Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2012

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ) π.Περικλής Ρίπισης εφημέριος Ιερού Ναού Παντοκράτορος Πατρών


 Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν 
Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας
1-4-2012

Ὁ Χριστός, ἀδελφοί, μᾶς ὑπόσχεται πολλὰ ἀγαθά, ὅμως αὐτὰ δὲν εἶναι τοῦ «παρόντος αἰῶνος», ἀλλὰ εἶναι ἀγαθὰ θεῖα, οὐράνια καὶ πνευματικά. Καὶ ἀκριβῶς, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχη πλάνη σὲ μᾶς ὡς πρὸς τὴν προσδοκία καὶ τὴν ἀναζήτηση τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν ἔρχεται σήμερα ὁ μακάριος Παῦλος καὶ ξεκαθαρίζει τὸ θέμα: «Ὁ Χριστός, μᾶς πληροφορεῖ, εἶναι Ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν». Δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο ὡς ταπεινὸς καὶ ἄσημος ἄνθρωπος, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναδείχθηκε αἰώνιος μεσίτης καὶ Ἀρχιερέας πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα χάριν τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ ἐξασφαλίση καὶ χορηγήση σὲ μᾶς τὰ μέλλοντα ἀγαθά, ἀγαθὰ ποὺ «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α΄ Κορ. 2, 9).
Ἀγαθὰ ποὺ οὔτε ἀνθρώπινο μάτι τὰ εἶδε, οὔτε τὰ ἄκουσε ἀνθρώπινο αὐτί, οὔτε τὰ ἐπεθύμησε ἤ τὰ πόθησε ἀνθρώπου καρδιά. Καὶ γιὰ τοῦτο «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12-4) Μᾶς προσκαλεῖ λοιπὸν ὁ Χριστὸς «ὁ Ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν» στὴν αἰώνιο ζωή, στὴν αἰώνιο δόξα καὶ χαρά, τὴν ἀτελείωτη εὐφροσύνη. Καὶ τὴν σωτηρία μας καὶ τὴν κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν μᾶς τὴν χαρίζει ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν σταυρικὴ θυσία Του. Μόνο «τὸ Αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. 1-7) Ἐμπρὸς λοιπὸν μὲ πίστη θερμή, μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ κυρίως μὲ μετάνοια ἂς προσέλθουμε πρὸς τὸν Αἰώνιο Ἀρχιερέα καὶ Μεσίτη, τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Οἱ ἡμέρες ποὺ διερχόμαστε, ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, μᾶς προτρέπει. Δέστε ἱερεῖς τὸν Ἀρχιερέα σας. Δέστε παρθένοι τὸν Νυμφίο σας. Δέστε ὀρφανοὶ τὸν Πατέρα σας. Δέστε πονεμένοι τὸν Ὁδηγὸ σας, δέστε ἀσθενεῖς τὸν Γιατρό σας, δέστε ἁμαρτωλοὶ τὸν Σωτῆρα σας.
Εορτάζουμε  τὴν γιορτὴ τῆς ὁσίας Μαρίας τώρα, τὴν Μεγάλη Σαρακοστή, ἐπειδὴ εἶναι μία περίοδος κατ’ ἐξοχὴν μετανοίας καὶ συντριβῆς καὶ ἐπειδὴ ἡ ὁσία Μαρία ὑπάρχει ὑπόδειγμα ἀληθινῆς καὶ ἐμπράκτου μετανοίας. Ἄφησε ὁριστικὰ τὴν ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, τὴν ὁποία ἄρχισε ἀπὸ 12 χρόνων παιδάκι, διέκοψε κάθε δεσμὸ μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ ἁμάρτανε, ἐγκατέλειψε τὰ κέντρα τῆς διαφθορᾶς καὶ ἐξαχρειώσεως, ἔφυγε στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη καὶ ἐκεῖ ἀφοσιώθηκε στὸν Θεὸ καὶ ἔζησε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ στεναγμοὺς ἐνοχῆς γιὰ τὰ παλιά της ἁμαρτήματα ἀλλὰ μὲ τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θυσία Ἐκείνου.
Ἀγαπητοί μου, «Τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, τὸ ποτήριον, εἶναι καὶ ποτήριον καὶ πάθος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ ἡ Ἀνάστασίς Του εἶναι πνευματικὴ συνανάσταση ὅλου τοῦ Σώματος τῶν πιστευόντων». Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πάντα βιώνει «τὸ ποτήριον» τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ ἡ ζωὴ της εἶναι Σταυρική, γιατί βιώνει τὸν «Γολγοθᾶ τῆς νοήσεως». Αὐτὸ ποὺ ἰσχύει γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πραγματικὰ μαθητὲς ἢ εἰλικρινεῖς χριστιανούς. Κριτήριο τῆς γνησιότητάς μας ὡς Ἐκκλησίας μελῶν εἶναι ἡ βίωση τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Κύριος τὸ εἶπε: «Τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, πίεσθε». Αὐτὸ συνέβη μὲ τοὺς μαθητές. Περιφρονήθηκαν, διώχθηκαν, αἱμορρόησαν. Ὅλοι πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅτι: ὅταν μιλᾶμε γιὰ «ποτήριον», σταυρικὸ θάνατο, δὲν ἐννοοῦμε ἁπλῶς τὰ βάσανα τῆς ζωῆς ἀλλὰ κάτι περισσότερο. Ἐννοοῦμε τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀπαλλαγή μας ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ τυραννία τῶν παθῶν γιὰ τὴν μεταμόρφωση τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, ὥστε ὅλες οἱ δυνάμεις μας νὰ ὑπηρετοῦν τὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχουν μέσα μας κακὲς δυνάμεις ποὺ πρέπει ν’ ἀποβάλλουμε ἀλλὰ διεστραμμένες ποὺ πρέπει νὰ μεταμορφώσουμε. Λέγει κάπου ὁ ἅγιος Ἰσαάκ· «ἡ ὁδὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι καθημερινὸ ποτήριο καὶ Σταυρός. Οὐδεὶς ἀνῆλθεν ἐν τῷ οὐρανῷ μετὰ ἀνέσεως». Τοῦτο τὸ ποτήριο, ὁ Σταυρός, εἶναι κοινὸς κλῆρος ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Μὲ τὸν Σταυρὸ ἐξασφαλίζουμε μεγαλύτερη νίκη καὶ θρίαμβο καὶ ὄχι μὲ τὰ κοσμικὰ κριτήρια.
Κύριε, ἀνάβαινε πρὸς τὸ πάθος, τὸν Σταυρὸ καὶ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ κερδίσω τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀθανασία. Ἀνάβαινε τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ Σου δεῖξε μας ὅτι προηγεῖται τῆς χαρᾶς τὸ πάθος, τῆς δόξας ὁ Σταυρός, τῆς ἀθανασίας ὁ θάνατος, τῆς θέσεως καὶ τῆς ἀπολαβῆς ἡ προσωπικότης, τῆς τιμῆς ἡ θυσία καὶ τὸ καθῆκον. 

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ.ΑΜΗΝ.

π.Περικλής Ρίπισης

Κυριακή Ε Νηστειών -π. Γεώργιος Ρ. Ζουμής


Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας

 Μέσα στήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει μιά σημαντική μορφή, τήν ἁγία τῶν ἄκρων. Αὐτήν, πού ἀπό ἁμαρτωλή καί διεφθαρμένη γυναίκα, ἔγινε ἀσκήτρια καί ὁσία. Τήν ἱερόδουλη, πού ἁγίασε, τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία.
Καταγόταν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ἦταν ὡραιώτατη στό σῶμα καί αὐτήν χρησιμοποίησε ὁ διάβολος σάν παγίδα, σάν ἀγκίστρι, γιά νά πιάσει καί τήν ἴδια καί ἄλλους πολλούς στά δίχτυα τῆς ἁμαρτίας. Ἀπό ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ξέφυγε τόν ἔλεγχο τῶν γονέων της καί ἀκολούθησε τόν δρόμο τῆς ἀκολασίας καί διαφθορᾶς. Δέν δεχόταν οὔτε τίς συμβουλές τῶν γονέων της, οὔτε τίς ὑποδείξεις τῶν ἱερέων. Ἦταν τόσο φοβερό τό πάθος της, τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα της ἡ ἁμαρτία, ὥστε ἁμάρτανε συνεχῶς καί ἀσταμάτητα, ἀκόμη καί χωρίς χρήματα, μόνο καί μόνο νά ἱκανοποιήσει τίς ἄνομες ἐπιθυμίες της. Δέκα ἑπτά χρόνια δούλευε ἐπιμελῶς μέσα στήν πορνεία. Βυθίστηκε μέχρι τό κεφάλι στό βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Ἔπεσε στά ἔσχατα σημεῖα, πού μποροῦσε νά φτάσει μιά ψυχή.
 Κάποια φορά εἶδε κόσμο πολύ νά ἀνεβαίνει στό πλοῖο γιά τά Ἱεροσόλυμα. Πήγαιναν ἐκεῖ, γιά νά προσκυνήσουν. Πλησίαζε ἡ ἑορτή τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἀνέβηκε καί ἡ ἁμαρτωλή Μαρία, ὄχι γιατί ἤθελε καί αὐτή νά προσκυνήσει, ἀλλά γιατί μέσα σέ τόσο κόσμο θά εὕρισκε πελατεία νά ἁμαρτήσει, νά ἱκανοποιήσει τό πάθος της. Τά ναῦλα γιά τό καράβι καί τά ἔξοδα τῆς διαμονῆς της στά Ἱεροσόλυμα, τά ἔβγαζε ἀπό τήν αἰσχρή ἁμαρτία.
 Ἡ Θεία Πρόνοια ὅμως δέν τήν ἄφησε. Ὁ πανάγαθος Θεός κατέστρωσε καί ἐνήργησε τό δικό του σχέδιο γιά τή σωτηρία καί αὐτῆς τῆς τόσο ἁμαρτωλῆς. Ὁ Θεός πάντοτε ἐργάζεται τήν σωτηρία ὅλων μας. Θέλει ὅλοι νά σωθοῦν, νά ἐπιστρέψουν στήν ἀλήθεια.
 Κάποια μέρα λοιπόν μαζί μέ ἄλλους προσκυνητάς ἐπεχείρησε νά μπεῖ ἀπό περιέργεια στόν Πανίερο Ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ὅλοι ἔμπαιναν ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, μόνο αὐτήν κάτι τήν ἐμπόδιζε. Μιά μυστηριώδης δύναμη δέν τήν ἄφηνε. Χτυποῦσε πάνω σέ κάποιο ἀόρατο τοῖχο. Τρεῖς καί τέσσερις φορές ἐπεχείρησε, ἀλλά μάταια. Ἡ εἴσοδός της ἀπαγορευόταν. Πληγώθηκε ἡ καρδιά της, πολύ τῆς κακοφάνηκε.
 Τότε ἔκλαψε γιά πρώτη φορά στή ζωή της. Τότε φωτίσθηκε ὁ νοῦς της καί κατάλαβε, γιατί συμβαίνει αὐτό. Ἄρχισε νά προβληματίζεται. Ξύπνησε ἡ ναρκωμένη συνείδησή της. Συναισθάνθηκε τήν ἀκαθαρσία τῶν ἔργων της καί τῆς ψυχῆς της. Παρακάλεσε τήν Παναγία νά τῆς ἐπιτρέψει νά μπεῖ στό ναό καί αὐτή ὑπόσχεται νά ἀλλάξει ζωή, νά γίνει συνετή καί φρόνιμη. 
Πολλές φορές στήν ἀνάγκη μας, στό πρόβλημά μας κάνουμε κάποιο τάξιμο. Ὑποσχόμεθα νά προσφέρουμε στό Θεό κάτι, π.χ. νά ἀνάψουμε μία μεγάλη λαμπάδα σάν τό ἀνάστημά μας. Καί τί ἔγινε μέ αὐτό; Ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός τό κερί μας; Τί βγῆκε, πού τό προσφέραμε; Κάνουμε τό πολύ ἁπλό, πού δέν μᾶς κοστίζει τίποτε, παρά μόνο λίγα χρήματα. Δέν ὑποσχεθήκαμε ποτέ νά ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς, νά ἀρχίσουμε ζωή χριστιανική, νά πορευθοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Πράγματι τελικά κατώρθωσε νά μπεῖ καί εὐθύς ἀμέσως τήρησε τήν ὑπόσχεσή της, κράτησε τό λόγο της. Στή συνέχεια ζήτησε καί βρῆκε ἕναν φωτισμένο πνευματικό, ἐξωμολογήθηκε μέ δάκρυα τά ἁμαρτήματά της, ἔκλαψε σπαρακτικά γιά τό κατάμαυρο παρελθόν της. Κοινώνησε μέ τήν ἄδεια τοῦ πνευματικοῦ καί ἔφυγε γιά τήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη. Καλή καί ἀπαραίτητη εἶναι ἡ μετάνοιά μας, ἡ σταθερή ἀπόφαση γιά ἀλλαγή, μά πιό ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐνίσχυση ἀπό τόν Θεό. Ἔτσι πέταξε τήν πολυτελῆ ἐνδυμασία της καί ντύθηκε τόν μοναχικό σάκκο, γιά τά πνευματικά παλαίσματα. Ἦταν τότε περίπου τριάντα ἐτῶν.
 Δέκα ἑπτά χρόνια ἔζησε μέσα στήν ἁμαρτία. Τά πρῶτα δέκα ἑπτά μέσα στήν ἔρημο ἦταν χρόνια φοβεροῦ μαρτυρίου. Εἶχε ζωή σκληρή, ἀσυνήθιστη γιά ἄνθρωπο. Ταλαιπωρήθηκε πολύ ἀπό τόν διάβολο καί τίς ἐπαναστάσεις τῆς σαρκός. Πάλευε μέ τά ἀνήμερα θηρία τῶν παθῶν καί τίς παράλογες προηγούμενες ἐπιθυμίες της. Νήστευε ὑπερβολικά, ἀσκήθηκε τιτάνια, πολέμησε γενναιότατα, δέν σταμάτησε ποτέ νά ἀγωνίζεται τόν καλό ἀγώνα. Μετά ἀπό κάθε ἐπιτυχία ἀκολουθοῦσε μεγαλύτερος πόλεμος τῶν πειρασμῶν. Ὁ ἀγώνας της εἶχε νίκες ἀλλά καί συνέχεια. Τά διηγήθηκε ἀργότερα ἡ ἴδια στόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ. 
 Ὅλα τά χρόνια της μέσα στήν ἔρημο ἔγιναν σαράντα ἑπτά, χωρίς ποτέ νά συναντήσει ἄνθρωπο ἤ θηρίο. Ζοῦσε μόνη μέ μόνο τόν Θεό. Ζοῦσε πλέον ζωή ἀγγελική καί ὑπεράνθρωπη. Ὅταν προσευχόταν σηκωνόταν ψηλά ἀπό τήν γῆ καί ἔμενε μετέωρη στόν ἀέρα. Μέ τήν ἀσυνήθιστη ἄσκηση ἔφτασε καί ξεπέρασε τούς μεγαλύτερους ἀσκητές. Ἔγινε ἀνώτερη ἀπό τούς μάρτυρες, τούς ὁμολογητές, τούς θαυματουργούς ἁγίους. Ἔφτασε σέ μέτρα τελειότητας. Ἀπό τόν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας μεταπήδησε στή ζωή τῆς ἁγιότητας, στήν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων. 
 Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, πού τήν συνάντησε στό τέλος τῆς ζωῆς της ἔμεινε ἔκθαμβος ἀπό τήν κατάστασή της. Ἔφτασε στήν ἀπάθεια καί τό πρόσωπό της ἔλαμπε. Τήν εἶδε μάλιστα νά περπατάει πάνω στά νερά τοῦ Ἰορδάνη. Τήν κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί τήν ἴδια μέρα ἐκοιμήθη. Τό ἁμαρτωλό σαρκίο της ἔγινε θεοφόρο σκήνωμα, κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄγγελοι λευκοφορεμένοι πῆραν στά χέρια τήν κατάλευκη ψυχή της καί τήν παρέδωσαν στά χέρια τοῦ Παναγίου Θεοῦ. Ἀπό τήν ὑπερβολή τῆς ἀτιμίας πῆγε στήν ὑπερβολή τῆς θείας δόξης καί τιμῆς.
Ἀγαπητοί μου, 
 Τώρα πού φτάνουμε πρός τό τέλος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίνει ἕνα γερό ταρακούνημα, γιά νά σηκωθοῦμε οἱ ράθυμοι, νά μετανοήσουμε οἱ ἁμαρτωλοί, νά ξυπνήσουμε ὅλοι μας. Κανείς δέν πρέπει νά ἀποθαρρύνεται ἀπό τήν κατάστασή του, ὅποια καί ἄν εἶναι αὐτή. Γιά ὅλους ὑπάρχει ἐλπίδα. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι καλεσμένος γιά σωτηρία. Ὁ Χριστός μᾶς θέλει κοντά του, ἀλλά μετανοιωμένους. Μποροῦμε πράγματι νά γίνουμε κατάλευκοι, ὅπως ὅταν βγήκαμε ἀπό τήν κολυμβήθρα, πού βαπτισθήκαμε.
 Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Δέν εἶναι φοβερό τό νά πέσει κανείς. Αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ σέ ὅλους μας. Φοβερό εἶναι νά μή προσπαθήσει νά σηκωθεῖ. Πολύ κακό εἶναι νά παραμείνει πεσμένος. Καλούμεθα ὅλοι μας νά μιμηθοῦμε τό παράδειγμα τῆς Ὁσίας Μαρίας καί νά ἔρθουμε πιό κοντά στό Χριστό, ἔστω καί ἄν δέν ζήσαμε τόν πρότερο βίο της. Τολμήσαμε καί διαπράξαμε τήν ἁμαρτία. Γιατί νά μή ἔχουμε τήν τόλμη νά κάνουμε τό βῆμα τῆς ἐπιστροφῆς; Τώρα πού πλησιάζει τό Πάσχα, μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νά κάνουμε τό βῆμα αὐτό, τό βῆμα τῆς μετανοίας, τό βῆμα τῆς Ὁσίας Μαρίας, ὥστε κι᾿ ἐμεῖς νά ἀπολαύσουμε τόν Χριστό. Ἀμήν.-

Κυριακή Ε΄ Νηστειών – Αληθινή και ειλικρινής μετάνοια (Μητροπολίτη Κυθήρων και Αντικυθήρων Σεραφείμ)



ΚΥΡΙΑΚΗ E' ΝΗΣΤΕΙΩΝ 
1-4-2012
ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ
  «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα...»
Κατά τήν σημερινή Κυριακή, τήν Πέμπτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει ὡς φωτεινό «ὑπόδειγμα μετανοίας», τήν ριζική ἀλλαγή καί μετάνοια τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, γιά νά ἀφυπνίση πνευματικά καί τούς πιό ράθυμους καί ἀμελεῖς χριστιανούς.

          Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πού γιορτάζει διπλᾶ σήμερα -καί διότι εἶναι ἡ ἐτήσια μνήμη της καί διότι τιμᾶται τήν Ε' Κυριακή τῶν Νηστειῶν- ἐλύπησε, ὡς γνωστόν, τόν Πανάγιο Θεό μέ τά σοβαρά καί συνεχῆ παραστρατήματα τῆς νεότητός της, ἀλλά καί εὐαρέστησε πολύ ἐνώπιόν του μέ τήν συντριπτική καί ὁριστική της μετάνοια. Δεκαεπτά χρόνια στήν ἀσωτία - ἀπό τήν ἡλικία τῶν 12 χρόνων-, ἀλλά καί σαρανταεπτά ἔτη στήν μετάνοια καί ψυχική ἀνάνηψι μέσα στήν ἀπαράκλητη ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη. Ὅπως ἐρούφηξε μέχρι τόν πάτο τό ποτῆρι τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν, ἔτσι ἤπιε μέχρι τό τέλος τό νέκταρ τῆς ἀρετῆς καί ἁγιότητος, ζώντας ἀληθινά καί εἰλικρινά τό μυστήριο τῆς μετανοίας.
          Ἕνας σύγχρονος ἅγιος Γέροντας, πού ἐκοιμήθη ὁσιακά στήν Πάρο περί τά τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα, ὁ Ἡγούμενος π.Φιλόθεος Ζερβάκος, ὁ Λάκωνας, ἔγραφε τά ἑξῆς περισπούδαστα γιά τήν μετάνοια:
«Καιρός νά παύση ἡ βλασφημία ἀπό τήν γλυκειά μας πατρίδα τήν Ἑλλάδα. Ἐάν ὅλοι δέν ἀγωνισθοῦμε καί ἐξακολουθήση ἡ βλασφημία στό Ἔθνος μας ἀλλοίμονο μας! Μᾶς περιμένει ἡ μεγάλη ὀργή τοῦ Κυρίου. «Ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοί ἀπό τῆς γῆς καί ἄνομοι ὥστε μή ὑπάρχειν αὐτούς!». Ὁ Θεός νά δώση σέ ὅλους μας σύνεσι, φώτισι καί γνήσια μετάνοια...
...Ἐάν ἡ ἀνθρωπότης δέν ἀποβάλη τόν ἐγωϊσμό καί τήν ὑπερηφάνεια, ἐάν ὅλοι μας δέν στραφοῦμε νά γίνουμε ἄκακοι , ἀπόνηροι, ἁπλοί, πραεῖς, ταπεινοί, ὡσάν τά ἄκακα καί μικρά παιδιά, στό σκότος θά βαδίζουμε καί ἔξω τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν θά μείνουμε...
          ...Ἐφθάσαμε σέ πονηρές ἡμέρες, καί τήν ὀργή τοῦ Κυρίου τήν συγκρατοῦν οἱ προσευχές καί μεσιτεῖες τῆς Παναγίας Μητρός Αὐτοῦ, τῶν ἐν οὐρανοῖς Ἁγίων καί τῶν λίγων ἐκλεκτῶν πού εὑρίσκονται στήν γῆ. Ὀφείλουμε νά εἴμεθα τουλάχιστον ἕτοιμοι γιά νά σώσουμε τίς ἀθάνατες ψυχές μας καί συμβαλεύσουμε μετά τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
          ...Μία διόρθωσις, ἡ μετάνοια ἡ ἀληθής καί εἰλικρινής. Ἡ μετάνοια ὅλα τά συγχωρεῖ καί πλησιάζει τόν ἄνθρωπο στόν Θεόν  καί τόν κάμνει ἅγιο... Νά παρακαλέσετε τόν Θεό νά σᾶς φωτίση, τί εἶναι συμφέρον στήν ψυχή σας καί τήν σωτηρία σας...».
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
          Αὐτή τήν ἀληθινή καί εἱλικρινῆ μετάνοια ἄς ζηλώσωμε καί ἄς ἐπιδιώξωμε στήν κατανυκτική αὐτή περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καί σ' ὅλη μας τή ζωή. Εἶναι τό σωτήριο φάρμακο γιά μιά ριζική ἀλλαγή καί ἀλλοίωσι τόσον ἡμῶν τῶν ἰδίων καί τῆς οἰκογενείας μας, ὅσον καί τῆς κοινωνίας μας καί ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος.
          Αὐτή μᾶς χρειάζεται γιά νά μεταβληθῆ καί μεταμορφωθῆ ὁ κόσμος. Γιά νά ἀνακάμψωμε πνευματικά. Γιά νά ἐξέλθωμε ἀπό τό τέλμα καί τήν ἀδράνεια. Γιά νά λυτρωθοῦμε ἀπό τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία καί νά σωθοῦμε. Θά ἀγαπήσωμε τήν ἀληθινή καί σωτήρια μετάνοια; Τήν ἀπάντησι ἄς τήν δώση ὁ καθένας μας στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.
† Ὁ Κ.Σ.

Κυριακή Ε Νηστειών -π. Χερουβείμ Βελέντζας

Μάρκ. 10, 32-45


Με τη σημερινή περικοπή από το Ευαγγέλιο του Μάρκου, η αγία μας Εκκλησία μας εισάγει στο πνεύμα του Πάθους του Κυρίου μας. Καθώς ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα, ο Χριστός προετοιμάζει τους μαθητές Του για όσα θα συμβούν, για την σύλληψή Του από τους αρχιερείς και τους γραμματείς, για την καταδίκη Του και τον σταυρικό Του θάνατο, για την Ανάστασή Του την τρίτη ημέρα. Και τους τα λέει όλα αυτά ώστε να μη δειλιάσουν μπροστά στα γεγονότα που θα συμβούν, αλλά να έχουν πίστη και να κατανοήσουν το σκοπό για τον οποίο ο Υιός του Θεού προσφέρει τον εαυτό Του θυσία για τη σωτηρία του κόσμου.
Ωστόσο οι μαθητές φαίνεται ότι αδυνατούν να κατανοήσουν το πνευματικό μέγεθος των πραγμάτων, και παραμένουν προσκολλημένοι στην εβραϊκή πεποίθηση της εποχής, ότι ο Μεσσίας επρόκειτο να σώσει τον ισραηλιτικό λαό από τη δουλεία των Ρωμαίων. Γι αυτό σπεύδουν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, και ζητούν από τον Κύριο, όταν έλθει με όλη τη δόξα Του, να καθίσουν ένας στα δεξιά Του κι ένας στα αριστερά Του. “Δεν ξέρετε τί ζητάτε”, τους απαντά· και θέτει το ερώτημα: “μπορείτε να πιείτε το ποτήριο που πίνω και να βαπτισθείτε το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι;”, υπονοώντας τη θυσία και τον θάνατο που επρόκειτο να υποστεί. Στην καταφατική τους απάντηση, τους λέει ότι και αυτοί θα μαρτυρήσουν για το Ευαγγέλιο, δεν τους εγγυάται όμως ότι θα καθίσουν στα δεξιά Του και στα αριστερά Του.
Ίσως φαίνεται σκληρός ο λόγος του Χριστού, να ζητά από τη μια την θυσία των μαθητών Του, και από την άλλη να μην τους υπόσχεται ότι θα τους ανταμείψει με ό,τι εκείνοι ζητούν. Θέλει όμως να δείξει σε όλους μας ότι το κίνητρο για την κάθε θυσία στη ζωή μας, ιδιαίτερα για την πνευματική μας ζωή και προκοπή, δεν πρέπει να είναι μια σχέση δοσοληψίας ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό, αλλά να προέρχεται από την αγάπη μας προς Αυτόν. Θέλει να μας δείξει ότι όταν ο άνθρωπος εμφορείται από την αγάπη του Θεού, τότε προσφέρει και προσφέρεται χωρίς να επιζητεί κανένα αντάλλαγμα, αλλά επειδή έτσι υπαγορεύει η καρδιά του, κατά το υπόδειγμα του ίδιου του Κυρίου μας.
Για τον λόγο αυτό συνεχίζει ο Χριστός, τονίζοντας την διαφορά ανάμεσα στην κοσμική εξουσία και στην κατά Θεόν υπεροχή: “Γνωρίζετε καλά”, τους λέει, “ότι εκείνοι που νομίζουν ότι εξουσιάζουν τα έθνη, τα κατακτούν, και οι άρχοντές τους τα καταδυναστεύουν. Να μη συμβαίνει όμως το ίδιο με εσάς, αλλά όποιος από εσάς θέλει να γίνει μέγας, ας διακονεί τους πάντες, και όποιος θέλει να γίνει πρώτος, ας είναι πάντων δούλος. Γιατί και ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε στη γη για να τον υπηρετούν, αλλά για να διακονήσει τους ανθρώπους και να δώσει την ζωή Του λύτρο αντί πολλών”.
Αυτά τα τελευταία λόγια του Κυρίου μας έχουν μεγάλη και διαχρονική
σημασία. Μέσα στην παγκόσμια ιστορία οι έννοιες του πρώτου και της εν γένει υπεροχής έχουν ταυτιστεί με την εξουσία, με την επιβολή, με την καταπίεση των ανθρώπων που βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα. Η ανθρώπινη υπεροχή έχει ταυτιστεί με τον εγωισμό, με την ικανοποίηση που προσφέρει η δυνατότητα κάποιων να καθορίζουν τις ζωές των άλλων ανθρώπων και να τους μεταχειρίζονται ως πιόνια, επιβάλλοντας και απαιτώντας ακόμη και παράλογα πράγματα. Τα παραδείγματα βασιλέων, αρχόντων, ανθρώπων που στο όνομα της υπεροχής τους ή της δύναμής τους καταπιέζουν τους συνανθρώπους τους, είναι πολλά.
Όπως πολλά είναι επίσης και τα παραδείγματα εκείνων που επειδή έχουν κάποια δύναμη, εκδηλώνονται εξουσιαστικά και καταπιεστικά στους συνανθρώπους τους: από τον πλούσιο που θέλει να επιβάλλει τα συμφέροντά του στην κοινωνία, μέχρι τον απλό υπάλληλο μιας υπηρεσίας που ταλαιπωρεί τον απλό πολίτη, η ίδια τάση καταπίεσης προς τον συνάνθρωπο εκφράζεται και ασκείται. Ο εγωισμός και περιφρόνηση και απαξία προς τους άλλους ανθρώπους είναι αυτή που υπαγορεύει τέτοιου είδους συμπεριφορές και αντί να θεραπεύει τα τραύματα της κοινωνίας στην ουσία τα επιδεινώνει και προσθέτει και άλλα.
Το παράδειγμα του Χριστού όμως και η εντολή Του βρίσκονται στην αντίθετη κατεύθυνση. Μεγαλείο για τον Θεό αποτελεί η αγάπη και η προσφορά, γιατί μόνο μέσα από την θυσία και τον Σταυρό μπορεί να υπάρξει Ανάσταση. Το να κάνει κανείς επίδειξη της δυνάμεώς του είναι εύκολο, όπως επίσης και να την ασκήσει σε βάρος των άλλων ανθρώπων. Το να επιστρατεύσει όμως τις όποιες δυνάμεις διαθέτει στην υπηρεσία του πλησίον, να αρνηθεί την υπεροχή του και να προσφέρει ακόμα και τη ζωή του για το συμφέρον των άλλων, απαιτεί μεγάλο αγώνα και τεράστια αποθέματα αγάπης και ταπεινώσεως.
Αυτή την αγάπη, αυτή τη διάθεση αυτοθυσίας και προσφοράς ήλθε να μας διδάξει ο Χριστός, θέτοντας ως παράδειγμα τον ίδιο Του τον εαυτό. Αυτό το πνεύμα έχει ανάγκη και η εποχή μας, αλλά και η ζωή μας στην καθημερινότητά της, αν θέλουμε πράγματι να ζήσουμε ουσιαστικά το μήνυμα του Ευαγγελίου και το βαθύτερο νόημα των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου μας, που σε λίγες ημέρες θα εορτάσουμε.


Πρωτότυπο κείμενο από Απλά & Ορθόδοξα - π. Χερουβείμ Βελέτζας: http://xerouveim.blogspot.com/2010/03/e-21-3-2010.html#ixzz1qdunZm00

Φιλοδοξία καὶ ταπεινοφροσύνη (Μάρκ. ι΄32-45) Κυριακή Ε Νηστειών υπό του Αρχιμανδρίτου Νικάνωρος Καραγιάννη




Ὁ Χριστὸς μιλάει προφητικὰ γιὰ τὸ πάθος Του. Προετοιμάζει τοὺς μαθητές του γιὰ τὶς σκληρὲς ὧρες τῶν δραματικῶν γεγονότων ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν. Προλέγει τὸ ποτήριο τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου ποὺ θὰ πιοῦν καὶ τὸ βάπτισμα τῆς θυσίας τοῦ αἵματος ποὺ θὰ ὑποστοῦν. Ὅμως οἱ μαθητὲς ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν καταλληλότητα τῆς στιγμῆς ζητοῦν πρωτεῖα καὶ τιμές. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματική, «οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ στὴν προσωπική μας ζωή, ὅταν τὰ αἰτήματά μας εἶναι μικροπρεπῆ. Ὅταν λαχταρᾶμε, διακρίσεις, χρῆμα, προβολὴ καὶ ἐπιβολὴ στοὺς ἄλλους. Καὶ τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι τὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ τὰ περιφρόνησε καὶ ἀποκάλυψε τὴ μηδαμινότητά τους.


Τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας

Τὸ φυσικὸ αἴτημα γιὰ ἄνοδο καὶ πρωτιὰ ἔχει τὶς ρίζες του στὴν ἀρχὴ τῆς δημιoυργίας, τότε ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους «ἀρχέτωσαν ἐπὶ πάσης τῆς γῆς». Ἡ ἔμφυτη τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀνεβαίνει ψηλὰ καὶ νὰ προοδεύει στὴν ἐπιστήμη, τὴν τεχνολογία καὶ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά τῆς ζωῆς βελτιώνει τὴν ποιότητά της καὶ προάγει τὸν πολιτισμό. Ἡ ἔμφυτη, ὅμως, αὐτὴ τάση διαστρέφεται ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ σὲ πάθος καὶ ἁμαρτία. Εἶναι ἡ συνέπεια τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων, τότε ποὺ τὰ πράγματα ἀντιστράφηκαν. Ὁ ἐγωισμὸς παραβίασε τὰ ὅρια τῆς φύσης καὶ τῆς ζωῆς. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι προσανατολισμένος στὸν Θεό, γίνεται ἀναπόφευκτα ἐγωκεντρικὸς καὶ φιλόδοξος, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι γίνονται μέσα γιὰ τὴ δική του ἱκανοποίηση.

Ὁ πόθος τῆς φιλοδοξίας γίνεται πάθος ποὺ ἀναζητᾶ νὰ παραμερίσει, νὰ ὑποτάξει, νὰ καταδυναστεύει καὶ νὰ καταπιέσει τοὺς ἄλλους. Γι’ αὐτὸ ὁ φιλόδοξος εἶναι ἀδίστακτος καὶ σκληρός. Κατεβάζει τοὺς ἄλλους προκειμένου νὰ ἀνεβεῖ αὐτός. Ἐπιδιώκει ἀξιώματα ὄχι γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν. Ἔτσι δηλητηριάζει τὶς διαπροσωπικές του σχέσεις καὶ τὶς ὁδηγεῖ σὲ ἀδιέξοδο. Γίνεται μισητὸς καὶ ἀτιμώτερος πάντων. Μέσα στὴ φιλαρχία του πνίγεται ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια, τὴν κολακεία, τὴν ὑποκρισία καὶ καταλήγει στὸ πικρὸ κενό τῆς ματαιοφροσύνης. Ἔστω καὶ ἂν ἀναρριχηθεῖ σὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἔστω καὶ ἂν πετύχει τὶς ματαιόδοξες ἐπιδιώξεις του, παραμένει ἀχόρταγος, παραδομένος στὸ τυραννικὸ καὶ ἀνικανοποίητο πάθος του.


Τὸ μεγαλεῖο της ταπεινοφροσύνης

Ὁ Χριστὸς μᾶς προτρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν ψυχικὴ ἀρρώστια τῆς φιλοδοξίας μὲ τὴ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς ταπεινοφροσύνης. Στὴν πληγὴ τῆς φιλαρχίας μᾶς ὑποδεικνύει τὸ φάρμακο τῆς διακονίας καὶ τῆς θυσίας. Μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ παράδειγμά Του φανερώνει τὸν ἀσφαλῆ δρόμο τῆς κατάκτησης τοῦ μεγαλείου. Ὁ Χριστὸς εἶναι ταπεινός, «μάθετε ἀπ' ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμι καὶ ταπειvoς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29) καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ δόξα Του. Μία δόξα ποὺ προέρχεται καὶ ἐκφράζεται μὲ τὴν ταπείνωση ἀνατρέπει τὴ συνηθισμένη ἀνθρώπινη λογική. Ἀκοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ μιλάει γιὰ δόξα τὴ νύχτα τοῦ ἐξευτελισμοῦ καὶ τῆς ἀτίμωσης στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ «νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ» (Ἰω. 13,31). Ἡ ταπείνωση γίνεται ἡ πηγὴ τῆς τελειότητας, ὁ μαγνήτης ποὺ ἑλκύει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ· «Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Α' Πέτρ. 5,5).

Γιὰ τὰ μέτρα τοῦ κόσμου ἡ δύναμη μετριέται μὲ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπιβολὴ στοὺς ἄλλους. Γιὰ τὰ σταθμὰ τοῦ Θεοῦ ἡ ἀξία ζυγίζεται μὲ τὴ διακονία καὶ τὴ θυσία γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τονίζει ὅτι «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μαρκ. 10,45). Ὁ σταυρικός Του θάνατος ὑπῆρξε τὸ ἀποκορύφωμα καὶ ἡ ἀπόδειξη τῆς διακονίας Του. Ὅταν διακονοῦμε τοὺς ἄλλους, ἐπιβεβαιώνουμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ θεραπεύουμε ὅ,τι πονάει τὸν ἄνθρωπο. Κάθε φορὰ ποὺ ὑπηρετοῦμε τοὺς ἄλλους μᾶς διαπερνᾶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ γινόμαστε ὁ πραγματικὸς ἐαυτός μας.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, τὸ μεγαλεῖο τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς μέχρι θυσίας διακονίας πρὸς τὸν ἄλλον δὲν ἦταν ποτὲ καὶ δὲν εἶναι καὶ σήμερα ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν πολιτισμό του. Μία ἀκόμη ἀνατροπὴ καὶ ἀντίφαση μέσα στὶς τόσες πολλὲς στὸν ἀγώνα τῆς σωτηρίας. Φαίνεται ἰδεώδης καὶ ἀκατόρθωτη. Ὅμως ἂς μὴν ξεχνᾶμε «τὰ ἀδύνατα παρ' ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι» (Λκ. 18,27). Γι’ αὐτὸ ἂς ἐμπιστευόμαστε τὸν Θεὸ καὶ ἂς προσπαθοῦμε. Ἂς κάνουμε ἐμεῖς τὴν προσπάθεια γιὰ νὰ βάλει ὁ Θεὸς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀμήν.

Τὸ πάθος τῆς φιλοπρωτίας (Μάρκ. ι΄32-45) Κυριακή Ε Νηστειών υπο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας κ.κ. Ιωήλ




‹‹Ὅς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος››

Ἡ τελευταία πορεία τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἦταν δραματικὴ ὄχι μόνο γι’ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ γιὰ κείνους ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν. ‹‹Ἦσαν ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα›› (Μάρκ. 10,32). Ὁ Χριστὸς προπορευόταν καὶ ἀκολουθοῦσαν φοβισμένοι οἱ μαθητές. Ὁ Κύριος, ὅσο πλησιάζει τὸ πάθος του, τόσο πιὸ συχνὰ ὁμιλεῖ στοὺς μαθητὲς γι’ αὐτὸ καὶ γιὰ τὸ θάνατό του. Τοὺς μίλησε γιὰ τὸ ποτήριο τοῦ θανάτου καὶ γιὰ τὸ βάπτισμα τοῦ αἵματος. Τοὺς ἔκανε σαφὲς πὼς ἡ πορεία τους θὰ ἔχει πολλὲς ὁμοιότητες μὲ τὴ δική Του κατάληξη στὴ ζωή. Οἱ μαθητὲς φοβοῦνται. Μέχρι τώρα δὲν εἶχαν περάσει κανένα μαρτύριο. Σ’αὐτὲς τὶς δραματικὲς στιγμὲς δύο μαθητὲς Του Τοῦ ζητοῦσαν πρωτοκαθεδρίες, πράγμα ποὺ ἀνάγκασε τὸ Χριστὸ νὰ τοὺς πεῖ πὼς ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, ὀφείλει νὰ εἶναι διάκονος καὶ δοῦλος ὅλων.


Ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Χριστός, ‹‹ὁ βασιλεὺς τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων››, καταδέχθηκε νὰ γεννηθεῖ βρέφος μέσα σὲ φάτνη σπηλαίου, νὰ ἀνατραφεῖ ‹‹ἐν οἴκῳ τέκτονος καὶ μητρὸς πενιχρός››, κατὰ τὸ Μέγα Βασίλειο. Ἐπίσης νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ ἕνα δημιούργημά του, νὰ σταυρωθεῖ μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ θάνατο. Τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν συγκινοῦν τοὺς μαθητές. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ἡ φιλοπρωτία καὶ ἡ φιλοδοξία εἶναι πάθη τυραννικὰ καὶ πολὺ συχνὰ ἐνοχλοῦν πολλοὺς καὶ μάλιστα καὶ μεγάλους ἄνδρες. Ὁ Χριστὸς μιλοῦσε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κι ἐκεῖνοι ὀνειρευόντουσαν τιμὲς καὶ δόξες. Μπορεῖ νὰ εἶναι κάποιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά, ἐὰν δὲν εἶναι καλλιεργημένος, ἐνδέχεται νὰ εἶναι ὑποχείριο κάποιου πάθους. Στὰ ὕψιστα ἀξιώματα ἀνεβαίνουμε, ἀλλὰ τὰ πάθη μας παραμένουν ζωντανὰ μέσα μας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λέγουν πὼς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἡ μόνη φιλοδοξία εἶναι, ἐὰν μετανοήσει, νὰ ἀποτινάξει ἀπὸ πάνω του ‹‹πάντα τὰ ἑαυτοῦ πάθη››, δηλ. τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες του καὶ νὰ ζήσει τὴ χαρισματικὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ πνευματικὸς νόμος ἔχει πιστοποιήσει, πὼς ὅποιος ἐπιζητήσει νὰ καταδυναστεύσει τοὺς ἄλλους καὶ νὰ τοὺς κάνει ὑποχείρια του, ἴσως γίνει ‹‹ἀτιμώτερος πάντων››, θὰ γίνουμε πιὸ ἄδοξοι καὶ μισητοὶ ἀπ’ ὅλους. Παράδειγμα ὁ διάβολος θέλησε νὰ γίνει πρῶτος καὶ κατάντησε τελευταῖος. ‹‹Ἄξιος τῆς δόξας δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἐπιδιώκει, ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ τὴν περιφρονεῖ. Ἡ δόξα μοιάζει μὲ τὴ σκιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο τὴν κυνηγᾶς, τόσο περισσότερο ἀπομακρύνεται.


Τὰ φάρμακα τοῦ πάθους τῆς φιλοπρωτίας

Στὴν πληγὴ τῆς φιλοπρωτίας καὶ φιλοδοξίας ὁ Χριστὸς βάζει τὸ φάρμακο τῆς ταπεινώσεως. Ἐὰν ὁ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, δηλ. ὁ Χριστός, ταπεινώθηκε τόσο πολύ, τὸν ἴδιο δρόμο ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς, ‹‹Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ›› (Φιλιπ. 2,8), θὰ τονίσει ἐμφαντικὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ ἄνθρωπος ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνει, τόσο πιὸ πολὺ ὀφείλει νὰ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του καὶ μὴν ἐπαίρεται. Ἡ ἐξουσία τοῦ δόθηκε ὄχι γιὰ νὰ καταδυναστεύει, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς ἄλλους. ‹‹Ὄχι μόνο νὰ τέμνει, ἀλλὰ καὶ νὰ περιποιεῖται τὰ τραύματα τῶν ἄλλων. Μόνο μὲ τὴν ταπείνωση ὁ ἡγέτης ἀποκτᾶ φυσιολογικὴ συμπεριφορὰ ἔναντι τῶν ἄλλων. Ἐμεῖς μὲ τὸ Θεὸ ἔχουμε συνάψει συνθήκη μετανοίας κι ὄχι ἐξουσίας, λέγει ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας.


Ἡ συμπεριφορὰ τῶν σημερινῶν ἀρχόντων

Σήμερα αὐτοὶ ποὺ φαίνονται ἄρχοντες τῶν Ἐθνῶν κι ὅλοι ὅσοι ἔχουν κάποια ἐξουσία κινδυνεύουν νὰ πέσουν στὸ ἁμάρτημα τῆς φιλοπρωτίας καὶ τῆς καταδυναστεύσεως τῶν ἄλλων. Ὅλοι θέλουμε νὰ ἐξουσιάζουμε τοὺς ἄλλους. Στρατιωτικοὶ ἡγέτες, ἄνδρες, γυναῖκες, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, πολιτικοὶ ταγοὶ καὶ ὅλοι ὅσοι ἔχουν κάποια ἐξουσία, κινδυνεύουν νὰ γίνουν τυραννίσκοι τῶν ἄλλων. Ὁ ἡγέτης δὲν ἀνοίγει μόνον τὶς πληγές, ἀλλὰ περιποιεῖται καὶ τὰ τραύματα. Ἡ ἐξουσία νὰ ἀσκεῖται μὲ ταπείνωση, γιὰ νὰ ἔχει θετικὰ ἀποτελέσματα. Γιὰ μᾶς παράδειγμα εἶναι ὁ Κύριος ποὺ ταπεινώθηκε πολύ, γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε ἐμεῖς μέχρι τὸν οὐρανό. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀσφαλὴς δρόμος τῆς ἐξουσίας. Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ φάρμακο τῆς φιλοπρωτίας.

ΤΑ ΝΕΚΡΑ ΕΡΓΑ- ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ, π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ



Η ανθρώπινη συνείδηση είναι γεμάτη από νεκρά έργα. Κι αυτά έχουν να κάνουν τόσο με την αμαρτία, δηλαδή την μη υπακοή στις εντολές του Θεού, όσο και με την απώλεια του χρόνου μας σε ζωή μακριά από το Θεό. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, περισσότερα είναι τα νεκρά έργα, οι νεκρές σκέψεις, ο νεκρός χρόνος μας κάθε ημέρα και νύχτα, παρά οτιδήποτε δίνει ζωή. Γιατί «νεκρά έργα» σημαίνει κάθε τι τελικά το οποίο δεν μας δίνει ζωή, νόημα, σκοπό, αλλά μας κάνει να ζούμε μόνο για το πρόσκαιρο και όχι για το αιώνιο και αληθινό.
Νεκρά είναι τα έργα τα οποία δεν έχουν σχέση με το Θεό. Μπορεί να είναι έργα δημιουργικά, έργα που να έχουν να κάνουν με την εργασία, με τη σπουδή, με την οικογένεια, με τις μέριμνες αυτού του κόσμου. Μπορεί να έχουν να κάνουν με την χαρά και την ηδονή. Μπορεί να έχουν να κάνουν με την αναγνώρισή μας από τους άλλους. Ωστόσο, αν απουσιάζει ο Θεός από αυτά, τότε απουσιάζει η όντως ζωή. Γιατί τα έργα που δεν μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην αιωνιότητα, δηλαδή τα έργα που δεν οδηγούν στην αγάπη και δεν κινούνται από αυτήν, είναι όντως νεκρά κι ας μοιάζουν ζωντανά, ας μοιάζουν σύμφωνα με το γράμμα του πολιτισμού και της πραγματικότητάς μας.
Η συνείδηση του ανθρώπου τον ελέγχει για τα νεκρά του έργα, είτε αυτά είναι πράξεις, είτε λογισμοί, είτε σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, είτε απώλεια του χρόνου. Ιδίως το τελευταίο, είναι το σήμα κατατεθέν της εποχής μας. Πάμπολλες δυνατότητες για έργα τα οποία μας κάνουν να σπαταλούμε το χρόνο μας. Μας δίνουν τις ψευδαισθήσεις ότι λειτουργούμε με ζωντάνια. Ότι μπορούμε να χαρούμε ή να νικήσουμε την μοναξιά μας. Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε συνηθίσει σ’ αυτή τη νέκρωση με αποτέλεσμα να μην μας εντυπωσιάζει. Να μη θέλουμε να την υπερβούμε. Και η συνείδηση μας δεν είναι σε θέση να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της και να παλέψει ώστε να μας ξυπνήσει.
Ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους Εβραίους, τους λέει ότι «το αίμα του Χριστού καθαριεί την συνείδησιν ημών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι» (Εβρ. 9, 14). Από τα νεκρά μας έργα μόνο το αίμα του Χριστού μπορεί να μας καθαρίσει. Πρώτον γιατί ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και επομένως και την συνείδηση την ανθρώπινη. Και αφού επάνω στο σταυρό καθάρισε την φύση μας από την αμαρτία, ταυτόχρονα καθάρισε και την συνείδησή μας. Δεύτερον, διότι ο Χριστός με το αίμα Του μας έδειξε ποιο είναι το ουσιώδες έργο, το οποίο καλούμαστε να ακολουθήσουμε στη ζωή μας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την αγάπη, που γίνεται θυσία, υλική και πνευματική για τον άλλο. Και τρίτον, διότι ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν.6,56), επομένως κρατά τον Χριστό συνεχώς εντός του και επομένως το κριτήριο της συνειδήσεώς του δεν είναι άλλο από το τι έκανε ο Χριστός, τι σκεφτόταν ο Χριστός για τον κόσμο και τον άνθρωπο, ποια πρόταση ζωής δίνει ο Χριστός, ο οποίος κατοικεί στην καρδιά του ανθρώπου για πάντα.
Ελευθερία από την αμαρτία, δρόμος αγάπης και θυσίας και ταυτόχρονα ζωή Χριστού αποτελούν τις οδούς, δια των οποίων θεραπεύεται η συνείδησή μας από τα νεκρά έργα. Κι αυτή η θεραπεία προϋποθέτει την απόφαση για μετάνοια από τον πρότερο βίο μας και μάλιστα με καθημερινή νέα αρχή μετανοίας, κοινωνία με το Χριστό και υλοποίηση αυτής της απόφασης στη ζωή μας. Βεβαίως, είναι δύσκολο με τον τρόπο που είναι οργανωμένος ο χρόνος και ο τρόπος μας να υιοθετήσουμε και να ακολουθήσουμε αυτές τις οδούς. Η συνείδηση όμως είναι το κλειδί. Ο έλεγχος της καρδιάς μας και η απόφασή μας, ακόμη κι αν ζούμε την πτώση της αμαρτίας, να αγωνιστούμε να αναστηθούμε. Αυτό που έκανε η οσία Μαρία η Αιγυπτία, η οποία κατενόησε μπροστά στο ναό της Αναστάσεως την νέκρωση της ύπαρξής της από τα έργα της αμαρτίας και επέλεξε την κοινωνία με το Χριστό ως αφετηρία αλλαγής και αιωνιότητας. Ελευθερώθηκε από την αμαρτία, αγάπησε και θυσιάστηκε για το Χριστό, ακολουθώντας την έρημο και την ασκητική ζωή, και αγωνίστηκε κυρίως εναντίον των λογισμών της, για να αφήσει δηλαδή το Χριστό να κατοικήσει μέσα στην καρδιά της με τρόπο αναφαίρετο από αυτήν. Και ο Κύριος της έδωσε την ευλογία στέλνοντάς της τον γέροντα Ζωσιμά, για να την κοινωνήσει και για να φανερώσει την ιστορία της μετάνοιας και του καθαρισμού της από κάθε νεκρό έργο δια του αίματος του Χριστού σε όλους μας.
Πλησιάζουμε το Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι καλούμαστε από την Εκκλησία να ξαναδούμε τόσο την συνείδησή μας αν είναι φορτωμένη με νεκρά έργα, να αποφασίσουμε να ακολουθήσουμε την οδό της μετανοίας και με την κοινωνία με το Χριστό να αγωνιστούμε για ελευθερία, αγάπη και ζωή Χριστού. Δεν είναι ηθική μόνο η προσπάθεια αυτή. Είναι κυρίως ο αληθινός τρόπος λατρείας του ζώντος Θεού εν Χριστώ Ιησού. Είναι η οδός της Εκκλησίας, που οδηγεί τον καθέναν μας να έχει νόημα και σκοπό και να ελέγχει αληθινά την πορεία του. Να βρίσκει τι την νεκρώνει και να επιλέγει τη ζωή κοντά στο Χριστό. Κι Εκείνος θα μας συνδράμει στην πορεία προς την ανάσταση, η οποία πάντοτε έπεται της εγέρσεως του σταυρού μας.

Ὁμιλία εἰς τὴν Ε΄Κυριακὴν τῶν νηστειῶν, Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς




 



Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἰδού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας...

Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες.

Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο! Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου... Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον.

Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου.

Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σταυρός, ἡ νίκη εἶναι σίγουρη. Τό σῶμα τῆς πρώην πόρνης τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Μαρίας, μέ τήν ἁμαρτία παραδόθηκε στήν δουλεία τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ὅταν ἀγκάλιασε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πῆρε αὐτό τό ὅπλο στά χέρια της, νίκησε τόν διάβολο. Νηστεία εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἀντικρύσῃ καί νά καταλάβῃ πραγματικά τόν ἑαυτό του, νά ἰδῇ τόν ἑαυτό του. Βλέπει τότε ὅτι κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή του εἶναι ὁ τάφος του, ὁ τάφος, ὁ θάνατός του. Καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία μέσα στήν ψυχή του δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μετατρέπῃ σέ πτώματα ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν ψυχή: τούς λογισμούς της, τά συναισθήματά της καί τίς διαθέσεις της· σειρά ἀπό τάφους. Καί τότε..., τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή ἀπό τήν ψυχή: «Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με». Αὐτή εἶναι ἡ κραυγή μας κατά τήν ἁγία αὐτή ἑβδομάδα: Κύριε, προτοῦ χαθῶ τελείως, σῶσε με. Ἔτσι προσευχηθή¬καμε αὐτή τήν ἑβδομάδα στόν Κύριο, τέτοιες προσευχητικές ἀναβοήσεις μᾶς παρέδωσε στόν Μεγάλο Κανόνα του ὁ μεγάλος ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἀνδρέας Κρήτης.

«Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Αὐτή ἡ κραυγή μᾶς ἀφορᾶ ὅλους, ὅλους ὅσους ἔχουμε ἁμαρτίες. Ποιός δέν ἔχει ἁμαρτίες; Εἶναι ἀδύνατον νά κυττάξῃς τόν ἑαυτό σου νά μή εὕρῃς κάπου, σέ κάποια γωνία τῆς ψυχῆς σου, νά μή ἐντοπίσῃς σέ κάποια ἄκρη της μία ξεχασμένη ἴσως ἁμαρτία. Καί... κάθε ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία δέν ἔχεις μετανοήσει, εἶναι ὁ τάφος σου, εἶναι ὁ θάνατός σου. Καί ἐσύ, γιά νά μπορέσῃς νά σωθῇς καί νά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν τάφο σου, κρᾶζε μέ τίς προσευχητικές θρηνητικές κραυγές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

Ἄς μή ξεγελᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἀδελφοί, ἄς μή ἀπατώμεθα. Καί μία μόνο ἁμαρτία ἄν ἔμεινε στήν ψυχή σου, καί σύ δέν μετανοεῖς καί δέν τήν ἐξομολογεῖσαι ἀλλά τήν ἀνέχεσαι μέσα σου, αὐτή ἡ ἁμαρτία θά σέ ὁδηγήσῃ στό βασίλειο τῆς κολάσεως. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στόν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γιά νά ἀξιωθῇς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, φρόντισε νά ἀποδιώξῃς ἀπό μέσα σου κάθε ἁμαρτία, νά ξεριζώσῃς ἀπό μέσα σου διά τῆς μετανοίας κάθε ἁμαρτία. Διότι, τίποτε δέν γλυτώνει ἀπό τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια δύναμι ἔδωσε ὁ Κύριος στήν Ἁγία Μετάνοια.

Κοίταξε! Ἀφοῦ ἡ μετάνοια μπόρεσε νά σώσῃ μία τόσο μεγάλη ἄσωτη γυναῖκα, ὅπως ἦταν κάποτε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πῶς νά μή σώσῃ καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τόν κάθε ἁμαρτωλό, καί τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό καί ἐγκληματία; Ναί, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι τό πεδίο τῆς μάχης, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή νικᾶμε τόν διάβολο, νικᾶμε ὅλες τίς ἁμαρτίες, νικᾶμε ὅλα τά πάθη καί ἐξασφαλίζουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἀθανασία καί τήν αἰώνιο ζωή. Στήν ζωή τῶν ἁγίων καί ἀληθινῶν Χριστιανῶν ὑπάρχουν ἀναρίθμητα παραδείγματα πού δείχνουν ὅτι ὄντως μόνο μέ τήν προσευχή καί τήν νηστεία ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί νικᾶμε τούς δαίμονες, ὅλους ἐκείνους πού μᾶς βασανίζουν καί θέλουν νά μᾶς παρασύρουν στό βασίλειο τοῦ κακοῦ, στήν κόλασι. Αὐτή ἡ Ἁγία Νηστεία...! εἶναι νηστεία τῶν ἁγίων ἀρετῶν μας. Κάθε ἁγία ἀρετή ἀνασταίνει τήν ψυχή μου καί τήν ψυχή σου ἐκ τῶν νεκρῶν.

Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται. Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας.

Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται.

Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε..., τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτή¬σῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον (Ματθ. ιη΄, 21-22). Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν...

Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ...

Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου... Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

1965

Κυριακὴ Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας,Μητροπολίτης Sourozh Aντώνιος




Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Ἑβδομάδα μ’ ἑβδομάδα νοιώθουμε ὅτι πλησιάζουμε ὁλοένα τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι κινούμαστε γρήγορα, ἀπὸ Κυριακὴ πρὸς Κυριακή, πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε φόβος, κάθε φρίκη θὰ χαθεῖ.

Κι ὅμως τόσο εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι πρὶν φτάσουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, πρέπει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του, νὰ βαδίσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Σταύρωσης. «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ θὰ Τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθεῖ». Ὅλοι ξέρουμε ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ ἔχουμε πότε ἀναρωτηθεῖ πῶς γύρισαν οἱ μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ, ξέροντας ὅτι ἡ Σταύρωση ἦταν κοντά; Κινοῦνταν φοβισμένοι. Δὲν εἶχαν ὡριμάσει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὴν ζωή τους θὰ ἔδιναν γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Κινοῦνταν μὲ φόβο. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλη ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, βάζοντας τὴν ζωή Του σὲ κίνδυνο, ἐκεῖνοι Τοῦ εἶπαν: «ἂς μὴν πᾶμε..», καὶ μόνον ἕνας μαθητής, ὁ Θωμᾶς, εἶπε: «..Ὄχι. Ἂς πᾶμε μαζί Του, κι ἂς πεθάνουμε μαζί Του…»

Ὁ μαθητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀνόητα πιστεύω, ὀνομάσαμε Ἄπιστο: ὁ μόνος ποὺ δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνη του, τὴν πίστη, τὴν ζωή του, τὸ αἷμα του, χωρὶς βεβαιότητα. Ἀλλὰ ἡ καρδιὰ του ἦταν ἀνεπιφύλακτα δοσμένη στὸν Χριστό. Πόσο ὑπέροχο νὰ εἶναι κάποιος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς δὲν θὰ ἐγκαταλείψουν τὸν Χριστό. Θὰ βαδίσουν μαζί Του πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ.

Ἔχουμε σήμερα ἀκόμα τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ζοῦσε μιὰ τραγωδία πρὶν συναντήσει τὸν Χριστό. Εἶναι ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Ἦταν ἁμαρτωλή. Ἦταν πόρνη. Δὲν πίστευε στὸν Θεό, οὔτε μὲ τὴν ψυχή, οὔτε μὲ τὸ σῶμα. Δὲν εἶχε σεβασμὸ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει, οὔτε σ’ αὐτὴ τὴν ψυχή. Κι ὅμως ἦρθε, μὲ τραγικὸ τρόπο, ἀντιμέτωπη μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος στὸν Ναὸ ἐκτὸς ἂν ἀπέρριπτε τὸ κακὸ καὶ διάλεγε τὴν ἁγνότητα, τὴν μετάνοια, τὴν νέα ζωή.

Ἂς συλλογιστοῦμε τοὺς μαθητὲς ποὺ σχεδὸν ἱκέτεψαν τὸν Χριστὸ νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν μιὰ πόλη ὅπου ὅλοι οἱ προφῆτες εἶχαν πεθάνει, δὲν ἤθελαν νὰ πεθάνει ὁ Χριστός, καὶ φοβόντουσαν. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε πόσο τοὺς μοιάζουμε. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε εἰλικρινὰ σήμερα πόσο μοιάζουμε ἢ ὄχι στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία - τὴν Μαρία ποὺ εἶχε ζήσει τὴν ζωὴ της σύμφωνα μὲ τοὺς τρόπους καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, παρασυρόμενη ἀπ’ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς· καὶ μία μέρα συνειδητοποίησε ὅτι στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ.

Πόσο εὔκολα μπαίνουμε ἐμεῖς στὸ ναὸ, ξεχνώντας τόσο εὔκολα ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα μικρὸ κομμάτι τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιλέξει νὰ ζεῖ ἀποκομμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει ἀπορρίψει τὸν Θεό, ἔχει χάσει τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ Αὐτόν• κι ὅτι οἱ λίγοι πιστοὶ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ σὰν καταφύγιο - ναί, ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ πληρότητα τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα τραγικὸ καταφύγιο, τὸ μόνο μέρος ποὺ ἔχει δικαίωμα νὰ βρίσκεται ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι καταζητούμενος. Κι ὅταν ἐρχόμαστε ἐδῶ, μπαίνουμε στὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Θὰ πρέπει νὰ ἐρχόμαστε μὲ μία αἴσθηση δέους ὄχι ἁπλὰ νὰ περπατᾶμε ἐκεῖ ὅπως σ’ ἕνα ἄλλο μέρος, ἀλλὰ σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ἤδη τὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ. 

Ἂν εἴχαμε αὐτὴν τὴν διάθεση, ὅταν ἐρχόμαστε στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε, ἂν καὶ ἀσήμαντοι, σὰν τὴν Μαρία τὴν Αἰγυπτία. Θὰ σταματούσαμε καὶ θὰ λέγαμε, «πῶς μπορῶ νὰ μπῶ στὸν ναό;» Καὶ ἂν τὸ κάναμε αὐτὸ ὁλόψυχα, μὲ μιὰ καρδιὰ συντετριμμένη, μὲ μιὰ αἴσθηση τρόμου ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε τόσο μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, τόσο ξένοι, τόσο ἄπιστοι, τότε θὰ ἄνοιγαν οἱ θύρες, καὶ θὰ βλέπαμε ὅτι δὲν βρισκόμαστε ἁπλὰ σ’ ἕναν μεγάλο χῶρο περιτριγυρισμένο ἀπὸ τοίχους, ἀλλὰ βρισκόμαστε σ’ ἕναν τόπο ποὺ εἶναι ὁ Παράδεισος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦλθε στὴν γῆ. 

Ἂς μάθουμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τί σημαίνει νὰ προχωρᾶμε βῆμα-βῆμα πρὸς τὴν Ἀνάσταση, ἐπειδὴ γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν Ἀνάσταση πρέπει νὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν τραγωδία τῆς Μ. Ἑβδομάδας καὶ νὰ τὴν κάνουμε δική μας, μετέχοντας μὲ τὸν Χριστό, τοὺς μαθητές Του καὶ τὰ πλήθη ὁλόγυρα, στὸν φόβο, στὸν τρόμο αὐτοῦ τοῦ γεγονότος· κι ἐπίσης νὰ τὸ ζήσουμε σὰν μιὰ φωτιὰ ποὺ θὰ κατακάψει ὅ,τι εἶναι εὐτελὲς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ θὰ μᾶς καθαρίσει. Κι ἴσως μία μέρα, ὅταν ἡ φωτιὰ θὰ ἔχει κατακάψει ὅ,τι δὲν εἶναι ἄξιο γιὰ τὸν Θεό, καθένας ἀπὸ μᾶς ἴσως γίνει μιὰ εἰκόνα τῆς φλεγομένης βάτου, πυρακτωμένης ἀπὸ τὴν θεία φλόγα καὶ μὴ καιομένης, ἐπειδὴ θὰ εἶχε ἀπομείνει σὲ μᾶς μόνο ὅ,τι θὰ ἐπιβίωνε ἀπὸ τὴν θεϊκὴ φωτιά. Ἀμήν.

Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr




Πρωτότυπο Κείμενο



Sunday of St Mary of Egypt
16th April 2000

In the Name of the Father, the Son and the Holy Spirit. Amen.

Week after week we feel that we are coming closer and closer to the glorious Resurrection of Christ. And it seems to us that we are moving fast, from Sunday to Sunday as it were, to the day when all horrors, all terrors, will have disappeared.

And yet so easily do we forget that before we reach the day of the Resurrection we must, together with Christ, together with His apostles, tread the road of the Crucifixion. 'So we are ascending to Jerusalem, and the Son of Man will be delivered into the hands of men, and they shall crucify Him, and the third day He will rise’. All we notice is that He will rise. But do we ever think of the way in which the disciples went to Jerusalem, knowing that the Crucifixion was at hand? They were moving in fear. They were not yet mature enough to be those who would give their lives for the message to be spread. They were moving in fear. When Christ told them that they would go now to Jerusalem, return to the city which had then renounced Christ, put Him into danger of His life, they said to Him, 'Let us not go.' And only one disciple, Thomas, said, 'No. Let us go with Him, and die with Him.'

This disciple is the one whom, foolishly I believe, we call the Doubter: the one who was not prepared to give his trust to God, his faith, his life, his blood, without certainty. But his heart was unreservedly given to Christ. How wonderful to be such a man! But the other disciples would not desert Christ. They walked towards Jerusalem.

And we have today another example of one who went through a tragedy before they met Christ. It is Mary of Egypt. She was a sinner. She was a harlot. She was unfaithful to God in her soul and in her body. She had no reverence for this body which God had created and this soul. And yet she was tragically confronted with the fact that there was no way for her into the temple of God unless she rejected evil and chose purity, repentance, newness of life.

Let us reflect on the disciples who almost begged Christ not to return to Jerusalem, because Jerusalem was a city where all prophets had died; and they did not want Christ to die, and they were afraid. Let us ask ourselves how much we resemble them. And let us ask ourselves freely today how do we resemble, or not, Mary of Egypt - Mary who had lived her life according to her own ways and desires, followed all temptations of her body and soul; and one day realised that as she was, she could not enter the temple of God.

So easily do we enter the divine temple, forgetting so easily that the church into which we come is a small part of a world that has chosen to be alien to God, that has rejected God, lost interest in Him; and that the few believers have created for God a place of refuge - yes, the church is the fullness of Heaven, and at the same time a tragic place of refuge, the only place where God has a right to be because He is wanted. And when we come here, we enter into the divine realm. We should come into it with a sense of awe, not just walk into it as into a space but walk into it as a space which is already the divine Kingdom.

If we were in that mood we would, when we come to the doors of the church, be, however little, like Mary of Egypt. We would stop and say, 'How can I come in?' And if we did that with our whole heart, broken-heartedly, with a sense of horror of the fact that we are so distant from God, so alien, so unfaithful to Him, then the doors would open and we would see that we are not simply in a big space surrounded with walls but we are in a space which is God's Heaven come to earth.

Let us therefore learn from this experience what it means to go step by step towards the Resurrection, because in order to reach the Resurrection we must go through Calvary, we must go through the tragedy of Holy Week and make it our own, partaking with Christ and His disciples and the crowds around in the horror, the terror of it; and also experience it as a scorching fire that will burn in us all that is unworthy of God and make us clean. And perhaps one day, when the fire will have burnt everything which is not worthy of God, each of us may become an image of the burning bush, aflame with divine fire and not consumed, because only that which could survive the fire of God would have remained is us. Amen.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...