης διερχόμενος ἐκεῖθεν παίρνει τὸ χαλίκι αὐτό, τὸ ἀνοίγει καὶ εὑρίσκει μέσα μικρὰ κρύσταλλα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπεφταν οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου καὶ ἀκτινοβολοῦσαν χίλια χρώματα, εἰς τρόπον, ὥστε τὰ μάτια ἐθαμπώνοντο ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν λάμψιν. Τὸ πρᾶγμα ἐφάνη πολὺ περίεργον καὶ ὅμως ἑρμηνεύει τὸν Χριστόν. Λίθος εἰς τὴν ἄκρη τοῦ δρόμου εἶναι ὁ Χριστός. Σπάσιμο τοῦ λίθου εἶναι ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Κρύσταλλα τὰ ὁποῖα ἐλαμποκοποῦσαν εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου εἶναι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν τὰ κτυπήματα τῆς σφύρας δὲν ἔσπαζαν τὴν πέτραν, δὲν θὰ ἀπεκαλύπτετο τὸ κρυμμένον μεγαλεῖον της. Ἐὰν καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἐσπάζετο μὲ τὸν σταυρικὸν θάνατον, δὲν θὰ ἐφαίνετο τὸ μεγαλεῖον Του ! Ὃ,τι ἔχει ἀξίαν, ἐπληρώθη ἀκριβά. Ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Πανάγαθος Κύριος ! Ἀμήν.




Ἡ Παράκλησις τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου

Ματθ: 20,20-28. Μὰρκ 10,35-45.

Εἴδομεν, ὃτι ὁ Κύριος ὑπεσχέθη, ὅτι οἱ Ἀπόστολοί Του θὰ καθίσωσιν εἰς δώδεκα θρόνους καὶ Αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀφοῦ πάθῃ, θὰ ἀναστηθῇ. «Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης oἱ υἱoί τοῦ Ζεβεδαίου» ἐπιθυμοῦν τὴν πρωτοκαθεδρίαν εἰς τὴν μετ’ ὀλίγον, ὅπως ἐνόμιζον αὐτοί, ἐνθρόνισιν τοῦ Κυρίου καὶ συνθρόνισιν αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο «προσπορεύονται αὐτῷ» πλησιάζουσι τὸν Χριστόν. Μαζί των παραλαμβάνουσι καὶ τὴν μητέρα των, τὴν Σαλώμην, ἳνα δι’ ἐκείνης γίνῃ ἡ αἴτησις τῆς πρωτοκαθεδρίας. «Τότε προσῆλθεν ἡ μήτηρ μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς καὶ προσκυνοῦσα» ἵνα ἑλκύσῃ περισσότερον τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ αἴτημά της ἤρχισε «αἰτοῦσά τι παρ’ αὐτοῦ», ἐζήτησε νὰ ὑποβάλῃ αἲτησίν τινα. Ὁ Κύριος ἔχων ὑπ’ ὄψιν Του, ὅτι οἱ δύο μαθηταί Του ὁμιλοῦν διὰ τῆς μητρός των, ἀπαντᾷ, εἰς μητέρα καὶ υἱούς : «Τί θέλετε, ἳνα ποιήσω ; » Ἡ μήτηρ ἀπαντᾷ : « Εἰπέ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι oἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Δύο τιμητικάς θέσεις ζητεῖ ἡ μήτηρ αὕτη. Νὰ καθίσωσιν οἱ υἱοί της ὁ εἷς ἐξ ἀριστερῶν καὶ ὁ ἄλλος ἐκ δεξιῶν Του.

Οἱ υἱοί ἐπιδοκιμάζουσι ταῦτα λέγοντες : « Δὸς ἡμῖν, ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου». Ναί, θὲς τὸν ἕνα ἐξ ἡμῶν ἐκ δεξιῶν σου καὶ τὸν ἄλλον ἐξ ἀριστερῶν σου. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ὂχι εἰς τὴν μητέρα, ἀλλά εἰς τοὺς υἱούς : «Οὐκ οἲδατε τί αἰτεῖσθε». Δὲν γνωρίζετε τί ζητεῖτε. «Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον, ὃ ἐγώ πίνω καί τὸ βάπτισμα, ὃ ἐγώ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι;» Δύνασθε, λέγει ὁ Κύριος, ὄχι μόνον νὰ πίητε τὰ βάσανα, ἀλλά καὶ νὰ ποτισθῆτε, νὰ βουτηχθῆτε, νὰ κολυμβήσετε εἰς αὐτὰ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα θὰ πίω καὶ ποτισθῶ Ἐγώ; Οἱ δύο οὗτοι Ἀπόστολοι ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστὸν ἀπαντοῦν «δυνάμεθα». Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ : «Τὸ μέν ποτήριον, ὃ ἐγώ πίνω, πίεσθε καὶ τὸ βάπτισμα, ὃ ἐγώ βαπτίζομαι βαπτίσθησεσθε» τὰ βάσανα τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστῶ, θὰ ὑποστῆτε καὶ σεῖς. «Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμόν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ Πατρός μου». Ὁ Κύριος διὰ τούτων βεβαιοῖ, ὅτι οἱ δύο οὗτοι Ἀπόστολοι θὰ ὑποφέρουν βάσανα, ὅπως καὶ Αὐτός, ἀλλά ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν θὰ λάβουν καὶ ἡ δόξα, δὲν θὰ εἶναι δι’ Αὐτοῦ πρὸς αὐτοὺς ἐκ προσωπικῆς φιλίας, ἀλλά ἀνάλογος τῶν ψυχικῶν διαθέσεων καὶ τῶν σωματικῶν κόπων των καὶ τῆς θείας δωρεᾶς, ὥστε ἂν βραδύτερον κοπιάσουν ἄλλοι περισσότερον, θὰ λάβωσι μεγαλυτέραν τιμὴν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.

«Οἱ δέκα» Ἀπόστολοι «ἀκούσαντες» τὴν αἴτησιν μητρός καὶ υἱῶν καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου «περὶ Ἰακώβου καί Ἰωάννου ἠγανάκτησαν» διότι ἐφθόνησαν καὶ τοὺς δύο. Τόσον ἀτελεῖς ἦσαν ! Ὁ Κύριος, ἵνα καθησύχασῃ πάντας «προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει∙ οἲδατε» γνωρίζετε «ὅτι οἱ δοκοῦντες ἂρχειν τῶν ἐθνῶν» οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἄρχωσι μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν «κατακυριεύουσιν αὐτῶν καί oἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν» φέρονται βίαιοι πρὸς αὐτούς. «Οὒχ οὓτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν» δὲν πρέπει ὃμως τὸ ἴδιον νὰ συμβῇ καὶ μεταξύ σας. «Ἀλλ’, ὅς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ἡμῖν» ὅποιος θέλει νὰ γίνῃ μεταξὺ σας μεγάλος «ἔσται ὑμῶν διάκονος» πρέπει νὰ ὑπηρετῆ τοὺς ἄλλους. «Καί ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος». Ἐκεῖνοι δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι βουλιμιοῦν διὰ πρωτεῖα, σκέπτονται οὐχὶ χριστιανικῶς, ἀλλά ἐθνικῶς. Ἑπομένως μὴ ζηλεύετε, ὥστε νὰ ἀγανακτῆτε. Μᾶλλον πρέπει νὰ οἰκτείρητε τούς φιλοπρωτεύοντας. Ὁ Κύριος, ἵνα τονίσῃ περισσότερον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τὰ πρωτεῖα ὥστε νὰ μᾶς ὑπηρετήσωσιν οἱ ἄλλοι, ἀλλά ἡμεῖς νὰ ὑπηρετῶμεν τοὺς ἄλλους μέχρι αὐτοθυσίας, φέρει τὸν ἑαυτόν Του ὡς παράδειγμα καὶ λέγει: « Καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ὁ Χριστὸς «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι» δὲν ἦλθε νὰ ὑπηρετηθῇ «ἀλλά διακονῆσαι» νὰ ὑπηρετήσῃ «καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ» καὶ νά.δώσῃ τὴν ζωὴν Του «λύτρον ἀντί πολλῶν». Διηκονήθη καὶ ὁ Κύριος, ἀλλά τὰ ἐλάχιστα εἰς τὰ ὁποῖα διηκονήθη εἶναι ἀσήμαντα ἔναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διηκόνησε. Λύτρον εἶναι τὰ χρήματα διὰ τῶν ὁποίων ἐξηγοράζοντο οἱ αἰχμάλωτοι. Ὡς τοιοῦτον λύτρον διὰ τὴν ἐξαγορὰν ἡμῶν τῶν αἰχμαλώτων ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ ἔδωκεν εἰς τὸν Θεὸν ὁ Χριστὸς τὴν ζωήν Του. Ἡ προσφορὰ τοῦ Κυρίου ἔγινεν ὑπὲρ πάντων. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐπίστευσαν ὅλοι, ὥστε νὰ ὠφεληθῶσι, λέγει, ὅτι ἡ θυσία ἔγινε «ἀντὶ πολλῶν» διὰ πολλοὺς καὶ ὄχι δι’ ὅλους. Μέχρι ποῦ φθάνει ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου ὄχι νὰ ὑπηρετῆται, ἀλλά νὰ ὑπηρετῇ ! Θυσιάζεται!



Θέμα: Πρωτεῖα - Θεραπεία.

Ἡ δόξα, τὸ εὖγε, τὸ μπράβο εἶναι νοσταλγήματα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς φυτευόμενα μέσα μας ἀπὸ αὐτὸν τὸν Θεόν. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη ἀμοιβὴ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν μέλλουσαν Κρίσιν πρὸς τοὺς δικαίους θὰ εἶναι τὸ «εὖγε δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ». Ἐπειδὴ, ὅμως ὁ Σατανᾶς γνωρίζει νὰ διαστρέφῃ τὰ θεῖα δῶρα, ὥστε μὲ αὐτὰ νὰ σκορπίζῃ τὴν ἀπώλειαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἂς ἴδωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς σημερινῆς ζωῆς ποία εἶναι ἡ διαστροφὴ τῆς θείας δόξης ὑπό τοῦ Σατανᾶ καὶ ποία ὑπό τοῦ Χριστοῦ πραγματικὴ μορφή της.

Α.΄ Ἡ διαστροφὴ τῆς δόξης. Οἱ δύο μαθηταὶ ζητοῦν ἐν πρώτοις ἀπ’ εὐθείας καὶ κατόπιν πλαγίως διὰ τῆς μητρὸς των δόξαν πλησίον τοῦ Χριστοῦ κοσμικήν, πρωτεῖα, πρὶν πίουν ἀκόμη τὰ ποτήρια τῶν θλίψεων. Τοῦτο εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν περιφρόνησιν τῶν ἄλλων Ἀποστόλων, διότι προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν 10 μαθητῶν καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ ἡ διαφθορά. Πρωτεῖα καὶ περιφρόνησις. Πράγματι !

Π ρ ω τ ε ῖ α. Φροντίζομεν ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ πλαγίων μέσων ν’ ἀποκτῶμεν κοινωνικὴν τινὰ θέσιν. Μερικοὶ γονεῖς λ.χ. παρακαλοῦν τοὺς διδασκάλους τῶν παιδιῶν των νὰ τὰ ἔχουν εἰς ἰδιαίτεραν ἐκτίμησιν παρ’ ὅλην τὴν ἀνικανότητά των. Ἐκλιπαροῦν βαθμούς, ἐκτίμησιν, ἀπολυτήριον χωρὶς νὰ σκεφθοῦν, ὅτι πρέπει νὰ πίουν τὰ παιδιὰ των τὰ πικρὰ ποτήρια προσοχῆς - μελέτης εἰς τὰ μαθήματα. Ἀρκετοὶ ἄνθρωποι «καταφερτζῆδες» καὶ «ἀρριβίσται» λεγόμενοι φροντίζουν νὰ καταλαμβάνουν θέσεις κοινωνικάς ἀκόπως οἱ πρῶτοι, παρανόμως οἱ δεύτεροι. Ἄλλοι φροντίζουν νὰ συνάπτουν φιλίας μὲ πρόσωπα, κοσμικὰ μεγάλα διὰ νὰ παίρνουν ἀπὸ ἐκεῖνα αἴγλην καὶ δόξαν. Ἐπίσης θέλομεν ὂχι νὰ εἴμεθα, ἀλλὰ νὰ φαινώμεθα πρῶτον οἱ ἄνδρες εἰς τὴν παλληκαριά, αἱ γυναῖκες εἰς τὴν ὀμορφιά. Ἡ φιλοπρωτεία αὐτή φθάνει καὶ κάπου ἀλλοῦ. Μερικαὶ γυναῖκες ἀγωνίζονται νὰ ἔχουν τὰ πρωτεῖα εἰς τὴν φλυαρίαν, μερικοὶ ἄνδρες εἰς τὴν βλασφημίαν. Εἰς τοὺς συλλόγους τῶν διαφόρων σωματείων, εἰς τὰς ἐκλογάς τῶν διαφόρων Κρατῶν πόσην γοητείαν παίζει νὰ φανῇ τις πρῶτος ὡς πρόεδρος σωματείου, ὡς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως!

Ἄλλα καὶ μεταξὺ τῶν μικρῶν τὰ πρωτεῖα ἀφθονοῦν! Μεταξὺ τῶν ἐπιτρόπων κάποιος θέλει νὰ κάνῃ τὸν κόκορα, μεταξύ τῶν ψαλτῶν πολλοὶ θέλουν τὰ πρωτεῖα καὶ δεξιοὶ νὰ ὀνομάζονται. Μεταξὺ τῶν νεωκόρων, θὰ ὑπάρξῃ καὶ κάποιος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιζητήσῃ τὰ πρωτεῖα. Ἀλλὰ καὶ μεταξὺ σκουπιδιαρέων ἡ λαχτάρα τῶν πρωτείων δὲν εἶναι μικρά. Φιλονικοῦν ποῖος σκουπιδιάρης θὰ διατάξῃ τὸν ἄλλον σκουπιδιάρην! Μαθήτριαι καὶ μαθηταὶ λαχταροῦν περισσότερον νὰ φαίνονται, παρὰ νὰ εἶναι πρῶτοι. Ἐντεῦθεν οἱ αὐτοέπαινοι εἰς τοὺς γονεῖς των, ἡ προφορικὴ καὶ ἡ γραπτὴ πλαστογράφησις τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐνδεικτικοῦ των εἰς τοὺς φίλους των καὶ τοὺς γονεῖς των. Βγαίνουν ἀπὸ τὴν πόρταν; Ποιὸς θὰ ἐξέλθη πρῶτος ! Κὰθηνται εἰς τὴν τράπεζαν; Ἐπιζητοῦν τὴν πρωτοκαθεδρίαν. Συμβαδίζουν δύο μετὰ τινος σημαίνοντος προσώπου; Λαχταροῦν ποῖος θὰ τεθῇ δεξιὰ αὐτοῦ. Συμβαδίζουν τρεῖς ἴσοι μεταξὺ των; Ποιὸς θὰ τεθῇ εἰς τὸ μέσον. Ἔχουν οἱ δύο κοινὸν πρόσωπον σεβαστὸν; Ποῖος θὰ καθίσῃ δεξιά του, ποῖος θα ἔχῃ περισσοτέραν τὴν ὑπόληψίν του. Ἐξ αὐτῶν τῶν πρωτείων πηγάζουν αἱ περιφρονήσεις.

Α ἱ  π ε ρ ι φ ρ ο ν ή σ ε ι ς : πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἡ ὄμορφη κυρία περιφρονεῖ τὴν ἄσχημη γυναῖκα καὶ εἰς ἐπίδειξιν τῆς ἀσχημίας της σουφρώνει τὴν ἰδικήν της μορφὴν. Ὁ λιονταρῆς ἄνδρας ὀνομάζει τὸν ἐκ φύσεως καχεκτικὸν ψοφῆμι. Ἡ φλύαρη γυναῖκα ὀνομάζει τὴν σιωπηλὴν γυναῖκα μουγκοῦτα. Ὁ βλάσφημος τὸν μὴ βλασφημοῦντα ἄνανδρον. Ἡ ζηλότυπος καὶ φιλοπρωτεύουσα μαθήτρια τὴν συμμαθήτριάν της βλάκα, μποῦφο. Ὁ φιλοπρωτεύων πρόεδρος πόσους δὲν ἐξύβρισε, περιφρόνησε διὰ νὰ γίνη τοιοῦτος ! Μὲ πόσας βαρείας φράσεις κατονομάζει ὁ ἕνας ἐπίτροπος τὸν ἄλλον, ὁ ἕνας ψάλτης τὸν ἄλλον, ὁ σκουπιδιάρης τὸν σκουπιδιάρην, ὅταν ἔλθουν εἰς σὺγκρουσιν λόγῳ πρωτείων. Ἡ ἐκ τῶν φιλοπρωτείων περιφρόνησις φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε πολλοί, ἐπειδὴ ἔγιναν μεγάλοι, ὀνομάζουν περιφρονητικῶς τὸν πατέρα των «γέρο» καὶ τὴν μητέρα των «λαδικόν».

Β.' Ἡ  θ ε ρ α π ε ί α : Ὁ Χριστὸς θεραπεύει θαυμασιώτατα τὰς πολιτικάς ἰδέας τῶν μαθητῶν Του καὶ συγχρόνως δίδει ὑπέροχον μάθημα εἰς ἐκείνους τότε καὶ εἰς ἡμᾶς σήμερον περὶ ἀγῶνος καὶ ταπεινοφροσύνης. Πῶς; Ἰδού ! Οἱ δύο μαθηταὶ ἐζήτησαν νὰ καθίσουν τιμῆς ἕνεκεν ἑκατέρωθεν Αὐτοῦ. Ὁ Χριστὸς ὅμως προτείνων εἰς αὐτοὺς νὰ πίουν τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πίῃ Αὐτός, τὸν σταυρόν, κάμνει εἰς αὐτούς μεγάλην τιμὴν θέτων τούτους ὄχι δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ Του, ἀλλά εἰς τὴν θέσιν Του! Ταυτοχρόνως δηλοῖ, ὅτι ὄχι θρόνον βασιλικόν, ἐπίγειον, πρόκειται νὰ λάβωσιν, ἀλλά στέφανον ἀκάνθινον καὶ σταυρὸν ὡς θρόνον. Καὶ συγκεκριμένως : Ὁ Χριστός ἤχθη εἰς τὸν σταυρόν, διότι Τὸν ἐσυκοφάντησαν οἱ πατριῶται Του, Τὸν ἠδίκησεν ὁ ἐντεταλμένος, ἵνα ἀπονέμῃ τὴν δικαιοσύνην, ὁ Πιλᾶτος, Τὸν ἐπρόδωσε ὁ φίλος καὶ μαθητής Του, τὸ ἐπέτρεψεν ὁ Θεός, τὸ ἠθέλησεν ὁ ἴδιος. Καὶ καλλίτερον, ὁ Χριστός ἐδέχθη τὴν συκοφαντίαν, τὴν ἀδικίαν, τὴν προδοσίαν, τὴν παραχώρησιν τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ ὁ σταυρός, ἰδοὺ ἡ θέσις Του, τὴν ὁποίαν προτείνει τότε εἰς ἐκείνους καὶ σήμερον εἰς ἡμᾶς.

Ἐνώπιον τοιαύτης προσφορᾶς τοῦ Κυρίου ποῦ εἶναι οἱ ζητοῦντες τὰ πρωτεῖα διὰ τὸν ἑαυτὸν των καὶ περιφρονοῦντες τοὺς ἄλλους; Οἱ φιλοπρωτεύοντες μαρτυροῦν, ὅτι εἶναι ἄδειοι ἐσωτερικῶς, διότι νομίζουν ὅτι ἡ θέσις τιμᾶ τὸν ἄνθρωπον καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος τὴν θέσιν. Ἐὰν θελήσῃς ἀναξίως νὰ καταλάβῃς μίαν θέσιν ὑψηλήν, γρήγορα θὰ γελοιοποιηθῆς καὶ θὰ συναντήσῃς τὰς δυσκολίας καὶ τὰς ψυχικάς στενοχωρίας τῶν δυσκολιῶν τοῦ ἔργου, ἐνῶ τουναντίον, ἐὰν εἶσαι μετριόφρων καὶ ἔχῃς θέσιν μικράν, θὰ εἶσαι ἀτάραχος.

Ἀλλά, ἂν ἡ λαχτάρα τῶν πρωτείων δεικνύῃ ἄνθρωπον ἄδειον, ἡ περιφρόνησις, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὴν μεγάλην βουλιμίαν τῶν πρωτείων, προξενεῖ μεγάλην ἀγανάκτησιν ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ καὶ μεταβάλλει τὸ περιβάλλον μας εἰς ἡφαίστειον. Καὶ συγκεκριμένως: Ὅταν ἡ ὄμορφη γυναῖκα περιφρονῇ τὴν ἄσχημη, δὲν μεταβάλλει αὐτὴν εἰς πυριτιδαποθήκην ἐναντίον της ἑτοίμην νὰ ἀνάψῃ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν; Ὅταν ὁ λεονταρῆς ἄνδρας ὀνομάζῃ τὸν καχεκτικὸν ἄνθρωπον ψοφῆμι, δὲν μεταβάλλει ὂχι μόνον τὸν περιφρονούμενον ἀλλά καὶ πολλούς ἐκ τῶν ἀκουόντων ταῦτα εἰς τορπίλλας ἐναντίον του; Ὅταν ἡ λογία γυνὴ ὀνομάζῃ τὴν σιωπηλὴν γυναῖκα μουγκοῦτα, δὲν θὰ μάθῃ ἡ πρώτη, ὅτι ὅποιος πτύει τὸν ἄνεμον πτύει τὰ μοῦτρα του, διότι ἡ μουγκαμάρα τῆς δευτέρας ἴσως λυθῇ καὶ ἀκούσῃ καὶ ἐκείνη τὴν φλυαρίαν της; Ἡ αὐτὴ ἀγανάκτησις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων θὰ γεννηθῇ καὶ εἰς τάς περιφρονήσεις τῶν ἀνθρώπων τῶν ἄλλων κοινωνικῶν τάξεων, τὰς ὁποίας ἀνεφέρομεν.

Ἐὰν ὅμως οἱ περιφρονούμενοι δὲν ἐπληροφορήθησαν τὴν πρὸς ἑαυτοὺς περιφρόνησιν τῶν φιλοπρωτευόντων ἤ τὴν ἐπληροφορήθησαν, ἄλλα δέν δύνανται νὰ ἀπαντήσουν, ἀπαντᾷ καὶ ἀγανακτεῖ ὁ Θεός. Μάλιστα ! Ὅταν ὀνομάζῃς τὸν πατέρα σου ὄχι πατέρα, ἄλλα γέρο περιφρονητικῶς, διότι σὺ ἔγινες μεγάλος, ὅταν ὀνομάζῃς τὴν μητέρα σου ὄχι μητέρα ἀλλά περιφρονητικῶς γρηὰ καὶ λαδικόν, διότι σὺ ἔγινες σπουδαῖος καὶ ἐκεῖνοι ὡς γονεῖς φοβοῦνται νὰ ἀγανακτήσουν, ἐναντίον σου, θα ἀγανακτήσῃ ὁ Θεός. Ὅταν περιφρονήσῃς τὸν ἄλλον ἐν ἀπουσίᾳ του καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του, θὰ ἔχης ἀγανακτοῦντα τὸν Θεὸν ἐναντίον σου.

Ἂς ἀφίσωμεν τὰ πρωτεῖα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποδεικνύουν ἀδίκους καὶ κούφιους καὶ τὰς περιφρονήσεις τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δηλητηριάζουν τὴν ζωήν μας. Ἂς λάβωμεν τὸν σταυρὸν τῆς ταπεινοφροσύνης, ἡ ὁποία εἶναι εὐγένεια πρὸς τούς ἄλλους, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ὂχι δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἰς τὴν θέσιν Αὐτοῦ.

Ὁ μεγαλύτερος φιλόσοφος τῆς ἀρχαιότητος ὁ Σωκράτης ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν σοφώτατος πάντων τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἐκολακεύθη ἐκ τῆς ὀνομασίας ταύτης, ἀλλὰ πληροφορηθείς ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸ Μαντεῖον τῶν Δελφῶν τοῦτο ἠθέλησε νὰ μάθῃ κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὴς ἡ τιμὴ αὕτη. Μετὲβη λοιπὸν καὶ ἠρώτησε «τούς οἰομένους εἰδέναι» ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὃτι γνωρίζουν κάτι, ποίας γνώσεις ἔχουν. Αἱ ἀπαντήσεις ὅλων ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἐδείκνυον τὴν μεγάλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον οὗτοι διὰ τὸν ἑαυτόν των. Ὁ Σωκράτης ὅμως εἶχε τὴν συναίσθησιν, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε. Ἰδών λοιπὸν τὴν κουφότητα τῶν ἄλλων καὶ συναισθανθεὶς τὴν ἄγνοιάν του ἡρμήνευσε τὸν λόγον τοῦ Μαντείου, ὅτι καλῶς μὲ ὠνόμασε τὸ Μαντεῖον σοφώτερον ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διότι «ἕν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα» αὐτὸ γνωρίζω, ὅτι δὲν γνωρίζω τίποτε. Ὁ Σωκράτης δὲν ἐζήτησε πρωτεῖα. Ἄλλα καὶ ὅταν τοῦ ἐδόθησαν, τὰ ἔλαβε κατόπιν ἐρεύνης χωρὶς νὰ περιφρονῇ τοὺς ἄλλους καὶ ὑψώνῃ τὸν ἑαυτόν του. Πολὺ περισσότερον πρέπει ὁ Χριστιανὸς νὰ ἔχῃ τὸ «γνῶθι σαὐτόν».

ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΖΙΜΠΑΜΠΟΥΕ ΣΕΡΑΦΕΙΜ



«Τη αυτή ημέρα, Κυριακή πέμπτη των Νηστειών, διετάχθημεν μνήμην ποιείσθε της οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας» (Τριώδιον, σελ. 310).
΄Ηδη βρισκόμαστε στο αποκορύφωμα της Μεγάλης Τεσσα-ρακοστής με την τέλεση των ιερών Ακολουθιών του Μεγάλου Κανόνος και του Ακαθίστου ΄Υμνου, που μας προετοιμάζουν με εξαίσιους πνευματικούς ύμνους να ακολουθήσουμε το δρόμο της μετανοίας για να μπορέσουμε να χαρούμε σε λίγες μέρες τα σωτηριώδη αποτελέσματα της Σταυρώσεως και της Αναστά-σεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό το σκοπό η Εκκλησία μας έχει καθιερώσει στην σημερινή εορτή να τιμούμε τη μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μετανοίας για όλους μας. Αν και ήταν μια από τις αμαρτωλότερες γυναίκες, με τη μετάνοια της και την στροφή της στον Θεό, έγινε μια από τις αγιώτερες μορφές που ανέδειξε η Εκκλησία μας στον δισχιλιετή ιστορικό της βίο.
- ΄Οπως αναφέρει ο βιογράφος της στο «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (τόμος 4ος, Αθήναι, 1968), «η μετάνοια είναι μέγα όφελος εις τον άνθρωπον, καθώς το μαρτυρούν τα βιβλία της Εκκλησίας μας, από αυτήν την μετάνοιαν εσώθησαν πολλοί αμαρτωλοί άνθρωποι και όχι μόνον εσώθησαν, αλλά και άγιοι έγιναν και τους προσκυνούμεν (τιμούμε) ημείς σήμερον, ως την οσίαν Μαρίαν την Αιγύπτιαν, η οποία ήτο πρότερον γυνή πόρνη και αμαρτωλή, επειδή όμως μετενόησε και ησκήτευσεν, ηγίασε και ετιμήθη υπό Θεού και ανθρώπων» (σελ.15).
- Στο ίδιο βιβλίο που αναφέραμε τονίζεται ότι «η οσία μήτηρ ημών Μαρία ήτο εκ της Αιγύπτου, ακμάσασα κατά τους χρόνους του μεγάλου Ιουστινιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 527-565. ΄Εζησε δε πρότερον αύτη ακολάστως και προκαλούσα εις όλεθρον ψυχικόν πολλούς ανθρώπους διά της αισχράς ηδονής, επί δεκαεπτά έτη, διότι παιδιόθεν εκρημνίσθη εις τας πονηράς πράξεις της σαρκός και έμεινεν εις αυτάς καθ’ όλον αυτό το διάστημα. ΄Υστερον επεδόθη η μακαρία εις άσκησιν και αρετήν, και τοσούτον υψώθη διά της απαθείας, ώστε περιεπάτει επί των υδάτων και των ποταμών, χωρίς να καταβυθίζεται και όταν προσηύχετο, ίστατο υπεράνω της γης, μετέωρος εις τον αέρα. Η δε αιτία της μεταβολής αυτής και μετανοίας είναι η εξής: κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν εις την Ιερουσαλήμ εγίνετο η ΄Υψωσις του Τιμίου Ξύλου του ζωοποιού Σταυρού, πολλοί χριστιανοί συνέρρεον πανταχόθεν εις τα Ιεροσόλυμα, όπως ίδωσι το Τίμιον Ξύλον του Σταυρού. Τότε επήγεν εκεί και η Οσία αύτη, ομού με ακολάστους και ασελγείς νέους, ζητούσα δε να εισέλθη εις τον Ναόν της αγίας Αναστάσεως, όπως ίδη τον ζωοποιόν Σταυρόν, ημποδίζετο αοράτως, και δεν ηδύνατο ούτε να εισέλθη, ούτε να ίδη. Κατέστησε λοιπόν την Κυρίαν Θεοτόκον εγγυήτριαν, ότι εάν αφεθή να εισέλθη και ίδη τον Σταυρόν του Κυρίου, θα φυλάξει εις το εξής σωφροσύνην και άλλην φοράν δεν θα μολύνει το σώμα της με επιθυμίας και ηδονάς. ΄Οθεν επιτυχούσα του ποθουμένου, δεν εψεύσθη εις την δοθείσαν υπόσχεσιν της, αλλά διελθούσα τον Ιορδάνην ποταμόν, μετέβη εις την έρημον και εκεί έζησεν η τρισολβία τεσσαράκοντα έτη χωρίς να ίδη άνθρωπον, μόνον δε τον Θεόν είχε θεατήν της, και τοσούτον ηγωνίσθη, ώστε ανέβη μεν υπεράνω της (αμαρτωλής) ανθρωπίνης φύσεως, απέκτησε δε ζωήν επί γης αγγελικής τε και υπεράνθρωπον και ούτως εν ειρήνη απήλθε προς Κύριον» (σελ. 11-14)
-Στη συνέχεια ο βιογράφος της τονίζει «ότι τοιουτοτρόπως λοιπόν και ημείς, ας μετανοήσουμε διά τας αμαρτίας ημών και ας μη περιπίπτωμεν εις απόγνωσιν. Ακόμη και αν αι αμαρτίαι μας είναι ως την άμμον της θαλάσσης ας μη απελπιζόμεθα, διότι καμμία αμαρτία δεν είναι ικανή να αποκλείσει το έλεος του Θεού, ούτε υπάρχει κανένα σφάλμα, το οποίον να μη διορθώνεται με την μετάνοιαν, μόνον ας επιστραφώμεν προθύμως με όλην μας την καρδίαν, ας μετανοήσουμεν και ο Θεός μας δέχεται, διότι είναι εύσπλαχνος και πολυέλεος. Ας μη λέγωμεν δε ότι θα κάμωμεν αμαρτίας πολλάς και ύστερον θέλομεν μετανοήσει, διότι όποιος πραγματεύεται ούτω την σωτηρίαν του, δεν τον αξιώνει ο Θεός της μετανοίας. Μήπως γνωρίζομεν εάν μέλλει να αποθάνωμεν απόψε; ΄Η γνωρίζομεν την ώρα του θανάτου μας; Διά τούτο ο Κύριος ημών ορίζει εις το άγιον Ευαγγέλιον: ‘ γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος ημών έρχεται’ (Ματθαίου 24,42).
 -Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζουμε την ημέραν του θανάτου μας, ας μη οκνούμεν διά την σωτηρίαν μας, ας μη αμελούμεν διά το καλόν της ψυχής μας, διότι η αμέλεια ποτέ καλόν δεν επέτυχε, ποτέ αγαθόν δεν συνεπλήρωσε, ούτε σωματικόν ούτε ψυχικόν. Και όπως όταν αμελήσει κανείς τον αγρόν του, ή την άμπελον του και δεν τα καλλιεργήσει, καταστρέφονται από τας ακάνθας και τα βότανα, ούτω συμβαίνει και εις την ψυχήν εκάστου χριστιανού. ΄Οταν παραμελήση ο άνθρωπος το έργον του Θεού και το συμφέρον της ψυχής του, απόλλυται η ψυχή του ανθρώπου εκείνου από λογισμούς κακούς, από νοήματα δαιμονικά και από άλλας ενεργείας του πονηρού. Διά τούτο πρέπει να μη αμελούμεν το καλόν της ψυχής μας…» (σελ. 23-24).
-Ο αμαρτωλός είναι ως ο ασθενών, που έχει ανάγκη της μετα-νοίας για να θεραπευθεί. Ο ασθενών έχει τεράστιες δυνάμεις μέσα του, διότι διά της ασθενείας του αρχίζει τον αγώνα του. Το ίδιο ισχύει και διά τον αμαρτωλό.
Αντίθετα, ένας που δεν έχει υποφέρει, ακόμη και διά των πιο μικρών δυσκολιών, κλονίζεται και καταποντίζεται. Οι κερδισμένοι είναι χαμένοι κι οι χαμένοι κερδισμένοι.
-Η μεγαλύτερη αμαρτία στην πατερική σκέψη είναι η απόγνωση, διότι έτσι παύεις να διατηρείς την ελπίδα της μετάνοιας και κατά συνέπεια την ελπίδα της σωτηρίας. Ποτέ δεν πρέπει να μιλάμε από θέσεως ισχύος, δίνοντας την εντύπωση ότι αυτό που κάνουμε εμείς είναι και το σωστότερο. Η αυτοκριτική είναι μετάνοια. Η μετάνοια είναι και εξέταση αυτού που ήδη εννόησα για να δω αν είναι σωστό ή λάθος. Το δόγμα της καθόδου του Ιησού Χριστού στον ΄Αδη σημαίνει ότι ουδείς μπορεί να σωθεί άνευ του Χριστού κι ότι ήρθεν και στην Κόλαση του ανθρώπου, καλώντας τον σε μετάνοια για να τον σώσει.
-Το περιεχόμενο της πίστεως του καλού χριστιανού δεν είναι θεωρητικό, αλλά βιωματικό. ΄Οταν κάποιος γνωρίζει το περιεχόμενο της χριστιανικής του πίστεως και στη ζωή του δεν επιτελεί το θέλημα του Θεού, αυτός είναι ένας αμαρτωλός χριστιανός που χρειάζεται μετάνοια. Τέτοιος είναι κι ο διάβολος.. Καλός χριστιανός είναι όποιος συνειδητά ακολουθεί τον Χριστόν. Ταυτόχρονα όμως κι ένας που στη ζωή του επιτελεί το αγαθόν και δεν έχει βαπτιστεί χριστιανός, ενώ δεν είναι χριστιανός, δεν σημαίνει ότι είναι και αμαρτωλός. Το παιδί δεν είναι συνήθως καλός χριστιανός, επειδή εξαρτάται από τη φύση του. Είναι πολύ κοντά στο ζώο.
-Διεστραμμένος χριστιανός είναι κάποιος που ενώ ενηλικιώθηκε συνεχίζει να υπακούει τυφλά στη φύση του. Επειδή όμως ξέρει ότι αυτό είναι κακό, κρύβεται και καμουφλάρεται και ενεργεί όλα αυτά που του υπαγορεύει η φύση του κρυφά, προσποιούμενος ότι είναι καλός χριστιανός.
-Καλός χριστιανός είναι ο άνθρωπος που έχει συνείδηση της ευθύνης του μέσα στην κοινωνία. Ο καλός χριστιανός λέει όχι στις αμαρτωλές επιθυμίες του, αγωνιζόμενος για τη διατήρηση κάποιων υψηλών αξιών.
-Ο κακός χριστιανός με  την μετάνοια του μπορεί να γίνει καλός χριστιανός. Τελικά η μετάνοια οδηγεί τον άνθρωπο σε μια βαθύτερη ανθρωπογνωσία, τον οδηγεί στη διάκριση του καλού και του κακού και στην επιτέλεση του καλού.
Με την πραγματική μετάνοια ο άνθρωπος οδηγείται στον σεβασμό των άλλων και στην επιτέλεση του καλού γι’ αυτούς. Με την μετάνοια ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος εκ του παντός όταν αυτό είναι αρνητικό και ελεύθερος έναντι του αγαθού ως προσαρμογή προς επιτέλεση του αγαθού. Αντίθετα, όσο πιο πρωτόγονος είναι ο άνθρωπος τόσο περισσότερο σκλάβος είναι της άγνοιας και του φανατισμού του, έτσι ώστε τόσο περισ-σότερο να θέλει να επιβάλλει αυτό που αυτός νομίζει ότι είναι στους άλλους. Η αμαρτία της αμετανοησίας εκφράζεται σε αμαρτωλά άτομα που έχουν πωρωμένη συνείδηση. Η πωρω-μένη συνείδηση όμως μπορεί να εκφρασθεί και συλλογικά σε ολόκληρο λαό μιάς χώρας, όταν ο λαός αυτός επιδιώκει να τοποθετεί σε ηγετικές και υπεύθυνες θέσεις τους πέμπτους και τους έκτους σε αξία κι όχι τους πρώτους, τους οποίους μάλιστα κυνηγά. Τότε όμως το πρόβλημα δεν είναι ότι ο λαός αυτός ζει εν αμετανοησία, αλλά ότι το μέλλον του διαγράφεται ζοφερόν και αβέβαιον. Την μετάνοια την χρειαζόμαστε όλοι μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μάρκου Ι΄ 32-45) υπό του Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Κωνστάνταρου




Ο Κύριος, βλέποντας ότι πλησιάζουν οι ημέρες του εκουσίου του Πάθους, του Σταυρού, της Ταφής και της ενδόξου Αναστάσεως, προετοιμάζει τους μαθητές του, ώστε να γνωρίζουν και να μη σκανδαλιστούν για τα όσα θα συμβούν σε Αυτόν. Όμως, οι μαθητές, έχοντας μέσα στη συνείδησή τους, διαφορετικές θεωρίες και αντιλήψεις περί του Σωτήρος και του Μεσσίου του Ισραήλ, παρεξηγούν τους λόγους, με αποτέλεσμα να ζητούν πράγματα εντελώς απαράδεκτα.
Ο ίδιος ο Ιησούς τους ξεκαθαρίζει ότι «ουκ οίδατε τι αιτείσθε» δηλ. δεν γνωρίζετε τι ζητάτε. Αλλά και πάλι, ο δυσκίνητος στα πνευματικά νους, των αφωτίστων ακόμα μαθητών, δεν κατορθώνει να συλλάβει το μέγεθος της θυσίας του Θεανθρώπου, γι αυτό και ο όμιλος των μαθητών, αγανακτεί με τους δύο αυταδέλφους, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, φοβούμενοι ότι αυτοί οι δύο θα λάβουν υπεροχική θέση στην κοσμική βασιλεία που δήθεν ετοίμαζε ο Ιησούς.
Αλλ’ ας σταθούμε για λίγο αδελφοί μου στο σημείο αυτό. Αλήθεια, πόσοι και πόσοι στο διάστημα των τόσων αιώνων που πέρασαν, έως την στιγμή αυτή, δεν έχουν υποπέσει στο ίδιο λάθος των μαθητών, παρεξηγώντας την καθαρή ευαγγελική διδασκαλία, με αποτέλεσμα να βλέπουν την Χριστιανική ζωή ως εφαλτήριο κοσμικής δόξας και τιμής;
Πόσοι και πόσοι, ακόμα και διάδοχοι των Αποστόλων δεν αστόχησαν περί την πίστην, φανταζόμενοι ότι ακολουθώντας τον πτωχόν Ιησούν, θα κατόρθωναν προσωπικές κατακτήσεις στο σώμα της Εκκλησίας, και γιατί όχι, ορισμένες φορές, όχι μόνο της Εκκλησίας αλλά και της Πολιτείας; Η ιστορία στο σημείο αυτό είναι γεμάτη από μελανές σελίδες, λες και η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, περνούσε και περνά απαρατήτητη απ’ όσους ίσως διαθέτουν και κάποια χαρίσματα, ή αν όχι χαρίσματα, αρκετή δόση κουφότητας.
Και μόνο η περίπτωση της παπικής αιρέσεως είναι πολύ χαρακτηριστική και αποδεικνύει το έως ποιό κατάντημα είναι δυνατόν να ξεπέσει ο άνθρωπος ή ολόκληρη τοπική εκκλησία, όταν με τον μανδύα του Ευαγγελίου προσπαθεί να καλύψει το χειρότερο πάθος που ονομάζεται εγωισμός και υπερηφάνεια. Καταντά  δε κωμικοτραγικό, όταν βλέπει κανείς πως ο «αλάθητος» πάπας, πονηρά σκεπτόμενος, επιζητεί να «θεμελιώσει» την ανόητη θεωρία του πρωτείου του στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Τι ισχυρίζεται λοιπόν ο «αλάθητος»; Παίρνει τον λόγο του Κυρίου, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, που τονίζει ότι «ος εάν θέλει γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος». Λέει τώρα λοιπόν ο αρχηγός της pax vaticana: «Είμαι ο τελευταίος όλων σας. Αφού λοιπόν είμαι ο τελευταίος και σας διακονώ, άρα τώρα, θείω δικαίω, είμαι ο πρώτος. Λοιπόν, δεύτε προσπέσατε και προσκυνήσατε την εμβάδα ημών»! ( Όντως,  και η περίπτωση αυτή του «διαδόχου του Πέτρου» είναι από τις περιπτώσεις που περνάμε από την κωμωδία στο δράμα).
Επειδή λοιπόν είναι πολύ λεπτό και κομβικό για την πνευματική ζωή το σημείο αυτό, δια τούτο ο Ιησούς: «προσκαλεσάμενος αυτούς, λέγει αυτοίς. Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών, κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ούχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ’ ος εάν θέλει γενέσθαι μέγας εν υμίν, έστε υμων διάκονος, και ος εάν θέλει υμών γενέσθαι πρώτος, έστε πάντων δούλος» (Μάρκου Ι΄ 42-44). Δηλ. Ο Ιησούς τους κάλεσε και τους λέγει: «Γνωρίζετε, ότι εκείνοι, που αρέσκονται να κυβερνούν τα έθνη, ασκούν απόλυτη κυριαρχία επάνω τους, και οι μεγάλοι αξιωματούχοι τους τα καταδυναστεύουν. Σε σας όμως, δεν πρέπει να συμβεί έτσι. Αλλ’ όποιος θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας, πρέπει να είναι υπηρέτης σας. Και όποιος από σας θέλει να γίνει πρώτος, πρέπει να γίνει δούλος όλων».
Άμεσος και αποκαλυπτικός, όπως πάντοτε βεβαίως, ο λόγος του Θεανθρώπου. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της Ορθοδόξου Χριστιανικής πνευματικότητας!
Ξεκάθαρα πράγματα λοιπόν. Οι φιλοδοξίες και μάλιστα αυτές που περιπλέκονται με τα καθ’ αυτό πνευματικά θέματα, αποτελούν εκτροχιασμό της Ευαγγελικής ζωής. Αντιθέτως η ταπείνωσις που εκφράζεται και με την διακονία των αδελφών, αποτελεί δείγμα γνησίας πνευματικότητας και Χριστιανικής ωριμάνσεως.
Αλλά, τι χρείαν έχομεν μαρτύρων, αδελφοί μου, όταν αυτό το αιώνιο πρότυπό μας, ο «Υιός του ανθρώπου», μας ομολογεί για τον εαυτόν του ότι «ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών»; (Μαρκ. Ι΄ 45). Δηλ. Ο Υιός του ανθρώπου (δηλ. της Παναγίας), δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή του σαν λύτρο για πολλούς (για όλους δηλ. αρκεί να το θέλουν). 
Αδελφοί μου, ας το ομολογήσουμε εν ταπεινώσει. Είναι τόσο απροσμέτρητα τα Θεϊκά αυτά λόγια, που όχι απλώς δεν μπορούμε να τα εξαντλήσουμε και να τα κατανοήσουμε στο όλο τους βάθος, αλλά κινδυνεύουμε, λόγω αδυναμίας εάν δεν προσέξουμε, αλλοίμονο, να τα παρεξηγήσουμε.
Είναι και πάλι το σημείο που η λογική μας σταυρώνεται διότι δεν μπορεί να εννοήσει την οδόν του Κυρίου.
Ομολογουμένως, η ανθρωπίνη, ξεπεσμένη λογική, συμφωνεί με το αίτημα των δύο υιών Ζεβεδαίου. Το αίτημά τους, το βρίσκει ως φυσιολογικό και απολύτως λογικό. Όμως, ο λόγος του Θεού, μας κάνει, όχι να σκεφθούμε το προσωπικό μας συμφέρον, αλλά να ταπεινωθούμε, να αναγνωρίσουμε τα πάθη και τις αδυναμίες μας, και να διακονήσουμε γνήσια τους αδελφούς μας, αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας αλλά και της χάρης που έχει ο καθένας μας. Και όταν συμβαίνει αυτό, τότε πραγματικά ωφελούμαστε και όντως στο επίπεδο αυτό μπορεί να γίνεται λόγος περί ορθού και χριστιανικού συμφέροντος.
Αυτή είναι και η οδός των αγίων. Η ταπείνωσις! Αυτόν ακριβώς τον δρόμο καλούμαστε να βαδίσουμε όλοι βεβαίως οι πιστοί, ανεξαρτήτως του ποιά έκφραση ορθοδόξου ζωής, έχουμε επιλέξει για την σωτηρία μας. Και ο δρόμος αυτός έχει τόσα μυστικά, και αποκαλύπτει τέτοιες ουράνιες καταστάσεις, που μόνο όσοι γεύτηκαν την ταπείνωση-το δώρο αυτό του Θεού-μπορούν να αισθανθούν και να επιβεβαιώσουν του λόγου το ασφαλές.
Αγαπητοί μου. Το άστοχο αίτημα των δύο μαθητών, όχι μόνο δεν θα πρέπει να μας αποθαρρύνει στο να επικοινωνούμε με τον Θεό, αλλ’ αντιθέτως, θα πρέπει να μας κάνει να τον δοξάζουμε, να του ζητούμε συγχώρεση για τα λάθη μας και τις αστοχίες μας. Τούτο δε ας γίνεται ακορέστως και διηνεκώς. Εκεί που χρειάζεται όμως προσοχή, είναι στο τι ακριβώς θα αιτούμεθα, «προσεγγίζοντας τω θρόνω της χάριτος»(Εβρ.Δ΄16).
Τα αιτήματά μας να διέπονται από την συναίσθηση των δυνάμεων αλλά και των αδυναμιών μας, και κυρίως να τα διαποτίζει η έννοια του σταυρού και της ταπεινώσεως, εάν θέλουμε πραγματικά να δοξαστούμε.
«Παρακάλεσα τον Θεό –έλεγε μια ευσεβής ψυχή- να μου δώσει δύναμη για να κατορθώσω μεγαλύτερα πράγματα στην ζωή μου. Εκείνος όμως με άφησε στην αδυναμία, για να πραγματοποιήσω καλύτερα πράγματα. Του ζήτησα πλούτη για να κατακτήσω την ζωή. Με άφησε όμως σε φτώχεια, για να φιλοσοφήσω επάνω στη ζωή. Του ζήτησα ισχύ για να είμαι ανεξάρτητος, αλλ’  Εκείνος με άφησε σε αδυναμία για να είμαι εξαρτημένος από Αυτόν»!  
Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι!
Αμήν.


π. Ιωήλ
Κόνιτσα.

Η Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών στο βιβλίο των θρησκευτικών Ε΄Δημοτικού του 1976



Κυριακή Πέμπτη των Νηστειών
Ο Ιησούς ταξιδεύει στην Ιερουσαλήμ για το Πάσχα
Εισαγωγή
Οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν συνήθεια κάθε χρόνο νὰ πηγαίνουν στὴν Ἱερουσαλὴμ, γιὰ νὰ γιορτάσουν τὸ πάσχα στὸ ναὸ τοῦ Σολομώντα. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ποὺ ἀπὸ τὰ πιὸ μακρινὰ μέρη ξεκινοῦσαν γιὰ νὰ κάνουν τὸ ἐτήσιο αὐτὸ μεγάλο προσκύνημα, πήγαιναν καὶ πολλοὶ ἐθνικοὶ ἀπὸ περιέργεια, γιὰ νὰ δοῦν πῶς γιόρταζαν οἱ Ἑβραῖοι τὸ πάσχα τους. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ἧταν ἐθνικοὶ καὶ εἶχαν ἀσπαστῆ τὸν Ἰσραηλιτισμό.

Εκ του κατά Ματθαίον (κεφ.ι΄32-45)
Κείμενο
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παραλαβὼν ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ, ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν,
ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου, λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὅ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν.
Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν;
Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἶς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἶς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τὶ αἰτεῖσθε, δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον, ὅ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα, ὅ ἐγὼ βαπτίζομαι, βαπτισθῆναι; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὅ ἐγὼ πίνω πίεσθε καὶ τὸ βάπτισμα ὅ ἐγὼ βαπίζομαι, βαπτισθήσεσθε.
Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἶς ἡτοίμασται.
Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα, ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς τοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν·
οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὄς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος,
καὶ ὅς ἄν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.
Εξήγηση
Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ἀφοῦ πῆρε ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητές του, ἄρχισε καὶ τοὺς ἔλεγε τὰ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ πάθη.
Νά, ἀνεβαίνομε στὰ Ἱεροσόλυμα, κι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στοὺς Ἑθνικούς.
Καὶ θὰ τὸν περιπαίξουν καὶ θὰ τὸν φτύσουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν καὶ ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες θ’ ἀναστηθῆ.
Καὶ πηγαίνουν μπροστὰ ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης τὰ παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ λένε· διδάσκαλε, θέλομε ὅ,τι σοῦ ζητήσομε νὰ μᾶς τὸ κάνης.
Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε, τί θέλετε νὰ σᾶς κάμω;
Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκαν. Δός μας νὰ καθίσωμε ἕνας δεξιὰ κι ἕνας ἀριστερὰ σου, ὅταν θὰ εἶσαι στὴ δόξα σου.
Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι ποὺ πίνω ἐγὼ καὶ τὸ βάπτισμα ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι νά βαπτιστῆτε; Κι ἐκεῖνοι εἶπαν μποροῦμε καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· τὸ ποτήρι ποὺ πίνω ἐγὼ θὰ τὸ πιῆτε, καὶ τὸ βάπτισμα ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι θὰ βαπτισθῆτε.
Μὰ τὸ νὰ καθίσετε δεξιὰ ἤ ἀριστερά μου δὲν εἶναι στὸ χέρι μου νὰ δώσω ἐκτὸς σὲ ὅσους ὁρίστηκε.
Καὶ σὰν τ’ ἄκουσαν οἱ δέκα, ἄρχισαν κι ἀγανακτοῦσαν γιὰ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη.
Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς κάλεσε καὶ τοὺς λέει. Ξέρετε πὼς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐθνῶν κυριεύουν τὰ ἔθνη καὶ οἱ μεγάλοι τους τὰ ἐξουσιάζουν.
Ἄς μὴν εἶναι ἔτσι καὶ σὲ σᾶς, ἀλλὰ ὅποιος θέλει μεταξύ σας νὰ εἶναι μεγάλος ἃς εἶναι ὑπηρέτης σας.
Καὶ ὅποιος θέλει νὰ γίνη μεταξύ σας πρῶτος, ἄς εἶναι δοῦλος σ’ ὅλους. Γιατὶ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ὑπηρετηθῆ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήση καὶ νὰ δώση τὴ ζωή του ἀντάλλαγμα γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πολλῶν.
Ρητό: «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ».
ΟΜΙΛΙΑ
Ὁ Κύριος βαδίζει πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ξέρει τὶ τὸν περιμένει ἐκεῖ καὶ ὅμως πηγαίνει, γιὰ νὰ κάμη τὸ θέλημα τοῦ πατέρα του, καὶ νὰ πληρωθοῦν ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτες γι’ αὐτόν.
Πόσο περίλυπη εἶναι ἡ ψυχή του! Ρίχνει μιὰ ματιὰ γύρω του καὶ κοιτάζει τὴν ὄμορφη κοιλάδα τοῦ Ἰορδάνη καὶ τὴ χαϊδεύει μὲ τὴ ματιά του, ἀποχαιρετώντας την γιὰ πάντα.
Ξέρει ἕνα ἕνα τὰ χωριουδάκια, ποὺ μὲ τὰ κάτασπρα σπιτάκια τους μοιάζουν κοπάδια πρόβατα, ἔτσι ὅπως εἶναι ἁπλωμένα στὸν πράσινο κάμπο. Χαιρετάει καὶ τοὺς κατοίκους μὲ τὴ φαντασία του καὶ τοὺς στέλνει τὴν εὐλογία του. Ζοῦνε ἥσυχοι καὶ χαρούμενοι, δουλεύοντας τὴ γῆ τους καὶ χαίρονται τὴ γλυκιὰ ἐποχὴ τῆς ἄνοιξης χωρὶς νὰ ξέρουν πὼς χάνουν γιὰ πάντα τὸν ἀγαπημένο τους Ἰησοῦ.
Ἄδικα θὰ περιμένουν οἱ λογῆς λογῆς ἄρρωστοι. Ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου τους δὲ θὰ περιμένουν ἀπὸ κανένα πιὰ βοήθεια. Οἱ πονεμένοι στὴ ζωὴ ἄδικα θὰ περιμένουν ἕνα λόγο παρηγορητικό.
Οἱ συναγωγὲς δὲ θὰ δοῦνε πιὰ τὸν ξανθὸ Ναζωραῖο νὰ διδάσκη τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καὶ νὰ ἐξηγῆ τὸ μωσαϊκὸ νόμο. Οἱ ἄνθρωποι μόνο τὶς αὐστηρὲς μορφὲς τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν γραμματέων θ’ ἀντικρίζουν πιά. Τούτων τῶν ὑποκριτῶν ποὺ εἶχαν κάνει τὴ ζωὴ τοῦ λαοῦ ἀβίωτη μὲ τὴν αὐστηρὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων κι ἂς ἦταν οἱ ἴδιοι βουτηγμένοι στὴν ἀνομία. Ἀποχαιρετοῦσε τὰ πάντα ὁ Χριστός, γιατὶ ἤξερε πὼς ἦταν τὸ στερνό του ταξίδι.
Ὁ Κύριος βαδίζει πρὸς τὸ ἑκούσιο πάθος του. Ἤρεμος, ἐπιβλητικός, προχωρεῖ πρὸς τὴν πρωτεύουσα τοῦ Ἰσραήλ, βυθισμένος στὶς σκέψεις του. Τὸν ἀκολουθοῦν οἱ μαθητές του κι οὔτε μιὰ κουβέντα δὲ λένε ἀναμεταξύ τους, γιὰ νὰ μὴν ἀνησυχήσουν τὸ λυπημένο τους διδάσκαλο, λὲς κι ἕνα προαίσθημα κακὸ ἔπνιγε τὰ στήθη τους.
Προχωρώντας ὁ Χριστὸς τοὺς φώναξε κοντά του καὶ τοὺς εἶπε πιὰ καθαρά, τί ἐπρόκειτο αὐτὴ τὴ φορὰ νὰ συμβῆ.
Μὲ τὰ μάτια τῆς θείας ψυχῆς του ἔβλεπε τί τὸν περίμενε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἤθελε νὰ τοὺς προετοιμάση γιὰ τὸ μεγάλο δράμα, ποὺ θὰ ξετυλίγονταν σὲ λίγο μπροστά τους.
Παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς πρωτοκαθεδρεῖες ποὺ ζητοῦσαν οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, τοὺς εἶπε: «Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι μεταξύ σας μεγάλος, ἂς εἶναι ὑπηρέτης σας καὶ ὅποιος θέλει νὰ γίνη μεταξύ σας πρῶτος, ἂς γίνη ὑπηρέτης σ’ ὅλους σας».
Πόσο ὡραῖα λόγια! Δίνει ἕνα καλὸ μάθημα ταπεινοφροσύνης στοὺς μαθητές του. Αὐτός, ὁ βασιλιὰς τοῦ οὐρανοῦ, ὁ δημιουργὸς καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ παντός, ποὺ τὸν προσκυνοῦν καὶ τὸν ὑπηρετοῦν οἱ ἄγγελοι, ἦρθε νὰ ὑπηρετήση τοὺς ἀνθρώπους στὴ γῆ καὶ νὰ πλύνη τὰ πόδια καὶ τῶν μαθητῶν του ἀκόμη καὶ ὕστερα νὰ θυσιαστῆ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Δίνει ἀκόμη καὶ μάθημα ἀγάπης ὁ Κύριος. Γιατί, τί ἄλλο παρὰ μεγάλη ἀγάπη δείχνουν τὰ λόγια του «λύτρον ἀντὶ πολλῶν;»
Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι δύο μεγάλες χριστιανικὲς ἀρετές. Πηγαίνουν κοντά, πλάι πλάι. Ἔχεις ἀγάπη, ἔχεις καὶ ταπεινοφροσύνη. Ἔχεις ταπεινοφροσύνη, ἔχεις κι ἀγάπη. Γιατί, ὅταν ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου, θὰ θελήσης ποτὲ νὰ φανῆς περήφανος, ἀκατάδεχτος, κακὸς σαυτόν; Ἀφοῦ τέτοιο πράγμα δὲν τὸ θέλεις καὶ σὺ γιὰ τὸν ἑαυτό σου, πῶς θὰ τὸ θελήσης γιὰ τὸν ἄλλο;
Παράδειγμα ταπεινοφροσύνης ἀλλὰ καὶ ἀγάπης αἰώνιο, μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστὸς ὅλη του τὴ ζωή. Γεννιέται στὴ σπηλιά, καταδέχεται νὰ βαφτιστῆ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη, γιατρεύει καὶ συμβουλεύει νὰ μὴν ποῦνε σὲ κανέναν τ’ ὄνομά του. Δέχεται τὰ ραπίσματα σὰν ὁ ταπεινότερος θνητός.
Παράδειγμα ἀγάπης εἶναι ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅπου κι ἂν τὸ ἀνοίξωμε ξεχυλίζει ἀπὸ ἄμετρη ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε βιβλίο τῆς ἀγάπης.
Σὲ τοῦτες τὶς δυὸ χριστιανικὲς ἀρετὲς γυρίζομε τώρα τὸ λόγο γιατὶ τοὺς ἀξίζει κάθε ἔπαινος.
Ταπεινοφροσύνη, λουλούδι ἀμάραντο τῆς ἅγιας θρησκείας τοῦ Χριστοῦ! ποὺ στολίδι ἀτίμητο σὲ εἴχανε ὅσοι σὲ πιστεύανε εἰλικρινά, ἀπ’ τῆς ψυχῆς τὰ βάθη καὶ σὺ ἀγάπη! αἰώνια ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, κήρυγμα γλυκόφθογγο, λυτρωτικό, τοῦ κόσμου βάλσαμο γλυκό. Ἐλᾶτε μέσα στὴν ψυχή μου. Στολίστε την μὲ τὴν ὀμορφιά σας τὴν ἁγνή, τὴν πάλευκη σὰν τῶν Ἀγγέλων τὴν μορφὴ καὶ μείνετε γιὰ πάντα κοντά μου, γιὰ νὰ φέρω ἐπάξια τὸν τίτλο τοῦ καλοῦ χριστιανοῦ. Γιὰ νὰ γίνω κι ἐγὼ «πρᾷος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ ὅπως ἦταν ὁ Χριστός μας.
-ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ Α' ΟΙ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 
πηγή

Η αγία πόρνη: Ἕνα μίασμα τῆς ἀκαθαρσίας που ἁγίασε


Οσία Μαρία η Αιγυπτία - Saint Mary of Egypt
Ἀπό την διαστροφή τῆς ἀμαρτίας καί τήν ψευδαίσθηση τῆς ἠδονῆς στήν λύτρωση τῆς μετάνοιας καί τήν ἀπόλαυση τῆς κοινωνίας μέ τόν ἀληθινό Θεό.
Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, μιά ἐπίκαιρη προσωπικότητα ἡ ὁποία τιμᾶται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κάθε 5η Κυριακή τῶν Νηστειῶν.
Ὁμιλία τοῦ π. Ἀθανασίου, Μητροπολίτου Λεμεσοῦ.

Συναξαριστής 31 Μαρτίου


Ὁ Ἅγιος Ὑπάτιος ἐπίσκοπος Γαγγρῶν

 


Ὁ Ὑπάτιος ἦταν μορφὴ ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ δόξασαν τὴν Ἐκκλησία στοὺς πρώτους αἰῶνες της καὶ ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὸ θρίαμβο τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἦταν ἐπίσκοπος Γαγγρῶν στὰ χρόνια του Μεγ. Κων/νου καὶ συμμετεῖχε στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια, κατὰ τῆς πλάνης τοῦ Ἀρείου. Στὸ ποιμαντικό του ἔργο, ἐξακολούθησε νὰ διδάσκει καὶ νὰ καθοδηγεῖ τὸ ποίμνιό του, ἀλλὰ κυρίως ἀντιμαχόταν τὶς αἱρέσεις, καὶ ἰδιαίτερα τὴν αἵρεση τῶν Ναυτιανῶν.

Ἡ ἐπιτυχία μὲ τὴν ὁποία καταπολεμοῦσε τοὺς Ναυτιανούς, ξεσήκωσε τὰ ἄγρια πάθη τους καὶ ζητοῦσαν τὴν ἐξόντωσή του. Τότε, οἱ προβατόσχημοι αὐτοὶ λύκοι μὲ δόλιο τρόπο, ἀφοῦ χρησιμοποίησαν σὰν ὄργανα ἀχρείους εἰδωλολάτρες, στὴν κατάλληλη εὐκαιρία, σὲ μία κρημνώδη περιοχή, μὲ ρόπαλα, μαχαίρια καὶ ξύλα, χτύπησαν τὸν Ὕπάτιο μέχρι θανάτου.

Ἔτσι, ἀποδήμησε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ζωή, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀποδήμησαν οἱ περισσότεροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας: «Ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον». Δηλαδή, λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πολλοὺς πειρασμούς, πέθαναν μὲ θάνατο ἀπὸ μαχαῖρι. Ἀλλὰ σημασία ἔχει ὅτι στὸ τέλος τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ περίτρανη νίκη τους.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῶ, καὶ πρόεδρος ἔνθεος, τῆς Ἐκκλησίας Γαγγρῶν, ἐδείχθης Ὑπάτιε, Ὅθεν θαυματουργίαις, διαλάμπων ποικίλαις, σύνθρονον τῷ Τεκόντι, τὸν Υἷον ὠμολώγεις, δι' ὃν καὶ χαίρων ἤθλησας, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Καί τρόπων μέτοχος, καί θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τήν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καί τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Ὑπάτιε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.


 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Ὁμολογητής, ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς

Ἔζησε τὸν πέμπτο αἰῶνα μ.Χ. περίπου τὸ 431. Διακρινόταν πολὺ γιὰ τὶς ἀρετές του, τὴν παιδεία του καὶ τὸν ὀρθόδοξο ζῆλο του. Ὅταν τάραξε τὴν Ἐκκλησία ἡ αἵρεση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ὁ Ἀκάκιος διακρίθηκε γιὰ τὴν ἐπιμελημένη καὶ συστηματικὴ ἐργασία του, γιὰ τὴν προφύλαξη τοῦ ποιμνίου του ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν αἱρετικὴ πλάνη.

Ἐπιθυμώντας μάλιστα νὰ προσβάλει αὐτὴ εὐρύτερα καὶ νὰ συντελέσει στὴ γενικὴ ἀπόκρουσή της ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἔγραψε κατὰ τοῦ Νεστορίου. Ὁ Ἀκάκιος ἦταν καὶ ἰκανότατος ὁμιλητὴς καὶ διδάσκαλος τοῦ λαοῦ. Σῴζεται δὲ μία ὁμιλία του, ἡ ὁποία ἐξεφωνήθη στὴν Ἔφεσο.

Ὁ δὲ Σ. Εὐστρατιάδης, ἰσχυρίζεται ὅτι ὑπῆρξε καὶ Ἀκάκιος Β´ ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς καὶ τοποθετεῖ τὴν γιορτή του στὶς 18 Ἀπριλίου.


 

 
Οἱ Ἅγιοι Αὐδᾶς ἐπίσκοπος, οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν Ἐννέα Μάρτυρες καὶ ἄλλοι πολλοὶ Ἅγιοι, ποὺ μαρτύρησαν στὴν Περσία

Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Αὐδᾶς, ὁ ἐπίσκοπός της Περσίας καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν ἑορταζόμενοι Ἅγιοι Μάρτυρες ἦταν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ τῶν Ῥωμαίων Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408-450) καὶ Ἰσδιγέρδου τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν (399-420). Τὸ ἔτος 412 ὁ Ἰσδιγέρδης κίνησε σκληρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὴν ἑξῆς ἀφορμή.

Ὁ Αὐδᾶς, ποὺ ἦταν στολισμένος μὲ πολλὰ εἴδη ἀρετῶν, ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση, γκρέμισε τὸν ναό, στὸν ὁποῖο οἱ Πέρσες λάτρευαν τὴν φωτιά. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ βασιλιὰς ἀπὸ τοὺς μάγους, ἔστειλε καὶ ἔφεραν μπροστά του τὸν Αὐδᾶ. Στὴν ἀρχὴ κατηγόρησε μὲ ἠπιότητα τὴν πράξη του καὶ τὸν πρόσταξε νὰ ξανακτίσει τὸν ναό. Ὁ Αὐδᾶς ἀρνήθηκε. Τότε ὁ Ἰσδιγέρδης γκρέμισε ὅλες τὶς ἐκκλησίες τῶν χριστιανῶν καὶ θανάτωσε τὸν Αὐδᾶ μαζὶ μὲ ἄλλους ἐννιὰ προκρίτους χριστιανούς.

Μετὰ 30 χρόνια, κινήθηκε νέος διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὅπου πολλοὶ Ἅγιοι θυσιάστηκαν στὸ βωμὸ τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ὅπως λ.χ. ὁ εὐγενικῆς καταγωγῆς Ὀρμίσδης, ὁ διάκονος Βενιαμὶν ὁ μεγαλομάρτυρας κ.ἄ.

Ὅλων αὐτῶν, ποὺ ἀγωνίστηκαν καὶ θυσιάστηκαν κατὰ τὸν διωγμὸ αὐτό, ὅρισε μνήμη τιμητικὴ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τοῦ Ἐπισκόπου Αὐδᾶ, γιὰ νὰ δείξει, ὅτι γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι στοὺς ἀνθρώπους ἥρωες τῆς πίστης, ἔχουν κοινὴ τιμὴ στὸν οὐρανὸ καὶ κοινὰ θὰ ἀπολαύσουν τὰ στεφάνια τῶν μεγάλων ἀγώνων καὶ τῆς ἀθάνατης δόξας τους.

(Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ, ὅτι ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Αὐδᾶ ἐπαναλαμβάνεται - σὰν Ἀβδαῖος - καὶ τὴν 5η Σεπτεμβρίου).


 

 
Ὁ Ἅγιος Μένανδρος

Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν ἔσυραν γυμνό, πάνω σὲ αἰχμηρὲς πέτρες. [Στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα 170 ἡ μνήμη του φέρεται κοινὴ μετὰ τοῦ Ἁγίου Σαβίνου (βλ. 16 Μαρτίου) τὴν 28η Μαρτίου].


 

 
Ὁ Ὅσιος Βλάσιος

Γεννήθηκε στὴν πόλη τοῦ Ἀμορίου καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


 

 
Οἱ Ἅγιοι τριάντα ὀκτὼ (38) Μάρτυρες

Ἦταν ὅλοι συγγενεῖς μεταξύ τους καὶ μαρτύρησαν διὰ ξίφους.


 

 
Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργός

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. (Ὁρισμένα Μηνολόγια, τοποθετοῦν τὴν μνήμη του καὶ τὴν 28η Δεκεμβρίου).


 

 
Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ποὺ μαρτύρησε στὴν Κρήτη

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Τὴ μνήμη του βρίσκουμε στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1575 καὶ στοὺς Λαυριωτικοὺς Η 76, Δ 25 καὶ Δ 45, ὅπου ὑπάρχει καὶ πλήρης ἀκολουθία του.


 

 
Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς Μητροπολίτης πασῶν τῶν Ῥωσιῶν

 


Γνωστὸς στὴ ῥωσικὴ Ἐκκλησία, ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Εἶναι γιὰ τοὺς Ῥώσους ὅ,τι εἶναι γιὰ μᾶς ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς (1375-1461). Τὴν ἀκολουθία του συνέταξε ὁ Ἱεροδιάκονος Θεόφιλος Πασχαλίδης καὶ τὴν ἐξέδωσε στὴν Πετρούπολη τὸ 1897.


 

 
Ὁ Ὅσιος Ἰννοκέντιος Βενιαμίνωφ Μητροπολίτης, Μέγας Ἱεραπόστολος Ἀλάσκας

 


Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος γεννήθηκε στὶς 26 Αὐγούστου 1797 στὸ χωριὸ Ἀνζίσκογιε τῆς Σιβηρίας τῆς ἐπαρχίας Ἰρκούτσκ, ἀπὸ πτωχοὺς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Εὐσέβειο καὶ τὴ Θέκλα Ποπλώφ. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Ἰωάννης, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Νηστευτοῦ († 2 Σεπτεμβρίου).

Στὴν συνέχεια σπουδάζει στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τοῦ Ἰρκούτσκ.

Ὁ Ἅγιος ἐπιστρέφει μὲ τὴν οἰκογένεια στὴν Μόσχα τὸ 1838 καὶ τοποθετεῖται στὸν καθεδρικὸ ναὸ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸ Κρεμλίνο. Ὅμως, στὶς 25 Νοεμβρίου 1835 ἀνήμερα στὴν ἑορτή της, ἡ πρεσβυτέρα Αἰκατερίνη πεθαίνει. Ὁ Ἅγιος μὲ τὴν συμβολὴ τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου, κείρεται μοναχὸς στὶς 27 Νοεμβρίου 1840 καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἰννοκέντιος, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰννοκεντίου τοῦ Ἰρκούτσκ

Τὸ ἔργο του στὴν Ἀλάσκα εἶναι τεράστιο. Ἐργάζεται μέσα σὲ ἕνα ἀφάνταστα δύσκολο περιβάλλον, διατρέχοντας τὶς παγωμένες ἐκτάσεις καὶ κινδυνεύοντας συνεχῶς. Ἡ ἵδρυση σχολείων ἀποτελεῖ κύριο μέλημά του. Γράφει γι’ αὐτό, τὸ 1845, στὸν Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο: «Προσπάθησα νὰ διδάξω ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἂν οἱ Ἀλλεουτιανοὶ μὲ ἀγαποῦν, τὸ κάνουν μόνο γιατί τοὺς ἔχω διδάξει».

Τὴν ἴδια περίοδο, μὲ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ Ἐπισκοπὴ τοῦ Ἁγίου Ἰννοκεντίου ἐπεκτείνεται περιλαμβάνοντας στοὺς κόλπους της ὅλη τὴ Γιακουτία καὶ ἡ ἕδρα μετατίθεται ἀπὸ τὴν πόλη Σίτκα στὸ Γιακοὺτσκ τῆς Σιβηρίας. Ἐκεῖ ἀκολουθοῦν νέοι ἱεραποστολικοὶ ἀγῶνες.

Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος εἶναι πλέον 70 ἐτῶν καὶ ἔχει χάσει τὶς σωματικές του δυνάμεις, ὑποφέροντας πολὺ ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἡ ἐπιθυμία του εἶναι νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἐγκαταβιώσει σὲ κάποιο μοναστήρι. Ὅμως ὁ Θεός, ποὺ κηδεμονεύει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, οἰκονόμησε ἀλλιῶς τὰ πράγματα. Στὶς 25 Μαΐου 1868 ἐκλέγεται Μητροπολίτης Μόσχας.
Καὶ ἀπὸ τὴ νέα αὐτὴ ἔπαλξη ἐργάσθηκε σκληρά. Παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο, τὸ Μέγα Σάββατο, στὶς 31 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1879 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Σεργίου.

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «ΑΛΑΣΚΑ-Ὀρθόδοξο Συναξάρι» τοῦ Γεωργίου Ε. Πιπεράκη, τῶν ἐκδόσεων «ΠΑΡΟΥΣΙΑ».


 

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ πρίγκιπας 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης (Ντανίλοβιτς), ὁ ἀποκαλούμενος Καλιτά, ἦταν υἱὸς τοῦ Ἁγίου Δανιήλ, πρίγκιπα τῆς Μόσχας († 4 Μαρτίου) καὶ γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1290. Τὸ ὄνομά του ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ στὰ λειτουργικὰ Μηναῖα τοῦ Νόβγκοροντ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1296 – 1297, ὅπου διαβάζουμε, πὼς ὅταν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως αὐτῆς κάλεσαν τὸν πρίγκιπα Δανιὴλ τῆς Μόσχας νὰ καταλάβει τὸν θρόνο της, αὐτὸς τοὺς ἔστειλε τὸν υἱό του Ἰωάννη. Πιθανόν, ὄχι ἀργότερα ἀπὸ τὸ 1299, ὁ Ἰωάννης ἐγκαταλείπει τὸ Νόβγκοροντ καὶ ἐπιστρέφει στὴ Μόσχα.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, κατὰ τὸ ἔτος 1303, ὁ Ἰωάννης ὑποχρεώθηκε ἀρχικὰ νὰ στηρίξει τὸν ἀδελφό του Γεώργιο, τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε ἀργότερα ὡς πρίγκιπας τῆς Μόσχας, στὴν διαμάχη τῆς μελλοντικῆς πρωτεύουσας μὲ τὴν ἀνταγωνίστρια πόλη Τβέρ. Τὸ θετικὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαμάχης, ἀποδιδόμενο στὴν πολιτικὴ ἐπιδεξιότητα τοῦ Ἰωάννου, θὰ καθορίσει τὴν ὁριστικὴ ἐπικράτηση τῆς Μόσχας.

Μὲ μὶα πρώτη νίκη ἐναντίων τῶν στρατευμάτων τῆς Τβέρ, ποὺ εἶχαν καταλάβει τὴν πόλη τοῦ Περεγιασλάβλ, ὁ Ἰωάννης τὴν ἀνακαταλαμβάνει τὸ ἔτος 1304/1305. Κατὰ τὰ ἔτη 1320 – 1326, μὲ ἀφορμὴ τοὺς γάμους τῶν θυγατέρων τῶν ἡγεμόνων, συνάπτει συμμαχίες μὲ τοὺς πρίγκιπες τοῦ Ροστώβ, Μπελοζὲρκ καὶ Γιαροσλάβλ, συνασπίζοντάς τους ἐναντίων τῆς Τβέρ.

Στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1327, στὴν Τβέρ, σκοτώνεται σὲ μία λαϊκὴ ἐξέγερση, καθοδηγούμενη ἀπὸ τὸν Ἅγιο πρίγκιπα Ἀλέξανδρο Μιχαήλοβιτς, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ χάνη Οὐζμπὲκ Κόλχαν. Ὁ Ἀλέξανδρος καταφεύγει στὸ Πσκὼφ καὶ ἡ πόλη τῆς Τβὲρ καταλαμβάνεται καὶ ἀνατίθεται στὸν Κωνσταντίνο Μιχαήλοβιτς, σύζυγο μιᾶς ἀνεψιᾶς τοῦ Ἰωάννου. Τὸ 1329 ὁ Ἰωάννης ἀποστέλλει τὸν στρατό του ἐναντίον τοῦ Πσκώφ, ὁ Μητροπολίτης Θεόγνωστος ἀναθεματίζει τοὺς κατοίκους της, ἐπειδὴ ἔδωσαν ἄσυλο στὸν πρίγκιπα Ἀλέξανδρο, καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μιχαήλοβιτς ἐξαναγκάζεται νὰ ἐγκατασταθεῖ ἀρχικὰ στὴ Λιβονία καὶ ἀργότερα στὴ Λιθουανία.

Τὸ ἔτος 1331 ὁ Ἰωάννης ἀποκτᾶ ἀπὸ τὸ χάνη τὸν τίτλο τοῦ μεγάλου πρίγκιπα. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν θὰ ἡσύχαζαν. Τὸ ἔτος 1338 ὁ Ἀλέξανδρος τῆς Τβὲρ πέτυχε τὴν συγγνώμη τοῦ χάνη Οὐζμπὲκ καὶ ἐπανῆλθε στὸν θρόνο. Τὸ 1339 ὁ Ἰωάννης πηγαίνει στὴν Χρυσὴ Ὀρδὴ καὶ κατηγορεῖ τὸν Ἀλέξανδρο πὼς σκευωρεῖ ἐναντίον τοῦ Χάνη. Λίγο ἀργότερα ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὁ υἱός του Θεόδωρος ἔρχονται κατηγορούμενοι στὴν Χρυσὴ Ὀρδὴ καὶ δικάζονται. Γιὰ νὰ ταπεινώσει τὴν Τβέρ, ὁ Ἰωάννης ἀφαιρεῖ τὶς καμπάνες ἀπὸ τὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος καὶ τὶς μεταφέρει στὴν Μόσχα.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡγεμονίας τοῦ Ἰωάννου ἐκδίδεται ἕνα πολύτιμο χειρόγραφο, γνωστὸ ὡς Sijskoe Evangelie, στὸ ὁποῖο ἔχει γραφεῖ ἕνας πανηγυρικὸς λόγος γιὰ τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰρήνη στὴ Ρωσικὴ γῆ, καὶ πραγματοποιεῖται ἡ οἰκοδόμηση μὲ πέτρα ὁλόκληρου τοῦ ἀρχιτεκτονήματος τοῦ Κρεμλίνου. Στὶς 4 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1326, ἀκολουθώντας τὴν συμβουλὴ τοῦ ἡλικιωμένου Μητροπολίτου Πέτρου, ὁ Ἰωάννης θὰ ἀποτολμήσει τὴν κατασκευὴ τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Μόσχα θὰ συνεχίσει τὴν παράδοση τῆς προηγούμενης πρωτεύουσας, Βλαντιμήρ, ὅπου ἡ ἀφοσίωση καὶ ἡ τιμὴ στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας εἶχε ἰδιαίτερα καλλιεργηθεῖ.

Ὁ Ἰωάννης θὰ διατηρήσει στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὸν Μητροπολίτη Πέτρο καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατό του θὰ κινήσει τὴν διαδικασία τῆς ἁγιοποιήσεώς του, ἀποστέλλοντας στὴ Σύνοδο τοῦ Βλαντιμίρ, τὸ ἔτος 1327, μία ἐπιστολή, ποὺ κατέγραφε τὰ πραγματοποιηθέντα θαύματα ἐπάνω στὸν τάφο τοῦ Μητροπολίτου Πέτρου.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 31 Μαρτίου 1340 ἢ 1341, ἀφοῦ ἤδη εἶχε γίνει μοναχὸς παίρνοντας τὸ ὄνομα Ἀνανίας. Τὸ ἱερὸ σκήνωμά του ἐνταφιάσθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου στὸ Κρεμλίνο.
Ἤδη κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ βίου του εἶχε ἀναπτυχθεῖ θρησκευτικὴ εὐλάβεια γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἰωάννης παρουσιάζεται ὡς ὑπερασπιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς ἕνας κυβερνήτης δίκαιος καὶ φιλάνθρωπος. Τὸ Πατερικὸν τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Βολοκολάμκ, τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ., μεταφέρει τὴν ἀφήγηση τοῦ ἡγουμένου τοῦ Μπορόφκ, κατὰ τὸν ὁποῖο μία μοναχὴ εἶδε σὲ ὅραμα τὴν μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου μέσα στὴν δόξα τοῦ Παραδείσου, νὰ βγάζει ἀπὸ τὴν τσάντα του (καλιτά) θησαυροὺς καὶ νὰ τοὺς μοιράζει στοὺς πτωχούς.

Ο Γέροντας Γαβριήλ, ο δια Χριστόν σαλός από την Γεωργία, περί εσχάτων και Αντιχρίστου.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...