Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2012

Ευλογημένα «γιατί»! (Νικόλαος Χατζηνικολάου,Μητροπολίτης Μεσόγαιας καί Λαυρεωτικής)


Ευλογημένα«γιατί»!
Ερώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στηνεκφορά του, τόσο δύσκολο στηναπάντηση του.Ερώτημα τόσοαληθινό, τόσοανθρώπινο, τόσοαπαιτητικό, πούόμως από τη φύση του δεν αντέχει στον λόγο, δεν εκφράζεται με το στόμα, δεν μπαίνει σε λέξεις, δεν δημοσιοποιείται σε ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο, δεν επιδέχεται μονοσήμαντεςαπαντήσεις από κάποιους πού δήθεν γνωρίζουν προς κάποιους άλλους που σίγουρα πονούν.Ίσως είναι το κατ’ εξοχήν θέμα για το όποιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνονται ομιλίες.Είναι πολύ βαθύ για να έλθει στην επιφάνεια τής συνειδητοποίησης. Είναι πολύ επώδυνο για να χωρέσει στον ορίζοντα των αντοχών μας. Είναι πολύ προσωπικό για να εντοπισθεί στο στερέωμα του δημόσιου λόγου. Ίσως αυτό το ερώτημα να πονάει πιο πολύ και από την αιτία που το δημιουργεί. Γιατί όλοι ξέρουμε πώς δεν έχει εύκολη απάντηση. Και όμως είναι τόσο επίμονο και αληθινό.
Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Ηχεί στα αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Είναι το ερώτημα κάθε γονιού πού το παιδί του πάσχει ή κάθε άνθρωπου πού έχει χτυπηθεί από ανίατη ασθένεια. Πώς είναι δυνατόν αυτό το ερώτημα να μεταμορφωθεί σε ομιλία, συμβουλή, γνώμη ή απάντηση;
Το ερώτημα αυτό συνεχώς διατυπώνεται και απαντάται μόνο με δάκρυα, όχι με λέξεις, με αισθήματα,  όχι με σκέψεις, με σιωπή, όχι με απόψεις, με συμπόνια, όχι με απαντήσεις. Πώς να το κάνουμε; Συχνά τα μάτια μιλούν πιο εύγλωττα από το στόμα, ο αναστεναγμός πιο δυνατά από τη σκέψη και η πονεμένη απορία εκφράζει περισσότερο την αλήθεια από τηνόποια απάντηση.
Γιατί;
Γιατί ό πόνος; γιατί ή αδικία; γιατί τα παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί με αυτόν τον τρόπο; γιατί την απερίγραπτη χαρά της αθώας παρουσίας τους να τη διαδέχεται ό αβάσταχτος πόνος; Γιατί; Και αν είναι για το άγνωστο καλό μας, γιατί αυτό το καλό μας να είναι τόσο πικρό;
Γιατί σε μένα;
Τί κακό έκανα; Που να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία; Και αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω για να αναστρέψω τα πράγματα; Και ποιός ο λόγος εξ αιτίας μου ναυποφέρει αυτό το αθώο πλασματάκι; Αυτό μου φαίνεται πιο αδύνατο να τοαντέξω. Κινδυνεύω να χάσω και τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό το όφελοςαυτής της ιστορίας;
Γιατί σε μένα, Θεέ μου;
Δεν είμαι παιδί σου; δεν είσαι Θεός αγάπης; τί σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριό μου; Πώς να με προσελκύσουν τα μαστιγώματά Σου; Πώς συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού;
Η «ευλογία» του πόνου. Ευλογημένα «γιατί»!
Τα καθαγίασε ο ίδιος ό Χριστός στον σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, Ίνα τί με εγκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μου το ‘κανες αυτό; Τί σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου το όποιο έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα  γεγονότα  όμως  φανέρωσαν την απάντηση.
Τέτοια πολλά «γιατί» βγήκαν και από το στόμα του πολυάθλου Ιώβ ή τη γραφίδα τουτραυματισμένου Δαυίδ, δύο ανθρώπων πού οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμά τους από την ιστορία και πού μας παρουσιάζονται συχνά ως μοναδικά πρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής.
Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στον Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους πού νοιώθουμε ότι ιδιαίτερα μας αγαπούν. Το λέμε κυρίως για ναεκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως και προσδοκώντας το χάδι μιας απάντησης. Ποιόςόμως μπορεί να δώσει μία απάντηση; Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιός μπορεί να μας την πει;
Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς πενθούντα πατέρα ότι ο πόνος κάνει τον άνθρωπο τόσο ευαίσθητο, ώστε μοιάζει με το μάτι πού δεν ανέχεται ούτε το πούπουλο. Και ή πιο τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιο διακριτική αναλογία δεν αντέχεται. Ο λόγος πού εκφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα. Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία τής απορίας, η σιωπή, η εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν
μία μικρή ελπίδα.
Ο  πόνος   γεννά  αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία.
Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνον εμάς, άλλα γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπουν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειας τους να μοιραστούν τα πιοανεπιθύμητα γι’ αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τούς αδελφούς μας. Ο πόνος γεννάτην αλήθεια. Ή συμπόνια των άλλων τη φυτεύει στη δική μας καρδιά. Εκεί διακριτικά κρύβεται και ή απάντηση.
Έτσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, η γλύκα και η ανακούφιση της όποιας είναι πολύεντονότερες ως εμπειρίες από το βάρος του πόνου.
Ο πόνος μας βγάζει από τα ανθρώπινα μέτρα.
Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι’ αυτό και ο Χριστός για τον θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά, ο Ίδιος τον επέλεξε και πόνεσε όσο κανέναςάλλος. Και όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο -μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου. Ο πόνος δεναπαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνον ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος τουΘεού που είναι τόσο αληθινό άλλα συνήθως και τόσο ακατανόητο.
Στο διάβα της η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν» συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε την επιβίωση σε αυτόν τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή κάτι σταθερό.
Αυτό όμως συνήθως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, άλλα επικεντρώνεται στην απροσδόκητη υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασης της μεανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τούς ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλιά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας. Στον διάλογο με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνον η έξοδος από τη δοκιμασία άλλα και η ευεργεσία της.
Η μοναδική ευκαιρία.
Τελικά, το μεν ερώτημα μπορούμε να το υποβάλλουμε, την δε απάντηση πρέπει να την περιμένουμε. Ή ο Θεός δεν υπάρχει ή παραχωρεί μια δοκιμασία για να μας δώσει μιαμοναδική ευκαιρία. Αν δεν γινόταν ή Σταύρωση, δεν θα υπήρχε ή Ανάσταση. Ο Χριστός θα ήταν ένας καλός δάσκαλος· όχι ο Θεός. Ο Θεός δίνει την ευκαιρία. Σε μας μένει να τη δούμε και να την  αξιοποιήσουμε. Η δε χαρά και το περιεχόμενο αυτής της ευκαιρίας είναι πολύ μεγαλύτερα από την  ένταση και τον πόνο της δοκιμασίας. Ο θάνατος, ο πόνος, η αδικία αποτελούν μυστήριο που η όποια απάντηση το διασαλεύει. Στις περιπτώσεις αυτές, η αλήθεια δεν εκφράζεται ως άποψη ή επιχείρημα, άλλα προσφέρεται ως ταπείνωση και κοινός πόνος. Η πορεία στο μεθόριο τής ζωής και του θανάτου, του σκανδαλισμού και της δοξολογίας, του θαύματος και της αδικίας παρουσιάζει στροφές και κρυμμένες γωνιές, όπου διασφαλίζεται η αλήθεια της ζωής. Αν ξεφύγει κανείς τον πειρασμό να λυγίσει, τότε αντικρίζει την αλήθεια με τέτοια όψη, πού ποτέ του δεν είχε καν φαντασθεί. Ό πόνος, αν κάποιος καταφέρει να τον αγκαλιάσει, γεννά πρωτόγνωρες ευαισθησίες και ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού κανείς αλλιώς δεν βλέπει.
Ή πρόκληση δεν είναι να συμβούν γεγονότα και αποκαλύψεις· αυτά υπάρχουν. Ή πρόκληση είναι να ανοίξει κανείς τα μάτια του για να μπορεί να τα αντικρύσει.
Είναι αναντίλεκτη αλήθεια δυστυχώς, συνήθως μόνο χάνοντας τα πολύ  επιθυμητά,  γνωρίζουμε    και    κερδίζουμε    τα    πολύ    μεγάλα.
Σίγουρα ό πόνος και ή αδικία δεν μπορούν να καταργήσουν την αγάπη του Θεού. Ό Θεός υπάρχει. Και είναι αγάπη και ζωή. Ή τέλεια αγάπη και το πλήρωμα της ζωής. Και το μεγαλύτερο θαύμα της ύπαρξης Του είναι ή συνύπαρξή Του με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο.
Ίσως και ή μεγαλύτερη πρόκληση για τον καθένα μας να είναι ή συνύπαρξη με τον δικό του προσωπικό πόνο, το ελπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα με τα βαθύτερα αυτά «γιατί», ή ταπεινή εσωτερική περιχώρηση στην προσδοκία του Θεού μέσα από τις «αδικίες» πού  νομίζουμε  πώς Αυτός μας κάνει.
Προ καιρού, με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα πού το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία.
-Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτόν τον κόσμο.
- Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου, της απαντώ. Γι’ αυτό και θέλω να ζήσεις.Επίτρεψε μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι· μέσα στη    δοκιμασία   σου,    ρωτάς   ποτέ    «γιατί   σε   μένα,    Θεέ   μου;»
-Δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ, μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου; Και περιμένω όχι τον θάνατό μου· προσδοκώ τον φωτισμό μου»!
1. Νικόλαος Χατζηνικολάου (Μητροπολίτης Μεσόγαιας καί Λαυρεωτικής), «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός», Εκδ. Σταμούλης, 2009
Πηγή:Ενοριακή ζωή

Τά ξύλα τοῦ παπᾶ (Μία συγκλονιστική πραγματική διήγηση με κρυπτοχριστιανούς)



Πέμπτη τοῦ Πάσχα κι ὁ πάπα – Λευτέρης πρωΐ-πρωΐ φόρτωνε τό ζῷο του κι ἑτοιμαζόταν νά κατεβεῖ στήν Τραπεζούντα. Τήν ἴδια ὥρα ἀκούστηκαν οἱ πρῶτοι χτύποι τῆς καμπάνας. Ὁ συνεφημέριός του ὁ πάπα – Γαβριήλ φαίνεται πῶς εἶχε ἀϋπνίες. Χθές ἦταν ἡ σειρά του νά λειτουργήσει. Μετά πῆρε τά βουνά καί τά λαγκάδια νά μαζέψει ξύλα. Καί σήμερα νάτον ξημερώματα, ἕτοιμος νά κάνει τόν πραματευτή. Κανονικά ὄφειλε νά πάει στήν ἐκκλησιά. Τέτοια μέρα, ἀκόμη Πασχαλιά, ποῦ ξανακούστηκε νά λείπει ἀπ’ τή Λειτουργία! Ἄς ὄψονται, ὅμως, τά τόσα στόματα ποῦ περιμένουν στό σπίτι. Κάποιος ἔπρεπε νά νοιαστεῖ γιά τό καθημερινό τους…Ὀκτώ του ἔδωσε ὁ Θεός κι ἄλλα τρία ὁ Ἀνάστασης ὁ κουμπάρος του: Τή γυναῖκα του, τήν πεθερά του, τήν «κυρά – ντουλάπα», καί τόν κουνιάδο του, ποῦ δέν φτουρᾶ σέ δουλειά…
***
Ἔκανε τό σταυρό του καί ξεκίνησε. ..
Εἶχε μπροστά του πολύ δρόμο. Ὑπολόγιζε πρίν τό μεσημέρι νά φτάσει στήν πόλη κι ἄν ὅλα πᾶν καλά, ἀργά τό βράδυ νά εἶναι πάλι πίσω. «Βαστᾶτε ποδαράκιά μου» ἀναστέναξε καθώς ἀναλογίστηκε τό δρόμο ποῦχε νά κάνει. Κατά πῶς τό εἶχε συνήθειο ἄρχισε τό ψάλσιμο, νά σπάει κι ἡ μονοτονία. Νά κάνει ὅμως καί τό κέφι του. Μέσα στήν ἐρημιά ποιός τόν ἀκούει; Μόνο ὁ Θεός. Ἀποφεύγει καί τά κοροϊδευτικά χαμόγελα τοῦ πάπα – Γαβριήλ ἤ τίς εἰρωνίες τοῦ Ἰορδάνη, τοῦ ψάλτη: «Ἐξαιρετικά τά λές παπά. Σάν μανάβης!» Τό ξέρει. Ἡ φωνή τοῦ ἀκούγεται ἄσχημα. Μά ὅτι λέει, τό ψέλνει μέ τήν καρδιά του κι αὐτό θέλει ὁ Θεός. Ὅπως τότε ποῦ ἦταν μικρός. Καί φλεγότανε ἀπ’ τό μεράκι τῶν ὕμνων…
***
/
Ἀκόμη κι ὁ δεσπότης τή μοναδική φορά ποῦ λειτούργησε μαζί του τοῦ εἶπε: «Σούς μπρέ. Δέν τό λέγεις καλά». Ἦταν ἕνα ὅριο ποῦ τοῦ ἔβαλε ὁ Θεός καί δέν μποροῦσε νά τό ξεπεράσει. Τί κι ἄν πάλαιψε; Τί κι ἄν προσευχήθηκε; Τί κι ἄν ἔκλαψε; Τό μόνο ποῦ κατόρθωσε εἶναι, ὅσα λέει, νά τά λέει μέσα ἀπ’ τήν καρδιά του. Κι αὐτό εἶναι ποῦ θέλει ὁ Θεός. Τήν καρδιά, ὄχι τό λαρύγγι! Ἡ παρηγοριά του γιά τή σιωπή ποῦ ἔχει ἐπιβάλλει στόν ἑαυτό του. Σιωπή γιά νά μήν ἐνοχλεῖ, ὅπως ἐνοχλοῦσε τότες ποῦ μικρός στεκόταν παράμερα στό ψαλτῆρι. Ὅπως ἐνοχλοῦσε ἀργότερα τούς φίλους του ποῦ προχώρησαν στήν ψαλτική κι ἄς πίστευε πῶς θά τόν θέλουν κοντά τους. Ὅπως ἐνοχλοῦσε τό φίλο του τόν Ἀποστόλη, ποῦ ἔγινε δεξιός ψάλτης στό διπλανό χωριό. Σταμάτησε, ἔτσι, νά ψέλνει μπροστά στόν κόσμο καί προτιμοῦσε τίς ἐρημιές. Μέ τά τροπάρια μετροῦσε τίς ἀποστάσεις. Ξεκίναγε μέ τόν ὄρθρο, ἔλεγε καί λίγα ἀπ’ τόν ἑσπερινό κι ἄν εἶχε κι ἄλλο δρόμο πρόσθετε καί μερικά σκόρπια τροπάρια. Αὐτό θά ἔκανε καί τώρα, μέρες τῆς Πασχαλιᾶς. «Μπρός, λοιπόν, παπά δῶσε του νά καταλάβει» μονολόγησε. Ἔκανε τό σταυρό του κι ἄρχισε: «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…».
Ἀφοῦ ἔψαλε ὅλον τόν κανόνα, προχώρησε καί στούς αἴνους κι ἐκεῖ κατά τό δοξαστικό ἔμπαινε πιά στά πρῶτα σπίτια τῆς Τραπεζούντας. Μέ τό ψάλσιμο κάπου εἶχε ἀφαιρεθεῖ. Ὅταν κατάλαβε πῶς ἦταν στόν τουρκομαχαλά σκέφτηκε νά γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο νά προσανατολιστεῖ κι ὕστερα πῆρε ἕνα σοκάκι ἐκεῖ στ΄ ἀριστερά. Περίμενε νά τόν βγάλει ἔξω ἀπό τό Κάστρο, μ΄ αὐτό φιδογύριζε ἀνάμεσα στά τουρκόσπιτα. Σέ κάποια στροφή φάνηκε ἕνας καφενές κι ἀπόξω δύο τρεῖς τοῦρκοι ἀραχτοί, ἀπολάμβαναν τό ναργιλέ τους. Καθώς περνοῦσε μπροστά του ὁ ἕνας του φώναξε:
«Πόσο τά ξύλα παπά;»
«Πέντε γρόσια ἐφέντη μ’».
«Πολλά δέν εἶναι βρέ καραμπᾶς (μαυροκέφαλε;)»
«Ὄχι ἐφέντη μ’, ὄχι. Ἔρχουμαι ἀπό μακριά», ὁ πάπα – Λευτέρης ἤξερε ν’ ἀντιστέκεται στά παζάρια τῶν τούρκων. «Κι ὑστέρα τί παίρνεις μέ πέντε γρόσια;»
«Ἄντε νά σού δώσω τρία νά τά φέρεις καί στό σπίτι».
«Νά χαρεῖς τά νειάτα σου ἐφέντη μ’. Κάμε τά τουλάχιστο τέσσερα. Εἶμαι φτωχός κι ἔχω τόσα στόματα νά θρέψω».
«Καλά. Ἄς εἶναι. Θά σού δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε ἀπ’ τό σκαμνί του, τεντώθηκε καί πλησίασε τόν παπά. Χαΐδεψε λίγο τό ζῷο καί μετά στράφηκε ἄγριος στό παπά.
«Δέν λυπᾶσαι τό ζῷο βρέ Γκιαούρ; Πῶς τό φόρτωσες τό καημένο; Κοντεύει νά ψοφήσει! Δέν φοβᾶσαι τό Θεό βρέ καραμπᾶς;»
«Ἀντέχει ἐφέντη μ’» τόλμησε ν’ ἀπαντήσει ὁ πάπα – Λευτέρης.
«Σούς μπρέ» ἔβαλε τίς φωνές ὁ τοῦρκος καί σήκωσε τό χέρι τοῦ ἀπειλητικά. «Πᾶμε σπίτι νά τό ταΐσεις λίγο καί νά τό ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!»
Γιόμισε ὁ μαχαλάς ἀπ’ τίς φωνές του. Ὁ παπάς, τόν ἀκολούθησε φοβισμένος. «Τρελός θάναι» σκέφτηκε κι ἀπό μέσα τοῦ ἔλεγε ὅσες εὐχές τοῦ ἐρχόντουσαν στό μυαλό. Μπροστά στήν αὐλόπορτα τοῦ σπιτιοῦ φώναξε ἕνα ὄνομα. Ὕστερα καί μέ μία κλωτσιά τήν ἄνοιξε διάπλατα.
«Μπές μέσα μπρέ γκιαούρ. Δέν φοβᾶσαι τό Θεό εἶσαι καί παπάς».
Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἔκλεισε τήν πόρτα κι ἀμέσως δύο νεαροί ξεφόρτωσαν τό ζῷο. Ὁ τοῦρκος, μέ φωνές, τράβηξε σχεδόν τόν παπά Λευτέρη μέσα στό σπίτι, πού ἀπ’ τό φόβο τοῦ ἔχασε κάθε δύναμη ν’ ἀντισταθεῖ. Μόνο ἔτσι σάν ἀστραπή τοῦ πέρασε ἡ σκέψη: «Εἶδες τί ἔπαθες γιά νά μήν πᾶς στή Λειτουργία;»
Μέχρι τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ χαλοῦσε τόν κόσμο μέ τίς φωνές του. Μόλις πέρασαν τό κατῶφλι τήν ἔκλεισε μέ τόση δύναμη λές κι ἤθελε νά τήν γκρεμίσει. Καί τότε ἔγινε ἡ μεταμόρφωση. Ὁ ἄγριος τοῦρκος, αὐτός ποῦ χωρίς αἰτία ἦταν ἕτοιμος νά κακοπαιδέψει τό φτωχό παπά, ἔπεσε στά γόνατα καί φίλησε τό χέρι του μέ σεβασμό. Ἡ φωνή τοῦ μόλις ἀκουγόταν.
«Σχώραμε παπούλη μου, σχώραμε» τοῦ εἶπε ἑλληνικά. «Δέν εἶχα κακό σκοπό. Γί΄ αὐτά τά σκυλιά φώναζα, ποῦ μᾶς ἔβλεπαν. Μήν καταλάβουν τίποτα καί χαθοῦμε. Χριστιανοί εἴμαστε κι ἐμεῖς κι ἄς φαινόμαστε τοῦρκοι».
Κατάλαβε. Εἶχε μπροστά του ἕναν ἀπ’ αὐτούς ποῦ οἱ ρωμιοί ὀνόμαζαν κλωστούς. Ἕναν ἀπ’ αὐτούς ποῦ ἀντιστάθηκαν τόσα χρόνια στήν ὑποδούλωση τῆς ψυχῆς. Στή φαντασία τοῦ ὁ ἠρωϊσμός κι ἡ πίστη τούς ἔπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Πᾶνε μερικά χρόνια ποῦ ἄκουσε γί΄ αὐτούς. Τότε θυμᾶται θέλησε νά τούς συναντήσει, νά ἔρθει σ’ ἐπαφή μαζί τους. Τόν συγκράτησαν οἱ πιό φρόνιμοι. Θάρθει ἡ στιγμή τοῦ εἶπαν, καλύτερα νά μή βιάζεσαι. Πέρασαν τά χρόνια κι ἡ στιγμή δέν ἦρθε. Στήν ἀρχή μάθαινε πῶς κάποιος παπάς βρέθηκε στή δίνη τῆς ἱστορίας τους, μά κι αὐτό σταμάτησε μέ τά χρόνια. Ἔτσι, κάπου μέσα του, ἄρχισε νά μήν πολυπιστεύει στήν ὕπαρξή τους. Ἄρχισε νά ἀμφιβάλλει γιά πολλά, ἤ νά τά δέχεται σάν μία χαριτωμένη ὑπερβολή. Καί νά τώρα ποῦ εἶχε μπροστά του ἕνα δικό τους. Τόν ἐπίασε ἀπό τά χέρια καί τόν σήκωσε. Ἐκείνη τή στιγμή φάνηκαν δύο γυναῖκες, ἡ μία νέα ἡ ἄλλη ἡλικιωμένη, καί τόν περιτριγύρισαν ἕνα τσοῦρμο παιδιά!
« Ἡ φαμιλιά μου παπούλη μου» τοῦ εἶπε ὁ κρυφός χριστιανός.
Σέ λίγο καθισμένοι στό σαλόνι ἀντάλασσαν τίς ἱστορίες τους. Αἰσθάνονταν γνωστοί ἀπό χρόνια. Ἦταν κι αὐτοί ὅπως ὅλοι οἱ δικοί τους. Χρόνια τώρα, ἀπό πατέρα σέ παιδί, κράταγαν μυστική τήν πίστη τους καί συνέχιζαν φανερά νά κάνουν τή ζωή τοῦ μουσουλμάνου. Πρῶτα κοντά τούς ἔμενε ἕνας χότζας ποῦ ἦταν κρυφός παπάς. Αὐτός τούς βάφτισε, αὐτός τούς πάντρεψε, αὐτός κήδευε τούς πατεράδες τους. Ὅλα στά κρυφά. Νύχτα πάνω στή νύχτα. Τή μέρα τούς πάντρευε τούρκικα. Τή νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ἕνα παιδί; Τή μέρα ἔκανε σουνέτι. Τή νύχτα βαφτίσια. Στό θάνατο ὁ πρῶτος ποῦ ἔμπαινε στό σπίτι ἦταν αὐτός. Μόνος μέ τήν οἰκογένεια τοῦ νεκροῦ διάβαζε τρισάγιο. Τή νύχτα ἔκανε τήν κηδεία καί τό πρωΐ ὅλα τά ἔθιμα τῶν μουσουλμάνων. Διπλή ζωή, διπλό ξόδι. Ἀπό τότε ὅμως ποῦ πέθανε, ἔμειναν ὀρφανοί. Ἀλειτούργητοι. Ἀβάφτιστοι. Δύο χρόνια ἔχουν νά κάνουν Ἀνάσταση. Τή νύχτα τό Μεγάλο Σάββατο ἄκουσαν τίς καμπάνες ἀπ’ τό χριστιανικό μαχαλά. Ἄναψαν κερί καί ἔψαλαν σιγανά τρεῖς φορές τό «Χριστός Ἀνέστη».
«Νά κάνουμε τώρα τήν Ἀνάσταση», ἡ ἰδέα ἄστραψε στό μυαλό τοῦ πάπα – Λευτέρη. «Τί πειράζει; Πασχαλιά εἶναι ἀκόμη. Ἑτοιμαστεῖτε κι ἐδῶ εἴμ΄ ἐγώ».
Ἀπ’ τή στιγμή ἐκείνη ἕνας ὁλάκερος μηχανισμός μπῆκε σέ λειτουργία. Μέχρι τό βράδυ βρέθηκαν ἄμφια, σκεύη, πρόσφορα ἐνῷ ἕνα νιό παληκάρι, μέ γρήγορο ἄλογο, ἔτρεξε στό χωριό νά καθησυχάσει τήν παπαδιά, ποῦ δέν θά γύριζε ὁ παπάς ἐκεῖνο τό βράδυ.
Γύρω στά μεσάνυχτα γιόμισε τό σπίτι ἀπό κρυφοχριστιανούς. Ἄντρες, γυναῖκες, παιδιά πέρασαν τό κατώγι μ’ ἁγιοκέρια ποῦ εἶχαν μόνοι τους ἑτοιμάσει. Στήν ἀνατολική πλευρά μία κασέλα εἶχε γίνει Ἁγία Τράπεζα. Ὁ πάπα – Λευτέρης ἄρχισε τό ψάλσιμο μ΄ ἕνα γέροντα.
«Κύματι θαλάσσης τόν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον».
Τούτους ΄δῶ δέν ἐνοχλοῦσε ἡ φωνή του. Γι’ αὐτό δέν ἄκουσε ἐκεῖνο τό «σούς μπρέ», ποῦ τοῦ μαύριζε τήν ψυχή. Τούς ἔφτανε ποῦ ἄκουγαν τά λόγια. Κι ἄν ἔκρινε ἀπό τά βλέμματα, ἴσως καί νά φχαριστιόντουσαν ἀπ’ τό ψάλσιμό του. Στό τέλος ἄναψε τό κερί τοῦ ἀπ’ τό καντῆλι ποῦ τρεμόπαιζε καί κάλεσε τούς μυστικούς χριστιανούς του:
«Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».
Μετά, ἐκεῖ στή μέση, ἔψαλε «τήν Ἀνάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ», διάβασε τό Εὐαγγέλιο κι ἐνῷ ἡ πόλη ἡσύχαζε, ψάλανε ὅλοι μαζί τό «Χριστός Ἀνέστη». Γύρω του τά δακρυσμένα μάτια τοῦ σκλάβωναν τήν καρδιά. Ἦταν μία ἀπ’ τίς στιγμές ποῦ θά τόν συνόδευαν σ’ ὅλη του τή ζωή.
Ἦταν ἕτοιμη νά ξεπροβάλει ἡ νέα μέρα, ὅταν ξεκίναγε νά γυρίσει στό χωριό. Πίσω του ἄφηνε τό σπίτι, ποῦ ἔγινε ἡ κολυμπήθρα γιά ν’ ἀναβαπτιστεῖ στήν πίστη του κι ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς του. Θαρχόταν νά τό συναντήσει πάλι σέ λίγες μέρες. Τόν περίμεναν οἱ νέοι του χριστιανοί. Μαζί τους καί τά μικρά παιδιά, ποῦ εἶχαν μείνει ἀβάπτιστα.
Τώρα ἤξερε. Κάθε φορᾶ ποῦ ξεκίναγε μέ ξύλα γιά τήν Τραπεζούντα θά ἔφερνε κι ἕνα φόρτωμα στόν τουρκομαχαλά. Κάθε φορᾶ καί σέ διαφορετικό σπίτι. Τή νύχτα τό σπίτι αὐτό θά γινόταν ἡ ἐκκλησιά κι ἐκεῖ θά συνάζονταν οἱ κλωστοί. Ἄπ΄ τά πιό ἀπίθανα μέρη ξεφύτρωναν οἱ μαῦρες σκιές ποῦ ἀδιαφοροῦσαν γιά τήν προχωρημένη ὥρα. Τίς πιό πολλές φορές ἐρχόταν στό σπίτι τοῦ πεθαμένου κρυφοῦ παπᾶ ὅπου ὑπῆρχε ὁλάκερη ἐκκλησιά κρυμμένη ἄπ’ τά μάτια τοῦ κόσμου. Μυστικές πόρτες ἔφερναν τούς πιστούς ἀπό τούς σκοτεινούς δρόμους. Ἔξω οἱ νέοι εἶχαν ἀναλάβει τή φύλαξη. Τόσα χρόνια στή ζωή αὐτή ἔμαθαν νά φροντίζουν τήν ἀσφάλειά τους. Μαζί τους ἄρχισε κι αὐτός νά ζεῖ τούς φόβους καί τίς ἀγωνίες τους κι ὅταν γνωρίστηκαν καλά ἡ ἔγνοιά του σκλαβώθηκε στό μαχαλά τους.
«Τά παιδιά ἔχουν σήμερα μπαϊράμι» ἔλεγε στήν παπαδιά «κι ὅλη μέρα θά εἶναι νηστικά»…
Πηγή: Γιώργη Θ Πρίντζιπα, Τό συναξάρι τῶν κρυφῶν ὀνείρων, § Τά ξύλα τοῦ παπᾶ (ἀποσπάσματα), σέλ. 113 -140, ἔκδοσις 1η , ἔκδοσις Τέρτιος, Κατερίνη, Ὀκτώβριος 1992-ΡΩΜΑΙΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ!



Aπόσπασμα ἀπὸ «Τὸ πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ»
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου 

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Λίαν «ἐπίκαιρο»!

.       Μπορεῖ νὰ φανῆ παράξενο αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ στὴν συνέχεια. Ἡ προβολὴ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἡσυχασμοῦ, ποὺ ἔγινε τὸν 14ον αἰώνα ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμά, ἦταν ἀρίστη προετοιμασία τοῦ λαοῦ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ ἀντιμετωπίση τὴν δυσκολία τῆς ὑποδουλώσεως στοὺς Τούρκους.
.       Καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἔχουμε τὴν ἐπάνοδο στὴν ἀσκητικὴ διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, στὴν βίωση τοῦ πολιτεύματος τοῦ Σταυροῦ, γι’ αὐτὸ στὴν πραγματικότητα ἡ ἡμέρα τῆς ὑποδουλώσεώς μας στοὺς Τούρκους μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ Κυριακή της Ὀρθοδοξίας. Τότε χάθηκαν τὰ ἐξωτερικὰ στηρίγματα, ἡ ἐξωτερικὴ περίλαμπρη ἐπιφάνεια καὶ ἄρχισε νὰ φαίνεται καὶ νὰ βιώνεται τὸ ἐσωτερικὸ μεγαλεῖο, δηλαδὴ ἄρχισε νὰ βιώνεται ἡ πτωχεία μὲ ὅλη τὴν ὀρθόδοξη σημασία τῆς λέξεως.
.       Σήμερα, δυστυχῶς, παρατηροῦμε, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς δὲν βιώνουμε τὸ πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ. Ἔχουμε θρησκειοποιήσει τὸν Χριστιανισμό, τὸν ἔχουμε ἐκκοσμικεύσει. Ὄχι μόνον ζητᾶμε προστασία ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀλλὰ χάσαμε τὴν ἀσκητικὴ ζωή. Ἡ θεολογία, ἡ λατρευτικὴ ζωή, ὁ τρόπος ζωῆς μας δὲν εἶναι ἔκφραση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ ἔκφραση μιᾶς ἀντισταυρικῆς ζωῆς. Κυριαρχοῦν οἱ ἐξωτερικὲς αἰσθήσεις, ἡ λογική, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ θέλημα. Ἀπὸ ἐκεῖ προέρχονται ὅλα τὰ δεινά.




Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΩΣ ΠΗΓΗ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ-Του Αρχιμ. Ιγνατίου Σ. Σταυρόπουλου

15Του Αρχιμ. Ιγνατίου Σ. Σταυρόπουλου
O ρόλος των θρησκευτικών ηγετών και των οπαδών τους, στην επέκταση της ευαισθητοποίησης και αφύπνισης του κόσμου.
Η Θρησκεία ως πηγή ειρήνης και συνδιαλλαγής στην κοινωνία
Η  παγκόσμια  κρίση  αναγκάζει  και  τους θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά και τους πιστούς τους, να ασχοληθούν  με το καινούργιο αυτό φαινόμενο στη σύγχρονη κοινωνία. Διάφοροι αναλυτές, όχι μόνο οικονομολόγοι, προσπαθούν να εντοπίσουν τα αίτια της σύγχρονης κρίσης και να προτείνουν  ιδέες προς εφαρμογή, για την λύση από το παγκόσμιο αδιέξοδο, που φέρνει τις κοινωνίες στο χείλος της καταστροφής.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει συμφωνία στις απόψεις, για τα αίτια που έφεραν το αποτέλεσμα της κρίσης. Ακούγεται  όμως συχνά πλέον η άποψη, ότι όχι μόνο τα καθαρώς οικονομικά αίτια, αλλά και η ηθική στάση των πολιτών απέναντι στα πράγματα, ευθύνεται για το κακό αποτέλεσμα και την παγκόσμια κρίση.   Και βέβαια η ηθική στάση του πολίτη,  διαμορφώνεται κυρίως από την  θρησκεία. Αυτή  έχει παραδοσιακά τον ρόλο, με τον θεϊκό ηθικό νόμο, να παιδαγωγήσει τους   πιστούς, που ταυτόχρονα είναι και πολίτες του κράτους. Παράλληλα, η πολιτεία προσπαθεί με τον ανθρώπινο νόμο, να παιδαγωγήσει τους πολίτες, ώστε  να λειτουργεί για όλους, το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος.  
Το προφίλ του  «Σύγχρονου Δυτικού Πολιτισμού»,   που   παρουσιάζεται σήμερα να έχει μολυνθεί από το φαινόμενο της κρίσης, είναι βαθειά ριζωμένο στην δυτικο – ευρωπαϊκή ανθρωπιστική παράδοση, και μάλιστα στο κίνημα του Διαφωτισμού.  Δημιουργήθηκε μια συγκεκριμένη ανθρωπολογία, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος απομονώθηκε στο νοητικό εργαλείο της  λογικής του  και  αποστερήθηκε από κάθε άλλη ψυχική – πνευματική λειτουργία.
Οι θρησκείες, ειδικά οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες,  που πιστεύουν και κηρύττουν τον ένα και μοναδικό αληθινό Θεό, βρίσκονται αντιμέτωπες με την πολεμική που γίνεται εναντίον τους από την αντιπαράθεση του ορθού λόγου. Στον δυτικό πολιτισμό του διαφωτισμού, ο πολιτισμικός διάλογος είναι ουσιαστικά χωρίς νόημα. Θεωρείται ότι, οτιδήποτε πέρα από τον ορθό λόγο και την λογική, πρέπει να εκλείψει. Κάθε τι πέρα από τη λογική, θεωρείται ως το σκοτάδι. Πρόκειται βέβαια, για μια ιδεολογική προκατάληψη, που οδήγησε τη Δύση στον πολιτικό και οικονομικό επεκτατισμό και στα σημερινά αδιέξοδα.  Προφανώς μάλιστα να είναι και η ουσιαστική αιτία, που γέννησε την παγκοσμιοποίηση, τις τελευταίες δεκαετίες,  ως το αναγκαίο μέτρο – πρόταση, για λύση στα αδιέξοδα του συνεχούς επεκτατισμού, που είναι η δημιουργία της χωρίς Θεό ανθρώπινης  λογικής.
Η θρησκεία, σήμερα, παραμένει,  ως  η μοναδική δυναμική αντίπαλος και ο μεγάλος εχθρός της άθεης διανόησης, του άθεου δυτικού ανθρώπου.  Η θρησκευτική πίστη καλείται να περισώσει τα πάντα, δηλαδή τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο στον οποίο ο Θεός δημιουργός έδωσε σώμα αλλά έδωσε και ψυχή. Το ανθρωπολογικό δόγμα του άθεου διαφωτισμού, αναιρείται μπροστά στην θρησκευτική πίστη και χάνει την δυναμική του.
Το σύγχρονο κίνημα των νέο αθεϊστών (New Atheists), χωρίς να πρόκειται για κάτι το εντελώς καινούργιο, κάνει απόπειρα να καταγγείλει την θρησκευτική πίστη, ως την μοναδική πηγή κάθε σύγχρονης ανθρώπινης κακοδαιμονίας, και μάλιστα του πολέμου. Η θρησκευτική πίστη καταγγέλλεται ως το τελευταίο και το μεγάλο εμπόδιο,  που πρέπει να ξεπεραστεί,  ώστε να ενωθούν οι λαοί,  για να ζήσουν υποτίθεται αρμονικά όλοι μαζί, αλλά βέβαια χωρίς θρησκευτικές ή άλλες ιδιαιτερότητες. Ας σημειωθεί ότι  ιδιαιτερότητα, για τον άθεο Διαφωτισμό, σημαίνει  αντιπαλότητα και σύγκρουση.
Ο ρόλος των θρησκευτικών ηγετών, στην ευαισθητοποίηση και στην αφύπνιση των ανθρώπων, είναι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ σημαντικός. Είναι οι μόνοι που μπορούν να σώσουν τον άνθρωπο. Οι θρησκευτικοί ηγέτες, με την προϋπόθεση να είναι οι ίδιοι φωτισμένοι και πιστοί στην θεϊκή αποστολή τους, μπορούν να ευαισθητοποιήσουν και αφυπνίσουν τους πιστούς τους. Να δώσουν τον πνευματικό αγώνα εναντίον του αθεϊσμού,  που κινείται στον αντίποδα της πίστης στο Θεό.
Οι  Νέο Αθεϊστές,  σήμερα
α) δεν μπορούν να έχουν μια ουσιαστική κατανόηση των θρησκευτικών μας παραδόσεων (Εβραϊκών, Χριστιανικών, Μουσουλμανικών) και
β) λόγω της απόλυτης λογικής με την οποία κινούνται, δεν μπορούν να κατανοήσουν τις θεολογικές μας παραδόσεις, λόγω των αυστηρά λογικών τους προϋποθέσεων.
Στον άθεο Διαφωτισμένο άνθρωπο, η μοναδική του ιδιότητα, ο «ορθός λόγος», δεν αποτελεί  πραγματική ιδιότητα. Δεν αποτελεί μια πίστη. Είναι μόνο ένα εργαλείο και μάλιστα αποκομμένο από το σύνολο του ανθρωπίνου όντος που είναι ψυχο – σωματική οντότητα. Οι λόγοι αυτοί κάνουν τον άθεο δυτικό διαφωτισμένο άνθρωπο  νοηματικά απροσπέλαστο. Οτιδήποτε «εκτός» του κόσμου τούτου, δεν μπορεί να το επεξεργαστεί.  Οι μόνες ηθικές προσταγές γι’ αυτόν απορρέουν από τον ανθρώπινο νόμο.
Η ανάγκη μιας συγκροτημένης απάντησης εκ μέρους των θρησκευτικών παραδόσεων, είναι σήμερα επείγουσα περισσότερο από ποτέ. Και τούτο γιατί η επιθετικότητα του Νέου Αθεϊσμού, παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Ειδικά στο χώρο της εκπαίδευσης κάθε βαθμίδος, φαίνεται να καλλιεργείται ένας ανθρωπολογικός τύπος, στερημένος κάθε θρησκευτικής ή άλλης ταυτότητος.
Οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές Παραδόσεις της Ανατολής, μοιράζονται μια κοινή ανθρωπολογική παράδοση. Μια Παράδοση σε αντίθεση με τον σύγχρονο Γνωστικισμό του Δυτικού Διαφωτισμού. Έχουν κοινή ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο. Είναι  κοινή  και στους τρείς η ιερή ιστορία της Πτώσης των πρωτοπλάστων και η ευθύνη που διδάσκει η Αγία Γραφή με την διήγηση αυτή.
Ο Πνευματικός ρόλος και των τριών Παραδόσεων, ορίζει την ευθύνη τους,  να αφυπνίσουν τον κόσμο και να αποκαλύψουν τον «όφι» του εκκοσμικευμένου άθεου Διαφωτισμού πριν αυτός οδηγήσει την ανθρώπινη παγκόσμια ιστορία στο χείλος της αβύσσου.
Η διαφορετικότητα του δόγματος ή της θρησκείας δεν είναι το χαρακτηριστικό, που πρέπει να φοβίζει. Ο σεβασμός της διαφορετικότητας ενισχύεται από την πίστη στον Ένα Θεό. Αυτή η κοινή πίστη αποτελεί την κοινή  βάση, ώστε οι θρησκευτικοί ηγέτες  σήμερα, πρώτοι αυτοί να αγρυπνούν, ώστε  να  μπορούν να  εργαστούν για την πνευματική αφύπνιση και την   εγρήγορση των πιστών τους, ενάντια στην εκκοσμίκευση και την απώλεια της πίστης στον Ένα και αληθινό  Θεό.
Ο ρόλος των θρησκευτικών ηγετών, και των οπαδών τους, είναι ιδιαίτερα σημαντικός σήμερα, που η κοινωνία εκκοσμικεύεται.  Είναι οι μοναδικοί, που με την αληθινή πίστη στον ¨Ένα Θεό, με την καθημερινή προσευχή τους αλλά και με την καθαρή ζωή τους,  καλούνται να αφυπνίζουν καθημερινά την κοινωνία και να φέρνουν την ειρήνη στον κόσμο όλο.
Αν οι θρησκευτικοί ηγέτες και οι πιστοί δεν μπορέσουν να κρατήσουν την πίστη στο Θεό, και με την πίστη αυτή να βοηθήσουν όλη την ανθρωπότητα, τότε η κοινωνία των ανθρώπων χωρίς ηθική διάπλαση θα κινδυνεύσει να αυτοκαταστραφεί.

Στην Αγγλική γλώσσα:

Rev. Dr. Ignatios S. Stavropoulos, Athens, Greece*
The role of  Religious Leaders and their Followers in the Expansion of Awareness and Awakening in the World

Religion as a source of peace and conciliation in society
The international crisis forces even religious leaders, as well as the faithful, to become engaged in this new phenomenon in modern society. Various researchers, not just economists, try to determine the causes of modern crisis and suggest ideas for implementation, in order to solve15 this worldwide impasse that brings societies on the verge of destruction.
To this day there is no agreement on the views, on the reasons that brought about the crisis.  Yet, a rather popular view claims that it is not only the purely economic causes, but also the moral attitude of citizens to things, that is liable for the poor results and the international crisis. Naturally, the moral attitude of citizens is mainly shaped by religion. Religion traditionally has the role, with the divine and moral law, to educate the faithful, who are at the same time citizens of the state. Similarly, the state tries with the human law, to educate citizens, so that the rule of law and the social state operate for everyone.   
The "Modern Western Civilisation”  profile, presented as infected today by the crisis, is deeply rooted in the western European humanitarian tradition and indeed in the movement of the Enlightenment.  A specific anthropology was generated, according to which man was secluded in his cognitive tool of reason and deprived of all other psychological - spiritual functions.
Religions, particularly the three monotheistic religions, which believe and preach the one true God, face a war against them by confrontation of reasonableness. In the western civilization of the enlightenment, cultural dialogue is essentially futile. It is deemed that anything beyond reasonableness and reason should be eliminated. Anything beyond reason is deemed as darkness. This is of course an ideological prejudice that led the West to the political and financial imperialism and the modern impasse.  Indeed this could also be the substantial reason for the creation of globalisation, in the last decades, as the necessary measure-suggestion on the impasse of constant imperialism, which is the creation of Godless human reason.
Religion remains today as the only dynamic opponent and arch-enemy of atheist intellect of the atheist western man. Religious faith must save everything, namely humans, to whom God creator gave a body but a soul too.  The anthropological dogma of atheist enlightenment is annulled and loses its dynamism through religious faith.
The modern movement of new atheists, without being something completely new, attempts to condemn religious faith, as the sole source of all modern woes, and indeed even of war. Religious faith is condemned as the last and great obstacle that needs to be overcome so that all people are united, so that they live supposedly harmoniously all together, naturally without having any religious or other particularities.  Let us please note that "particularity" in atheistic Enlightenment means contradiction and conflict.
The role of religious leaders in awareness and awakening of the people today is more important than ever. They are the only ones who can save humanity.  Religious leaders, provided that they are blessed and faithful to their divine mission, may increase awareness and awaken their faithful; they may fight the spiritual battle against atheism that is opposite to faith in God. 
New Atheists, today
a) cannot have a substantial understanding of our religious traditions (Jewish, Christian and Muslim) and 
b) due to the absolute reasoning they apply to everything, they cannot understand our religious traditions, based on their strictly logical conditions.
For atheist humans of the Enlightenment, their only property "reasonableness", is not an actual property.  It is not a faith. It is only a tool and indeed a cut-off tool from the total of the human being which is a psycho-somatic entity.  These reasons make the atheist western man of the enlightenment   conceptually inaccessible. Anything "outside" this world cannot be processed.  The only moral commands for atheists arise from the human law.
Today, the need for a structured answer on the behalf of religious traditions is more urgent than ever. And this is because the aggressiveness of New Atheism keeps getting greater and greater.  Especially in education of all grades, it seems that anthropologic type is being cultivated, deprived of any religious or other identity.
The three great monotheistic of the East share a common anthropological tradition.  A Tradition opposing   the modern   Gnosticism of Western Enlightenment. They have common responsibility towards humans.  All three have the common story of the Fall of Adam and Eve and the responsibility taught by the Bible by this narration.
The spiritual role of all three Traditions determines their responsibility, to awaken the world and unveil the "snake of the secularized atheistic Enlightenment before it leads the human world history to the end of the abyss. 
Diversity of the dogma or of the religion is not the feature we need to be afraid of.  The respect of diversity is enhanced by the faith to One God.  This common faith is the common ground for religious leaders so that today, first they can be awakened, in order to work for the spiritual awakening and readiness of their faithful, against secularisation and loss of faith to One and True God.
The role of religious leaders and their supporters is particularly important in today’s secularized society. They are unique in that, through their true belief in One God, through their daily prayer and chaste life, are invited to awaken society every day and bring peace to the whole world.
If the religious leaders and believers are not able to keep their faith in God, and through this faith help all humanity, then human society, without moral formation, will risk self-destruction. 
πηγή

Τό μπαστούνι τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς Ἕλληνες, ὅταν φεύγουμε ἀπό τό δρόμο του καί πέφτουμε στήν ἀσέβεια καί ἁμαρτία, εἶναι οἱ Τοῦρκοι




























1. Ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος ἔλεγε: «Πονῶ καί ἀγω­νιῶ γιά 
τήν πορεία τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τό ὅποιο συνε­χῶ
ς ἀφελληνίζεται, ἀποχριστιανίζεται, ἀποχρωματίζεται,
 ἀποκόπτεται ἀπό τίς ρίζες του καί χάνει τά στοιχεῖα
 τῆς ταυτότητάς του»...

 2. «Ἡ χώρα μας, ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἀμφιλόχιος, εἶναι
 σκεπασμένη μέ τούς πάγους τοῦ ὑλισμοῦ καί τῆς 
ἀθεΐας καί καλούμαστε ὅλοι νά συμβάλουμε στή διάλυσή 
τους. Μόνο ὅταν φύγουν οἱ πάγοι αὐτοί, θά μπορέσουμε 
νά βροῦμε καί νά χαροῦμε ξανά τή γῆ ἐκείνη τήν 
πραγμα­τική, τήν ὅποια καλλιέργησαν ἀποστολικά
 ἄροτρα καί τήν πότισαν... αἵματα Μαρτύρων καί ἱδρῶτες 
Ὅσιων. Τότε μόνο ὁ νοητός ἥλιος θά θερμάνει τήν 
ἑλληνική γῆ καί ἀμέσως θά βλαστήσει, θά ἀνθίσει καί 
θά καρποφορήσει, ὅπως καί ἄλλοτε, πρός δόξαν Θεοῦ».
3. «Τό μπαστούνι τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τούς Ἕλληνες, 
ὅταν φεύγουμε ἀπό τό δρόμο του καί πέφτουμε 
στήν ἀσέ­βεια καί ἁμαρτία, εἶναι οἱ Τοῦρκοι», ἔλεγε ὁ...
 Γέροντας τῆς Αἴγινας Ἱερώνυμος. 
4. Κάποιος ρώτησε τό Γέροντα Πορφύριο τί πρέπει νά ψηφίσει
 στίς βουλευτικές ἐκλογές κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάν­τησε
 παραβολικά: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σάν τήν 
κλώσσα. Κάτω ἀπό τά φτερά τῆς σκεπάζει καί ἄσπρα 
πουλάκια καί μαῦρα πουλάκια καί κίτρινα καί κάθε 
χρώματος πουλάκια».
Καί ἄλλοτε εἶπε γιά τούς πολιτικούς: «Τί νά σού κάνουν 
καί οἱ πολιτικοί; Εἶναι μπερδεμένοι μέ τά ψυχικά τους 
πάθη. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά βοηθήσει τόν 
ἑαυτό του, πῶς θά μπορέσει νά βοηθήσει τούς 
ἄλλους; Φταῖμε καί ἐμεῖς γιά τήν κατάσταση αὐτή. 
Ἄν ἤμασταν ἀληθινοί χριστιανοί, θά μπορούσαμε 
νά στείλουμε στή βουλή, ὄχι βέβαια χρίστιανικό κόμμα, 
ἀλλά χριστιανούς πολιτικούς καί τά πράγματα θά ἦταν
 διαφορετικά».

10η Mαΐου 2012


10η Mαΐου 2012

Πέμπτη: Τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Σίμωνος τοῦ Ζηλωτοῦ.
 
Ἀπόστολος: 
Τοῦ Ἀποστόλου·(Α΄ Κορ. δ΄ 9-16), ζήτει τοῦτον τῇ Κυριακῇ ι΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν.
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· (Λουκ. θ΄ 12-19), ζήτει τοῦτο τῇ Πέμπτῃ β΄ ἑβδομάδος Λουκᾶ.
 

Τί θα μπορούσαμε να πούμε για την αγάπη μέσα στο γάμο;


Πιστεύω ότι θα έπρεπε η εκκλησία να δίνει σε όλους τους νεόνυμφους ένα δώρο, που θα ήταν ένα ωραίο κάδρο με τον ύμνο της αγάπης που έχει γράψει ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορινθίους κεφ. 13)! Όχι βέβαια για να το κρεμάσουν στο σαλόνι τους, αλλά στην καρδιά τους… Ελάτε όμως που δεν μελετούμε όλοι το λόγο του Θεού, και πάλι από εκείνους που τον μελετούν λίγοι τον εφαρμόζουν και πολλοί λιγότεροι τον εφαρμόζουν χωρίς προσαρμογές! Γι’ αυτό χρειάζεται να συζητήσουμε από ψυχολογική τουλάχιστον άποψη ορισμένα θέματα που θα μας βοηθήσουν να αναπληρώσουμε κάποιες αδυναμίες μας.
Αγάπη σημαίνει ότι προσπαθώ να καταλάβω τί αρέσει και τί ευχαριστεί το σύντροφό μου. Είναι ενδιαφέρον να βλέπει κανείς πολλές φορές όταν έρχονται ζευγάρια στο ιατρείο μου και εκεί να διαπιστώνουν ότι κάποια πράγματα που κάνει ο ένας εκνευρίζουν τον άλλο, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η επικοινωνία!
Αγάπη σημαίνει πριν απ’ όλα, ότι προσπαθώ να καταλάβω το χαρακτήρα του και τις αδυναμίες του, ώστε να αποφύγω να τον πληγώσω.
Αγάπη σημαίνει απαραίτητα σεβασμός στην προσωπικότητα του άλλου. Αγάπη σημαίνει να ανέχομαι τα ελαττώματα και τα λάθη του. Παράλληλα επιδιώκω να τον βοηθήσω να ολοκληρωθεί σαν άνθρωπος.
Θα μου πείτε καλά, όλα αυτά πώς να τα εφαρμόσει κανείς;
Κατ’ αρχήν δεν πρέπει να βγάζει γρήγορα συμπεράσματα, που σημαίνει ότι χρειάζεται να μελετάει κάθε πρόβλημα και να το συζητάει με το σύντροφό του. Ακόμη και αυτό το θέμα της συζήτησης δεν είναι όλοι σε θέση να το πετύχουν ικανοποιητικά. Κατά συνέπεια, ίσως χρειαστεί να το βάλουμε σαν στόχο να βελτιώσουμε το επίπεδο συζήτησης αλλά και επικοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δώσουμε χρόνο στον άλλο, και να περιορίσουμε τον εαυτό μας στην κατάλληλη στιγμή, ώστε να μην κλέβουμε πάντοτε εμείς οι ίδιοι την παράσταση! Ακούω να μου λένε πολλές γυναίκες ότι ο άνδρας τους δεν βοη­θάει ενεργά στο σπίτι.. Όταν όμως αναλύονται τα πράγματα, βλέπει κανείς όχι εκείνες έχουν ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης διότι όταν πάει να κάνει κάτι εκείνος αρχίζουν τις φωνές ότι δεν το έκανε καλά, ότι αυτές το θέλουν αλλιώς κ.λπ., ώστε στο τέλος να βγαίνει το συμπέρασμα ότι μόνον ό,τι κάνουν εκείνες γίνεται σωστά και άρα ο άνδρας δεν πρέπει να ανακατεύεται!
Πολλά πράγματα οι άνδρες τα θεωρούν αυτονόητα ενώ για τις γυναίκες έχουν σημασία οι επισημάνσεις. Για παράδειγμα, το να μην εκφράζουν πάντα τα συναισθήματά τους ή να τα εκφράζουν με έμμεσο τρόπο. Λόγου χάρη· «σου αγόρασα αυτό που σου αρέσει» σημαίνει σίγουρα ότι νοιάζομαι για σένα και σ’ αγαπώ. Ίσως όμως μια γυναίκα να περιμένει να το ακούσει ξεκάθαρα και να ψυχρανθεί αν αυτό δεν γίνει! Γι’ αυτό θα πρέπει πάντοτε να κοινοποιούμε τις σκέψεις μας για το πως επιθυμούμε να γίνουν ορισμένα πράγματα, έτσι ώστε να τροποποιείται ανάλογα η συμπεριφορά του συντρόφου μας.
Μερικές γυναίκες ασκούν έντονη κριτική στους άνδρες τους, γιατί έτσι νιώθουν ότι τα καταφέρνουν καλύτερα και ηρωοποιούν τον εαυτό τους. Όμως οι άνδρες τους ψυχραίνονται γιατί εκλαμβάνουν τη στάση αυτή σαν μη αναγνώρισή τους από το σύντροφό τους, με αποτέλεσμα να μην αποδίδουν συναισθηματικά και οι ίδιοι.
Τότε ξεκινάει ένας φαύλος κύκλος που είναι δύσκολο να σπάσει… Χρειάζεται μεγάλη προσοχή εδώ και πάντοτε να θυμόμαστε το παραμύθι του Αισώπου «με το βοριά και τον ήλιο που παραβγήκαν στη δύναμη» και νίκησε ο ήλιος επειδή ήταν ήρεμος και γλυκός, ενώ ο βοριάς σε κάθε του απότομη προσπάθεια έφερνε το αντίθετο αποτέλεσμα…
Πιό πολλά θα πετύχουμε με το γλυκό τρόπο παρά με το αγρίεμα. Ξέρω πολλές γυναίκες που δεν διεκδικούν με φωνές το δίκιο και την άποψή τους αλλά έφτασαν στο σημείο μετά από καιρό, να ζητούν τη γνώμη τους πάντοτε οι άνδρες τους και συνήθως να την εφαρμόζουν… Αντίθετα, γνώρισα περιπτώσεις όπου οι σύζυγοι (γυναίκες) εφάρμοζαν σχολαστικά το «μία σου και μία μου!» με αποτέλεσμα να γίνεται το σπίτι πεδίο μάχης καθημερινά και στο τέλος να χωρίσουν κι όλας.
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε κατανόηση στο σύντροφό μας, όπως δείχνουμε και στα παιδιά μας που τα δικαιολογούμε όταν κάνουν ένα λάθος, επειδή τα αγαπάμε…
Οι διαφορές μέσα στο γάμο πρέπει να γίνουν αντικείμενο προσοχής και των δύο και όταν ενοχλούν να προσπαθεί ο καθένας να «τορνάρει» τις ανωμαλίες του για να πλησιάσει με τον άλλο. Αυτό δεν είναι ταπεινωτική υποχώρηση αλλά ωριμότητα χαρακτήρα, για το καλό και των δύο.

(π. Αντωνίου Ι. Στυλιανάκη, ιατρού- παιδοψυχιάτρου, «Αποκρίσεις σε υπεύθυνους γονείς», εκδ. Αποστ. Διακονία)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...